Βιβλιοπαρουσίαση: Αλέξανδρος Κολοβός –  Αποφάσεις από το Διάστημα, Πληροφορίες και Δορυφορική Τεχνολογία

ΑποφάσειςΔιάστημα_front

Οι Υπηρεσίες Πληροφοριών αποτελούν τον έναν από τους τρεις πυλώνες της ασφαλείας ενός κράτους, μαζί με τις Ένοπλες Δυνάμεις και την Αμυντική Βιομηχανία. Ένα κράτος είναι τόσο ασφαλές και τόσο υπολογίσιμο όσο αυτοί οι τρεις πυλώνες. Τα τρία αυτά στοιχεία δεν αποτελούν «μηχανισμούς» του κράτους. Δεν «αντανακλούν» απλώς αλλά κυριολεκτικά αποτελούν τη θέληση μιας κοινωνίας να υπάρχει στον κόσμο. Ειδικά οι υπηρεσίες πληροφοριών «αποτελούν την πραγματική έκφραση του υποσυνειδήτου της χώρας», όπως λέει μία διάσημη όσο και οξυδερκής φράση ενός ήρωα του Τζων Λε Καρρέ – που κάτι ξέρει από υπηρεσίες πληροφοριών.

Υπηρεσίες Πληροφοριών, Ένοπλες Δυνάμεις και Αμυντική Βιομηχανία, επιπλέον, αντανακλούν με τον πιο σαφή τρόπο την ικανότητα μίας κοινωνίας να οργανώσει την επιβίωσή της. Αποτελούν το μέτρο της οργανωτικής της ικανότητας, της τεχνικής της δεξιότητας, της οξυδέρκειάς της, της πνευματικής της αλκής. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβiii

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ Κ.Α. ΚΑΜΕΛΑΡ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, ΑΠΟ ΤΗ 16Η ΩΡΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ 14ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

Η τακτική κατάσταση στο διάκενο μεταξύ των Ι και IV Μεραρχιών περί τη 16η ώρα

Πριν συνεχίσουμε την αναφορά μας στα της διεξαγωγής της μάχης στο Κ.Α. Καμελάρ υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Πλαστήρα, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην επικρατούσα τακτική κατάσταση τη 16η ώρα στο δεξιό του Κ.Α. Καμελάρ, δηλαδή στο υπάρχον κενό μεταξύ των Ι και IV Μεραρχιών και τούτο επειδή ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας εξ ιδίας πρωτοβουλίας ενεργώντας και χωρίς να ενημερώσει (μάλλον) την IV Μεραρχία, υπό τις διαταγές της οποίας είχε τεθεί, επέκτεινε με το 2ο Τάγμα Ευζώνων, υπό τον Ταγματάρχη Παλάντζα, το δεξιό της IV Μεραρχίας μέχρι τους βράχους του Καγιαντιμπί, όπως ο ίδιος αναφέρει στην Έκθεσή του (βλέπε Μέρος ΙΙβi):

«Κατόπιν τούτου αποφασίζομεν όπως δι’ ενός Λόχου του ερχομένου Τάγματος και μιάς Πυροβολαρχίας καταλάβωμεν τα υψώματα 1.000 μ. Α. Καγιά Ντεπέ επεκτείνοντες το δεξιόν της IV Μεραρχίας …»

Κατόπιν της παραπάνω απόφασης του Πλαστήρα την 11η και 30΄ περίπου πρωινή ώρα της 13ης Αυγούστου ένας Λόχος Ευζώνων του 2ου Τάγματος Ευζώνων και η Πυροβολαρχία Βλαχάβα εγκαταστάθηκαν αμυντικά στην περιοχή των Βράχων του Καγιαντιμπί, πιθανόν στην περιοχή του αυχένα Γκεϊσλάρ (βλέπε το Σχεδιάγραμμα 9 και τη φωτογραφία 8 του άρθρου ΙΙβi). Το υπόψη γεγονός δεν πρέπει να είχε αναφερθεί στη IV Μεραρχία και τούτο επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη καταχώριση στην Έκθεση Πλαστήρα, αλλά και στην Έκθεση Πεπραγμένων της Μεραρχίας. Έχουμε ήδη επισημάνει στα άρθρα ΙΙβi και ΙΙβii ότι οι εντολές που ανατέθηκαν από το Α΄ Σώμα Στρατού και την IV Μεραρχία στο Συνταγματάρχη Πλαστήρα του επέβαλαν μετά  «τάγματος του 5/42 Συν/τος, της Διοικήσεως του Συν/τος και Πυρ/χίας δια Μοναστίρ Ντερέ να ανέλθη επί του Καμελάρ Νταγ όπου η Διοίκησις του ομονύμου Κέντρου αντιστάσεως. Πάσαι αι δυνάμεις αι Δ. Μαύρου Βράχου (ναι) τεθήσονται υπό τας διαταγάς Συν/χου Πλαστήρα». Δηλαδή ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας θα έπρεπε να ανέλθει με το Απόσπασμά του στο Καλετζίκ, τουλάχιστον με το μείζον της δύναμης του Αποσπάσματός του, και να αναλάβει τη διοίκηση των δυνάμεων που ήδη αμύνονταν επί του υψώματος, καθώς και του ΙΙ/11 Τάγματος που βρισκόταν καθ’ οδόν προς το Καλετζίκ. Σχετικές πληροφορίες στα άρθρα ΙΙβi και ΙΙβii.

Φωτογραφία 19: Υψώματα Μπελέν Τεπέ. Κατ’ ευθείαν εμπρός διακρίνεται η πεδιάδα του Σινάν Πασά και δεξιά οι Βράχοι του Καγιαντιμπί.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Ενημέρωση

Μετά τις θερμές ευχές σε όλους τους αναγνώστες για τις γιορτές των ημερών, και πριν προχωρήσουμε στην ανάρτηση του επομένου κειμένου σχετικά με τη δράση του Πλαστήρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενημερώνουμε τους ενδιαφερόμενους αναγνώστες ότι τα ήδη αναρτηθέντα κείμενα που αναφέρονται στη δράση του Πλαστήρα στο Καλετζίκ έχουν συμπληρωθεί και εμπλουτιστεί. Οι αλλαγές που έχουν γίνει αφορούν:

  • συμπλήρωση των κειμένων με νέες πληροφορίες
  • προσθήκη διευκρινιστικών υποσημειώσεων
  • αναλυτικότερη  παρουσίαση και σχολιασμό των κύριων  γεγονότων της μάχης, πάντα βάσει της Εκθέσεως Πλαστήρα
  • συμπλήρωση και εμπλουτισμό των σχεδιαγραμμάτων με νέα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα.
  • προσθήκη περισσότερων φωτογραφιών με αναλυτικές λεζάντες, που προσφέρουν μία πλήρη κατά μάλλον εικόνα του πεδίου της μάχης του Καλετζίκ, πράγμα που το καθιστά το πλέον φωτογραφημένο πεδίο Ελληνικής μάχης
  • παρουσίαση της Έκθεσης Πεπραγμένων του Αποσπάσματος Πλαστήρα στο 13ο σχόλιο του Μέρους ΙΙβii, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ στις 26 Ιουνίου 1924.

Τις αμέσως προσεχείς ημέρες θα αναρτηθεί το επόμενο κείμενο σχετικά με τη δράση του Πλαστήρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» / «Στρατηγικόν»

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγικόν», το οποίο μετονομάζεται σε «Στρατηγείν«. Η κυκλοφορία του περιοδικού είναι διαδικτυακή, και μάλιστα με την ίδια μορφή και διαδικασία, ελαφρώς δύσκαμπτη, που έχουν αρκετά αντίστοιχα περιοδικά του εξωτερικού, όπως το Infinity Journal ή το Journal of Military Operations.

Το τεύχος είναι αφιερωμένο στις Πολιτικοστρατιωτικές Σχέσεις, ένα ζήτημα κρίσιμο, λεπτό και συχνά παρεξηγημένο. Το ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι ότι το θέμα αντιμετωπίζεται από ιστορικής απόψεως αλλά, κι εδώ είναι το πολύτιμο στοιχείο των άρθρων, σε ελληνικό πλαίσιο, δηλαδή το ζήτημα εξετάζεται σε τρία παραδείγματα της ελληνικής νεώτερης ιστορίας. Δεδομένου ότι οι γνωστές σε όλους τους ασχολούμενους αναφορές προέρχονται από ξένες αναλύσεις και, αναπόφευκτα, αντλούνται από αντίστοιχες ιστορικές αναλύσεις, η αναγωγή στα καθ’ ημάς, συγκεκριμένη και αναλυτική, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δύο Ζητήματα Αμυντικής Πολιτικής – Σύντομο Σημείωμα

Αμυντική Βιομηχανία και Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων

Απ’ ότι φαίνεται, στο αμέσως προσεχές μέλλον η αρμοδιότητα για την Αμυντική Βιομηχανία θα περάσει από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Η Χώρα δεν διαθέτει, ουσιαστικά, αμυντική βιομηχανία. Για την ακρίβεια, διαθέτει ορισμένους κρατικούς δεινοσαύρους με δραματικά προβλήματα, που αποτελούν επιβάρυνση για τη Χώρα, διαθέτει ορισμένες (μετρημένες στα δάχτυλα το ενός χεριού) δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κάνουν εξαγωγές, διαθέτει κάποια στρατιωτικά εργοστάσια σε ρόλο υποστήριξης, τα οποία βρίσκονται σε επίσης προβληματική κατάσταση, και φυσικά έχει και την αναπόφευκτη εμπλοκή μεγάλων «πολυ-επιχειρηματιών» (των παλαιότερων «διαπλεκόμενων»), που αναζητούν «μερίδιο» στην ανύπαρκτη ελληνική αγορά χωρίς να παράγουν τίποτα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της αμυντικής βιομηχανίας.

Οι βασικοί λόγοι που η Χώρα δεν διαθέτει αμυντική βιομηχανία είναι δύο. Ο ενός λόγος είναι ότι κατά τη δεκαετία του ’70 και του ’80 η Χώρα επένδυσε στις μεγάλες κρατικές βιομηχανίες, οι οποίες συνυφάνθηκαν με όλα τα γνωστά νοσηρά φαινόμενα του ’80 και από τα οποία δεν έχουν απαλλαγεί μέχρι σήμερα και είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλαγούν. Το αποτέλεσμα ήταν και είναι δεινόσαυροι με μηδαμινό έργο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες που είχαν την ευθύνη για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, είχαν παταγώδη άγνοια ακόμη και των πλέον στοιχειωδών ζητημάτων που σχετίζονται με τη βιομηχανική πολιτική, και μάλιστα στον ειδικό αυτόν χώρο. Στον βαθμό που δεν επηρεάζονταν από αθέμιτα συμφέροντα, απλώς δεν είχαν ιδέα τι έπρεπε να ζητήσουν από ποιον. Οι πολιτικές εξαγγελίες και οι αναγγελλόμενες πολιτικές ήταν τόσο θλιβερά ανεπαρκείς και άσχετες με την πραγματικότητα της αμυντικής βιομηχανίας, που ήταν εκ των προτέρων προφανές ότι απλώς θα άνοιγαν (ακριβές) τρύπες στο νερό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας περί του δόγματος αποτροπής, της μη αύξησης της θητείας και άλλων τινών

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλώντας στο 12ο Συνέδριο της ΟΝΝΕΔ μεταξύ άλλων δήλωσε και τα εξής αναφορικά με τα ζητήματα της εθνικής άμυνας (η αρίθμηση δική μου):

  1. «Δεν είμαστε πολεμοχαρείς, ούτε θέλουμε πολέμους» είπε ο κ. Παναγιωτόπουλος αλλά σημείωσε πως είναι σημαντικό:
  2. Να υπάρχει σοβαρό δόγμα αποτροπής ώστε να γνωρίζουν οι αντίπαλοι ότι θα έχουν μεγάλο κόστος με ελάχιστο όφελος.
  3. Υπογράμμισε ότι στα τέλη του χρόνου θα προωθηθεί το σχέδιο για τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων και ξεκαθάρισε πως δεν θα υπάρξει αύξηση της θητείας.
  4. Είπε πως στόχος είναι οι νέοι οπλίτες να αποκτήσουν δεξιότητες και πιστοποιητικά στο πλαίσιο της θητείας. Ανέφερε πως θα αξιοποιηθούν τα καλύτερα μυαλά και οι οπλίτες θα μπορούν να συμμετέχουν σε σεμινάρια για την απόκτηση πιστοποιητικών για χρήση υπολογιστών, ξένων γλωσσών, χειρισμού ειδικών μηχανημάτων, μαγείρων και άλλων δεξιοτήτων.

Ακολουθεί σχολιασμός των δηλώσεων του κυρίου υπουργού.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην Τεχνολογία sonar», του Υποναυάρχου ε.α. Γεωργίου Σάγου ΠΝ, M.Sc. Electrical Engineering & M.Sc. Engineering Acoustics

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου το βιβλίο «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην Τεχνολογία sonar» του κ. Γεωργίου Σάγου.

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται τα βασικά υδροακουστικά χαρακτηριστικά του θαλάσσιου περιβάλλοντος καθώς επίσης και οι θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας και σχεδίασης των συστημάτων sonar, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανίχνευση / εντοπισμό, ταξινόμηση / αναγνώριση και παρακολούθηση υποβρυχίων, τορπιλών, ναρκών και άλλων αντικειμένων ενδιαφέροντος μέσα στα υποθαλάσσιο περιβάλλον. Παρόμοια συστήματα συναντώνται σε πολλές ακόμη εφαρμογές, όπως στην ακουστική χαρτογράφηση /τομογραφία του βυθού, στις υποβρύχιες επικοινωνίες & τηλεμετρία, στη ναυτιλία, κτλ. Το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη πηγή ενημέρωσης όσων ενδιαφέρονται για τα ανωτέρω αντικείμενα, να καλύψει τις ανάγκες των επιχειρησιακών χρηστών συστημάτων sonar, καθώς επίσης και των μελετητών της υποβρύχιας διάδοσης του ήχου, σε επίπεδο κυρίως στρατιωτικών, αλλά και ωκεανογραφικών, βιομηχανικών και λοιπών εφαρμογών, με κεντρικούς μαθησιακούς στόχους:

  • την κατανόηση των υδροακουστικών χαρακτηριστικών του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των βασικών αρχών της υποβρύχιας διάδοσης του ήχου, καθώς επίσης της ακολουθούμενης μεθοδολογίας πρόγνωσης των αποστάσεων και πιθανοτήτων ηχητικού εντοπισμού.
  • την κατανόηση των βασικών αρχών της ψηφιακής επεξεργασίας σημάτων (digital signal processing), στις οποίες στηρίζεται η σχεδίαση των μοντέρνων συστημάτων sonar.
  • την κατανόηση των βασικών αρχών λειτουργίας, των χαρακτηριστικών, δυνατοτήτων και περιορισμών, για την αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη επιχειρησιακή εκμετάλλευση των διαφόρων τύπων sonar, ανάλογα με τη συγκεκριμένη εφαρμογή.
  • την εκτίμηση των πιθανών μελλοντικών εξελίξεων της εμπλεκόμενης τεχνολογίας.

Ο κ. Γεώργιος Σάγος είναι Υποναύαρχος (ε.α.) του Πολεμικού Ναυτικού. Εισήχθη πρώτος στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (ΣΝΔ) το 1981, από την οποία απεφοίτησε με άριστα, ως μάχιμος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, το 1985. Το 1992 απέκτησε τους τίτλους σπουδών Master of Science in Electrical Engineering και Master of Science in Engineering Acoustics, από το Naval Postgraduate School (NPS) των ΗΠΑ, με εξειδικεύσεις στην ψηφιακή επεξεργασία σήματος (Digital Signal Processing) και στην υποβρύχια ακουστική (Underwater Acoustics). Οι τίτλοι σπουδών του κ. Σάγου στο διάσημο NPS, σε συνδυασμό με τη μακρά του υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό, τόσο σε επιχειρησιακές θέσεις όσο και σε θέσεις που σχετίζονται άμεσα με την εφαρμογή της τεχνολογίας στον ναυτικό πόλεμο, αποτελούν τις καλύτερες εγγυήσεις για την ποιότητα του βιβλίου.

Με δεδομένη, όπως έχει κατά καιρούς αναφερθεί στο παρόν ιστολόγιο, την καταθλιπτική ένδεια της τεχνικής βιβλιογραφίας στη χώρα μας, ειδικά σε αντικείμενα που σχετίζονται με στρατιωτικές εφαρμογές,  το βιβλίο του κυρίου Σάγου αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό και ευπρόσδεκτο γεγονός.

Ερώτηση του Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ Γιάννη Οικονόμου αναφορικά με τον επαναπατρισμό των σορών Ελλήνων Στρατιωτικών που έπεσαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στις 10/9/2019 υποβλήθηκε ερώτηση από τον Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ κ. Ι. Οικονόμου προς τους Υπουργούς Εξωτερικών κ. Νίκο Δένδια και Εθνικής Άμυνας κ. Ν. Παναγιωτόπουλο σχετικά με τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των σορών  Ελλήνων στρατιωτικών που έπεσαν περί το Αφιόν Καραχισάρ κατά την Τουρκική επίθεση της 13ης και 14ης Αυγούστου 1922 (π. ημ.). Σύμφωνα με αναφορές που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, οι σοροί φαίνεται ότι εντοπίστηκαν από κάποιους Τούρκους σε πρόχειρους ομαδικούς τάφους στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, στο πλαίσιο ερευνών τους για την εύρεση και ταυτοποίηση των δικών τους νεκρών.

Με την ερώτηση του ο κ. Οικονόμου αναδεικνύει το ζήτημα και θέτει θέμα σχετικά με το αν είναι σε γνώση των Ελληνικών αρχών  οι σχετικές πληροφορίες, για το αν προτίθεται η Κυβέρνηση να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την Τουρκική πλευρά, αλλά κυρίως τι προτίθεται να κάνει η Κυβέρνηση προκειμένου, εφ’ όσον ευσταθούν οι συγκεκριμένες πληροφορίες, να υπάρξει η δέουσα αντιμετώπιση για τις σορούς των Ελλήνων στρατιωτών με βασικό ζητούμενο την επιστροφή τους στην Πατρίδα.

 

Η υποβληθείσα Ερώτηση

ΠΡΟΣ:  Τον κ. Υπουργό Εξωτερικών και τον κ. Υπουργό Εθνικής Άμυνας

ΘΕΜΑ:  Για τις σωρούς Ελλήνων στρατιωτών στα όρη του Αφιόν Καραχισάρ

Όπως γνωρίζετε κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Μικρά Ασία  ( 1919-1922), οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού ανήλθαν σε 24.240  φονευθέντες και επί τόπου αποβιώσαντες (Eπίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922, ΔΙΣ/ΓΕΣ ), επίσης υπάρχουν και 18.095 εξαφανισθέντες, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολο τους είναι φονευθέντες  και μη ευρεθέντες.

Στις 13 και 14 Αυγούστου 1922 (παλιό ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Τουρκικού στρατού που οδήγησε στην διάρρηξη του μετώπου και την ήττα, στα όρη του Αφιόν υπήρξαν εκατόμβες νεκρών (600 αναφέρουν οι Τουρκικές πηγές ότι βρήκαν  μόνο σε μία θέση επί του Καλετζίκ, ενώ οι νεκροί του 5/42 ΣΕ- που η έδρα του ήταν στη Λαμία και σε μεγάλο ποσοστό αποτελούταν από Φθιωτείς-, στην αντεπίθεση του πρωινού της 14ης Αυγούστου, στην θέση Μάτι, ήταν 520.

Οι νεκροί και οι τάφοι από προηγούμενες επιχειρήσεις, όπως ήταν φυσικό, εγκαταλείφθηκαν. Υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές για την αντιμετώπιση των νεκρών στρατιωτών, φαίνεται πως έγιναν κάποιες πρόχειρες ομαδικές ταφές, για λόγους δημόσιας υγείας, από τους Τούρκους.

Σήμερα στην γειτονική χώρα δεν υπάρχει κανένα νεκροταφείο για τους άνδρες που υπηρέτησαν στην Στρατιά Μικράς Ασίας.

Τα τελευταία χρόνια , και με αφορμή την λειτουργία του «Εθνικού Πάρκου Πεδίου Μάχης Σαγγαρίου» (Sakarya Meydan Muharebesi), η γειτονική χώρα, όπως είναι εύλογο, αναζητεί, με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, πρόχειρες ταφές δικών της στρατιωτικών, και προβαίνει στις κατά την κρίση της, απαραίτητες ενέργειες (προστασία, μεταφορά, σήμανση, ταυτοποίηση κλπ).

Σε σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook), υπάρχει σχετικό πληροφοριακό υλικό από ερευνητή του κέντρου (σελίδα Dr.Selim Erdogan Sakarya Meydan Muharebesi  Arastirmalari) . Εκεί αναφέρεται και η εύρεση σωρών Ελλήνων στρατιωτικών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση τους.

Τελευταία αναφέρθηκε, από τον ίδιο ερευνητή, σε ανάρτηση τους της  2ας Αυγούστου (ώρα 08:58) η εύρεση χώρου ταφής 500 Ελλήνων νεκρών στρατιωτικών κατά την «Μεγάλη Επίθεση» (Buyuk taaruz) του Τουρκικού στρατού, την ακριβή θέση του οποίου δηλώνει πως δεν θα αποκαλύψει. Από τον διάλογο που εξελίσσεται προκύπτει πως ο χώρος είναι η ευρύτερη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ.

Η σχετική ερώτηση μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Η Θέση μας

Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι παρά την παρέλευση 100 περίπου ετών από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρίσκεται ένας Βουλευτής της Εθνικής μας Αντιπροσωπείας που ανακινεί το ζήτημα της ανεύρεσης κάποιων ελάχιστων σορών των ηρωικών νεκρών μας εκείνου του πολέμου και τον επαναπατρισμό τους στην πατρώα γη. Θεωρώ ότι η συζήτηση στην Ελληνική Βουλή της ερώτησης του κ. Ι. Οικονόμου και οι απαντήσεις των αρμοδίων Υπουργών θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση από την οποία θα προκύψουν σημαντικές πληροφορίες και συμπεράσματα και ίσως και κάποια ευνοϊκή κατάληξη στο εν λόγω ζήτημα.

Η πιθανότητα η Τουρκία να εγκρίνει την έρευνα για την ανεύρεση των νεκρών μας, είναι εξαιρετικά μικρή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία

Μετά από μία αρκετά μεγάλη περίοδο εκτός λειτουργίας, η ιστοσελίδα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην οποία δημοσιεύεται το σύνολο του υλικού της έρευνας του ιστολογίου για τη στρατιωτική ιστορία της εκστρατείας, επανήλθε σε λειτουργία.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα προστεθεί στη σελίδα το υλικό που έχει προκύψει κατά την περίοδο της αδράνειάς της, ενώ θα συνεχίσει να προστίθεται το νέο υλικό που σταδιακά δημιουργείται. Ο σκοπός είναι σταδιακά η ιστοσελίδα να καταστεί το βασικό μέσον για την προβολή του υλικού.

Η προσπάθεια για την έρευνα και την εξιστόρηση της στρατιωτικής ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας συνεχίζεται, με αρκετά και φιλόδοξα σχέδια.

Αεροπορική Ισχύς και Κύπρος: Πόσο Μακρυά είναι η Κύπρος, Αλήθεια;

«Οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ θαλασσοκρατεῖ ἐφ᾿ ὅσον δὲν θεωρεῖ τὰ πολεμικὰ πλοῖα προορισμένα νὰ κινδυνεύουν»

Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

 

Το παρόν άρθρο αφιερώνεται ευλαβικά στη μνήμη του Λοχαγού (ΜΧ) Σωτήριου Σταυριανάκου.

Έπεσε στις 16 Αυγούστου 1974 στο Ύψωμα Β’ του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο.

Σταυριανάκος

Λοχαγός (ΜΧ) Σωτήριος Σταυριανάκος

1. Εισαγωγή

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από την πιο μαύρη σελίδα της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας, κι την πιο τραγική της Νεότερης Ιστορίας μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: είναι ήδη σαράντα πέντε χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν το 38% της Ελληνικής Κύπρου, κατανίκησαν ταπεινωτικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και εκδίωξαν τους κατοίκους από το βόρειο μέρος του Νησιού, με την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα που αποτελεί το πιο σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους από τότε που εμφανίζονται στην Ιστορία.

Από ελληνικής πλευράς, η τραγωδία είχε μία πολύ «χρήσιμη» ιστορική λειτουργία: αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία της πτώσης της Δικτατορίας του 1967, η οποία, ήδη από την απόσυρση της «Μεραρχίας» έφερε βαρύτατη ευθύνη για τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή, και πολύ περισσότερο για την αποτυχία της αντιμετώπισής της. Η πτώση της Χούντας ακολουθήθηκε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Χώρα και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία, με Υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ευάγγελο Αβέρωφ και Υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Μαύρο.

Η Τουρκική Εισβολή εκδηλώθηκε στο διάστημα από 20 Ιουλίου μέχρι 16 Αυγούστου του 1974, με ένα ενδιάμεσο διάστημα «ανακωχής». Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής αυτής, το ελλαδικό κράτος υπήρξε, στην πράξη, απαθής θεατής, φωνασκώντας διπλωματικά αλλά αποφεύγοντας να πράξει οτιδήποτε ουσιώδες για να αντιμετωπίσει εμπράκτως μία ευθεία, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή στον εθνικό του χώρο. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια υπήρξε η «με άκρα μυστικότητα» αποστολή στο Νησί μίας μοίρας καταδρομών, δηλαδή μίας μοίρας ελαφρού πεζικού, με την όποια (μηδαμινή) επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εξέλιξη του διεξαγόμενου πολέμου μία τέτοια μονάδα. Κατά τα άλλα, το ελλαδικό κράτος και οι ηγεσίες του, από τις 20 Ιουλίου μέχρι και τη λήξη των εχθροπραξιών στις 16 Αυγούστου, ανέβασαν μία ιλαροτραγική παράσταση, στην οποία «αναζητούσαν εναγωνίως» τρόπους για να αντιμετωπίσουν «εμπράκτως» την τουρκική εισβολή, αλλά «δεν τους έβρισκαν». Είναι προφανές τι σήμαιναν οι υποκριτικοί θεατρινισμοί του θέρους του 1974 για τη χουντική ηγεσία, αλλά -κάτι που ξεχνιέται εύκολα και βολικά- εγείρουν, επίσης, σοβαρότατα ερωτηματικά για την πολιτική ηγεσία που τη διαδέχτηκε τον Ιούλιο του 1974.

Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αδράνεια των ελλαδικών ηγεσιών το καλοκαίρι του 1974 εξωθείται συχνά, και προφανώς σκόπιμα, σε «τεχνικές» συζητήσεις περί της πρακτικής δυνατότητας ή αδυναμίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να πράξουν οτιδήποτε αποτελεσματικό για να αντιμετωπίσουν την Τουρκική Εισβολή. Το ενδιαφέρον στη συζήτηση αυτή είναι ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα «χουντικών» και «μεταπολιτευτικών» ουσιαστικά ταυτίζονται· το γεγονός είναι φυσικό αφού πρέπει να υπερασπίσουν την ίδια θέση, την «έμπρακτη αδυναμία επέμβασης». Η ταυτότητα των απόψεων είναι επιβεβλημένη και για έναν επιπλέον λόγο: παρά την πολιτειακή και πολιτική αλλαγή του Ιουλίου του 1974, οι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της Χώρας παρέμειναν οι ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής. Οι βασικοί φυσικοί αυτουργοί της ελλαδικής απραξίας στις 20, 21 και 22 Ιουλίου του 1974, και προδήλως ύποπτοι βαρύτατης προδοσίας -με την κυριολεκτική, νομική έννοια του  Ποινικού Κώδικα- δηλαδή ο στρατηγός Μπονάνος, ο αντιναύαρχος Αραπάκης και ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου, συνέχισαν να κατέχουν τις θέσεις τους και να επηρεάζουν επισήμως την πολιτική της Χώρας και καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής, αλλά και μετά, τερματίσαντες «ευδοκίμως» τη θητεία τους και μηδέποτε, μέχρι το τέλος του βίου τους, ενοχληθέντες για τα γεγονότα αυτά.

2. Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού στο περιοδικό «Στρατηγικόν»

ΣτρατηγικόνΣαράντα πέντε χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, το άρθρο ενός ανωτάτου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας έρχεται να μας θυμίσει την ταυτότητα της υπερασπιστικής γραμμής Χούντας και Καραμανλικής Μεταπολίτευσης ως προς το «τεχνικό» σκέλος της συζήτησης -και όχι μόνον εκεί. Πρόκειται για το άρθρο του του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού, που αποστρατεύτηκε τον Μάρτιο του 2014 έχοντας φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια της ΠΑ και έχοντας διατελέσει Διοικητής της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστηρίξεως και ex officio μέλος του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου. Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Στρατηγικόν», ένα αξιοσημείωτο διαδικτυακό περιοδικό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη στρατηγική, την οποία αντιλαμβάνεται ως «γέφυρα που συνδέει τους σκοπούς της πολιτικής με τα στρατιωτικά μέσα» και περιλαμβάνεται στο τεύχος 2 του περιοδικού, που έχει ως θέμα την Κύπρο. Το άρθρο δεν φαίνεται να απηχεί τις θέσεις του ιδίου του περιοδικού για την Κύπρο· είναι ενδεικτικό ότι το αξιοσημείωτο άρθρο: «Κύπρος 1974: Στρατηγική Αξιολόγηση και Στρατιωτική Στρατηγική» του αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Γκαρτζονίκα έχει διαμετρικά αντίθετες θέσεις με αυτό το Βρεττού, όπως και το συναφές άρθρο: «Είναι η Κύπρος Μακριά; Ελληνική Ναυτική Στρατηγική για την Ανατολική  Μεσόγειο» του αντιναυάρχου ε.α. Βασιλείου Μαρτζούκου.[i]

Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού είναι εξαιρετικά περίεργο. Πρόκειται για ένα άρθρο στο οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το θέμα του και ποιο το ερώτημα στο οποίο απαντά. Στον βαθμό που μπορεί να συναγάγει κανείς από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου, αντικείμενο του κειμένου είναι:

(α) κατά πόσον ήταν δυνατή η αεροπορική υποστήριξη των Ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974 από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό αποτελεί και ένα σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα. Πρόκειται για ένα από τα «τεχνικά» θέματα στα οποία εξωθείται -για λόγους σκοπιμότητας- η κάθε συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες των Ελλαδικών ηγεσιών για την αντιμετώπιση της Εισβολής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα τέτοιο «τεχνικό» ζήτημα, αναμένει κανείς την τεκμηριωμένη γνώμη ενός Ιπταμένου της ΠΑ, ανωτάτου αξιωματικού που έφθασε στην κορυφή της ιεραρχίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

(β) κατά πόσον ήταν σκόπιμη από πολιτικής απόψεως η αεροπορική υποστήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, που είναι όμως παντελώς άσχετο με το προηγούμενο. Η μόνη συσχέτιση προκύπτει από το ότι το ερώτημα (β) τίθεται μόνον εφ’ όσον έχει απαντηθεί θετικά το ερώτημα (α).

(γ) κατά πόσον είναι σήμερα εφικτή η αεροπορική υποστήριξη ενδεχόμενων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, επίσης παντελώς άσχετο με τα δύο προηγούμενα. Το ερώτημα αυτό δεν έχει σχέση με το (α), μιας και αφ’ ενός αφορά τελείως διαφορετικά δεδομένα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με αυτά του 1974, αφ’ ετέρου, ούτως ή άλλως, από το 1974 δεν μπορεί να αντληθεί καμία πρακτική εμπειρία σχετικά με το θέμα, μιας και η Ελλάς… απέφυγε επιμελώς να υποστηρίξει αεροπορικά την Κύπρο.

Τα ανωτέρω εικάζονται από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου. Από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει απλώς μία σύγχυση του ιδίου του συντάκτη σχετικά με το ποιο είναι, τελικώς, το θέμα του. Εάν, εν πάση περιπτώσει, θελήσει κανείς να επιμείνει, μπορεί να διακρίνει στο κείμενο μία βασική θέση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου