Δύο Ζητήματα Αμυντικής Πολιτικής – Σύντομο Σημείωμα

Αμυντική Βιομηχανία και Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων

Απ’ ότι φαίνεται, στο αμέσως προσεχές μέλλον η αρμοδιότητα για την Αμυντική Βιομηχανία θα περάσει από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Η Χώρα δεν διαθέτει, ουσιαστικά, αμυντική βιομηχανία. Για την ακρίβεια, διαθέτει ορισμένους κρατικούς δεινοσαύρους με δραματικά προβλήματα, που αποτελούν επιβάρυνση για τη Χώρα, διαθέτει ορισμένες (μετρημένες στα δάχτυλα το ενός χεριού) δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κάνουν εξαγωγές, διαθέτει κάποια στρατιωτικά εργοστάσια σε ρόλο υποστήριξης, τα οποία βρίσκονται σε επίσης προβληματική κατάσταση, και φυσικά έχει και την αναπόφευκτη εμπλοκή μεγάλων «πολυ-επιχειρηματιών» (των παλαιότερων «διαπλεκόμενων»), που αναζητούν «μερίδιο» στην ανύπαρκτη ελληνική αγορά χωρίς να παράγουν τίποτα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της αμυντικής βιομηχανίας.

Οι βασικοί λόγοι που η Χώρα δεν διαθέτει αμυντική βιομηχανία είναι δύο. Ο ενός λόγος είναι ότι κατά τη δεκαετία του ’70 και του ’80 η Χώρα επένδυσε στις μεγάλες κρατικές βιομηχανίες, οι οποίες συνυφάνθηκαν με όλα τα γνωστά νοσηρά φαινόμενα του ’80 και από τα οποία δεν έχουν απαλλαγεί μέχρι σήμερα και είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλαγούν. Το αποτέλεσμα ήταν και είναι δεινόσαυροι με μηδαμινό έργο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες που είχαν την ευθύνη για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, είχαν παταγώδη άγνοια ακόμη και των πλέον στοιχειωδών ζητημάτων που σχετίζονται με τη βιομηχανική πολιτική, και μάλιστα στον ειδικό αυτόν χώρο. Στον βαθμό που δεν επηρεάζονταν από αθέμιτα συμφέροντα, απλώς δεν είχαν ιδέα τι έπρεπε να ζητήσουν από ποιον. Οι πολιτικές εξαγγελίες και οι αναγγελλόμενες πολιτικές ήταν τόσο θλιβερά ανεπαρκείς και άσχετες με την πραγματικότητα της αμυντικής βιομηχανίας, που ήταν εκ των προτέρων προφανές ότι απλώς θα άνοιγαν (ακριβές) τρύπες στο νερό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας περί του δόγματος αποτροπής, της μη αύξησης της θητείας και άλλων τινών

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλώντας στο 12ο Συνέδριο της ΟΝΝΕΔ μεταξύ άλλων δήλωσε και τα εξής αναφορικά με τα ζητήματα της εθνικής άμυνας (η αρίθμηση δική μου):

  1. «Δεν είμαστε πολεμοχαρείς, ούτε θέλουμε πολέμους» είπε ο κ. Παναγιωτόπουλος αλλά σημείωσε πως είναι σημαντικό:
  2. Να υπάρχει σοβαρό δόγμα αποτροπής ώστε να γνωρίζουν οι αντίπαλοι ότι θα έχουν μεγάλο κόστος με ελάχιστο όφελος.
  3. Υπογράμμισε ότι στα τέλη του χρόνου θα προωθηθεί το σχέδιο για τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων και ξεκαθάρισε πως δεν θα υπάρξει αύξηση της θητείας.
  4. Είπε πως στόχος είναι οι νέοι οπλίτες να αποκτήσουν δεξιότητες και πιστοποιητικά στο πλαίσιο της θητείας. Ανέφερε πως θα αξιοποιηθούν τα καλύτερα μυαλά και οι οπλίτες θα μπορούν να συμμετέχουν σε σεμινάρια για την απόκτηση πιστοποιητικών για χρήση υπολογιστών, ξένων γλωσσών, χειρισμού ειδικών μηχανημάτων, μαγείρων και άλλων δεξιοτήτων.

Ακολουθεί σχολιασμός των δηλώσεων του κυρίου υπουργού.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην Τεχνολογία sonar», του Υποναυάρχου ε.α. Γεωργίου Σάγου ΠΝ, M.Sc. Electrical Engineering & M.Sc. Engineering Acoustics

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου το βιβλίο «Εισαγωγή στην Υδροακουστική και στην Τεχνολογία sonar» του κ. Γεωργίου Σάγου.

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται τα βασικά υδροακουστικά χαρακτηριστικά του θαλάσσιου περιβάλλοντος καθώς επίσης και οι θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας και σχεδίασης των συστημάτων sonar, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανίχνευση / εντοπισμό, ταξινόμηση / αναγνώριση και παρακολούθηση υποβρυχίων, τορπιλών, ναρκών και άλλων αντικειμένων ενδιαφέροντος μέσα στα υποθαλάσσιο περιβάλλον. Παρόμοια συστήματα συναντώνται σε πολλές ακόμη εφαρμογές, όπως στην ακουστική χαρτογράφηση /τομογραφία του βυθού, στις υποβρύχιες επικοινωνίες & τηλεμετρία, στη ναυτιλία, κτλ. Το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη πηγή ενημέρωσης όσων ενδιαφέρονται για τα ανωτέρω αντικείμενα, να καλύψει τις ανάγκες των επιχειρησιακών χρηστών συστημάτων sonar, καθώς επίσης και των μελετητών της υποβρύχιας διάδοσης του ήχου, σε επίπεδο κυρίως στρατιωτικών, αλλά και ωκεανογραφικών, βιομηχανικών και λοιπών εφαρμογών, με κεντρικούς μαθησιακούς στόχους:

  • την κατανόηση των υδροακουστικών χαρακτηριστικών του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των βασικών αρχών της υποβρύχιας διάδοσης του ήχου, καθώς επίσης της ακολουθούμενης μεθοδολογίας πρόγνωσης των αποστάσεων και πιθανοτήτων ηχητικού εντοπισμού.
  • την κατανόηση των βασικών αρχών της ψηφιακής επεξεργασίας σημάτων (digital signal processing), στις οποίες στηρίζεται η σχεδίαση των μοντέρνων συστημάτων sonar.
  • την κατανόηση των βασικών αρχών λειτουργίας, των χαρακτηριστικών, δυνατοτήτων και περιορισμών, για την αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη επιχειρησιακή εκμετάλλευση των διαφόρων τύπων sonar, ανάλογα με τη συγκεκριμένη εφαρμογή.
  • την εκτίμηση των πιθανών μελλοντικών εξελίξεων της εμπλεκόμενης τεχνολογίας.

Ο κ. Γεώργιος Σάγος είναι Υποναύαρχος (ε.α.) του Πολεμικού Ναυτικού. Εισήχθη πρώτος στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (ΣΝΔ) το 1981, από την οποία απεφοίτησε με άριστα, ως μάχιμος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, το 1985. Το 1992 απέκτησε τους τίτλους σπουδών Master of Science in Electrical Engineering και Master of Science in Engineering Acoustics, από το Naval Postgraduate School (NPS) των ΗΠΑ, με εξειδικεύσεις στην ψηφιακή επεξεργασία σήματος (Digital Signal Processing) και στην υποβρύχια ακουστική (Underwater Acoustics). Οι τίτλοι σπουδών του κ. Σάγου στο διάσημο NPS, σε συνδυασμό με τη μακρά του υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό, τόσο σε επιχειρησιακές θέσεις όσο και σε θέσεις που σχετίζονται άμεσα με την εφαρμογή της τεχνολογίας στον ναυτικό πόλεμο, αποτελούν τις καλύτερες εγγυήσεις για την ποιότητα του βιβλίου.

Με δεδομένη, όπως έχει κατά καιρούς αναφερθεί στο παρόν ιστολόγιο, την καταθλιπτική ένδεια της τεχνικής βιβλιογραφίας στη χώρα μας, ειδικά σε αντικείμενα που σχετίζονται με στρατιωτικές εφαρμογές,  το βιβλίο του κυρίου Σάγου αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό και ευπρόσδεκτο γεγονός.

Ερώτηση του Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ Γιάννη Οικονόμου αναφορικά με τον επαναπατρισμό των σορών Ελλήνων Στρατιωτικών που έπεσαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στις 10/9/2019 υποβλήθηκε ερώτηση από τον Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ κ. Ι. Οικονόμου προς τους Υπουργούς Εξωτερικών κ. Νίκο Δένδια και Εθνικής Άμυνας κ. Ν. Παναγιωτόπουλο σχετικά με τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των σορών  Ελλήνων στρατιωτικών που έπεσαν περί το Αφιόν Καραχισάρ κατά την Τουρκική επίθεση της 13ης και 14ης Αυγούστου 1922 (π. ημ.). Σύμφωνα με αναφορές που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, οι σοροί φαίνεται ότι εντοπίστηκαν από κάποιους Τούρκους σε πρόχειρους ομαδικούς τάφους στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, στο πλαίσιο ερευνών τους για την εύρεση και ταυτοποίηση των δικών τους νεκρών.

Με την ερώτηση του ο κ. Οικονόμου αναδεικνύει το ζήτημα και θέτει θέμα σχετικά με το αν είναι σε γνώση των Ελληνικών αρχών  οι σχετικές πληροφορίες, για το αν προτίθεται η Κυβέρνηση να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την Τουρκική πλευρά, αλλά κυρίως τι προτίθεται να κάνει η Κυβέρνηση προκειμένου, εφ’ όσον ευσταθούν οι συγκεκριμένες πληροφορίες, να υπάρξει η δέουσα αντιμετώπιση για τις σορούς των Ελλήνων στρατιωτών με βασικό ζητούμενο την επιστροφή τους στην Πατρίδα.

 

Η υποβληθείσα Ερώτηση

ΠΡΟΣ:  Τον κ. Υπουργό Εξωτερικών και τον κ. Υπουργό Εθνικής Άμυνας

ΘΕΜΑ:  Για τις σωρούς Ελλήνων στρατιωτών στα όρη του Αφιόν Καραχισάρ

Όπως γνωρίζετε κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Μικρά Ασία  ( 1919-1922), οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού ανήλθαν σε 24.240  φονευθέντες και επί τόπου αποβιώσαντες (Eπίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922, ΔΙΣ/ΓΕΣ ), επίσης υπάρχουν και 18.095 εξαφανισθέντες, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολο τους είναι φονευθέντες  και μη ευρεθέντες.

Στις 13 και 14 Αυγούστου 1922 (παλιό ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Τουρκικού στρατού που οδήγησε στην διάρρηξη του μετώπου και την ήττα, στα όρη του Αφιόν υπήρξαν εκατόμβες νεκρών (600 αναφέρουν οι Τουρκικές πηγές ότι βρήκαν  μόνο σε μία θέση επί του Καλετζίκ, ενώ οι νεκροί του 5/42 ΣΕ- που η έδρα του ήταν στη Λαμία και σε μεγάλο ποσοστό αποτελούταν από Φθιωτείς-, στην αντεπίθεση του πρωινού της 14ης Αυγούστου, στην θέση Μάτι, ήταν 520.

Οι νεκροί και οι τάφοι από προηγούμενες επιχειρήσεις, όπως ήταν φυσικό, εγκαταλείφθηκαν. Υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές για την αντιμετώπιση των νεκρών στρατιωτών, φαίνεται πως έγιναν κάποιες πρόχειρες ομαδικές ταφές, για λόγους δημόσιας υγείας, από τους Τούρκους.

Σήμερα στην γειτονική χώρα δεν υπάρχει κανένα νεκροταφείο για τους άνδρες που υπηρέτησαν στην Στρατιά Μικράς Ασίας.

Τα τελευταία χρόνια , και με αφορμή την λειτουργία του «Εθνικού Πάρκου Πεδίου Μάχης Σαγγαρίου» (Sakarya Meydan Muharebesi), η γειτονική χώρα, όπως είναι εύλογο, αναζητεί, με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, πρόχειρες ταφές δικών της στρατιωτικών, και προβαίνει στις κατά την κρίση της, απαραίτητες ενέργειες (προστασία, μεταφορά, σήμανση, ταυτοποίηση κλπ).

Σε σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook), υπάρχει σχετικό πληροφοριακό υλικό από ερευνητή του κέντρου (σελίδα Dr.Selim Erdogan Sakarya Meydan Muharebesi  Arastirmalari) . Εκεί αναφέρεται και η εύρεση σωρών Ελλήνων στρατιωτικών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση τους.

Τελευταία αναφέρθηκε, από τον ίδιο ερευνητή, σε ανάρτηση τους της  2ας Αυγούστου (ώρα 08:58) η εύρεση χώρου ταφής 500 Ελλήνων νεκρών στρατιωτικών κατά την «Μεγάλη Επίθεση» (Buyuk taaruz) του Τουρκικού στρατού, την ακριβή θέση του οποίου δηλώνει πως δεν θα αποκαλύψει. Από τον διάλογο που εξελίσσεται προκύπτει πως ο χώρος είναι η ευρύτερη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ.

Η σχετική ερώτηση μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Η Θέση μας

Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι παρά την παρέλευση 100 περίπου ετών από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρίσκεται ένας Βουλευτής της Εθνικής μας Αντιπροσωπείας που ανακινεί το ζήτημα της ανεύρεσης κάποιων ελάχιστων σορών των ηρωικών νεκρών μας εκείνου του πολέμου και τον επαναπατρισμό τους στην πατρώα γη. Θεωρώ ότι η συζήτηση στην Ελληνική Βουλή της ερώτησης του κ. Ι. Οικονόμου και οι απαντήσεις των αρμοδίων Υπουργών θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση από την οποία θα προκύψουν σημαντικές πληροφορίες και συμπεράσματα και ίσως και κάποια ευνοϊκή κατάληξη στο εν λόγω ζήτημα.

Η πιθανότητα η Τουρκία να εγκρίνει την έρευνα για την ανεύρεση των νεκρών μας, είναι εξαιρετικά μικρή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία

Μετά από μία αρκετά μεγάλη περίοδο εκτός λειτουργίας, η ιστοσελίδα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην οποία δημοσιεύεται το σύνολο του υλικού της έρευνας του ιστολογίου για τη στρατιωτική ιστορία της εκστρατείας, επανήλθε σε λειτουργία.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα προστεθεί στη σελίδα το υλικό που έχει προκύψει κατά την περίοδο της αδράνειάς της, ενώ θα συνεχίσει να προστίθεται το νέο υλικό που σταδιακά δημιουργείται. Ο σκοπός είναι σταδιακά η ιστοσελίδα να καταστεί το βασικό μέσον για την προβολή του υλικού.

Η προσπάθεια για την έρευνα και την εξιστόρηση της στρατιωτικής ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας συνεχίζεται, με αρκετά και φιλόδοξα σχέδια.

Αεροπορική Ισχύς και Κύπρος: Πόσο Μακρυά είναι η Κύπρος, Αλήθεια;

«Οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ θαλασσοκρατεῖ ἐφ᾿ ὅσον δὲν θεωρεῖ τὰ πολεμικὰ πλοῖα προορισμένα νὰ κινδυνεύουν»

Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

 

Το παρόν άρθρο αφιερώνεται ευλαβικά στη μνήμη του Λοχαγού (ΜΧ) Σωτήριου Σταυριανάκου.

Έπεσε στις 16 Αυγούστου 1974 στο Ύψωμα Β’ του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο.

Σταυριανάκος

Λοχαγός (ΜΧ) Σωτήριος Σταυριανάκος

1. Εισαγωγή

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από την πιο μαύρη σελίδα της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας, κι την πιο τραγική της Νεότερης Ιστορίας μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: είναι ήδη σαράντα πέντε χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν το 38% της Ελληνικής Κύπρου, κατανίκησαν ταπεινωτικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και εκδίωξαν τους κατοίκους από το βόρειο μέρος του Νησιού, με την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα που αποτελεί το πιο σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους από τότε που εμφανίζονται στην Ιστορία.

Από ελληνικής πλευράς, η τραγωδία είχε μία πολύ «χρήσιμη» ιστορική λειτουργία: αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία της πτώσης της Δικτατορίας του 1967, η οποία, ήδη από την απόσυρση της «Μεραρχίας» έφερε βαρύτατη ευθύνη για τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή, και πολύ περισσότερο για την αποτυχία της αντιμετώπισής της. Η πτώση της Χούντας ακολουθήθηκε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Χώρα και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία, με Υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ευάγγελο Αβέρωφ και Υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Μαύρο.

Η Τουρκική Εισβολή εκδηλώθηκε στο διάστημα από 20 Ιουλίου μέχρι 16 Αυγούστου του 1974, με ένα ενδιάμεσο διάστημα «ανακωχής». Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής αυτής, το ελλαδικό κράτος υπήρξε, στην πράξη, απαθής θεατής, φωνασκώντας διπλωματικά αλλά αποφεύγοντας να πράξει οτιδήποτε ουσιώδες για να αντιμετωπίσει εμπράκτως μία ευθεία, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή στον εθνικό του χώρο. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια υπήρξε η «με άκρα μυστικότητα» αποστολή στο Νησί μίας μοίρας καταδρομών, δηλαδή μίας μοίρας ελαφρού πεζικού, με την όποια (μηδαμινή) επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εξέλιξη του διεξαγόμενου πολέμου μία τέτοια μονάδα. Κατά τα άλλα, το ελλαδικό κράτος και οι ηγεσίες του, από τις 20 Ιουλίου μέχρι και τη λήξη των εχθροπραξιών στις 16 Αυγούστου, ανέβασαν μία ιλαροτραγική παράσταση, στην οποία «αναζητούσαν εναγωνίως» τρόπους για να αντιμετωπίσουν «εμπράκτως» την τουρκική εισβολή, αλλά «δεν τους έβρισκαν». Είναι προφανές τι σήμαιναν οι υποκριτικοί θεατρινισμοί του θέρους του 1974 για τη χουντική ηγεσία, αλλά -κάτι που ξεχνιέται εύκολα και βολικά- εγείρουν, επίσης, σοβαρότατα ερωτηματικά για την πολιτική ηγεσία που τη διαδέχτηκε τον Ιούλιο του 1974.

Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αδράνεια των ελλαδικών ηγεσιών το καλοκαίρι του 1974 εξωθείται συχνά, και προφανώς σκόπιμα, σε «τεχνικές» συζητήσεις περί της πρακτικής δυνατότητας ή αδυναμίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να πράξουν οτιδήποτε αποτελεσματικό για να αντιμετωπίσουν την Τουρκική Εισβολή. Το ενδιαφέρον στη συζήτηση αυτή είναι ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα «χουντικών» και «μεταπολιτευτικών» ουσιαστικά ταυτίζονται· το γεγονός είναι φυσικό αφού πρέπει να υπερασπίσουν την ίδια θέση, την «έμπρακτη αδυναμία επέμβασης». Η ταυτότητα των απόψεων είναι επιβεβλημένη και για έναν επιπλέον λόγο: παρά την πολιτειακή και πολιτική αλλαγή του Ιουλίου του 1974, οι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της Χώρας παρέμειναν οι ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής. Οι βασικοί φυσικοί αυτουργοί της ελλαδικής απραξίας στις 20, 21 και 22 Ιουλίου του 1974, και προδήλως ύποπτοι βαρύτατης προδοσίας -με την κυριολεκτική, νομική έννοια του  Ποινικού Κώδικα- δηλαδή ο στρατηγός Μπονάνος, ο αντιναύαρχος Αραπάκης και ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου, συνέχισαν να κατέχουν τις θέσεις τους και να επηρεάζουν επισήμως την πολιτική της Χώρας και καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής, αλλά και μετά, τερματίσαντες «ευδοκίμως» τη θητεία τους και μηδέποτε, μέχρι το τέλος του βίου τους, ενοχληθέντες για τα γεγονότα αυτά.

2. Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού στο περιοδικό «Στρατηγικόν»

ΣτρατηγικόνΣαράντα πέντε χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, το άρθρο ενός ανωτάτου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας έρχεται να μας θυμίσει την ταυτότητα της υπερασπιστικής γραμμής Χούντας και Καραμανλικής Μεταπολίτευσης ως προς το «τεχνικό» σκέλος της συζήτησης -και όχι μόνον εκεί. Πρόκειται για το άρθρο του του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού, που αποστρατεύτηκε τον Μάρτιο του 2014 έχοντας φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια της ΠΑ και έχοντας διατελέσει Διοικητής της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστηρίξεως και ex officio μέλος του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου. Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Στρατηγικόν», ένα αξιοσημείωτο διαδικτυακό περιοδικό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη στρατηγική, την οποία αντιλαμβάνεται ως «γέφυρα που συνδέει τους σκοπούς της πολιτικής με τα στρατιωτικά μέσα» και περιλαμβάνεται στο τεύχος 2 του περιοδικού, που έχει ως θέμα την Κύπρο. Το άρθρο δεν φαίνεται να απηχεί τις θέσεις του ιδίου του περιοδικού για την Κύπρο· είναι ενδεικτικό ότι το αξιοσημείωτο άρθρο: «Κύπρος 1974: Στρατηγική Αξιολόγηση και Στρατιωτική Στρατηγική» του αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Γκαρτζονίκα έχει διαμετρικά αντίθετες θέσεις με αυτό το Βρεττού, όπως και το συναφές άρθρο: «Είναι η Κύπρος Μακριά; Ελληνική Ναυτική Στρατηγική για την Ανατολική  Μεσόγειο» του αντιναυάρχου ε.α. Βασιλείου Μαρτζούκου.[i]

Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού είναι εξαιρετικά περίεργο. Πρόκειται για ένα άρθρο στο οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το θέμα του και ποιο το ερώτημα στο οποίο απαντά. Στον βαθμό που μπορεί να συναγάγει κανείς από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου, αντικείμενο του κειμένου είναι:

(α) κατά πόσον ήταν δυνατή η αεροπορική υποστήριξη των Ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974 από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό αποτελεί και ένα σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα. Πρόκειται για ένα από τα «τεχνικά» θέματα στα οποία εξωθείται -για λόγους σκοπιμότητας- η κάθε συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες των Ελλαδικών ηγεσιών για την αντιμετώπιση της Εισβολής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα τέτοιο «τεχνικό» ζήτημα, αναμένει κανείς την τεκμηριωμένη γνώμη ενός Ιπταμένου της ΠΑ, ανωτάτου αξιωματικού που έφθασε στην κορυφή της ιεραρχίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

(β) κατά πόσον ήταν σκόπιμη από πολιτικής απόψεως η αεροπορική υποστήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, που είναι όμως παντελώς άσχετο με το προηγούμενο. Η μόνη συσχέτιση προκύπτει από το ότι το ερώτημα (β) τίθεται μόνον εφ’ όσον έχει απαντηθεί θετικά το ερώτημα (α).

(γ) κατά πόσον είναι σήμερα εφικτή η αεροπορική υποστήριξη ενδεχόμενων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, επίσης παντελώς άσχετο με τα δύο προηγούμενα. Το ερώτημα αυτό δεν έχει σχέση με το (α), μιας και αφ’ ενός αφορά τελείως διαφορετικά δεδομένα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με αυτά του 1974, αφ’ ετέρου, ούτως ή άλλως, από το 1974 δεν μπορεί να αντληθεί καμία πρακτική εμπειρία σχετικά με το θέμα, μιας και η Ελλάς… απέφυγε επιμελώς να υποστηρίξει αεροπορικά την Κύπρο.

Τα ανωτέρω εικάζονται από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου. Από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει απλώς μία σύγχυση του ιδίου του συντάκτη σχετικά με το ποιο είναι, τελικώς, το θέμα του. Εάν, εν πάση περιπτώσει, θελήσει κανείς να επιμείνει, μπορεί να διακρίνει στο κείμενο μία βασική θέση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβii

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η διεξαγωγή της μάχης στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ στις 13 Αυγούστου 1922 υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΦΕΡΘΕΝΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΙΙβi  ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας την 8η ώρα της 13ης Αυγούστου λαμβάνει διαταγή από το Α΄ Σώμα Στρατού δια της οποίας διατασσόταν μετά Τάγματος και Πυροβολαρχίας του Αποσπάσματός του να ανέλθει στις θέσεις εφεδρείας του Υποτομέα Καλετζίκ, δηλαδή επί αυτού τούτου του Καλετζίκ και να ταχθεί υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας. Όταν η παραπάνω δύναμη του Αποσπάσματός του φθάνει περί τη 1030 ώρα στο δεξιό της IV Μεραρχίας ο Πλαστήρας δεν την ανεβάζει στο Καλετζίκ αλλά την εγκαθιστά από το άκρο δεξιό (δυτικό) της IV Μεραρχίας μέχρι τους Βράχους του Καγιαντιμπί, μη εκτελώντας ούτω την εντολή που έλαβε. Ομοίως μέχρι τη 16η ώρα αποφεύγει να εκτελέσει την εντολή που του εδόθη από την IV Μεραρχία, η οποία επαναλαμβάνοντας την εντολή του Σώματος τον διέτασσε να ανέλθει μετά του Αποσπάσματός του στο Καλετζίκ, να αναλάβει τη διοίκηση όλων των Δυτικά του Μαύρου Βράχου δυνάμεων και να ενεργήσει δραστήρια για την ανακατάληψη των από πρωίας απωλεσθεισών θέσεων του Κ.Α. Καμελάρ. Ο Συνταγματάχρης Πλαστήρας δεν είναι κάποιος άπειρος Αξιωματικός που αδυνατεί να αντιληφθεί τους λόγους που το Α΄ Σώμα Στρατού και η IV Μεραρχία τον διατάσσουν, κατά τρόπο επίμονο, να εγκαταστήσει τη διοίκησή του και το Απόσπασμά του στο Καλετζίκ, που κατά τον ίδιο αποτελεί το «σπουδαιότερο σημείο της οχύρωσης του Αφιόν». Το Καλετζίκ αποτελεί τον «πύργο» πάνω στον οποίο στηρίζεται η ακεραιότητα του αμυντικού τομέα της IV Μεραρχίας, αν όχι και του Α΄ Σώματος Στρατού, και η ισχυροποίηση της άμυνάς του αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Παρά ταύτα το ενδιαφέρον και όλες οι ενέργειές του Συνταγματάρχη Πλαστήρα δεν προσανατολίζονται στην ισχυροποίηση της άμυνας του Καλετζίκ, αλλά στην κάλυψη του δεξιού του και την τήρηση του Αποσπάσματός του μακριά από την κρίσιμη και αιματηρή μάχη που διεξάγεται στο Καλετζίκ. Η άνοδός του στο Καλετζίκ προς αναγνώριση της τακτικής κατάστασης δεν αποφέρει κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα, αφού ουδεμία αναφορά υπάρχει στην Έκθεσή του περί των διαταγών που εξέδωσε προς τα αμυνόμενα τμήματα και των μέτρων που έλαβε για τη ισχυροποίηση της άμυνας του Καλετζίκ· επιπλέον απουσιάζει από την Έκθεση του οποιαδήποτε αναφορά για τις εχθρικές δυνάμεις που επιτίθενται κατά του Καλετζίκ, μολονότι το Καλετζίκ προσφέρει μεγάλες δυνατότητες παρατήρησης του πεδίου της μάχης. Ο Πλαστήρας δεν εγκαθιστά το Σταθμό Διοικήσεώς του επί του Καλετζίκ, όπως προβλέπει η εντολή του, αλλά τον εγκαθιστά κάτω από το Καλετζίκ και σε σημείο που δεν παρέχει εποπτεία του πεδίου της μάχης και ειδικά αυτής που διεξάγεται στους προμαχώνες του Καλετζίκ, στερούμενος έτσι άμεσης επίγνωσης της διεξαγόμενης κύριας μάχης επί αυτού του ζωτικής σημασίας υψώματος. Επίσης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ενημέρωσε την IV Μεραρχία περί της διάθεσης του Αποσπάσματός του στο δεξιό (δυτικό) χαμηλό έδαφος του Κ.Α. Καμελάρ. Μολονότι τη 12η και 30΄ ώρα διαθέτει πλήρη και ανέπαφα το 1ο Τάγμα Ευζώνων και το 2ο Τάγμα του 11ου Συντάγματος, αποφεύγει να τα χρησιμοποιήσει για να εκτελέσει την διαταχθείσα αντεπίθεση για την ανακατάληψη των απωλεσθεισών θέσεων του Κ.Α. Καμελάρ. Και ενώ δεν εκτελεί την αντεπίθεση, μετά από μία ώρα αναφέρει στη Μεραρχία ότι επιφυλάσσεται να την εκτελέσει αργότερα· σε ουδεμία όμως προπαρασκευαστική ενέργεια προβαίνει μέχρι και τη 16η ώρα από την οποία να τεκμαίρεται θετικά η πρόθεσή του να εκτελέσει την αντεπίθεση. Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας μολονότι δηλώνει ότι ουδεμία εμπιστοσύνη διαθέτει στο αξιόμαχο του κατακερματισμένου Ι/35 Τάγματος, που βρίσκεται στα χαρακώματα του Καλετζίκ από την έναρξη του Τουρκικής επιθέσεως, αποφεύγει να το αντικαταστήσει  με το ανέπαφο 1ο Τάγμα Ευζώνων· μήπως για να «μην κάψει τους Ευζώνους του;». Παρ’ όλο όμως που δεν εμπιστεύεται το Ι/35 Τάγμα συνεχίζει να το διατηρεί στα χαρακώματα του Καλετζίκ. Αν τώρα το Καλετζίκ πέσει, την ευθύνη θα την «ρίξει» στο Ι/35 Τάγμα (όπως και θα συμβεί). Ασφαλώς πρόκειται περί αντιφατικών αναφορών στην Έκθεση Πλαστήρα που στερούνται λογικής. Ο Πλαστήρας ζητά επιμόνως από την IV Μεραρχία να του αποσταλεί από το Αφιόν και το 3ο Τάγμα του, όχι όμως για να εκτελέσει δια αυτού την αντεπίθεση, όπως μπορεί να υποτεθεί, αλλά για να αντικαταστήσει το Ι/35 Τάγμα. Απαξιώνει εσκεμμένα το Ι/35 Τάγμα, μη σεβόμενος τις εκατοντάδες των νεκρών και των τραυματιών του, πράγμα ανέντιμο. Απαξιεί να αναφέρει στον προϊστάμενό του με επίσημο, και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, τρόπο τις προθέσεις του και τις ενέργειές του και τον παραπλανά περί των πραγματικών προθέσεών του. Τέλος η κατάθεση του διοικητή του 1ου Τάγματος του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, Ταγματάρχη Α. Τσιρώνη, στην Ανακριτική Επιτροπή του Στρατηγού Κ. Μοσχόπουλου, αποδομεί την αξιοπιστία της Έκθεσής Πλαστήρα.

 

1ο Σχόλιο: Η διεξαγωγή της αμυντικής μάχης επί του όρους Καλετζίκ από το 1ο Τάγμα του 35ου Συντάγματος Πεζικού και τα εξ αυτής αποτελέσματα

Κατ’ αρχάς κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσουμε, ως σύνδεση με το Μέρος ΙΙα και το Μέρος ΙΙβi του κειμένου, ότι το 1ο Τάγμα του 35ου Συντάγματος Πεζικού (Ι/35 Τάγμα + τον 11/35 Λόχο), παρά τις μεγάλες απώλειες που είχε υποστεί εξ αιτίας του σφοδρού βομβαρδισμού του Τουρκικού Πυροβολικού  —μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν ο διοικητής του Τάγματος Ταγματάρχης Τζόκας και ο διοικητής του 1ου Λόχου Λοχαγός Παπαχαραλάμπους που τραυματίστηκαν και διακομίστηκαν— συνέχισε να μάχεται επί των χαρακωμάτων του Καλετζίκ. Το Τάγμα κατόρθωσε, την 8η περίπου πρωινή ώρα, να καθηλώσει τις επιτιθέμενες δυνάμεις της 5ης Τουρκικής Μεραρχίας επί του καταληφθέντος από τους Τούρκους αντερείσματος Ποϊραλικαγιά, ενώ από την 9η ώρα αντιμετώπιζε και την κατά του δεξιού του επίθεση μίας ισχυρής Τουρκικής δύναμης εκ τεσσάρων Ταγμάτων, η οποία παρακάμπτοντας το ύψωμα Καραθανάση από τα δυτικά κατευθύνονταν κατά του Καλετζίκ. Το Ι/35 Τάγμα θα συνεχίσει να μάχεται μόνο και άνευ ενισχύσεως και να τηρεί υπό την κατοχή του το Καλετζίκ μέχρι τη 12η ώρα περίπου, όταν θα ενισχυθεί δια του 2ου Τάγματος του 11ου Συντάγματος Πεζικού (ΙΙ/11 Τάγμα). Τη διοίκηση του Ι/35 Τάγματος την είχε αναλάβει ο Λοχαγός Ζήσης που θα τραυματιστεί και αυτός και θα διακομιστεί οπότε η διοίκηση θα περιέλθει στον ήδη τραυματία Λοχαγό Ανδρεάδη. Το Ι/35 Τάγμα είχε επίσης τεράστιες απώλειες σε Υπαξιωματικούς και Στρατιώτες, νεκρούς ή τραυματίες.

Οι εξακριβωμένες απώλειες του Ι/35 Τάγματος κατά την 13η Αυγούστου ήταν οι εξής:

  • Νεκροί: 5 Αξιωματικοί, 4 Υπαξιωματικοί και 81 Στρατιώτες
  • Τραυματίες: 12 Αξιωματικοί, 10 Υπαξιωματικοί και 251 Στρατιώτες
  • Σύνολο: 17 Αξιωματικοί και 346 Οπλίτες.
  • Επομένως το 50% της δύναμης του Τάγματος είχε τεθεί εκτός μάχης.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβi

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η διεξαγωγή της μάχης στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ στις 13 Αυγούστου 1922 υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα

ΣΥΝΟΨΗ

Στο παρόν Μέρος ΙΙβi του κειμένου παρουσιάζεται και αναλύεται η μάχη στο Κέντρο Αντιστάσεως (εφεξής Κ.Α.) Καμελάρ του Τομέα της IV Μεραρχίας  —από τη 10η μέχρι τη 16η ώρα της 13ης Αυγούστου 1922—  υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα, διοικητή του Μικτού Αποσπάσματος ΧΙΙΙ Μεραρχίας.

Η παρουσίαση της μάχης για το διάστημα 1000-1600 ώρα στο δεξιό της IV Μεραρχίας και η ανάλυση όλων των αναφερομένων γεγονότων γίνεται με βάση την Έκθεση Πλαστήρα, την αποστολή που δόθηκε στον Πλαστήρα από το Α΄ Σώμα Στρατού αρχικά και την IV Μεραρχία στη συνέχεια, καθώς και υπό το φως σημαντικών πληροφοριών που προέρχονται από όλες τις διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές για τη μάχη, όπως οι εκθέσεις ή οι καταθέσεις άλλων στρατιωτικών διοικητών που από θέσεις ευθύνης βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης, ως επίσης και -σε ό,τι αφορά τις ενέργειες των Τουρκικών δυνάμεων- από τα αναφερόμενα στην επίσημη Τουρκική στρατιωτική ιστορία,. Τα δεδομένα παρουσιάζονται με λεπτομέρεια κι εν συνεχεία αναλύονται διεξοδικά. 

Κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση των αναφερόμενων στο κείμενο αποτελεί η εντολή που ανατέθηκε στο Συνταγματάρχη Πλαστήρα την 8η ώρα από το Α΄ Σώμα Στρατού και τη 10η ώρα από την IV Μεραρχία και η οποία προέβλεπε ότι ο ίδιος με το Απόσπασμά του να ανέλθει στο Καλετζίκ, να αναλάβει τη διοίκηση όλων των δυτικά του Μαύρου Βράχου Δυνάμεων και να ενεργήσει δραστήρια για την ανακατάληψη των απωλεσθεισών θέσεων του Κ.Α. Καμελάρ.

Από την ανάλυση προκύπτει ότι η Έκθεση Πλαστήρα χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αοριστία, κενά, απόκρυψη γεγονότων και άλλων κρίσιμων συμβάντων της μάχης. Ο λόγος που αυτό συμβαίνει είναι ότι ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας απέφυγε επίμονα να εκτελέσει την εντολή που του είχε ανατεθεί, προφασιζόμενος ήσσονος σημασίας εξελίξεις, και ταυτόχρονα αποκρύπτοντας συστηματικά από την IV Μεραρχία τη μη εκτέλεση της εντολής του. Από την έκθεσή του λείπουν κεντρικά στοιχεία της μάχης, όπως ο εχθρός και οι εχθρικές ενέργειες, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η παρουσία του στο ύψωμα Καλετζίκ όπου διεξαγόταν η κύρια αμυντική μάχη. Γενικά εγείρονται ερωτηματικά σχετικά με το πού βρισκόταν κατά τη διάρκεια της μάχης ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας και εάν διεύθυνε τη μάχη. Τέλος, από τα γεγονότα προκύπτει ότι στην έκθεσή του, ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας καταφέρεται αδικαιολόγητα σε βαθμό συκοφαντικό- εναντίον του 35ου Συντάγματος και ειδικότερα κατά του Ι/35 Τάγματος, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο ήταν που έφερε, ματώνοντας ακαταπαύστως, το βάρος της άμυνας του Κέντρου Αντιστάσεως Καμελάρ.

Παρεμπιπτόντως, τόσο από την ίδια την έκθεση όσο και από τις υπόλοιπες πρωτογενείς πηγές προκύπτει άμεσα ότι η μάχη δεν έχει σχέση με την απόδοσή της σε πολλά, περισσότερο ή λιγότερο «σοβαρά» βιβλία, από την «ημιεπίσημη» προπολεμική Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια μέχρι δημοφιλείς βιογραφίες του Πλαστήρα.

Το κείμενο είναι δύσκολο και μεγάλο. Για αυτό το λόγο θα δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες με απόσταση λίγων ημερών μεταξύ των δύο δημοσιεύσεων. Η παρούσα πρώτη δημοσίευση (Μέρος ΙΙβi) περιλαμβάνει το «ιστορικό» μέρος, δηλαδή τα αναφερόμενα στις διάφορες πρωτογενείς πηγές, η δε δεύτερη δημοσίευση (Μέρος ΙΙβii) θα περιλαμβάνει την ανάλυση (σχολιασμό) του «ιστορικού», τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα. 

ΓΕΝΙΚΑ

Όπως ήδη έχει αναφερθεί στο Μέρος ΙΙα του κειμένου μας, η περιγραφή της μάχης στο  Κ.Α. Καμελάρ μετά την 10η ώρα της 13ης Αυγούστου είναι εξαιρετικά δυσχερής εξ αιτίας κυρίως των κενών και των αοριστιών στην  Έκθεση Πεπραγμένων του Μικτού Αποσπάσματος ΧΙΙΙ Μεραρχίας (Απόσπασμα Πλαστήρα), που αποτελεί και το βασικό κείμενο που διαπραγματεύεται την αναφερόμενη μάχη, από την ώρα 1000 της 13ης Αυγούστου μέχρι και την επομένη ημέρα που το Κ.Α. Καμελάρ καταλήφθηκε από τους Τούρκους.

Προκειμένου να κατανοηθούν τα όσα θα αναφερθούν στο παρόν Μέρος ΙΙβi του κειμένου αναφορικά με τη δράση του Αποσπάσματος Πλαστήρα απαιτούνται:

  • Η ύπαρξη μίας σχετικής αντίληψης του χώρου του πεδίου της μάχης. Προς τούτο είναι απαραίτητη η μελέτη του Σχεδιαγράμματος υπ’ αριθμό 8 του παρόντος Μέρους ΙΙβi του κειμένου σε συνδυασμό με το Σχεδιάγραμμα υπ’ αριθμό 3 του Μέρους ΙΙα.
  • Η ύπαρξη μίας γενικής γνώσης των όσων έχουν αναφερθεί στο Μέρος ΙΙα του κειμένου.
  • Η μέλετη του παρόντος Μέρους ΙΙβi του κειμένου με τη βοήθεια των σχεδιαγραμμάτων 8-12.
  • Η μελέτη και κατανόηση της εντολής που ανατέθηκε στο Συνταγματάρχη Πλαστήρα αρχικά από το Α΄ Σώμα Στρατού και την IV Μεραρχία στη συνέχεια.

Η κατανόηση των διαλαμβανομένων στο κείμενο χωρίς τη χρήση των σχεδιαγραμμάτων του κειμένου είναι δυσχερής και τούτο επειδή είναι αδύνατο να αντιληφθεί ο οιοσδήποτε και ειδικά ο μη στρατιωτικός το πού βρίσκονταν οι αντίπαλες δυνάμεις που υπήρχαν στο Κ.Α. Καμελάρ πριν τη 10η ώρα της 13ης Αυγούστου, το που και πότε εγκαταστάθηκαν οι ενισχύσεις που έφθασαν σε αυτό μετά τη 10η ώρα, καθώς και οι κατευθύνσεις επί των οποίων ενεργούσαν οι Τουρκικές δυνάμεις. Η χρήση της κλίμακας που υπάρχει σε κάθε σχεδιάγραμμα θα διευκολύνει έτι περισσότερο την κατανόηση των σημαντικότερων ζητημάτων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Προβληματική Δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Ι – Υποσημείωση

Το Μέρος Ι του άρθρου διαπιστώνει και τεκμηριώνει μία συγκεκριμένη μεμπτή ενέργεια του Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία: την άρνηση εκτελέσεως διαταγής ενώπιον του εχθρού. Επί των γεγονότων δεν υφίσταται καμία αντίρρηση, και πάντως δεν έχει διατυπωθεί. Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Πλαστήρας ουδέποτε αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται για τα γεγονότα της 1ης-3ης Ιουλίου 1921.

Δεδομένου ότι επί των γεγονότων δεν υφίσταται αμφισβήτηση, διατυπώθηκαν σε σχόλια κάποιες δικαιολογίες για τις ενέργειες και τη στάση του Πλαστήρα. Οι δικαιολογίες αυτές πάσχουν από βαθιές παρανοήσεις και παρεξηγήσεις σχετικά με το καθεστώς λειτουργίας των στρατών – τουλάχιστον των συγκροτημένων.

Ως προς την ουσία των γεγονότων: Ο Πλαστήρας διατάχθηκε από τον άμεσο προϊστάμενό του -ευθέως και ρητώς- και μάλιστα κατά πρόσωπο, να επιτεθεί στον εχθρό, και αρνήθηκε -ευθέως και ρητώς- να εκτελέσει τη διαταγή. Η διαταγή δόθηκε ενώ ο σχηματισμός στον οποίον ο Πλαστήρας ανήκε (Β’ ΣΣ) είχε εμπλακεί ήδη σε σκληρή μάχη με τον αντίπαλο. Η διαταγή που ο Πλαστήρας διατάχθηκε και αρνήθηκε να εκτελέσει ήταν να επιτεθεί στον αντίπαλο στην τοποθεσία Ακτσάλ, ώστε σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της Vης Μεραρχίας που ενεργούσαν ανατολικά-βορειοανατολικά και επιχειρούσαν υπερκέραση της τοποθεσίας, να προκαλέσουν την κάμψη του αντιπάλου και την κατάληψη της τοποθεσίας. Αυτό σήμαινε ότι εάν μία από τις δύο δυνάμεις αδρανούσε, ο εχθρός θα είχε τη δυνατότητα να  στρέψει το μείζον των δυνάμεών του κατά της άλλης, γεγονός που ήταν εξ αρχής προφανές σε όλους του συμμετέχοντες, και που διαπιστωνόταν εμπράκτως κατά την εξέλιξη της επιχείρησης. Αυτά είναι τα πολύ απλά και βασικά της απείθειας του Πλαστήρα: άρνηση εκτελέσεως διαταγής εν ώρα μάχης, ενώπιον του εχθρού, που έθεσε σε οξύ κίνδυνο και προκάλεσε βαριές και μη αναγκαίες απώλειες στην παρακείμενη V Μεραρχία, όλο το Β’ ΣΣ και όλη τη ΣΜΑ. Αυτό που συνέβη είναι ότι η V Μεραρχία έφερε όλο το βάρος της επιθέσεως, εναντίον της στράφηκε όλη η εφεδρεία του αντιπάλου καθώς και μέρος της επί του Ακτσάλ αμυνόμενης δυνάμεως (5 από τα 10 τάγματα της 5 Μεραρχίας Καυκάσου), αφού αυτή αντελήφθη ότι δεν πιεζόταν από το 5/42 που είχε σταθεί αδρανές μπροστά της. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (IRST) ως μία προσέγγιση εναντίον δυσδιάκριτων (Stealth) στόχων

Γεώργιος-Κωνσταντίνος Γαϊτανάκης, Ανδρέας Βλασταράς, Νικόλαος Βάσσος, Γεώργιος Λημναίος και Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης

Σημείωση: Η εξέταση των συστημάτων InfraRed Search & Track ή IRST ξεκίνησε ως μία διπλωματική εργασία στην Σχολή Ικάρων, η οποία εκπονήθηκε το 2016 από τους (τότε) Ικάρους IV (Ι) Ν. Βάσσο και Α. Βλασταρά, με επιβλέποντες τους Ασμχους (ΜΗ) Κ. Ζηκίδη και Γ. Λημναίο. Στη συνέχεια, το θέμα δόθηκε ως διπλωματική εργασία στον Γ. Γαϊτανάκη (απόφοιτο του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Παν/μίου Πατρών), στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος που διοργανώνει η ΣΣΕ σε συνεργασία με το Πολ/χνείο Κρήτης: http://sse-tuc.edu.gr/  Αρχικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο OPTIMA 2017, που διοργάνωσε η ΣΣΕ τον Μάιο 2017: https://belisarius21.wordpress.com/2017/05/23/4ο-διεθνές-συνέδριο-για-τον-επιχειρησι/ Επίσης, ορισμένα συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν σε αμυντική ιστοσελίδα: http://www.defence-point.gr/news/ta-systimata-irst-ke-i-anavathmisi-ton-ellinikon-aeroskafon-f-16 Τέλος, η πλήρης εργασία δημοσιεύτηκε στο Journal of Computations & Modelling (vol.9, no.1, 2019, pp.33-53): http://www.scienpress.com/download.asp?ID=940703 Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί απόδοση της εργασίας αυτής στην ελληνική γλώσσα.

Σύνοψη

Εδώ και πάνω από μισό αιώνα, το ραντάρ αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον πιο σημαντικό αισθητήρα στο πεδίο της μάχης, ιδίως στον αεροπορικό τομέα. Τα συστήματα ραντάρ ανέκαθεν ανταγωνίζονταν τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία προσπαθούν να παρεμποδίσουν την ανίχνευση και την ιχνηλάτηση με τη χρήση διαφόρων τεχνικών παρεμβολής. Εντούτοις, η εμφάνιση της τεχνολογίας stealth ή χαμηλής παρατηρησιμότητας (low observable) από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποτέλεσε μία κρίσιμη αλλαγή, ως μία έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας του ραντάρ. Έτσι, επανεξετάστηκαν άλλες περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, σε μια προσπάθεια να υποκατασταθεί ή να συμπληρωθεί το ραντάρ. Ως εκ τούτου, η εκμετάλλευση της υπέρυθρης ακτινοβολίας φαίνεται να είναι μια βιώσιμη προσέγγιση. Ακόμη κι αν έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την ελαχιστοποίηση της υπέρυθρης υπογραφής των μαχητικών αεροσκαφών, είναι αδύνατον να καταστεί εντελώς αόρατο στο υπέρυθρο φάσμα ένα ταχέως κινούμενο αεριωθούμενο αεροσκάφος, προωθούμενο από θερμά καυσαέρια. Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (συστήματα InfraRed Search & Track ή IRST) προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα ραντάρ, όπως παθητική λειτουργία, αντοχή στην παρεμβολή και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μεγάλες αποστάσεις αποκάλυψης. Από την άλλη, δεν υπάρχει άμεση μέτρηση της απόστασης του στόχου, όπως στην περίπτωση του ραντάρ. Η εργασία αυτή ξεκινά με μία αναφορά στις στρατιωτικές εφαρμογές της υπέρυθρης ακτινοβολίας, ακολουθούμενη από μία συνοπτική παρουσίαση επί των σύγχρονων συστημάτων IRST. Στη συνέχεια προτείνεται μία προσέγγιση στην εκτίμηση της απόστασης αποκάλυψης ενός αεριωθούμενου μαχητικού από ένα σύστημα IRST. Η προσέγγιση βασίζεται στη μοντελοποίηση ενός τυπικού στροβιλοανεμιστήρα (Turbofan) κινητήρα και ενός σύγχρονου συστήματος IRST. Κατά την προσομοίωση, εξετάστηκαν διάφορες καιρικές συνθήκες και διαφορετικά οπτικά πεδία (Field Of View). Αποδεικνύεται ότι, υπό ευνοϊκές συνθήκες, η απόσταση αποκάλυψης ενός αεροκινητήρα χωρίς χρήση μετάκαυσης, σε οπίσθια θέαση, βρίσκεται στην τάξη των 100 km ή ακόμα περισσότερο, ξεπερνώντας έτσι την αναμενόμενη επίδοση ενός τυπικού ραντάρ αεροσκάφους εναντίον δυσδιάκριτου στόχου (Stealth).

Λέξεις-κλειδιά: Έρευνα και ιχνηλάτηση υπέρυθρης ακτινοβολίας (InfraRed Search & Track – IRST), νόμος του Planck, κώδικας MODTRAN, νόμος του Beer, ενεργό διάφραγμα (effective aperture ή effective calibre), οπτικό πεδίο (field of view), μεταδοτικότητα (transmittance), ειδική ανιχνευσιμότητα (specific detectivity ή spectral detectability).

1  Εισαγωγή

Η υπέρυθρη ακτινοβολία (Infrared radiation – IR) είναι μη ορατή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, με μήκη κύματος μεγαλύτερα από αυτό του ερυθρού φωτός, η οποία τυπικά καλύπτει το φάσμα από τα 300 GHz (μήκος κύματος 1 mm ή 1000 μm) έως τα 430 THz (0,7 μm). Κάθε αντικείμενο με θερμοκρασία πάνω από το απόλυτο μηδέν εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, κυρίως στο υπέρυθρο φάσμα. Αντικείμενα σε υψηλότερες θερμοκρασίες εκπέμπουν επίσης και ορατό φως, όπως στην περίπτωση του λαμπτήρα πυρακτώσεως. Η φασματική πυκνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από ένα μέλαν σώμα σε θερμική ισορροπία δίδεται από τον νόμο του Planck [1].

Καθώς η υπέρυθρη ακτινοβολία διαδίδεται μέσω της ατμόσφαιρας, απορροφάται από υδρατμούς, διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδιο του αζώτου κ.λπ. Ως εκ τούτου, μόνο συγκεκριμένα “παράθυρα” (οι υποπεριοχές των 3-5 και 8-12 μm) επιτρέπουν ικανοποιητική διάδοση. Στην Εικόνα 1 απεικονίζεται η μεταδοτικότητα (transmittance) της ατμόσφαιρας σε 1 ναυτικό μίλι στο επίπεδο της θαλάσσης [2]. Η μεταδοτικότητα γενικώς βελτιώνεται καθώς αυξάνει το υψόμετρο.

Όσον αφορά την περίπτωση ενός αεροπλάνου, αυτό παρουσιάζει μία περίπλοκη θερμική υπογραφή, η οποία προέρχεται από τα ακόλουθα τμήματα:

  • Τα θερμά τμήματα του κινητήρα (κεντρικό τμήμα του κινητήρα, οπίσθια όψη του στροβίλου, σώμα και εσωτερική επιφάνεια των πτερυγίων ελέγχου του ακροφυσίου εξαγωγής).
  • Τα καυσαέρια του κινητήρα (εκπομπές από την καύση του καυσίμου, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα και υδρατμοί).
  • Την δομή του αεροσκάφους, που περιλαμβάνει όλες τις εξωτερικές επιφάνειες των πτερύγων, της ατράκτου, της καλύπτρας κ.λπ., καθώς και ηλιακές και επίγειες αντανακλάσεις και το κρουστικό κύμα Mach (αεροδυναμική θέρμανση).

Επομένως, κάθε όχημα που πετάει στον αέρα εκπέμπει αναπόφευκτα θερμική ακτινοβολία, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί, εάν παρουσιάζει επαρκή αντίθεση με το ψυχρό υπόβαθρο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου