Αντιτορπιλική Προστασία Πλοίων Επιφανείας και Υποβρυχίων

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Εισαγωγή στην υδροακουστική και στην τεχνολογία Sonar»

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα 2019

ISBN 978-960-491-133-2

Εισαγωγή

Ένα σοβαρό πρόβλημα ζωτικής σημασίας, τόσο των πλοίων επιφανείας όσο και των υποβρυχίων αποτελεί ο έγκαιρος εντοπισμός, καθώς επίσης η αποφυγή και η εξουδετέρωση των διαρκώς τεχνολογικά εξελισσόμενων υποβρυχίων όπλων (τορπιλών και ναρκών). Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των όπλων αυτών είναι από τη φύση της ένα αρκετά περίπλοκο έργο. Οι μικροί χρόνοι αντίδρασης, το αντίξοο θαλάσσιο περιβάλλον και οι αυξημένες ικανότητες των μοντέρνων υποβρυχίων όπλων συνθέτουν ένα δύσκολο πρόβλημα για την επιτυχή αντιμετώπιση των συγκεκριμένων απειλών.

Όμως, παρά τη σοβαρότητα του προβλήματος, οι τεχνικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις, καθώς επίσης και οι τακτικές δράσης για την αντιτορπιλική άμυνα, δεν είναι επαρκώς καθορισμένες με την απαραίτητη σαφήνεια και συνοχή, όπως πχ αυτό αντίστοιχα συμβαίνει με την αντιβληματική άμυνα. Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει επαρκής τυποποίηση για το ποιοι ακριβώς αισθητήρες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση, την αναγνώριση και την παρακολούθηση της επερχόμενης τορπίλης, ποια είναι η απαιτούμενη ακρίβεια προσδιορισμού της θέσης και της ταχύτητάς της, ποια είναι η εφικτή ακρίβεια από τους διαθέσιμους αισθητήρες, σε ποιες αποστάσεις θα πρέπει να διεξάγεται η αναχαίτιση / εμπλοκή με την επερχόμενη τορπίλη, με ποιο είδος όπλου, πως αυτό θα κατευθύνεται στο στόχο, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος και τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά των soft kill αντιμέτρων (παρεμβολέων, αυτοκινούμενων decoys, κτλ). Οι ανεπαρκείς απαντήσεις που υπάρχουν στα ερωτήματα αυτά, καθιστούν την αντιτορπιλική προστασία των μονάδων αντικείμενο νέων ιδεών και πειραματισμού. Σήμερα, διεξάγονται οι εντατικότερες έρευνες από ποτέ, για την εξεύρεση ακόμη εξυπνότερων και αποτελεσματικότερων τεχνικών αντιμετώπισης των εξελιγμένων ηλεκτρονικών τορπιλών και ναρκών.

Ιστορικά, τα πρώτα αντίμετρα εναντίον των τορπιλών ήταν εντελώς παθητικά, όπως πχ η τοποθέτηση συρμάτινων φραγμάτων γύρω από αγκυροβολημένα πλοία και η κατασκευή στεγανών διαμερισμάτων πλευρικά της γάστρας των πλοίων για την απορρόφηση της ενδεχόμενης έκρηξης. Δεδομένου ότι οι πρώτες τορπίλες είχαν χαμηλή ταχύτητα και έπλεαν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, ήταν σχετικά δυνατή η αποφυγή, αλλά και η εξουδετέρωσή τους ακόμη και από μικρά πυροβόλα όπλα μικρού διαμετρήματος. 

Η αντιμετώπιση των ακουστικών τορπιλών και ναρκών, αρχικά στηριζόταν κυρίως στη λήψη μέτρων μείωσης του εκπεμπόμενου αυτοθορύβου και της μαγνητικής υπογραφής εκ μέρους του αμυνόμενου σκάφους / πλατφόρμας, καθώς επίσης και στον έλεγχο της λειτουργίας των συστημάτων sonar (ελαχιστοποίηση των εκπομπών των ενεργητικών συστημάτων και εντοπισμός επερχόμενων τορπιλών με την εκμετάλλευση των παθητικών συστημάτων sonar). Στη συνέχεια, μεταξύ των άλλων ακολούθησε η ανάπτυξη διαφόρων τύπων υλικών αντιμέτρων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την εξαπάτηση της επιτιθέμενης τορπίλης, έτσι ώστε να κερδηθεί χρόνος χειρισμού διαφυγής για την επιβίωση του αμυνόμενου. Με τη σημερινή τεχνολογία υπάρχει πλέον η δυνατότητα χρήσης ενεργών αντιμέτρων (soft & hard kill), που θεωρητικά τουλάχιστον παρέχουν στον αμυνόμενο ακόμη και την ευκαιρία της αντεπίθεσης.

Στη συνέχεια, εξετάζονται τα κυριότερα από τα αντιτορπιλικά αντίμετρα / πηγές παρεμβολών (maskers, jammers, decoys, κτλ), όπως επίσης και η πιθανή τους μελλοντική εξέλιξη. 

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Πόλεμος που Μπορούσε να Κερδηθεί

Τα Λάθη της Ανώτατης Διεύθυνσης των Επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την Κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ [1]

Άρθρο του Ταξίαρχου ε.α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΟΥΜΙΩΤΗ δημοσιευθέν στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  της 14ης – 15ης Αυγούστου 2021 [2]

Το αποτέλεσμα των πολέμων και των πολεμικών επιχειρήσεων κρίνεται πάντοτε στο στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο

Την 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου.[3] Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δ. Γούναρης που ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία  της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος.

Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες Αντιστράτηγο Α. Παπούλα. Ο Παπούλας στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς Συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο Μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του Τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο Τουρκικός στρατός ήταν μία κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθος του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα Μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του Ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως Τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας με μέσα διεξαγωγή της μάχης και μεταφορικά για την εκτέλεση των επιχειρήσεων για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σύνοψη

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται το ζήτημα της ενίσχυσης της Στρατιάς Μικράς Ασίας την περίοδο από την 1η Απριλίου μέχρι την 21η Ιουνίου 1921 σε μέσα διεξαγωγής της μάχης, όπως οπλομηχανήματα και πυρομαχικά πυροβολικού, καθώς και υποστήριξης της Στρατιάς από πλευράς μεταφορικών μέσων, όπως κτηνών, εφοδιοπομπών και αυτοκινήτων. Αρχικά στην εισαγωγή του κειμένου σχολιάζεται εκτενώς και τίθεται υπό ισχυρή αμφισβήτηση η «μελέτη της πολεμικής ικανότητας της Στρατιάς Μικράς Ασίας» που υπονοείται ότι διεξήχθη από τη νέα διοίκηση της Στρατιάς υπό τον Αντιστράτηγο Παπούλα. Η αναφορά για την ύπαρξη της εν λόγω μελέτης βρίσκεται στον εκδοθέντα από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) τρίτο τόμο της εξιστόρησης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, με τίτλο «Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 Μαρτίου 1921». Κατά το συγγραφέα του τρίτου τόμου η «μελέτη» απέδειξε την ύπαρξη στη Στρατιά «κολοσιαίων ελλείψεων εις προσωπικόν και ιδίως εις υλικόν», καθώς και άλλων προβλημάτων. Η ύπαρξη της αναφερόμενης μελέτης δεν τεκμηριώνεται σε σωζόμενο έγγραφο της Στρατιάς Μικράς Ασίας αλλά στα αναφερόμενα επί του εν λόγω ζητήματος στο σύγγραμμα του Υποστράτηγου ε.α. Ξενοφώντος Στρατηγού «Η Ελλάς εν Μικρά Ασία», όπου και εκεί όμως δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την ύπαρξη της αναφερόμενης μελέτης σε έγγραφο της Στρατιάς. Εμμέσως πλην σαφώς ο Ξενοφών Στρατηγός και ο συγγραφέας του τρίτου τόμου της ΔΙΣ επιδιώκουν να αποδώσουν την αποτυχία των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 στις ελλείψεις και στα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από την ατεκμηρίωτη και αμφισβητούμενη -κατ’ εμέ- «μελέτη της πολεμικής ικανότητας στη Στρατιάς». Ασφαλώς η αποτυχία των εαρινών επιχειρήσεων του 1921 δεν οφείλεται στις «κολοσιαίες ελλείψεις εις προσωπικόν και ιδίως εις υλικόν» της Στρατιάς, αλλά στην αδυναμία του διοικητή της Στρατιάς Αντιστράτηγου Παπούλα να λάβει αποφάσεις επί των επιχειρησιακών ζητημάτων, στο ανορθολογικό σχέδιο δια των οποίων διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, στη δραματικά μειωμένη έναντι της προβλεπομένης μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις, στον κακό σχεδιασμό του ανεφοδιασμού σε πυρομαχικά πυροβολικού των Μεραρχιών της κυρίας επιθετικής προσπάθειας, αλλά και σε άλλους παράγοντες που παρέλκει η αναφορά τους. Στο κείμενο αποδεικνύεται ότι οι επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 διεξήχθησαν με τα μέσα διεξαγωγής της μάχης και τα μεταφορικά μέσα που διέθετε η Στρατιά Μικράς Ασίας πριν την πολιτική μεταβολή της 1ης Νοεμβρίου 1920. Εν πάση περιπτώσει ο Ελληνικός Στρατός ως σύνολο και η Στρατιά Μικράς Ασίας ως μέρος διέθεταν το Μάρτιο του 1921 σημαντικά υπέρτερη ισχύ σε μέσα διεξαγωγής της μάχης και μεταφορικά μέσα από τον Τουρκικό Στρατό.

Η αποτυχία των επιχειρήσεων του Μαρτίου και η απόφαση της κυβέρνησης να συνεχίσει τις επιχειρήσεις με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού Στρατού επέβαλαν την δραστήρια ενίσχυση της Στρατιάς σε μέσα διεξαγωγής της Μάχης και σε μεταφορικά μέσα. Στο παρόν κείμενο παρουσιάζεται χρονικά η ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας στα αναφερόμενα μέσα μέχρι την 21η Ιουνίου 1921, δηλαδή ελάχιστες ημέρες πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων. Είναι αληθές ότι η Κυβέρνηση Γούναρη κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες προς το σκοπό αυτό. Αλλά το άλογο επί του οποίου στοιχημάτισε ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης ήταν κουτσό και η κυβέρνηση το γνώριζε. Ο Αντιστράτηγος Παπούλας δεν διέθετε την επιχειρησιακή γνώση και εμπειρία, καθώς και την ικανότητα για να οδηγήσει τη Στρατιά στη νίκη. Το σημαντικότερο αδυνατούσε να λάβει κυρίαρχα αποφάσεις επί των επιχειρησιακών ζητημάτων.

Την 21η Ιουνίου η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 332 πυροβόλα (176 ορειβατικά, 104 πεδινά, 52 βαρέα), 34 ακόμη εφεδρικά πυροβόλα στον Όρχο Πυροβολικού της Στρατιάς, 865 πολυβόλα, 2.400 οπλοπολυβόλα, 147.680 τυφέκια περίπου, 59.930 κτήνη, 2.432 δίτροχους αραμπάδες, 1.025 τετράτροχους αραμπάδες, 888 φορτηγά αυτοκίνητα, 431 ειδικά αυτοκίνητα (κυρίως υγειονομικά), 4 Πεδινές Εφοδιοπομπές εξ αραμπάδων μεταφορικής ικανότητας 1.075 τόνων και 3 Ορεινές Εφοδιοπομπές εκ καμηλών μεταφορικά ικανότητας 410 τόνων. Στο κείμενο παρουσιάζεται σε αδρές γραμμές η ανάπτυξη του Σώματος Μεταγωγικού της Στρατιάς και ο εφοδιασμός του δια φορτηγών αυτοκινήτων. Επίσης στο κείμενο γίνεται μία εκτίμηση για να προσδιοριστούν τα βέβαια αποθέματα βλημάτων Πυροβολικού των 65 και των 75 χλστ., που τηρούνταν στο επίπεδο των Μεραρχιών, των Σωμάτων Στρατού, στο Γενικό Κέντρο Εφοδιασμού του Ουσάκ και στο Κέντρο Εφοδιασμού της Προύσας. Από την εν λόγω εκτίμηση προκύπτει ότι ανατολικά της γραμμής Ουσάκ – Προύσας υπήρχαν τουλάχιστον ~220.000 βλήματα πυροβολικού 65 και 75 χλστ.

Τέλος στο κείμενο καταρρίπτεται η καλλιεργημένη πανταχόθεν βεβαιότητα ότι ο Τουρκικός Στρατός διέθετε αποκλειστικά (σχεδόν) σύγχρονα πυροβόλα Σκόντα. Αποδεικνύεται ότι τα πυροβόλα Σκόντα του Τουρκικού Στρατού ανέρχονταν σε πέντε των 150 χλστ. και 8-12 των 105 χλστ. και ότι το 1922 η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε πολύ μεγαλύτερο αριθμό πυροβόλων Σκόντα από τον Τουρκικό Στρατό.

Στα τέλη Ιουνίου η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 147.680 τυφέκια έναντι 60.103 του Δυτικού Μετώπου του Τουρκικού Στρατού, 865 πολυβόλα έναντι 432, 2.400 οπλοπολυβόλα έναντι 238, 332 πυροβόλα έναντι 162, 220.000 βλήματα έναντι 28.722 και τέλος 1.319 φορτηγά και ειδικά αυτοκίνητα έναντι 28 του Δυτικού Μετώπου. Στα διατιθέμενα από τη Στρατιά Μικράς Ασίας βλήματα πυροβολικού δεν συμπεριλαμβάνονται αυτά του βαρέος πυροβολικού των 105, 120 και 152 χλστ..

Είναι γνωστό όμως σε όλους και διαθέτει απόλυτη ισχύ -τουλάχιστον μεταξύ ισοδυνάμων περίπου αντιπάλων- ότι πάνω από τους αριθμούς των οπλομηχανημάτων και γενικά των πολεμικών μέσων στέκονται ο πολιτικός αρχηγός και ο Αρχιστράτηγος που ο καθένας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του καθορίζουν τον πολιτικό και στρατιωτικό σκοπό του πολέμου και τον τρόπο διάθεσης και χρησιμοποίησης της διατιθεμένης εκάστοτε πολεμικής ισχύος για την επίτευξη των τεθέντων σκοπών. 

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Επιχειρησιακές Προοπτικές της Τουρκικής Αεροπορίας: Προς μία «αλλαγή παραδείγματος»;

(Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τον Γ.Δ. για την πολύτιμη κριτική του και τις παρατηρήσεις του για το κείμενο, καθώς και τον Σ.Κ. για τις ειδικές πληροφορίες που μου παρείχε.)

Πρόλογος

Μία κεντρική παράμετρος για την αποτίμηση του ισοζυγίου ισχύος μεταξύ της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) και της Τουρκικής Αεροπορίας (ΤΑ) αλλά και του σχεδιασμού του μέλλοντος της ΠΑ είναι οι αντιλήψεις της ΤΑ σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Στο παρόν διατυπώνεται η άποψη ότι οι τρέχουσες τεχνολογικές και πολιτικές εξελίξεις οδηγούν την ΤΑ σε έναν σταδιακό αλλά συνειδητό και συγκροτημένο μετασχηματισμό βασικών αντιλήψεων επιχειρήσεων (“concepts of operations”) και δόγματος. Ο μετασχηματισμός αυτός διαφαίνεται ήδη από τεχνολογικές, εξοπλιστικές και επιχειρησιακές επιλογές της ΤΑ, αναγκαστικές ή ηθελημένες, αλλά  εκτιμάται ότι θα ενταθεί δραματικά εντός των επομένων πέντε έως δέκα ετών.

Τονίζεται ότι το παρόν κείμενο αφορά αποκλειστικά διαφαινόμενες εξελίξεις στην ΤΑ και δεν ασχολείται καθόλου με την ΠΑ και την δική της πορεία ή τρόπους αντιδράσεως στην εξέλιξη αυτή.

Επισκόπηση της Παρούσας Καταστάσεως

Ο Οργανισμός της ΤΑ

Η  ΤΑ αποτελεί έναν οργανισμό με καλή αντίληψη του αεροπορικού πολέμου. Η ανάπτυξή της κατά το παρελθόν, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 μέχρι και τη δεκαετία του 2010, ακολούθησε τα νατοϊκά πρότυπα, με έμφαση στην πληρότητα του φάσματος ικανοτήτων που έχει μία σύγχρονη αεροπορική δύναμη. Είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι, παρά τη μικρότερη ικανότητα που παγίως έχουν επιδείξει τα πληρώματα της ΤΑ στην εναέρια μάχη, αυτή έχει επιδείξει μία αξιοσημείωτη επιμονή στην ανάπτυξη του συνόλου του φάσματος των ικανοτήτων που συγκροτούν την αεροπορική ισχύ -και όχι απλώς στην επίδοση των πληρωμάτων της στη μάχη αέρος-αέρος. Επιπλέον, η ΤΑ προέρχεται από έναν οργανισμό, τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ), με μεγάλη και ζωντανή παράδοση στο επιχειρησιακό και το στρατηγικό επίπεδο του πολέμου. Είναι κοινός τόπος ότι η υπεροχή στο τακτικό επίπεδο δύσκολα μπορεί να αντισταθμίσει την υστέρηση στο επιχειρησιακό επίπεδο.

Βασικά Στοιχεία του Οπλοστασίου της ΤΑ

Θα εκτεθούν επιγραμματικά ορισμένα βασικά στοιχεία του οπλοστασίου της ΤΑ, με πρόθεση όχι την πληρότητα της καταγραφής αλλά τη σκιαγράφηση της δομής και της φύσης του, με έμφαση σε στοιχεία που έχουν ειδική σημασία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κύπρος 1974: Η στρατηγική της ήττας

Αντιστρατήγου (ε.α.) Παναγιώτη Γκαρτζονίκα

(Αναδημοσίευση άρθρου από την εφημερίδα Liberal. Το αναδημοσιευόμενο άρθρο αποτελεί περίληψη μιας ευρύτερης ανάλυσης που έχει δημοσιευθεί στο Τεύχος 2 του περιοδικού ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΝ.)

Το Κυπριακό είναι από τα ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα από το 1955 και αποτέλεσε έκτοτε ένα από τα κύρια σημεία αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Η Ελλάδα αρχικά θεωρούσε πως θα λύσει το ζήτημα με διπλωματικά μέσα και δεν χάραξε ποτέ μια μακροχρόνια στρατηγική. Σε όλες τις κρίσεις στη συνέχεια το 1964, το 1967 και το 1974 η Ελλάδα δίστασε ή φάνηκε απρόθυμη να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο. Ιδιαίτερα το 1974 η δικτατορία ανέτρεψε με πραξικόπημα τον Μακάριο χωρίς σοβαρή στρατηγική αξιολόγηση και με μηδενική επίγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Η εν συνεχεία εισβολή των Τούρκων αιφνιδίασε την Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα, η οποία παρέλυσε χωρίς θέληση να επέμβει, χωρίς στρατηγική αλλά και χωρίς σχέδιο ενεργείας.

Από τις 20 Ιουλίου μέχρι τις 16 Αυγούστου 1974, η Τουρκία ενεργούσε επιχειρήσεις στην Κύπρο και η Ελλάδα, τόσο με δικτατορική όσο και με δημοκρατική κυβέρνηση, παρακολουθούσε, ανίκανη να αντιδράσει, φοβούμενη πόλεμο με την Τουρκία. Οι Έλληνες αισθάνθηκαν ότι έχασαν χωρίς στην ουσία να έχουν αγωνισθεί όπως θα έπρεπε και όπως θα ήθελαν. Κάτι τέτοιο, μαζί με όσα επακολούθησαν μετά το 1974, έχει οδηγήσει σε μια αίσθηση αδυναμίας απέναντι στην Τουρκία. Η κατάσταση σήμερα στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο θα ήταν ασφαλώς διαφορετική, αν η Ελλάδα είχε επέμβει στην Κύπρο.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τεχνικές και επιχειρησιακές σκέψεις για μία σύγχρονη ναυτική αεράμυνα

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Εισαγωγή

Η πολυπλοκότητα και οι προκλήσεις των σύγχρονων ναυτικών επιχειρήσεων επιβάλλουν στα σημερινά και μελλοντικά πολεμικά πλοία επιφανείας κάποιες ιδιαίτερες δυνατότητες όσον αφορά στις απαιτήσεις μέσων, τεχνολογικού εξοπλισμού, αλλά και των δεξιοτήτων / ικανοτήτων προσωπικού, σε βαθμό που καθιστούν πολλές από τις υφιστάμενες μονάδες (φρεγάτες, αντιτορπιλικά, κτλ.) εντελώς παρωχημένες για να ανταπεξέλθουν ή ακόμη και απλά να επιβιώσουν σε ένα βεβαρημένο επιχειρησιακό περιβάλλον αντιαεροπορικού – αντιβληματικού πολέμου. Η ναυτική αεράμυνα, ως μία από τις κύριες συνιστώσες του ναυτικού πολέμου, αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα πολλών παραγόντων, όσον αφορά στη σχεδίαση και στη χρήση των όπλων και αισθητήρων, με τρόπο που αποσκοπεί στην αποτροπή και στον περιορισμό της αποτελεσματικότητας ή ακόμη και στην πλήρη εξουδετέρωση της απειλής.

Η Απειλή

Ενδεικτικά και μόνον, για το οποιοδήποτε πολεμικό ναυτικό, οι εκτιμώμενες εναέριες απειλές εναντίον πλοίων επιφανείας συνίστανται σε κάποιες από τις ακόλουθες:

  • Στόχοι υψηλής ικανότητας ελιγμών, όπως π.χ. τα μαχητικά αεροσκάφη F-15, F-16, F-18 ή τα αντίστοιχα ρωσικά Su-35, κτλ.
  • Στόχοι με stealthy χαρακτηριστικά, όπως π.χ. το Νορβηγικό κατευθυνόμενο βλήμα NSM, το μαχητικό αεροσκάφος F-35, κτλ.
  • Πολλοί ταυτόχρονα επερχόμενοι στόχοι (κατευθυνόμενα βλήματα), που σκοπεύουν στον κορεσμό της αεράμυνας (saturation of air-defense).
  • Βλήματα sea-skimmers, high divers, υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) & υπερ-υπερηxητικά (hypersonic), για τα οποία ο χρόνος αποτελεσματικής αντίδρασης είναι από μικρός έως εξαιρετικά μικρός. Μερικά μόνον παραδείγματα, είναι τα AGM-65G MAVERICK, AGM-88 HARM, AGM-84H/K SLAM-ER, το stealth υπoηχητικό AGM-158C LRASM (Long Range ASM), 3M-54 Kalibr (Club), P-700 Granit (ramjet), το ινδικό BrahMos (υπερηχητικό sea skimming που βασίζεται στο ρωσικό P-800 Oniks / Yakhont), το 3M22 Zircon (SS-N-33) με πρόωση scramjet (έως Mach 8-9), το Kh-47M2 Kinzhal (Dagger) με πρόωση scramjet (έως Mach 10-12), κτλ.
  • Βαλλιστικά βλήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ναυτικών δυνάμεων, π.χ. MGM-120 ATACMS, κτλ.
  • Ελικόπτερα και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV/UCAV), για τα οποία επειδή είναι σχετικά αργά κινούμενα απαιτείται εξαιρετική καταπίεση των παρασιτικών επιστροφών ραντάρ (clutter) για τον έγκαιρο εντοπισμό τους.
  • Βεβαρημένο περιβάλλον ηλεκτρονικών παρεμβολών (jamming).
Σχ.1: Οι πύραυλοι εναντίον πλοίων επιφανείας, της κατηγορίας hypersonic,[1] δηλαδή ταχύτητας > Mach 5 (~2 km/sec και άνω), θεωρητικά συμπιέζουν κατά πολύ τον διατιθέμενο χρόνο αντίδρασης του ανθρώπου χειριστή, μέσα στον κύκλο λήψης απόφασης OODA (Observe–Orient–Decide–Act), με απώτερο στόχο τη διάσπασή του.

Σχ. 2: Το αμερικανικό ναυτικό απασχολείται εδώ και πολύ καιρό με το θέμα της επιβιωσιμότητας των ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων, από την απειλή ενδεχόμενων επιθέσεων κορεσμού με υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) και υπερ-υπερηχητικά (hypersonic) κατευθυνόμενα βλήματα της Ρωσίας και της Κίνας.
Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε Αξιωματικούς και Οπλίτες από το Μάρτιο μέχρι την 21η Ιουνίου 1921 για την εκτέλεση των επιχειρήσεων κατάληψης του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ

Σύνοψη

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1921 ο Πρωθυπουργός της χώρας Νικόλαος Καλογερόπουλος και ο Υπουργός Στρατιωτικών Δ. Γούναρης ευρισκόμενοι στο Λονδίνο, όπου είχαν μεταβεί για να συμμετάσχουν στη διάσκεψη που είχε συνέλθει με σκοπό την ειρήνευση της Ανατολίας, έδωσαν το πράσινο φως στο διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας να εκτελέσει τις σχεδιασθείσες επιχειρήσεις για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ καθώς και της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε τις δύο αυτές πόλεις. Συγχρόνως αντιλαμβανόμενοι –επιτέλους- ότι η ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας ήταν επιβεβλημένη αποφάσισαν να καλέσουν υπό τα όπλα τρεις κλάσεις εφέδρων . Επί της εν λόγω αποφάσεώς τους ενημέρωσαν και τον Πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Λόϋδ Τζώρτζ ο οποίος τους δήλωσε ότι τίποτε δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη του διότι σε περίπτωση αποτυχίας οι Τούρκοι θα καθίσταντο ανοικονόμητοι. Την 6η Μαρτίου 1921 η Κυβέρνηση κάλεσε υπό τα όπλα τις κλάσεις της εφεδρείας 1913β, 1914 και 1915. Ημέρα παρουσίασης των εφέδρων ορίστηκε η 14η Μαρτίου. Οι επιχειρήσεις άρχισαν τη 10η Μαρτίου, εκτελεστήκαν χωρίς τη συμμετοχή των κληθέντων εφέδρων και απέτυχαν. Μία από τις κύριες αιτίες της αποτυχίας ήταν η κατά 50% και πλέον μειωμένη έναντι της προβλεπομένης μάχιμη δύναμη της Στρατιάς. Περισσότερες πληροφορίες στο κείμενό μας Οι επιθετικές επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 προς Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ – Μέρος Α΄. Η κατάταξη των κληθέντων εφέδρων ολοκληρώθηκε περί τα μέσα Απριλίου. Συνολικά παρουσιάστηκαν 53.000 περίπου έφεδροι στην Ελλάδα, καθώς και 8.000 Μικρασιάτες Έλληνες το γένος που κλήθηκαν ταυτόχρονα υπό τα όπλα. Τη 15η Απριλίου κλήθηκαν επίσης υπό τα όπλα και οι κλάσεις της εφεδρείας 1912 και 1913α, καθώς και οι έφεδροι των κλάσεων 1903 και 1904. Οι τελευταίοι θα αναλάμβαναν υπηρεσία στο Εσωτερικό της Χώρας προκειμένου να αποδεσμευτούν οι οπλίτες των νεοτέρων κλάσεων, καθώς και οι πολλοί απεσπασμένοι σε διάφορες Μονάδες και υπηρεσίες (στρατιωτικές, κρατικές και ιδιωτικές) για να διατεθούν στη Μικρά Ασία. Η επιστράτευση αυτών των κλάσεων απέδωσε 58.000 περίπου εφέδρους, ως επίσης και 5.000 οπλίτες Μικρασιάτες Έλληνες το γένος. Την 15η Απριλίου ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης συνοδευόμενος από τον Υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη και τον Αρχηγό της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ) Υποστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη έφθασαν στη Σμύρνη προκειμένου να ενημερωθούν επί της επικρατούσας κατάστασης και τη λήψη γενικότερων αποφάσεων. Η Στρατιά ζήτησε να ενισχυθεί ταχύτατα δια οπλιτών μέσων και υλικών ώστε μέχρι τη 10η Μαΐου να διαθέτει τρία πλήρη Σώματα Στρατού, επτά Μεραρχίες των οποίων η παρούσα δύναμη να είναι ίδια με την προβλεπόμενη υπό των πινάκων συνθέσεως (13.143 Οπλίτες) και τρεις εισέτι Μεραρχίες που θα συγκρατούσαν στα δευτερεύοντα μέτωπα τις εκεί Τουρκικές δυνάμεις. Δια των δυνάμεων αυτών η Στρατιά θα μπορούσε να επιτεθεί μέχρι τη 15η Μαΐου το αργότερο. Σε περίπτωση μη έγκαιρης άφιξης των ενισχύσεων η επιχείρηση θα μετατίθετο για αργότερα και οι απαιτήσεις σε ενισχύσεις θα αυξάνονταν. Κάθε καθυστέρηση όμως ήταν επ’ ωφελεία της προετοιμασίας του Τουρκικού Στρατού. Ο Πρωθυπουργός μετά την ενημέρωσή του από τη Στρατιά και την επιθεώρηση του μετώπου αποφάσισε να ενισχυθεί ισχυρά η Στρατιά δια αξιωματικών και οπλιτών, καθώς και δια νέων Μονάδων μέσων και υλικών προκειμένου να αναλάβει την εκτέλεση ευρέων επιχειρήσεων για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ με κύριο σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται η ενίσχυση της Στρατιάς δια αξιωματικών και οπλιτών. Ειδικότερα εξετάζεται η διαχείριση της επιστρατευθείσας δύναμης των 124.000 περίπου οπλιτών στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία και αν αυτή χρησιμοποιήθηκε με κύριο σκοπό την ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Η γενική διαπίστωση του γράφοντος είναι ότι η στρατιωτική δύναμη των 318.000 περίπου ανδρών που συγκέντρωσε το Ελληνικό κράτος –η μεγαλύτερη στην νεότερη ιστορία μας- διατέθηκε κατά τρόπο ανήθικο. Η ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας βράδυνε πέραν κάθε λογικού ορίου. Την 8η Ιουνίου ελάχιστες ημέρες πριν την έναρξη των επιχειρήσεων η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς υπολειπόταν της προβλεπομένης, ειδικά σε αξιωματικούς. Η ΧΙΙ Μεραρχία έφθασε στη Μικρά Ασία στις αρχές Ιουνίου. Εκ των 111.000 εφέδρων που επιστρατεύθηκαν στην Ελλάδα μόνο οι 43.000 απεστάλλησαν στη Μικρά Ασίας, ενώ οι 68.000 περίπου ενίσχυσαν της δυνάμεις του Εσωτερικού, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης, με αποτέλεσμα η στρατιωτική δύναμη στις εν λόγω περιοχές να υπερδιπλασιαστεί έναντι αυτής της 1ης Μαρτίου και να ανέλθει την 1η Ιουνίου στις 131.000 άνδρες. Η δύναμη των Εμπέδων και Υπηρεσιών της Ζώνης εσωτερικού από τις 18.000 του Μαρτίου ανήλθε τον Ιούνιο στις 51.000 άνδρες. Το Ε΄ Σώμα Στρατού που πριν την 1η Νοεμβρίου 1920 δεν υφίστατο συγκροτήθηκε και πάλι για να διοικεί ΜΟΝΟ την VIII Μεραρχία. Στην πραγματικότητα για να τακτοποιηθούν οι ημέτεροι. Τα Έμπεδα, οι Υπηρεσίες και οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες (Μ.Μ.Μ.) της Στρατιάς Θράκης, του ανύπαρκτου Δ΄ Σώματος Στρατού και του Ε΄ Σώματος Στρατού πλημύρισαν από οπλίτες που απέφευγαν δια της πλαγίως την μετακίνησή τους στη διακεκαυμένη ζώνη της Μικράς Ασίας. Μετατίθεντο, αποσπώνταν και προσκολλούνταν στα μετόπισθεν των μετόπισθεν. Η δύναμη των απεσπασμένων αντί να περιοριστεί άνθισε. Οι λιποτάκτες και ανυπότακτοι τακτοποιούνταν εφόσον μπορούσαν να καταβάλουν το ορισθέν αντισήκωμα. Κληρωτοί οπλίτες αντί να βρίσκονται στο μέτωπο της Μικράς Ασίας μετατάσσονταν στη Χωροφυλακή, μισθοδοτούμενοι. Ένας στους τρεις από τη δύναμη της Ζώνης Εσωτερικού ήταν απών, ενώ στη Στρατιά Μικράς Ασίας οι απόντες ήταν 1 στους εννέα, πράγμα εντελώς φυσιολογικό για ένα στράτευμα που διεξήγαγε επιχειρήσεις και διαβιούσε υπό σκηνές και ακραίες καιρικές συνθήκες, συν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από τις λοιμώδεις ασθένειες. Τέλος πολλοί αξιωματικοί εκ των επανελθόντων 1.500 αποτάκτων της Βενιζελικής διακυβέρνησης αρνούνταν ατιμωτητί να μεταβούν στη Μικρά Ασία. Εν πάση περιπτώσει οι φυγόμαχοι και δειλοί, οι αποκαλούμενοι ειρωνικά κουραμπιέδες, μπορούσαν να αποφύγουν το μέτωπο της Μικράς Ασίας όταν διέθεταν τη δυνατότητα. Ο φόρος του αίματος δεν καταβαλλόταν δίκαια και τούτο θα βλάψει δραματικά την πειθαρχία και το ηθικό μετά το πέρας των θερινών επιχειρήσεων του 1921. Η Κυβέρνηση και η ΕΥΣ δεν κατόρθωσαν, εντελώς αδικαιολόγητα, μέχρι την έναρξη των επιχειρήσεων, την 25η Ιουνίου, να φέρουν την παρούσα δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας στην προβλεπόμενη εκ των πινάκων συνθέσεως οροφή, πράγμα που η Στρατιά είχε θέσει ως προϋπόθεση για να εκτελεστούν οι επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι τη 15η Μαΐου. Ακόμη χειρότερα η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς, δηλαδή η δύναμη των Μεραρχιακών Ταγμάτων της και των Λόχων Επιτελείου των Συνταγμάτων της δεν συμπληρώθηκε στην προβλεπόμενη υπό των πινάκων συνθέσεως. Ειδικότερα εξαιρετικά μειωμένη ήταν η μάχιμη δύναμη των αξιωματικών. Τα προβλήματα θα φανούν ανατολικά του Σαγγάριου όταν ο διοικητής της Στρατιάς θα απωλέσει τη βούληση του για τη συνέχιση των επιχειρήσεων εξ αιτίας της δραματικής ελάττωσης της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη προοπτικής αναπλήρωσης της.   

Πίνακας περιεχομένων

1.      Εισαγωγή

2.      Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού και της Στρατιάς Μικράς Ασίας το Μάρτιο του 1921

2.1        Η συγκρότηση του Ελληνικού πριν την πολιτική αλλαγή της 1ης Νοεμβρίου 1920

2.2        Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού την 1η Μαρτίου 1921

2.3        Η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας την 1η Μαρτίου 1921

3.      Η επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων για την ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας

3.1        Η επιστράτευση του Μαρτίου 1921

3.2        Η διακοπή της μεταφοράς εφέδρων στη Μικρά Ασία

3.3        Η επιστράτευση του Απριλίου 1921

3.4        Η επιστράτευση των Ελλήνων κατοίκων της Μικράς Ασίας

3.5        Η τακτοποίηση των ανυπότακτων και των λιποτακτών

4.      Αποφασίζεται η εκτέλεση επιθετικών επιχειρήσεων με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού στρατού

4.1        Η απαίτηση της ενίσχυσης της Στρατιάς Μικράς Ασίας καθίσταται επιτακτική μετά την αποτυχία των εαρινών επιχειρήσεων

4.2        Ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης μεταβαίνει στη Σμύρνη προς ενημέρωση επί της επικρατούσας κατάστασης και λήψη γενικότερων αποφάσεων

4.3        Ήταν δυνατή η ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς μέχρι τη 10η Μαΐου 1921;

5.      Η με χαλαρούς ρυθμούς ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας μεταξύ της 14ης Μαρτίου και 8 Ιουνίου 1921

6.      Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού στις 1 Ιουνίου 1921 και η κατανομή της στις Μεγάλες Μονάδες του Στρατού

6.1        Διαπιστώσεις από την μελέτη του πίνακα 5

6.2        Η ανήθικη διαχείριση της επιστρατευθείσας δύναμης

6.3        Η παρούσα δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας την 21η Ιουνίου 1921

7.      Η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων

8.      Η διαχείριση ζητημάτων που ανυψώνουν ή ρίχνουν στα τάρταρα το ηθικό και την πειθαρχία

8.1        Το σκοτεινό «κέντρο» των Αθηνών

8.2        Το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο να αντιμετωπίσει τους αξιωματικούς που αρνούνταν να αναλάβουν υπηρεσία στη Μικρά Ασία

8.3        Ο αφανισμός της μάχιμης δύναμης των αξιωματικών της Στρατιάς κατά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα

8.4        Το ζήτημα της μετάταξης οπλιτών θητείας στο σώμα της Χωροφυλακής

9.      Γενικές πληροφορίες για την δύναμη των υπολοίπων Μεγάλων Μονάδων του Στρατού

9.1        Η Στρατιά Θράκης

9.2        Το Ε΄ Σώμα Στρατού Ηπείρου

9.3        Οι Δυνάμεις της Ζώνης Εσωτερικού

10.      Διαπιστώσεις

11.      Επίλογος

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Μικρασιατική Εκστρατεία στο COSMOTE History

Αρχίζει από σήμερα, στις 21.00, η προβολή του αφιερώματος της εκπομπής «Η Μηχανή του Χρόνου» στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μεταξύ των ειδικών που καταθέτουν τις απόψεις τους για το θέμα, και ο Ταξίαρχος ε.α. κ. Βασίλειος Λουμιώτης, ο γνωστός «Αρματιστής».

Όσοι ενδιαφερόμενοι, προσέλθετε.

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, Μέρος IVβ

Η μη εκτέλεση από το Συνταγματάρχη Πλαστήρα της εντολής που του ανέθεσε η IV Μεραρχία να την καλύψει στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού και η εκ προθέσεως συνεχιζόμενη αδιαφορία του για την ασφάλεια της IVΜεραρχίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την καταστροφή της Μεραρχίας

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σύνοψη

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας απέφυγε να ενημερώσει την IV Μεραρχία ότι δεν εκτέλεσε την εντολή που του ανέθεσε αναφορικά με την εγκατάσταση του Αποσπάσματός του στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού προκειμένου να την προκαλύψει από νότο, δηλαδή από την κατεύθυνση που το πρωί της 15ης Αυγούστου αναμενόταν ότι ο Τουρκικός Στρατός θα συνέχιζε την επίθεσή του. Δεν θα την ενημερώσει επίσης ότι είχε μεταφέρει το Απόσπασμά του στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπαλ Μαχμούτ· ήτοι σε απόσταση τριών και πλέον χιλιομέτρων δυτικά του χωριού Κιουπρουλού, στην περιοχή του οποίου θα συγκεντρώνονταν οι δυνάμεις της Μεραρχίας. Περί το λυκαυγές της 15ης Αυγούστου ο Πλαστήρας θα αποκαλύψει σαφέστατα την ειλημμένη απόφασή του να διακόψει –αυθαίρετα και αυτοβούλως- την υπαγωγή του στην IV Μεραρχία, να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης και τους συμμαχητές του και να διαφύγει προς το Τουμλού Μπουνάρ. Τούτο θα συμβεί όταν περί το λυκαυγές θα αντιληφθεί ότι το ΙΙ/23 Τάγμα (Μαυρομιχάλη) αποχωρεί από το νοτιοανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού του Μπαλ Μαχμούτ ύψωμα Τακλή Τεπέ και επομένως η IV Μεραρχία έμεινε πλέον εντελώς ακάλυπτη από τη θέση στην οποία είχε εντολή να τάξει το Απόσπασμά του. Μολονότι αντιλαμβανόταν πολύ καλώς τους κινδύνους που προέκυπταν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του και μετακινεί το Απόσπασμά του ακόμη δυτικότερα προκειμένου να καλύπτεται από το ΙΙΙ/4 Τάγμα (Πρεμέτη) που ήταν εγκατεστημένο επί του αμέσως βορειοδυτικά του χωριού Μπαλ Μαχμούτ υψώματος 1220. Στη συνέχεια όταν θα αντιληφθεί ότι από το ύψωμα 1220 αποχώρησε και το ΙΙΙ/4 Τάγμα (Πρεμέτη) και ότι κατόπιν τούτων η οδός υποχώρησης της IV Μεραρχίας προς τα δυτικά έμεινε ακάλυπτη από Νότο επί μετώπου δέκα περίπου χιλιομέτρων, δεν αναλαμβάνει δράση για να καλύψει την IV Μεραρχία. Αντιθέτως όπως θα αναλυθεί στο επόμενο κείμενο- θα αποχωρήσει αυτοβούλως από το πεδίο της μάχης και θα κινηθεί προς το Τουμλού Μπουνάρ. Από τη στιγμή εκείνη και ύστερα ο Πλαστήρας μετατρέπεται σε στασιαστή και φυγά. Ο διοικητής της IV Μεραρχίας, μολονότι έπραξε τα δέοντα για να συνδεθεί με το Απόσπασμα Πλαστήρα, δεν θα μάθει ποτέ ότι η οδός υποχώρησης της Μεραρχίας του προς τα δυτικά ήταν ακάλυπτη στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού και ακόμη δυτικότερα μέχρι το Αϊβαλή. Η καταστροφή της ήταν πλέον ζήτημα ολίγου χρόνου. Αντίστοιχη περίπτωση Έλληνα Συνταγματάρχη διοικητή Συντάγματος Πεζικού που εγκατέλειψε ακάλυπτη και «στο έλεος του εχθρού» τη Μεραρχία στην οποία υπαγόταν και υπό τις διαταγές της οποίας ενεργούσε δεν υπάρχει στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού. Για την κατανόηση από τον κάθε ενδιαφερόμενο της γενικής τακτικής κατάστασης που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης εντός του οποίου ενεργούσε το Απόσπασμα Πλαστήρα και το πώς οι αποφάσεις του Πλαστήρα επηρέαζαν την πορεία του υποχωρητικού ελιγμού του Α΄ Σώματος Στρατού παρέχονται στο κείμενο πολλές, σημαντικές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη δραστηριότητα των φιλίων και εχθρικών δυνάμεων, και ειδικά για τη δραστηριότητα του 5ου Τουρκικού Σώματος Ιππικού (1η, 2η και 14η Μεραρχίες Ιππικού). Επίσης, επειδή ο Πλαστήρας επικαλείται συνεχώς τις τρομακτικές απώλειες που υπέστη το Απόσπασμά του κατά τη μάχη της 13ης και 14ης Αυγούστου για να δικαιολογήσει την ανυπακοή του, παρατίθεται στο τέλος του κειμένου ειδική αναλυτική αναφορά στις απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα και την αναλήθεια «των αριθμών» των απωλειών που αναφέρει ο Πλαστήρας και ο υπασπιστής του Παπαθανασόπουλος.     

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΥΣ IVβ

  1. Γενικές πληροφορίες για τις Τουρκικές ενέργειες.
  2. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος της VII Μεραρχίας.
  3. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας και των οργανικών και των υπό τη διοίκησή της Συνταγμάτων Πεζικού.
    9.1. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας.
    9.2. Η σύμπτυξη του 8ου Συντάγματος Πεζικού.
    9.3. Η σύμπτυξη του 35ου Συντάγματος Πεζικού.
    9.4. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος Καλλιαγκάκη(26ο Σύνταγμα Πεζικού).
  4. Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας καταφέρεται κατά της διοίκησής της IV Μεραρχίας και του Αντισυνταγματάρχη Καλλιαγκάκη.
  5. Ο Πλαστήρας αδιαφορεί για τους τρομακτικούς κινδύνους που προκύπτουν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας λόγω της αποχώρησης του 23ου Συντάγματος από τα υψώματα νοτίως του ποταμού Ακάρ.
    11.1. Τα τμήματα του 23ου Συντάγματος αποσύρονται από τα νοτίως του ποταμού Ακάρ υψώματα.
    11.2. Ο Πλαστήρας αντιλαμβάνεται την αποχώρηση του ΙΙ/23 Τάγματος από το Ν-Δ του Κιουπρουλού ύψωμα Τακλή Τεπέ αλλά συνεχίζει να αδιαφορεί για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας.
  6. Η επικρατούσα γενική τακτική κατάσταση το πρωί της 15ης Αυγούστου.
    12.1. Η κατάσταση στον Τομέα της Ι Μεραρχίας.
    12.2. Η κατάσταση στον Τομέα της IV Μεραρχίας.
  7. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου 1922.
    13.1. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα με βάση την Έκθεση Πλαστήρα.
    13.2. Αντικρουόμενες αναφορές περί των απωλειών του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.
    13.3. Οι απώλειες του 3ου Τάγματος Ευζώνων.
    13.4. Η δύναμη του Αποσπάσματος Πλαστήρα μετά τη 14η Αυγούστου.
    13.5. Οι απώλειες του 6ου Λόχου Ευζώνων και του Ουλαμού του 7ου Λόχου Ευζώνων.
    13.6. Οι διαφωνίες των «Πλαστηριακών» για τις απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα.
    13.7. Εκτίμηση των απωλειών του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου.

Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο επί πρωτογενών πηγών. Αποτελεί τη συνέχεια του προηγουμένου, πρώτου μέρους (IVα), το οποίο περιλαμβάνει και την ενότητα υπ’ αριθμό 6.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Περιοδικό Στρατηγείν – Τεύχος 2ο

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» – το δεύτερο τεύχος του περιοδικού υπό αυτόν τον τίτλο και τέταρτο «πραγματικό» τεύχος από την έναρξη της εκδόσεώς του υπό τον προηγούμενο τίτλο «Στρατηγικόν».

Ο χώρος του στρατιωτικού «ειδικού τύπου» κυριαρχείται από έναν σημαντικό αριθμό περιοδικών εκδόσεων που διέπονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από το ίδιο πνεύμα: την ανάλυση των οπλικών συστημάτων, των τεχνικών τους χαρακτηριστικών, του πλήθους τους, και ενδεχομένως των υφισταμένων ή αναδυομένων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ή σταδιακά πρόκειται να εκμεταλλευτούν τα οπλικά αυτά συστήματα. Έτσι, η αντίληψη και η ανάλυση της στρατιωτικής ισχύος ανάγεται, περίπου, στα μέσα που οι στρατιωτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν. Οι στρατιωτικοί οργανισμοί ανάγονται, περίπου, σε χρήστες και χειριστές των συστημάτων αυτών, ενώ ως τακτική ή στρατηγική εννοείται, περίπου, ο συνδυασμός των συστημάτων αυτών.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου