Ερώτηση του Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ Γιάννη Οικονόμου αναφορικά με τον επαναπατρισμό των σωρών Ελλήνων Στρατιωτικών που έπεσαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στις 10/9/2019 υποβλήθηκε ερώτηση από τον Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ κ. Ι. Οικονόμου προς τους Υπουργούς Εξωτερικών κ. Νίκο Δένδια και Εθνικής Άμυνας κ. Ν. Παναγιωτόπουλο σχετικά με τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των σορών  Ελλήνων στρατιωτικών που έπεσαν περί το Αφιόν Καραχισάρ κατά την Τουρκική επίθεση της 13ης και 14ης Αυγούστου 1922 (π. ημ.). Σύμφωνα με αναφορές που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, οι σοροί φαίνεται ότι εντοπίστηκαν από κάποιους Τούρκους σε πρόχειρους ομαδικούς τάφους στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, στο πλαίσιο ερευνών τους για την εύρεση και ταυτοποίηση των δικών τους νεκρών.

Με την ερώτηση του ο κ. Οικονόμου αναδεικνύει το ζήτημα και θέτει θέμα σχετικά με το αν είναι σε γνώση των Ελληνικών αρχών  οι σχετικές πληροφορίες, για το αν προτίθεται η Κυβέρνηση να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την Τουρκική πλευρά, αλλά κυρίως τι προτίθεται να κάνει η Κυβέρνηση προκειμένου, εφ’ όσον ευσταθούν οι συγκεκριμένες πληροφορίες, να υπάρξει η δέουσα αντιμετώπιση για τις σορούς των Ελλήνων στρατιωτών με βασικό ζητούμενο την επιστροφή τους στην Πατρίδα.

 

Η υποβληθείσα Ερώτηση

ΠΡΟΣ:  Τον κ. Υπουργό Εξωτερικών και τον κ. Υπουργό Εθνικής Άμυνας

ΘΕΜΑ:  Για τις σωρούς Ελλήνων στρατιωτών στα όρη του Αφιόν Καραχισάρ

Όπως γνωρίζετε κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Μικρά Ασία  ( 1919-1922), οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού ανήλθαν σε 24.240  φονευθέντες και επί τόπου αποβιώσαντες (Eπίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922, ΔΙΣ/ΓΕΣ ), επίσης υπάρχουν και 18.095 εξαφανισθέντες, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολο τους είναι φονευθέντες  και μη ευρεθέντες.

Στις 13 και 14 Αυγούστου 1922 (παλιό ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Τουρκικού στρατού που οδήγησε στην διάρρηξη του μετώπου και την ήττα, στα όρη του Αφιόν υπήρξαν εκατόμβες νεκρών (600 αναφέρουν οι Τουρκικές πηγές ότι βρήκαν  μόνο σε μία θέση επί του Καλετζίκ, ενώ οι νεκροί του 5/42 ΣΕ- που η έδρα του ήταν στη Λαμία και σε μεγάλο ποσοστό αποτελούταν από Φθιωτείς-, στην αντεπίθεση του πρωινού της 14ης Αυγούστου, στην θέση Μάτι, ήταν 520.

Οι νεκροί και οι τάφοι από προηγούμενες επιχειρήσεις, όπως ήταν φυσικό, εγκαταλείφθηκαν. Υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές για την αντιμετώπιση των νεκρών στρατιωτών, φαίνεται πως έγιναν κάποιες πρόχειρες ομαδικές ταφές, για λόγους δημόσιας υγείας, από τους Τούρκους.

Σήμερα στην γειτονική χώρα δεν υπάρχει κανένα νεκροταφείο για τους άνδρες που υπηρέτησαν στην Στρατιά Μικράς Ασίας.

Τα τελευταία χρόνια , και με αφορμή την λειτουργία του «Εθνικού Πάρκου Πεδίου Μάχης Σαγγαρίου» (Sakarya Meydan Muharebesi), η γειτονική χώρα, όπως είναι εύλογο, αναζητεί, με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, πρόχειρες ταφές δικών της στρατιωτικών, και προβαίνει στις κατά την κρίση της, απαραίτητες ενέργειες (προστασία, μεταφορά, σήμανση, ταυτοποίηση κλπ).

Σε σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook), υπάρχει σχετικό πληροφοριακό υλικό από ερευνητή του κέντρου (σελίδα Dr.Selim Erdogan Sakarya Meydan Muharebesi  Arastirmalari) . Εκεί αναφέρεται και η εύρεση σωρών Ελλήνων στρατιωτικών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση τους.

Τελευταία αναφέρθηκε, από τον ίδιο ερευνητή, σε ανάρτηση τους της  2ας Αυγούστου (ώρα 08:58) η εύρεση χώρου ταφής 500 Ελλήνων νεκρών στρατιωτικών κατά την «Μεγάλη Επίθεση» (Buyuk taaruz) του Τουρκικού στρατού, την ακριβή θέση του οποίου δηλώνει πως δεν θα αποκαλύψει. Από τον διάλογο που εξελίσσεται προκύπτει πως ο χώρος είναι η ευρύτερη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ.

Η σχετική ερώτηση μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Η Θέση μας

Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι παρά την παρέλευση 100 περίπου ετών από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρίσκεται ένας Βουλευτής της Εθνικής μας Αντιπροσωπείας που ανακινεί το ζήτημα της ανεύρεσης κάποιων ελάχιστων σορών των ηρωικών νεκρών μας εκείνου του πολέμου και τον επαναπατρισμό τους στην πατρώα γη. Θεωρώ ότι η συζήτηση στην Ελληνική Βουλή της ερώτησης του κ. Ι. Οικονόμου και οι απαντήσεις των αρμοδίων Υπουργών θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση από την οποία θα προκύψουν σημαντικές πληροφορίες και συμπεράσματα και ίσως και κάποια ευνοϊκή κατάληξη στο εν λόγω ζήτημα.

Η πιθανότητα η Τουρκία να εγκρίνει την έρευνα για την ανεύρεση των νεκρών μας, είναι εξαιρετικά μικρή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Μικρασιατική Εκστρατεία

Μετά από μία αρκετά μεγάλη περίοδο εκτός λειτουργίας, η ιστοσελίδα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην οποία δημοσιεύεται το σύνολο του υλικού της έρευνας του ιστολογίου για τη στρατιωτική ιστορία της εκστρατείας, επανήλθε σε λειτουργία.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα προστεθεί στη σελίδα το υλικό που έχει προκύψει κατά την περίοδο της αδράνειάς της, ενώ θα συνεχίσει να προστίθεται το νέο υλικό που σταδιακά δημιουργείται. Ο σκοπός είναι σταδιακά η ιστοσελίδα να καταστεί το βασικό μέσον για την προβολή του υλικού.

Η προσπάθεια για την έρευνα και την εξιστόρηση της στρατιωτικής ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας συνεχίζεται, με αρκετά και φιλόδοξα σχέδια.

Αεροπορική Ισχύς και Κύπρος: Πόσο Μακρυά είναι η Κύπρος, Αλήθεια;

«Οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ θαλασσοκρατεῖ ἐφ᾿ ὅσον δὲν θεωρεῖ τὰ πολεμικὰ πλοῖα προορισμένα νὰ κινδυνεύουν»

Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

 

Το παρόν άρθρο αφιερώνεται ευλαβικά στη μνήμη του Λοχαγού (ΜΧ) Σωτήριου Σταυριανάκου.

Έπεσε στις 16 Αυγούστου 1974 στο Ύψωμα Β’ του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο.

Σταυριανάκος

Λοχαγός (ΜΧ) Σωτήριος Σταυριανάκος

1. Εισαγωγή

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από την πιο μαύρη σελίδα της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας, κι την πιο τραγική της Νεότερης Ιστορίας μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: είναι ήδη σαράντα πέντε χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν το 38% της Ελληνικής Κύπρου, κατανίκησαν ταπεινωτικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και εκδίωξαν τους κατοίκους από το βόρειο μέρος του Νησιού, με την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα που αποτελεί το πιο σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους από τότε που εμφανίζονται στην Ιστορία.

Από ελληνικής πλευράς, η τραγωδία είχε μία πολύ «χρήσιμη» ιστορική λειτουργία: αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία της πτώσης της Δικτατορίας του 1967, η οποία, ήδη από την απόσυρση της «Μεραρχίας» έφερε βαρύτατη ευθύνη για τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή, και πολύ περισσότερο για την αποτυχία της αντιμετώπισής της. Η πτώση της Χούντας ακολουθήθηκε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Χώρα και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία, με Υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ευάγγελο Αβέρωφ και Υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Μαύρο.

Η Τουρκική Εισβολή εκδηλώθηκε στο διάστημα από 20 Ιουλίου μέχρι 16 Αυγούστου του 1974, με ένα ενδιάμεσο διάστημα «ανακωχής». Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής αυτής, το ελλαδικό κράτος υπήρξε, στην πράξη, απαθής θεατής, φωνασκώντας διπλωματικά αλλά αποφεύγοντας να πράξει οτιδήποτε ουσιώδες για να αντιμετωπίσει εμπράκτως μία ευθεία, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή στον εθνικό του χώρο. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια υπήρξε η «με άκρα μυστικότητα» αποστολή στο Νησί μίας μοίρας καταδρομών, δηλαδή μίας μοίρας ελαφρού πεζικού, με την όποια (μηδαμινή) επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εξέλιξη του διεξαγόμενου πολέμου μία τέτοια μονάδα. Κατά τα άλλα, το ελλαδικό κράτος και οι ηγεσίες του, από τις 20 Ιουλίου μέχρι και τη λήξη των εχθροπραξιών στις 16 Αυγούστου, ανέβασαν μία ιλαροτραγική παράσταση, στην οποία «αναζητούσαν εναγωνίως» τρόπους για να αντιμετωπίσουν «εμπράκτως» την τουρκική εισβολή, αλλά «δεν τους έβρισκαν». Είναι προφανές τι σήμαιναν οι υποκριτικοί θεατρινισμοί του θέρους του 1974 για τη χουντική ηγεσία, αλλά -κάτι που ξεχνιέται εύκολα και βολικά- εγείρουν, επίσης, σοβαρότατα ερωτηματικά για την πολιτική ηγεσία που τη διαδέχτηκε τον Ιούλιο του 1974.

Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αδράνεια των ελλαδικών ηγεσιών το καλοκαίρι του 1974 εξωθείται συχνά, και προφανώς σκόπιμα, σε «τεχνικές» συζητήσεις περί της πρακτικής δυνατότητας ή αδυναμίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να πράξουν οτιδήποτε αποτελεσματικό για να αντιμετωπίσουν την Τουρκική Εισβολή. Το ενδιαφέρον στη συζήτηση αυτή είναι ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα «χουντικών» και «μεταπολιτευτικών» ουσιαστικά ταυτίζονται· το γεγονός είναι φυσικό αφού πρέπει να υπερασπίσουν την ίδια θέση, την «έμπρακτη αδυναμία επέμβασης». Η ταυτότητα των απόψεων είναι επιβεβλημένη και για έναν επιπλέον λόγο: παρά την πολιτειακή και πολιτική αλλαγή του Ιουλίου του 1974, οι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της Χώρας παρέμειναν οι ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής. Οι βασικοί φυσικοί αυτουργοί της ελλαδικής απραξίας στις 20, 21 και 22 Ιουλίου του 1974, και προδήλως ύποπτοι βαρύτατης προδοσίας -με την κυριολεκτική, νομική έννοια του  Ποινικού Κώδικα- δηλαδή ο στρατηγός Μπονάνος, ο αντιναύαρχος Αραπάκης και ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου, συνέχισαν να κατέχουν τις θέσεις τους και να επηρεάζουν επισήμως την πολιτική της Χώρας και καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής, αλλά και μετά, τερματίσαντες «ευδοκίμως» τη θητεία τους και μηδέποτε, μέχρι το τέλος του βίου τους, ενοχληθέντες για τα γεγονότα αυτά.

2. Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού στο περιοδικό «Στρατηγικόν»

ΣτρατηγικόνΣαράντα πέντε χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, το άρθρο ενός ανωτάτου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας έρχεται να μας θυμίσει την ταυτότητα της υπερασπιστικής γραμμής Χούντας και Καραμανλικής Μεταπολίτευσης ως προς το «τεχνικό» σκέλος της συζήτησης -και όχι μόνον εκεί. Πρόκειται για το άρθρο του του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού, που αποστρατεύτηκε τον Μάρτιο του 2014 έχοντας φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια της ΠΑ και έχοντας διατελέσει Διοικητής της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστηρίξεως και ex officio μέλος του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου. Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Στρατηγικόν», ένα αξιοσημείωτο διαδικτυακό περιοδικό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη στρατηγική, την οποία αντιλαμβάνεται ως «γέφυρα που συνδέει τους σκοπούς της πολιτικής με τα στρατιωτικά μέσα» και περιλαμβάνεται στο τεύχος 2 του περιοδικού, που έχει ως θέμα την Κύπρο. Το άρθρο δεν φαίνεται να απηχεί τις θέσεις του ιδίου του περιοδικού για την Κύπρο· είναι ενδεικτικό ότι το αξιοσημείωτο άρθρο: «Κύπρος 1974: Στρατηγική Αξιολόγηση και Στρατιωτική Στρατηγική» του αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Γκαρτζονίκα έχει διαμετρικά αντίθετες θέσεις με αυτό το Βρεττού, όπως και το συναφές άρθρο: «Είναι η Κύπρος Μακριά; Ελληνική Ναυτική Στρατηγική για την Ανατολική  Μεσόγειο» του αντιναυάρχου ε.α. Βασιλείου Μαρτζούκου.[i]

Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού είναι εξαιρετικά περίεργο. Πρόκειται για ένα άρθρο στο οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το θέμα του και ποιο το ερώτημα στο οποίο απαντά. Στον βαθμό που μπορεί να συναγάγει κανείς από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου, αντικείμενο του κειμένου είναι:

(α) κατά πόσον ήταν δυνατή η αεροπορική υποστήριξη των Ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974 από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό αποτελεί και ένα σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα. Πρόκειται για ένα από τα «τεχνικά» θέματα στα οποία εξωθείται -για λόγους σκοπιμότητας- η κάθε συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες των Ελλαδικών ηγεσιών για την αντιμετώπιση της Εισβολής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα τέτοιο «τεχνικό» ζήτημα, αναμένει κανείς την τεκμηριωμένη γνώμη ενός Ιπταμένου της ΠΑ, ανωτάτου αξιωματικού που έφθασε στην κορυφή της ιεραρχίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

(β) κατά πόσον ήταν σκόπιμη από πολιτικής απόψεως η αεροπορική υποστήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, που είναι όμως παντελώς άσχετο με το προηγούμενο. Η μόνη συσχέτιση προκύπτει από το ότι το ερώτημα (β) τίθεται μόνον εφ’ όσον έχει απαντηθεί θετικά το ερώτημα (α).

(γ) κατά πόσον είναι σήμερα εφικτή η αεροπορική υποστήριξη ενδεχόμενων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, επίσης παντελώς άσχετο με τα δύο προηγούμενα. Το ερώτημα αυτό δεν έχει σχέση με το (α), μιας και αφ’ ενός αφορά τελείως διαφορετικά δεδομένα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με αυτά του 1974, αφ’ ετέρου, ούτως ή άλλως, από το 1974 δεν μπορεί να αντληθεί καμία πρακτική εμπειρία σχετικά με το θέμα, μιας και η Ελλάς… απέφυγε επιμελώς να υποστηρίξει αεροπορικά την Κύπρο.

Τα ανωτέρω εικάζονται από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου. Από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει απλώς μία σύγχυση του ιδίου του συντάκτη σχετικά με το ποιο είναι, τελικώς, το θέμα του. Εάν, εν πάση περιπτώσει, θελήσει κανείς να επιμείνει, μπορεί να διακρίνει στο κείμενο μία βασική θέση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβii

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η διεξαγωγή της μάχης στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ στις 13 Αυγούστου 1922 υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΦΕΡΘΕΝΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ ΙΙβi  ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας δεν εκτελεί τη διαταγή του Α΄ Σώματος Στρατού, που έλαβε την 8η πρωινή ώρα της 13ης Αυγούστου, περί ανόδου του ιδίου και τάγματος και πυροβολαρχίας του Αποσπάσματός του στις θέσεις εφεδρείας του Υποτομέα Καλετζίκ, αλλά χρησιμοποιεί την εν λόγω δύναμη, που φθάνει πρώτη στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ, για την επέκταση του δεξιού της IV Μεραρχίας προς τους βράχους του Καγιαντιμπί. Ομοίως, αποφεύγει να εκτελέσει και αντίστοιχη διαταγή της IV Μεραρχίας που έλαβε περί τη 10η ώρα, για την  ανακατάληψη των απωλεσθεισών θέσεων του Μαύρου Βράχου και του Σημείου Στηρίγματος Μπέλμα. Το ενδιαφέρον του και όλες οι ενέργειές του δεν προσανατολίζονται στην ισχυροποίηση της άμυνας του Καλετζίκ, αλλά στην κάλυψη του δεξιού του και την τήρηση του Αποσπάσματός του μακριά από την κρίσιμη και αιματηρή μάχη που διεξάγεται στο Καλετζίκ από την 5η πρωινή ώρα από το 1ο Τάγμα του 35ου Συντάγματος Πεζικού, το οποίο έχει ενισχυθεί περί τη 10η ώρα από το 2ο Τάγμα του 11ου Συντάγματος Πεζικού. Μολονότι αναφέρει στην IV Μεραρχία ότι επιφυλάσσεται να εκτελέσει την αντεπίθεση για την ανακατάληψη των απωλεσθεισών θέσεων του Καμελάρ, σε ουδεμία προπαρασκευαστική ενέργεια προβαίνει μέχρι και τη 16η ώρα από την οποία να τεκμαίρεται θετικά η πρόθεσή του να εκτελέσει την αποστολή που του ανατέθηκε. Ενδεικτικά, ενώ τη 12η και 30΄ περίπου ώρα διαθέτει ακέραιο και ανέπαφο το 1ο Τάγμα Ευζώνων του Ταγματάρχη Τσιρώνη και το ελάχιστα φθαρμένο ΙΙ/11 Τάγμα, αποφεύγει να τα χρησιμοποιήσει για να εκτελέσει την αντεπίθεση για ανακατάληψη των απωλεσθεισών θέσεων του Καμελάρ. Και ενώ δεν χρησιμοποιεί το 1ο Τάγμα Ευζώνων για να εκτελέσει τη διαταχθείσα αντεπίθεση, αποφεύγει να αντικαταστήσει δια αυτού το κατακερματισμένο Ι/35 Τάγμα επί του Καλετζίκ, επί του αξιόμαχου του οποίου, δηλώνει, ότι ουδεμία εμπιστοσύνη διαθέτει, αλλά παρά ταύτα συνεχίζει να του εμπιστεύεται τους προμαχώνες του Καλετζίκ. Ζητά επιμόνως να του αποσταλεί από το Αφιόν και το 3ο Τάγμα του, όχι όμως για να εκτελέσει δια αυτού την αντεπίθεση, όπως μπορεί να υποτεθεί, αλλά για να αντικαταστήσει το Ι/35 Τάγμα. Απαξιώνει εσκεμμένα το Ι/35 Τάγμα, μη σεβόμενος τις τεράστιες απώλειές του σε αξιωματικούς και οπλίτες, πράγμα ανέντιμο. Απαξιοί να αναφέρει στον προϊστάμενό του με επίσημο και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση τρόπο τις προθέσεις του και τις ενέργειές του, και τον παραπλανά περί των πραγματικών προθέσεών του. Εγκαθιστά τον Σταθμό Διοικήσεώς του μακριά από το Καλετζίκ και στερείται έτσι άμεσης γνώσης των συμβαινόντων επί του υψώματος, μολονότι το θεωρεί το σημαντικότερο σημείο της οχύρωσης του Αφιόν Καραχισάρ.

1ο Σχόλιο: Η διεξαγωγή της αμυντικής μάχης επί του όρους Καλετζίκ από το 1ο Τάγμα του 35ου Συντάγματος Πεζικού και τα εξ αυτής αποτελέσματα

Κατ’ αρχάς κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσουμε, ως σύνδεση με το Μέρος ΙΙα και το Μέρος ΙΙβi του κειμένου, ότι το 1ο Τάγμα του 35ου Συντάγματος Πεζικού (Ι/35 Τάγμα + τον 11/35 Λόχο), παρά τις μεγάλες απώλειες που είχε υποστεί εξ αιτίας του σφοδρού βομβαρδισμού του Τουρκικού Πυροβολικού -μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν ο διοικητής του Τάγματος Ταγματάρχης Τζόκας και ο διοικητής του 1ου Λόχου Λοχαγός Παπαχαραλάμπους που τραυματίστηκαν και διακομίστηκαν- συνέχισε να μάχεται επί των χαρακωμάτων του υψώματος 1710. Το Τάγμα κατόρθωσε, την 8η περίπου πρωινή ώρα, να καθηλώσει τις επιτιθέμενες δυνάμεις της 5ης Τουρκικής Μεραρχίας επί του καταληφθέντος από τους Τούρκους αντερείσματος Ποϊραλικαγιά, ενώ από την 9η ώρα αντιμετώπιζε και την κατά του δεξιού του επίθεση μίας ισχυρής Τουρκικής δύναμης εκ τεσσάρων Ταγμάτων, η οποία από το ύψωμα Καραθανάση κατευθύνονταν κατά του Καλετζίκ. Τούτο μαρτυρείται και από την Τουρκική ΔΙΣ. Το Ι/35 Τάγμα θα συνεχίσει να μάχεται μόνο και άνευ ενισχύσεως και να τηρεί υπό την κατοχή του το ύψωμα 1710 μέχρι τη 1000 ώρα περίπου, όταν και ενισχύθηκε διά του 2ου Τάγματος του 11ου Συντάγματος Πεζικού (ΙΙ/11 Τάγμα). Τη διοίκηση του Ι/35 Τάγματος την είχε αναλάβει ο Λοχαγός Ζήσης που θα τραυματιστεί και αυτός και θα διακομιστεί οπότε η διοίκηση θα περιέλθει στον ήδη τραυματία Λοχαγό Ανδρεάδη. Το Ι/35 Τάγμα είχε επίσης τεράστιες απώλειες σε Υπαξιωματικούς και Στρατιώτες, νεκρούς ή τραυματίες.

Οι εξακριβωμένες απώλειες του Ι/35 Τάγματος κατά την 13η Αυγούστου ήταν οι εξής:

  • Νεκροί: 5 Αξιωματικοί, 4 Υπαξιωματικοί και 81 Στρατιώτες
  • Τραυματίες: 12 Αξιωματικοί, 10 Υπαξιωματικοί και 251 Στρατιώτες
  • Σύνολο: 17 Αξιωματικοί και 346 Οπλίτες, δηλαδή το 50% της δύναμης του Ι/35 Τάγματος.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβi

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η διεξαγωγή της μάχης στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ στις 13 Αυγούστου 1922 υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα

ΣΥΝΟΨΗ

Στο παρόν Μέρος ΙΙβi του κειμένου παρουσιάζεται και αναλύεται η μάχη στο Κέντρο Αντιστάσεως (εφεξής Κ.Α.) Καμελάρ του Τομέα της IV Μεραρχίας  —από τη 10η μέχρι τη 16η ώρα της 13ης Αυγούστου 1922—  υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα, διοικητή του Μικτού Αποσπάσματος ΧΙΙΙ Μεραρχίας.

Η παρουσίαση της μάχης για το διάστημα 1000-1600 ώρα στο δεξιό της IV Μεραρχίας και η ανάλυση όλων των αναφερομένων γεγονότων γίνεται με βάση την Έκθεση Πλαστήρα και υπό το φως σημαντικών πληροφοριών που προέρχονται από όλες τις διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές για τη μάχη, όπως οι εκθέσεις ή οι καταθέσεις άλλων στρατιωτικών διοικητών που από θέσεις ευθύνης βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης, ως επίσης και -σε ό,τι αφορά τις ενέργειες των Τουρκικών δυνάμεων- από τα αναφερόμενα στην επίσημη Τουρκική στρατιωτική ιστορία,. Τα δεδομένα παρουσιάζονται με λεπτομέρεια κι εν συνεχεία αναλύονται διεξοδικά.

Από την ανάλυση προκύπτει ότι η Έκθεση Πλαστήρα χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αοριστία, κενά, απόκρυψη γεγονότων και άλλων κρίσιμων συμβάντων της μάχης. Ο λόγος που αυτό συμβαίνει είναι ότι ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας απέφυγε επίμονα να εκτελέσει την αποστολή που του είχε ανατεθεί, προφασιζόμενος ήσσονος σημασίας εξελίξεις, και ταυτόχρονα αποκρύπτοντας συστηματικά από την IV Μεραρχία τη μη εκτέλεση της διαταγής που του εδόθη. Από την έκθεσή του λείπουν κεντρικά στοιχεία της μάχης, όπως ο εχθρός και οι εχθρικές ενέργειες, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η παρουσία του στο ύψωμα Καλετζίκ όπου διεξαγόταν η κύρια αμυντική μάχη. Γενικά εγείρονται ερωτηματικά σχετικά με το πού βρισκόταν κατά τη διάρκεια της μάχης ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας και εάν διεύθυνε τη μάχη. Τέλος, από τα γεγονότα προκύπτει ότι στην έκθεσή του, ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας καταφέρεται αδικαιολόγητα σε βαθμό συκοφαντικό- εναντίον του 35ου Συντάγματος και ειδικότερα κατά του Ι/35 Τάγματος, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο ήταν που έφερε, ηρωικά, το βάρος της άμυνας του Κέντρου Αντιστάσεως Καμελάρ.

Παρεμπιπτόντως, τόσο από την ίδια την έκθεση όσο και από τις υπόλοιπες πρωτογενείς πηγές προκύπτει άμεσα ότι η μάχη δεν έχει σχέση με την απόδοσή της σε πολλά, περισσότερο ή λιγότερο «σοβαρά» βιβλία, από την «ημιεπίσημη» προπολεμική Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια μέχρι δημοφιλείς βιογραφίες του Πλαστήρα.

Το κείμενο είναι δύσκολο και μεγάλο. Για αυτό το λόγο θα δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες με απόσταση λίγων ημερών μεταξύ των δύο δημοσιεύσεων. Η παρούσα πρώτη δημοσίευση (Μέρος ΙΙβi) περιλαμβάνει το «ιστορικό» μέρος, δηλαδή τα αναφερόμενα στις διάφορες πρωτογενείς πηγές, η δε δεύτερη δημοσίευση (Μέρος ΙΙβii) θα περιλαμβάνει την ανάλυση (σχολιασμό) του «ιστορικού», τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα. 

ΓΕΝΙΚΑ

Όπως ήδη έχει αναφερθεί στο Μέρος ΙΙα του κειμένου μας, η περιγραφή της μάχης στο  Κ.Α. Καμελάρ μετά την 10η ώρα της 13ης Αυγούστου είναι εξαιρετικά δυσχερής εξ αιτίας κυρίως των κενών και των αοριστιών στην  Έκθεση Πεπραγμένων του Μικτού Αποσπάσματος ΧΙΙΙ Μεραρχίας (Απόσπασμα Πλαστήρα), που αποτελεί και το βασικό κείμενο που διαπραγματεύεται την αναφερόμενη μάχη, από την ώρα 1000 της 13ης Αυγούστου μέχρι και την επομένη ημέρα που το Κ.Α. Καμελάρ καταλήφθηκε από τους Τούρκους.

Προκειμένου ο κάθε ενδιαφερόμενος να κατανοήσει όσα θα αναφερθούν στο παρόν Μέρος ΙΙβ του κειμένου αναφορικά με τη δράση του Αποσπάσματος Πλαστήρα απαιτείται:

  • Η ύπαρξη μίας σχετικής αντίληψης του χώρου του πεδίου της μάχης. Προς τούτο είναι απαραίτητη η μελέτη στου Σχεδιαγράμματος υπ’ αριθμό 8 του παρόντος Μέρους ΙΙβ του κειμένου.
  • Η ύπαρξη μίας γενικής γνώσης των όσων έχουν αναφερθεί στο Μέρος ΙΙα του κειμένου που έχει ήδη δημοσιευτεί.
  • Η μέλετη του παρόντος Μέρους ΙΙβ του κειμένου με τη βοήθεια των σχεδιαγραμμάτων 8-12.

Η κατανόηση των διαλαμβανομένων στο κείμενο χωρίς τη χρήση των σχεδιαγραμμάτων του κειμένου, ή λεπτομερών χαρτών είναι δύσκολη, και τούτο επειδή είναι αδύνατο να αντιληφθεί ο οιοσδήποτε και ειδικά ο μη στρατιωτικός το πού βρίσκονταν οι δυνάμεις που υπήρχαν στο Κ.Α. Καμελάρ πριν την Τουρκική επίθεση, ή που εγκαταστάθηκαν οι ενισχύσεις που έφθασαν σε αυτό μετά τη 10η ώρα της 13ης Αυγούστου, καθώς και οι κατευθύνσεις επί των οποίων ενεργούσαν οι Τουρκικές δυνάμεις. Η χρήση της κλίμακας που υπάρχει σε κάθε σχεδιάγραμμα θα διευκολύνει έτι περισσότερο την κατανόηση των σημαντικότερων ζητημάτων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Προβληματική Δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Ι – Υποσημείωση

Το Μέρος Ι του άρθρου διαπιστώνει και τεκμηριώνει μία συγκεκριμένη μεμπτή ενέργεια του Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία: την άρνηση εκτελέσεως διαταγής ενώπιον του εχθρού. Επί των γεγονότων δεν υφίσταται καμία αντίρρηση, και πάντως δεν έχει διατυπωθεί. Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Πλαστήρας ουδέποτε αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται για τα γεγονότα της 1ης-3ης Ιουλίου 1921.

Δεδομένου ότι επί των γεγονότων δεν υφίσταται αμφισβήτηση, διατυπώθηκαν σε σχόλια κάποιες δικαιολογίες για τις ενέργειες και τη στάση του Πλαστήρα. Οι δικαιολογίες αυτές πάσχουν από βαθιές παρανοήσεις και παρεξηγήσεις σχετικά με το καθεστώς λειτουργίας των στρατών – τουλάχιστον των συγκροτημένων.

Ως προς την ουσία των γεγονότων: Ο Πλαστήρας διατάχθηκε από τον άμεσο προϊστάμενό του -ευθέως και ρητώς- και μάλιστα κατά πρόσωπο, να επιτεθεί στον εχθρό, και αρνήθηκε -ευθέως και ρητώς- να εκτελέσει τη διαταγή. Η διαταγή δόθηκε ενώ ο σχηματισμός στον οποίον ο Πλαστήρας ανήκε (Β’ ΣΣ) είχε εμπλακεί ήδη σε σκληρή μάχη με τον αντίπαλο. Η διαταγή που ο Πλαστήρας διατάχθηκε και αρνήθηκε να εκτελέσει ήταν να επιτεθεί στον αντίπαλο στην τοποθεσία Ακτσάλ, ώστε σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της Vης Μεραρχίας που ενεργούσαν ανατολικά-βορειοανατολικά και επιχειρούσαν υπερκέραση της τοποθεσίας, να προκαλέσουν την κάμψη του αντιπάλου και την κατάληψη της τοποθεσίας. Αυτό σήμαινε ότι εάν μία από τις δύο δυνάμεις αδρανούσε, ο εχθρός θα είχε τη δυνατότητα να  στρέψει το μείζον των δυνάμεών του κατά της άλλης, γεγονός που ήταν εξ αρχής προφανές σε όλους του συμμετέχοντες, και που διαπιστωνόταν εμπράκτως κατά την εξέλιξη της επιχείρησης. Αυτά είναι τα πολύ απλά και βασικά της απείθειας του Πλαστήρα: άρνηση εκτελέσεως διαταγής εν ώρα μάχης, ενώπιον του εχθρού, που έθεσε σε οξύ κίνδυνο και προκάλεσε βαριές και μη αναγκαίες απώλειες στην παρακείμενη V Μεραρχία, όλο το Β’ ΣΣ και όλη τη ΣΜΑ. Αυτό που συνέβη είναι ότι η V Μεραρχία έφερε όλο το βάρος της επιθέσεως, εναντίον της στράφηκε όλη η εφεδρεία του αντιπάλου καθώς και μέρος της επί του Ακτσάλ αμυνόμενης δυνάμεως (5 από τα 10 τάγματα της 5 Μεραρχίας Καυκάσου), αφού αυτή αντελήφθη ότι δεν πιεζόταν από το 5/42 που είχε σταθεί αδρανές μπροστά της. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (IRST) ως μία προσέγγιση εναντίον δυσδιάκριτων (Stealth) στόχων

Γεώργιος-Κωνσταντίνος Γαϊτανάκης, Ανδρέας Βλασταράς, Νικόλαος Βάσσος, Γεώργιος Λημναίος και Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης

Σημείωση: Η εξέταση των συστημάτων InfraRed Search & Track ή IRST ξεκίνησε ως μία διπλωματική εργασία στην Σχολή Ικάρων, η οποία εκπονήθηκε το 2016 από τους (τότε) Ικάρους IV (Ι) Ν. Βάσσο και Α. Βλασταρά, με επιβλέποντες τους Ασμχους (ΜΗ) Κ. Ζηκίδη και Γ. Λημναίο. Στη συνέχεια, το θέμα δόθηκε ως διπλωματική εργασία στον Γ. Γαϊτανάκη (απόφοιτο του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Παν/μίου Πατρών), στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος που διοργανώνει η ΣΣΕ σε συνεργασία με το Πολ/χνείο Κρήτης: http://sse-tuc.edu.gr/  Αρχικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο OPTIMA 2017, που διοργάνωσε η ΣΣΕ τον Μάιο 2017: https://belisarius21.wordpress.com/2017/05/23/4ο-διεθνές-συνέδριο-για-τον-επιχειρησι/ Επίσης, ορισμένα συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν σε αμυντική ιστοσελίδα: http://www.defence-point.gr/news/ta-systimata-irst-ke-i-anavathmisi-ton-ellinikon-aeroskafon-f-16 Τέλος, η πλήρης εργασία δημοσιεύτηκε στο Journal of Computations & Modelling (vol.9, no.1, 2019, pp.33-53): http://www.scienpress.com/download.asp?ID=940703 Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί απόδοση της εργασίας αυτής στην ελληνική γλώσσα.

Σύνοψη

Εδώ και πάνω από μισό αιώνα, το ραντάρ αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον πιο σημαντικό αισθητήρα στο πεδίο της μάχης, ιδίως στον αεροπορικό τομέα. Τα συστήματα ραντάρ ανέκαθεν ανταγωνίζονταν τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία προσπαθούν να παρεμποδίσουν την ανίχνευση και την ιχνηλάτηση με τη χρήση διαφόρων τεχνικών παρεμβολής. Εντούτοις, η εμφάνιση της τεχνολογίας stealth ή χαμηλής παρατηρησιμότητας (low observable) από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποτέλεσε μία κρίσιμη αλλαγή, ως μία έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας του ραντάρ. Έτσι, επανεξετάστηκαν άλλες περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, σε μια προσπάθεια να υποκατασταθεί ή να συμπληρωθεί το ραντάρ. Ως εκ τούτου, η εκμετάλλευση της υπέρυθρης ακτινοβολίας φαίνεται να είναι μια βιώσιμη προσέγγιση. Ακόμη κι αν έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την ελαχιστοποίηση της υπέρυθρης υπογραφής των μαχητικών αεροσκαφών, είναι αδύνατον να καταστεί εντελώς αόρατο στο υπέρυθρο φάσμα ένα ταχέως κινούμενο αεριωθούμενο αεροσκάφος, προωθούμενο από θερμά καυσαέρια. Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (συστήματα InfraRed Search & Track ή IRST) προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα ραντάρ, όπως παθητική λειτουργία, αντοχή στην παρεμβολή και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μεγάλες αποστάσεις αποκάλυψης. Από την άλλη, δεν υπάρχει άμεση μέτρηση της απόστασης του στόχου, όπως στην περίπτωση του ραντάρ. Η εργασία αυτή ξεκινά με μία αναφορά στις στρατιωτικές εφαρμογές της υπέρυθρης ακτινοβολίας, ακολουθούμενη από μία συνοπτική παρουσίαση επί των σύγχρονων συστημάτων IRST. Στη συνέχεια προτείνεται μία προσέγγιση στην εκτίμηση της απόστασης αποκάλυψης ενός αεριωθούμενου μαχητικού από ένα σύστημα IRST. Η προσέγγιση βασίζεται στη μοντελοποίηση ενός τυπικού στροβιλοανεμιστήρα (Turbofan) κινητήρα και ενός σύγχρονου συστήματος IRST. Κατά την προσομοίωση, εξετάστηκαν διάφορες καιρικές συνθήκες και διαφορετικά οπτικά πεδία (Field Of View). Αποδεικνύεται ότι, υπό ευνοϊκές συνθήκες, η απόσταση αποκάλυψης ενός αεροκινητήρα χωρίς χρήση μετάκαυσης, σε οπίσθια θέαση, βρίσκεται στην τάξη των 100 km ή ακόμα περισσότερο, ξεπερνώντας έτσι την αναμενόμενη επίδοση ενός τυπικού ραντάρ αεροσκάφους εναντίον δυσδιάκριτου στόχου (Stealth).

Λέξεις-κλειδιά: Έρευνα και ιχνηλάτηση υπέρυθρης ακτινοβολίας (InfraRed Search & Track – IRST), νόμος του Planck, κώδικας MODTRAN, νόμος του Beer, ενεργό διάφραγμα (effective aperture ή effective calibre), οπτικό πεδίο (field of view), μεταδοτικότητα (transmittance), ειδική ανιχνευσιμότητα (specific detectivity ή spectral detectability).

1  Εισαγωγή

Η υπέρυθρη ακτινοβολία (Infrared radiation – IR) είναι μη ορατή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, με μήκη κύματος μεγαλύτερα από αυτό του ερυθρού φωτός, η οποία τυπικά καλύπτει το φάσμα από τα 300 GHz (μήκος κύματος 1 mm ή 1000 μm) έως τα 430 THz (0,7 μm). Κάθε αντικείμενο με θερμοκρασία πάνω από το απόλυτο μηδέν εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, κυρίως στο υπέρυθρο φάσμα. Αντικείμενα σε υψηλότερες θερμοκρασίες εκπέμπουν επίσης και ορατό φως, όπως στην περίπτωση του λαμπτήρα πυρακτώσεως. Η φασματική πυκνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από ένα μέλαν σώμα σε θερμική ισορροπία δίδεται από τον νόμο του Planck [1].

Καθώς η υπέρυθρη ακτινοβολία διαδίδεται μέσω της ατμόσφαιρας, απορροφάται από υδρατμούς, διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδιο του αζώτου κ.λπ. Ως εκ τούτου, μόνο συγκεκριμένα “παράθυρα” (οι υποπεριοχές των 3-5 και 8-12 μm) επιτρέπουν ικανοποιητική διάδοση. Στην Εικόνα 1 απεικονίζεται η μεταδοτικότητα (transmittance) της ατμόσφαιρας σε 1 ναυτικό μίλι στο επίπεδο της θαλάσσης [2]. Η μεταδοτικότητα γενικώς βελτιώνεται καθώς αυξάνει το υψόμετρο.

Όσον αφορά την περίπτωση ενός αεροπλάνου, αυτό παρουσιάζει μία περίπλοκη θερμική υπογραφή, η οποία προέρχεται από τα ακόλουθα τμήματα:

  • Τα θερμά τμήματα του κινητήρα (κεντρικό τμήμα του κινητήρα, οπίσθια όψη του στροβίλου, σώμα και εσωτερική επιφάνεια των πτερυγίων ελέγχου του ακροφυσίου εξαγωγής).
  • Τα καυσαέρια του κινητήρα (εκπομπές από την καύση του καυσίμου, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα και υδρατμοί).
  • Την δομή του αεροσκάφους, που περιλαμβάνει όλες τις εξωτερικές επιφάνειες των πτερύγων, της ατράκτου, της καλύπτρας κ.λπ., καθώς και ηλιακές και επίγειες αντανακλάσεις και το κρουστικό κύμα Mach (αεροδυναμική θέρμανση).

Επομένως, κάθε όχημα που πετάει στον αέρα εκπέμπει αναπόφευκτα θερμική ακτινοβολία, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί, εάν παρουσιάζει επαρκή αντίθεση με το ψυχρό υπόβαθρο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙα

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η Μάχη στο Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ στις 13 Αυγούστου 1922

Γενικά

Αρχικά επιβάλλεται να αναφερθεί ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής η ακριβής εξιστόρηση της μάχης που διεξήχθη στις 13 και 14 Αυγούστου 1922 στο Κέντρο Αντιστάσεως (Κ.Α.) Καμελάρ (του αμυντικού Τομέα της IV Μεραρχίας Πεζικού), την ευθύνη του οποίου ανέλαβε από τη 10η πρωινή ώρα της 13ης Αυγούστου 1922 το Μικτό Απόσπασμα ΧΙΙΙ Μεραρχίας διοικούμενο από τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα. Η αναφερόμενη δυσχέρεια οφείλεται κυρίως στις ασάφειες και τις αντιφάσεις που κυριαρχούν στην Έκθεση Πεπραγμένων του Μικτού Αποσπάσματος ΧΙΙΙ Μεραρχίας, που αποτελεί και την κύρια πηγή πληροφοριών για την εξέλιξη της μάχης για τον  μετά την 10η πρωινή ώρα της 13ης Αυγούστου χρονικό διάστημα.

Στο παρόν κείμενο θα αναφερθούμε αποκλειστικά στην περιγραφή του πεδίου της μάχης, τις δυνάμεις που επάνδρωναν αρχικά το Κ.Α. Καμελάρ, καθώς και στα της διεξαγωγής της μάχης μέχρι τη 10η πρωινή ώρα υπό την ευθύνη του  διοικητή του 35ου Συντάγματος Πεζικού. Η παρούσα παρουσίαση κρίνεται σκόπιμη και αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η παρακολούθηση της εξέλιξης της μάχης μετά την 10η πρωινή ώρα της 13ης Αυγούστου που την διοίκηση όλων των επί του Κ.Α. Καμελάρ αμυνομένων δυνάμεων ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας. Κύριες πηγές της παρούσας αναφοράς μας θα αποτελέσουν τα παρακάτω κείμενα:

  • Η Έκθεση Πεπραγμένων της IV Μεραρχίας Πεζικού.
  • Η Έκθεση Πεπραγμένων 35ου Συντάγματος Πεζικού.
  • Ο 7ος τόμος της ΔΙΣ «Υποχωρητικοί Αγώνες των Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού».
  • Η Έκθεση Πεπραγμένων Πυροβολικού Κ.Α. Καμελάρ, συνταχθείσα από τον Υπολοχαγό ΠΒ Σπυρίδων Ραυτόπουλο.
  • Ο τόμος της Τουρκικής Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού που αναφέρεται στη τελική Τουρκική επίθεση του Αυγούστου 1922 κατά της Στρατιάς Μικράς Ασίας. («Πόλεμος Τουρκικής Ανεξαρτησίας», Τόμος ΙΙ, 6ο Μέρος, 2ο Βιβλίο).
  • Η Κατάθεση του Αρχηγού Πυροβολικού της IV Μεραρχίας Αντισυνταγματάρχη ΠΒ Αθανασίου Πουρνάρα στην ανακριτική επιτροπή του Στρατηγού Μοσχόπουλου.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η προβληματική δράση του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος Ι

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Γενικά

Οι Συνταγματάρχες Πεζικού Δημήτριος Καλιαγκάκης και Κωνσταντίνος Τσάκαλος, παντελώς άγνωστοι στο ευρύ κοινό, ήταν διοικητές του 26ου και 2ου Συντάγματος Πεζικού αντίστοιχα κατά τη τελευταία περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Και  οι δύο έπεσαν επί του πεδίου της μάχης στην ευρύτερη περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ· ο μεν πρώτος στη μάχη του Χαμούρκιοϊ Ιλμπουλάκ στις 16 Αυγούστου 1922, προμαχώντας του Συντάγματός του στην απέλπιδα προσπάθεια να ανοίξει τον δρόμο προς το Τουμλού Μπουνάρ για να σωθεί η Ομάδα του Υποστράτηγου Τρικούπη από την επαπειλούμενη κύκλωση, ο δε δεύτερος στη μάχη του Αλή Βεράν στις 17 Αυγούστου 1922, προμαχώντας έφιππος των ανδρών του Συντάγματός του, που μάχονταν για να καλύψουν την εγκλωβισμένη στη κοιλάδα του Αλή Βεράν – Σάλκιοϊ Ομάδα Τρικούπη.

Οι δύο πολέμαρχοι έπεσαν σαν άλλοι Διγενείς στα Μαρμαρένια Αλώνια, μαχόμενοι έναντι πολλαπλασίων Τουρκικών δυνάμεων, πιστοί μέχρι τέλους στον όρκο και στο καθήκον τους. Έπεσαν υπό τα όμματα του Συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα, διοικητή του Αποσπάσματος του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, χωρίς να τύχουν από αυτόν βοήθειας και συνδρομής στη μάχη που διεξήγαγαν υπό δυσμενείς συνθήκες. Και αυτό είναι κάτι ανήκουστο, αφού κάθε μαχητής και κάθε μονάδα έχουν χρέος και ιερό καθήκον να παρέχουν αμέριστα τη συνδρομή τους σε μονάδες και μαχητές που έχουν αποκοπεί, ή  μάχονται υπό δυσμενείς και κινδυνώδεις συνθήκες.

Δυστυχώς όμως και οι δύο αυτοί μεγάλοι πρόμαχοι παραμένουν άγνωστοι μεταξύ των πολλών άλλων αγνώστων ηρώων που πρόσφεραν τη ζωή τους στους πολέμους του Έθνους. Ελάχιστοι είναι οι στρατιωτικοί που γνωρίζουν κάτι σχετικό για τη δράση αυτών των αξιωματικών και του ηρωικού θανάτου τους. Τα ονόματα τους  δεν έχουν δοθεί σε λεωφόρους, οδούς και πλατείες. Ούτε έχουν ανεγερθεί ανδριάντες ή προτομές προς τιμή τους.

Όλοι οι Έλληνες όμως γνωρίζουν τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα και την ηρωική -πλην όμως διογκωμένη- δράση του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Π.Π. και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το όνομα του Συνταγματάρχη Πλαστήρα έχει δοθεί σε οδούς, λεωφόρους και πλατείες όλων σχεδόν των πόλεων της Ελλάδας (σίγουρα σε όσες έχουν ως προσδιορισμό τη λέξη «Νέα»), ανδριάντες και προτομές του κοσμούν πλατείες και στρατόπεδα, το στρατόπεδο της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα φέρει το όνομα του, ενώ το ορθό θα ήταν να φέρει το όνομα ενός εκ των δύο πρώτων διοικητών της Στρατιάς, είτε του Στρατηγού Δημητρίου Γιατζή, είτε του Στρατηγού Κωνσταντίνου Βεντήρη. Ακόμη φωτογραφίες του Ν. Πλαστήρα προσφέρονται σε επίσημους επισκέπτες της 1ης Στρατιάς, πιθανώς για τις βάλουν στο σαλόνι τους ή στο εικονοστάσιο της οικίας τους, όπως στο παρελθόν κάποιοι έβαζαν τις φωτογραφίες των βασιλέων. Είναι τόσο μεγάλο το κλέος και η φήμη που περιβάλλει τον Πλαστήρα, που κάποιες Μονάδες του Στρατού τον έχουν στον πίνακα των διατελεσάντων διοικητών τους, μολονότι ουδέποτε διοικήθηκαν από τον Πλαστήρα. (http://army.gr/sites/default/files/3mktax_orestiada_20170619.pdf).

Ο Πλαστήρας είναι πανταχού παρών στην ιστορία μας ως ο γενναίος, ο ανυπέρβλητος και ακατάβλητος Στρατιώτης που προμαχούσε των ανδρών του και κατανικούσε πάντοτε τον αντίπαλο. Στην ιστοριογραφία είναι εκείνος που με το Σύνταγμά του, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, κάλυψε τη φυγή και την άτακτη υποχώρηση της Μικρασιατικής Στρατιάς τον Αύγουστο του 1922.  Ας όψεται για αυτό ο Γιάννης Καψής και οι βιογράφοι του Πλαστήρα. Αν λέγαμε ότι ο Πλαστήρας είναι ημίθεος, πολλοί θα το πίστευαν. Όλοι τον γνωρίζουν με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης», κάτι αντίστοιχο με το «Αλεπού της Ερήμου». Όπως όμως το προσωνύμιο «Αλεπού της Ερήμου» ανήκει στον στρατάρχη Ρόμελ, έτσι και ο τίτλος «Μαύρος Καβαλάρης» ανήκει στο διοικητή του 9ου Τάγματος Ευζώνων κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, στον «Ήρωα των Ηρώων», τον σεμνό Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισαρίου, τον «εκπορθητή» των Ιωαννίνων, του Λαχανά και του Δεμίρ Καπού, ο οποίος έπεσε στις 13 Ιουλίου 1913 εντός της Βουλγαρίας, προμαχώντας των Ευζώνων του κατά τη γιγαντομαχία του υψώματος 1378, βορειοανατολικά του Σημιτλή. Εκεί και έχει ταφεί —άγνωστος μεταξύ αγνώστων— δίπλα σε ένα άλλο ήρωα, τον δισέγγονο του Γέρου του Μοριά, Γεώργιο Κολοκοτρώνη, διοικητή του 1ου Τάγματος Κρητών. Οι ταφές τους παραμένουν μέχρι και σήμερα άγνωστες.

Για να μη πλατειάζουμε: «Περισσότερο Πλαστήρας, πεθαίνεις». Δυστυχώς η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.

Αυτοί που «θεοποίησαν» τον Πλαστήρα και έκαναν το όνομα του «θρύλο», είτε δεν ανέτρεξαν στις πηγές για να πληροφορηθούν σχετικά με την εξόχως προβληματική δράση του σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, είτε αγνόησαν επιδεικτικά τις πηγές. Κάποιοι άλλοι, όπως ο Γιάννης Καψής, διαστρέβλωσαν την αλήθεια και απέδωσαν στον Πλαστήρα επιτυχίες και νίκες που δεν του ανήκουν. Ασφαλώς ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας διέθετε ηγετικές ικανότητες, μεγάλες αρετές και σπουδαίο ηθικό φρόνημα, αλλά κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων έδινε προτεραιότητα στην ασφάλεια του Συντάγματός του έναντι της εκτέλεσης της αποστολής του, με αποτέλεσμα πολλές ενέργειές του ή παραλείψεις του να ανάγονται στην αρμοδιότητα της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Οι ποινικά κολάσιμες ή προβληματικές πράξεις και παραλείψεις του Πλαστήρα αναφέρονται λεπτομερώς στις εκδόσεις της ΔΙΣ για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η οποία, ενώ τις καταγράφει, αποφεύγει επιμελώς να τις αναδείξει, να τις σχολιάσει και να τις κρίνει. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στο ότι η ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας  συντάχθηκε από τη ΔΙΣ την περίοδο 1955-1965 περίπου, μία περίοδο δηλαδή που τα πάθη του Εθνικού Διχασμού, σε συνδυασμό με τα πάθη από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), ήταν ακόμη πολύ έντονα και κάθε δυσμενής αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις μπορούσε να οξύνει τις πληγές του Διχασμού — που και σήμερα συνεχίζουν να παραμένουν έντονες. Ακόμη και αυτό το κείμενο από πολλούς θα λιθοβοληθεί, όπως και  ο συντάκτης του. Αλλά η αλήθεια επιτέλους θα πρέπει να ειπωθεί και όποιος έχει τεκμηριωμένο αντίλογο να ακουστεί. Ο Ελληνικός Στρατός έχει πολύ σημαντικότερες ηρωικές μορφές από αυτήν του Πλαστήρα για να παρουσιάσει και να αναδείξει ως πρότυπα ήθους, θάρρους και ανιδιοτελούς προσφοράς στη Πατρίδα.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα του τι συμβαίνει και του τι λέγεται στο «πολιτικό πεδίο», όπως π.χ. σε κάποια ανιστόρητα προγράμματα της τηλεόρασης ή ιστοριογραφίες άσχετων προς τη νεώτερη πολεμική ιστορία μας, οι στρατιωτικοί οφείλουν να έχουν σαν οδηγό τους σε ό,τι γράφουν και υποστηρίζουν για πρόσωπα και ζητήματα που σχετίζονται με τη νεώτερη πολεμική ιστορία μας, αποκλειστικά και μόνο το αρχείο και τα συγγράμματα της ΔΙΣ, ή άλλες σοβαρές πρωτογενείς πηγές.

Στη συνέχεια του κειμένου θα αναφερθώ σε ζητήματα που αφορούν τη προβληματική δράση του Πλαστήρα κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ελληνική ΑΟΖ: Αναζητώντας την Αλήθεια

Γράφει ο Ηλίας από Κομοτηνή

Το ζήτημα της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης / Υφαλοκρηπίδας έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας τα τελευταία έτη, με αφορμή κατ’ αρχάς τις οριοθετήσεις της ΑΟΖ που πραγματοποίησε η Κύπρος με γειτονικά της κράτη και στη συνέχεια με την έναρξη των διαδικασιών εκ μέρους της Ελλάδας για έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, ενώ πρόσφατα νοτίως της Κύπρου ξεκίνησαν οι πρώτες ερευνητικές γεωτρήσεις από διεθνείς εταιρείες και μαζί και η έντονη τουρκική αντίδραση. Έχοντας διαβάσει σχετικά κείμενα και άρθρα του ειδικού και μη τύπου, παρακολουθήσει διαδικτυακές παρουσιάσεις και συμμετάσχει σε διαδικτυακές συζητήσεις έχω διαμορφώσει την άποψη, αν και μη ειδικός, πως στο ζήτημα αυτό υπάρχουν γερές δόσεις άγνοιας και παραπληροφόρησης, προερχόμενες ακόμη και από θεωρούμενους «ειδήμονες». Έτσι, το παρακάτω κείμενο είναι μια προσπάθεια να παρουσιαστούν κάποιες σημαντικές πτυχές του θέματος που παραμένουν άγνωστες. Η συγγραφή του έγινε κατόπιν προτροπής του Βελισάριου, τον οποίον ευχαριστώ που μου δίνει το βήμα να παραθέσω τις απόψεις μου.

Εισαγωγή

Το ζήτημα της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης/Υφαλοκρηπίδας παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, ως μια μεγάλη ευκαιρία αύξησης της πολιτικής, οικονομικής και ενεργειακής ισχύος της Ελλάδας και φυσικά ως άλλος ένας τρόπος εύκολου και ανέξοδου προσπορισμού πακτωλών χρημάτων από την ελληνική πολιτεία τα οποία θα προέλθουν από την άντληση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Η πεποίθηση αυτή αποτυπώνεται στον ακόλουθο χάρτη και τις διάφορες παραλλαγές του, ο οποίος απεικονίζει την ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα που θεωρείται ότι δικαιούται η Ελλάδα.

watermarked-Εικ.1

Εικόνα 1              Πηγή: http://www.voria.gr

 

Έχει πολλάκις αναφερθεί κατά καιρούς, τόσο στον Τύπο όσο και σε σχετικές παρουσιάσεις και ομιλίες, ότι τα όρια της ελληνικής ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στον ανωτέρω χάρτη έχουν κατασκευαστεί με βάση τη μέση γραμμή. Έχουν επίσης αναφερθεί οι θεωρούμενες ως αυθαίρετες θέσεις της Τουρκίας, βάσει των οποίων το Καστελόριζο δεν πρέπει να διαθέτει ΑΟΖ, ότι τα ελληνικά νησιά επίσης δεν δικαιούνται ΑΟΖ ή δικαιούνται μόνο μειωμένης γιατί το Αιγαίο αποτελεί ειδική περίπτωση κ.λπ. Λαμβάνεται επίσης ως δεδομένο ότι οι ελληνικές θέσεις είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο ενώ οι τουρκικές το παραβιάζουν, με συνέπεια να διακινούνται σενάρια αναφορικά με την προδοτική/ενδοτική/δουλική στάση των εκάστοτε εγχώριων κυβερνήσεων οι οποίες δεν ανακηρύσσουν την ΑΟΖ γιατί φοβούνται την Τουρκία ή δε θέλουν να δυσαρεστήσουν τρίτες χώρες που έχουν τα δικά τους συμφέροντα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου