Το Νομοσχέδιο για τις Κρίσεις των Αξιωματικών και η Αμυντική Ισχύς της Χώρας – Μέρος ΙI

Το Σχέδιο Νόμου για την των Αξιωματικών και την Οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων που υποβλήθηκε πρόσφατα στη Βουλή ασχολείται με δύο θέματα κρίσιμα για την εθνική άμυνα – πολύ πιο κρίσιμα από οποιαδήποτε αγορά υλικού. Επειδή τουλάχιστον για τους πολίτες, (και δυστυχώς κι από αρκετούς επαγγελματίες), δεν είναι προφανές γιατί το ζήτημα του συστήματος εισαγωγής κι εξέλιξης των αξιωματικών σε ένα στρατό είναι κρίσιμο κι όχι απλή διοικητική διευθέτηση, παραθέτουμε ενδεικτικά μία σχετική μελέτη, μεταφρασμένη από τα αγγλικά.

Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται εξ ολοκλήρου στην παρουσίαση του Αμερικανού Ταγματάρχη ε.α. Ντόναλτ Βάντεργκριφ, η οποία δημοσιεύτηκε την ιστοσελίδα του Center for Defense Information. O Ντόναλτ Βάντεργκριφ θεωρείται από τους εμβριθέστερους μελετητές σε θέματα διαχείρισης προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, κι έχει γράψει σωρεία άρθρων και βιβλίa για το θέμα αυτό. Η συγκεκριμένη παρουσίαση είναι απλώς μια πρόσφατη σύνοψη βασικών του θέσεων.

Το κείμενο αποτελεί μια όσο το δυνατόν πιστότερη μεταγραφή της παρουσίασης σε πιο ευανάγνωστη μορφή, με αρκετές δικές μας παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν με βασική μέριμνα να μην αλλοιωθεί το νόημα και το πνεύμα της αρχικής παρουσίασης. Όπου η παρέμβαση είναι πιο εκτενής, ή αφορά στοιχεία και θέσεις που δεν είναι του Βαντεργκρίφ, αυτές επισημαίνονται ευκρινώς.

Η παρουσίαση αποτελεί μια συνοπτική διερεύνηση των συστημάτων διαχείρισης προσωπικού, και ειδικότερα των αξιωματικών,  σε ιστορικά σημαντικούς στρατούς, τόσο επιτυχημένους όσο και αποτυχημένους, επιχειρώντας να επισημάνει τα κοινά χαρακτηριστικά που φαίνεται να οδηγούν στην επιτυχία ή την αποτυχία.

Εισαγωγή

Οι επιτυχείς, ιστορικά, στρατοί ξεκινούσαν την εκπαίδευση του υποψηφίου αξιωματικού σε νεαρή ηλικία, με τους περισσότερους να ξεκινούν από απλοί οπλίτες ή ως υποψήφιοι αξιωματικοί για 2-4 έτη.

Μετά το 1871 (Σ.τ.Ε: τον τελευταίο από τους πολέμους της Γερμανικής Ενοποίησης, κατά τους οποίους η Γερμανία είχε εντυπωσιάσει με τις στρατιωτικές της επιδόσεις), Αμερικανοί κι Ευρωπαίοι προσπάθησαν να αντιγράψουν το Γερμανικό σύστημα. Πολλοί πέτυχαν να αντιγράψουν μηχανιστικά το οργανωτικό πρότυπο, αλλά κανείς δεν κατόρθωσε να αναπαραγάγει τη νοοτροπία τους, κυρίως επειδή τα συστήματα που προέκυπταν δεν κατόρθωναν να δημιουργήσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη που ήταν το απαραίτητο προαπαιτούμενο για την μεταβίβαση ευρείας εξουσίας στους υφισταμένους, κεντρικό χαρακτηριστικό του γερμανικού στρατιωτικού συστήματος.

Ενδεικτικά, η Γαλλία πολέμησε καλά στο Α’ ΠΠ, ανταποκρίθηκε στις συνθήκες του πολέμου χαρακωμάτων, αλλά δεν έμαθε να προσαρμόζεται στις μεταβαλόμενες συνθήκες του επομένου πολέμου, που είχαν ήδη σαν προάγγελό τις αποκεντρωμένες τακτικές εφόδου των γερμανών που προωτοχρησιμοποιήθηκαν το 1916-1918.

Στο γαλλικό στρατιωτικό σύστημα η υπερβολική πολιτικοποίηση υπέσκαψε την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η ατμόσφαιρα δυσπιστίας και η Καρτεσιανή πνευματική παράδοση ενέπνευσε στους αξιωματικούς μία συγκεντρωτική νοοτροπία η οποία επεδίωκε να αναγάγει την πολεμική σύγκρουση σε μία σειρά προβλέψιμων μαθηματικών σχέσεων

Στην Ιταλία οι ατομικές αρετές της γενναιότητας του έθνους αποπνίχθηκαν από μία αρτηριοσκληρωτική νοοτροπία του στρατιωτικού συστήματος και η έλλειψη μεταρρυθμίσεων οδήγησε σε αποτυχίες.

Οι Βρετανοί ήταν εξαιρετικοί στις ατομικές στρατιωτικές δεξιότητες και με ξεχωριστή ηγεσία μικρών κλιμακίων από υπαξιωματικούς, αλλά το σώμα των αξιωματικών παρέμεινε προσκολημένο στις μεθοδικές μετωπικές μάχες φθοράς σε όλο το Β’ ΠΠ.

Επιτυχημένοι κι αποτυχημένοι Στρατοί

Στη στρατιωτική ιστορία υπάρχουν στρατοί που θεωρούνται αρχέτυπα πολεμικής ικανότητας και μέτρα πολεμικής επίδοσης, καθώς και σημαντικοί στρατοί που έχουν θεωρούνται χαρακτηριστικά παραδείγματα στρατιωτικής ανεπάρκειας.

(Σ.τ.Επιμ.: Ήδη, η διάκριση αυτή έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον. Γιατί η διάκριση γίνεται, αρρήτως αλλά ουσιωδώς,  με κριτήριο την  επίδοση ενός στρατού σε σχέση με τις προσδοκίες που δημιουργεί η κοινωνία από την οποία προέρχεται. Έτσι ο Γερμανικός Στρατός στρατός του Β’ ΠΠ θεωρείται «επιτυχής» σε σχέση με τους αντίστοιχους Γαλλικούς και Βρετανικούς διότι προέρχονταν από χώρες με συγκρίσιμες δυνατότητες και πόρους, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ήταν κάτι ιδιαίτερο στην στρατιωτική τους οργάνωση που δημιούργησε αυτήν την ανισορροπία ισχύος)

Αρχέτυπα επιτυχημένων στρατών θεωρούνται ιστορικά:

  • Ο Ρωμαϊκός Στρατός του 216 π.Χ.- 52 μ.Χ.
  • Ο Γαλλικός Στρατός του 1798-1807
  • Ο Φιλλανδικός Στρατός του 1926-1940
  • Ο Γερμανικός Στρατός του 1809-1942
  • Ο Ισραηλινός Στρατός του 1948-1973

Κοινά χαρακτηριστικά όλων των παραπάνω είναι ότι οι στρατοί αυτοί αντιμετώπιζαν την απειλή της συντριπτικής ήττας από καλά εξοπλισμένους, αριθμητικά υπέρτερους αντιπάλους τους, και ότι το Σώμα των Αξιωματικών ήταν ανοιχτό σε ευρύ πληθυσμό, αλλά με υψηλά κριτήρια εισόδου, με αυστηρά εργαλεία αξιολόγησης, που είχαν σαν αποτέλεσμα μικρά ποσοστά αξιωματικών (σε σχέση με τους οπλίτες), της τάξης του 3-7%, και με συστήματα προσωπικού οικοδομημένα γύρω από την επάνδρωση της μονάδος.

(Σ.τ.Επιμ: Επειδή οι όροι θα επανέρχονται στο κείμενο, κι επειδή είναι καίριας σημασίας για τα στρατιωτικά συστήματα προσωπικού, διευκρινίζουμε τα εξής:

Τα στρατιωτικά συστήματα προσωπικού υπάρχουν δύο αρχετυπικές νοοτροπίες λειτουργίας: Στα μεν ατομοκεντρικά συστήματα (όπως του ΕΣ) το προσωπικό τοποθετείται και μετατίθεται κατά μόνας σε κάθε θέση του. Έτσι, σε ένα λόχο μπορεί ανά πάσα στιγμή να αφιχθούν και να ενταχθούν 5-10 νέοι, άγνωστοι μεταξύ τους οπλίτες, και ταυτόχρονα να αποχωρήσει ένας αριθμός για άλλες θέσεις ή εξ αιτίας απόλυσης. Αυτό συμβαίνει συνεχώς κατά την κανονική ροή των δραστηριοτήτων του λόχου, ή γενικότερα της ομάδας.

Στα ομαδοκεντρικά συστήματα, αντίθετα, κάθε ομάδα (η οποία ορίζεται ανάλογα με το στρατό ή με το συγκεκριμένο όπλο ή σώμα και μπορεί να είναι πχ, από ένα ολόκληρο τάγμα μέχρι το πλήρωμα ενός άρματος) η ομάδα συγκροτείται πολύ νωρίς κατά την ένταξη του προσωπικού στην υπηρεσία, και συνεχίζει αδιάσπαστη την πορεία της μέχρι τη λήξη της υπηρεσίας της ή την ολοκλήρωση ενός μεγάλου κύκλου υπηρεσίας. Ενδεικτικά,  το πλήρωμα ενός άρματος μπορεί να συγκροτηθεί ήδη με την λήξη της βασικής εκπαίδευσης ή των ειδικών εκπαιδεύσεων των μελών του, και να παραμείνει αδιάσπαστο μέχρι τέλους.

Το μεν ατομοκεντρικό σύστημα παρέχει πολύ μεγαλύτερη ευκολία κι ευελιξία διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναμικού, το δε ομαδοκεντρικό προσφέρει πολύ μεγαλύτερη συνοχή (με τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα στο ηθικό και στην εκπαίδευση), αλλά πολύ μεγαλύτερη δυσκολία στην διαχείρισή του).

Αρχέτυπα αποτυχημένων στρατών θεωρούνται ιστορικά:

  • Ο Πρωσσικός Στρατός (1806)
  • Ο Γαλλικός Στρατός (1870, 1914, 1940)
  • Ο Ιταλικός Στρατός (1914-1942)
  • Ο Βρετανικός Στρατός (Κριμαία 1856, Ν. Αφρική 1898, Β’ ΠΠ 1939-1942)

Κοινά χαρακτηριστικά των παραπάνω ήταν ότι περιόριζαν το σώμα των αξιωματικών τους στις τάξεις των αριστοκρατών ή των προνομιούχων, αδιαφορούσαν για το ταλέντο,  με κριτήρια εισόδου και προαγωγής βασιζόμενα στην καταγωγή παρά στην ικανότητα, διατηρούσαν μεγαλύτερο από το απαραίτητο ποσοστό αξιωματικών (κυμαινόμενο στο 15-20% της συνολικής δυνάμεως) και ήταν  δογματικοί, με ανελαστικά δόγματα ακόμη κι ενώπιον της προφανούς ανάγκης για αλλαγή.

Οι επιτυχημένοι Στρατοί

Ο Ρωμαϊκός Στρατός  216 π.Χ. – 52 μ.Χ.

Η Μάχη των Καννών το 216 π.Χ. επέβαλε μείζονες μεταρρυθμίσεις στο ρωμαϊκό στρατό. Στη Ρωμαϊκή στρατιωτική σκέψη κυριαρχούσε η προτεραιότητα για την ηγετική ικανότητα στις τάξεις του στρατού.

Ο Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων (ο «Αφρικανός» μετά το 202 πΧ) αναμόρφωσε το σώμα των αξιωματικών με μαζικές  κατ’ αξίαν (meritorious) προαγωγές, ενώ ο Γάιος Μάριος επέφερε τακτικές και δομικές αλλαγές στην λεγεώνα

Ολόκληρος ο Ρωμαϊκός στρατός περιστρέφονταν γύρω από τη λεγεώνα. Η λεγεώνα:

–        Στρατολογούσε, εκπαίδευε και προήγαγε τους δικούς της αξιωματικούς, αξιοκρατικά (παρόμοιο με το σύστημα των Συνταγμάτων) (Σ.τ.Ε.: Το σύστημα των Συνταγμάτων (regimental system) είναι σύστημα στρατολόγησης, και οργάνωσης του στρατού, κατά το οποίο τα «συντάγματα», μονάδες ομοιογενείς, δηλαδή αμιγώς ενός όπλου, αλλά όχι κατ’ ανάγκην και καθορισμένου μεγέθους) στρατολογούν  το προσωπικό τους από καθορισμένη περιοχή, κι αυτό εντάσσεται απ΄ευθείας στο σύνταγμα, στο οποίο και ανήκει οργανικά μέχρι το τέλος της θητείας του. Ανάλογα με τη χώρα και την ιστορική περίοδο, γη πρακτική αυτή μπορεί να περιλαμβάνει και τους αξιωματικούς, έτσι ώστε ένας αξιωματικός δεν μετατίθεται μεταξύ συνταγμάτων αλλα ακολουθεί ες αεί το οργανικό του σύνταγμα, όπου κι αν αυτό αναπτύσσεται, και απομακρύνεται από αυτό μόνο για «κεντρικά» παρεχόμενη εκπαίδευση, δηλαδή κεντρικές σχολές ή σχολεία, καθώς και ανάληψη επιτελικών θέσεων σε υψηλότερο κλιμάκιο )

–        Η διάρκεια της θητείας ήταν 20 έτη— οι ηγέτες της Λεγεώνας προέρχονταν από τις τάξεις της

–        Οι Λεγεώνες ήταν το βασικό δομικό υλικό των στρατιών, και ήταν οι τοπικοί ειδικοί για όλα τα θέματα που σχετίζονταν με την κατοχή των κατακτημένων επαρχιών (ότι σήμερα στην αμερικανική στρατιωτική ορολογία ονομάζεται «Επιχειρήσεις πέραν του Πολέμου» ή “Operations Other Than War” – OOTW)

Το δόγμα τακτικής της Λεγεώνας απαιτούσε την επίδειξη πνεύματος πρωτοβουλίας από τους υφισταμένους.

Η Λεγεώνα ανέπτυξε μία νοοτροπία επαγγελματισμού και ισχυρής συνοχής μονάδος που έδωσε στους Ρωμαίους έναν αήτηττο στρατό για τέσσερις σχεδόν αιώνες μέχρις ότου:

–        απέτυχαν να προσαρμοστεί στις πολεμικές μεθόδους των Γερμανικών Φυλών

–        η θητεία των Πολιτών απομειώθηκε, και επεκτάθηκε η χρήση μισθοφόρων και μεταναστών, χωρίς επενδεδυμένα συμφέροντα στη Ρώμη

–        Η ανάμειξη στις προμήθειες των δικών τους εφοδίων διέφθειρε το σώμα των αξιωματικών (ιδιαίτερα στις πιο μακρυνές και απομονωμένες γωνιές της αυτοκρατορίας)

Ο Γαλλικός Στρατός 1798-1807

Η έννοια του Έθνους υπό τα Όπλα που επεκράτησε με τη Γαλλική Επανάσταση και είχε ως στόχο την κινητοποίηση του δυναμικού όλου του έθνους, είχε τις ακόλουθες επιπτώσεις:

–        επέτρεψε στους Γάλλους να επιλέγουν μεταξύ ενός μεγάλου αριθμού υποψηφίων για το σώμα των αξιωματικών

–        η επανάσταση οδήγησε στην εντυπωσιακή ενίσχυση της ηθικής και φυσικής ενέργειας των πολιτών-στρατιωτών και των νέων ηγετών τους, κι αυτές ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο από τις νίκες εναντίον των συμμαχικών στρατών

–        ηγέτες προήχθησαν αξιοκρατικά (π.χ. ο Davout)

Αρχικά, το δόγμα του Ναπολέοντος για τα «Σώματα Στρατού» απαιτούσε πρωτοβουλία από τους διοικητές των μεραρχιών και των σωμάτων στρατού που ενεργούσαν επί ευρέων μετώπων.

Όμως σταδιακά, κατά την  πορεία του από Στρατηγός προς Αυτοκράτορα ο Ναπολέων έρεπε όλο και περισσότερο προς την χρήση συγκεντρωτικού (top-down) ελέγχου για να διεξαγάγει συγκεντρωτικές μάχες (παρόμοια με τη σύγχρονη έννοια του συγχρονισμού (synchronization)), ενώ ως Αυτοκράτωρ δεν ενθάρρυνε τους υφισταμένους του να ενεργούν αυτόνομα, μακριά από την επίβλεψή του (πχ  στο Βαγκράμ το 1809, στην εκστρατεία της Κεντρικής Γερμανίας το 1813, στο Βατερλώ το 1815).

Συνολικά, οι πολιτιστικές ελευθερίες που απελευθέρωσε η Γαλλική Επανάσταση και το υπόβαθρο και η ιδιοφυία του Ναπολέοντα τον οδήγησαν

–        Ως στρατηγό, να προάγει το ταλέντο, βασιζόμενος στην απόδοση στο πεδίο της μάχης (“στραταρχική ράβδος σε κάθε σακίδιο”)

–        Ως Αυτοκράτορα, να υποκαταστήσει το ταλέντο με κεντρικό έλεγχο και στερεότυπες τακτικές, βασισμένες στην συγκέντρωση πυρός, σε όλα τα επίπεδα, από το σώμα στρατού και πιο χαμηλά (από το Βαγκράμ και μετά)

Ο Φιλλανδικός Στρατός, 1926-1940

Ο Φιλλανδικός στρατός το 1939 κατέστρεψε τον αριθμητικά υπέρτερο Σοβιετικό Στρατό. Στον πόλεμο αυτό οι ηγέτες μικρών κλιμακίων εφάρμοσαν δόγμα πολέμου ελιγμών μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της «πρόθεσης του διοικητού», του «σημείου κύριας προσπάθειας» (Schwerpunkt) και των «διαταγών αποστολής» (mission orders) (Σ.τ.Ε.:  Πρόκειται για δύο βασικές αρχές της γερμανικής στρατιωτικής σκέψης που θεωρούνται μέχρι σήμερα βασικό στοιχείο της  υπεροχής τους και αντικείμενο μελέτης και – λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένης – μιμήσεως εκ μέρους του Αμερικανικού Στρατού από τη δεκαετία του ‘8ο και μετά. Schwerpunkt είναι το “σημείο κύριας προσπάθειας”, που για τους Γερμανούς είχε μία ιδιαίτερη χροιά, πρβλ: “Clausewitz‘ s Schwerpunkt: Mistranslated from German, Misunderstood in English”, Military Review, January– February 2007 , και Auftragstaktik είναι η ανάθεση γενικού αντικειμενικού σκοπού στους υφισταμένους, χωρίς αυστηρές και λεπτομερείς οδηγίες για την επίτευξή του).

Στο Φιλλανδικό στρατό της περιόδου αυτής, το σώμα των αξιωματικών αποτελούσε το 3% της συνολικής δυνάμεως. Η προέλευση του Δόγματος και του Συστήματος Διαχείρισης Προσωπικού ήταν ο Γερμανικός Στρατός. Βασικά χαρακτηριστικά του ήταν τα εξής:

  • Διοικητές και υπαξιωματικοί κατείχαν θέσεις διοικήσεως και ηγεσίας για μεγάλες περιόδους, μεταξύ 3 και 5 ετών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη μεγαλύτερες
  • Οι προαγωγές κι επιλογές ήταν αποκεντρωμένες στο επίπεδο συντάγματος, βασιζόμενες σε αυστηρές εξετάσεις και την απόδοση σε εκπαιδευτικές ασκήσεις
  • Η εκπαίδευση των οπλιτών, υπαξιωματικών και οπλιτών  ήταν εξαιρετική. Ενδεικτικά, σε μία μάχη, ένας υπαξιωματικός επικεφαλής αποσπάσματος 100 ανδρών κατανίκησε ένα Σοβιετικό τάγμα
  • Ο στρατός βασιζόταν σε ένα ισχυρό σύστημα συνταγμάτων (ο στρατός αποτελούταν κυρίως από την «Εθνική Φρουρά»), ήταν οργανωμένος κατά το Ελβετικό πρότυπο (μονάδες από την ίδια πόλη, περιοχή), ενώ το σχέδιο επιστρατεύσεως απαιτούσε εφεδρείες εξ ίσου καλά εκπαιδευμένες με τον μικρό τακτικό στρατό

Συνολικά, μπορεί να αναφερθεί ότι:

–        Οι Φιλλανδοί επέτυχαν το μεγαλύτερο λόγο απωλειών στο Β’ ΠΠ – 10:1 – εναντίον των Σοβιετικών

–        Τα κριτήρια εισαγωγής κι εξέλιξης των Φιλλανδών αξιωματικών και υπαξιωματικών ήταν ακόμη υψηλότερα έναντι αυτών του Γερμανικού συστήματος

Γερμανικός/Πρωσσικός Στρατός (1809-1942)

(Σ.τ.Ε.: Μετά την ατιμωτική ήττα του Πρωσικού Στρατού στην Ιένα το 1806, και την κατάκτηση της Γερμανίας από τους Γάλλους, στις τάξεις του στρατού αναπτύχθηκε μία τάση για αναθεώρηση του συνολικού στρατιωτικού προτύπου, το οποίο σταδιακά επεκράτησε και διαμόρφωσε το νέο πρωσικό στρατό. Οι ηγέτες της στρατιωτικής μεταρρύθμισης θεωρούνται ιστορικά ο Κλαούζεβιτς (ο οποίος έθεσε το θεωρητικό υπόβαθρο της νέας αντίληψης) και οι Σάρνχορστ και Γκνάιζενάου)

Ο Γκέραντ Σάρνχορστ (ηγετικός Πρώσος μεταρρυθμιστής μετά το 1806) πίστευε βαθιά στην αξία της Ηγεσίας στο στράτευμα. Βασικά στοιχεία της μεταρρυθμιστικής του πολιτικής ήταν:

–        Η πρόσβαση στο σώμα των αξιωματικών έπρεπε να καθορίζεται από την αξία και όχι από την κοινωνική τάξη (δεν επετεύχθη πλήρως)

–        Τα κριτήρια για την απόκτηση του αξιώματος του αξιωματικού θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά αυστηρά (επετεύχθη – μόνο το 25% των υποψηφίων επιτύγχανε)

–        Η επιλογή και η προαγωγή των αξιωματικών θα έπρεπε να είναι αποκεντρωμένες στα συντάγματα και στους διοιηκητές συνταγμάτων (επετεύχθη)

  • Ο υποψήφιος αξιωματικός πρώτα υπηρετούσε στο σύνταγμα ως «δόκιμος» (“ensign”, Σ.τ.Ε.: “Fahnenjung”, για την ακρίβεια)
  • Ο υποψήφιος έπρεπε να περάσει μια απαιτητική τριήμερη εξέταση
  • Ο χαρακτήρας του υποψηφίου έπρεπε να εγκριθεί από μία επιτροπή αξιωματικών του συντάγματος

Τα αυστηρά αλλά δίκαια κριτήρια εξασφάλιζαν ότι οι αξιωματικοί μπορούσαν να αφοσιωθούν στο επάγγελμά τους. Οι αξιωματικοί αποτελούσαν το 3-5% της συνολικής δυνάμεως

Στην επαγγελματική εξέλιξη των αξιωματικών διαμορφώθηκε ένα σύστημα τριών «κατευθύνσεων»: :, αξιωματικοί των Συνταγμάτων (μάχιμες μονάδες), αξιωματικοί του Γενικού Επιτελείου και Τεχνικοί Αξιωματικοί.

Τα συστήματα Εκπαίδευσης και Προσωπικού επικέντρωναν την προσοχή τους στην διάπλαση χαρακτήρα και στην τέχνη του πολέμου στο τακτικό κι επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά όχι στο στρατηγικό επίπεδο του πολέμου.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είχαν σαν συνολικό αποτέλεσμα την συστηματική υπεροχή και τη θεσμοποιημένη αριστεία των Γερμανών στο τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο του πολέμου, που τους καθιστούσαν ιδανικούς για πολέμους περιορισμένους στην Ευρώπη (νίκες  στο Δανικό Πόλεμο του 1864, στην Αυστρία το 1866 και στη Γαλλία το  1870). Από την άλλη, οι Γερμανοί υπήρξαν αδύναμοι στο στρατηγικό επίπεδο και καταστροφικοί στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, όπως μαρτυρούν ο Α’ και Β’ ΠΠ. Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά, «δημιουργούσαν εχθρούς πιο γρήγορα απ΄ ότι μπορούσαν να τους σκοτώνουν».

Ο Ισραηλινός Στρατός 1948-1967

Η έντονη πρωτοβουλία και νοοτροπία αποκέντρωσης στα θέματα των αξιωματικών που χαρακτήριζαν τον ισραηλινό στρατό προήλθαν από την εξέλιξη του από τις ανταρτικές οργανώσεις  που διενεργούσαν τις – κατά βάσιν καταδρομικές – επιχειρήσεις του 1948. Έτσι, μέχρι το 1967, οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί τεθωρακισμένων είχαν υπηρετήσει ως καταδρομείς το 1948 ή νωρίτερα. Η καταδρομική κληρονομιά μετεξελίχθηκε φυσικά μεταξύ 1948 και 1956 σε ένα αποτελεσματικό δόγμα πολέμου ελιγμών που είχε αντιγραφεί από το γερμανικό στρατό, το οποίο έφθασε σε ωριμότητα το 1967 και που επιζούσε σχετικά αλώβητο ώστε να ανακάμψει το 1973.

Η εξέλιξη των αξιωματικών (μέχρι το 1973) έδινε απόλυτη προτεραιότητα στην ηγεσία στο πεδίο της μάχης. Όλοι οι αξιωματικοί ξεκινούσαν ως οπλίτες, οι καλύτεροι οπλίτες γίνονταν υπαξιωματικοί και οι καλύτεροι υπαξιωματικοί γίνονταν αξιωματικοί. Τα σχολεία ομαδαρχών υπαξιωματικών θεωρούνταν από τα πιο απαιτητικά στον κόσμο. Οι αξιωματικοί προέκυπταν από ένα σύστημα προσωπικού που έδινε προτεραιότητα στη συνοχή των μονάδων, το οποίο κρατούσε ομάδες και πληρώματα ενιαία από την αρχή μέχρι το τέλος της θητείας τους.

Η αυστηρή διαδικασία επιλογής περιόριζε τους αξιωματικούς στο 7-8% της συνολικής δυνάμεως

Οι τοποθετήσεις των αξιωματικών γίνονταν κατά  προτεραιότητα και ανάλογα με την επιτυχία στις πολεμικές επιχειρήσεις και το πνεύμα πρωτοβουλίας. Ανάλογα με το πνεύμα πρωτοβουλίας, υψηλότερη προτεραιότητα δίνονταν στους χειριστές μαχητικών αεροσκαφών, μετά στους αλεξιπτωτιστές, μετά στους τεθωρακισμένους κοκ, μέχρι τα σώματα.

Η συνήθης σταδιοδρομία ήταν (και παραμένει) είκοσι ετών, με τους αξιωματικούς να υπηρετούν σε λίγες θέσεις. Οι περισσότεροι αξιωματικοί σωμάτων είχαν προηγουμένως υπηρετήσει στα όπλα.

Οι προαγωγές μέχρι το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη κι η επιλογή για διοικήσεις ήταν ανατεθειμένες στους διοικητές ταξιαρχιών (Σ.τ.Ε: Λόγω της δομής των ισραηλινών ταξιαρχιών, στην πραγματικότητα αυτές ήταν ομοιογενείς από πλευράς  όπλων, και αντιστοιχούσαν περισσότερο προς τα παλαιότερα Συντάγματα των άλλων στρατών)

Τα χαρακτηριστικά αυτά είχαν συνολικά ως αποτελέσματα:

–        μέχρι το 1967, οι ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις να επιτυγχάνουν ταχεία κινητοποίηση και γρήγορες νίκες με χαμηλές απώλειες

–        να απωλέσουν την πρωτοβουλία κατά τις πρώτες ημέρες του Πολέμου του 1973, αλλά να συνέλθουν γρήγορα και να απομονώσουν γρήγορα τους Άραβες αντιπάλους τους

–        όταν  μετά τις τις υψηλές απώλειες σε αξιωματικούς του 1973 άλλαξαν την νοοτροπία του συστήματος παραγωγής αξιωματικών για να έχουν μεγαλύτερο αριθμό, είδαν σημαντική πτώση της απόδοσής τους στο Λίβανο το 1982 και στην Ιντιφάντα που ακολούθησε, όπως και στις μέχρι σήμερα πολεμικές τους εμπλοκές.

Οι ανεπιτυχείς στρατοί

Πρωσικός Στρατός του 1806

Οι Πρώσοι στρατιωτικοί, αντιμέτωποι με τις αλλαγές στο δόγμα που δημιούργησαν η Γαλλική Επανάσταση και η επιχειρησιακή ιδιοφυΐα του Ναπολέοντα, τυποποίησαν τις συγκεντρωτικές επιχειρησιακές και τακτικές αντιλήψεις του Φρειδερίκου του Μεγάλου, χωρίς την ιδιοφυία του.

Μέσα στον πρωσικό στρατό η συζήτηση αποθαρρυνόταν ή και αποδοκιμαζόταν, ενώ τεράστιο ήταν το κοινωνικό χάσμα μεταξύ αξιωματικών και οπλιτών. Η παρακμή αποκαλύφθηκε στη μάχη της Ιένας – Άουερστατ (Οκτώβριος του 1806) όταν ο Πρωσικός Στρατός κατέρρευσε και τράπηκε σε φυγή.

Σε ότι αφορούσε την παραγωγή, την προαγωγή και την επαγγελματική διαμόρφωση των αξιωματικών:

–        Αυτοί προέρχονταν κυρίως από την Πρωσική αριστοκρατία

–        Η επιλογή και η προαγωγή βασίζονταν κυρίως στις διασυνδέσεις και όχι στην επίδοση

–        Δεν υπήρχε καμία επαγγελματική εκπαίδευση

Έναντι του επαγγελματισμού προτιμώντο τα σύμβολα και οι συμβολισμοί που δόξαζαν την γενναιότητα και την ορμητικότητα.

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα οι Γερμανοί μεταρρυθμιστές να συνειδητοποίησουν ότι η επίδοση ενός Στρατού εξαρτιόνταν από:

–        Το να έχει ένα επαγγελματικό σύστημα εκπαίδευσης και ανάπτυξης για να αναλύει τα διδάγματα της στρατιωτικής ιστορίας

–        Μία νοοτροπία που να ενθαρρύνει τη συζήτηση και την πνευματική ζύμωση που απαιτείται για να εξελιχθούν τα μαθήματα σε νέες ιδέες (και τεχνολογίες) που είναι απαραίτητες για να διεξαχθεί ο επόμενος πόλεμος

–        Ένα σύστημα επιλογής και προαγωγής αξιωματικών το οποίο δίνει έμφαση στην ικανότητα και στην απόδοση, κι όχι στις οικογενειακές διασυνδέσεις

Το προϊόν της εξέλιξης αυτής υπήρξε η ανάπτυξη ενός κλίματος και νοοτροπίας εμπιστοσύνης και αμοιβαίας εκτίμησης στις τάξεις των αξιωματικών του Γερμανικού στρατού.

Ο Γαλλικός Στρατός 1870-1914, 1919-1940

Η Επανάσταση εκδημοκράτισε το Γαλλικό σώμα των αξιωματικών, κατάσταση η οποία συνεχίστηκε κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Όμως η εμπιστοσύνη και ο αμοιβαίος σεβασμός που ένωσε τους Γερμανούς αξιωματικούς δεν αναπτύχθηκαν ποτέ στο Γαλλικό σώμα των αξιωματικών, εξ αιτίας ενός συστήματος που προήγαγε το άτομο εις βάρος του συνόλου.

Η αποτυχία του 1870 προερχόταν από την εμμονή με τον αποικιακό τρόπο πολέμου, η οποία καθιστούσε την επιτυχή μέχρι πριν το 1870, ηγεσία του στρατού  ανίκανη να ανταποκριθεί στη νέα Γερμανική μέθοδο πολέμου.

Οι θανάσιμες αδυναμίες του Γαλλικού σώματος των αξιωματικών το 1940 μπορούν να ανιχνευθούν σε πολλά γεγονότα ή στάσεις πριν από τον Β’ ΠΠ.

–        Έλλειψη αμοιβαίου σεβασμού, καριερισμός και διαφθορά (πχ, Υπόθεση Ντρέυφους πριν από τον Α’ ΠΠ)

–        Αποξένωση των καριεριστών αξιωματικών από το πολιτικό καθεστώς του ‘30

–        Έλλειψη αλληλεγγύης με τους υφισταμένους, ειδικά με τους οπλίτες (δεκαετία ’20 και ’30)

–        Κατάπνιξη της εσωτερικής συζήτησης  (πχ Ντε Γκώλ)

–        Συσσώρευση αξιωματικών (20% της συνολικής δυνάμεως) που είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί αξιωματικοί να υπηρετούν σαν υπαξιωματικοί

–        Ανικανότητα να αντιμετωπίσουν απρόβλεπτες καταστάσεις  (Μετς και Σεντάν το 1870, Μάχη των Συνόρων το 1914 και Γερμανική διάσπαση το 1940)

–        Συγκεντρωτικός έλεγχος και αυταρχισμός συνέθλιβαν την πρωτοβουλία των υφισταμένων και εμπόδιζαν την συνεργασία μεταξύ όπλων και σωμάτων του στρατού

Στον θεωρητικό τομέα, η Καρτεσιανή Αντίληψη περί πολέμου  διαμόρφωσε την εκπαίδευση και τη σκέψη, επιδιώκοντας να επιβάλει τάξη, μέθοδο και διαδικασία στο χάος του πολέμου.

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας που αποθάρρυνε τη συζήτηση, την ανταλλαγή απόψεων και την πνευματική ζύμωση που οδήγησαν στην  εσωστρέφεια, την επιβολή δογματικών  υποθέσεων επί των διδαγμάτων της ιστορίας και τη χρήση νέων τεχνολογιών για την ενίσχυση παλαιών ιδεών.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών, η Γαλλική εμμονή στο δόγμα της «μεθοδικής μάχης» μετά τον Α’ ΠΠ (πρόβλεπε RMA) και η Γραμμή Μαζινό (πρόβλεπε Πόλεμος των Άστρων)

Ιταλικός Στρατός 1914-1942

Ο Ιταλικός στρατός είχε θεωρητικά το ίδιο δόγμα με τους Γερμανούς (αντέγραφαν τα κατά λέξιν  τα γερμανικά εγχειρίδια), αλλά δεν κατάφερε να δημιουργήσει το σώμα των αξιωματικών που θα το εφάρμοζε.

Μέχρι και τον Β’ ΠΠ, οι αξιωματικοί επελέγοντο από την τάξη των αριστοκρατών, και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτούς και τους οπλίτες ήταν σημαντικός. Καμία παράδοση στα επαγγελματικά θέματα δεν ένωνε τους αξιωματικούς. Οι μετρήσεις της επίδοσης, όπως πχ εξετάσεις, δεν επηρέαζαν τις προαγωγές, οι οποίες γίνονταν από μία κεντρική επιτροπή επιλογής στη Ρώμη, συνήθως υπό σημαντική πολιτική και οικογενειακή επιρροή, ενώ η «περίσσεια εξυπνάδας» (ευφυΐα) ή «ζήλου» αντιμετωπίζονταν ως ακαταλληλότητα.

Η πολεμική εμπειρία προερχόταν από την κατανίκηση φυλών πρωτογόνων αντιπάλων σε αποικιακούς πολέμους, όπου δεν υπήρχε καμία πίεση να αναπτυχθεί η στρατιωτική τέχνη του πολέμου συνδυασμένων όπλων.

Αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα η νοοτροπία του Ιταλικού Στρατού το 1939 να τον καθιστά ανίκανο να εκτελέσει πόλεμο ελιγμών. Οι Ιταλοί υποστήριζαν την Ταχύτητα και την Πρωτοβουλία στο δόγμα τους, αλλά στην πράξη εξασκούσαν κεντρικό έλεγχο.

Γιατί; Διότι οι ιεραρχικές, απόμακρες σχέσεις μεταξύ των αξιωματικών παρέλυαν τους διοικητές και τους υφισταμένους με την εισαγωγή πολύπλοκων επιπέδων γραφεικρατικών διαδικασιών, ενώ οι αυστηρές απαιτήσεις για την τήρηση επισήμου πρωτοκόλλου παρεμπόδιζαν την ειλικρινή επικοινωνία. Ο καριερισμός αύξανε το φόβο για ανάληψη ρίσκου και περιόριζε την ελευθερία δράσεως.

Βρετανικός Στρατός 1856, 1898, 1939-42

Το πολιτικό καθεστώς δεν ενδιαφερόταν για το σώμα των αξιωματικών του στρατού κατά το 19ο αιώνα, αφ’ ενός διότι δε χρειαζόταν επαγγελματικό στρατό για να πρστατεύσει την ελίτ του από κοινωνική επανάσταση, ενώ βάσιζε την εξωτερική του πολιτική στην ναυτική στρατηγική και στις αποικιακές απειλές προς την αυτοκρατορία.

Παρ΄ όλο που ο Βρετανικός στρατός διατηρούσε ένα εξαιρετικό σύστημα συνταγμάτων από τον καιρό του στρατού του Κρόμγουελ στα 1600, το σύστημα του για τους αξιωματικών είχε βαθύτατα μειονεκτήματα.

–        Ο στρατός επέλεγε και στρατολογούσε αξιωματικούς από την τάξη των αριστοκρατών μέχρι τον Β’ ΠΠ, και όταν κατά τον Α’ και Β’ ΠΠ απαιτήθηκε μεγάλος αριθμός αξιωματικών, το σώμα επεκτάθηκε υπερβολικά γρήγορα.

–        Το σύστημα συνταγμάτων αποκέντρωνε τις προαγωγές στους κατώτερους βαθμούς (το οποίο είναι σωστό μέτρο), αλλά η επιλογή επηρεαζόταν περισσότερο από το αριστοκρατικό υπόβαθρο και τον πλούτο, παρά από την ικανότητα

–        Δεν δινόταν καμία έμφαση στον παιδεία γύρω από την τέχνη του πολέμου, γιατί ο Στρατός θεωρούταν «επάγγελμα Κυρίων» (gentleman’s profession)

Η εμμονή στις αποικιακές απειλές, σε συνδυασμό με τον ερασιτεχνισμό (η αντίληψη για το «επάγγελμα Κυρίων») δημιούργησε τις συνθήκες για τη δημιουργία ενός άκαμπτου δόγματος με στενό (κεντρικό) έλεγχο. Η αυταρχική νοοτροπία της αριστοκρατικής παράδοσης δυσκόλευε την μάθηση με το να καθιστά δύσκολο το να παραδεχτεί κανείς το λάθος του. Μετά τον Πόλεμο των Μπόερ και τον Α’ ΠΠ οι αναφορές των κατωτέρων αξιωματικών πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων

Όλα αυτά είχαν σαν συνολικό αποτέλεσμα το σύστημα των Συνταγμάτων να δημιουργεί αρραγή συνοχή μονάδων κι ένα ιδιαίτερα καλό σύστημα υπαξιωματικών το οποίο δεν έσπασε ποτέ στη μάχη, αλλά δε μπορούσε να ακολουθήσει τις εξελίξεις του πολέμου ή να προσαρμοστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου

–        Στη Μπαλακλάβα (1856), οι υπαξιωματικοί των μικρών κλιμακίων άντεξαν την κύκλωση από υπέρτερους αριθμούς Ρώσων

–        Στο ύψωμα Ρορκ (Rork’s Drift), το 1898, περικυκλωμένος λόχος απέκρουσε 3,000 βετεράνους πολεμιστές Ζουλού, ιδιαίτερα πειθαρχημένους και με υψηλό ηθικό

–        Στη Βόρειο Αφρική (1941-1942) οι Βρετανοί διατήρησαν τη συνοχή και απέφυγαν την κατάρρευση παρά τα επανειλημμένα τακτικά κι επιχειρησιακά σφάλματα κατά την αντιμετώπιση του Ρόμμελ

Σύγχρονος Αμερικανικός Στρατός και Σύστημα Διαχείρισης Αξιωματικών

Το Δόγμα Κινητοποίησης

Η σημερινή πολιτική διαχείρισης προσωπικού του Αμερικανικού Στρατού διαμορφώνεται από την ανάγκη για μαζική κινητοποίηση (επιστράτευση)

Το σύστημα που ισχύει είναι αυτό της «προαγωγής ή αποστρατείας» («αποστρατείας λόγω προαγωγής νεωτέρου», όπως ονομάζεται στον Ελληνικό Στρατό, ή, γλαφυρότερα, «η ταν, ή πετάς»…) ώστε να διατηρεί αξιωματικούς νέους και σε φόρμα. Το σύστημα αυτό απαιτεί μία θέση για να διατηρηθεί ο καθένας, ώστε να συνεχίσουν να προάγονται. Με το σύστημα αυτό, ο αριθμός αξιωματικών διατηρείται πολύ μεγάλος για να παράσχει δεξαμενή επάνδρωσης νέων σχηματισμών σε περίοδο επιστρατεύσεως. Διατηρούνται πολλά και μεγάλα στρατηγεία για να επιβλέπουν τις διαδικασίες και την   προσκόλληση στο δόγμα, καθώς και να παράσχουν θέσεις για να παραμένει σε ενέργεια το προσωπικό (πρακτική που με τον καιρό έχει  παγιωθεί).

Το σύστημα αυτό αποτελεί κληρονομιά της κοσμοαντίληψης του Στρατηγού Μάρσαλ (Σ.τ.Ε: Ο Μάρσαλ αναδιοργάνωσε τον Αμερικανικό Στρατό με την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ ΠΠ και είναι ο βασικός υπεύθυνος για τη μεταμόρφωσή του από έναν μικρό, αδύναμο στρατό στην τεράστια πολεμική μηχανής της λήξης του Β’ ΠΠ.)

Ο στρατός παραμένει οργανωμένος για να πολεμήσει ένα γραμμικό πόλεμο, στο πρότυπο του πολέμου φθοράς που διεξήγαγε κατά το Β’ ΠΠ. Παρά τις κατά καιρούς  προσπάθειες, παραμένει προσηλωμένος στο σύστημα ατομικής αντικατάστασης κι όχι αντικατάστασης ομάδος.

Σύστημα εξέλιξης «προαγωγή ή αποστρατεία»

Ο Νόμος για το προσωπικό του Αμερικανικού Ναυτικού, του 1916 πρωτοεισήγαγε το σύστημα εξέλιξης «προαγωγή ή αποστρατεία», αλλά απέτυχε επειδή το Ναυτικό είχε μικρό σώμα αξιωματικών (το σύστημα απαιτεί μεγάλο αριθμό ανωτάτων αξιωματικών για να πετύχει)

Ο Νόμος Προσωπικού για τους Αξιωματικούς του 1947 (βασισμένος στις καταθέσεις των Αϊζενχάουερ, Μάρσαλ και Μπράντλεϋ) αύξησε σημαντικά το μέγεθος του σώματος των αξιωματικών στους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς, με την επιστράτευση κατά νου. Αποδέχτηκε το σύστημα εξέλιξης «προαγωγής ή αποστρατείας» για να αναπτύξει «γενικούς» (“generalists”) αξιωματικούς, διατηρώντας παράλληλα το σώμα των αξιωματικών «νεανικό και σφριγηλό», ενώ καθιέρωσε σύστημα συνταξιοδότησης «όλα ή τίποτα στα 20 έτη»

Μελέτη της Σχολής Πολέμου του 1970 για τον επαγγελματισμό στον Αμερικανικό Στρατό δήλωνε ότι το σύστημα εξέλιξης «προαγωγής ή αποστρατείας»,

–        “συνεισέφερε κατά μεγάλο μέρος στην ανεπιθύμητη κι ανήθικη συμπεριφορά των αξιωματικών του»

–        “οι ανώτατοι αξιωματικοί θυσίαζαν την ακεραιότητά τους στο βωμό της προσωπικής επιτυχίας”

–        “οι κατώτεροι αξιωματικοί εμφάνιζαν μια εμμονή με ασήμαντες στατιστικές”

Το 1974 ξεκίνησε συζήτηση σχετικά με το σύστημα «προαγωγής ή αποστρατείας» η οποία οδήγησε στο «Αμυντικό Νόμο περί Διαχείρισης Προσωπικού Αξιωματικών» (Defense Officer Personnel Management Act (DOPMA)) του 1980. Ο Γερουσιαστής Σάμ Νάν αντιτάχθηκε σε αυτόν, διότι:

–        “σύστημα εξέλιξης «προαγωγής ή αποστρατείας» εξαναγκάζει πάρα πολλούς έμπειρους αξιωματικούς σε αποστρατεία”

–        “Ο αριθμός ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών είναι υπερβολικά υψηλός ήταν”

αλλά, τα επιτελεία ήθελαν «προαγωγή ή αποστρατεία».

Η θεωρία πίσω από το σύστημα «προαγωγή ή αποστρατεία»:

–        Αν το σύστημα λειτουργεί σωστά, θα υπάρχουν πάντοτε περισσότεροι αξιωματικοί με τα προσόντα για προαγωγή, απ’ ότι υπάρχουν διαθέσιμες κενές θέσεις

–        Επιτρέπει την επιλεκτικότητα, την επιλογή των «καταλληλότερων»

–        Εξαναγκάζοντας τους αξιωματικούς σε συνεχείς προαγωγές, αυτοί εκτίθενται σε πολλές θέσεις που τους προετοιμάζουν σφαιρικά για ανώτατες ηγετικές θέσεις.

–        Διατηρεί ένα «νεανικό και σφριγηλό» σώμα αξιωματικών, ικανό να ανταπεξέλθει από φυσικής απόψεως στις απαιτήσεις της μάχης

One Response to Το Νομοσχέδιο για τις Κρίσεις των Αξιωματικών και η Αμυντική Ισχύς της Χώρας – Μέρος ΙI

  1. Ο/Η konion λέει:

    Λίγο ἀπὸτομα δὲν τελειώνει;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s