ΠΝ: Υποστολή σημαιών και Δομή Δυνάμεων

Του Οδυσσέα

Στο Εν Κρυπτώ αναρτήθηκε πρόσφατα μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση σχετικά με τη συμμετοχή των ΤΠΚ και των υποβρυχίων στη δομή δυνάμεων του ΠΝ.

Αν και συμφωνούμε με τη βασική θέση του άρθρου, δηλαδή ότι τα εν ενεργεία υποβρύχια του ΠΝ δεν είναι επαρκή για τις επιχειρησιακές ανάγκες του, ενώ αντίθετα έχει διατεθεί αδικαιολόγητα πολλοί πόροι για ΤΠΚ, σε αναντιστοιχία με τις επιχειρησιακές δυνατότητες που προσφέρει, έχουμε κάποιες διαφωνίες ως προς το πλαίσιο της ανάλυσης. Η διαφωνία δεν είναι θεωρητικού χαρακτήρα, αλλά έχει σημασία γιατί οδηγεί σε διαφορετικά πρακτικά συμπεράσματα. Η διαφωνία μας, επιγραμματικά,  έγκειται στα παρακάτω σημεία, στα οποία και θα επανέλθουμε αναλυτικά:

  • Ο ανταγωνισμός πόρων δεν είναι μεταξύ των υποβρυχίων και των πυραυλακάτων (αποκλειστικά). Η διάθεση των πόρων πρέπει να εξετάζεται συνολικά στο πλαίσιο του επιχειρησιακού σχεδιασμού και των βασικών σεναρίων δράσης στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν υπάρχει ανταγωνισμός πόρων μεταξύ της ΔΥ και της ΔΤΣ, αλλά πρόβλημα ορθής κατανομής των πόρων ανάμεσα σε όλες τις Διοικήσεις. Η ΔΤΣ δεν έχει αφαιρέσει αδικαιολόγητα  πόρους μόνον από την ΔΥ, αλλά και από άλλες διοικήσεις – με πρώτες τη Διοίκηση Φρεγατών και την 353 ΜΝΑΣ.
  • Όπως πολύ ορθά αναφέρει το άρθρο, είναι  αμφίβολο αν οι πυραυλάκατοι είναι πλέον σε θέση να φέρουν επιτυχώς εις πέρας το ρόλο που τους είχε (ορθώς) ανατεθεί στις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90. Όμως, ο ρόλος αυτός μπορεί να αναληφθεί πολύ πιο αποτελεσματικά και πολύ πιο οικονομικά από την οργάνωση του Ανατολικού Αιγαίου ως αρχιπελάγους, με ένα συνδυασμό όπλων, αισθητήρων και τηλεπικοινωνιακών δικτύων με στόχο την υποστήριξη της ναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολικό Αιγαίο (προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: δεν προτείνουμε την υποκατάσταση των κυρίων μονάδων επιφανείας από το συνδυασμό αυτό, αλλά την αντικατάσταση των ΤΠΚ από αυτόν).
  • Ένας βασικός λόγος για την ενίσχυση του ελληνικού υποβρυχιακού στόλου είναι ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες και με τους υφιστάμενους περιορισμούς, τα υποβρύχια είναι το βασικό μέσον με το οποίο το ΠΝ (και η χώρα) μπορούν να δηλώσουν αξιόπιστα κι αποφασιστικά την παρουσία τους στον κρίσιμο χώρο της ΝΑ Μεσογείου, και κυρίως στο τρίγωνο Κρήτης – Κύπρου – Ρόδου. Είναι ουτοπικό να αναμένουμε ότι στην παρούσα φάση της στρατιωτικής ισορροπίας η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει την ναυτική κυριαρχία στην ΝΑ Μεσόγειο από την Τουρκία. Με την έντονη υποβρυχιακή παρουσία (που είναι ρεαλιστικά εφικτή με μία καλύτερη δομή δυνάμεων) μπορεί να αμφισβητήσει αποφασιστικά την τουρκική αεροναυτική υπεροχή στη ΝΑ Μεσόγειο, και να διαταράξει αποφασιστικά τις στρατηγικά κρίσιμες θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας της Μικρασιάς με την Κύπρο.

Σε επόμενα σημειώματα θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά για μερικά, τουλάχιστον, από τα ανωτέρω σημεία. Εν συνεχεία, παρατίθεται ολόκληρο το άρθρο:


Στις 9 και 10 Ιουνίου 2011 πραγματοποιήθηκαν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας οι τελετές υποστολής σημαίας του υποβρυχίου «Γλαύκος» (S-110) και των ΤΠΚ Βλαχάβας (Ρ74), Τουρνάς (Ρ76) και Σακίπης (Ρ77). Αξίζει να γίνουν μερικά σχόλια για τον παροπλισμό των πλοίων αυτών, ο οποίος προφανώς υπαγορεύθηκε από την ανάγκη περιορισμού των λειτουργικών δαπανών, αλλά φαίνεται (στην περίπτωση του «Γλαύκου») να παραβλέπει χάριν της οικονομίας κάθε άλλη παράμετρο.

Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά σχόλια: Ο παροπλισμός των τριών ΤΠΚ μπορεί να θεωρηθεί εύλογος, δεδομένου ότι οι πυραυλάκατοι του ΠΝ με την παράδοση των Super Vita είχαν υπερβεί αρκετά την αρχική οροφή (14 σκάφη). Αναλυτικά, τα πλοία που αποσύρθηκαν είναι τα τρία από τα έξι συνολικά ΤΠΚ κλάσης S148 που αποκτήθηκαν μεταξύ 1994 και 2000 από τα αποθέματα του Γερμανικού ναυτικού και ήταν συνολικά τα P72 ΒΟΤΣΗΣ, P73 ΠΕΖΟΠΟΥΛΟΣ, P74 ΒΛΑΧΑΒΑΣ, P75 ΜΑΡΙΔΑΚΗΣ, P76 ΤΟΥΡΝΑΣ και P77 ΣΑΚΙΠΗΣ. Οι συγκεκριμένες πυραυλάκατοι είναι σχεδόν πανομοιότυπες με τις τέσσερις Combattante IIA που είχε αποκτήσει το ΠΝ το 1971-72. Ακολούθησε to 1977-78 η ναυπήγηση των τεσσάρων πυραυλακάτων Combattante III (κλάση Λάσκος) που ήδη εκσυγχρονίστηκαν, και το 1980-81 η ναυπήγηση των έξι πυραυλακάτων Combattante ΙΙΙΒ (κλάση Καβαλούδης) από τις οποίες απομένουν πέντε, μετά την απώλεια του «Κωστάκου» το 1996. Με την προσθήκη των γερμανικών S148 το ΠΝ αύξησε το στόλο του σε 19 ΤΠΚ περί το 2001, πριν αρχίσουν να αποσύρονται οι 4 Combattante IIA (2002-2004) κατεβάζοντας πάλι τον αριθμό σε 15. Στη συνέχεια, η ένταξη στο Στόλο τεσσάρων νέων ΤΠΚ τύπου Super Vita αύξησε και πάλι το συνολικό αριθμό σε 19. Συνεπώς η απόσυρση των τριών ΤΠΚ τύπου S148 ήταν φυσιολογική καθώς συμβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού και υλικού, και λογικά θα ακολουθήσει η απόσυρση των υπόλοιπων τριών, όταν παραδοθούν οι υπόλοιπες τρεις Super Vita.


Τελευταία απόδοση τιμών από τα πληρώματα προς τις σημαίες, κατά την υποστολή τους

Από μια ευρύτερη οπτική γωνία μάλιστα, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η περαιτέρω μείωση της οροφής των ΤΠΚ του ΠΝ, προς όφελος άλλων τύπων πλοίων. Οι πυραυλάκατοι του ΠΝ έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στο Αιγαίο, και κατά μία έννοια ταιριάζουν στο ριψοκίνδυνο χαρακτήρα του Έλληνα ναυτικού. Όμως οι πυραυλάκατοι διεθνώς είναι μια «εφεύρεση» της δεκαετίας του ’60 και στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν εξελίχθηκε η τεχνολογία, και μαζί της οι απειλές που αντιμετωπίζουν. Ως αρχική σύλληψη, οι πυραυλάκατοι είναι πλοία με αποκλειστικά επιθετικό οπλισμό και ελάχιστες δυνατότητες αυτοάμυνας, που βασίζονται κυρίως στην απόκρυψη (οπτική και ραδιομαγνητική) που προσφέρουν οι ακτογραμμές, ώστε να εκδηλώσουν την επίθεσή τους εναντίον βαρύτερων σκαφών επιφανείας (αντιτορπιλικών, φρεγατών κλπ.). Όταν χαθεί αυτή η απόκρυψη (και αυτό συμβαίνει το αργότερο με την εκδήλωση της επίθεσης), είναι ευάλωτες στα (ισχυρότερα) πυρά των αντίπαλων σκαφών επιφανείας, αλλά και στην εχθρική αεροπορία. και υπό συνθήκες εχθρικής αεροπορικής κυριαρχίας η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη (βλ. π.χ. βύθιση πυραυλακάτων του Ιράκ το 1991).

– Στο Αιγαίο της δεκαετίας του ’70, η εισαγωγή τους έφερε επανάσταση στη ναυτική τακτική, καθώς τα τουρκικά σκάφη επιφανείας δεν είχαν δυνατότητες άμυνας απέναντι σε πυραύλους επιφανείας (ακριβώς όπως και το ισραηλινό Α/Τ Eilat που βυθίστηκε από αιγυπτιακές πυραυλακάτους το 1967) και δεν μπορούσαν να εντοπίσουν πυραυλακάτους «αγκιστρωμένες» στις ακτές με τα ραντάρ, τους μόνους αισθητήρες που διέθεταν.
– Στη δεκαετία του ’80 μπήκαν στην εξίσωση και τα τουρκικά ελικόπτερα – αλλά επειδή κι αυτά χρησιμοποιούσαν μόνο ραντάρ και έφεραν παλαιού τύπου πυραύλους (Sea Skua), οι πυραυλάκατοι εξακολουθούσαν να έχουν καλές πιθανότητες να παραμείνουν ανεντόπιστες, καθώς τα πληρώματά τους είχαν πλέον εξοικειωθεί με την «αγκίστρωση» σε επίκαιρα σημεία του Αιγαίου που προσέφεραν εξαιρετική απόκρυψη.
– Στη δεκαετία του ’90 το ΤΝ (όπως και το ΠΝ) βελτίωσε τις αντιπυραυλικές δυνατότητες των σκαφών επιφανείας του, γεγονός που τα κατέστησε λιγότερο ευάλωτα σε πλήγματα Κ/Β, και επιπλέον άρχισε να βελτιώνει τις δυνατότητες εντοπισμού και καταστροφής των ελληνικών πυραυλακάτων με την εισαγωγή νυχτερινών αισθητήρων (FLIR) και Κ/Β Hellfire στα ελικόπτερα.
– Μετά το 2000 δε, οι τουρκικές δυνατότητες στον τομέα της αναγνώρισης έχουν αναβαθμιστεί τόσο πολύ, ώστε να αμφισβητείται πλέον η δυνατότητα των ΤΠΚ να παραμείνουν ανεντόπιστα σε θέσεις απόκρυψης. Είναι γνωστό ότι οι ΤΕΔ κάνουν ευρύτατη χρήση Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών (UAVs), τα οποία μάλιστα προσεγγίζουν ελληνικά νησιά ήδη εν καιρώ ειρήνης, είναι επίσης γνωστό ότι αναπτύσσουν το σύστημα επιτήρησης Uzun Ufuk, ενώ και οι δορυφορικές τους ικανότητες αναβαθμίζονται σοβαρά με την προμήθεια του δορυφορικού συστήματος Gokturk. Όλα τα ανωτέρω δημιουργούν για τις ΤΠΚ ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, από εκείνο για το οποίο προορίζονταν πριν 40 χρόνια.

Είναι γεγονός ότι το ΠΝ, αναγνωρίζοντας το οξυμένο επίπεδο απειλής, προσπάθησε να προσαρμόσει τις δυνατότητες των πυραυλακάτων του, προικίζοντάς τες για πρώτη φορά με αμυντικό εξοπλισμό, όπως κατ’ εξοχήν είναι το αντιαεροπορικό/αντιπυραυλικό σύστημα RAM που φέρουν οι νέες πυραυλάκατοι Super Vita (κλάσης Ρουσέν).

Όμως οι προσθήκες εξοπλισμού προσθέτουν βάρος και όγκο (οι Super Vita έχουν διπλάσιο εκτόπισμα από τις S 148 που αντικαθιστούν), αναιρώντας άλλα πλεονεκτήματα των ΤΠΚ (ταχύτητα, άνεση χειρισμών πλησίον ακτών). Επιπλέον,το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον δικαιολογείται πια η επένδυση τόσων πόρων σε μια πλατφόρμα με εγγενείς περιορισμούς: με μοναδιαίο κόστος της τάξης των 150 εκ. Ευρώ, οι Super Vita κοστίζουν το 1/2 ή 1/3 μιας σύγχρονης φρεγάτας ή ενός υποβρυχίου, χωρίς να προσφέρουν ούτε την αμυντική ικανότητα, ούτε τον ισορροπημένο οπλισμό, ούτε την αντοχή στις καιρικές συνθήκες, ούτε τη διάρκεια αποστολής μιας φρεγάτας ή ενός υποβρυχίου. Επιπλέον, τα ΤΠΚ απαιτούν πλήρωμα μεγαλύτερο από αυτό ενός υποβρυχίου, ζήτημα όχι ευκαταφρόνητο για το ΠΝ, που δεν έχει περίσσεια στελεχών.

Τα παραπάνω δεν αναφέρονται για να «βγάλουν άχρηστα» τα ΤΠΚ. Κάθε πλοίο, όπως και γενικότερα κάθε οπλικό σύστημα, έχει τη θέση του σε έναν αμυντικό σχεδιασμό. Τα ΤΠΚ προσφέρουν στο ΠΝ τη δυνατότητα να διατηρεί ή να μεταφέρει ταχέως μια σημαντική ισχύ πυρός ανατολικά, για να πλήξει τουρκικά σκάφη επιφανείας. Όμως οι κύριες στρατηγικές απειλές για το ΠΝ και την αποστολή του, που είναι η διασφάλιση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο αλλά και η παρουσία στην Αν. Μεσόγειο με δυνατότητα ενίσχυσης της Κύπρου, δεν προέρχονται από τα τουρκικά σκάφη επιφανείας, αλλά από (α) τα τουρκικά υποβρύχια που μπορούν, κατάλληλα τοποθετημένα στους διαύλους του Αιγαίου, να «στραγγαλίσουν» τις ελληνικές μεταφορές προς Ανατολάς και (β) την τουρκική αεροπορία που ειδικά πέριξ της Κύπρου θα κυριαρχεί. Η «καταναυμάχηση» τουρκικών πλοίων επιφανείας μπορεί να εξάπτει τη φαντασία, αλλά έπεται ως προτεραιότητα: η εποχή των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου πέρασε προ πολλού, και από τον Β΄ ΠΠ και έπειτα, ο καλύτερος τρόπος επίθεσης σε πλοία είναι ο αεροπορικός, τον οποίο η Ελλάδα διαθέτει σε επάρκεια (ΑΜ-39 Exocet επί Α/Φ Mirage 2000, Penguin και Hellfire επί Ε/Π SH-70 Aegean Hawk για μικρότερους στόχους, ακόμη και AGM-65 Maverick επί F-16 κλπ.)

Αν λοιπόν αναγνωριστούν ως κύριες απειλές τα τουρκικά υποβρύχια (σημειωτέον ότι η Τουρκία διαθέτει 14 υποβρύχια τύπου 209 και έχει δρομολογήσει την προμήθεια 6 υποβρυχίων τύπου 214) και η τουρκική αεροπορία πέριξ της Κύπρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τις απειλές αυτές μπορεί να τις αντιμετωπίσει πολύ αποτελεσματικότερα μια φρεγάτα ή ένα υποβρύχιο απ’ ότι μια πυαραυλάκατος. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στα υποβρύχια, καθώς είναι το μόνο είδος πλοίου που δεν πλήττεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις που περιγράφηκαν: ενώ οι αυξημένες τουρκικές ικανότητες επιτήρησης/στοχοποίησης απειλούν τις πυραυλακάτους αλλά και τις φρεγάτες, τα υποβρύχια παραμένουν εκείνο το είδος πλοίου που παρουσιάζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες εντοπισμού, ενώ παραμένει περίπου άτρωτο από την αντίπαλη αεροπορία (τουλάχιστον από μαχητικά αεροσκάφη με εξοπλισμό βομβαρδισμού που απειλούν τα πλοία επιφανείας). Προσφέρει εξαιρετική ικανότητα επιτήρησης περιοχής, ενώ – κάτι που συχνά λησμονείται – είναι και το πλέον αξιόπιστο μέσο εντοπισμού αντίπαλων υποβρυχίων.


Τουρκική φρεγάτα σε ελληνικό περισκόπιο…

Τέλος, ας προστεθεί εδώ ότι τα υποβρύχια προσφέρονται και για έναν ακόμα ρόλο: αυτόν της εκτόξευσης ναυτικών βλημάτων πλεύσης (cruise) κατά χερσαίων στόχων. Η δυνατότητα αυτή απασχόλησε πρόσφατα την επικαιρότητα, καθώς η δυνατότητα μεταφοράς του πυραύλου SCALP Navale έχει ευρέως συζητηθεί ως συγκριτικό πλεονέκτημα των υπό προμήθεια (;) γαλλικών φρεγατών FREMM. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι ένα υποβρύχιο προσφέρεται πολύ περισσότερο από ένα πλοίο επιφανείας για το ρόλο της εκτόξευσης τέτοιων βλημάτων, καθώς μπορεί να προσεγγίσει τη θέση εκτόξευσης πρακτικά ανεντόπιστο και άτρωτο από την εχθρική αεροπορία, που είναι βέβαιο ότι θα επιφύλασσε σε μια αντίστοιχη φρεγάτα – φορέα μεταχείριση «προτεραιότητας». Αντίστοιχη δυντότητα κρούσης χερσαίων στόχων, τακτικού και όχι στρατηγικού επιπέδου, προσφέρουν και άλλα υποβρυχίως εκτοξευόμενα βλήματα (π.χ. οπτικής ίνας). Σε κάθε περίπτωση, ασχέτως επιλογής οπλικού συστήματος, η ανάθεση αποστολών προσβολής χερσαίων στόχων στα υποβρύχια του ΠΝ προϋποθέτει την αύξηση του αριθμού τους, προκειμένου να μην υποβαθμιστούν οι «παραδοσιακές» αποστολές χάριν των νέων.

Τούτων δοθέντων, ας εξετάσουμε την πρόσφατη απόσυρση του «Γλαύκου» και των τριών ΤΠΚ σε σχέση με την προβλεπόμενη δομή δυνάμεων του ΠΝ. Η δομή δυνάμεων του ΠΝ θα έπρεπε να καθορίζεται από το στρατηγικό περιβάλλον, τις πιθανές απειλές, και το σχεδιασμό για την αντιμετώπισή τους βάσει των διατιθέμενων πόρων.

Στην πραγματικότητα όμως, δεν φαίνεται να υφίσταται σαφής στρατηγική: η προβλεπόμενη Δομή Δυνάμεων άλλαξε από 8 υποβρύχια αρχικώς, σε 10 υποβρύχια (στις συνθήκες ευφορίας του 2003), ακολούθως τέθηκαν ως στόχος τα 12 (ΣΑΜ 2006) και πλέον με τη νέα Δομή Δυνάμεων που παρουσιάστηκε στη Βουλή στις 4.6.2011 και αναμένεται να εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ, επιστρέφουμε στα 8 υποβρύχια. Είναι προφανές ότι δε μιλάμε για ορθολογική οργάνωση βάσει στρατηγικών αναγκών, αλλά για συνεχή προσαρμογή του επιθυμητού στο υπάρχον, αναλόγως των πιέσεων της πολιτικής ηγεσίας. Μάλιστα στη νέα δομή δυνάμεων, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι φρεγάτες περικόπτονται από 14 σε 12, τα υποβρύχια από 10 σε 8 και τα ΤΠΚ από 14 σε 12: δηλαδή ενώ τα πλοία επιφανείας περικόπτονται κατά 15% περίπου, τα υποβρύχια περικόπτονται κατά 20% σε αντίθεση με τις τεχνολογικές και στρατηγικές τάσεις που περιγράψαμε παραπάνω!

Καθώς η έγκριση της νέας δομής δυνάμεων από το ΚΥΣΕΑ μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, η οροφή 8 υποβρυχίων στο ΠΝ συνεπάγεται ότι με την παραλαβή των υπό ναυπήγηση υποβρυχίων τύπου 214 (βάσει του νέου χρονοδιαγράμματος αναμένονται ο «Πιπίνος» τον Απρίλιο του 2012 ο «Ματρώζος» τον Φεβρουάριο του 2013 και ο «Κατσώνης» τον Δεκέμβριο του 2013) και του εκσυγχρονισμένου «Ωκεανού» (Μάιο του 2012), το ΠΝ θα υποχρεωθεί να αποσύρει, μετά τον «Γλαύκο», τουλάχιστον τρία ακόμη υποβρύχια τύπου 209 μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Κάτι τέτοιο θα ήταν τεράστιο σφάλμα, αναντίστοιχο με την τεχνολογική εξέλιξη και τις πραγματικές ανάγκες του ΠΝ. Οι πραγματικές αυτές ανάγκες καθορίζονται ενδεικτικά από τους «οκτώ τομείς περιπολίας» υποβρυχίων που (κακώς από πλευράς απορρήτου) δήλωσε ο τότε ΥΕΘΑ Β. Βενιζέλος ότι προβλέπει ο σχεδιασμός του ΠΝ. Με την παραδοχή ότι ένα σκάφος θα βρίσκεται πάντοτε σε μακρά συντήρηση και άλλο ένα ενδεχομένως σε ΝΑΤΟϊκή άσκηση ή σε σύντομη συντήρηση, καθίσταται σαφές ότι η αξιόπιστη κάλυψη οκτώ τομέων περιπολίας απαιτεί μια δύναμη τουλάχιστον 9-10 υποβρυχίων.

Αν τώρα προστεθεί η αποστολή στρατηγικού πλήγματος σε χερσαίους στόχους από 1-2 υποβρύχια, καθίσταται σαφές ότι ο στόλος υποβρυχίων του ΠΝ θα πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον σε 10 έως 12 μονάδες.

Κάτι τέτοιο απαιτεί την ορθή συντήρηση και αξιοποίηση όλων των υπαρχόντων υποβρυχίων τύπου 209 με την κάλυψή τους από πλευράς ανταλλακτικών, μπαταριών κλπ. και την έγκαιρη μέριμνα για την αντικατάστασή τους με υποβρύχια νέας ναυπήγησης ή στην ανάγκη μεταχειρισμένα. Ήδη κυρώθηκε η σύμβαση για το πέμπτο και το έκτο υποβρύχιο (που πάντως αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα λόγω του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ναυπηγείων), αλλά απαιτούνται τουλάχιστον άλλα δύο για την πλήρη αντικατάσταση των «209», ή τέσσερα αν στόχος είναι η διατήρηση οροφής 10 υποβρυχίων. Σκόπιμο θα ήταν να επιλεγεί για τα επόμενα υποβρύχια διαφορετικός ανάδοχος από την γερμανική HDW, όχι γιατί τα Υ/Β κλάσης 214 δήθεν «γέρνουν» (αυτά είναι αστειότητες), αλλά επειδή είναι σκόπιμη η απεξάρτηση του ΠΝ από «μοναδικούς προμηθευτές», καθώς θα εξασφαλίσει ανταγωνισμό και καλύτερους όρους αγοράς, ενώ ειδικά η αγορά γαλλικών υποβρυχίων θα εξασφαλίσει και την ενσωμάτωση πυραύλων SCALP κατά τα προαναφερθέντα.

Η λογική της εξοικονόμησης πόρων που πρυτάνευσε στην απόσυρση του «Γλαύκου» όχι μόνο δεν συνυπολόγισε τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στο ΠΝ (που απέμεινε με μόλις 6 πλήρως επιχειρησιακά υποβρύχια), αλλά είναι στρατηγικά ΚΟΝΤΟΦΘΑΛΜΗ, καθώς χάριν της εξοικονόμησης ασήμαντων ποσών απαξιώνει κρατική περιουσία πολλαπλάσιας αξίας, στην οποία – και αυτό είναι το σημαντικότερο – βασίζεται η ελπίδα της Ελλάδας να περιφρουρήσει τους φυσικούς της πόρους (βλ. ανακήρυξη ΑΟΖ και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων) και να αναπτυχθεί επιτέλους αυτοδύναμα βγαίνοντας από την οικονομική κρίση. Δεν είναι πολύ αργά για να αναθεωρηθούν οι «μπακαλίστικες» λογικές στη Δομή Δυνάμεων του ΠΝ. Μεσοπρόθεσμα, αρκεί να μην υπάρξουν άλλες αποσύρσεις, για να ανακάμψει ο στόλος υποβρυχίων του ΠΝ. Μακροπρόθεσμα, όταν περί το έτος 2020 τα 209/1200 θα συμπληρώνουν 40 έτη υπηρεσίας χωρίς εκσυγχρονισμό και τα υπόλοιπα 209/1100 θα πρέπει να ακολουθήσουν την τύχη του «Γλαύκου» μετά από πενήντα χρόνια στη θάλασσα, ελπίζεται ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα επιτρέπει την αντικατάστασή τους, που θα κρίνει και τις δυνατότητες του ΠΝ μέχρι τα μέσα του αιώνα. Αλλά αν η Ελλάδα δεν περιφρουρήσει την ισχύ της και τα δικαιώματά της σήμερα, δεν θα μπορέσει να έχει ισχυρή οικονομία αύριο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s