Πολιτική Άμυνας – Μέρος 1ο

Πρόλογος

Ο σχηματισμός πολιτικής κυβερνήσεως, μετά την πολύμηνη «μεταβατική» κυβέρνηση τεχνοκρατών και την υπηρεσιακή κυβέρνηση που ακολούθησε, θέτει πλέον επί τάπητος το θέμα της αμυντικής πολιτικής που πρόκειται να ακολουθηθεί τα επόμενα χρόνια, με τα δεδομένα που έχουν προκύψει από την οξεία οικονομική κρίση που έχει εκδηλωθεί και που θα συνεχιστεί για το προβλεπτό μέλλον.

Η παρούσα οικονομική κρίση, πέραν της οξείας κοινωνικής κρίσης που έχει προκαλέσει, κατέστησε σαφές σε όλους το αδιέξοδο των ακολουθούμενων πολιτικών σε κεντρικούς τομείς κρατικής πολιτικής, όπως η Δημόσια Διοίκηση ή η Υγεία. Ο τομέας της Άμυνας έχει, δυστυχώς, φτάσει σε αντίστοιχο αδιέξοδο, το οποίο δεν ομολογείται. Από ορισμένη έποψη, ο τομέας της Άμυνας έπασχε από τα ίδια προβλήματα που οδήγησαν σε αδιέξοδο την πολιτική κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’90. Μία πολιτική που χαρακτηρίζονταν από αδικαιολόγητη σπατάλη, μεγάλη διαφθορά και συνεχή έκπτωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας του τομέα – και στις δύο βασικές του διαστάσεις: Ένοπλες Δυνάμεις και Αμυντική Βιομηχανία. Σημειώνουμε προκαταβολικά πως ως σπατάλη δεν εννοούνται, κατ΄ ανάγκην, οι γενόμενοι εξοπλισμοί, αν και αυτοί υπήρξαν σε ορισμένες περιστάσεις σκανδαλώδεις. Η σπατάλη στον αμυντικό τομέα σχετίζεται με άλλες πτυχές του.

Ο τομέας της Άμυνας τελεί υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς προστασίας: ενώ οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι γνωρίζουν τις θεμελιώδεις αδυναμίες του – οι οποίες, άλλωστε γίνονται αντιληπτές στην απλή επαφή με την πραγματικότητά της – εν τούτοις αποφεύγουν να τις επισημάνουν δημοσίως, τηρώντας μια αμυντική στάση ως προς το θέμα καταφεύγοντας, αντίθετα, σε θερμούς επαίνους. Η κατάσταση αυτή είναι αντιπαραγωγική, γιατί η έλλειψη ανοικτής, σοβαρής και τεκμηριωμένης συζήτησης φαλκιδεύει τη δυνατότητα σοβαρής βελτιώσεως του αμυντικού συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι οι κατά καιρούς αλλαγές του αμυντικού συστήματος να είναι οριακές και μόνον, το σύστημα σταδιακά να απαξιώνεται με ταχείς – ιστορικά – ρυθμούς: Αν, πχ, πριν από τον Β’ ΠΠ οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν ο πλέον προηγμένος οργανισμός της χώρας, που μπορούσε να εμπνέει σεβασμό στην κοινωνία, ασχέτως και πέραν του πολιτικού του ρόλου, σήμερα απολαμβάνει αντιστοίχου κύρους σε πολύ μικρό μέρος της κοινωνίας.

Κάθε κρίση αποτελεί μία ευκαιρία. Αυτό δεν είναι μια απλή κοινοτυπία, ούτε μια απόπειρα ψυχολογικής ανακούφισης. Ιστορικά, οι στρατιωτικοί οργανισμοί έχουν κάνει τα μεγάλα ποιοτικά τους άλματα υπό συνθήκες κρίσης. Η Ελληνική Δημοκρατία βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση εξωτερικών απειλών, τόσο από ένα συντεταγμένο ισχυρό κράτος στα ανατολικά της, όσο και από την έντονη αστάθεια άμορφων αλλά εξαιρετικά επιθετικών εθνικισμών στα βόρειά της – κι εσχάτως, ακόμη και στο σύνολο της επικράτειάς της. Η στρατιωτική ισχύς της είναι οριακά επαρκής εδώ και καιρό για την υποστήριξη ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής, και περιορίζεται σε έναν συνεχώς απομειούμενο αποτρεπτικό ρόλο: οι εχθρικές ενέργειες που η Ελλάδα αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να αποτρέψει με στρατιωτικά μέσα γίνονται όλο και πιο λίγες, και η εθνική κυριαρχία στον ελληνικό χώρο αμβλύνεται συνεχώς. Είναι γεγονός ότι οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις παραμένουν ακόμη μια δύναμη με σημαντική ισχύ, και, όπως είπε ο υπηρεσιακός υπουργός αμύνης, σε περίπτωση που χρειαστεί «θα κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο». Από την άλλη, όποιος δεν αναγνωρίζει την κρίση στην οποία έχουν περιέλθει, απλώς εθελοτυφλεί.

Στη συνέχεια θα σκιαγραφηθεί μία πρόταση αμυντικής πολιτικής που απαντά στην παρούσα ιστορική πρόκληση. Η πρόταση βασίζεται σε μία θεμελιώδη παραδοχή: το αμυντικό σύστημα οποιασδήποτε χώρας αντλεί ισχύ από δύο βασικούς και διακριτούς παράγοντες: από την επένδυση της χώρας σε εξοπλισμούς και από την ποιότητα του ιδίου του αμυντικού οργανισμού της χώρας. Δεδομένου ότι η δυνατότητα της δικής μας χώρας για εξοπλισμούς θα είναι δραματικά περιορισμένη για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ οι εξωτερικές απειλές θα παροξύνονται, η μοναδική επιλογή για την διατήρηση της αποτρεπτικής δυνατότητας είναι ριζική βελτίωση της ποιότητας του οργανισμού. Η επιλογή αυτή, φυσικά, συχνότατα εκφυλίζεται σε αοριστολογίες για «ποιότητα», «στρατηγική» και λοιπά συμπαθή, όπου γρήγορα διαπιστώνει κανείς την αμηχανία και την άγνοια των εισηγητών τους. Η βελτίωση της ποιότητας του αμυντικού οργανισμού απαιτεί ριζική επανεξέταση βασικών συντεταγμένων του. Υπό το πρίσμα αυτό, το πρόσφατο πρόγραμμα του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας για την αμυντική πολιτική υπήρξε ένα απολύτως απογοητευτικό κείμενο.

Πριν την έκθεση της πρότασης καθ΄ εαυτής, είναι επιβεβλημένες δύο θεμελιώδεις παρατηρήσεις:

Πρώτον: Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί πρόταση αμυντικής πολιτικής, και επιδιώκει να παραμείνει εντός του πλαισίου αυτού, δηλαδή του τι είναι αναγκαίο και θεμιτό να επιβληθεί στις Ένοπλες Δυνάμεις ως πολιτική κατεύθυνση ενεργειών. Ο πειρασμός να υπεισέλθει κανείς σε επιχειρησιακά θέματα ή σε θέματα δομής δυνάμεως είναι μεγάλος, όσο και λανθασμένος. Αυτού του είδους τα θέματα, ενώ ασφαλώς μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και προβληματισμού, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο αμυντικής πολιτικής, και δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται στη στρατιωτική ηγεσία των ΕΔ. Τα θέματα αυτά δεν αποτελούν απλώς το σκληρό πυρήνα του επαγγελματικού αντικειμένου τους, αλλά, επιπλέον, οποιαδήποτε τέτοιου είδους αλλαγή απαιτεί σχολαστική προετοιμασία και, κυρίως, ενδελεχή και πολύπλευρο έλεγχο σκοπιμότητας που μόνον με δοκιμές και εξέταση σε αυστηρά επαγγελματικό πλαίσιο μπορεί να γίνει. Η συνήθεια κατά την οποία ο κάθε νεοφώτιστος υπουργός αμύνης καταφθάνει με νέα δομή δυνάμεων στην τσέπη, προφανώς από κάποια ένωση αποστράτων, εν είδει  προέδρου ποδοσφαιρικής ομάδας που δίνει στον προπονητή τη σύνθεση σε χαρτάκι, είναι τριτοκοσμική και πρέπει να εξαλειφθεί.

Δεύτερον: Καμία πολιτική, καμία στρατηγική, κανένα μέτρο και κανένας θεσμός δε μπορούν να υποκαταστήσουν την απαίτηση εντιμότητας και αυστηρής αξιοκρατίας από πλευράς πολιτικής ηγεσίας (και του ευρύτερου υπηρεσιακού τους περιβάλλοντος). Όλα τα προηγούμενα στερούνται της παραμικρής αξίας όταν η πολιτική ηγεσία και το υπηρεσιακό περιβάλλον της έχουν διάθεση αθέμιτων πρακτικών για ίδιον, κομματικό ή άλλο, όφελος. Ο μετριότερος υπουργός που δεν έχει διάθεση να επιβάλει κομματικό έλεγχο και να εξυπηρετήσει κομματικούς παράγοντες και δεν επιζητά οικονομικά πολιτικά οφέλη, προσωπικά ή επ΄ ωφελεία γνωστών και φίλων, είναι απείρως προτιμότερος και πιο ωφέλιμος για την άμυνα από τον πλέον ιδιοφυή ανέντιμο ή κομματάρχη πολιτικό. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο βασικός λόγος της συνεχούς καταπτώσεως του αμυντικού μηχανισμού, ιδίως κατά τα τελευταία τριάντα έτη. Υπό αυτή την έννοια, τόσο η πολιτεία των προηγουμένων υπουργών όσο και το παρελθόν του νέου δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας.

Η πρόταση πολιτικής θα διαρθρωθεί σε τέσσερα βασικά μέρη: Ένοπλες Δυνάμεις, Αμυντικό Δόγμα, Αμυντική Βιομηχανία και Εξοπλιστική Πολιτική.

Ένοπλες Δυνάμεις

Αν οι επιχειρησιακής τάξεως αλλαγές δε μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία αμυντικής πολιτικής – παρά μόνος ως οδηγίες στο πλαίσιο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας, τότε η πολιτική άμυνας οφείλει να στραφεί σε οργανωτικές αλλαγές που δύσκολα θα προέλθουν από το εσωτερικό των ΕΔ, αλλά επιβαλλόμενες θα αλλάξουν ριζικά τον χαρακτήρα τους και, κυρίως, την στρατιωτική τους ισχύ.

Οι δύο βασικές τέτοιες αλλαγές οφείλουν να αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό και το θέμα της διακλαδικότητας.

Ανθρώπινο Δυναμικό

Η βάση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Δεν πρόκειται περί ρητορικού σχήματος αλλά για θεμελιώδη αλήθεια: το βασικότερο στοιχείο που καθορίζει το χαρακτήρα ενός στρατιωτικού οργανισμού είναι η πολιτική προσωπικού που ακολουθεί.  ΟΛΕΣ οι υπόλοιπες πτυχές των Εν. Δυνάμεων Η πολιτική προσωπικού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που καθορίζουν και το χαρακτήρα τους αφορά τα εξής επί μέρους διακριτά θέματα:

  1. Επιλογή αξιωματικών
  2. Εκπαίδευση αξιωματικών
  3. Κρίσεις και προαγωγές αξιωματικών
  4. Σύστημα στρατολόγησης
  5. Εφεδρεία
  6. Στρατιωτικός χαρακτήρας των ΕΔ

Επιπλέον αυτών, κρίσιμο θέμα πολιτικής προσωπικού είναι αυτό της διαχείρισης του στρατεύσιμου προσωπικού και της επάνδρωσης των μονάδων, τομέας όπου το ισχύον σύστημα, ήδη προβληματικό για την εποχή που θεσπίστηκε, είναι πλέον, απλούστατα εκτός πραγματικότητας. Παρά την ιδιαίτερη σημασία που έχει το θέμα, σε συμφωνία με την προηγούμενη  αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ζήτημα αμυντικής πολιτικής αλλά ως εσωτερικό ζήτημα των ΕΔ.

Το σύνολο των ανωτέρω πολιτικών απαιτεί ριζική μεταρρύθμιση, προκειμένου να υπάρξει ποιοτικό άλμα στην επίδοση των ΕΔ.

1. Επιλογή Αξιωματικών: Οι μόνιμοι μάχιμοι αξιωματικοί των Ελλ. Εν. Δυνάμεων επιλέγονται με τη διαδικασία των Πανελληνίων εξετάσεων. Η διαδικασία σημαίνει ότι το κριτήριο επιλογής για το μεγάλο όγκο των αξιωματικών των ΕΔ, και μάλιστα εκείνων επανδρώνουν τις μάχιμες μονάδες, τα μαχητικά αεροσκάφη και τα πολεμικά πλοία των ΕΔ είναι ακαδημαϊκά. Όχι κατά κύριο λόγο ακαδημαϊκά, αλλά αποκλειστικά ακαδημαϊκά. Το κριτήριο αυτό αποτελεί κρίσιμη στρέβλωση στον οργανισμό των ΕΔ, αφού επιλέγει τον όγκο των αξιωματικών του με κριτήριο που δεν έχει σχέση με τη φύση του αντικειμένου του.

Ενώ είναι σωστό ότι για την ανάδειξη ενός νέου σε αξιωματικό είναι απολύτως απαραίτητο ένα γενικό ακαδημαϊκό επίπεδο (το οποίο άλλωστε απαιτείται σε όλο τον κόσμο) είναι κεφαλαιώδες λάθος να καθίσταται αυτό το (κατ’ ουσίαν) αποκλειστικό κριτήριο επιλογής. Κατά την εισαγωγή στα ΑΣΕΙ επιλέγεται, πρακτικά, ο μεγάλος όγκος των μαχίμων αξιωματικών (για να παραβλέψουμε, προς στιγμήν, τους μηχανικούς της ΣΝΔ και ΣΙ, καθώς και τους αξιωματικούς σωμάτων του ΕΣ) και μάλιστα των κατωτέρων και ανωτέρων, και μάλιστα των αξιωματικών μονάδων, πολεμικών μοιρών και σκαφών. Στο επίπεδο αυτό, οι βασικές αρετές είναι αμιγώς «στρατιωτικές» αρετές, συνήθως ψυχολογικής και πνευματικής υφής, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό αν όχι σε μεγαλύτερο, από τις ακαδημαϊκές. Σε αυτό το επίπεδο, την κυρίαρχη σημασία έχουν η πρωτοβουλία, η ευφυΐα, η επιθετικότητα, η δυνατότητα συνεργασίας, καρτερία, η ψυχραιμία, η δύναμη του χαρακτήρα και ένα σύνολο άλλων χαρακτηριστικών, καθώς και μία συνολική πνευματική και ψυχολογική συγκρότηση που καθιστούν κάποιον καλό μαχητή και καλό ηγήτορα. Επί πλέον αυτών, υπάρχουν ειδικότερα κλαδικά κριτήρια, όπως η καταλληλότητα και η προσαρμοστικότητα στην πτήση, ή στη θάλασσα. Δυστυχώς, καμία αξιολόγηση δε γίνεται με βάση τα κριτήρια αυτά, ούτε καν στοιχειώδης έλεγχος. Μέθοδοι για αυτό υπάρχουν, τεκμηριωμένες επιστημονικά και δοκιμασμένες πρακτικά, και μάλιστα από τους πλέον επιτυχημένους στρατιωτικούς οργανισμούς του κόσμου (και της ιστορίας). Το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη των εργαλείων.

2. Εκπαίδευση των Αξιωματικών: Ο όγκος των μαχίμων αξιωματικών των τριών Όπλων των ΕΔ διαμορφώνεται στα ΑΣΕΙ. Η δομή και το περιεχόμενο και το πνεύμα της εκπαιδεύσεως σε αυτά αποτελούν βασικές αδυναμίες των ΕΔ που σε συνδυασμό με τη διαδικασία επιλογής στερούν τον στρατιωτικό δυναμισμό από τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Σε έναν υγιή στρατιωτικό οργανισμό, οι επιτελικές θέσεις αποτελούν ένα μικρό μέρος των θέσεων αξιωματικών. Αυτό είναι κρίσιμο αν πρόκειται οι επιτελικές θέσεις να έχουν πραγματικό επιτελικό ρόλο, δηλαδή το ρόλο της διεύθυνσης επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας και την οργάνωση του στρατιωτικού οργανισμού, και να μην εκφυλίζονται σε απλές γραφειοκρατικές τοποθετήσεις. Ο μεγάλος όγκος των αξιωματικών (οφείλει να) έχει καθήκοντα αξιωματικών μονάδων, και η επίδοσή του σε αυτό το ρόλο οφείλει να είναι το επίκεντρο τόσο της προετοιμασίας του όσο και της αξιολόγησής του.

Η φοίτηση στα ΑΣΕΙ – και η διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών – αποτελεί συμμόρφωση σε μια αρκετά διαδεδομένη, αλλά σε καμία περίπτωση αποκλειστική, διεθνή (και ιστορική) τάση, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και  ως μία ελαφρώς συμπλεγματική αντίδραση έναντι της κατηγορίας διανοουμένων ελαφρών βαρών για το «χαμηλό επίπεδο» των στρατιωτικών. Αποτελεί μία απόπειρα να περιβληθεί το επάγγελμα του μονίμου αξιωματικού με το κύρος του «πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδών», ενώ στην πράξη παρέχει πλημμελή στρατιωτική παιδεία και ανερμάτιστη «γενική» παιδεία – ένα είδος εκτεταμένου Λυκείου που προσπαθεί να κάνει ό,τι αποτυγχάνει να κάνει η ελληνική μέση εκπαίδευση για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού. Η φενάκη αυτή πρέπει να τερματιστεί. Η προετοιμασία του μεγάλου όγκου των αξιωματικών που θα επανδρώνουν τις μάχιμες μονάδες των ΕΔ θα πρέπει να επικεντρωθεί στην εντατική θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στο αντικείμενό τους, και σε ό,τι περιφερειακά εμπλέκεται με τον αυτό. Δεν είναι δυνατόν η πρακτική στρατιωτική εκπαίδευση των Ευελπίδων να περιορίζεται σε απόκτηση «παραστάσεων» κατά τις θερινές και χειμερινές ασκήσεις, ούτε η πτητική εκπαίδευση κι επιλογή των Ικάρων να γίνεται με την κλιμάκωση και με το ρυθμό που γίνεται.

Αυτό που πρέπει να γίνει είναι η μετατροπή των ΑΣΕΙ σε στρατιωτικές σχολές, με ιδιαίτερη έμφαση στην εντατική (αν κανείς θυμάται τι σημαίνει η λέξη) πρακτική και θεωρητική στρατιωτική εκπαίδευση, που θα προετοιμάζει τους μάχιμους αξιωματικούς για τη θητεία τους σε μονάδες. Όποια περαιτέρω κατάρτιση είναι απαραίτητη μπορεί να παρέχεται σαν εκπαίδευση από τα ήδη υφιστάμενα σχολεία, τις ΣΕΟ του ΕΣ, τη ΣΔΙΕΠΝ και τη ΣΔΕΠΑ.

Σε ότι αφορά τους αξιωματικούς Μηχανικούς του ΠΝ και της ΠΑ, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σε ότι αφορά αυτούς, το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο. Η (τεχνική) ακαδημαϊκή εκπαίδευση που επιβάλλεται να είναι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου και εντάσεως. Μπορεί να γίνει αυτό στο πλαίσιο των ΑΣΕΙ; Με δεδομένες τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, η ανάπτυξη πραγματικά αξιόλογης ακαδημαϊκής βάσης στα ΑΣΕΙ – ακαδημαϊκή βάση που είναι απαραίτητη στις ΕΔ για πολύ ευρύτερους λόγους – δεν είναι δυνατή, ή απαιτεί δημιουργικότητα που δεν υπάρχει στο Υπουργείο Άμυνας. Επιπλέον, μία τέτοια επιλογή θα δημιουργούσε συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης με το πολιτικό πανεπιστημιακό κατεστημένο, και κάτι τέτοιο δεν είναι της παρούσης. Κατά το παρελθόν η ΣΙ είχε δημιουργήσει ακαδημαϊκή βάση καθώς και επίπεδο σπουδών που ήταν ικανοποιητικά για τους Μηχανικούς της, και που απολάμβαναν ιδιαίτερης εκτίμησης. Στο μέλλον, και με τη εμφάνιση οικονομικής ευκαιρίας (ή άλλης, πιο ευφάνταστης λύσης) η δημιουργία στιβαρής ακαδημαϊκής βάσης στις ΕΔ θα πρέπει να είναι στόχος πρώτης προτεραιότητας. Προς το παρόν, η κατάσταση αυτή μπορεί να λυθεί ικανοποιητικά μόνον με τη προγραμματική συμφωνία των ΑΣΕΙ με πανεπιστημιακά ιδρύματα  – κατά το πρότυπο της ΣΣΑΣ με την Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, αλλά με την προϋπόθεση ότι η διδασκαλία δε θα μεταφερθεί στους χώρους των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων αλλά θα λαμβάνει χώρα στους χώρους των ΑΣΕΙ.

Τα ανωτέρω αφήνουν το κενό των αξιωματικών  των Σωμάτων (ΤΧ, ΣΕΜ, ΣΥΠ και ΣΕΠ) καθώς και του Μηχανικού και των Διαβιβάσεων του ΕΣ. Το ισχύον καθεστώς είναι απολύτως αναποτελεσματικό και ως προς αυτούς, και κυρίως ως προς το ΤΧ και τις ΔΒ που είναι κατ΄ εξοχήν εντάσεως τεχνολογίας. Το καθεστώς της αποδόσεως αξ/κων σε αυτά από την ΣΣΕ και την εν συνεχεία φοίτηση ορισμένων εξ αυτών στις αντίστοιχες σχολές Τεχνικής Εκπαιδεύσεως ή στο ΕΜΠ με κατατακτήριες είναι απολύτως αναποτελεσματικό, τουλάχιστον αν ο ΕΣ επιθυμεί να είναι προηγμένος τεχνολογικά στρατός – κάτι τελείως διαφορετικό από το να είναι χρήστης συστημάτων υψηλής τεχνολογίας. Οι αξιωματικοί των Όπλων και των Σωμάτων αυτών θα πρέπει να προέρχονται από τους αξιωματικούς των Όπλων, όταν αυτοί επιδείξουν την διάθεσή τους και την ικανότητά τους για την επίπονη τεχνική εκπαίδευση που απαιτούν τα αντίστοιχα όπλα και σώματα. Στην περίπτωση αυτή, η κατάρτισή τους μπορεί να γίνεται στο πλαίσιο της ΣΣΕ (ως οργανισμού και όχι ως σχολής φοιτήσεως) ή και αλλού, πάλι σε συμφωνία με Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, τουλάχιστον μέχρι οι ΕΔ να έχουν την οικονομική ευχέρεια να συγκροτήσουν αξιόλογο ακαδημαϊκό πυρήνα.

3. Κρίσεις και προαγωγές αξιωματικών: Το πάγιο πρόβλημα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων είναι, φυσικά, η αξιοκρατία. Το πρόβλημα έχει κατά καιρούς λάβει τερατώδεις διαστάσεις (κατά τη δεκαετία του ’80 και του ’90 έφτασαν σε θέσεις αρχηγών Όπλων άνθρωποι τελείως ανεπαρκείς, με μοναδικό κριτήριο την κομματική εύνοια). Επιπλέον, το πρόβλημα δεν αφορά μόνον το ορατό του μέρος, που είναι οι κρίσεις και οι τοποθετήσεις των ανωτάτων αξιωματικών, αλλά είναι οξύτερο στις κρίσεις και τις τοποθετήσεις των ανωτέρων αξιωματικών. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα της αξιοκρατίας δεν έχει καμία τυπική ή θεσμική λύση. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως μέτρο και κανένας απολύτως νόμος ή κανονισμός που να μπορεί να επιβάλει αξιοκρατία, όταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι του αμυντικού τομέα (και κάθε κρατικού τομέα, άλλωστε) είναι διατεθειμένοι να ασκούν κομματικό έλεγχο στις Ένοπλες Δυνάμεις. Επ’ αυτού, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα η παραμικρή ένδειξη ότι κάποια πολιτική δύναμη (συμπεριλαμβανομένων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που επανέρχονται στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου) είναι διατεθειμένη να απεμπολήσει τα μικροκομματικά οφέλη που της αποφέρει η ευνοιοκρατική παρέμβαση στο εσωτερικό των ΕΔ.

 Πέραν, όμως, των κομματικών παρεμβάσεων, υφίσταται το καίριο ζήτημα του συστήματος προαγωγών και τοποθετήσεων των ΕΔ, που σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνει το χαρακτήρα και τη νοοτροπία του οργανισμού των ΕΔ και που στην παρούσα φάση καθορίζεται από τον    Ν.3883/10.

Σε γενικές γραμμές, το ιεραρχικό σύστημα των ΕΔ βασίζεται αυστηρά στη τήρηση και το σεβασμό της αρχαιότητας και της επετηρίδας. Η επετηρίδα δημιουργείται με την αποφοίτηση από την παραγωγική σχολή, τηρείται κατά τις προαγωγές μέχρι και τις σταδιακές αποστρατείες των τάξεων. Το σύστημα αυτό δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία ή αποκλειστικότητα. Είναι ένα από τα διεθνώς παγιωμένα συστήματα ιεραρχικής εξέλιξης. Το σύστημα αυτό διατηρεί μία βαθιά αίσθηση τάξεως και ιεραρχίας εντός των στρατιωτικών οργανισμών, εισάγει, όμως και μία χαρακτηριστική και έντονη δυσκαμψία. Αν ένας αξιωματικός είναι ιδιαίτερα καλός, ακόμη κι εντυπωσιακά καλός, δεν είναι δυνατή η αντίστοιχη βαθμολογική του εξέλιξη κι εκμετάλλευσή του. Παραμένει δέσμιος της εξέλιξης της επετηρίδας, και, σε τελική ανάλυση, του έτους αποφοιτήσεώς του. Ο Ν.3883/10 επιχείρησε πρώτη φορά να παρακάμψει αυτή τη βαθιά παράδοση των Ενόπλων Δυνάμεων, εισάγοντας το θεσμός της προαγωγής «κατ΄ απόλυτη εκλογή».

 Η προσέγγιση αυτή είναι θεμελιώδες λάθος πολιτικής προσωπικού. Δεδομένης της κακής παράδοσης ευνοιοκρατίας και αναξιοκρατίας που υπάρχει στις ΕΔ, είναι απολύτως βέβαιο ότι το μέτρο της προαγωγής «κατ΄ απόλυτη εκλογή» θα χρησιμοποιηθεί αθέμιτα, και μάλιστα μαζικά, για την προκλητική ευνοϊκή μεταχείριση κομματικά προσκείμενων στελεχών, πραγματικότητα που θα κλονίσει ακόμη περισσότερο το κλίμα που υπάρχει στις τάξεις των ανωτέρων, ιδίως, στελεχών.

Η ανάγκη για την προνομιακή εξέλιξη αξιωματικών είναι και εύλογη στο σκεπτικό της, και επιτακτική, πρακτικά. Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη η διασφάλιση της αξιοκρατίας και, ακόμη περισσότερο, η πεποίθηση αξιοκρατίας.

Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η πραγματική αξιοποίηση της Σχολής Πολέμου – νυν ΑΔΙΣΠΟ.

Μέχρι σήμερα, η Σχολή Πολέμου είναι, στην πράξη, ένας υποβαθμισμένος θεσμός των τριών Όπλων, παλαιότερα, και των ΕΔ σήμερα. Αποτελεί ένα σχολείο μάλλον διαδικαστικό, που προσφέρει λίγα, ειδικά στους αξιωματικούς που έχουν φοιτήσει σε εντατικά κλαδικά σχολεία. Η διαδικασία και τα αντικείμενα των εισαγωγικών εξετάσεων, ο αριθμός των φοιτούντων, το επίπεδο, το εύρος και το βάθος των σπουδών, η αυστηρότητα της εκπαιδευτικής αξιολόγησης , ο τρόπος στελέχωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού δεν προσδίδουν ιδιαίτερο κύρος στη σχολή. Η φοίτηση στη σχολή καθορίζεται σαν ένα μετρίας βαρύτητας τυπικό προσόν που απαιτείται για την απόδοση του χαρακτηρισμού του Γενικού Επιτελούς, που και αυτός υπηρεσιακά είναι μία μάλλον πληθωριστική έννοια, μικρής αξίας, που απαιτείται από έναν μεγάλο αριθμό θέσεων σε ένα αφύσικα και αναίτια υπερτροφικό επιτελικό σύστημα – είτε στο οργανωτικό είτε στο επιχειρησιακό πεδίο. Επιπλέον δε αυτού, η φοίτηση στη σχολή λαμβάνει χώρα σε μία ηλικία που η δυνατότητα εντατικής σπουδής καθώς και απορρόφησης διαμορφωτικών παραστάσεων έχει παρέλθει, για ψυχολογικούς και βιολογικούς λόγους. Επιπλέον, δε, αυτού, υπάρχει και η φοίτηση στην Σχολή Εθνικής Αμύνης, η οποία είναι μετατεθειμένη για ακόμη αργότερα, με ακόμη μικρότερο δυναμικό μόρφωσης και διαμόρφωσης των εκπαιδευομένων.

Η Σχολή Πολέμου μπορεί και πρέπει να μεταμορφωθεί. Η πρόταση δεν αφορά κάποια οριακή μετεξέλιξη της με σταδιακές οριακές βελτιώσεις, αλλά στην μετατροπή της σε θεσμό εξαιρετικά υψηλών απαιτήσεων και αντίστοιχης απόδοσης στη διαμόρφωση επιτελικών αξιωματικών. Ένα τέτοιο μέτρο θα μεταμορφώσει τον επιτελικό πυρήνα των Ενόπλων Δυνάμεων (καθώς και την αντίληψη των ΕΔ για το τι αποτελεί επιτελικός πυρήνας) και ταυτόχρονα, υπό την προϋπόθεση ότι θα κατοχυρώσει αυστηρές και αδιάβλητες διαδικασίες εισόδου και φοίτησης (γραπτές εξετάσεις χωρίς αναγνώριση της ταυτότητας των γραπτών των εξεταζομένων), θα μπορέσει να δράσει ως εργαλείο διαχωρισμού μιας μικρής μερίδας αξιωματικών που θα τεθούν σε ξεχωριστή επετηρίδα, με διαφορετικό καθεστώς κρίσεων, και με προνομιακές δυνατότητες τοποθετήσεων και εξέλιξης. Η Σχολή Πολέμου, με την απορρόφηση σε αυτήν και της ΣΕΘΑ, θα μετατραπεί στο βασικό ίδρυμα «ακαδημαϊκού» προσανατολισμού των ΕΔ, εκεί που η ακαδημαϊκή κλίση κι επίδοση θα έχει σημασία (με κατοχυρωμένη ήδη, από τα προηγούμενα στάδια, την επάρκεια στον τομέα του «πεδίου»). Όπως θα αναφερθεί παρακάτω, μία τέτοια μεταρρύθμιση θα είχε αποφασιστική επίδραση και στο κρίσιμο θέμα της διακλαδικότητας.

4. Σύστημα επανδρώσεως: θητεία – επαγγελματικός στρατός: Η μόνη στρατηγικής τάξεως μεταβολή που επήλθε στις Ένοπλες Δυνάμεις μεταπολιτευτικά υπήρξε η μετατροπή τους από δύναμη υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας σε «ημιεπαγγελματική» δύναμη. Η μετατροπή αυτή, κακέκτυπο της δυτικοευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, και χαρακτηριστικό δείγμα ελληνικού πολιτικού, ιδεολογικού, στρατηγικού και ιστορικού επαρχιωτισμού, υπήρξε βαρύτατο πλήγμα για στη στρατιωτική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, σε όλα τα επίπεδα.

 Η επιλογή αυτή υπήρξε λανθασμένη σε όλα τα επίπεδα και από κάθε άποψη, και εκτενής και τεκμηριωμένη αναφορά σε αυτό θα γίνει ξεχωριστά. Όμως αναφέρουμε απλώς ότι σε ένα ορισμένο επίπεδο, αυτό της υψηλής στρατηγικής, δηλαδή της συνολικής διαχείρισης των πόρων ισχύος του κράτους, το μέτρο δεν υπήρξε απλώς λανθασμένο αλλά υπήρξε μέρος της συνολικής αρχοντοχωριάτικης πολιτικής «εκσυγχρονισμού» που επικράτησε συνολικά στη χώρα από  το ’90 και μετά, και οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή οξύτατη ιστορική κρίση της.

Στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, δε δικαιολογούνται επαγγελματίες οπλίτες παρά μόνον κατά μία τάξη λιγότεροι απ’ όσους υπηρετούν σήμερα. Μόνον τεχνικό προσωπικό υποστήριξης των τριών Όπλων, σε κάποιο βαθμό, δικαιολογείται να είναι επαγγελματίες οπλίτες. Πολύ λιγότερο επιχειρησιακό προσωπικό και στα τρία Όπλα δικαιολογούν επαγγελματική σχέση υπηρεσίας στις ΕΔ. Κατά τα άλλα, καλόν είναι να θυμηθούμε ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος των (μονίμων αλλά και εφέδρων) υπαξιωματικών στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Αυτό που οφείλει να γίνει είναι η ριζική επανεξέταση των απαιτήσεων σε μόνιμους οπλίτες, ναύτες και σμηνίτες, με πολύ αυστηρά κριτήρια και ταυτόχρονα κινητοποίηση των εκπαιδευτικών μηχανισμών των ΕΔ η αδράνεια κι η απαξίωση των οποίων είναι μία από τις βασικές αιτίες  της κατάπτωσης του ηθικού και του κύρους των ΕΔ σήμερα. Αυτό θα επιτρέψει τη σταδιακή αλλά ριζική μείωση των επαγγελματιών οπλιτών, θα επαναφέρει το χαρακτήρα των ΕΔ σε αυτόν καθολικής υποχρεωτικής θητείας, και θα δώσει, υπό τις παρούσες κρίσιμες συνθήκες, έναν παραπάνω βαθμό ελευθερίας στο επίπεδο της αμυντικής πολιτικής.

5. Στενά συνδεδεμένο με το προηγούμενο σημείο πολιτικής είναι το σύστημα εφεδρείας των ΕΔ. Το σύστημα εφεδρείας των ΕΔ είναι στην πράξη απαξιωμένο και, στο βαθμό που συντηρείται, προορίζεται για να προσδώσει, αποτρεπτικά, όγκο – μάλλον άμορφο – σε αποστεωμένες μονάδες. Αυτό είναι, φυσικά, κρίσιμο σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά στα νησιά, πλην όμως δεν προσδίδει στις ΕΔ τη στρατηγική ισχύ που απαιτούν για την αντιμετώπιση μειζόνων απειλών.

Η απαξίωση της εφεδρείας δεν οφείλεται σε κάποιον πρακτικό λόγο ή αδυναμία.  Οφείλεται σε λόγους που έχουν σχέση αφ΄ ενός με τη στρατιωτική νοοτροπία που έχει σταδιακά επικρατήσει στις ΕΔ (και κυρίως στον ΕΣ) και η οποία αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ με επίκεντρο τα οπλικά συστήματα και όχι τις πολεμικές μονάδες και τους σχηματισμούς, αφ’ ετέρου στην αδράνεια της στρατιωτικής νοοτροπίας μας, η οποία δεν κατάφερε να αναλύσει και να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τη δραματική αλλαγή στις συνθήκες επάνδρωσης των ΕΔ από τη δεκαετία του ’60, κι αντί να προσαρμόσει το σύστημα επάνδρωσης απλώς το διατήρησε αναλλοίωτο, αποψιλώνοντάς το, σταδιακά. Το σύστημα της εφεδρείας δε χρειάζεται απλώς «καλύτερη οργάνωση» ή «βελτίωση» αλλά αναθεώρησή του ρόλου του στο πλαίσιο του συνολικού αμυντικού σχεδιασμού και συνολική αναδιοργάνωση.

6. Στρατιωτικός χαρακτήρας των ΕΔ: Μέρος του προβλήματος της συνεχούς έκπτωσης της κατάστασης των Ενόπλων Δυνάμεων οφείλεται στη συνεχώς εντεινόμενη και συνήθως συνειδητή υπονόμευση του στρατιωτικού χαρακτήρα των ΕΔ εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας , την αμφισβήτηση του ιδιαίτερου συμβολικού κόσμου εντός του οποίου ανεξαιρέτως λειτουργεί οποιοσδήποτε στρατιωτικός οργανισμός με αξιώσεις πολεμικής ικανότητας. Η τάση αυτή έχει πάμπολλες εκδηλώσεις. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε μόνον τη συνεχή, επίμονη και σκόπιμη αναφορά σε «ένστολους πολίτες» από τον προηγούμενο υπουργό άμυνας. Το αποτέλεσμα είναι ορατό, ακόμη και στο δρόμο. Η πλειοψηφία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων δεν έχει παράσταση που αρμόζει στο ρόλο και στη θέση τους, και εμπνέει την αντίστοιχη εντύπωση στον γενικό πληθυσμό, αλλά και σε κάθε έμπειρο εξωτερικό παρατηρητή. Και φυσικά, το επιφαινόμενο είναι απλώς η ένδειξη, και όχι η ουσία. Η ουσία είναι η συνεχώς χαλαρότερη σχέση που αναπτύσσει με το ρόλο του ένας ολοένα μεγαλύτερος αριθμός στελεχών των ΕΔ. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να σηματοδοτήσει την αυστηρή προσήλωση σε όλους τους συμβολικούς μηχανισμούς που καθιστούν τις ΕΔ πολεμικούς μηχανισμούς και όχι δημόσιες υπηρεσίες. Ας μην υπάρχει κανένας φόβος για τη νομιμοφροσύνη των ΕΔ. Τα δραματικά φαινόμενα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 δεν οφείλονταν στην ισχυρή συμβολική συγκρότηση των ΕΔ της εποχής, αλλά σε άλλα, ξένα με αυτήν φαινόμενα, που έχουν προ πολλού εκλείψει.

Διακλαδικότητα

Ο δεύτερος μείζων τομέας αμυντικής πολιτικής που αφορά τον οργανισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή πολιτικής παρέμβασης στα θέματά τους, οφείλει να είναι η διακλαδικότητα.

Η διακλαδικότητα είναι μια ευρεία έννοια που αφορά τη συνεργασία και τη συνέργεια μεταξύ διαφορετικών κλαδών των ΕΔ σε όλα τα επίπεδα. Η συνήθης αναφορά γίνεται στην επιχειρησιακή διακλαδικότητα, δηλαδή στην επιχειρησιακή συνεργασία και συνέργεια κατά το σχεδιασμό και την εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων. Παρ΄ όλο που αυτή είναι επιθυμητή, δεν αποτελεί πεδίο πολιτικής παρέμβασης, αφού αφορά αυστηρά το επαγγελματικό αντικείμενο των ΕΔ.

Αυτό που όμως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής παρεμβάσεως είναι το οργανωτικό υπόβαθρο που καθιστά δυνατή τη διακλαδικότητα τόσο από επιχειρησιακής απόψεως, όσο και σε όλα τα άλλα επίπεδα. Από αυτής της απόψεως, διεθνώς και ιστορικώς,  υπάρχει ένα ευρύ φάσμα αντιλήψεων και οργανωτικών προτύπων, που κυμαίνεται από την αμερικανικό πρότυπο τριών ανεξάρτητων, σχεδόν παράλληλων οργανισμών μέχρι τον ισραηλινό πρότυπο του ενός ενιαίου οργανισμού που έχει τρεις «τεχνικές» εξειδικεύσεις, με πολλά ενδιάμεσα και διαφορετικά μεταξύ τους πρότυπα.

Στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις το επίπεδο διακλαδικότητας είναι περιορισμένο, παρά τις συνεχείς αναφορές και ακόμη και προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, ο Α/ΓΕΕΘΑ ασκεί πλήρη διοίκηση επί των κλάδων των ΕΔ, ενώ οι αρχηγοί των κλαδικών Γενικών Επιτελείων ασκούν διοικητική διοίκηση του κλάδου τους, στο πλαίσιο των οδηγιών και διαταγών του Α/ΓΕΕΘΑ.

Φαινομενικά, ένα τέτοιο διοικητικό σχήμα εξασφαλίζει απόλυτη διακλαδικότητα. Στην πράξη δεν είναι έτσι, κι αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους:

Ο πρώτος λόγος είναι ότι το επιτελικό όργανο του ΓΕΕΘΑ είναι ιστορικά διαμορφωμένο έτσι ώστε να αποτελεί ένα συντονιστικό όργανο και όχι το κεντρικό επιτελείο των ΕΔ. Το πρόβλημα αυτό έχει, εν μέρει, επιλυθεί σε ότι αφορά τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και διοίκηση των μειζόνων διοικήσεων και σχηματισμών, αλλά όχι στο συνολικό σχεδιασμό των ΕΔ. Οι οργανωτικές αρμοδιότητες των ΕΔ δεν εκχωρούνται προς τα κλαδικά επιτελεία όταν τα θέματα γίνονται κλαδικά, αλλά συντονίζονται από το ΓΕΕΘΑ όταν οι κλάδοι (συχνά άκοντες) αναγκάζονται να συνεργαστούν και να συντονιστούν σε συγκεκριμένα αντικείμενα.

Ο δεύτερος λόγος, και βαθύτερος, είναι ότι το παρόν σχήμα διοίκησης ορίζει μεν ότι στην πράξη ο Α/ΓΕΕΘΑ ασκεί πλήρη διοίκηση, όμως το μεγαλύτερο μέρος της θεσμικής ισχύος, όπως αυτό διαμορφώνεται από το νομικό πλαίσιο, , εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τον έλεγχο των κλάδων δια της διοικητικής διοικήσεως που ασκούν και εκτός ελέγχου ΓΕΕΘΑ. Η ισχύς αυτή αφορά τη διαχείριση του προσωπικού, και ιδιαίτερα το κρίσιμο θέμα των κρίσεων και των τοποθετήσεων των ανωτέρων και ανωτάτων (πλην λίγων) αξιωματικών, που παραμένει στην αρμοδιότητα των κλαδικών συμβουλίων κρίσεων.

 Όσο δεν υπάρχει μία κοινή επετηρίδα επιτελών των τριών κλάδων, υπό τον έλεγχο του ΓΕΕΘΑ, η διακλαδικότητα θα καρκινοβατεί. Δεδομένου ότι επιτελείς αξιωματικοί παραμένουν και επιχειρησιακοί αξιωματικοί του κλάδου τους, είναι προφανές ότι οφείλουν να κρίνονται και να τοποθετούνται σε αντίστοιχες θέσεις με τη βαρύτητα των σχετικών επιλογών και κρίσεων από αξιωματικούς του κλάδου τους. Παρ΄ όλα αυτά, είναι σκόπιμο οι κρίνοντες να ανήκουν στην ίδια, κοινή επετηρίδα, και να διαθέτουν προτεραιότητα και προκαθορισμένες τοποθετήσεις στις κλαδικές επιχειρησιακές θέσεις. Πρακτικές διευθετήσεις δεν είναι δύσκολο να βρεθούν εφ΄ όσον γίνει αποδεκτή η βασική αρχή. Η βασική δυσκολία σε μία τέτοια πολιτική επιλογή δε θα αφορά την εξεύρεση των σχετικών ρυθμίσεων όσο η αντίδραση που θα συναντήσει μία τέτοια μείζων μεταφορά ισχύος εντός των ΕΔ. Εντός αυτού του πλαισίου τέθηκε, άλλωστε, προηγουμένως και η πρόταση περί ουσιώδους αλλαγής του ρόλου της ΑΔΙΣΠΟ.

Είναι προφανές ότι σε έναν συντηρητικό οργανισμό όπως οι ΕΔ μία τέτοια πρόταση δε θα γίνει δεκτή. Όμως η αποδοχή κι εφαρμογή της θα προκαλέσει ριζική αναμόρφωση των ΕΔ με οφέλη που θα είναι κοσμογονικά.

 Πέραν της πολιτικής προσωπικού ο τομέας των δραστηριοτήτων των τριών κλάδων που μπορεί και πρέπει άμεσα να οδεύσει προς ενοποίηση είναι αυτός της διοικητικής μέριμνας και της βάσης των τριών κλάδων των ΕΔ.

Σε γενικές γραμμές, ο κάθε κλάδος των ΕΔ περιλαμβάνει στο δομή του έναν σχηματισμό που είναι υπεύθυνος για την στρατηγικού επιπέδου διοικητική του μέριμνα. Οι σχηματισμοί αυτοί είναι η ΑΣΔΥΣ για τον ΕΣ, η ΔΔΜΝ για το ΠΝ και η ΔΑΥ για την ΠΑ. Οι σχηματισμοί αυτοί, παρ’ όλο που προσφέρουν λιγότερο εντυπωσιακές φωτογραφίες και λιγότερο δραματικές περιγραφές από τους μάχιμους σχηματισμούς, είναι μηχανισμοί κρίσιμοι για την πολεμική ικανότητα του όπλου τους  – χωρίς βάση δε μπορεί να διεξαγάγει πόλεμο κανένας επιχειρησιακός σχηματισμός. Ταυτόχρονα, η αποστολή τους είναι δύσκολη, πολύπλοκη και καθόλου διαδικαστική ή τετριμμένη. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι οι μηχανισμοί αυτοί έχουν ένα μεγάλο μέρος αποστολών αλλά και διαδικασιών τα οποία είναι κοινά – αν και σε καμία περίπτωση αυτό δεν αναφέρεται στο σύνολο των αποστολών ή των διαδικασιών. Οι μεταφορές, η τήρηση και διαχείριση αποθεμάτων – τουλάχιστον των γενικών υλικών – καθώς και η υγειονομική περίθαλψη σε επίπεδο βάσης (που βέβαια, για το ΠΝ και την ΠΑ είναι εκτός των ΔΔΜΝ και ΔΑΥ αντίστοιχα) για τα τρία όπλα είναι κοινά αλλά διεξάγονται ανεξάρτητα και παράλληλα, διατηρώντας τρεις πολύ μεγάλους μηχανισμούς που κατά μεγάλο μέρος αλληλεπικαλύπτονται. Η απώλεια σε πόρους (χρηματικούς και ανθρώπινους) αλλά και σε επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα που η παρούσα κατάσταση επιφέρει είναι μη αποδεκτή.

Είναι επιτακτικό να αρχίσει αμέσως η ενοποίηση των δομών αυτών, σταδιακά, προσεκτικά, μεθοδικά, αλλά και αποφασιστικά. Οι οικονομίες κλίμακος και η ώθηση στη διακλαδικότητα που θα επιφέρουν θα είναι εντυπωσιακές – όπως, φυσικά, οξείες θα είναι και οι αντιδράσεις που θα προκαλέσουν. Το πνεύμα της ενοποίησης δε θα πρέπει να είναι η κατάργηση ή η ενοποίηση συνολικά των λειτουργιών διοικητικής μερίμνης των κλάδων – κάτι που είναι αδύνατο και επιζήμιο, αλλά η ενοποίηση των δομών και των λειτουργιών που δεν υπάρχει λόγος να υφίστανται εκ του περισσού.

Ενδεικτικά και μόνον, για τα υγειονομικά συστήματα: τα τρία όπλα έχουν (ευτυχώς) ένα κοινό μηχανισμό παραγωγής αξιωματικών (ΣΣΑΣ και ΣΑΝ), μετά τον οποίο σχηματίζονται ανεξάρτητα σε τρεις απολύτως αυτόνομους μηχανισμούς. Κάθε μηχανισμός έχει δύο διακριτά επίπεδα: το επίπεδο της υγειονομικής κάλυψης των επιχειρησιακών σχηματισμών του οικείου όπλου, μέσω των οποίων καλύπτονται επί τόπου οι ανάγκες περίθαλψης και διαλογής, καθώς και το επίπεδο νοσοκομειακής περίθαλψης αλλά και κεντρικού σχεδιασμού και διαχείρισης του μηχανισμού: σχεδιασμός νοσοκομείων, προγραμματισμός εκπαιδευτικών αναγκών, ειδικοτήτων, προμηθειών κοκ. Το πρώτο επίπεδο είναι αυστηρά κλαδικό, το δεύτερο επίπεδο θα πρέπει να γίνει αυστηρά διακλαδικό – με όσες αντιδράσεις και προσχήματα κι αν προβληθούν από μέρη που με μια τέτοια εξέλιξη θα απωλέσουν διαφόρων ειδών προνόμια.

Και, για να θέσουμε, τελικώς και ένα προκλητικό ερώτημα. Είναι δυνατόν, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αλλά κατά μείζονα λόγο υπό τις σημερινές, να λειτουργούν, παράλληλα και ανεξάρτητα, ΕΚΕΜΣ, ΠΟΝ και ΣΕΠΑ;…

4 Responses to Πολιτική Άμυνας – Μέρος 1ο

  1. Ο/Η H.B.S. λέει:

    Αγαπητέ μου, ειλικρινά με χαροποιείς όταν γράφεις. Αναμένω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τα επόμενα μέρη γιατί έχω κάποιες απορίες και ερωτήματα προς διερεύνηση (υποθέτω πως θα απαντηθούν στην πορεία) όσο και ενστάσεις προς συζήτηση.

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    H.B.S, σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Το άρθρο είναι, κατ’ ουσίαν αυτοτελές, μιας και τα υπόλοιπα τμήματα θα ασχοληθούν με άλλα θέματα. Απλώς, επειδή είναι μια σύνθεση πολλών θέσεων οι οποίες δεν αναλύονται στο ίδιο το κείμενο, η συζήτησή τους έχει γίνει είτε στο παρελθόν σε κείμενα είτε σε μελλοντικά κείμενα είτε στο πλαίσιο ενδεχομένης συζήτησης που θα ακολουθήσει.

  3. Ο/Η H.B.S. λέει:

    Νιώθω πως θα προκύψουν εκ μέρους μου ενστάσεις για την εν γένει θέση σου απέναντι στον επαγγελματικό στρατό, αλλά, περιμένω την εκτενέστερη αναφορά σου επί του θέματος. Επίσης, νομίζω πως αξίζει τον κόπο μια εκτενέστερη ανάλυση της αναθεώρησης του συστήματος εφεδρείας που προτείνεις βασισμένο όμως στην (νεο)ελληνική πραγματικότητα ώστε να είναι πραγματοποιήσιμο. Έχω βαρεθεί να διαβάζω κατά καιρούς προτεινόμενα πρότυπα (βλέπε Ισραήλ) τα οποία από κοινωνικοπολιτική άποψη είναι για μας ασύμβατα και μη εφαρμόσιμα. Πιστεύω πολύ στην αναλυτική σου ικανότητα και ποντάρω σε αυτήν ώστε, πέρα από καίριες διαπιστώσεις και κρίσεις να προτείνεις λύσεις οι οποίες θα είναι συμβατές με τις συνθήκες που επικρατούν στην (πολύ δύσκολη όσο και χαοτική) ελληνική πραγματικότητα.

  4. Ο/Η Dragon λέει:

    είναι οι υπαξιωματικοί από παραγωγικές σχολές. Οι ΕΠ.ΟΠ. μετά από μερικά χρόνια υπηρεσίας και παρακολούθηση ανάλογων σχολείων, θα προάγονται. Δεν είναι δυνατόν σε πάρα πολλές ειδικότητες να χρησιμοποιούνται έφεδροι. Ότι εκπαίδευση και να έχουν, απλώς δεν κάνουν. Δεν μπορεί να εκπαιδεύεις έναν έφεδρο ως ελεύθερο σκοπευτή και μετά αυτός να πάει στο καλό, ούτε έναν υποβρύχιο καταστροφέα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s