Περί Ελαφρού Πεζικού – Μέρος Θ’

Με την ανάρτηση αυτή ολοκληρώνεται ένα σύντομο άφιέρωμα στο Ελαφρύ Πεζικό. Η ανάρτηση περιλαμβάνει τη μετάφραση από το τελευταίο μέρος του άρθρου του Devore σχετικά με τις δυνάμεις αλεξιπτωτιστών.

Το όλο αφιέρωμα με τα πολλαπλά άρθρα – που προφανώς, σε καμία περίπτωση δεν εξαντλούν το θέμα – έγιναν στο πλαίσιο μιας εισήγησης σχετικά με τη δομή των επίλεκτων δυνάμεων ελαφρού πεζικού του ΕΣ. Τα πρώτα μέρη της εισήγησης προκάλεσαν κάποιο σκεπτικισμό σχετικά με το διαχωρισμό των επιλέκτων από τις ειδικές δυνάμεις, οπότε έπρεπε ο διαχωρισμός αυτός να εξηγηθεί και να αναπτυχθεί. Επιπλέον, το αρχικό μέρος της εισήγησης, όπως κι αυτό που θα ακολουθήσει, κρίνει την ύπαρξη ανεξάρτητων μονάδων αλεξιπτωτιστών περιττή. Για να δοθεί ο πυρήνας, τουλάχιστον, του σκεπτικού, παρατέθηκε ένα συναφές άρθρο του Devore. Η παρουσίαση του άρθρου αυτού του Devore ολοκληρώνεται με την ανάρτηση που ακολουθεί και η οποία συνοψίζει τα συμπεράσματα από την προηγούμενη ανάλυση του συγγραφέα, με βάση την ιστορία και την εμπειρία της χρήσης των αλεξιπτωτιστών σε τρείς χώρες: ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση και Ρωσία, και Μεγάλη Βρετανία.

Institutions and the Evolution of Postwar Airborne Forces

Marc DeVore

Security Studies Program Working Paper
June 2004
MIT Center for International Studies

Συμπέρασμα

Όπως αποδεικνύουν η σοβιετική, η βρετανική και η αμερικανική περίπτωση, είναι οι οργανισμοί που διαμορφώνουν τόσο την ανάπτυξη όσο και τη συνέχιση διαφόρων στρατιωτικών δυνατοτήτων. Στη σοβιετική περίπτωση, ισχυρά θεσμικά όργανα προστάτευσαν τις αερομεταφερόμενες δυνάμεις από μια σειρά δικαιολογημένων επικρίσεων, επιτρέποντάς τους να ακολουθήσουν μια ποικιλία από καινοτόμες αλλά τελικά μάταιες προσπάθειες για τη βελτίωση της ισχύος πυρός και της ικανότητας επιβίωσης τους. Αν η σοβιετική VDV είναι χαρακτηριστική περίπτωση θεσμών που εμποδίζουν την ορθολογική αξιολόγηση των αερομεταφερόμενων δυνάμεων και της χρησιμότητας των επιθετικών επιχειρήσεων με αλεξίπτωτα, η βρετανική περίπτωση απεικονίζει το αντίστροφο φαινόμενο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η απουσία ισχυρών και αυτόνομων αερομεταφερόμενων δυνάμεων επέτρεψε μια αιτιολογημένη επανεκτίμηση των επιχειρήσεων αλεξιπτωτιστών υπό το φως των πολεμικών εμπειριών και των μεταπολεμικών τεχνολογικών αλλαγών. Αυτό, με τη σειρά του, επέτρεψε την ταχεία μείωση των αερομεταφερόμενων δυνατοτήτων της Βρετανίας.

Μέρος του κόστους της διατήρησης δυνάμεων αλεξιπτωτιστών

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ιδρυματική ισχύς των αερομεταφερόμενων δυνάμεων ήταν κάπου μεταξύ των σοβιετικών και των βρετανικών, οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να υπερασπιστούν τη διατήρηση του μεγέθους και της ύπαρξής τους αναζητώντας νέους ρόλους και αποστολές και συμμετέχοντας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις όποτε αυτό είναι δυνατό. Σε αυτή την περίπτωση, οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις αντιμετώπισαν συνεχώς την επανεκτίμηση της χρησιμότητάς τους, αλλά κατάφεραν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της συνεχιζόμενης σημασίας τους.

Στο σύνολό τους, οι τρεις αυτές περιπτώσεις μας βοηθούν να εξηγήσουμε τη σκοτεινή πλευρά του επιχειρήματος του Christensen. Ενώ ο Christensen ορθώς επισημαίνει ότι εξειδικευμένες αυτόνομες υπηρεσίες ή υπο-τμήματα στα πλαίσια μίας υπηρεσίας είναι πιο πιθανό να κεφαλαιοποιήσουν τις ενδεχόμενες καινοτομίες από ότι οι υφιστάμενες υπηρεσίες, ισχύει το αντίθετο σε περιπτώσεις όπου ο η εν λόγω καινοτομία αποδεικνύεται λιγότερο ελπιδοφόρα από ό, τι αναμενόταν αρχικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ισχυρά θεσμικά όργανα αποτρέπουν τις ένοπλες δυνάμεις από την εξάλειψη της αποτυχίας.

Στρατιωτικές δυνατότητες, όπως η ικανότητα να διεξάγονται αεραποβάσεις με ρίψη αλεξιπτωτιστών, άπαξ και θεσμοθετηθούν ούτε πεθαίνουν ούτε εξαφανίζονται. Αντίθετα, συνεχίζουν να καταναλώνουν πολύτιμους πόρους σε μια μάταιη προσπάθεια να κάνουν το αδύνατο δυνατό. Όπως αποκαλύπτει το παράδειγμα των αλεξιπτωτιστών, ο βαθμός στον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις διατήρησαν αερομεταφερόμενες δυνάμεις μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους βαθμούς της υπηρεσιακής κατοχύρωσης που επιφυλάχθηκε σε αυτές τις δυνάμεις πριν από τον πόλεμο.

Κατά πολλούς τρόπους, αυτά τα ευρήματα απηχούν αυτά του θεμελιώδους άρθρου του Edward Katzenbach «Το Ιππικό στον Εικοστό Αιώνα.» Οι ισχυρισμοί του Katzenbach ότι οι αξιωματικοί έχουν ανάγκη από «ένα ρομαντισμό που, ενώ καταπνίγει ίσως τη ρεαλιστική σκέψη, δίνει σ’ αυτούς  αυτή την πίστη στην αξία των όπλων που χρησιμοποιούν, η οποία είναι τόσο αναγκαία για την προθυμία τους για να τα χρησιμοποιήσουν στη μάχη» και ότι «η πίστη υποθάλπει δυσπιστία προς τις αλλαγές» φαίνεται να έχουν την ίδια αξία στην περίπτωση των αερομεταφερόμενων δυνάμεων, όπως και στου ιππικού. 167

Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι οργανισμοί εξίσου ικανοί στο να επιβάλουν τις ρομαντικές τους αντιλήψεις για τη διεξαγωγή του πολέμου στις ένοπλες δυνάμεις του κράτους τους. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι η οργανωτική δύναμη και αυτονομία που επιτρέπουν στους επαγγελματίες μιας απαρχαιωμένης στρατιωτικής πρακτικής να υπερτιμούν την ειδικότητά τους εις βάρος των ενόπλων δυνάμεων και του κράτους. Ως εκ τούτου, οι ένοπλες δυνάμεις και τα κράτη θα πρέπει να είναι εξαιρετικά φειδωλές στο να καλλιεργούν νέες δυνατότητες μέσω της θεσμοθέτησης ή της χορήγησης οργανωτικής αυτονομίας. Γιατί σε περίπτωση που υποπέσουν σε πλάνη σχετικά με την πρόβλεψη τους για το μέλλον, μπορεί όχι μόνον να αντιμετωπίσουν την ήττα αλλά και στην καλύτερη περίπτωση να συνεχίσουν να πληρώνουν ένα πολύ υψηλό τίμημα για ένα προβληματικό και αναποτελεσματικό μέρος του στρατιωτικού κατεστημένου τους.

Το τίμημα που οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία πληρώνουν για την αυτονομία που έδωσαν  στις αερομεταφερόμενες δυνάμεις στη δεκαετία του 1930 και του ’40 μπορεί να μετρηθεί με κριτήριο τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους που παροχετεύονται εκεί από άλλες, πιο πολύτιμες στρατιωτικές μονάδες, και τα στρεβλά κίνητρα που η ίδια η διαθεσιμότητα μεγάλων και θεσμικά σημαντικών αερομεταφερόμενων δυνάμεων δημιουργεί για την εμπλοκή και χρήση τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν 15 τάγματα πεζικού αλεξιπτωτιστών και η Ρωσία τέσσερις αερομεταφερόμενες μεραρχίες, που κοστίζουν σημαντικά χρηματικά ποσά για εκπαίδευση και  εξοπλισμό και επανδρώνονται από επίλεκτους εθελοντές έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Ο μεγάλος αριθμός μεταγωγικών αεροσκαφών και τα εξειδικευμένα αερομεταφερόμενα οχήματα προσθέτουν αστρονομικά έξοδα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πόρους σπαταλούνται λανθασμένα αφού η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία καθιστά απίθανη την εκτέλεση αλμάτων από τα αερομεταφερόμενα τάγματα πίσω από τις γραμμές ικανών αντιπάλων.

Τα αντίπαλα τεθωρακισμένα και οι  πυραύλους εδάφους-αέρος απέτρεψαν επιχειρήσεις αλεξιπτωτιστών κατά της Σερβίας και του Ιράκ, και θα κάνουν το ίδιο, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρήσει πόλεμο με το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα ή τη Συρία ή εάν η Ρωσία πολεμήσει είτε εναντίον της Κίνας ή της Ουκρανίας. Μόνο τα μικρά κράτη με αδύναμες ένοπλες δυνάμεις, όπως ο Παναμάς ή Γρενάδα, είναι ρεαλιστικοί στόχοι για την αερομεταφερόμενη επίθεση, και ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις τα ελικόπτερα είναι πιο ασφαλή και πιο αποτελεσματικά μέσα για την είσοδο των στρατευμάτων.

Επειδή οι μεγάλες αερομεταφερόμενες δυνάμεις αναλώνουν χρήματα και νεοσύλλεκτους, οι πόροι αυτοί δεν είναι διαθέσιμοι στα κράτη ώστε αυτά να συμπληρώσουν άλλα κενά στη  δομή των συμβατικών τους δυνάμεων. Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 πολλοί αμυντικοί σχεδιαστές υποστήριξαν τη δημιουργία ελαφρών θωρακισμένων μονάδων  εξοπλισμένων με τροχοφόρα οχήματα. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 κατέδειξε επίσης την ανάγκη για ξεχωριστές δυνάμεις διατήρησης της ειρήνης παρόμοιες με τους ιταλούς καραμπινιέρους ή τους γάλλους μηχανοκίνητους χωροφύλακες. Τέλος, η συμμετοχή σε ορεινές περιοχές στο Αφγανιστάν, την Τσετσενία και το Κουρδιστάν αποκάλυψε ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ρωσία δεν έχουν εξειδικευμένες ορεινές δυνάμεις. Όσο διατηρούν μεγάλες και δαπανηρές αερομεταφερόμενες δυνάμεις θα είναι πιο δύσκολο για τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία να αντιμετωπίζουν τις ελλείψεις που αναφέρονται παραπάνω.

Ένα τελευταίο μειονέκτημα για την ύπαρξη μεγάλων και αυτόνομων αερομεταφερόμενων δυνάμεων είναι ότι οι αλεξιπτωτιστές αξιωματικοί ασκούν πίεση για να επιχειρηθούν αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις. Κατηχημένοι σχετικά με τα πλεονεκτήματα του όπλου τους και ανήσυχοι να υπερασπιστούν αέρα ιδρύματα, οι αλεξιπτωτιστές αξιωματικοί πιέζουν για αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις. Πρόσφατα, αερομεταφερόμενοι αξιωματικοί προσπάθησαν να πείσουν τις κυβερνήσεις τους να ξεκινήσουν επιθέσεις στον αέρα κατά τη διάρκεια του 1991 Πόλεμος του Κόλπου και τις συγκρούσεις στην πρώην Yugoslavia.168 Παρά το γεγονός ότι επικράτησε η λογική, δεν είναι αυτονόητο ότι αυτό θα συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένα κίνητρο να χρησιμοποιηθούν αερομεταφερόμενες δυνάμεων εφ ‘όσον υπάρχουν τέτοιες μονάδες και οι αλεξιπτωτιστές αξιωματικοί έχουν γραφειοκρατική ανάγκη να αποδείξουν την αξία τους.

Εν κατακλείδι, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία εξακολουθούν να πληρώνουν για τις αποφάσεις που πήραν πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να αναπτύξουν αερομεταφερόμενες ικανότητες με τη δημιουργία ισχυρών νέων θεσμών και τη χορήγηση σε αυτούς υψηλού βαθμού οργανωτικής αυτονομίας. Σε κάθε περίπτωση, οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις παραμένουν μεγαλύτερες και πιο δαπανηρές από ό,τι αξίζει, και αποτελούν ένα εσφαλμένο και μη αποτελεσματικό μέρος των εθνικών στρατιωτικών οργανισμών. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει την τύχη να ξεθώριασαν αθόρυβα οι θεσμικά ασθενέστερες αερομεταφερόμενες δυνάμεις του όταν η επιχειρησιακή εμπειρία αποκάλυψε τα ελαττώματα τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s