Βιβλιοπαρουσίαση: Fighting Power: German and U.S. Army Performance, 1939-1945

Fighting Power: German and U.S. Army Performance, 1939-1945

του Martin van Creveld

Praeger (αρχικά: Greenwood Press)

1982, Ανατύπωση 2007, 198 σελίδες

Αν έπρεπε να προτείνουμε ένα και μόνο βιβλίο σχετικά με τα στρατιωτικά θέματα, η επιλογή μας θα ήταν το βιβλίο του κορυφαίου ισραηλινού στρατιωτικού ιστορικού και αναλυτή Martin van Creveld.

Το βιβλίο αποτελεί το επιστέγασμα μιας συζήτησης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’60 σχετικά με την συγκριτική απόδοση του Γερμανικού και του Αμερικανικού Στρατού κατά τον Β’ ΠΠ. Η συζήτηση αυτή είχε ως αιτία την έντονη εντύπωση που σοβούσε στον Αμερικανικό Στρατό μεταπολεμικά ότι ο αντίπαλός τους στην Ευρώπη είχε πολύ καλύτερη επίδοση από αυτούς, παρά το ότι ενεργούσε υπό πολύ δυσμενέστερες αντικειμενικά συνθήκες. Ο αμερικανός αξιωματικός Charles Dupuy – ένας από τους πρωταγωνιστές της ανασυγκρότησης του αμερικανικού στρατού μετά την ήττα του Βιετνάμ – έδωσε στη συζήτηση αυτή μια πιο στέρεα βάση: μοντελοποίησε μαθηματικά την απόδοση των δύο αντιπάλων σε έναν μεγάλο αριθμό μεταξύ τους εμπλοκών, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν κάθε πιθανό παράγοντα που επηρέαζε την εμπλοκή. Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφέστατη υπεροχή στην επίδοση των γερμανών. Παρά το γεγονός ότι το συμπέρασμα αυτό ενόχλησε πολλούς αμερικανούς, οι οποίοι μάλιστα το αντιμετώπισαν ακόμη και ως θέμα πατριωτισμού, δεν υπήρξε καμία σοβαρή αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού. Έτσι, το επόμενο βήμα υπήρξε η αναζήτηση των συστηματικών αιτίων που ήταν υπεύθυνες για την υπεροχή αυτή. Η συζήτηση είχε, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία για τον αμερικανικό στρατό γιατί συνέπεσε με την προσπάθεια για την αναδιοργάνωσή του κατά τη δεκαετία του ’80, οπότε και αναζητούσε οργανωτικά και δογματικά πρότυπα. Μια αναδρομή στην αμερικανική Στρατιωτική Επιθεώρηση αρκεί για να δείξει το πόσο έντονη υπήρξε η ενασχόληση με το γερμανικό στρατιωτικό σύστημα κατά τη δεκαετία αυτή.

Στο πλαίσιο αυτό, η πλέον σημαντική και ολοκληρωμένη ανάλυση των λόγων που έκαναν τον προπολεμικό Γερμανικό Στρατό χαρακτηριστικά ανώτερο από όλους τους υπόλοιπους συγχρόνους του έγινε από τον ισραηλινό ιστορικό Van Creveld στο βιβλίο αυτό. Ο Creveld αναζητά και εντοπίζει την ανωτερότητα όχι σε ευκαιριακές εμπνεύσεις των ηγετών του, αλλά στο σύνολο του οργανισμού, των δομών και της στρατιωτικής νοοτροπίας του, δηλαδή σε βασικές αντιλήψεις και επιλογές που αφορούσαν το σύνολο της λειτουργίας του. Τα επί μέρους κεφάλαια του βιβλίου εξετάζουν τη σχέση του στρατού με την κοινωνία, το δόγμα και την αντίληψη του στρατού για την πραγματικότητα του πολέμου, τις αρχές διοίκησης, την οργάνωση του στρατού, τόσο των γενικών αρχών όσο και ειδικότερα την οργάνωση των επιτελείων και στρατηγείων αλλά και των σχηματισμών, τη διαχείριση προσωπικού γενικά αλλά και ειδικότερα τα θέματα κατανομής σε ειδικότητες και μονάδες και σχηματισμούς, εκπαίδευσης και αναπλήρωσης απωλειών, τη διατήρηση της μαχητικής αποτελεσματικότητας, το σύστημα ηθικών αμοιβών και πειθαρχικών κυρώσεων, το ρόλο των υπαξιωματικών καθώς και την αντιπαραβολή με το αντίστοιχο αμερικανικό παράδειγμα, καθώς και την ηγεσία και το ρόλο των αξιωματικών στο στρατό, με ειδικότερες αναλύσεις για την εικόνα και τη θέση τους, την επιλογή τους, την εκπαίδευσή τους, το σύστημα προαγωγών, τους αριθμούς και την κατανομή τους, καθώς και μια ειδική αναφορά στο «σύστημα του γενικού επιτελείου». Έτσι, η συνήθης αναφορά στην «ποιότητα» και την «οργάνωση» ενός στρατού, που συνηθέστατα αποτελεί μία αμήχανα αόριστη επίκληση, τίθεται σε συγκεκριμένο και στέρεο αναλυτικό πλαίσιο.

Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πόσο διαφορετικές ήταν οι αντιλήψεις που καθόριζαν τη λειτουργία του Γερμανικού Στρατού σε σχέση με τον Αμερικανικό, και μάλιστα σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων. Η διαφορά ήταν εντυπωσιακή, είτε αυτή αφορούσε σε αρχές και αντιλήψεις που ήταν διαφορετικές, ακόμη κι αν θα περίμενε κανείς ότι εκ όψεως θα ήταν καθολικής ισχύος και παραδοχής, είτε αυτή αφορούσε λεπτές αλλά κρίσιμες διαφορές στην εφαρμογή αρχών και αντιλήψεων που ήταν, θεωρητικά, κοινές. Αν κανείς έχει υπ’ όψιν του τη σχετική πραγματικότητα του Γαλλικού στρατού της εποχής, αλλά και τους μεταπολεμικούς (και σύγχρονους) νατοϊκούς στρατούς (που με εξαίρεση τον Αγγλικό, και σε μικρό βαθμό τον γερμανικό ασπάστηκαν το αμερικανικό οργανωτικό πρότυπο), η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή.

Οι διαφορές αυτές μπορούν, γενικά, να αναχθούν σε δύο διαφορετικά αίτια. Η μία πηγή διαφοροποιήσεων ήταν η διαφορετική αντίληψη που είχαν οι δύο στρατοί για την ίδια τη φύση του φαινομένου του πολέμου. Η δεύτερη πηγή διαφοροποιήσεων ήταν η διαφορετική στρατηγική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα στην οποία εντάσσονταν και από την οποία προέρχονταν οι δύο στρατοί.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που φωτίζει τις δύο αυτές πηγές, και το οποίο αναλύεται στο πλαίσιο του βιβλίου, είναι η διαφορετική αντίληψη των δύο στρατών για τους αξιωματικούς και το ρόλο τους. Έτσι, ενώ οι Γερμανοί είχαν στον οργανισμό τους έναν αναλογικά περιορισμένο αριθμό αξιωματικών, οι Αμερικανοί είχαν, συγκριτικά, εντυπωσιακά μεγαλύτερο αριθμό. Ταυτόχρονα, κατά την επιλογή, εκπαίδευση και κρίση των αξιωματικών οι Γερμανοί ήταν εξαιρετικά αυστηροί, θεωρώντας ότι αξιωματικοί θα πρέπει να γίνονται και να προάγονται σε κάθε βαθμό αυστηρά και μόνον όσοι πληρούν τα – ούτως ή άλλως αυστηρότατα – αντίστοιχα κριτήρια, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι οι διαθέσιμοι αξιωματικοί δε θα επαρκούσαν για τις θέσεις που προβλέπονταν από τον οργανισμό του στρατού. Ήταν προτιμότερη μια κενή θέση αξιωματικού από μία θέση αξιωματικού που θα στελεχώνονταν από κάποιον που δεν ανταποκρίνονταν στις αυστηρές απαιτήσεις της θέσης. Σε αντίθεση με τη νοοτροπία αυτή, οι Αμερικανοί παρήγαγαν αξιωματικούς μαζικά, με μικρή εκπαίδευση και ελαστικά κριτήρια. Το αποτέλεσμα ήταν οι Γερμανοί να έχουν χαρακτηριστικά ικανότερους αξιωματικούς, οι οποίοι έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους άντρες τους, όπως διαπίστωναν οι Αμερικανοί, σχεδόν έκπληκτοι, από τις ανακρίσεις των αιχμαλώτων ακόμη και μέχρι τις τελευταίες ημέρες του πολέμου. Το ίδιο δε μπορούσε να ειπωθεί για τους Αμερικανούς αξιωματικούς, μια κατάσταση που συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Ο γερμανικός στρατός, ακόμη και στις τελευταίες ημέρες του δε γνώρισε φαινόμενο αντίστοιχο του fragging. Από την άλλη, το αυστηρό και χρονοβόρο σύστημα παραγωγής αξιωματικών του Γερμανικού Στρατού έγινε σοβαρό πρόβλημα από το ’43 και μετά, όταν οι σωρευμένες απώλειες από τις εντατικές επιχειρήσεις στέρησαν από τους Γερμανούς έναν κρίσιμο όγκο αξιωματικών, πρόβλημα που οι αμερικανοί ποτέ δεν αντιμετώπισαν.

Που οφειλόταν η διαφορά αυτή; Σε ένα μείγμα αντιλήψεων εκάστου μέρος για τη φύση του πολέμου, ιστορικών επιρροών και κοινωνικής πραγματικότητας. Oι Γερμανοί από την εποχή του Κλαούζεβιτς, και πολύ περισσότερο μετά τον Α΄ΠΠ θεωρούσαν τον πόλεμο ως ένα χαοτικό φαινόμενο, στο οποίο ο έλεγχος και η διοίκηση είχε σαφή, περιορισμένα όρια, και στο οποίο ήταν κρίσιμη η αυτενέργεια και η πρωτοβουλία του κάθε επιπέδου διοικήσεως εντός μιας γενικής, κοινής κατεύθυνσης που είχε τεθεί άνωθεν. Για να μπορεί ένας οργανισμός να δράσει κατ΄αυτόν τον τρόπο, θα όφειλαν οι αξιωματικοί του στα διάφορα επίπεδα αφ’ ενός να είναι ικανοί να αναπτύσσουν πρωτοβουλία, αφ΄ ετέρου να έχουν την απόλυτη εμπιστοσύνη των ανωτέρων τους ώστε αυτοί να τους επιτρέψουν τα αντίστοιχα περιθώρια πρωτοβουλίας. Από την άλλη, οι Αμερικανοί, έχοντας (μέχρι σήμερα) ενστερνιστεί τη γαλλικής προελεύσεως αντίληψη ότι η χαοτική φύση του πολέμου μπορεί να δαμαστεί μόνον με εξαντλητικό σχεδιασμό, με αυστηρό συγχρονισμό και με ασφυκτικό έλεγχο των δυνάμεων, αντιμετώπιζαν το κάθε κλιμάκιο ως απλό εκτελεστή των σχεδίων του ανωτέρου κλιμακίου του, και κάθε αξιωματικό κατ’ ουσίαν εκτελεστή διαταγών βάσει καθορισμένων, τυποποιημένων διαδικασιών. Οι δύο αυτές αντιλήψεις οδηγούσαν και σε διαφορετικές απαιτήσεις παραγωγής αξιωματικών. Προφανώς, κανένας στρατός στο δόγμα του δεν απορρίπτει την αξία της πρωτοβουλίας, και κανένας στρατός δεν αρνείται την σημασία του σχεδιασμού και του ελέγχου και της διοικήσεως, όμως η διαφορά στην έμφαση διαφαίνεται τόσο στα κείμενα των δογμάτων όσο και στη στρατιωτική νοοτροπία του κάθε οργανισμού.

Αλλά η ανωτέρω διαφορά δε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη στρατιωτική αντίληψη του κάθε οργανισμού, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν άλλες, εξ ίσου σημαντικές εξωγενείς παράμετροι. Έτσι, στον μεν Γερμανικό Στρατό υπήρχε έντονη η μνήμη και η παράδοση του φεουδαρχικού παρελθόντος του, που απέδιδε έναν αντίστοιχο ρόλο στον αξιωματικό, ενώ στις ΗΠΑ ο στρατός επηρεάστηκε εντονότατα από την υπουργία του Elihu Root, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο οποίος εισήγαγε θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις στον οργανισμό του με έντονη την επιρροή των αντιλήψεων του φορντισμού και την οργάνωση μαζικής παραγωγής και τη λειτουργία μεγάλης κλίμακας οργανισμών. Τα κριτήρια επάρκειας των Γερμανών συνοδεύονταν από μία κοινωνικά αποδεκτή δυνατότητα απόρριψης εκπαιδευομένων σε κάθε στάδιο και σε κάθε επίπεδο, από την αρχική επιλογή μέχρι ακόμη και τα τελικά στάδια, γεγονός που ήταν απολύτως αδιανόητο – και φυσικά απαράδεκτο – στις ΗΠΑ.

Επί πλέον, δε, αυτών, οι δύο χώρες αντιμετώπιζαν διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον. Έτσι, οι ΗΠΑ ήταν μια ασφαλής απομονωμένη χώρα που καλείτο περιοδικά να επέμβει σε στρατιωτικές συγκρούσεις, και μέχρι τον Α’ ΠΠ σχεδόν ποτέ σε μεγάλες – πλην του αμερικανικού εμφυλίου. Έτσι, υπήρχε μια πολιτική και κοινωνική άρνηση για την ύπαρξη μεγάλων ΕΔ, με αποτέλεσμα όποτε αυτές χρειάστηκε να εμπλακούν σε μεγάλους πολέμους (στον Α’ ΠΠ και στον Β’ ΠΠ) να χρειαστεί να επεκταθούν αιφνιδιαστικά και εσπευσμένα, με περιορισμένη δυνατότητα προσεκτικής προετοιμασίας των αξιωματικών, αλλά με άμεσες, πιεστικές ανάγκες. Σε αντίθεση, η Γερμανία από τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων απέδωσε μεγάλη έμφαση στην ύπαρξη ισχυρού στρατού, εν μέσω τρικυμιωδών κοινωνικών εξελίξεων, και ο στρατός αυτός έχαιρε μεγάλου κύρους στην κοινωνία. Έτσι, η μεγάλη προσέλευση και η μακρά παραμονή των αξιωματικών έδινε τη δυνατότητα για αυστηρή επιλογή και σχολαστική προετοιμασία.

Το βιβλίο του Creveld αναλύει συστηματικά και με οξυδέρκεια το σύνολο των χαρακτηριστικών του κάθε στρατού, αντιπαραβάλλοντας τα υποδειγματικά. Τα συμπεράσματα δεν αποτελούν απλή ακαδημαϊκή γνώση, αλλά θεμελιώδες κριτήριο για την εκτίμηση των στρατιωτικών οργανισμών μέχρι σήμερα.

Το γεγονός ότι στρατιωτικοί οργανισμοί που επηρεάστηκαν από το γερμανικό αρχέτυπο επιδεικνύουν συστηματικά και μέχρι τις ημέρες μας ανώτερη μαχητική ικανότητα από τους οργανισμούς που έχουν επηρεαστεί από το αμερικανικό αντίστοιχο θα πρέπει, ίσως, να μας προβληματίσει.

3 Responses to Βιβλιοπαρουσίαση: Fighting Power: German and U.S. Army Performance, 1939-1945

  1. Ο/Η Θωμάς λέει:

    Συγχαρητήρια πολύ ωραίο άρθρο. Μια ερώτηση μόνο:
    «Το γεγονός ότι στρατιωτικοί οργανισμοί που επηρεάστηκαν από το γερμανικό αρχέτυπο επιδεικνύουν συστηματικά και μέχρι τις ημέρες μας ανώτερη μαχητική ικανότητα από τους οργανισμούς που έχουν επηρεαστεί από το αμερικανικό αντίστοιχο θα πρέπει, ίσως, να μας προβληματίσει.»
    Σε ποιους αναφέρεστε;

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια.

    Η Φιλλανδία και το Ισραήλ είναι οι δύο πρώτες που έρχονται στο μυαλό, με πολεμική εμπειρία. Η Ελβετία και οι άλλες Σκανδιναβικές χώρες είναι χωρίς πολεμική εμπειρία, αλλά με ικανότατες Ένοπλες Δυνάμεις, ιδώς σε ότι αφορά τις χεσαίες δυνάμεις, που αποτελούν και το αντικείμενο της παραπάνω βιβλιοπαρουσίασης.

  3. Ο/Η BZ λέει:

    Πολύ ενδιαφέρον. Μπήκε στην λίστα προς ανάγνωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s