Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 1ο

Εύζωνες του 1/38 Συντάγματος εξορμούν εναντίον τουρκικών θέσεων.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελεί για τον Ελληνικό Στρατό – μαζί με τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940 – τον κορμό της στρατιωτικής του ιστορίας. Όπως είναι φυσικό, έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης κριτικής. Στο στρατιωτικό επίπεδο η κριτική της εκστρατείας, αφού λαμβάνει υπ’ όψιν τα εξαιρετικά επιβαρυντικά δεδομένα και τους περιορισμούς των ανθρώπινων, υλικών και οικονομικών πόρων, τείνει να επικεντρώνεται στον τρόπο σχεδιασμού και διευθύνσεως των επιχειρήσεων, καθώς και σε ειδικότερες τακτικές αποφάσεις και επιλογές.

Ενδεικτική της αντιμετώπισης αυτής είναι η εξαιρετική εργασία του τότε Επιλάρχου (και ήδη Ταξιάρχου) Λαλούση Χαράλαμπου «Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία» που αναδημοσιεύτηκε εδώ στις 13/8/2012. Η εργασία ασχολείται με την κριτική της διεξαγωγής του πολέμου στο επιχειρησιακό και στο τακτικό επίπεδο. Από την εργασία αναδύεται μία εικόνα σύμφωνα με την οποία η ελληνική πλευρά, αν και κατά την έναρξη των επιχειρήσεων είχε την αντικειμενική υπεροχή και οι τούρκοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, υπέπεσε σε συνεχή και επίμονα στρατιωτικά σφάλματα. Αυτό, σε συνδυασμό με τη συστηματικά επιδέξια διεξαγωγή των επιχειρήσεων από τον εχθρό, επέτρεψε στην κεμαλική πλευρά να επιβιώσει και εν συνεχεία να περάσει σε πλεονεκτική θέση από πλευράς ανθρωπίνου και υλικού δυναμικού, εκμεταλλευόμενη τη σταδιακή αντιστροφή των διεθνών συσχετισμών. Εν συνεχεία, και κατά την τελική προσπάθεια του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ’22, η καθοδήγηση του κεμαλικού στρατού αποδείχτηκε και πάλι σημαντικά ανώτερη από αυτήν του ελληνικού, όχι μόνον στο σχεδιασμό και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων αλλά σε όλο το εύρος της οργάνωσης του στρατού, με το γνωστό αποτέλεσμα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι οι μονάδες και οι αξιωματικοί του ΕΣ (και, κατά μείζονα λόγο, οι υπαξιωματικοί και οι οπλίτες) επεδείκνυαν εξαιρετικές αρετές θάρρους, καρτερίας και ακόμη και αποτελεσματικότητας, κάτι που δεν ίσχυε πάντα σε αντίστοιχο βαθμό για την αντίπαλη πλευρά.

Έτσι, η αιτία της στρατιωτικής ήττας, πέραν της διαπίστωσης των επιμέρους σφαλμάτων, μπορεί να συμπυκνωθεί στο εξής απόσπασμα της εργασίας του Επχου Λαλούση:

«Νικήθηκε ο Ελληνικός στρατός, διότι οι Ανώτερες Διοικήσεις και τα Επιτελεία αρχικά δεν στάθηκαν στο ύψος τους και σε όλες σχεδόν τις μάχες οδήγησαν αυτόν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον Τουρ­κικό, από άποψη αριθμού και υποστήριξης Πυροβολικού. Αυτή η ανεπάρκεια ορισμέ­νων Διοικήσεων ήταν φυσικό να οδηγήσει σε σφάλματα βραδείας απαγκίστρωσης και βραδείας αποχώρησης από το πεδίο της μάχης, μη ορθής διάθεσης των δυνάμεων και σε έλλειψη συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των Μονάδων. Σίγουρα μια πολύ σημαντική και καθοριστική διαδικασία για το στράτευμα είναι η εκλογή των ηγητόρων του και η τοποθέτηση αυτών σε κατάλληλες θέσεις. Στην ηγεσία του στρατού απαιτούνται όχι πρόσωπα, αλλά προσωπικότητες, άτομα διανοούμενα που γνωρίζουν άριστα την πο­λεμική τέχνη και τις νέες μεθόδους της τα­κτικής, που έχουν επίγνωση των συνεπειών των διαταγών και των πράξεών τους, άτομα με ικανότητες, δοκιμασμένα στην ειρήνη και ικανά να ανταποκριθούν στον πόλεμο. Αυτή είναι η δύναμη του στρατού. Έτσι κατά βά­ση, η καταστροφή επήλθε όχι εξαιτίας της ενέργειας του εχθρού, αλλά κυρίως εξαιτίας της κακής διεύθυνσης της πρώτης μάχης και της έλλειψης πρωτοβουλίας.

Αντίθετα ο Κεμάλ και οι Τουρκικές Διοι­κήσεις κατόρθωναν, αν και ισοδύναμοι από άποψη δυνάμενων, να προσβάλλουν πάντοτε το ασθενές δια του ισχυρού, εφαρμόζοντας άριστα τις αρχές του πόλεμου «συγκέντρω­ση» και «οικονομία δυνάμεων», ωθώντας έτσι στην νίκη τον Τουρκικό στρατό. Η στρατιωτική ηγεσία του αντιπάλου ήταν σε πολύ καλύτερο επίπεδο σε σχέση με την Ελληνική. Τα στελέχη του Κεμαλικού στρα­τού είχαν κερδίσει τους βαθμούς και την πολεμική εμπειρία τους σε αμέτρητα πεδία μαχών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την Αραβία ως τον Καύκασο και από την Μεσοποταμία ως την Καλλίπολη. Από τους Έλληνες Αξιωματικούς μικρό μόνο τμήμα των στελεχών είχε λάβει μέρος σε σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις και από αυτούς οι περισσότεροι ήταν εκτός στρατεύματος το 1922. Έτσι, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τα Τουρκικά σχέδια ήταν άρτια επιτελικά και ιδιαίτερα σύγχρονα στις αντιλήψεις.«

Το ανωτέρω απόσπασμα αποτελεί την τυπική για τους μελετητές της περιόδου διαπίστωση της υπεροχής των τούρκων έναντι ημών στον επιτελικό τομέα και στη διοίκηση μεγάλων σχηματισμών. Συνήθως, η κριτική επικεντρώνεται στις προσωπικές ευθύνες των προσώπων που εκ της θέσεώς τους υπήρξαν υπεύθυνα για τα καταλογιζόμενα λάθη, παραλείψεις ή ανεπαρκή απόδοση. Όμως αφήνεται να πλανάται η αίσθηση «ατυχίας» ή «συστηματικής ανεπάρκειας» σε μία κρίσιμη στρατιωτική δεξιότητα, ως εάν αυτό να αποτελεί μια εγγενή εθνική ή κοινωνική αδυναμία, ή μία επανερχόμενη ιστορική κακοτυχία.

Στο βαθμό που επιχειρείται να εξηγηθούν συστηματικά τα αίτια της τουρκικής επιτελικής ανωτερότητας, αυτή αποδίδεται σε δύο παράγοντες:

1. Γίνεται ένας έμμεσος υπαινιγμός στο γνωστό επιχείρημα για τις απομακρύνσεις εμπειροπόλεμων και ικανών βενιζελικών αξιωματικών και τις επαναφορές αποστράτων βασιλοφρόνων αξιωματικών του 1920 που κατά μία διαδεδομένη ερμηνεία ήταν υπεύθυνες για την επιτελική υστέρηση και άρα για την ήττα του ΕΣ.

2. Στην ακροτελεύτια πρόταση ο Επίλαρχος Λαλούσης επιχειρεί μια συστηματική ερμηνεία της τουρκικής ανωτερότητας, την οποία αποδίδει στη μεγαλύτερη πολεμική εμπειρία των τούρκων επιτελών. Η πολύ μεγαλύτερη πολεμική εμπειρία των τούρκων επιτελών είναι, πράγματι, ένας βασικός λόγος της ανωτερότητας που επέδειξαν το ’20-’22 και συνήθως υποτιμάται ή και αγνοείται, αλλά δεν είναι ο μόνος συστηματικός παράγων, ούτε, ίσως, ο κυριότερος.

Τα παραπάνω δύο αίτια, τα οποία είναι και τα συνήθως αναφερόμενα – συχνότερα το πρώτο και σπανιότερα το δεύτερο – δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πιο επιδέξια διεύθυνση των επιχειρήσων εκ μέρους των τούρκων. Οι πραγματικοί λόγοι είναι βαθύτεροι και σοβαρότεροι.

Η κεμαλική στρατιωτική ηγεσία φάνηκε ανώτερη της αντίστοιχης ελληνικής στη Μικρασιατική Εκστρατεία γιατί ήταν προϊόν ενός στρατιωτικού οργανισμού κι ενός στρατιωτικού συστήματος – του οθωμανικού, που μόλις είχε καταρρεύσει για ευρύτερους πολιτικούς λόγους – το οποίο ήταν ανώτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Αυτή ήταν μία κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ήδη πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων στη Μικρασία, μια κατάσταση που δεν είχε σχέση με τους διαθέσιμους σε κάθε πλευρά πόρους τη στιγμή εκείνη, και την οποία η αρχική υλική αδυναμία των επιχειρησιακών δυνάμεων της κεμαλικής πλευράς έτεινε να συσκοτίζει. Το μεγάλο στρατηγικό βάθος της Μικρασίας έδωσε τη δυνατότητα στην κεμαλική πλευρά να επιβιώσει αρκετά ώστε να ανατρέψει την αρχική κατάσταση.

 

Οι λόγοι της τουρκικής υπεροχής

Ειδικότερα, η ανωτερότητα του τουρκικού στρατιωτικού οργανισμού έναντι του ελληνικού οφειλόταν στους εξής τρεις βασικούς λόγους:

  1. Ο ΕΣ της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν κατ’ ουσίαν ένας νέος στρατιωτικός οργανισμός, που είχε προκύψει το 1912 από την προσπάθεια εκσυγχρονισμού και (ανα)συγκρότησης ενός μέχρι τότε υποτυπώδους και σχεδόν ανύπαρκτου στρατιωτικού οργανισμού. Ο κεμαλικός στρατός του 1920 ήταν προϊόν ενός στρατιωτικού οργανισμού που είχε προκύψει από τον πολύ πιο πρώιμο και πολύ βαθύτερο εκσυγχρονισμό του προηγούμενου, προνεωτερικού οθωμανικού στρατού. Η διαφορά του βάθους του εκσυγχρονισμού στο στρατιωτικό οργανισμό φάνηκε στη διαφορά της επίδοσης των επιχειρησιακών σχηματισμών. Το σημείο στο οποίο κατ΄ εξοχήν εκδηλώθηκε η διαφορά αυτή ήταν η επιτελική ικανότητα και η ικανότητα διοίκησης σχηματισμών, ακριβώς, δηλαδή, στο σημείο που υπερείχε ο τουρκικός οργανισμός.
  2. Ο ΕΣ είχε οργανωθεί από τους γάλλους και με γαλλική βοήθεια και ακολουθούσε το γαλλικό στρατιωτικό πρότυπο. Αντίθετα, ο κεμαλικός στρατός, λόγω του οθωμανικού παρελθόντος του,  είχε οργανωθεί από γερμανούς, με γερμανική βοήθεια, και ακολουθούσε το γερμανικό στρατιωτικό πρότυπο. Το δεύτερο απεδείχθη διαρκώς ανώτερο του πρώτου σε μια διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα στην Ευρώπη και το ίδιο ίσχυσε και στην ελληνο-τουρκική περίπτωση. Ας σημειωθεί ότι σχεδόν το σύνολο των επί μέρους διαπιστούμενων στοιχείων υπεροχής των τούρκων μπορούν να αναχθούν σε συγκεκριμένα και γνωστά στοιχεία υπεροχής του γερμανικού συστήματος έναντι του γαλλικού.
  3. Η επιχειρησιακή εμπειρία του ΕΣ το 1920 ήταν περιορισμένη και προερχόταν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την – επιχειρησιακά στενή και ειδική – εμπειρία του Μακεδονικού Μετώπου στη Χερσόνησο του Αίμου. Σε αντίθεση με αυτόν, ο Τουρκικός Στρατός είχε αποκτήσει στο άμεσο παρελθόν, δηλαδή από τους Βαλκανικούς Πολέμους και πριν την έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, πολύ μεγαλύτερη εμπειρία σε πολύ μεγαλύτερο εύρος επιχειρήσεων, που τον προετοίμαζαν καλύτερα για τη σύγκρουση της Μικρασίας. Το γεγονός αυτό παραβλέφθηκε από την ελληνική πλευρά (κι εν πολλοίς παραβλέπεται μέχρι σήμερα). Η ελληνική εμπειρία του Α’ Βαλκανικού Πολέμου δημιούργησε μια παραπειστική αίσθηση υπεροχής, αν όχι και αλαζονείας στον ΕΣ έναντι του τουρκικού στρατού, αγνοώντας τόσο τη συνολική απόδοση του κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, την εντατική του αναδιοργάνωση αμέσως μετά και τη συμμετοχή του, άλλοτε ατυχή αλλά άλλοτε επιτυχή, σε ένα μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας .

Υπό το πρίσμα αυτό μπορεί εύκολα να εξηγηθεί η σχετική επιτελική επίδοση των ελλήνων και των τούρκων επιτελών και διοικητών σχηματισμών. Όπως και σε όλες τις πολεμικές συγκρούσεις, οι αντιπαρατασσόμενοι στρατοί πολέμησαν όπως είχαν προετοιμαστεί.

Στα επόμενα μέρη θα επιχειρηθεί να αναλυθούν και να τεκμηριωθούν οι παραπάνω τρεις συστηματικοί λόγοι, και εξαχθούν κάποια συμπεράσματα, λιγότερο για την ιστορία και περισσότερο για την σημερινή κατάσταση των αμυντικών μηχανισμών των δύο χωρών.

4 Responses to Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 1ο

  1. Ο/Η Spyros λέει:

    Χαίρετε, και συγχαρητήρια για το ιστολόγιό σας! εξαιρετικά κατατοπιστικό σε άτομα τα οποία δεν συσχετίζονται με τις ένοπλες δυνάμεις, για την νοοτροπία και την γενικότερη φιλοσοφία του θεσμού αυτού…

    Ως μη στρατιωτικός ή έχων σχέση με τον στρατό, ένα ενδιαφέρον βιβλίο που βρήκα για την εκστρατεία και την μετέπειτα καταστροφή είναι το «Χαμένες Πατρίδες» του Γιάννη Καψή (υιού του Παντελή Καψή, γνωστού Σμυρνιού Δημοσιογράφου της εποχή εκέινης).
    Θα ήθελα λοιπόν, εάν το έχετε διαβάσει να μου πείτε την αποψή σας (κυρίως για τις ευθύνες του επιτελείου μετά το ’20), και εάν δεν το έχετε διαβάσει, θα σας πρότεινα να του ρίξετε μα ματιά, διότι διαφαίνονται πολύ καθαρά τα ατοπήματα της στρατιωτικής αλλά και της πολιτικής ηγεσίας που προέκυψαν μετά τις εκλογές του 1920… τα οποία είναι τόσο προκλητικά, που υπονοείται και μια τυχόν επιθυμία εγκατάληψης της Μικράς Ασίας (μπορεί όχι από την αρχή, το ’20, αλλά ίσως αργότερα όταν διαβλέπεται μια πολύ πιθανή ήττα) λόγω του «Βενιζελικού» στίγματός της…

    Σε κάθε περίπτωση, θα ήθελα να ακούσω την γνώμη σας…

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ φίλε,
    Σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Το βιβλίο το Γιάννη Καψή είναι, πιθανότατα, το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Είναι, όμως, απλουστευτικό, τόσο σε ότι αφορά τα πολιτικά όσο και τα στρατιωτικά πράγματα. Επιχειρεί να εξηγήσει την Καταστροφή με το απλοϊκό δίπολο: καλοί βενιζελικοί και κακοί βασιλικοί. Τα πράγματα ήταν αρκετά πιο πολύπλοκα, κι αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρξαν εγκληματικές ευθύνες.

    Σε ότι αφορά τα στρατιωτικά πράγματα, είναι απλό: το βιβλίο το Καψή ΔΕΝ είναι στρατιωτική ιστορία – ή είναι κακή στρατιωτική ιστορία.

    Αν θέλεις την άποψή μου, τόσο η στρατιωτική όσο και η πολιτική ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι εξαιρετικά πολύπλοκες και δεν έχει απλές απαντήσεις κι εξηγήσεις.

    Ενδεικτικά και μόνον, εδώ επιχειρώ να αναδείξω μια πτυχή της στρατιωτικής εκστρατείας που κατά την άποψή μου έχει υποτιμηθεί, και δεν έχει καθόλου αναλυθεί.

  3. Ο/Η Ευμένη΅Καρδιανός λέει:

    Νομίζω ότι η «Επίτομος Ιστορία της Εκστρατείας στη Μικρά Ασία» (μπορεί ο τίτλος να μην είναι απόλυτα ορθός) της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού σε συνδιασμό με το βιβλίο του αείμνηστου Αντιστρατήγου Κλεάνθη Μπουλαλά και την «Σκιά της Δύσεως- Ιστορία μιας Καταστροφής» του Κ. Σακελλαρόπουλου καθώς και με το βιβλίο «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας» του Χρήστου Αγγελομάτη, δίδουν μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων 1915-1922.

    Βέβαια η τομές που αναφέρονται στο παρόν ιστολόγιο, είναι πολύ πιο βαθειές και εστιάζονται καθαρά στο στρατιωτικό μέρος των επιχειρήσεων της θρυλικής «Στρατιάς Μικράς Ασίας» και των απίστευτα γενναίων και καρτερικών Ελλήνων πολεμιστών της.

  4. Ο/Η Θωμάς λέει:

    Πάντως η στρατιωτική ηγεσία είδικά μετά το 1920 ήταν τραγική. Και ο Παπούλας και ο Χατζηανέστης ήταν τραγικοί στρατιωτικοί ηγέτες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s