Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 2ο

Μικρασία: Ελληνικό τμήμα εν πορεία.

Ελληνικός Στρατός και Οθωμανικός Στρατός. Οι πορείες εκσυγχρονισμού των οργανισμών τους πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Επειδή ο οργανισμός ενός στρατού αποδίδει τα αποτελέσματά του σε βάθος χρόνου, για να κατανοηθεί η επίδοσή του σε μια ορισμένη στιγμή πρέπει κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξή του, επίσης, σε κάποιο βάθος χρόνου.

Ο Ελληνικός Στρατός και ο Οθωμανικός στρατός του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20 παρουσίαζαν μία βασική ομοιότητα – και κρίσιμες διαφορές.

Η βασική ομοιότητα αφορά το γεγονός ότι πρόκειται για στρατούς οι οποίοι προέρχονται από ένα εξαιρετικά προβληματικό παρελθόν και προσπαθούν να (ανα)διοργανωθούν. Οι αντίστοιχες πορείες υπήρξαν, όμως, πολύ διαφορετικές.

Ο Ελληνικός Στρατός

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η προσπάθεια αφορούσε περισσότερο την προσπάθεια συγκρότησης παρά ανασυγκρότησης στρατού. Η χώρα ήταν μικρή, φτωχή, οικονομικά ανύπαρκτη, και, το κυριότερο: εκτός των κοινωνικών και παραγωγικών εξελίξεων της Δυτικής Ευρώπης. Ήταν, δηλαδή, μία χώρα στην περιφέρεια όπως λένε οι ιστορικοί, και η ανάγκη της δεν αφορούσε απλώς κάποιο  στρατιωτικό «εκσυγχρονισμό» αλλά την ίδια τη συγκρότηση των βασικών, θεμελιωδών στρατιωτικών μηχανισμών. Το πρόβλημα του Ελληνικού Στρατού δεν αφορούσε απλώς την υποδομή του (μηχανισμοί στρατολογίας, εκπαίδευσης, διοικητικοί μηχανισμοί) αλλά ακόμη και τη στοιχειώδη αίσθηση στρατιωτικού πνεύματος. Ίσως σήμερα ακούγεται παράδοξο αλλά κατά τη φάση αυτή οι έννοιες της πειθαρχίας και της επαγγελματικής κατάρτισης ήταν κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες ακόμη για τους αξιωματικούς, των οποίων η ενασχόληση ήταν κυρίως τα πολιτικά θέματα, η παρουσία τους  ήταν κατά κύριο λόγο στα καφενεία και όχι τις στρατιωτικές μονάδες, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν αποσπασμένο σε αστυνομικά καθήκοντα στην ύπαιθρο. Η βασική παραγωγική σχολή, η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων είχε σαν στόχο περισσότερο την παραγωγή μηχανικών για να εξυπηρετήσουν τις γενικότερες ανάγκες εκσυγχρονισμού της χώρας, και δευτερευόντως την παραγωγή ηγεσίας για το στρατό – όπως άλλωστε και σε πολλές περιφερειακές χώρες, ακόμη και στις ΗΠΑ, και, παρεμπιπτόντως, και στην Τουρκία. Οι όποιες, λίγες, μονάδες ήταν διασκορπισμένες σε όλες τις πόλεις, χωρίς καμία σύνδεση και με ελάχιστη επικοινωνία μεταξύ τους, έτσι ώστε η άσκηση κάποιας μονάδας αποτελούσε μεγάλο (και σπάνιο) επίτευγμα, χωρίς φυσικά να υπάρχει σκέψη για μεγάλης κλίμακας εξάσκηση – ακόμη και σχεδιασμό. Και, βεβαίως, ακόμη κι αν κάποια μονάδα ασκείτο, τα σενάρια, οι μέθοδοι και οι πρακτικές ήταν, κατά βάσιν, αυτοσχέδια.

Η όποια επαφή με το εξωτερικό γίνεται από το 1860 και μετά, με τη σποραδική αποστολή κάποιων (ελάχιστων) αξιωματικών σε σχολεία του εξωτερικού για εκπαίδευση με δαπάνες του δημοσίου. Ακόμη και η επαφή με στρατιωτικά κείμενα του εξωτερικού από τους κάπως πιο μορφωμένους αξιωματικούς ήταν προβληματική, καθώς η γλωσσομάθεια ήταν ανεπαρκής και οι μεταφράσεις κανονισμών ή άλλων στρατιωτικών κειμένων που προέκυπταν ήταν συνήθως ακατάληπτες ή και παραπειστικές. Οι αξιωματικοί που κατά την περίοδο αυτή μετεκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό ήταν πολύ λίγοι, τα κριτήρια επιλογής τους αμφιλεγόμενα ενώ οι αξιωματικοί που είχαν κάνει μετεκπαίδευση σε σχολές επιτελών του εξωτερικού καθ’ όλη την περίοδο μέχρι το 1904 ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών.

Αυτή ήταν η κατάσταση μέχρι τον πόλεμο του 1897, πράγμα που καθιστά άλλωστε μάλλον ευεξήγητο το αποτέλεσμα του πολέμου αυτού. Η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε δραματικά μέχρι το 1900 με 1904 οπότε, επί κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη, άρχισε η σοβαρή προσπάθεια αναδιοργανώσεως – στην ουσία, όπως έχουμε αναφέρει, οργανώσεως – ενός σύγχρονου στρατού. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης του στρατού έληξε, ουσιαστικά, το 1912, με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Για τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1920, αφ΄ ενός λόγω των συνεχών πολεμικών συγκρούσεων, αφ΄ ετέρου λόγω της πολιτικής αναταραχής που είχε διαλυτική επίδραση στον οργανισμό του στρατεύματος, καμία ουσιώδης μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Ώστε, λοιπόν, ο ΕΣ του 1920 είχε κατ’ ουσίαν συγκροτηθεί ως στρατός ανάμεσα στο 1900 (το νωρίτερο) και στο 1912, δηλαδή εντός μόλις μιας δωδεκαετίας.

Ποια ήταν τα όρια του εκσυγχρονισμού αυτού;

Ασφαλώς, εντός των 12 ετών αναδιοργάνωσης (πιο ρεαλιστικά: οκτώ, αφού η ουσιαστική ανασυγκρότηση ξεκινά το 1904, με την έγκριση του νέου οργανισμού του Στρατού) το βασικό επίτευγμα είναι η οργανωτική συγκρότηση και ο εξοπλισμός του στρατού, δηλαδή η συγκρότησή του σε λειτουργικές μονάδες που είναι σε θέση να εκτελέσουν τις βασικές, τουλάχιστον, λειτουργίες τους και να κινηθούν συντονισμένα, εξοπλισμένες με όπλα της εποχής τους – όχι κατ΄ ανάγκην τα πιο σύγχρονα, αλλά πάντως της εποχής τους. Τα εντυπωσιακά «γυμνάσια της Τανάγρας» της άνοιξης του 1912 πιστοποιούσαν έναν στρατό που είχε, πλέον, συγκροτηθεί ως τακτικός στρατός της εποχής του. Όχι, όμως, κατ΄ανάγκην, και ως ικανός στρατός.

Ο στρατηγός Joseph-Paul Eydoux, επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής

Στο κρίσιμο πεδίο της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης της επιτελικής ικανότητας που αποτελεί το κύριο αντικείμενο του κειμένου, η κατάσταση παραμένει καχεκτική. Οργανικό εργαλείο για την επιτελική εκπαίδευση στον ΕΣ ιδρύεται για πρώτη φορά το 1911 (ένα χρόνο πριν από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο), από την Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον (τότε) υποστράτηγο Εϋντού, η οποία είχε μετακληθεί για την ενίσχυση της αναδιοργάνωσης του στρατού. Πρόκειται για το «Σχολείο Ανωτέρων Σπουδών», που λειτουργεί υπό τον Συνταγματάρχη Μπουσκέ. Η υποτυπώδης αυτή σχολή πολέμου, μία υποβαθμισμένη εκδοχή της ούτως ή άλλως όχι ιδιαίτερα επιτυχούς γαλλικής σχολής πολέμου, θα λειτουργήσει μέχρι το 1914, οπότε, με την έναρξη του Α’ ΠΠ, η γαλλική αποστολή επιστρέφει στην πατρίδα της. Προφανώς, η σχολή δε λειτουργεί κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων των Βαλκανικών Πολέμων.

Έτσι, η όλη ικανότητα του ΕΣ σε επιτελικές δεξιότητες και δεξιότητες διοίκησης σχηματισμών προέρχεται από τον – αναγκαστικά – περιορισμένο αριθμό αποφοίτων μιας υποτυπώδους σχολής πολέμου που λειτούργησε για τρία έτη, και από μια ντουζίνα αξιωματικών που φοίτησαν στις σχολές πολέμου του Βερολίνου και των Παρισίων. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι οι επιτελικοί εγκέφαλοι και των δύο παρατάξεων καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας προέρχονται από αυτή τη μικρή ομάδα αξιωματικών που έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό (Δούσμανης, Μεταξάς, Στρατηγός, Πάλλης στο Βερολίνο, Πάγκαλος, Σαρηγιάννης, Μαζαράκης-Αινιάν στο Παρίσι). Φυσικά, η επιτελική ικανότητα δεν αποκτάται απλώς με τη φοίτηση σε μία σχολή, αλλά από τη ζύμωση τόσο με την επαγγελματική πράξη και εμπειρία, με τις ασκήσεις μετά και άνευ στρατευμάτων και με την συνεχή μελέτη και με την ανάπτυξη επαγγελματικού περιβάλλοντος που καλλιεργεί τη ζύμωση και την εξέλιξη, και τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε. Επιπλέον, αυτός ο μικρός αυτός πυρήνας αποφοίτων επιτελικών σχολείων αποτέλεσε το σύνολο της δεξαμενής από την οποία θα πρέπει να αντληθεί ο ένα σύνολο επιτελών που θα διεύθυναν στρατηγικά και επιχειρησιακά έναν στρατό με γενικό επιτελείο, στρατιά, σώματα στρατού και μεραρχίες ως επιτελείς και διοικητές.  Είναι, λοιπόν, προφανή τα όρια της ανάπτυξης της επιτελικής ικανότητας στον ΕΣ κατά την περίοδο αυτή.

Ως ένδειξη του βαθμού ωριμότητας της επιτελικής ικανότητας του ΕΣ αρκεί να αναφερθεί το εξής: Ο «Κανονισμός της εν εκστρατεία υπηρεσίας του Στρατού», δηλαδή το βασικό εγχειρίδιο εκστρατείας, αντίστοιχο του σημερινού Εγχειριδίου Εκστρατείας (ΕΕ 100-1) «Επιχειρήσεις Χερσαίων Δυνάμεων» αλλά πολύ σημαντικότερου από αυτόν, καθώς πραγματεύονταν πολύ περισσότερα θέματα με συγκεκριμένο τρόπο, είχε μεταφραστεί από τα γαλλικά και είχε τεθεί σε ισχύ στον ΕΣ λίγο μετά την έκδοση του πρωτοτύπου του 1885. Η μετάφραση ήταν τόσο πλημμελής που κατά το μεγαλύτερο μέρος του δεν έβγαζε νόημα: Ενδεικτικά, ο ελληνικός κανονισμός ανέφερε ότι σε περίοδο πολέμου ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου έπρεπε να επιθεωρεί τα ταχυδρομεία (sic), ενώ το γαλλικό πρωτότυπο ανέφερε ότι έπρεπε να επιθεωρεί τις θέσεις των στρατευμάτων. Ο κανονισμός αυτός έμεινε σε ισχύ μέχρι το 1920 (!),  και ήταν ο ισχύων κανονισμός καθ΄όλη τη διάρκεια των αγώνων 1912-1920, οπότε εξεδόθη «Τροποποίησις του Κανονισμού Εκστρατείας του Στρατού» και κατ’ ουσίαν παρέμεινε μέχρι και το 1922, αφού και η τροποποίηση έγινε δεκτή με ψυχρότητα από τους αξιωματικούς που είχαν… συνηθίσει τον παλαιό.

Ο Οθωμανικός Στρατός

Σε αντίθεση με τον ΕΣ, ο Οθωμανικός, τότε, στρατός, παρουσίαζε άλλου είδους προβλήματα. Ο Οθωμανικός στρατός του 19ου αιώνα δεν είχε πάψει να υφίσταται ποτέ, είχε μακρά ιστορία και έντονη αυτοκρατορική συνείδηση. Παρ΄όλα αυτά ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για έναν παρηκμασμένο, πλέον, στρατό, υπό δύο έννοιες: ο υφιστάμενος οργανισμός είχε παρακμάσει ως οργανισμός και εμφάνιζε έντονα σημεία αποδιοργάνωσης και σήψης. Επιπλέον ήταν ένας παρωχημένος οργανισμός, όπως έδειχναν διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις που αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τους ευρωπαϊκούς στρατούς των οποίων η φύση είχε αλλάξει δραστικά – και όχι μόνον εξ αιτίας του εξοπλισμού που χρησιμοποιούσαν.

Ξεκίνησε έτσι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία εκσυγχρονισμού του οργανισμού του στρατού, η οποία προσέκρουε σε δύο βασικά προβλήματα: αφ΄ενός στην αντίδραση των θιγόμενων συμφερόντων – δηλαδή των παραδοσιακών στρατιωτικών τάξεων, αφ΄ετέρου στην αδυναμία της οθωμανικής κοινωνίας, και δη της μουσουλμανικής που αποτελούσε το τροφοδότη του στρατού, να παραγάγει το είδος των μορφωμένων και εξοικειωμένων με τα δυτικά πρότυπα οργάνωσης ατόμων, που θα ήταν απαραίτητα για τον εκσυγχρονισμό του στρατού. Σε ηγετικούς κύκλους της αυτοκρατορίας καθίστατο όλο και σαφέστερο μετά από κάθε κακή στρατιωτική επίδοση – με σταθμούς την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και το Ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877 – ότι ο στρατός έπρεπε να εκσυγχρονιστεί βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων, κι ότι αυτό θα γινόταν με εξωτερική βοήθεια.

Η διαδικασία ξεκίνησε με διάφορες μικρότερης σημασίας και έκτασης προσπάθειες, τόσο με την πρόσληψη μεμονωμένων ευρωπαίων τυχοδιωκτών αξιωματικών όσο και με μία πρώιμη γερμανική αποστολή (την αποστολή του φον Μόλτκε του Πρεσβύτερου) και την ίδρυση μιας δυτικού τύπου στρατιωτικής παραγωγικής σχολής, της  Mekteb-i Ulum-u Harbiye,  το 1834, η οποία όμως χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ως πολυτεχνική σχολή για την επάνδρωση του κρατικού μηχανισμού.

Το μεγάλο βήμα για τον εκσυγχρονισμό του οθωμανικού στρατού έγινε το 1882. Τότε, στις 29 Απριλίου του έτους, μία μικρή ομάδα αξιωματικών υπό τον Συνταγματάρχη Κέλερ (Kaehler) και τους λοχαγούς Καμπχέβενερ, φον Χόμπε και Ρίστοβ απεστάλη στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από σύντομη έρευνα και ανάλυση, ο Κέλερ, στρατηγός του οθωμανικού στρατού πλέον, προετοίμασε μια εκτενή πρόταση μεταρρύθμισης και αναδιοργάνωσης. Η πρόταση συζητήθηκε στο συμβούλιο μεταρρύθμισης υπό την προεδρία του Αχμέτ Μουχτάρ Πασά και εγκρίθηκε από τον Αβδούλ Χαμίτ στις 11 Δεκεμβρίου του 1882. Το σχέδιο αντιμετώπιζε τρία βασικά μειονεκτήματα: την έλλειψη ενός αποτελεσματικού συστήματος γενικού επιτελείου και τα άναρχα συστήματα διοικήσεως και ελέγχου σε όλα τα επίπεδα, το προβληματικό σύστημα της εφεδρείας, και τους σοβαρούς περιορισμούς του στρατιωτικού συστήματος κατάρτισης και εκπαίδευσης. Τα ευρήματα δεν ήταν ούτε νέα ούτε άγνωστα για την οθωμανική διοίκηση. Στο Μεγάλο Βεζίρη Κιουτσούκ Σαΐντ Πασά είχαν παρουσιαστεί παρόμοια ευρήματα και προτάσεις δύο χρόνια πριν, και λίγο-πολύ όλοι οι υψηλόβαθμοι ανώτατοι αξιωματικοί συμφωνούσαν με αυτά.

Στρατάρχης von der Goltz, το σημαντικότερο μέλος της Γερμανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μόνον η πρόταση του Κέλερ σχετικά με το στρατιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα εξετάστηκε σοβαρά από τον σουλτάνο. Εξ αιτίας της υποστήριξης εκ μέρους του Αβδούλ Χαμίτ, ένας καινούργιος γερμανός στρατιωτικός σύμβουλος, ο (τότε) υποστράτηγος φον ντερ Γκολτς, απεστάλη στις 18 Ιουνίου του 1883 για να ασχοληθεί με τα ζητήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Ο φον ντερ Γκολτς αρχικά ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για μικρής διαρκείας αποστολή, αλλά έμελε να μείνει μέχρι το 1895 και να επιστρέψει πολλές φορές αργότερα. Αν δεν ήταν ο φον ντερ Γκολτς, η γερμανική στρατιωτική αποστολή και οι διάδοχοί της δεν θα είχαν κατορθώσει την βαθύτατη επίδραση που είχαν στον οθωμανικό στρατό.

Μετά από μια σύντομη επιθεώρηση, ο φον ντερ Γκολτς έφτασε στο ίδιο συμπέρασμα με τον Κέλερ. Εξεπλάγη από το υψηλό επιστημονικό επίπεδο του γαλλικού προγράμματος ημι-πολυτεχνικού προγράμματος σπουδών, αλλά διαπίστωσε ότι η Στρατιωτική Ακαδημία (Mekteb-i Ulum-u Harbiye) ήταν άχρηστη σε πρακτικά στρατιωτικά ζητήματα. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, οι μαθητές περνούσαν το χρόνο τους προσπαθώντας να μάθουν της αρχές διαφόρων επιστημών, συμπεριλαμβανομένων της μηχανολογίας, της κατασκευαστικής, της βαλλιστικής και της γεωγραφίας, αλλά δε διετίθετο καθόλου χρόνος για τη στρατιωτική τους εφαρμογή. Οι μαθητές ονομάζονταν αξιωματικοί χωρίς καμία εμπειρία πεδίου, ούτε και ηγεσίας μικρών μονάδων. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ισχύον ακαδημαϊκό σύστημα ήταν άχρηστο σε ότι αφορούσε την υποστήριξη του στρατιωτικού επαγγέλματος και θα έπρεπε να τερματιστεί. Το σημαντικότερο για τον οθωμανικό στρατό, ο φον ντερ Γκολτς πρότεινε την υιοθέτηση του γερμανικού συστήματος εκπαίδευσης αξιωματικών, που βασιζόταν στις στρατιωτική εξάσκηση και στις συχνές αποσπάσεις σε μονάδες.

Το 1884 εισήχθησαν στο πρόγραμμα σπουδών νέα μαθήματα στρατιωτικών εφαρμογών, και μερικά τεχνικά μαθήματα αφαιρέθηκαν. Αλλά ο ακαδημαϊκός πυρήνας του προηγουμένου προγράμματος σπουδών παρέμεινε. Παρ΄ όλο που οι περισσότεροι νεαροί επιτελείς αξιωματικού και ορισμένες προσωπικότητες επιρροής όπως ο Κιουτσούκ Σαΐντ Πασάς υποστήριξαν έντονα τις προτάσεις του, στάθηκε αδύνατο για τον φον ντερ Γκολτς να πείσει τον Οσμάν Πασά και τους αξιωματούχους της Στρατιωτικής Ακαδημίας να ασπαστούν τις ιδέες του. Αρνήθηκαν να εξαιρέσουν τα ανώτερα μαθηματικά και τη φυσική από το πρόγραμμα σπουδών. Προφανώς, έβλεπαν τη διαδικασία εκπαίδευσης των αξιωματικών όχι μόνον υπό στρατιωτικό πρίσμα, αλλά ως μέρος εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτούς, ήταν ουσιώδες να συνεχιστεί το ημι-πολυτεχνικό πρόγραμμα σπουδών ώστε να έχουν αξιωματικούς αρκετά ικανούς να μεταφερθούν και να αναλάβουν πολιτικά καθήκοντα στον κρατικό μηχανισμό.

Η επίδραση του φον ντερ Γκολτς στη επιτελική εκπαίδευση των αξιωματικών αποδείχθηκε πιο σημαντική και μεγαλύτερης διάρκειας. Όχι μόνον μετέβαλε δραστικά το ίδιο σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης, αλλά επιπλέον άλλαξε τη συνολική θέση των αξιωματικών-γενικών επιτελών εντός του ίδιου του στρατεύματος. Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το νέο του σύστημα αξιολόγησης, μόνον οι καλύτεροι και ευφυέστεροι μαθητές της στρατιωτικής ακαδημίας – 20 με 30 από τους 1.000, επιλέγονταν για τη Σχολή Γενικού Επιτελείου (Σχολή Πολέμου), η οποία ήταν τριετής και ακαδημαϊκά πολύ απαιτητική. Μετά την αποφοίτηση, οι δόκιμοι γενικοί επιτελείς περνούσαν τρία με πέντε έτη υπό επιτήρηση και αξιολόγηση, υπηρετώντας σε μονάδες όλων των όπλων του στρατού.  Αυτή η κοινή εμπειρία τους καθιστούσε μέρος μιας ιδιαίτερης και προνομιούχου αδελφότητας εντός της οποίας κάθε μέλος γνώριζε και υποστήριζε τα άλλα. Ήταν επίσης, προστατευμένοι από αυθαίρετες πρακτικές μεταθέσεων και προαγωγών. Επιπλέον, σχεδόν όλες οι σημαντικές θέσεις διοίκησης καθώς και σημαντικές επιτελικές θέσεις προορίζονταν για πλήρωση από γενικούς επιτελείς.

Συμπέρασμα

Συγκρίνοντας το υπόβαθρο της επιτελικής παιδείας και ωριμότητας μεταξύ των δύο στρατών του 1920, είναι εύκολο να δει κανείς γιατί οι τούρκοι επιτελείς σαν σύνολο υπερτερούσαν τόσο χαρακτηριστικά. Το 1920 οι τούρκοι είχαν ήδη σε πλήρη λειτουργία ένα ακριβές αντίγραφο της πιο απαιτητικής και επιτυχούς σχολής πολέμου της Ευρώπης για σαράντα, σχεδόν, έτη, και με πολύ μικρή αναταραχή κατά τα τελευταία έτη πριν τον πόλεμο. Αντίθετα, ο ΕΣ απέκτησε μια υποβαθμισμένη εκδοχή μιας ευρωπαϊκής σχολής πολέμου (και αυτή, όχι η καλύτερη της εποχής) μόλις ελάχιστα έτη πριν την πολεμική αναμέτρηση του 1912, και για ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων – και όχι μέχρι το 1920. Επιπλέον αυτού, ο οθωμανικός στρατός υιοθέτησε (και τήρησε) το σύστημα υπηρεσιακής διαχείρισης των επιτελών του μετά την αποφοίτησή τους, παράγων εξ ίσου κρίσιμος τόσο για την αξιοποίησή τους όσο και για την ωρίμανσή τους. Αναπόφευκτα, το εύρος της διαθέσιμης δεξαμενής επιτελών και το βάθος της εκπαίδευσής τους ήταν τέτοιο που λίγο αργότερα εξασφάλιζε στον Μουσταφά Κεμάλ πολύ καλύτερες επιλογές, ακόμη και σε συνθήκες πολιτικής αναταραχής. Αντίθετα, ο ΕΣ κατόρθωσε μέσα σε δύο-τρία χρόνια πριν από τη σύγκρουση να εκπαιδεύσει ως επιτελείς, εσπευσμένα και πρόχειρα, μερικές δεκάδες αξιωματικούς χωρίς αυτοί να έχουν την ευκαιρία να ωριμάσουν επιτελικά. Επιπλέον αυτών, υπήρχε μια ντουζίνα αξιωματικών μετεκπαιδευμένων στο εξωτερικό, ετερογενώς και αυτοί, αφού οι μισοί ήταν γαλλικής επιρροής και οι άλλοι μισοί γερμανικής, και εντός αυτής της ντουζίνας… οι μισοί έτρεφαν θανάσιμο μίσος για τους άλλους μισούς – εξ αιτίας του τρόπου υπηρεσιακής διαχείρισής τους από τον οργανισμό του στρατού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s