Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 3ο

Ο Αρχιστράτηγος Παπούλας στην Κιουτάχεια, 8 Ιουλίου 1921.

Ελληνικός Στρατός και Οθωμανικός Στρατός: τα ακολουθούμενα πρότυπα

Με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού που ξεκίνησε ο κάθε ένας από τους δύο στρατούς κατά το τέλος του 19ου αιώνα, και η οποία διαμόρφωσε τους δύο στρατούς που συγκρούστηκαν το 1920 στη Μικρασία, ο κάθε στρατός – και η κάθε χώρα – κλήθηκε να επιλέξει το στρατιωτικό οργανωτικό της πρότυπο.

Η αρχική επιλογή και των δύο χωρών ήταν η Γαλλία, και ο γαλλικός στρατός. Η επιλογή ήταν εύλογη. Κατά τον 19ο αιώνα, τα δύο ισχυρότατα πρότυπα διεθνώς ήταν ο γαλλικός στρατός και το βρετανικό ναυτικό. Στον τομέα των στρατιωτικών θεμάτων ο ναπολεόντειος γαλλικός στρατός είχε επιφέρει την προηγούμενη επανάσταση και είχε θέσει τα μέτρο σύγκρισης για τη λειτουργία και την επίδοση του οργανισμού και, παρά την ήττα του Ναπολέοντα, εξακολουθούσε να διατηρεί την ακτινοβολία του κατά τη μακρά ειρήνη που ακολούθησε στην Ευρώπη. Ήταν, συνεπώς, ο πρώτος και φυσικός υποψήφιος για να μιμηθεί και να απευθυνθεί για βοήθεια όποια περιφερειακή χώρα ήθελε να (ανα)διοργανώσει το στρατό της. Την εικόνα αυτή για τη συγκριτική ικανότητα των κύριων ευρωπαϊκών στρατών μετέβαλαν, σε κάποιο βαθμό, οι πόλεμοι της Γερμανικής Ενοποίησης, που ανέδειξαν την ανερχόμενη πρωσσική ικανότητα. Όμως, τόσο η γενικότερη ακτινοβολία της Γαλλίας, η συνεχιζόμενη πολιτική της ισχύς, και ακόμη πιο απλοί και πρακτικοί λόγοι, όπως μεγαλύτερη εξοικείωση κρατικών λειτουργών (συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών) με τη γαλλική γλώσσα συνέχισαν να καθιστούν τη Γαλλία τον βασικό πόλο έλξης. Οι Μεγάλες Δυνάμεις του τέλους του αιώνα εξακολουθούσαν να είναι η Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, ενώ η Γερμανία ήταν ένας ανερχόμενος πόλος, με μικρή, ακόμη, περιφερειακή επιρροή.

Το αποτέλεσμα ήταν τόσο η Ελλάδα όσο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσέβλεπαν στη Γαλλία σαν πηγή στρατιωτικού εκσυγχρονισμού. Η Ελλάδα, χωρίς συγκροτημένη προσπάθεια οργάνωσης του στρατού, απλώς προσπαθούσε να παρακολουθεί τις γαλλικές στρατιωτικές εξελίξεις, μετέφραζε γαλλικούς στρατιωτικούς κανονισμούς για καθιέρωση στον ΕΣ, και – περιστασιακά – έστελνε στελέχη για εκπαίδευση στις γαλλικές στρατιωτικές σχολές. Ο Αβδούλ Χαμίτ, με μεγαλύτερη ανάγκη και ισχυρότερη βούληση για μεγάλης κλίμακας στρατιωτικό εκσυγχρονισμό, απευθύνθηκε, αρχικά, στη Γαλλία για στρατιωτική οργανωτική βοήθεια. Η άρνηση της Γαλλίας σε επανειλημμένες αιτήσεις των οθωμανών, και η ταυτόχρονη άνοδος της πρωσσικής στρατιωτικής ακτινοβολίας τους έστρεψαν, τελικά, στους Γερμανούς. Η επίσημη πρόσκληση για γερμανική στρατιωτική βοήθεια έγινε τον Μάιο του 1890. Ο ανερχόμενος ηγεμονισμός και η πρόθεση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας για γεωπολιτική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο πλαίσιο της «Πορείας προς την Ανατολή» έκαναν τους Πρώσσους παραπάνω από πρόθυμους να ανταποκριθούν. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε η παροχή οργανωτικής βοήθειας με τη μικρή στρατιωτική αποστολή Κέλερ που προαναφέρθηκε. Το αμυδρώς αντίστοιχο για την Ελλάδα έλαβε χώρα με την αντίστοιχη αποστολή Εϋντού, το 1911 και, όπως προαναφέρθηκε είχε, εκ των πραγμάτων, μικρότερη επιρροή στον Ελληνικό Στρατό.

Με δεδομένες τις δύο επιλογές, είναι σκόπιμο να εξεταστεί η ποιότητα και η απόδοση του κάθε προτύπου, για να κατανοήσουμε την αντίστοιχη επίδρασή τους στους δύο στρατούς που τα υιοθέτησαν. Η εξέταση θα αφορά κατ’ αρχάς την επιτελική εκπαίδευση, αφού στην επιτελική απόδοση εντοπίζεται η ανωτερότητα του τουρκικού στρατού στην οποία εστιάζει το παρόν κείμενο, αλλά θα επεκταθεί και σε στοιχεία του δόγματος και της νοοτροπίας των δύο στρατών.

Το Γερμανικό πρότυπο: Preußische Kriegsakademie

Το κτίριο της Πρωσσικής Ακαδημίας Πολέμου στο Βερολίνο.

Η πρωσσική Σχολή Πολέμου του Βερολίνου με την ίδρυσή της το 1810 υπήρξε το πρώτο σχολείο για την ανώτερη εκπαίδευση αξιωματικών στην Ευρώπη, και το πρότυπο για τις περισσότερες αντίστοιχες σχολές που ακολούθησαν. Μέχρι την κατάργησή της, το 1945, υπήρξε και η πιο διάσημη, με εντυπωσιακά υψηλό κύρος τόσο στους άλλους στρατούς όσο και – το κυριότερο για το υπ’ όψιν θέμα – εντός του Πρωσσικού, και αργότερα Γερμανικού στρατού, κάτι που δεν ίσχυε για τα αντίγραφά της. Αν και μέρος της σημασίας και της αξίας της σχετίζονταν με τη θέση που της είχε δοθεί εντός του στρατεύματός της, έχει αξία να εξεταστούν βασικά χαρακτηριστικά της, τα οποία εν πολλοίς μεταφέρθηκαν στο οθωμανικό αντίστοιχό της.

Το πρώτο βασικό στοιχείο της γερμανικής Α.Π. ήταν η αυστηρότατη και αξιοκρατική επιλογή, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό αν ληφθεί υπ΄όψιν ότι η φοίτηση σε αυτή αποτελούσε, ουσιαστικά, είσοδο στην ηγετική ομάδα του οργανισμού. Έτσι, κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, στις ετήσιες εξετάσεις προσέρχονταν περί τους 800 αξιωματικούς (από έναν στρατό που πλησίαζε το μισό εκατομμύριο ενεργού δυνάμεως), εκ των οποίων επετύγχαναν την εισαγωγή τους στους 150 με 160. Η ηλικία των εισαγομένων ήταν γύρω στα τριάντα, αν και αρχικά ήταν ακόμη μικρότερη, πρακτική που δεν μπορούσε να συνεχιστεί λόγω προβλήματος διαχείρισης προσωπικού. Η εισαγωγή γίνονταν με ανώνυμες γραπτές εξετάσεις, με αντικείμενο την επίλυση τακτικών προβλημάτων (μέχρι επιπέδου ενισχυμένης ταξιαρχίας), ξένες γλώσσες, ιστορία και γεωγραφία. Η αξιολόγηση συνεχιζόταν κατά τη διάρκεια της φοίτησης, κατά το τέλος του δευτέρου έτους (έναντι τριετούς φοιτήσεως) το ένα τρίτο, περίπου, των φοιτούντων επέστεφε στις μονάδες του χωρίς να αποφοιτήσει. Με την αποφοίτηση ακολουθούσε μια δοκιμαστική περίοδος υπηρεσίας στο Γενικό Επιτελείο, και μόνον μετά και από αυτήν ονομαζόταν κάποιος Γενικός Επιτελής.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο της γερμανικής Α.Π. ήταν η απόλυτη προτεραιότητα στην τέχνη της τακτικής, και η όσο το δυνατόν ρεαλιστικότερη εξοικείωση με αυτήν. Έτσι, το κύριο αντικείμενο της εκπαίδευσης ήταν η επίλυση προβλημάτων τακτικής. Τα προβλήματα δίνονταν πάντοτε με μικρό χρονικό περιθώριο επίλυσης, ενώ συνηθέστατα κατά τη διάρκεια της επίλυσης του προβλήματος από τους μαθητές οι εκπαιδευτές τροποποιούσαν την αρχική κατάσταση ή τις αρχικές διαταγές του προβλήματος, εξαναγκάζοντας τους μαθητές να προσαρμοστούν, εξοικειώνοντας τους με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες του πεδίου μάχης και με το ενδεχόμενο να πρέπει να αγνοήσουν διαταγές που πλέον είχαν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Το ζητούμενο ήταν πάντοτε η ταχεία λήψη αποφάσεων, και το θανάσιμο αμάρτημα η αμφιταλάντευση και η αδράνεια. Ακολουθούσε η παρουσίαση των λύσεων στους εκπαιδευτές και τους υπόλοιπους μαθητές, και η εξαντλητική συζήτηση και κριτική των λύσεων.

Το τρίτο βασικό χαρακτηριστικό της Γερμανικής Ακαδημίας Πολέμου ήταν η θέση της εντός του γερμανικού στρατιωτικού οργανισμού: Οι εκπαιδευτές ήταν πάντοτε οι κορυφαίοι αξιωματικοί του στρατού και η τοποθέτησή τους σε αυτήν απαραίτητο προσόν αλλά και προάγγελος εξαιρετικής υπηρεσιακής εξέλιξης. Οι απόφοιτοι Γενικοί Επιτελείς κέρδιζαν περίπου δέκα έτη αρχαιότητας έναντι των υπολοίπων, και οι τοποθετήσεις τους και οι κρίσεις τους γίνονταν ξεχωριστά από των υπολοίπων αξιωματικών. Η σχολή καλλιεργούσε στενές σχέσεις μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτών, όχι μόνο στο πλαίσιο των μαθημάτων αλλά και συστηματικών κοινωνικών εκδηλώσεων. Εξασφαλιζόταν έτσι, ότι οι απόφοιτοι της σχολής θα εισέλθουν, ταυτόχρονα, και στον – ενιαίο – κοινωνικό χώρο του Γενικού Επιτελείου. Η αυστηρή επιλογή και αξιολόγηση των μαθητών όχι μόνον κατά την είσοδο στη ακαδημία αλλά και καθ’ όλη την τριετή διάρκεια της φοιτήσεως δημιουργούσε, τελικά, ένα κλίμα εμπιστοσύνης και εκτίμησης προς τους νέους επιτελείς. Τέλος, τόσο η τριετής κοινή εντατική επιτελική εκπαίδευση των αξιωματικών όλων των όπλων, καθώς και η υποχρεωτική κυκλική υπηρεσία των αποφοίτων σε μονάδες των άλλων όπλων πριν την ονομασία τους ως επιτελών, εξασφάλιζε εξαιρετική ομοιογένεια και έκανε τις επιχειρήσεις συνδυασμένων όπλων μια φυσική και αβίαστη πραγματικότητα. Το σύνολο των πρακτικών αυτών απέβλεπε στη συνειδητή δημιουργία μιας πραγματικής ελίτ εντός του στρατού, η θέση και ο ρόλος της οποίας κατοχυρώνοντας τόσο επίσημα όσο και άτυπα.

Το Γαλλικό πρότυπο: École Supérieure de Guerre

Οι διδάσκοντες στη Γαλλική Ανωτέρα Σχολή Πολέμου, 1902.

Η Γαλλική Ανωτέρα Σχολή Πολέμου δημιουργήθηκε το 1876, με πρότυπο την Πρωσσική «Ακαδημία Πολέμου» στο Βερολίνο, όταν, μετά το Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870 και την συντριπτική ήττα τους, οι Γάλλοι είχαν αποδυθεί σε μια εντατική προσπάθεια στρατιωτικής αναδιοργανώσεως. Όπως και η γερμανική σχολή, ο ρόλος της ήταν να προετοιμάσει στελέχη για την επάνδρωση του γενικού επιτελείου καθώς και τα επιτελεία των σχηματισμών, επιλέγοντας τους πιο μορφωμένους και εργατικούς αξιωματικούς για τη στρατιωτική ιεραρχία.

Η γαλλική ΣΠ μπορεί να αξιολογηθεί κατ’ αντιστοιχία με τα τρία χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν για τη γερμανική ΑΠ.

Σε ότι αφορά την επιλογή, παρά το γεγονός ότι γενικώς η είσοδος στην ΣΠ ήταν αδιάβλητη, δεν υπήρξε ποτέ τόσο περιορισμένη όσο στη γερμανική και, κυρίως, τα κριτήρια εξέτασης έτειναν προς την καλλιέργεια της απομνημόνευσης. Έτσι, οι εισιτήριες εξετάσεις του 1906 ζητούσαν την απόδοση της ναπολεόντειας εκστρατεία του 1807 μέχρι της μάχη στο Φρίντλαντ, ή την περιγραφή των επιχειρήσεων της Γερμανικής 3ης Στρατιάς στις 19 Αυγούστου του 1870, μια έκθεση στα γερμανικά, το σχεδιασμό ενός χάρτη των Πυρηναίων ή, εναλλακτικά, των Άλπεων, την παράθεση των εθνοτήτων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας ή εναλλακτικά, την περιγραφή των θέσεων των Βρετανικών αποικιών έτσι ώστε να εξηγείται η ελευθερία κινήσεων του βρετανικού στόλου. Ζητείτο η παράθεση του ΠΟΥ ενός σώματος στρατού καθώς και η ειρηνική σύνθεση τεσσάρων όπλων και σωμάτων, μία έκθεση για το ρόλο των «ενδιάμεσων οχυρών και οχυρώσεων» και η περιγραφή μιας τακτικής κινήσεως με βάση τα οχυρά αυτά, ο σχεδιασμός ενός ακόμη χάρτη και η επίλυση ενός τακτικού προβλήματος. Η κριτική που ασκείτο ήταν ότι οι ερωτήσεις στις εξετάσεις αυτές, όπως συνήθως, απαιτούσαν την απομνημόνευση μιας στείρας ορολογίας, ήταν τόσο αόριστες που δε μπορούσαν να απαντηθούν, ή, στην περίπτωση του προβλήματος τακτικής, υπερβολικά περιπεπλεγμένο. Γράφτηκε χαρακτηριστικά ότι «είναι απαραίτητο το πρόβλημα τακτικής να μην είναι κινέζικος γρίφος, όπως έχει καθιερωθεί από τη δημιουργία της σχολής».

Σχετικά με την έμφαση των σπουδών, η κριτική επεσήμανε πολύ νωρίς ότι η σχολή δεν προετοίμαζε ηγέτες ή επιτελείς εξασκημένους στην τακτική. Η έμφαση της σχολής ήταν στα διοικητικά και διαχειριστικά καθήκοντα  των επιτελών. Η διδασκαλία της τακτικής επικεντρώνονταν στην διδασκαλία αφηρημένων εννοιών και ορολογίας. Σε μία άτυπη αναγνώριση του γεγονότος αυτού, το 1911 λειτούργησε ένα «Κέντρο Ανωτέρων Στρατιωτικών Σπουδών», το οποίο όμως λειτούργησε μία μόνο χρονιά, επειδή ο στρατός δε μπορούσε να διαθέσει προσωπικό. Ο στρατηγός Weygand, αρχιστράτηγος του γαλλικού στρατού το 1940 και ένας από τους 27 αποφοίτους του 1911, έγραφε ότι: «έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πόσο λίγη έμφαση δινόταν στον ελιγμό. Ο εκπαιδευτής έδινε μια αρχική κατάσταση. Εμείς συντάσσαμε τις διαταγές για όλα τα επίπεδα διοίκησης, πράγμα που απαιτούσε σημαντική εργασία. Λόγω έλλειψης χρόνου, αυτό συχνά μετατρεπόταν σε τεστ αντοχής. Εν συνεχεία, παρουσιάζαμε τις λύσεις μας προς συζήτηση. Αλλά η κριτική δεν γινόταν ποτέ ρεαλιστικά, με την εξέταση περιστατικών ή γεγονότων που συμβαίνουν πάντοτε στον πόλεμο, που ανατρέπουν τα σχέδια και τα προγράμματα και που υποχρεώνουν έναν διοικητή να ελίσσεται.» Καμία αξιολόγηση δεν αφορούσε το χαρακτήρα και τις αντιδράσεις του εκπαιδευομένου, ο οποίος αξιολογούταν σαν να επιλύει αφηρημένα προβλήματα μαθηματικών.

Σε ότι αφορά, τέλος, τη θέση της σχολής στον οργανισμό του Γαλλικού στρατού, αυτή ποτέ δεν έχαιρε ιδιαιτέρου κύρους εντός του οργανισμού. Υπήρχε η τάση να τοποθετούνται ως εκπαιδευτές χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, μικρής εμπειρίας ή κύρους, που δεν μπορούσαν να επηρεάσουν ιδιαίτερα τους εκπαιδευομένους. Η αποφοίτηση εξασφάλιζε μεγαλύτερη αρχαιότητα στις κρίσεις, καθώς και την πλήρωση συγκεκριμένων και σημαντικών επιτελικών και διοικητικών θέσεων που απαιτούσαν γενικό επιτελή, όμως αυτό αντιμετωπίζονταν σαν ένα παραπάνω τυπικό προσόν κατά τις κρίσεις και τοποθετήσεις.

Από την αντιπαραβολή των δύο οργανισμών που αποτέλεσαν τα πρότυπα του Ελληνικού και του Οθωμανικού Στρατού αντίστοιχα μπορεί εύκολα να γίνουν οι αναγωγές στους δύο στρατούς. Ο ελληνικός στρατός υιοθέτησε ένα σύστημα παραγωγής επιτελών το οποίο δεν επέλεγε με ιδιαίτερα αυστηρά ή εύστοχα κριτήρια, ήταν μέτριας εντάσεως εκπαίδευσης και σπουδής, δεν έδινε έμφαση στην τακτική αλλά στα διοικητικά καθήκοντα, και δεν δημιουργούσε μία επαγγελματική ελίτ αλλά προσέδιδε ένα τυπικό προσόν – μέτριας βαρύτητας εντός του οργανισμού. Αντίθετα, οι Τούρκοι, ακολουθώντας πιστά και στην ουσία του το γερμανικό πρότυπο, είχαν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: αυστηρή επιλογή με βάση τα ουσιώδη κριτήρια, εντατική σπουδή, έμφαση στην τακτική, και δημιουργία επαγγελματικής ελίτ. Με τα δεδομένα αυτά, η ανώτερη επιτελική επίδοση του τουρκικού στρατού μοιάζει μάλλον φυσική και αναμενόμενη, και καθόλου συγκυριακή ή θέμα «επιλογής προσώπων».

Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι η ελίτ αυτή, η προερχόμενη από τη σχολή πολέμου του τουρκικού στρατού, ενώ είχε δημιουργηθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα, ανέλαβε πραγματικά τον έλεγχο και την οργάνωση του τουρκικού στρατού αμέσως μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, δηλαδή, αφού ο ΕΣ είχε αντιμετωπίσει τους τούρκους για τελευταία φορά πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Στοιχεία δόγματος και πολεμικής νοοτροπίας

Εξετάστηκε παραπάνω η επίδραση που είχε σε κάθε στρατό το ακολουθούμενο πρότυπο στρατιωτικής οργάνωσης που είχε επιλεγεί, με έμφαση στον τομέα της επιτελικής εκπαίδευσης. Από εκεί διαφάνηκε μια ανωτερότητα του γερμανικού προτύπου έναντι του γαλλικού, που είχε το αντίκτυπο στις αντίστοιχες επιδόσεις των επιτελών.

Όμως, η επιρροή του κάθε προτύπου εκ των πραγμάτων δεν περιορίστηκε στον οργανωτικό τομέα και στο γενικό επίπεδο επίδοσης, αλλά μέσω της επιτελικής εκπαιδεύσεως επεκτάθηκε, προφανώς, και σε θέματα δόγματος και στρατιωτικής νοοτροπίας. Ο τρόπος που ο κάθε στρατός σχεδίασε και εκτέλεσε τις επιχειρήσεις του, καθώς και άλλα στοιχεία της επιχειρησιακής του συμπεριφοράς, καθρέφτιζε αντίστοιχες επιρροές.

Εν συνεχεία παρατίθενται ορισμένες τέτοιες επιρροές, με βάση την εργασία του Επχου Λαλούση:

«Όσον αφορά την τακτική των Ελλήνων, απότοκο του πολέμου χαρακωμάτων, στον οποίο ενεπλάκησαν τα Ελληνικά στρατεύ­ματα στην Μακεδονία κατά τα έτη 1917 και 1918, είναι η ακαμψία στις κινήσεις, η μη χρησιμοποίηση ευρέων ελιγμών και ο μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών κα­θορισμός από τα προϊστάμενα κλιμάκια του τρόπου ενεργείας των υφισταμένων τους. Καθορίζονταν με τις λεπτομερείς αυτές διαταγές, όχι μόνο η δύναμη, η κατεύθυν­ση ενεργείας και ο αντικειμενικός σκοπός των υφισταμένων, αλλά και η ενδεχομένη στάση αυτών ανάλογα με την αντίδραση του εχθρού, γεγονός που περιόριζε καθορι­στικά την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας.

Γενικά η Διοίκηση της Στρατιάς Μ. Ασί­ας σε όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, διέπονταν από αυ­στηρά συγκεντρωτικό πνεύμα στο ζήτημα της διεξαγωγής τους, αλλά και στη διαδι­κασία των ανεφοδιασμών και μεταφορών, χωρίς να αφήνει στα υφιστάμενα κλιμάκια πρωτοβουλία ενεργείας, επεμβαίνοντας πολλές φορές και μέχρι του κλιμακίου του Συντάγματος. Η διεξαγωγή των επιχειρή­σεων για να έχει θετικό αποτέλεσμα, απαι­τούσε πρωτοβουλία και τόλμη ενεργείας όχι μόνο στο κλιμάκιο της Στρατιάς, αλλά και στους υφιστάμενους Σχηματισμούς με τα­χείες αποφάσεις και άμεση εκτέλεσή τους, καθώς και άμεση εκμετάλλευση τυχόν ευνο­ϊκών καταστάσεων με την χρησιμοποίηση εφεδρικών Μονάδων.»

Το αυστηρά συγκεντρωτικό πνεύμα με όλα τα συμπαραμαρτούντα, τα οποία έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, αποδίδονται από τον συντάκτη στην εμπειρία των στατικών επιχειρήσεων χαρακωμάτων στο Μακεδονικό Μέτωπο, που ήταν η βασική πολεμική εμπειρία του ΕΣ πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Όμως, το αυστηρά συγκεντρωτικό πνεύμα, μαζί με όλα τα συνακόλουθα που περιγράφονται, δεν ήταν απότοκο του πολέμου των χαρακωμάτων, αλλά χαρακτηριστικό της γαλλικής στρατιωτικής νοοτροπίας, και μάλιστα σε οξεία αντιδιαστολή προς τη γερμανική νοοτροπία (από την οποία είχε εμποτιστεί ο τουρκικός στρατός). Ο αυστηρός και εξαντλητικός σχεδιασμός και ο ασφυκτικός έλεγχος επί των υφισταμένων κλιμακίων ήταν η απάντηση της γαλλικής στρατιωτικής νοοτροπίας στο συνεχώς επεκτεινόμενο χωρικά πεδίο μάχης του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα. Ο πόλεμος των χαρακωμάτων απλώς παρόξυνε τη γαλλική νοοτροπία της «μεθοδικής μάχης» (bataille conduite) – που παρεμπιπτόντως επηρέασε εν συνεχεία τον αμερικανικό στρατό μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με αυτήν τη νοοτροπία, η γερμανική αντίδραση στην καινούργια εξέλιξη του πεδίου της μάχης ήταν η διάχυση του ελέγχου σε κατώτερα κλιμάκια, στο πλαίσιο της προθέσεως του διοικητή και του γενικού σχεδίου. Η απόδοση αποστολής (και μέσων) στα υφιστάμενα κλιμάκια, η ελευθερία σχεδιασμού της δικής τους επιχείρησης εκ μέρους τους, καθώς και η ελευθερία να αντιδράσουν κατά βούληση ανάλογα με την εξελίξεις, πάντα στο πλαίσιο του σχεδίου και των προθέσεων του προϊσταμένου κλιμακίου, δηλαδή μια ολόκληρη στρατιωτική νοοτροπία που αργότερα συνοψίστηκε στον όρο Auftragstaktik ήταν τυπική γερμανική σύλληψη. Μπορεί μετά την εμπειρία και του Β’ ΠΠ η νοοτροπία αυτή να θεωρείται, πλέον, από όλες τις πλευρές η δέουσα, αλλά κατά τη διάρκεια του Α΄ΠΠ ήταν απλώς μια από τις υπάρχουσες αντιλήψεις, έστω κι αν αποδεικνυόταν πάντα η βέλτιστη. Δυστυχώς, ο ΕΣ είχε εμποτιστεί με τη νοοτροπία της μεθοδικής μάχης, σε αντίθεση με τον αντίπαλό του, που είχε εμποτιστεί στη νοοτροπία της ανάθεσης αποστολής και του ελαστικού ελέγχου.

Σε ότι αφορά την επιρροή του πολέμου χαρακωμάτων του 1917-18, η επιρροή τους ήταν, όντως σημαντική. Επίσης, είναι ορθό ότι η αντιπαράθεση χαρακωμάτων στην Δυτική Ευρώπη από το ’15 μέχρι το ’18 εξανάγκασε και τους δύο στρατούς-πρότυπα σε μεθοδική μάχη, σε κάποιο βαθμό. Αλλά επειδή για τον Γαλλικό στρατό αυτός ο τρόπος επιχειρήσεων ήταν ο ούτως ή άλλως υφιστάμενος, απλώς παροξύνθηκε η νοοτροπία αυτή, ενώ για τους Γερμανούς, για τους οποίους ήταν της αντίθετης στρατιωτικής νοοτροπίας, η εξέλιξη αυτή ήταν μια αφύσικη και ξένη κατάσταση από την οποία έψαχναν επίμονα να απεμπλακούν, πράγμα το οποίο κατ’ ουσίαν κατάφεραν με την επίθεση του Αγίου Μιχαήλ και τον τρόπο που τη διεξήγαγαν. Τα δε συμπεράσματα που έβγαλε κάθε στρατός και η κατεύθυνση που ακολούθησε μετά τον Α’ ΠΠ ήταν χαρακτηριστικός για τη στρατιωτική του νοοτροπία.

«οι Τούρκοι κατά τις επιχειρήσεις αυτές (μάχη Σαγγαρίου), εφήρμοσαν απόλυτα την αρχή παρα­χώρησης μη ζωτικού εδάφους προς κέρδος χρόνου και προς αποφυγή καταστροφής των δυνάμεών τους, πράγμα το οποίο και πέτυχαν. Η σύμπτυξη, που σημειώθηκε στο μέτωπο τους, ήταν περισσότερο για λόγους ευθυγράμμισης του και για τη βελτίωση των όρων άμυνας. Συνολικά θα μπορούσαμε να παρατήσουμε ότι η όλη Τουρκική ενέργεια ήταν ενεργητική άμυνα επί διαδοχικών ορ­γανωμένων τοποθεσιών και κατόπιν ισχυρή αντεπίθεση σε ορθή κατεύθυνση προσβολής και με καθορισμένο αντικειμενικό σκοπό.»

«Η Τουρκική Διοίκηση βασίσθηκε στην κινητή άμυνα αποφεύγοντας το στατικό πνεύμα στη διεξαγωγή του αμυντικού αγώ­να[…]»

Το ανωτέρω αμυντικό δόγμα είναι αυτό που αναπτύχθηκε μεθοδικά από τον γερμανικό στρατό μεταξύ του τέλους του 1916 και των αρχών του 1917 κατέστη δόγμα του και πέρασε άμεσα στην επιχειρησιακή του εκπαίδευση, διαχεόμενο μεθοδικά σε όλο το εύρος του. Αν και δεν υπάρχει (τουλάχιστον σε γνώση του γράφοντος) κάποια μαρτυρία για την ευθεία μεταφορά του δόγματος από τους γερμανούς στους τούρκους, η πολύ στενές στρατιωτικές σχέσεις των δύο πλευρών κατά τη διάρκεια του Α΄ΠΠ καθιστούν μάλλον απίθανο να μη μεταφέρθηκε η βασική αυτή εξέλιξη από το γερμανικό στρατό στον οθωμανικό, μέσω της πληθώρας των στρατιωτικών συμβούλων που είχαν διαχυθεί σε όλο του το εύρος. Επισημαίνεται και πάλι ότι ενώ σήμερα η ελαστική άμυνα είναι μια έννοια τόσο διαδεδομένη που θεωρείται περίπου αυτονόητη, το 1920 ήταν η τελευταία λέξη των εξελίξεων σε θέματα δόγματος, έχοντας αναπτυχθεί συστηματικά τρία με τέσσερα έτη πριν, και μόνον από μία πλευρά των εμπολέμων.

«Επιπλέον τα (τουρκικά) Επιτελεία του μετώπου και του Αρχιστρατήγου, πα­ρακολουθούσαν από κοντά την κατάσταση και διεύθυναν με λεπτομέρεια τον αγώνα. Πληροφορούνταν έγκαιρα για την εκάστο­τε δημιουργούμενη τακτική κατάσταση και λάμβαναν αμέσως τα επιβαλλόμενα μέτρα, εκδίδοντας τις απαραίτητες διαταγές.»

 «Γενικά, η ενεργός παρουσία των (ελλήνων) Διοικητών Σωμάτων Στρατού και του Αρχι­στρατήγου δεν ήταν αυτή που επιβάλλονταν από την κρισιμότητα των επιχειρήσεων.»

 «[…] από απόσταση 450 περίπου χιλιομέτρων ήταν αδύνατη η Διοίκηση και η άμεση αντίληψη της στρα­τιωτικής κατάστασης, ό,τι ικανότητες και εάν διέθετε ο (έλληνας) Αρχιστράτηγος, καθώς οι εκδιδό­μενες διαταγές από αυτή τη θέση έφθαναν στους εκτελεστές εκπρόθεσμα και όταν πλέον είχε μεταβληθεί οριστικά η τακτική κατάσταση. Ακόμα, η αίσθηση του μαχό­μενου στρατεύματος ότι ο Αρχιστράτηγος βρίσκονταν τόσο μακριά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτούργησε αρνητικά, στερώντας από αυτό το ηθικό και την ασφάλεια που θα προσέδιδε η πλησίον παρουσία του, δημιουρ­γώντας έτσι τον φόβο της αποτυχίας.»

Η αντίληψη για τη θέση και τη συμπεριφορά των ανωτάτων αξιωματικών κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων είναι μία ακόμη χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ των στρατών που αποτέλεσαν τα πρότυπα των δύο αντιμαχόμενων στρατών κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία. Παρ΄όλο που δεν υπάρχει κάποια ρητή και ατράνταχτη απόδειξη, είναι δύσκολο να περάσει απαρατήρητη η συσχέτιση της συμπεριφοράς των ανωτάτων αξιωματικών του κάθε στρατού με τη συμπεριφορά των ανωτάτων αξιωματικών των προτύπων τους. Έτσι, ενώ στο Γερμανικό στρατό ήταν αυστηρή και ισχυρή παράδοση και δογματική αντίληψη η παρουσία των στρατηγών πολύ κοντά στην πρώτη γραμμή, έτσι ώστε να επηρεάζουν τα στρατεύματα αλλά, κυρίως, να διαμορφώνουν άμεση αντίληψη για την εξέλιξη της μάχης και να επεμβαίνουν έγκαιρα, στο γαλλικό στρατό η συνήθεια ήταν οι στρατηγοί να παραμένουν όσο το δυνατόν πιο πίσω, διευθύνοντας με αναφορές και αγγελιοφόρους και τηλεγραφήματα. Διαβάζοντας τις παραπάνω παρατηρήσεις, είναι δύσκολο να μη φέρει κανείς στο μυαλό το στρατηγό Gamelin, κατά τη μάχη της Γαλλίας ενώ αδυνατούσε να αντιδράσει παρακολουθώντας τη μάχη από το Παρίσι, και στέλνοντας μονίμως διαταγές που αντιστοιχούσαν στην τακτική κατάσταση της… προηγούμενης ημέρας.

«Η βασική ιδέα ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευση σε βάθος των επιτυχιών της πρώτης κρούσης. Ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στο Ιππικό. Η δραστήρια και τολμηρή ώθηση του Τουρκικού Ιππικού στα νώτα του Ελληνικού στρατού και η εκεί παραμονή του σε όλη την διάρκεια των μαχών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μοναδική στην στρατιωτική ιστορία και σίγουρα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Η κίνηση αυτή του Ιππικού, κατέστρεψε τον εφοδιασμό και τις επικοινωνίες των Ελλήνων και απέκοψε τις Μονάδες της πρώτης γραμμής προκαλώντας τον πανικό. Ήταν ένας πόλεμος αστραπή, όπως αυτός που θα εφαρμόσουν οι Γερμανοί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.»

«Έτσι, η Τουρκική Διοίκηση χρησιμοποίησε σε μέγιστο βαθμό την μάζα και ευκινησία του Ιππικού της, αποστέλλοντάς το πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση για την επίτευξη στρατηγικού σκοπού. Κατά βάση το Τουρκι­κό Ιππικό έδρασε ανεξάρτητο, υπαγόμενο κατευθείαν στην Ανωτάτη Διοίκηση, ενίοτε όμως υπήχθη σε μία Στρατιά ή Σώμα Στρα­τού, όταν οι τακτικές συνθήκες το επέβαλαν, αλλά με συγκεκριμένη αποστολή σε σχέση με την συνολική μάχη. Γενικά η τακτική του δράση χαρακτηρίζονταν από το στοιχείο του αιφνιδιασμού, την προσβολή των πλευρών του αντιπάλου με ταχύτητα αξιοθαύμαστη και την χρησιμοποίησή του κατά μάζες. Με αυτό τον τρόπο ενεργείας υλοποιούνταν οι αρχές του πολέμου «οικονομία δυνάμεων», «επιθετικό πνεύμα» και «αιφνιδιασμός».»

 

Και πάλι, η ανωτέρω ενέργεια φέρει χαρακτηριστικά τη σφραγίδα της γερμανικής επιρροής. Η ιδέα της της εκμετάλλευσης μιας αρχικής διάρρηξης με προέλαση σε βάθος αντί για την επιτόπια εκμετάλλευση ήταν μια βασική εξέλιξη του γερμανικού δόγματος από το 1917, στο Δυτικό Μέτωπο, και νωρίτερα σε άλλα μέτωπα. Παρ΄όλο που και πάλι δε μπορεί να θεμελιωθεί (τουλάχιστον από το γράφοντα) μια ευθεία και άμεση μεταφορά του γερμανικού δόγματος στους τούρκους επιτελείς μέσω των πολλών διαύλων επικοινωνίας, η σύμπτωση είναι χαρακτηριστική. Σε κάθε περίπτωση, η εξαιρετική ενέργεια του τουρκικού επιτελείου ήταν αποτέλεσμα της ενσταλαγμένης από τους γερμανούς εμμονής στον πόλεμο κινήσεων. Το αναπεπταμένο θέατρο επιχειρήσεων, η μικρή – σε σχέση με το Δυτικό Μέτωπο – πυκνότητα των ελληνικών δυνάμεων και το ισχυρό τουρκικό ιππικό έδιναν στους τούρκους την ιδανική ευκαιρία να εφαρμόσουν τα όσα είχαν επί χρόνια διδαχτεί από τους γερμανούς. Η αναφορά στον «πόλεμο αστραπή» των Γερμανών του Β’ ΠΠ γίνεται ως εάν να πρόκειται σε σύμπτωση. Δεν είναι, όμως, έτσι. Ο «πόλεμος αστραπή» δεν ήταν κάποια μεσοπολεμική επινόηση των γερμανών αλλά ήταν η ωρίμανση του δόγματος του τέλους του Α΄ΠΠ, όπως είχε διαφανεί σαφώς στην επίθεση του Αγίου Μιχαήλ. Οι τούρκοι το 1922 ήταν απλώς σε πλεονεκτικότερη θέση να εφαρμόσουν το δόγμα αυτό.

Τα ανωτέρω δεν αναφέρονται με σκοπό να μειώσουν την εξαιρετική επίδοση που τουρκικού επιτελείου κατά τη μικρασιατική εκστρατεία, αποδίδοντάς την στους γερμανούς μέντορές τους. Κανείς μέντορας δε μπορεί να διδάξει ανεπίδεκτο και ανίκανο μαθητή. Αλλά καλό είναι να θυμόμαστε ότι κανείς μαθητής δε γίνεται καλός χωρίς έναν σπουδαίο μέντορα.

11 Responses to Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 3ο

  1. Ο/Η Ευμένη΅Καρδιανός λέει:

    Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι η ελίτ αυτή, η προερχόμενη από τη σχολή πολέμου του τουρκικού στρατού, ενώ είχε δημιουργηθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα, ανέλαβε πραγματικά τον έλεγχο και την οργάνωση του τουρκικού στρατού αμέσως μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, δηλαδή, αφού ο ΕΣ είχε αντιμετωπίσει τους τούρκους για τελευταία φορά πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

    Νομίζω ότι η ανωτέρω παράγραφος λέει πολλά!

    Επί πλέον, ο υπογράφων υπήρξε Υ.Ε.Α.Μ. και θυμάται ακόμη τις «φυλλάδες» με τις διάφορους αόριστους για τους νεαρούς υποψηφίους έφεδρους αξιωματικούς ορισμούς της «Επίθεσης» , «Άμυνας», «Υποχώρησης» κ.τ.λ. που όφειλαν να απομνημονεύσουν, να αποστηθίσουν!

    Πιστεύω ότι θα ήταν πολύ χρησιμότερη η εξάσκηση, επί χάρτου και αμμοδόχου, οργάνωσης εδάφους, όσο και ή εφαρμογή τακτικής εξάσκησης σε Επίθεση, Άμυνα, Αντεπίθεση και ούτω καθ’ εξής και η ταυτόχρονη διεξοδική ερμηνεία των ανωτέρω ορισμών.

    Επίσης, στον διαχωρισμό της Τάξεως σε δύο ομάδες. Η μία ομάς Α θα ναρκοθετούσε μια περιοχή και η άλλη Β θα διάνοιγε διάδρομο μέσα από αυτήν και το αντίστροφο με αλλαγή των καθηκόντων. Να υπήρχε επίσης μια ηθική επιβράβευση της κάθε ομάδος και η επιμέρους βαθμολόγηση των καλλιτέρων ΥΕΑΜ!

    Έτσι η εκπαίδευση θα ήταν πολύ χρησιμότερη από πάσης απόψεως.

    Επίσης, να εδίδοντο στους αποφοιτήσαντες κάποια βασικά έντυπα σημειώσεων, έστω πολυγραφημένα στα οποία να μπορούν να ανατρέξουν σε δεδομένη καταστάση.

    Ο υπογράφων, κατά την επιστράτευση του 1974, είχε μαζί του και μελετούσε τους Κανονισμούς Ομάδος και Λόχου του Αυστριακού Στρατού, της Bundeswehr, και θα ήταν πολύ ευτυχής αν είχε εκπαιδευτεί, έστω για δύο εβδομάδες στην Σχολή Πεζικού Χαλκίδας, ή είχε περάσει για έναν έστω χρόνο από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ώστε να μπορεί να εκτελέσει καλλίτερα την αποστολή του, όπως επίσης να μην αισθάνεται αργότερα απαίσια, όσον αυτό θα αφορούσε τους υφισταμένους του Έλληνες Στρατιώτες που θα ήσαν ίσως τα θύματα λανθασμένων χειρισμών του.

    Ευμένης Καρδιανός

  2. Ο/Η NF λέει:

    Το αρθρο ειναι εξαιρετικο και πολυ με πολυ καλη ιστορικη τεκμηριωση. Ομως το γενικο πνευμα ειναι το εξης:
    «Χασαμε στη Μικρα Ασια επειδη οι Τουρκοι ειχαν καλυτερους επιτελεις, διοτι ειχαν αναδιοργανωθει νωριτερα, και μαλλιστα απο τους Πρώσσους, ενω οι δικοι μας αναδιοργανωθηκαν αργοτερα, απο τους Γαλλους, οι οποιοι μια ζωη εχαναν απο τους Γερμανους!»

    Ας μην θαυμαζουμε τοσο πολυ το πρωσικό στρατιωτικο μεγαλειο, και ακομα λιγοτερο το…….τούρκικο!

    To 1915-1916 στην Καλλιπολη ο Οθωμανικος Στρατος ουσιαστικα διοικηθηκε απο τους Γερμανους επιτελεις του Λιμαν φον Σαντερς. Εξ οσων γνωριζω, αυτοι δεν ηταν απλοι «συμβουλοι». Διεταζαν σχεδιαζαν, διοικουσαν κανονικα.Αυτοι σχεδιασαν και επεβλεψαν την οχυρωση της Καλλιπολης, την οργανωση της αμυνας, την ετοιμασια των ναρκοπεδίων κλπ. Αυτοι συντονισαν την αμυνα, κατευθυναν τα πυρα του επακτιου πυροβολικου, και εκαναν την κυρια επιτελικη δουλεια.

    Ο Τουρκοι αξιωματικοι υπεστησαν την ταπεινωση να διοικηθουν απο ξενους στην Καλλιπολη. Γιατι απεδεχθησαν κατι τετοιο, αν οντως ηταν τοσο ικανοι;

    Ο Γερμανικοι επιτελεις ηταν οντως εξαιρετικοι , αλλα η διαφορα τους απο τους Γαλλους το 1914 δεν ηταν πια πολυ μεγαλη. Αποδειξη η νικη των Γαλλων στο Μαρνη.

    Ο Κεμαλ ειχε τοποθετησει στις θεσεις κλειδια τους καλυτερους Τουρκους αξιωματικους. Δεν συνεβαινε το ιδιο στον Ελληνικο Στρατο. Οι καλυτεροι Ελληνες αξιωματικοι και των δυο παραταξεων ηταν εκτος Στρατου για διαφορους λογους, (Ι. Μεταξας, Ξ. Στρατηγος, Θ. Παγκαλος, Λ. Παρασκευοπουλος, Π. Δαγκλης). Οι δε κρισεις, προαγωγες και τοποθετησεις γινονταν σε πολλες περιπτωσεις με πολιτικα κριτηρια, προσωπικες γνωριμιες κλπ. Οι Τουρκοι δεν ειχαν καλυτερους επιτελεις, αλλα αυτους που ειχαν τους αξιοποιησαν πολυ καλυτερα απο οτι οι Ελληνες. Απλουστατα εκαναν καλυτερη διαχειριση των ανθρωπινων πορων τους.

    Οι Τουρκοι ειχαν συντριπτικο πλεονεκτημα στην κυριοτερη στρατιωτικη αρετη, την πειθαρχια, και αυτο οχι λογω … Πρωσων δασκαλων. Ο Κεμαλ ηταν δεσποτης σκληρος και αγριος, που δε δισταζε να σκοτωσει επιτοπου οσους δεν τον υπακουαν, που τον ετρεμαν οι παντες και μπορουσε να επιβαλλει τετοια σιδηρα πειθαρχια, που στον Ελληνικο Στρατο δεν μπορουσαν καν να διανοηθουν. Ο Κεμαλ ομως ηταν αγριος δικτατορας, ενω η Ελλαδα ηταν δημοκρατια, και υπηρχαν καποια ορια.

    Υπενθυμιζω την τρομερη αποστροφη του Κεμαλ προς τους Τουρκους στρατιωτες στην Καλλιπολη οταν ηταν ετοιμοι να το βαλλουν στα ποδια , και τους οποιους συγκρατησε με το οπλο στο χερι. «Δε σας διαταζω να νικησετε. Σας διαταζω να ΠΕΘΑΝΕΤΕ!»

    Ο Κεμαλ ηταν καταπληκτικος Στρατηγος, αλλα οι υπολοιποι διοικητες του δεν ηταν κατ΄αναγκη της δικης του κλασης. Ο Ισμετ Ινονου ηταν υπαρχηγος και πρωτοπαλληκαρο του Κεμαλ, ο κατα τεκμηριο καλυτερος αξιωματικος του, και Αρχηγος του Στρατου μεχρι τη μαχη του Εσκη Σεχιρ τον Ιουλιο του ο 1921. Ομως οταν σε εκεινη τη μαχη οι Ελληνες κοντεψαν να τον περικυκλωσουν, πανικοβληθηκε και δεν ηξερε τι να κανει. Μολις ο Κεμαλ ειδε οτι ο Διοικητης του τα εχασε, πηδηξε στο τρενο, ετρεξε στο Στρατηγειο και ανελαβε ο ιδιος τη Διοικηση. Διεταξε αμεσως υποχωρηση, την οποια εκτελεσε με πληρη ταξη, και εσωσε τον Τουρκικο στρατο απο την καταστροφη. Αντικατεστησε παντως τον Ισμετ και ποτε δεν του ανεθεσε ξανα μεγαλη Διοικηση.

    Οι Τουρκοι επαιζαν εντος εδρας και δεν ηταν αντιμετωποι με τις τεραστιες προκλησεις διοικητικης μεριμνας που αντιμετωπιζε το Ελληνικο Επιτελειο, το οποιο εκαλειτο να διευθυνει ουσιαστικα μια υπερποντια εκστρατεια.

    Τελος η ελληνικη στρατιωτικη ηγεσια βρεθηκε αντιμετωπη με πολιτικες ηγεσιες που μαλλον δυσκολευαν τα πραγματα. Μολις ο Χατζηανεστης ανελαβε, απαιτησε να τον αφησουν να συμπτυξει αμεσως το Στρατο περιξ της Σμυρνης και της Πανορμου, πραγμα που θα απετρεπε την καταστροφη, αλλα η Κυβερνηση δεν το ενεκρινε. Ο Κεμαλ δεν χρειαζοταν να ρωτησει κανεναν οταν υποχωρουσε προς την Αγκυρα το καλοκαιρι του 1921.

  3. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    NF Καλημέρα!
    Το παραπάνω κείμενο δεν είναι αυτοτελές άρθρο, αλλά αποτελεί μέρος ενός συνολικού άρθρου για την ολοκλήρωση του οποίου απομένουν δύο ακόμη μέρη. Αν περιμένεις το τελευταίο μέρος, θα εκθέσω αναλυτικά τα συμπεράσματά μου, και το τι ακριβώς θεωρώ ότι τεκμηριώνουν τα προηγούμενα.

    Εξ αρχής δηλώθηκε ότι ο σκοπός του άρθρου δεν είναι να εξηγήσει συνολικά το αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Προφανώς το αποτέλεσμα οφείλεται σε αρκετούς λόγους, άλλοι στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, άλλοι στο επίπεδο της (στρατιωτικής) στρατηγικής. Με αυτά ως δεδομένα – και όχι για να τα ακυρώσουν, όποιος εξετάζει την διεξαγωγή των επιχειρήσεων σε επιχειρησιακό, κυρίως, και λιγότερο σε τακτικό επίπεδο, διαπιστώνει σοβαρά και συστηματικά λάθη. Θα μπορούσε να είναι διαφορετική η εξέλιξη της εκστρατείας, με τα ίδια δεδομένα στα δύο υψηλότερα επίπεδα (υψηλής στρατηγικής και στρατηγικής) αν διεξαγόταν καλύτερα η εκστρατεία στο επιχειρησιακό επίπεδο; Πιθανόν. Ένας κανόνας της στρατηγικής λέει ότι σπανίως η καλή διεξαγωγή της σύγκρουσης σε ένα επίπεδο μπορεί να διορθώσει σοβαρά προβλήματα σε ανώτερο επίπεδο, αλλά τα επιχειρησιακά λάθη του ΕΣ είναι τόσο σοβαρά που μπαίνει κανείς στον πειρασμό να το υποθέσει.
    Αν η επιχειρησιακή διεξαγωγή της εκστρατείας έπαιξε σημαντικό ρόλο, λοιπόν, γιατί οι τούρκοι τη διεξήγαγαν καλύτερα από εμάς; Λόγω της ιδιοφυίας του Κεμάλ; Ο Κεμάλ ήταν εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης, αλλά προσωπικά η ερμηνεία αυτή δε με πείθει ιδιαίτερα, γιατί δεν εξηγεί ούτε γιατί εμείς κάναμε συνολικά τόσα πολλά κι επίμονα λάθη (δεν έχει σχέση με την Κεμάλ αυτό), ούτε γιατί οι τούρκοι διεξήγαγαν συστηματικά καλά τις επιχειρήσεις τους (κάτι το οποίο δεν έκανε μόνος του ο Κεμάλ).

    Η δική μου απάντηση είναι ότι οι τούρκοι είχαν συστηματικούς λόγους να έχουν καλύτερους επιτελείς: i. είχαν οργανώσει σοβαρή επιτελική εκπαίδευση χρόνια πριν από εμάς, ii. είχαν καλύτερους δασκάλους, iii. Είχαν πολύ μεγαλύτερη επιτελική εμπειρία από εμάς. Τρία διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Τίποτα από αυτά δεν αρκεί για να κερδίσεις ένα πόλεμο, ούτε αυτά μπορούν να κατασκευάσουν κατά παραγγελία έναν μεγάλο στρατιωτικό ηγέτη, αλλά όταν διαπιστώνεις ένα συνολικά καλύτερο επίπεδο στον ένα στρατό απ΄ ότι στον άλλον, δεν εξηγείται με το «ταλέντο». Οφείλει να ψάξει κανείς τα συστηματικά αίτια.

    Λες ότι κι εμείς είχαμε καλούς επιτελείς, αλλά αυτοί βρέθηκαν λόγω διχασμού εκτός στρατεύματος. Δε συμφωνώ. Πρώτον: ως επιτελείς θα κρίνονταν όταν άρχισε η πραγματική διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων. Μέχρι εκεί που είχαν διοικήσει ή παραγάγει επιτελική εργασία, ενεπλάκησαν σε πολύ πιο εύκολες και απλές επιχειρήσεις, υπό πολύ ευνοϊκότερες αντικειμενικές συνθήκες. Οι διάδοχοί τους κρίθηκαν σε πολύ πιο δύσκολα. Και, δεύτερον: γιατί ήταν τόσο λίγοι (αναφέρεις πέντε, εκ των οποίων ο Στρατηγός δεν ήταν εκτός στρατού, άρα τέσσερις) οι «καλοί» επιτελείς; Γιατί ένα σύστημα παρήγαγε μόνον τέσσερις καλούς επιτελείς, και χωρίς αυτούς το σύστημα κατέρρεε; Και από πού προέκυπτε ότι οι επιτελείς αυτοί ήταν καλύτεροι από αυτούς που δοκιμάστηκαν; Η απόφανση δίδεται εκ του ασφαλούς.

    Κι επιπλέον: γιατί τρώγονταν τόσο μεταξύ τους; Γιατί ενώ και οι Τούρκοι είχαν εμφύλια διαμάχη, οι επιτελείς τους προσχώρησαν όλοι στην Κεμαλική πλευρά; Προφανώς γιατί εκεί οι επιτελείς ήταν μια συμπαγής επαγγελματική ομάδα, ενώ εδώ οι μισοί είχαν θανάσιμο μίσος για τους δε (και μη θεωρείς ότι αυτό ίσχυε μόνον μεταξύ των δύο παρατάξεων, αλλά ίσχυε κι εντός αυτών, πολλές φορές δε απλώς κρύβονταν σε πολιτικές διαμάχες). Η απάντηση δεν είναι ότι «οι έλληνες τρωγόμαστε», αλλά το ότι εκεί υπήρχε από πολύ καιρό ένας σοβαρός θεσμός, ενώ εδώ υπήρχαν σποραδικές αποστολές στο εξωτερικό.

    Η ανωτερότητα του γερμανικού στρατιωτικού συστήματος είναι επίσης μια μεγάλη συζήτηση. Προφανώς δεν εξηγεί τα πάντα, εξηγεί όμως, δυστυχώς, πάρα πολλά.

    Σε κάθε περίπτωση, πιο συγκροτημένη συζήτηση μπορεί να γίνει όταν θα ολοκληρωθεί το άρθρο, οπότε θα είναι σαφέστερο το τι υποστηρίζει (και τι δεν υποστηρίζει).

  4. Ο/Η NF λέει:

    Αγαπητε Βελισαριε
    Ευχαριστω που δημοσιευετε τις αποψεις μου. Κακως επεκταθηκα στις γενικοτερες αιτιες της ηττας, αφου το αρθρο αναφερεται στην αναδιοργανωση των δυο αντιπαλων υπο την επιδραση διαφορετικων ξενων σχολων σκεψης.

    Σε οτι αφορα τα 3 πρωτα μερη, εχω τις εξης παρατηρησεις:
    Αν οι Τουρκοι ειχαν οργανωθει τοσο καλα , και μαλιστα αρκετα χρονια πριν απο εμας, γιατι φωναξαν εκ νεου Γερμανικη Αποστολή το 1913; Μαλλον διοτι στους Βαλκανικους Πολεμους τα αποτελεσματα τους ηταν πενιχροτατα , και ανακαλυψαν τη γυμνια τους!
    Αν οι Τουρκοι επιτελεις ηταν τοσο καλοι, γιατι ανεθεσαν σε Γερμανους αξιωματικους τη Διοικηση στην Καλλιπολη; Γιατι οι Γερμανοι δεν εγιναν απλοι συμβουλοι και εκπαιδευτες, οπως οι Γαλλοι στον Ελληνικο Στρατο; Ο Λιμαν φον Σαντερς εγινε Γενικος Επιθεωρητης και ουσιαστικος αρχιστρατηγος. Οι σημαντικοτερες διοικησεις, οι θεσεις κλειδια στο Οθωμανικο Επιτελειο και τα κρισιμα τεχνικα ποστα δοθηκαν σε Γερμανους επιτελεις ηδη απο το 1914. Πώς και γιατι καταπιαν εναν τετοιο εξευτελισμο οι Τουρκοι επιτελικοι αξιωματικοι; Μηπως απλως ειχαν επιγνωση της δικης τους ανεπαρκειας; Αμα δεν εχεις τεχνογνωσια, φωναζεις ξενο «προπονητη»!

    Ρωτατε γιατι οι Τουρκοι επιτελικοι αξιωματικοι δεν τρωγονταν. Ο τετραπερατος Κεμαλ εξαπατησε τους Σουλτανικους συναδελφους του. Παραστησε το βασιλοφρονα, λεγοντας οτι ο Σουλτανος ηταν αιχμαλωτος των Συμμαχων στην Πολη, και οτι αυτος αγωνιζοταν για την απελευθερωσή του!
    Εχετε απολυτο δικαιο οταν λετε οτι οι Ελληνες στρατιωτικοι τρωγονταν μεταξυ τους και οι πολιτικες διαφωνιες ηταν συχνα μονο ενα προπετασμα καπνου. Η παρουσιαση ομως των Τουρκων επιτελων ως μιας συμπαγους αδελφοτητας, κατι σαν τους Ιπποτες της Στρογγυλης Τραπέζης, δεν μου φαινεται ιδιαιτερως πειστικη.

    Θα ηθελα να προσθεσω ενα πολυ ενδιαφερον στοιχειο. Οι συγχρονοι Τουρκοι δεν φαινονται ιδιαιτερα ευγνωμονες προς τους Γερμανους «δασκαλους». Ο εθνικος τους εγωισμος πληγωνεται οταν τους υπενθυμισει καποιος οτι οι Γερμανοι τους διοικησαν στην Καλλιπολη, και οτι χωρις αυτους θα εχαναν. Ετσι στις αναρτησεις τους στο διαδικτυο, ακομα και Τουρκοι πανεπιστημιακοι υποβαθμιζουν το ρολο των Γερμανων, και τους κατηγορουν για ενα σωρο λαθη, που οδηγησαν σε τεραστιες τουρκικες απωλειες. Ειναι εκπληκτικο: Παντοτε ο φον Σαντερς και οι Γερμανοι εμφανιζονται να τα κανουν θαλασσα,διοτι δεν ακουνε τις σοφες εισηγησεις των Τουρκων υφισταμενων τους, και ιδιως του Κεμαλ!

    Οπως ειπα οι αναρτησεις σας ειναι υψηλου ιστορικου επιπεδου. Θα περιμενουμε με ενδιαφερον τη συνεχεια.

    ΥΓ¨: Δινω εναν ιλαρο τονο στα σχολια μου. Το Διαδικτυο ειναι χωρος ενημερωσης, αλλα και ψυχαγωγιας!

  5. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Κατ΄ αρχάς, σε ότι αφορά την «οργάνωση των τούρκων», να επαναλάβω ότι ήμουν αρκετά προσεκτικός και συγκεκριμένος σε ό,τι ανέφερα: δεν μίλησα για την οργάνωση του τουρκικού στρατού συνολικά, αλλά για την ύπαρξη και την συγκρότηση ενός σώματος επιτελών, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι σαφές ότι ο τουρκικός στρατός είχε σοβαρότατα προβλήματα στις αρχές του 20ου αιώνα κι αυτά φάνηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους. Όμως, η τουρκική πολεμική επίδοση κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους δεν ήταν συνολικά τόσο κακή, όσο έχουμε εμείς την εντύπωση από τις δικές μας επιτυχίες. Οι Βούλγαροι, παραδείγματος χάριν, έχοντας φάει τα μούτρα τους στην Τσατάλτζα, δε θα συμφωνούσαν με μία τέτοια αποτίμηση. Επιπλέον, την ευθύνη για την οργάνωση, ακόμη και τη διοίκηση του οθωμανικού στρατού μέχρι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους δεν την είχαν οι επιτελείς που συζητάμε αλλά, εξ αιτίας των κοινωνικών και πολιτικών αγκυλώσεων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, «παραδοσιακοί» αξιωματικοί, μικρής κατάρτισης και διαφόρων προελεύσεων, προς μεγάλη δυσφορία και απογοήτευση των επιτελών. Σε συνδυασμό με τους χαμηλού επιπέδου αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες, το επιχειρησιακό σύνολο δεν ήταν αξιοζήλευτο. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Πλην, όμως, από το ’14 και μετά άρχισαν να οργανώνονται, τόσο με τη βοήθεια των γερμανών (και πάλι) όσο και με τον έλεγχο της αναδιοργάνωσης από τους επιτελείς, πλέον. Τέλος, όταν άρχισε να οργανώνεται εξ αρχής ο στρατός, το 1920, τα παλιά βαρίδια της οθωμανικής πολιτικής δεν αποτελούσαν, πλέον, εμπόδιο.

    Σε ότι αφορά τον φον Ζάντερς, αυτός έγινε Γενικός Επιθεωρητής του Οθωμανικού Στρατού μετακαλούμενος από την Πύλη. Επρόκειτο για μια πολιτική που δεν επελέγη από τον Οθωμανικό στρατό αλλά από οθωμανούς πολιτικούς, για ευρύτερους πολιτικούς λόγους, και γινόταν με δεκτή με εξαιρετική δυσφορία από τους τούρκους αξιωματικούς, και κατ΄ εξοχήν από τους επιτελείς. Το γιατί οι τούρκοι πολιτικοί ακολουθούσαν την πρακτική αυτή είναι ένα ενδιαφέρον θέμα, αλλά άσχετο με τη δική μας συζήτηση.

    Τέλος, σε ότι αφορά την «ταπείνωση» των τούρκων, σε αντιδιαστολή με τη δική μας «υπερηφάνεια», και μάλιστα λόγω αυτοπεποίθησης, τα πράγματα δεν είναι, και πάλι, τόσο απλά. Υπενθυμίζω, μόνον, τον ναύαρχο Μαρκ Κερρ.

  6. Ο/Η KΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Φίλε Βελισάριε,
    Συγχαρητήρια για την πρωτότυπη και τεκμηριωμένη ενασχόλησή σου σχετικά με την αναζήτηση των αιτιών της καθομολογουμένης μεγάλης διαφοράς στην επιτελική ικανότητα Ελλήνων και Τούρκων στην Μ. Ασία.
    Φυσικά θα περιμένω την ολοκλήρωση της μελέτης για να τοποθετηθώ συνολικά. Ωστόσο σε αυτό το στάδιο θα ήθελα να να εκφράσω κάποιες αντιρρήσεις σχετικά με ορισμένα συμπεράσματα της μελέτης του Tξχου Λαλούση, τα οποία, λόγω της μνημόνευσής τους στο άρθρο σου, ίσως επηρεάζουν την δική σου εργασία. Επιπλέον όμως θα ήθελα, ειδικά σε υψηλής ποιότητας μελέτες όπως η δική σου, να τεθούν κάποια αυστηρότερα όρια στις επιτελικές ικανότητες της Τουρκικής Διοίκησης η οποία πολλές φορές εξαίρεται υπερβολικά.
    Η πρώτη διαφωνία μου σχετίζεται με τα συμπεράσματα του Επχου Λαλούση ότι …. Η κίνηση αυτή του Ιππικού, κατέστρεψε τον εφοδιασμό και τις επικοινωνίες των Ελλήνων και απέκοψε τις Μονάδες της πρώτης γραμμής προκαλώντας τον πανικό. Ήταν ένας πόλεμος αστραπή, όπως αυτός που θα εφαρμόσουν οι Γερμανοί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.”
    Η σύνδεση αυτή της τακτικής χρήσης του τουρκικού ιππικού (Τ.Ι. για συντομία ) με τον γερμανικό πόλεμο – αστραπή του Β΄ ΠΠ είναι πολύ υπερβολική. Είναι αδύνατον να προσεγγιστεί ο τελευταίος χωρίς την συμμετοχή των τεθωρακισμένων των οποίων το μόνο (κάπως) κοινό με το τουρκικό ιππικό ήταν η ταχύτητα. Για το λόγο αυτό διέφερε ουσιωδώς η τακτική τους χρήση. Η αποστολή του Τ.Ι. βαθιά στα ελληνικά μετόπισθεν ήταν γενικά εξαίρεση στον κανόνα και όταν αυτό συνέβαινε επρόκειτο για μεγάλη επιδρομή και όχι για αποφασιστική προσπάθεια ανατροπής της αντίπαλης διάταξης όπως στο γερμανικό δόγμα του Β΄ΠΠ. Η τολμηρή διείσδυση 3 μεραρχιών του Τ.Ι. -διαμέσου αφύλακτης χαράδρωσης- μέσα στην ελληνική αμυντική γραμμή κατά την επίθεση του Αυγούστου 1922, είχε μεν περισσότερα στοιχεία κύριου τακτικού ελιγμού αλλά δεν ανήκε στο κλασσικό τουρκικό δόγμα, και εφαρμόστηκε μόνο στην τελευταία μάχη ενός πολέμου που διαρκούσε ήδη 3 χρόνια. Αυτό φαίνεται και από την αρχική αποστολή του Σώματος Ιππικού που ήταν να μην εμπλακεί την πρώτη μέρα της επίθεσης. Η τελική διαταγή για την βαθειά διείσδυση ώστε να κοπεί η σιδηροδρομική γραμμή και να προσβληθούν τα νώτα της ελληνικής Ιης Μεραρχίας δόθηκε μόνο την τελευταία στιγμή, λόγω και της επιμονής του Διοικητή του Σώματος Ιππικού Φαχρεδδίν Πασά που ανεκάλυψε ότι η χαράδρωση Τσαι Χισσάρ δεν φυλασσόταν. Πρόκειται μάλλον περισσότερο για μεγάλης κλιμακας επιδρομή που ωφείλεται στο ολέθριο ελληνικό σφάλμα να μην φυλάσσεται η χαράδρωση και όχι για μια τακτική κίνηση λαβίδας μέσω της οποίας υλοποιείτο η Κύρια Προσπάθεια της τουρκικής Διοίκησης. Άλλωστε η ΚΠ πιθανότατα εφαρμόστηκε ανατολικότερα στο κενό μεταξύ της 1ης και 4ης Μεραρχιών, όπου υπήρχαν και οι περισσότερες τουρκικές δυνάμεις αλλά (σημειωτέον) δεν υπήρχε τουρκικό ιππικό π.χ. για εκμετάλλευση. Σε κάθε περίπτωση πάντως η βαθιά διείσδυση δεν ανέτρεψε τις μονάδες της πρώτης γραμμής και η συμβολή του αργότερα στην αποσάθρωση της ελληνικής σύμπτυξης ωφείλετο περισσότερο στα αλλεπάλληλα ελληνικά λάθη (Τρικούπης) και στο ελληνικό ηθικό που κατέρρευσε ΄΄σαν έτοιμο από καιρό΄΄
    Ωποσδήποτε το θέμα αυτού του έξοχου ελιγμού σηκώνει πολύ συζήτηση αλλά η μη άμεση σύνδεση του τουρκικού με το γερμανικό δόγμα φαίνεται και στην χρήση του κύριου όπλου του Πεζικού. Στην τουρκική επίθεση δεν φαίνεται χρήση ειδικών μονάδων εφόδου αλλά κυρίως δεν φαίνεται να κυριαρχεί η προσπάθεια για άμεση διάσπαση και βαθεία εκμετάλευση. Δεν υπάρχουν εφεδρείες να ακολουθούν από κοντά τις επειτιθέμενες μεραρχίες, η τουρκική διοίκηση τηρεί ισχυρές εφεδρείες (30% του συνόλου) αλλά είναι πιο πίσω και δεν τις χρησιμοποιεί την πρώτη μέρα. Με τις πρώτες επιθέσεις το αριστερό της 1ης Μεραρχίας ανατρέπεται (Τιλκί Κυρί Μπέλ) αλλά οι τούρκοι δεν το εκμεταλλεύονται, κινούνται διστακτικά και οργανώνουν τις νέες θέσεις. Η 1η Μεραρχία έχει διαθέσιμες ώρες να οργανώσει όχι απλά μια άμεση αντεπίθεση αλλά μια κανονική επίθεση με νέες δυναμεις, η οποία επιτυγχάνει και δίνει πολύτιμα χρονικά περιθώρια. Ο αγώνας, με αλλεπάλληλες τουρκικές επιθέσεις επί μιάμιση μέρα και απεγνωσμένη ελληνική άμυνα σε μια και μόνη αμυντική τοποθεσία πλημμελώς ωργανωμένη, δεν μοιάζει να ακολουθεί πιστά το γερμανικό δόγμα. Ακόμα και μετά την οριστική διάσπαση το μεσημέρι της δεύτερης μέρας οι τούρκοι είναι μάλλον διστακτικοί, ο όγκος των εφεδρειών τους δεν χρησιμοποιείται. Δεν καταδιώκουν τις άτακτα υποχωρούσες ελληνικές μονάδες και κατέρχονται προς την πεδιάδα το απόγευμα.
    Συνοψίζοντας αυτό το σχόλιο, συμφωνώ μαζί σου στην ανάγκη αναζήτησης συστημικών αίτιων για την μεγάλη διαφορά στην απόδοση των αντιπάλων ηγεσιών και τα όσα υποστηρίζεις για το θέμα εκπαίδευσης – συγκρότησης σώματος επιτελών μου φαίνονται στη σωστή κατεύθυνση και τεκμηριωμένα. Η (πιθανή) διαφορά μου έγκειται στο επίπεδο της τουρκικής ηγεσίας. Αναφίβολα υψηλού επιπέδου, πολύ υψηλότερη από την ελληνική, αλλά όχι στην παγκόσμια πρωτοπορία όπως η γερμανική. Περισσότερα με την ολοκλήρωση του άρθρου.

  7. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Φίλε Κλεάνθη,

    Σ΄ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.

    Για λόγους οικονομίας της συζήτησης, είναι, ίσως, προτιμότερη η συνολική συζήτηση με την ολοκλήρωση του άρθρου, οπότε θα έχω προσθέσει και κάποια ακόμη στοιχεία. Πχ, επί του προκειμένου, πέραν της όποιας γερμανικής επιρροής, υπάρχει και η εμπειρία της μάχης της Μεγιδδώ, της οποίας η εξέλιξη μοιάζει χαρακτηριστικά με τη μάχη του Εσκι Σεχίρ. Δεν είναι γερμανική επιρροή μόνον που διαμόρφωσε τους τούρκους επιτελείς και ασφαλώς δε μπορούν να ανάγονται όλα μονοσήμαντα σε έναν παράγοντα. Οι τούρκοι επιτελείς είχαν την τύχη να έχουν πάρα πολλές παραστάσεις – περισσότερες απ΄όσες συχνά αντιλαμβανόμαστε – και πάρα πολύ περισσότερες απ΄ότι είχαν οι δικοί μας επιτελείς.

    Επίσης, το γερμανικό δόγμα του «αστραπιαίου πολέμου» είναι λίγο υπερβολικά προβεβλημένο. Δεν υπήρχε ως τέτοιο ρητώς, ούτε ήταν καθολικώς αποδεκτό, αλλά πάντως οι γερμανοί είχαν μεγάλη έφεση προς τον πόλεμο κινήσεων.

    Πάντως, η αλήθεια είναι πως είχα την εντύπωση ότι το τουρκικό σχέδιο περιείχε τη διείσδυση του Τ.Ι. σαν μέρος της Κύριας Προσπάθειας. Σ΄ευχαριστώ πολύ για την εύστοχη παρατήρηση.

    Μία τελική παρατήρηση: η πρόθεσή μου με όλο το άρθρο δεν είναι, προφανώς, να εκθειάσω τους τούρκους επιτελείς. Η πρόθεσή μου είναι να δείξω πως απέναντί μας είχαμε κι εξακολουθούμε να έχουμε σοβαρούς αντιπάλους τους οποίους τείνουμε να αντιμετωπίζουμε με μία αρχοντοχωριάτικη αίσθηση ανωτερότητας και «ποιοτικής υπεροχής» η οποία συνήθως υπάρχει περισσότερο στο μυαλό μας, και η οποία, όπου και όταν πράγματι υπάρχει, είναι αποτελεσμα σκληρής και συστηματικής εργασίας, κι όχι κάποιας «μαγκιάς της φυλής».

  8. Ο/Η KΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Φίλε Βελισάριε,
    Συμφωνώ απολύτως με την τελική παρατήρηση σου. ..

  9. Ο/Η NF λέει:

    Θεωρω εξαιρετικα χρησιμο να παραθεσω αυτουσια καποια αποσπασματα απο το βιβλιο του Henry Morgenthau του Πρεσβυτερου, ο οποιος ηταν πρεσβης των ΗΠΑ στην Οθωμανικη Αυτοκρατορια το 1913-1916. Αφορουν την Οθωμανικη Αμυνα στην Καλλιπολη. Ειναι υποστηρικτικο των αποψεων που εξεφρασα παραπανω. Ας εξαγουμε τα αναγκαια συμπερασματα διαβαζοντας το:.

    The first fortification I visited was that of Anadolu Hamidié (that is, Asiatic Hamidié) located on the water’s edge just outside of Tchanak. My first impression was that I was in Germany. The officers were practically all Germans and everywhere Germans were building buttresses with sacks of sand and in other ways strengthening the emplacements. Here German, not Turkish, was the language heard on every side. Colonel Wehrle, who conducted me over these batteries, took the greatest delight in showing them. He had the simple pride of the artist in his work………..
    ———————————————————————————————————————
    I lay this stress upon Hamidié because this was the most import ant fortification in the Dardanelles. Throughout the whole bombardment it attracted more of the Allied fire than any other position, and it inflicted at least 60 percent of all the damage that was done to the attacking ships. It was Anadolu Hamidié which, in the great bombardment of March 18th, sank the Bouvet, the French battleship, and which in the course of the whole attack disabled several other units. All its officers were Germans and eighty-five per cent. of the men on duty came from the crews of the Goeben and the Breslau. Getting into the automobile, we sped along the military road to Dardanos, passing on the way the wreck of the Mesudié. The Dardanos battery was as completely Turkish as the Hamidié was German. The guns at Dardanos were somewhat more modern than those at Hamidié—they were the Krupp model of 1905.
    ——————————————————————————————————————-
    I can hardly exaggerate the effect which the repulse of the Allied fleet produced upon the Turks. They believed that they had won the really great decisive battle of the war. For several centuries, they said, the British fleet had victoriously sailed the seas and had now met its first serious reverse at the hands of the Turks. In the first moments of their pride, the Young Turk leaders saw visions of the complete resurrection of their empire. What had for two centuries been a decaying nation had suddenly started on a new and glorious life. In their pride and arrogance the Turks began to look with disdain upon the people that had taught them what they knew of modern warfare, and nothing angered them so much as any suggestion that they owed any part of their success to their German allies.
    «Why should we feel any obligation to the Germans? » Enver would say to me. «What have they done for us which compares with what we have done for them? They have lent us some money and sent us a few officers, it is true, but see what we have done! We have defeated the British fleet—something which neither the Germans nor any other nation could do.
    ——————————————————————————————————————**
    Ολοκληρο το βιβλιο μπορειτε να το βρειτε εδω:
    http://net.lib.byu.edu/~rdh7/wwi/comment/morgenthau/MorgenTC.htm#TC

  10. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ NF,

    Το απόσπασμα που παραθέτεις αφορά την περίοδο του Α’ ΠΠ, που δεν έχω, ακόμη, καλύψει. Τις αμέσως προσεχείς ημέρες θα αναρτήσω τη συνέχεια του άρθρου που αφορά την περίοδο αυτή.

    Προκαταβολικά, όμως, και σε σχέση με το σχόλιο που κάνεις, μπορώ να πω τα εξής:

    1. Το ίδιο το κείμενο – στο βαθμό που είναι αξιόπιστο, και η αξιοπιστία του Morgenthau όταν μιλά για τη γερμανική παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είναι απόλυτη – αφορά τη γερμανική παρουσία στο οχυρό Anadolu Hamidiye. Η εγκατάσταση αυτή, που βρίσκεται στην ανατολική ακτή των Δαρδανελλίων, έπαιξε κάποιο ρόλο στην εξουδετέρωση της πρώτης απόπειρας διάσπασης των Στενών με αποκλειστικά ναυτικές δυνάμεις. Ό,τι συνήθως ονομάζουμε «εκστρατεία της Καλλιπόλεως» αφορά τις χερσαίες επιχειρήσεις που ακολούθησαν τη ναυτική απόπειρα. Στις επιχειρήσεις αυτές, το Anadolu Hamidiye δεν έπαιξε κάποιο ρόλο.

    2. Το ίδιο το κείμενο αναφέρει ότι οι εγκαταστάσεις επανδρώνονται από τα πληρώματα των Goeben και Breslau, άρα, αφορούν μία ιδιαίτερη περίπτωση, και δεν αποτελούν ένδειξη για κάποια αντίστοιχη τάση.

    3. Στην απόκρουση της απόπειρας ναυτικής παραβίασης των Στενών, το Anadolu Hamidiye δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο. Η επιχείρηση απέτυχε διότι τα συμμαχικά θωρηκτά που επρόκειτο να κατευθυνθούν βόρεια έπεσαν σε άγνωστο ναρκοπέδιο με βαρύ τίμημα, το οποίο ακύρωσε την αναμενόμενη επιχείρηση. Τα ναυτικά οχυρά είχαν καταναυμαχηθεί και δεν αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα. Άρα, οι Γερμανοί του Anadolu Hamidiye δεν έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο.

    4. Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία των γερμανών στη συγκεκριμένη οχύρωση συνδεόταν με τον κατ’ εξοχήν ρόλο της γερμανικής αποστολής στην Τουρκία, που ήταν η παροχή τεχνικής βοήθειας στους Τούρκους.

    5. Στην κυρίως εκστρατεία της Καλλιπόλεως, δηλαδή στις επιχειρήσεις επί της ευρωπαϊκής χερσονήσου, η εμπλοκή των Γερμανών είναι πιο σημαντική, αλλά ούτε αντίστοιχης κλίμακας ήταν, ούτε ευτυχής υπήρξε. Η επιρροή τους περιορίζεται στο σχεδιασμού και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, μέχρι ενός σημείου. Τόσο η έκταση της συνδρομή της υπήρξε αμφίβολη, όσο και η επίδρασή της στο αποτέλεσμα των επιχειρήσεων. Στην Καλλίπολη τη μάχη την έδωσαν αποκλειστικά και κατ’ ουσίαν τη σχεδίασαν οι τούρκοι.

    6. Οι επιχειρήσεις της Καλλίπολης υπήρξαν ένα μικρό μέρος της τουρκικής πολεμικής προσπάθειας στον Α’ ΠΠ, και το οχυρό Anadolu Hamidiye υπήρξε ένα ελάχιστο μέρος της εμπλοκής στην Καλλίπολη. Άρα, δύσκολα βγάζει κανείς συμπεράσματα από αυτό.

    Περισσότερα περί αυτού, στην αμέσως επόμενη δημοσίευση.

  11. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Αν και πολύ ετεροχρονισμένα, να προσθέσω τα ακόλουθα για την ιστορία:

    Σ.Σ. Εθνικής Άμυνας (Μεραρχίες Σερρών – Κρήτης – Αρχιπελάγους):
    Μεραρχία Σερρών: ΥΔ της 22ης Βρετανικής Μεραρχίας
    Μεραρχία Αρχιπελάγους: ΥΔ της 1ης Γαλλικής Ομάδας Μεραρχιών
    Μεραρχία Κρήτης: ΥΔ XVI Βρετανικού Σ.Σ.

    Α’ Σ.Σ. (Ι, ΙΙ, ΧΙΙΙ Μεραρχίες – Παρασκευόπουλος) : ΥΔ XVI Βρετανικού Σ.Σ.

    ΙΙΙ Μεραρχία Πατρών: ΥΔ της Γαλλικής Στρατιάς Ανατολής
    6ο κ’ 12ο ΣΠ: ΥΔ της 11ης Γαλλικής αποικιακής Μεραρχίας
    2/39 Σ.Ε.: ΥΔ της 30ης Γαλλικής Μεραρχίας

    IV Μεραρχία Ναυπλίου: ΥΔ της 1ης Γαλλικής Ομάδας Μεραρχιών

    XIV Μεραρχία Καλαμάτας: ΥΔ του XVI Βρετανικού Σ.Σ.

    Αρχηγός Γαλλικής Στρ Αποστολής: Στρατηγός Γκραμά
    Αρχιστράτηγος Ελληνικών Δυνάμεων (διακοσμητικός και καμιά απολύτως σχέση με τις επιχειρήσεις): Δαγκλής
    Επιτελάρχης του Ελληνικού Στρατηγείου: Ρεβόλ
    Ελληνικό Επιτελείο: Έλληνες και Γάλλοι αξιωματικοί
    Διεύθυνση Εκμεταλλεύσεως Ελληνικών πόρων: Στρατηγός Μπονιέ
    Οργάνωση Υγειονομικής Υπηρεσίας: Γενικός Αρχίατρος Ανρώ

    Και ασφαλώς είμαστε περήφανοι που συμμετείχαμε στον 1ο ΠΠ και βρεθήκαμε με τη πλευρά των νικητών… έστω και αν η διοίκηση του συνόλου των Ελληνικών δυνάμεων βρισκόταν κάτω από τις εντολές των συμμάχων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s