Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 4ο – Β’

Α' ΠΠ

Α’ Π.Π: Η ελληνική επιχειρησιακή εμπειρία.

Η ελληνική επιχειρησιακή εμπειρία κατά τον Α’ ΠΠ διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ιδιόμορφη πολιτική πορεία της χώρας κατά τη διάρκειά του.

Ήδη, πριν από την αναφορά στην πολεμική εμπειρία κατά τον Α’ ΠΠ, πρέπει να γίνει αναφορά στα προηγηθέντα αυτής, θεωρητικά εν καιρώ ειρήνης. Ο ΕΣ εξήλθε νικητής από τους Βαλκανικούς Πολέμους, και ενώ ήταν σαφές ότι επέκειτο νέα περίοδος διεθνούς αναταραχής, δεν επιδόθηκε σε προσπάθεια ανασυγκρότησης και αφομοίωσης των πολεμικών διδαγμάτων αλλά απορροφήθηκε στη δίνη του εσωτερικού διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός ξεκινά, κατ’ ουσίαν με την έναρξη του Α’ ΠΠ και κλιμακώνεται με την ίδρυση του ξεχωριστού «Κράτους της Θεσσαλονίκης». Σε ότι αφορά τον Ελληνικό Στρατό, το αποτέλεσμα ήταν ο διχασμός μεταξύ του «νόμιμου» ΕΣ και του «Στρατού Εθνικής Άμυνας» (μέχρι την επικράτηση της Βενιζελικής πλευράς), το ψυχικό χάσμα μεταξύ των στελεχών των δύο πλευρών που παρέμεινε για τουλάχιστον τριάντα χρόνια μετά, η περίπου κατάργηση και εξ αρχής δημιουργία του οργανισμού του και η πλήρης διάλυση και εκ του μηδενός δημιουργία της επιχειρησιακής του δομής, με την «επανένωση» των δύο στρατών το καλοκαίρι του 1917.

Πρακτικά, αυτό που κατορθώθηκε είναι να υπάρχουν το καλοκαίρι του 1918 (τελευταίο έτος διεξαγωγής του Α’ ΠΠ) ένα Σώμα Στρατού (Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας) αποτελούμενο από τρεις σχετικής εμπειρίας κι εκπαιδευμένες Μεραρχίες (Σερρών, Κρήτης και Αρχιπελάγους), ένα Σώμα Στρατού (Α’ ΣΣ) από τρεις εκπαιδευμένες αλλά μικρότερης εμπειρίας μεραρχίες (1η, 2α και 13η) καθώς και ένα Σώμα Στρατού (Β’ ΣΣ) με τρεις μικρότερης εκπαίδευσης μεραρχίες πεζικού (3η, 4η και 14η) και μία ανεξάρτητη μεραρχία (9η Μεραρχία Ιωαννίνων). Χαρακτηριστικό του εξοπλισμού ήταν η μικρή διάθεση μέσων πυροβολικού. Κάθε μεραρχία διέθετε μία μοίρα πεδινού πυροβολικού, δύο μοίρες ορεινού πυροβολικού καθώς και μία μοίρα «πυροβολικού χαρακωμάτων». Όλες οι πολεμικές ενέργειες του ΕΣ κατά τον Α΄ΠΠ έγιναν με την υποστήριξη πυροβολικού του Γαλλικού Στρατού, και στη μάχη της Δοϊράνης, του Βρετανικού.

Η ανασυγκρότηση του στρατού καθώς και η εκπαίδευση γινόταν από γαλλική αποστολή, η οποία μάλιστα είχε επικεφαλής τον Στρατηγό Μπραγκέ, μέλος της παλιάς Αποστολής Εϋντού. Η εκπαίδευση λάμβανε χώρα κυρίως στο στρατόπεδο της Φιλαδέλφειας. Η «επανεκπαίδευση» του στρατού αφορούσε το τακτικό επίπεδο και όχι το επιχειρησιακό, ήταν επικεντρωμένη στις ενέργειες επιπέδου μεραρχίας, ήταν εστιασμένη αποκλειστικά στον πόλεμο χαρακωμάτων και στην «μεθοδική μάχη» που την εποχή εκείνη έχει αναχθεί, πλέον, σε επιστήμη, ιδίως από το γαλλικό στρατό. Οι δε σχηματισμοί που συγκροτούνταν εντάσσονταν στη Στρατιά του Μακεδονικού Μετώπου, υπό γαλλική διοίκηση και έλεγχο.

Οι ελληνικές δυνάμεις, καθώς συγκροτούνταν, και με τη βία που υπήρχε για την αποκόμιση πολιτικών οφελών από τη συμμετοχή στον πόλεμο υπέρ των Συμμάχων, διατίθεντο στις συμμαχικές δυνάμεις τμηματικά. Έτσι, κατά το 1917, όταν ήταν ετοιμοπόλεμο το πρώτο τμήμα του ΕΣ, το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, αυτό τάχθηκε στην περιοχή του Αξιού και προς το τέλος του ιδίου έτους, το Α΄ΣΣ υπήχθη στον βρετανικό τομέα του μετώπου, στην περιοχή του Στρυμόνα.

Η πολεμική εμπειρία του στρατού αρχίζει με τη συμμετοχή μικρών μονάδων (ταγμάτων πεζικού) στη Συμμαχική επίθεση του Απριλίου 1917, που είναι κατά βάσιν σχέδιο για απλή άσκηση πίεσης στις Κεντρικές Δυνάμεις, κατά μήκος του Μακεδονικού Μετώπου. Η ελληνική συμμετοχή υπήρξε η (μοναδική, ακόμη, τότε) ετοιμοπόλεμη μεραρχία, η Μεραρχία Σερρών. Στη μεραρχία δεν ανατέθηκε διακριτή αποστολή, αλλά οι μονάδες της διασκορπίστηκαν στις ταξιαρχίες της γαλλικής 122ας Μεραρχίας, η οποία είχε σαν αποστολή την κατάληψη της γραμμής Χούμα-Γευγελή. Στην πράξη ενεπλάκησαν τρία τάγματα από το 1ο και 2ο Σύνταγμα Σερρών για την κατάληψη υψωμάτων, με κυριότερο αυτό του Ραβινέ. Οι ελληνικές δυνάμεις έδειξαν ορμητικότητα και ικανότητα, επιτυγχάνοντας τους αντικειμενικούς τους σκοπούς.

Η βασική πολεμική εμπειρία του ΕΣ στον Α’ΠΠ αποκτάται το 1918, οπότε έχουν μεταφερθεί στο μέτωπο τα δύο Σώματα Στρατού: το ΣΣ Εθνικής Αμύνης στην περιοχή του Αξιού, και το Α’ΣΣ στον βρετανικό τομέα του Στρυμόνα. Το στρατηγικό σχέδιο των συμμαχικών δυνάμεων προβλέπει την άσκηση πιέσεως στις Κεντρικές Δυνάμεις, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο, ενώ το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους πραγματοποιείται η μεγάλη συμμαχική επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου.

Κατά την εαρινή φάση των επιχειρήσεων ανατίθεται στο ΣΣ Εθνικής Αμύνης η κατάληψη της οχυρής τοποθεσίας Σκρα («Σκρα ντι Λέγκεν», σύμφωνα με τη γαλλική ονομασία, όπως είχε επικρατήσει για μεγάλο μέρος του μετώπου), δυτικά του Αξιού. Η τοποθεσία κατεχόταν από Βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ ήταν φύσει οχυρή και οργανωμένη εντατικά και σε βάθος. Την κύρια προσπάθεια ανέλαβε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, ενώ η Μεραρχία Σερρών στα αριστερά της και η Μεραρχία Κρήτης στα δεξιά της προχώρησαν σε δευτερεύουσες ενέργειες για την καθήλωση των αντιπάλων δυνάμεων. Η επίθεση υποστηρίχτηκε από ισχυρότατη συγκέντρωση Συμμαχικού πυροβολικού. Η επίθεση εκτελέστηκε μετά από εντατική προπαρασκευή πυροβολικού, με μία σειρά συντονισμένων διαδοχικών αλμάτων των μονάδων πεζικού υπό την κάλυψη έρποντος φραγμού πυροβολικού. Η επίθεση εκτελέστηκε με ορμητικότητα και καλό συντονισμό, και κατόρθωσε να ανατρέψει τις ισχυρότατες βουλγαρικές θέσεις. Με τη μάχη αυτή ουσιαστικά οι Σύμμαχοι αποκτούν εμπιστοσύνη στις νέες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού.

Κατά τη μεγάλη φθινοπωρινή συμμαχική επίθεση του ιδίου έτους επίθεση που είχε ως στόχο τη διάσπαση του μετώπου, ενεπλάκη σημαντικό μέρος των δυνάμεων του ΕΣ. Η συμμαχική επίθεση είχε δύο βασικές προσπάθειες, ανεξάρτητες και παράλληλες μεταξύ τους, αφού η υπεροχή δυνάμεων ήταν τέτοια που το επέτρεπε.

Η μία προσπάθεια, υπό γαλλικό έλεγχο, είχε σαν σκοπό τη διάσπαση της βουλγαρικής διάταξης στην οροσειρά του Βόρα, ώστε να διανοιχθεί δρόμος προς την κοιλάδα του Αξιού και από εκεί προς βόρεια, προς την κατεύθυνση της Σερβίας. Το βάρος της επιθέσεως έφερε η Σερβική Στρατιά, με την ελληνική πλευρά να παρέχει σημαντικό όγκο δυνάμεων, γενικώς διεσπαρμένων και υπό τη διοίκηση συμμαχικών σχηματισμών. Το σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη αλλεπάλληλων υψωμάτων τα οποία κατείχαν οι Βούλγαροι, υποστηριζόμενοι από διάσπαρτους γερμανικούς λόχους πολυβόλων. Από ελληνικής πλευράς την σημαντικότερη συμμετοχή είχε το «Απόσπασμα Γαργαλίδη», δυνάμεως συντάγματος (κατ’ουσίαν το 35ο ΣΠ),  ενταγμένο σε γαλλική μεραρχία. Το απόσπασμα κατελάμβανε διαδοχικές κορυφές δια της λόγχης και με τη στενή υποστήριξη πυροβολικού. Όταν διαδοχικές σερβικές προσπάθειες απέτυχαν να καταλάβουν το ζωτικό συγκρότημα των υψωμάτων Πρεσλάπ, ζητήθηκε η επέμβαση του Αποσπάσματος Γαργαλίδη, το οποίο παρά την εξάντλησή του επενέβη και μετά από κοπιώδη πορεία μέσα στα διάσελα του ορεινού σχηματισμού κατέλαβε το Πρεσλάπ.

Η δεύτερη προσπάθεια των συμμάχων στην οποία συμμετείχαν οι ελληνικές δυνάμεις ήταν αυτή των βρετανών προς τη Δοϊράνη, με τον ίδιο στόχο που είχαν οι ελληνικές δυνάμεις στην ίδια περιοχή κατά τον Β΄Βαλκανικό Πόλεμο: ανατρέποντας τη βουλγαρική διάταξη στα υψώματα βορείως της Δοϊράνης εξασφάλιζαν διέξοδο προς Στρώμνιτσα, και από εκεί προς το εσωτερικό της Βουλγαρίας. Στην προσπάθεια του βρετανικού XII ΣΣ συμμετείχε η Μεραρχία Σερρών, ενώ στην προσπάθεια του XVI ΣΣ συμμετείχε η Μεραρχία Κρήτης. Η τοποθεσία ήταν φύσει ισχυρή, κι επιπλέον είχε οργανωθεί ισχυρότατα από το βουλγαρικό μηχανικό επί μία διετία. Παρά τις πείσμονες προσπάθειες και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου, η επίθεση απέτυχε με βαριές απώλειες, ενώ κάποιο ρόλο έπαιξε και η αδυναμία συνεννοήσεως των ελληνικών μεραρχιών με το βρετανικό πυροβολικό, γεγονός που οφειλόταν κυρίως στην εξοικείωση των ελληνικών δυνάμεων με τις γαλλικές διαδικασίες οι οποίες διέφεραν από εκείνες των βρετανών.

Παρά την αποτυχία της Δοϊράνης, εξ αιτίας της διασπάσεως του Βουλγαρικού μετώπου στον Βόρα και του από καιρού χαμηλού ηθικού των βουλγάρων, οι εχθροπραξίες τερματίζονται κατ΄ουσίαν το Σεπτέμβριο του ΄18 – και μαζί με αυτές η συμμετοχή του ΕΣ στον Α΄ΠΠ.

Η Εκστρατεία στην Ουκρανία

Ο ΕΣ συμμετείχε το 1919 στην Εκστρατεία των Συμμάχων στην Ουκρανία, κατά των Μπολσεβίκων. Η εκστρατεία αυτή υπήρξε μια από της απολήξεις του Α’ ΠΠ (όπως και η Μικρασιατική Εκστρατεία), και εντασσόταν στο συνολικό πλαίσιο της επέμβασης των Συμμάχων σε πολλαπλά μέτωπα του διεξαγόμενου τότε Ρωσικού Εμφυλίου πολέμου, με στόχο την ανατροπή του νεοπαγούς κομμουνιστικού καθεστώτος της Ρωσίας. Ο Βενιζέλος διέθεσε ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στους Συμμάχους εν είδει μισθοφορικών στρατευμάτων, επιδιώκοντας τη βελτίωση της ελληνικής διπλωματικής θέσης εν όψει της τελικής διαπραγμάτευσης του Ανατολικού Ζητήματος και της Οθωμανικής Τουρκίας.

Η εκστρατεία αποφασίστηκε για την ενίσχυση των δυνάμεων του Λευκού Στρατού στην Ουκρανία όπου δρούσαν οι δυνάμεις του στρατηγού Βραγκέλ. Η ελληνική κυβέρνηση έθεσε στη διάθεση των Συμμάχων το Α’ ΣΣ με τις τρεις μεραρχίες του: τις 1η, 2α και 13η. Από αυτές, στην Ουκρανία μεταφέρθηκαν και ενεπλάκησαν σε αγώνα οι δύο (2α και 13η), και αυτές χωρίς το πυροβολικό τους και τα στοιχεία διοικητικής μερίμνης. Στην Ουκρανία υπήχθησαν στην «Α’ Συμμαχική Ομάδα Μεραρχιών» που αποτελούνταν, εκτός από τις ελληνικές δυνάμεις, από τρεις γαλλικές μεραρχίες, μία πολωνική, καθώς και δυνάμεις Λευκορώσων. Οι γαλλικές δυνάμεις, που αποτελούσαν τον κύριο όγκο, ήταν αφ΄ενός χαμηλής επάνδρωσης λόγω της ταχείας αποστρατεύσεως μετά τη λήξη του Α΄ΠΠ, αφ΄ετέρου πολύ χαμηλού ηθικού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι ελληνικές δυνάμεις να αποτελούν τον αξιόμαχο πυρήνα των συμμαχικών δυνάμεων. Παρ΄όλα αυτά, και για προφανείς λόγους, όχι μόνον την ηγεσία των δυνάμεων είχαν οι γάλλοι αλλά κατά τους δύο μήνες που διήρκεσαν οι επιχειρήσεις, οι ελληνικές δυνάμεις πολέμησαν διασπασμένες σε μικρά κλιμάκια συνήθως κατά συντάγματα και ενίοτε κατά τάγματα, υπό την διοίκηση γάλλων αξιωματικών, συχνά (και προσβλητικά) νεωτέρων των ελλήνων επικεφαλής.

Κατά την περίοδο της εμπλοκής των ελληνικών δυνάμεων, δηλαδή μετά τα μέσα Φεβρουαρίου (αλλά μετά την άφιξή τους), οι δυνάμεις των Λευκών έχουν αποδιοργανωθεί από τον αυτόμολο (και ούτως ή άλλως αλλοπρόσαλλο) αταμάνο (οπλαρχηγό) Γκρηγκόριεφ, ενώ παράλληλα κινούνταν εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων ισχυρότατες μπολσεβίκικες δυνάμεις – συγκεκριμένα τρείς στρατιές: του Κιέβου, του Χαρκόβου και της Βινίτσας. Τα δεδομένα αυτά μετέτρεψαν εξ αρχής την εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων σε μια διαδοχή αμυντικών μαχών και υποχωρητικού αγώνα.

Από τα συντάγματα της 2ας Μεραρχίας, το 1ο ΣΠ μεταφέρθηκε στη Χερσώνα απ’ όπου απεγκλώβισε τους πολιορκούμενους από ισχυρότατες σοβιετικές δυνάμεις γάλλους, συνοδεύοντάς τους (και καλύπτοντάς τους) μέχρι την Οδησσό. Εν συνεχεία, το Σύνταγμα έλαβε μέρος στην άμυνα της Μπερόζβκας. Το 7ο ΣΠ έλαβε μέρος στην άμυνα του Νικολάγιεφ ενώ τον Μάρτιο κράτησε την κύρια γραμμή της άμυνας της Οδησσού. Το 34ο ΣΠ έλαβε μέρος στην άμυνα της Μπερόζβκας και στην άμυνα της Οδησσού.

Από τα συντάγματα της 13ης Μεραρχίας, το 2ο Σύνταγμα Πεζικού είχε τον πλέον κεντρικό ρόλο καθώς, πέραν δύο εμπλοκών μεμονωμένων ταγμάτων του, αντιμετώπισε τον όγκο των σοβιετικών δυνάμεων που πίεζαν την Σεβαστούπολη κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας (2-14 Απριλίου) οπότε αποφασίστηκε η εκκένωση της Κριμαίας. Τα δύο άλλα συντάγματα της Μεραρχίας, το 3ο και το ευζωνικό 5/42 έλαβαν μέρος στην πολυήμερη μάχη του προκεχωρημένου τομέα Σέρμπκας και κατά τη λήξη της εκστρατείας κάλυψαν την υποχώρηση των συμμάχων από την Οδησσό προς τη Βεσσαραβία. Στο Γαλάτσι της Ρουμανίας οι ελληνικές δυνάμεις επιβιβάστηκαν σε πλοία και μέσω Δούναβη-Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου-Αιγαίου μετέβησαν στη Σμύρνη.

Οι ελληνικές μονάδες επέδειξαν εξαιρετική επίδοση κατά την εκστρατεία της Ουκρανίας. Είναι όμως προφανές ότι ούτε η διάρκεια και το εύρος των επιχειρήσεων ούτε ο τρόπος εμπλοκής τους απέφερε κάποια ουσιώδη εμπειρία στον ΕΣ από πλευράς επιχειρησιακού επιπέδου. Όλη η εμπειρία περιορίστηκε στο τακτικό επίπεδο, και ακόμη κι εκεί δεν ενεπλάκη το ελληνικό πυροβολικό. Η καταστολή μιας εξέγερσης εργατών της Σεβαστούπολης μάλλον δεν προσέθεσε κάτι ουσιώδες στην ελληνική πολεμική εμπειρία.

 

Α’ Π.Π: Η τουρκική επιχειρησιακή εμπειρία.

Turkish Military Staff at Magdhaba

Τουρκικό επιχειρησιακό επιτελείο κατά τον Α΄ΠΠ στην Έρημο του Σινά

Η Τουρκική πολεμική εμπειρία στον Α΄Π.Π. υπήρξε ευρύτατη. Μπορεί κανείς να τη συναγάγει εύκολα και μόνον από το γεγονός ότι αντιμετώπισε επί τέσσερα έτη (Οκτώβριος του ’14 – Οκτώβριος του ’18) κατ’ ουσίαν μόνη της (με σημαντική υλική κι ελάχιστη από πλευράς ανθρώπων γερμανική υποστήριξη) δύο μεγάλες δυνάμεις (Ρωσία και Βρετανία) σε πέντε θέατρα επιχειρήσεων κάθε είδους εδαφικής διαμόρφωσης, που απείχαν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, διεξάγοντας κάθε είδους τακτικές επιχειρήσεις και οργανώνοντας (και αντιμετωπίζοντας) ανορθόδοξες επιχειρήσεις.

Στο συνολικό πλαίσιο του Μεγάλου Πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε ο βασικός και σχεδόν αποκλειστικός αντιμαχόμενος στο ένα από τα μεγάλα θέατρα επιχειρήσεων: το Μεσανατολικό. Η σκοπιμότητα των επιχειρήσεων σχετίστηκε περισσότερο με την πρόσδεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο άρμα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και λιγότερο με κάποια συγκεκριμένη επιδίωξη των τούρκων. Από γερμανικής πλευράς η πρόσδεση αυτή εξυπηρετούσε μια παλαιότερη επιδίωξη υψηλής στρατηγικής, ώριμη ήδη από τις αρχές του αιώνα, η οποία αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση της βρετανικής επιρροής στο χώρο της Μέσης Ανατολής, την αποικιακή εκμετάλλευση του μεσανατολικού χώρου από την ίδια τη Γερμανία, την ανάπτυξη της περιοχής ώστε η εκμετάλλευσή της να είναι πιο αποδοτική και, τέλος, στον κλονισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας με δύο ακόμη τρόπους: την διακοπή των επικοινωνιών της Βρετανίας με την Ινδία και την αποσταθεροποίηση της ίδιας της Ινδίας. Οι στόχοι αυτοί επιδιώκονταν με ένα συνδυασμό δραστήριας οικονομικής πολιτικής και εντατικής δράσης Μυστικών Υπηρεσιών, πολιτικές που απαιτούσαν τη συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία παρείχε αφ’ ενός ένα βασικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής στην περιοχή, τον σιδηρόδρομο Βερολίνου-Βαγδάτης, αφ’ ετέρου ένα βασικό στοιχείο για τη δραστηριότητα των Μυστικών Υπηρεσιών: το απαραίτητο ιδεολογικό όπλο στον αγώνα για την αποσταθεροποίηση των Βρετανών, που ήταν η επίκληση του αγώνα κατά των απίστων και το Οθωμανικό Χαλιφάτο. Με την έναρξη των επιχειρήσεων οι παραπάνω στόχοι υψηλής στρατηγικής μεταφράστηκαν σε άμεσους στρατιωτικούς στρατηγικούς στόχους: Διακοπή της επικοινωνίας της Βρετανίας με την Ινδία μέσω της κατάληψης του Σουέζ (απ΄ όπου πήγασε η εκστρατεία Παλαιστίνης-Σινά) και αποσταθεροποίηση της Βρετανικής κυριαρχίας (ή επικυριαρχίας) στην Υπο-ήπειρο (απ΄όπου πήγασαν η εκστρατεία της Μεσοποταμίας και η Περσική εκστρατεία). Με την έναρξη του πολέμου, στους στρατηγικούς στόχους της Γερμανίας προστέθηκε η διάσπαση της αμυντικής προσπάθειας της Ρωσίας με απασχόληση δυνάμεών τους εκ μέρους της Τουρκίας, στόχο τον οποίο η Οθωμανική αυτοκρατορία ασμένως αποδέχτηκε. Από τον επιπρόσθετο αυτό ρόλο πήγασε η εκστρατεία του Καυκάσου, καθώς και ο αποκλεισμός της Ρωσίας από τη Μεσόγειο – μέσω των Στενών – και άρα η περεταίρω αποδυνάμωσή της, δεδομένου ότι ήταν η λιγότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένη Μεγάλη Δύναμη της Συμμαχίας, και άρα αποκόπτονταν από τις κρίσιμες πηγές υποστήριξής της σε (πολεμικά) βιομηχανικά προϊόντα. Από αυτή την τελευταία περιπλοκή προήλθε η εκστρατεία της Καλλιπόλεως.

Η πλειοψηφία των εκστρατειών και των μαχών του τουρκικού στρατού υπήρξαν αποτυχίες, με κάποιες ισοπαλίες και με αξιοσημείωτες νίκες. Όμως, δεδομένου ότι σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής, με τον έναν ή άλλο τρόπο, οι τούρκοι δεν κατέρρευσαν αλλά είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τον αγώνα τους το 1920, οι αποτυχίες υπήρξαν γι΄ αυτούς διδακτικές σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ αυτών, προφανώς, και σε αυτό του σχεδιασμού και της διεύθυνσης επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας.

Η λεπτομερής αναδρομή στις πολεμικές επιχειρήσεις της τετραετίας του Α΄ΠΠ εκφεύγει του πλαισίου του παρόντος άρθρου. Ωστόσο, επειδή τείνουμε να έχουμε την εικόνα της Τουρκίας αυστηρά εντός του ελληνο-τουρκικού πλαισίου και συχνά μας διαφεύγει το πλήρες εύρος και η κλίμακα των τουρκικών εμπειριών, θα επιχειρήσουμε μία πολύ συνοπτική επισκόπηση τους.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον Α’ ΠΠ σχεδόν με την έναρξή του, προκαλώντας εχθροπραξίες με τη Ρωσία. Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, και παρά τις έντονες προσπάθειες αναδιοργάνωσης και θεραπείας των διαπιστωμένων αδυναμιών που είχαν αναληφθεί αμέσως μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, οι τουρκικές δυνάμεις ήταν σε κακή κατάσταση, έχοντας μάλιστα απολέσει μεγάλο μέρος του βαρέως οπλισμού τους. Το γεγονός ότι σε αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η προοπτική εμπλοκής σε απομακρυσμένα μεταξύ τους θέατρα επιχειρήσεων καθώς και οι παλινωδίες στην εκτίμηση της συνολικής κατάστασης εκ μέρους του Γενικού Επιτελείου (που διευθύνονταν πλέον από τον Γερμανό Συνταγματάρχη φον Σέλεντορφ) είχε σαν αποτέλεσμα ιλαροτραγικές μετακινήσεις εμπρός-πίσω μεγάλων σχηματισμών σε όλη την (πολύ μεγάλη, τότε) επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και προβλήματα στη στρατηγική συγκέντρωση δυνάμεων.

Στο θέατρο επιχειρήσεων του Καυκάσου οι τούρκοι παρέτασσαν την 3η Στρατιά ενώ αρχικά οι Ρώσοι είχαν αφήσει μόνον ένα σώμα στρατού, καθώς είχαν αποσύρει τον όγκο των δυνάμεων του «Μετώπου Καυκάσου» (σημ: στη ρωσική στρατιωτική ορολογία «Μέτωπο» είναι η ομάδα στρατιών). Παρά το ότι από πολιτικής απόψεως οι Τούρκοι είχαν επιθετική πρόθεση και οι Ρώσοι είχαν πρόθεση απλής περίσχεσης, οι Τούρκοι αρχικά συμπτύχθηκαν χωρίς πίεση σε σημαντικό βάθος από αίσθηση αμηχανίας, με αποτέλεσμα οι Ρώσοι να προελάσουν με τις περιορισμένες  δυνάμεις τους στον άξονα Κάρς-Σαρίκαμις-Θεοδοσιούπολη και να αναχαιτιστούν στο Κιοπρούκιοϊ. Μετά την αρχική ανάσχεση, ο Εμβέρ Πασάς, υπουργός αμύνης και ντε φάκτο άρχων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενθαρρυμένος από την αναπάντεχη αρχική επιτυχία, απαίτησε από τον επί τόπου επικεφαλής Χασσάν Ιζέτ Πασάς να επιτεθεί για να εξοντώσει τις ρωσικές δυνάμεις. Αυτός υπάκουσε απρόθυμα και διστακτικά, εξαπολύοντας μια ασυντόνιστη επίθεση στην τοποθεσία Αζάπ όπου οι Ρώσοι είχαν εγκατασταθεί αμυντικά και η οποία δεν έφερε αποτέλεσμα. Ο Ιζέτ αποθαρρυμένος διέταξε απαγκίστρωση και οπισθοχώρηση, η οποία μετατράπηκε σε γενική φυγή και αιματηρή διάλυση για μεγάλο μέρος της στρατιάς, και ιδίως για τις νέο-συγκροτημένες μονάδες (ακόμη και για σχηματισμούς, όπως το XI ΣΣ) που δεν είχαν την εμπειρία των Βαλκανικών Πολέμων, ενώ συνολικά η επίδοση των τουρκικών δυνάμεων ήταν πολύ χαμηλή σε όλα τα επίπεδα, με ιδιαίτερα έντονο το πρόβλημα συνοχής της πανσπερμίας των μονάδων που είχαν συγκροτηθεί.

Ο Εμβέρ Πασάς φαίνεται να εντυπωσιάστηκε περισσότερο από το περιορισμένο όγκο των ρωσικών δυνάμεων (έναντι αυτών που ανέμενε), την αδυναμία τους να διασπάσουν την τοποθεσία του Κιοπρούκιοϊ και από άλλες ενδείξεις ρωσικής αδυναμίας και λιγότερο από την αδυναμία των δικών του δυνάμεων. Κατέφθασε ο ίδιος στο θέατρο επιχειρήσεων για να αναλάβει τη διοίκηση και διέταξε την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε αντικαταστάσεις διοικητών σχηματισμών από νεώτερους, πιο επιθετικούς αξιωματικούς. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν ο συνταγματάρχης Χαφίζ Χακί Μπέης, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση του X ΣΣ της στρατιάς και την εκπόνηση του νέου σχεδίου για την πορεία προς βορρά και την πορεία προς Καρς, βασικό στρατηγικό και πολιτικό στόχο των τούρκων. Η «μάχη του Σαρίκαμις» όπως είναι γνωστές οι επιχειρήσεις που ακολούθησαν, αποτέλεσαν σημαντικό τραύμα για το ηθικό και την εικόνα του τουρκικού στρατού για πολύ καιρό και ήταν ένα αχνό αντίστοιχο τουρκικού Στάλιγκραντ, από διάφορες απόψεις.

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης υπήρξε επιτελικά απολύτως ανεπαρκής, αν και θεωρητικά περίτεχνος. Προέβλεπε την καθήλωση των ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή με μετωπικές επιθέσεις από ένα ΣΣ και μία μεραρχία ιππικού, και την ταυτόχρονη κύκλωσή τους από δύο άλλα σώματα στρατού που θα προσέγγιζαν αρχικά από τον άξονα Κιοπρούκιοϊ-Ολτού κι εν συνεχεία από ορεινά δρομολόγια, ταυτόχρονα με επιχειρήσεις αποσπασμάτων στα μετόπισθεν των Ρώσων. Οι υπολογισμοί των τούρκων σχετικά με τους χρόνους των κινήσεών τους και τις απαιτούμενες για κάθε αποστολή δυνάμεις υπήρξαν άστοχες. Αυτό, σε συνδυασμό με τις χειμερινές καιρικές συνθήκες που υπήρξαν ακόμη χειρότερες από τις αναμενόμενες, οδήγησαν σε πλήρη αποτυχία. Παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό και τον κλονισμό που πέτυχαν οι τουρκικές μετωπικές επιθέσεις, τα IX και X ΣΣ που θα επετύγχαναν την κύκλωση κινήθηκαν πολύ αργά, έχασαν το δρόμο τους μέσα στα άγνωστα και χιονισμένα περάσματα των ορεινών όγκων, έχασαν τη συνοχή τους, έφτασαν σε σημείο να συνάψουν μεγάλη μάχη αδερφοκτονίας (μεταξύ της 31ης και της 32ης Μεραρχιών) με 2.000 νεκρούς, και έφτασαν εξαντλημένα και αποδυναμωμένα στη Σαρίκαμις. Σε συνδυασμό με το ότι οι μετωπικές επιθέσεις δεν ήταν αρκετά ισχυρές για να απασχολήσουν το σύνολο των ρωσικών δυνάμεων, και αυτές είχαν πλέον αποδυναμωθεί όταν έφτασαν οι δυνάμεις για την πλευρική ενέργεια, η ενέργεια απέτυχε πλήρως. Τα δύο σώματα στρατού του βορρά αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, η οποία έγινε μέσα από ορεινά δρομολόγια, με το ΙΧ να καλύπτει την υποχώρηση του X το οποίο συνετρίβη, με 200 αξιωματικούς και το διοικητή του αιχμαλώτους. Μια εικόνα για την κατάσταση των τουρκικών δυνάμεων κατά τη λήξη της επιχείρησης μπορεί να πάρει κανείς από το βίντεο αυτό. Από τους 120.000 άνδρες που ήταν η αρχική δύναμη της 3ης στρατιάς, οι απώλειες ανήλθαν στους 60.000 άνδρες (νεκροί από πολεμικά τραύματα, από το κρύο και από την επιδημία τύφου, τραυματίες, αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι).

Μετά από μία μικρή ανάπαυλα, την άνοιξη οι Ρώσοι προωθήθηκαν τόσο προς τα νότια, μέχρι τη λίμνη και την πόλη Βαν, όπου έλυσαν την πολιορκία της αρμενικής πόλης από τον τουρκικό στρατό, όσο και προς Ερζερούμ.

Στις 10 Ιανουαρίου του ’16 οι Ρώσοι εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση εναντίον της 3ης Στρατιάς, απωθώντας την πενήντα χιλιόμετρα μέσα σε 6 ημέρες. Οι τούρκοι κατά την υποχώρηση ήλπιζαν ότι η οχυρή πόλη της Θεοδοσιούπολης θα αποτελούσε ανάχωμα στην ρωσική προέλαση κατά το πρότυπο της Αδριανούπολης στη Θράκη αλλά διαψεύστηκαν. Το Φεβρουάριο η Θεοδοσιούπολη έπεσε κι εν συνεχεία οι Ρώσοι, εξασφαλίζοντας κάθε φορά μεγάλη συγκέντρωση των διαθέσιμων δυνάμεών τους, κατέλαβαν τον Απρίλιο την Τραπεζούντα και τον Ιούλιο το Ερζικάν ενώ η 3η Στρατιά ήταν στα πρόθυρα διαλύσεως έχοντας απώλειες 30.000 ανδρών και άλλους τόσους αιχμαλώτους.

Εν τω μεταξύ, στα μετόπισθεν των τουρκικών δυνάμεων είχε αναπτυχθεί έντονο αρμενικό αντάρτικο, με την υπόθαλψη και την ενίσχυση της Ρωσίας. Το αποκορύφωμα του αντάρτικου ήταν η κατάληψη της πόλης Βαν, τον Απρίλιο του 1916. Εν όψει της δυσκολίας αυτής, η τουρκική ηγεσία αντέδρασε με το γνωστό τρόπο, εκδίδοντας στις 31 Μαΐου το περίφημο «Διάταγμα Εκτόπισης» που υπήρξε η απαρχή της οργανωμένης Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Με τη λήξη της επιχείρησης της Καλλίπολης, η έμπειρη και καλά εξοπλισμένη 2α Στρατιά αποσύρθηκε, κάποιες μεραρχίες της αποσπάστηκαν για αποστολή στην Ευρώπη, μία στο Ιράκ και μία στη Συρία ενώ ο κύριος όγκος της κατευθύνθηκε στο θέατρο επιχειρήσεων του Καυκάσου για να βοηθήσει τη χειμαζόμενη 2α Στρατιά. Εξ αιτίας αφ΄ενός του κακού σιδηροδρομικού δικτύου, αφ΄ετέρου λόγω της προσωπικής αντιπάθειας των δύο επί κεφαλής αξιωματικών, η 2η Στρατιά καθυστερούσε χαρακτηριστικά, αποφεύγοντας να υποστηρίξει την 3η Στρατιά ενώ αυτή δεχόταν ισχυρά πλήγματα από τους Ρώσους. Αντίστροφα, όταν η 2η Στρατιά, τον Αύγουστο εξαπέλυσε τη δική της επίθεση, η ούτως ή άλλως εξαντλημένη 3η Στρατιά παρακολούθησε απαθής. Το αποτέλεσμα ήταν η 2η Στρατιά να απολέσει 30.000 βετεράνους της εκστρατείας της Καλλίπολης.

Η κατάσταση για το επόμενο διάστημα σταθεροποιήθηκε, αφ’ ενός γιατί οι τουρκικές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις, αφ΄ετέρου γιατί σταδιακά ξεκινούσε η κατάρρευση του τσαρικού ρωσικού στρατού. Παρ’ όλο που ο στρατός του Καυκάσου δεν είχε πιεστεί κατά τρόπο αντίστοιχο με αυτόν του Ανατολικού Μετώπου και διατηρούσε υψηλό το ηθικό του, αρνούμενος, αρχικά, να ενταχθεί στο σύστημα των Σοβιέτ, η κατάσταση στο εσωτερικό της Ρωσίας δεν επέτρεπε την ανάληψη μειζόνων επιχειρήσεων. Εν συνεχεία, κατά τη ρευστή περίοδο της μετάβασης της εξουσίας στους μπολσεβίκους, αυτοί φρόντισαν να προκαλέσουν τη διάλυση του μετώπου ανακοινώνοντας τον αναδασμό γης στον οποίο θα έπαιρναν μέρος μόνον οι παρόντες αγρότες. Η απόφαση αυτή προκάλεσε τη διάλυση των ρωσικών σχηματισμών και την κατάρρευση του μετώπου. Έτσι, από τη μία οι τουρκικές δυνάμεις αναδιοργανώθηκαν με την απενεργοποίηση της 2ας Στρατιάς και την ενίσχυση της 3ης  Στρατιάς με το δυναμικό της, ενώ με την υπογραφή της Ανακωχής της Θεοδοσιούπολης, τα τελευταία ρωσικά στρατεύματα είτε αυτοδιαλύθηκαν είτε οπισθοχώρησαν εντός της Ρωσίας. Αντιστάσεως μη ούσης, οι τουρκικές δυνάμεις ανακατέλαβαν όλες τις εκτάσεις που είχαν απολέσει και μέχρι τη στιγμή εκείνη

Στο δεύτερο θέατρο επιχειρήσεων, αυτό του Σινά και Παλαιστίνης, οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν το χειμώνα του 1915 με εντυπωσιακό επιχειρησιακά τρόπο.  Ο στρατηγικός στόχος της εκστρατείας, υπαγορευμένος από τις πάγιες γερμανικές στρατηγικές επιδιώξεις, ήταν η αποκοπή των επικοινωνιών της βρετανικής αυτοκρατορίας μέσω του Σουέζ. Δύο ενισχυμένες μεραρχίες, με την υποστήριξη ατάκτων της Teskilat-i Mahsusa κατόρθωσαν να περάσουν την έρημο του Σινά ανεντόπιστες από το βρετανικό σύστημα επιτήρησης και ο σχεδιασμός επέλυσε ικανοποιητικά (αν και με περιπετειώδη τρόπο) το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα του (αν)εφοδιασμού τους κατά τη διάβαση της ερήμου. Αλλά, ο επιτελικό σχεδιασμός απέτυχε καθ΄όλο το υπόλοιπο μέρος του. Οι δυνάμεις των Βρετανών που αναμένονταν να φρουρούν την δυτική πλευρά της διώρυγας είχαν υποτιμηθεί δραματικά (υπολογίζονταν σε 20.000 έναντι των πραγματικών 100.000) ενώ το γεγονός ότι οι τουρκικές μεραρχίες είχαν ελαφρύνει για να περάσουν την έρημο και δε διέθεταν υποστήριξη μηχανικού για τη διάβαση έκανε την αποστολή τους μάλλον αδύνατη. Μετά από μια αρχική επίθεση που κατόρθωσε και την εγκατάσταση ενός μικρού προγεφυρώματος, η δύναμη οπισθοχώρησε και απαγκιστρώθηκε επιτυχώς. Το μοναδικό επίτευγμα της επιχείρησης ήταν ότι λόγω του αιφνιδιασμού και της ανησυχίας που δημιούργησε στους Βρετανούς για τις στρατηγικές τους μεταφορές, μετέτρεψε αυτό το θέατρο επιχειρήσεων σε μία στρατηγική περίσπαση.

Οι τούρκοι δε συνειδητοποίησαν ότι οι βρετανοί άρχισαν σταδιακά να ενισχύουν τις δυνάμεις τους στην Αίγυπτο και, μετά από τη δική τους ενίσχυση με τις μονάδες που δεν είχαν ακολουθήσει την αρχική, δηλαδή μετά τη συγκέντρωση ολόκληρου του VΙΙΙ ΣΣ στην περιοχή, άρχισαν να δραστηριοποιούνται με μικρές επιδρομές αρχικά, οι οποίες κορυφώθηκαν με την μείζονα επίθεση στο Ρομάνι, 37 χιλιόμετρα ανατολικά της διώρυγας με αντικειμενικό σκοπό να απωθηθούν οι βρετανοί στις αρχικές τους θέσεις κατά μήκος της διώρυγας. Η διήμερη μάχη έληξε με εύκολη επικράτηση των αμυνομένων, που όμως δεν έδειξαν διάθεση καταδίωξης.

Ο λόγος είναι ότι λόγω της εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας της διώρυγας, το συγκεκριμένο θέατρο επιχειρήσεων είχε υψηλή αξία και προτεραιότητα και για τους δύο ευρωπαίους εμπλεκόμενους στις επιχειρήσεις. Έτσι, οι βρετανοί έβλεπαν το συγκεκριμένο θέατρο επιχειρήσεων σαν ζωτικό, γιατί σε αντίθεση με άλλα περιφερειακά θέατρα επιχειρήσεων που ενδεχομένως βοηθούσαν τη γενικότερη στρατηγική εξασθένισης των Κεντρικών Δυνάμεων, το συγκεκριμένο απειλούσε τις δικές τους ζωτικές επικοινωνίες. Αντίστοιχα, οι γερμανοί έβλεπαν το συγκεκριμένο θέατρο ως μία μοναδική τους ευκαιρία για πλήγμα στην «καρωτίδα» της βρετανικής αυτοκρατορίας, γι’ αυτό και ήταν κατ΄ εξοχήν το θέατρο επιχειρήσεων που ενεπλάκησαν άμεσα γερμανοί αξιωματικοί και αποστέλλονταν γερμανικές μονάδες για ενίσχυση των Οθωμανών. Έτσι, τόσο οι μεν όσο και οι δε, και κυρίως οι βρετανοί, αντιμετώπιζαν τις εξελίξεις με προσοχή και έμφαση στην τελική προοπτική τους. Για το σκοπό αυτό, οι βρετανοί, αντί μετά τη μάχη στο Ρομάνι να αντεπιτεθούν εκμεταλλευόμενοι ένα πρόσκαιρο τακτικό πλεονέκτημα, προτίμησαν να συνεχίσουν τη συστηματική ενίσχυση των δυνάμεών τους στην περιοχή, όχι μόνον με μονάδες αλλά και σε ότι αφορούσε τη διοικητική μέριμνα, κατασκευάζοντας σιδηροδρομική γραμμή, αγωγό ύδατος και αποθήκες εφοδίων, δηλαδή ότι απαιτείτο για την υποστήριξη μιας μεγάλης και μακράς εκστρατείας στις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες της ερήμου. Από την πλευρά τους, οι τουρκο-γερμανοί οπισθοχώρησαν προς την γραμμή Γάζας-Βηρσαβεέ, η οποία ήταν οικονομικότερη και είχε την νότια πλευρά της στηριγμένη σε (σχετικά) δύσβατο και ημιορεινό έδαφος.

Η ενίσχυση των βρετανικών θέσεων έφτασε σε ικανοποιητικό βαθμό τον Μάρτιο του 1917, οπότε και ο επικεφαλής στρατηγός  Μάρρεϋ εξαπέλυσε επίθεση προς την κατεύθυνση της Γάζας η οποία ήταν, όμως, ασυντόνιστη, με αποτέλεσμα μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό να αποκρουστεί εύκολα. Μια τουρκική αντεπίθεση είχε την ίδια τύχη. Παρά την αρχική αποτυχία, η Μάρρευ επανέλαβε μέσα στον Απρίλιο την ίδια προσπάθεια, με τα ίδια προβλήματα αλλά με ισχυρότερη συγκέντρωση πυροβολικού, υποστήριξη ναυτικού πυροβολικού και αεροπορίας καθώς και μικρού αριθμού αρμάτων. Η επίθεση σημείωσε την ίδια αποτυχία, μένοντας στη στρατιωτική ιστορία ως η «Δεύτερη Μάχη της Γάζας». Το αποτέλεσμα της βρετανικής αποτυχίας ήταν η αντικατάσταση του Μάρρεϋ από τον Άλλενμπυ.

Εν τω μεταξύ, οι Γερμανοί θεώρησαν ότι ο όγκος στρατού που προσέφεραν οι Οθωμανοί ήταν ανεπαρκής καθ΄ εαυτόν για να επιτύχει το στρατηγικό αποτέλεσμα που επιθυμούσαν στη Μέση Ανατολή αλλά αποτελούσε μια καλή βάση για στρατηγική εκμετάλλευση, αν αυτός «μετατρέπονταν» σε ένα σύγχρονο για την εποχή στρατό. Ο τρόπος που αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ήταν να του παρασχεθεί ικανή στρατιωτική ηγεσία και καθοδήγηση καθώς και το σύνολο των εξειδικευμένων μονάδων που διακρίνουν έναν σύγχρονο στρατό από μια απλή μάζα πεζικού. Έτσι, συγκρότησαν ένα στρατηγείο που ονομάστηκε επιτελείο Ομάδας Στρατιών F και μετονομάστηκε στα τουρκικά σε «Κεραυνός» (Yildirim), αποτελούμενο από 65 γερμανούς και 9 οθωμανούς αξιωματικούς με επικεφαλής τον γερμανό στρατάρχη Φάλκενχάυν. Επιπλέον, άρχισαν τη δημιουργία ενός συγκροτήματος υποστήριξης μάχης και διοικητικής μέριμνας αποτελούμενο από μία ελαφρά ταξιαρχία πεζικού, μοίρες πυροβολικού, λόχους διαβιβάσεων, νοσοκομεία εκστρατείας καθώς και αποσπάσματα αντιαεροπορικών, αεροπορίας, αυτοκινήτων, σιδηροδρομικά κ.α. Το συγκρότημα αυτό ονομάστηκε «Πασά 2». Αρχική σκέψη ήταν η αποστολή του στη Μεσοποταμία, αλλά όταν η κατάσταση στην Παλαιστίνη πήρε επικίνδυνη τροπή το επιτελείο «Κεραυνός» μαζί με το συγκρότημα «Πασά 2» κατευθύνθηκε προς τα εκεί, όπου έφτασε τον Απρίλιο του 1917 – πρώτα το επιτελείο και αργά και σταδιακά και το συγκρότημα υποστήριξης. Η άφιξη του επιτελείου που ανέλαβε τη διοίκηση των επί τόπου 4ης, 7ης και 8ης Στρατιών προκάλεσε έντονη τριβή με τους επικεφαλής τούρκους αξιωματικούς, με κορυφαία αντίδραση του Μουσταφά Κεμάλ, αξιωματικού ήδη με επιρροή εντός του τουρκικού στρατού, ο οποίος παραιτήθηκε από την ηγεσία της 7ης Στρατιάς.

Η βρετανική επίθεση στη γραμμή Γάζας-Βηρσαβεέ ξεκίνησε στο τέλος του Οκτωβρίου του 1917. Μετά από βρετανική παραπλάνηση που οδήγησε τους τουρκο-γερμανούς να αναμένουν την βρετανική Κύρια Προσπάθεια στο βόρειο άκρο της γραμμής, στη Γάζα, ο Άλλενμπυ επιτέθηκε στη Βηρσαβεέ. Δύο μεραρχίες πεζικού και ισχυρή δύναμη πυροβολικού καθήλωσε τους αμυνόμενους, ενώ δύο μεραρχίες ιππικού εκτέλεσαν έναν ευρύ υπερκερωτικό ελιγμό ο οποίος έτρεψε σε φυγή τις οθωμανικές δυνάμεις και απέφερε τον έλεγχο της Βηρσαβεέ στους βρετανούς. Αυτοί συνέχισαν αστραπιαία την προσπάθειά τους μεταφέροντας τις δυνάμεις τους προς τη Γάζα. Το σοκ των τούρκων αλλά και η ισχύς των βρετανών ήταν τόσο έντονη που οι υπερασπιστές της Γάζας ανατράπηκαν μετά από μία εβδομάδα. Δίνοντας σκληρές μάχες οπισθοφυλακών επί σχεδόν έναν μήνα, οι τούρκοι κατάφεραν να αποσυρθούν στη νέα γραμμή Ιόππης-Ιερουσαλήμ.

Στα μέσα Νοεμβρίου οι βρετανοί ήταν σε θέση να αναλάβουν νέα επιθετική επιχείρηση κατά της νέας τουρκικής αμυντικής γραμμής. Υπέρ τους είχαν τη σημαντική υπεροχή αριθμών αλλά και πυρός, ιππικού καθώς και αεροπορίας. Επιπλέον, καθώς ο αυτοκρατορικός χαρακτήρας της Τουρκίας υποχωρούσε ραγδαία, οι τουρκο-γερμανοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν αθρόες λιποταξίες αράβων στρατιωτών καθώς και εντεινόμενες ανορθόδοξες επιχειρήσεις εκ μέρους των αράβων ανταρτών, με σημαντική επίδραση στον – ούτως ή άλλως προβληματικό – ανεφοδιασμό τους. Αν οι λιποταξίες προστεθούν στις μεγάλες μέχρι τότε απώλειες των τούρκων, γίνεται σαφές ότι η δύναμή τους είχε απομειωθεί δραματικά και οι τρείς κατ΄ όνομα στρατιές πρακτικά ήταν δυνάμεως σώματος στρατού εκάστη. Τρεις εβδομάδες αργότερα, οι τουρκικές δυνάμεις απαγκιστρώνονταν με βαρύτατες απώλειες, καθώς το XX ΣΣ της 7ης Στρατιάς που υπέστη το βάρος της επίθεσης ισχυρότατης συγκέντρωσης βρετανικών δυνάμεων ουσιαστικά αποδεκατίστηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιερουσαλήμ, παρά την αντίθετη διαταγή του Φάλκενχάυν, παρασύροντας έτσι όλη την τουρκική διάταξη.

Στο σημείο αυτό ο Φάλκενχάυν αντικαταστάθηκε από τον φον Ζάντερς, ο οποίος διατάχθηκε από το οθωμανικό Γενικό Επιτελείο να παραμείνει στην Παλαιστίνη, υπερασπιζόμενος την περιοχή και εμποδίζοντας την είσοδο των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ανατολία. Δεδομένης της κατάστασης στον οθωμανικό στρατό, ο οποίος στην Παλαιστίνη αριθμούσε πλέον τις 40.000 άνδρες παρά την ονομαστική σύνθεση του από 14 μεραρχίες πεζικού και μία μεραρχία ιππικού, η αποστολή ήταν προφανώς δύσκολη, αλλά ο Ζάντερς υπάκουσε και εγκαταστάθηκε όσο καλύτερα μπορούσε στην επόμενη δυνατή αμυντική γραμμή.

Οι επιχειρήσεις διακόπηκαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ κατά την άνοιξη ο Άλλενμπυ έχασε μεγάλο σημαντικό μέρος του πεζικού του, το οποίο μεταφέρθηκε εσπευσμένα στη Δυτική Ευρώπη για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της μεγάλης γερμανικής εαρινής επίθεσης. Αυτό προσέδωσε στο Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα Αιγύπτου μια ιδιόρρυθμη επιχειρησιακή δομή, μιας κι αυτό αποτελείτο πλέον από δύο απλά ΣΣ (XX και ΧΧΙ) καθώς κι ένα ΣΣ ιππικού, το «Έφιππο Σώμα Ερήμου» αποτελούμενο από πέντε μεραρχίες ιππικού, που ήταν και η μεγαλύτερη συγκέντρωση ιππικού κατά τον Α΄ΠΠ. Κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας οι δύο πλευρές οργάνωσαν τις θέσεις τους, οι οθωμανοί με έμφαση στην οργάνωση του εδάφους και οι βρετανοί με έμφαση στην ενίσχυση των γραμμών επικοινωνιών τους. Οι οθωμανοί οργανώθηκαν κατά μήκος μιας σχετικά ασθενούς τοποθεσίας με το δυτικό άκρο της διάταξής τους στη θάλασσα, στο ύψος της σημερινής Χέρτσλια (Πόλης του Χέρτς) και το ανατολικό της άκρο στον Ιορδάνη ποταμό και, για δέκα, περίπου, χιλιόμετρα, επί του ποταμού, σχεδόν μέχρι τη Νεκρά Θάλασσα. Τη γραμμή αυτή υπερασπίζονταν ονομαστικά τρεις Στρατιές αλλά στην πράξη τρία Σώματα Στρατού.

Οι βρετανοί (με μία πολύ μικρή δύναμη Γάλλων) εξαπέλυσαν την επίθεσή τους το Σεπτέμβριο του 1918, με μια μάχη που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Μάχη της Μεγιδδώ, από τη βιβλική ονομασία της ευρύτερης περιοχής, και η οποία έμελε να είναι μια από τις τελευταίες μεγάλες επιχειρήσεις Ιππικού στην ιστορία. Οι βρετανοί, έχοντας το πλεονέκτημα της αεροπορικής κυριαρχίας, και άρα της περιορισμένης εχθρικής αεροπορικής αναγνώρισης, οργάνωσαν ένα σχέδιο παραπλάνησης των οθωμανών σε σχέση με τη διάταξή τους. Απέσπασαν ένα συγκρότημα ιππικού και πεζικού δυνάμεως περίπου μεραρχίας, το «Συγκρότημα Τσέυτορ», στο δεξιό άκρο τους, περίπου μπροστά από την Ιεριχώ, και με πλασματικές συγκεντρώσεις ιππικού (από ομοιώματα αλόγων φτιαγμένα από σωλήνες και κουβέρτες) και πεζικού (μονάδες που βάδιζαν με το φως του ηλίου προς τα βορειοανατολικά και το βράδυ αποσύρονταν μέσα σε φορτηγά πάλι προς τα νοτιοδυτικά, για να επαναλάβουν την ίδια κίνηση την επομένη) δημιούργησαν στον αντίπαλο την πεποίθηση ότι στον τομέα αυτό επίκειται η επίθεση. Εκτός της δυνατότητας παρατήρησης των τούρκων, το σύνολο του ιππικού (τέσσερις μεραρχίες) συγκεντρώθηκε στο δυτικό άκρο του δυτικού τομέα, πίσω από το XXΙ ΣΣ που κατείχε τον τομέα αυτό. Σε μία ενέργεια που προοιώνιζε την τακτική του γερμανικών ΤΘ του Β΄ΠΠ, το πρωί της 19ης Σεπτεμβρίου το ΧΧΙ ΣΣ διενήργησε οργανωμένη επίθεση με ισχυρότατη συγκέντρωση πυροβολικού. Μέχρι το μεσημέρι είχε διανοιχθεί ένα σημαντικό ρήγμα στο αντίπαλο ΧΧΙΙ τουρκικό ΣΣ, το οποίο εκμεταλλεύτηκε το Έφιππο Σώμα για να διέλθει και να περάσει πίσω από την αντίπαλη διάταξη, προχωρώντας σε βάθος και προς την κατεύθυνση της Θάλασσας της Γαλιλαίας. Ο κλονισμός που επέφερε η ισχυρή παρουσία ιππικού στα μετόπισθεν της εχθρικής διάταξης κατέστησε δυνατή τη διάρρηξή της και σε άλλα σημεία, τόσο από το κεντρικά τοποθετημένο ΧΧ ΣΣ, όσο και από το Συγκρότημα Τσέυτορ στην κοιλάδα του Ιορδάνη, το οποίο κατέλαβε πολλά περάσματα του ποταμού και τελικώς το Αμμάν.

Η επίθεση αυτή, και ιδίως η βαθιά εισχώρηση του Ιππικού, οδήγησε τις οθωμανικές δυνάμεις στο θέατρο επιχειρήσεων σε πλήρη διάλυση και, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, στην αιχμαλωσία. Το γεγονός ότι η Ανατολία έμενε έτσι κατ΄ουσίαν αφύλακτη και ευάλωτη από το Νότο, μαζί με την πλήρη εξάντληση του οθωμανικού στρατού εξανάγκασαν την οθωμανική αυτοκρατορία σε συνθηκολόγηση με την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, τερματίζοντας έτσι τη συμμετοχή των τούρκων στον Α΄ΠΠ.

Στο τρίτο θέατρο επιχειρήσεων, αυτό της Μεσοποταμίας, η σύγκρουση ξεκίνησε με στρατηγικό αιφνιδιασμό των τούρκων, οι οποίοι θεώρησαν ότι οι Βρετανοί δεν μπορούσαν και δεν επρόκειτο να αναλάβουν κάποια επιχείρηση στην περιοχή, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις της Περιφερειακής Διοίκησης Ιράκ, δυνάμεως ΣΣ τεσσάρων μεραρχιών, να μεταφερθεί σε άλλα θέατρα, και να παραμείνουν επί τόπου μία μεραρχία, η 38η, δυνάμεις χωροφυλακής, συνοριοφυλακής καθώς και άτακτοι από τις τοπικές αραβικές φυλές. Οι δυνάμεις αυτές αναμείχθηκαν μεταξύ τους και διασκορπίστηκαν σε ένα μεγάλο αριθμό θέσεων

Οι βρετανοί (και για την ακρίβεια, η κυβέρνηση της Ινδίας) συγκέντρωσαν στο Μπαχρέιν ένα συγκρότημα επιπέδου μεραρχίας, την «Ινδική Εκστρατευτική Δύναμη D»  που το Νοέμβριο του 1914, εντός μιας ημέρας, εγκατέστησε προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Φάο, τρέποντας σε φυγή τη μεικτή φρουρά, και προχώρησε βόρεια καταλαμβάνοντας τη Βασόρα (και διαλύοντας άλλες αντίστοιχες φρουρές κατά την προέλασή της) εντός δύο ημερών και βορειότερα την Κούρνα, μερικές ημέρες αργότερα, συλλαμβάνοντας το στρατηγείο της 38ης Μεραρχίας.

Οι τούρκοι αντέδρασαν αποστέλλοντας στη Βαγδάτη νέο επικεφαλής αξιωματικό, τον Σουλεϊμάν Ασκερί, με μία μεγάλη και επίλεκτη μονάδα της Teskilat-i-Mahsusa για ανορθόδοξες επιχειρήσεις, και μεταβάλλοντας την τακτική τους. Ο Ασκερί συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του σε ένα συγκρότημα μεραρχίας, με πρόθεση να καθηλώσει τη βρετανική δύναμη με αυτές, και με την κάμψει με συνεχείς επιθέσεις από τους ατάκτους Άραβες των ντόπιων φυλών που οργάνωσε η Teskilat-i-Mahsusa. Ταυτόχρονα, εξαπέλυσε επιδρομές τοπικών φυλών τόσο εναντίον των θέσεων των Βρετανών στην Κούρνα όσο και στα μετόπισθεν τους, κυρίως στον αγωγό του Αμπαντάν. Αφού δέχτηκε και περαιτέρω ενισχύσεις, περίπου μίας μεραρχίας ακόμη από την Κωνσταντινούπολη, επιτέθηκε στις βρετανικές θέσεις γύρω από την Κούρνα τον Απρίλιο, σε μία μεγάλη επιχείρηση. Η επιχείρηση αυτή στέφθηκε από πλήρη αποτυχία, αφού και πάλι υποτιμήθηκαν κατά πολύ οι δυνάμεις που ήταν απαραίτητες, οι οθωμανικές δυνάμεις σχεδόν διαλύθηκαν και ο Ασκερί αυτοκτόνησε.

Η νέα οθωμανική στρατηγική επεδίωκε την εκμετάλλευση του στρατηγικού βάθους που τους έδινε η Μεσοποταμία. Οι τούρκοι επεδίωξαν να παρασύρουν τους Βρετανούς βαθιά στη Μεσοποταμία, κατά μήκος των αναμενόμενων ποτάμιων οδών και να τους καταστρέψουν εκεί, αφού θα είχαν υπερεκταθεί οι γραμμές ανεφοδιασμού τους. Οι Βρετανοί, που είχαν σαν τελικό στόχο την κατάληψη της Βαγδάτης, προχώρησαν με ευκολία κατά μήκος του Ευφράτη καταλαμβάνοντας τη Νασιρίγια και κατά μήκος του Τίγρη φτάνοντας μέχρι την Αμάρα και εξακολουθώντας με δύο διαδοχικές εμπλοκές να απωθήσουν τους τούρκους μέχρι την περιοχή της Κτησιφώντος, όπου τελικά αναχαιτίστηκαν σε μία αμφίρροπη μάχη, έχοντας φτάσει σε βάθος 400 περίπου χιλιομέτρων από τη βάση ανεφοδιασμού τους στη Βασόρα. Οι βρετανικές δυνάμεις (που πρακτικά ήταν η απομειωμένη 6η Ινδική Μεραρχία Πεζικού «Πούνα» οπισθοχώρησε προς την προηγούμενη τοποθεσία της Κουτ Αλ-Αμάρα – και αυτή επί του Τίγρη – όπου προηγουμένως είχε νικήσει τους Τούρκους, κι εγκαταστάθηκε εκεί αμυντικά εν αναμονή ενισχύσεων που προωθούνταν προς το θέατρο επιχειρήσεων από την Ινδία. Οι τούρκοι, ενισχυμένοι και αυτοί με δύναμη τριών μεραρχιών, και με βραχύτερες, πλέον, γραμμές επικοινωνιών, κινήθηκαν νότια προς την Κουτ, την οποία απομόνωσαν και πολιόρκησαν. Στην «Δεύτερη Μάχη της Κουτ» (η πρώτη μάχη ήταν κατά την άνοδο των Βρετανών προς τα βόρεια), αφού κατόρθωσαν σε διαδοχικές μάχες να αποτρέψουν τη συνένωση των σημαντικών ενισχύσεων που είχαν αποσταλεί από το νότο, εξάντλησαν τη Μεραρχία Πούνα, η οποία εξαναγκάστηκε σε παράδοση μετά από 147 ημέρες πολιορκείας, στις 16 Απριλίου του 1916. Η παράδοση 13.309 βρετανών στρατιωτικών ήταν η μεγαλύτερη παράδοση βρετανών από την πολιορκία του Yorktown το 1781.

Η συνέχεια στο θέατρο της Μεσοποταμίας υπήρξε άδοξη για την τουρκική πλευρά. Μετά την ταπεινωτική παράδοση της Πούνα, οι Βρετανοί ενίσχυσαν σημαντικά τις δυνάμεις στο θέατρο επιχειρήσεων, με τη συγκρότηση του III Ινδικού ΣΣ και με νέο επικεφαλής αξιωματικό τον ικανό στρατηγό Μωντ, και με μεγάλο αριθμό ποτάμιων πλοίων. Από την άλλη, λόγω ευρύτερων στρατηγικών αναγκών και λόγω λιποταξιών των αράβων, οι τουρκικές δυνάμεις αποδυναμώθηκαν σχετικά. Επί πλέον ο Μωντ, εκμεταλλευόμενος τη σχετική άνεση χρόνου που είχε, ανασυγκρότησε ριζικά την εφοδιαστική του βάση στη Βασόρα και εκπαίδευσε εντατικά τις δυνάμεις του πριν αρχίσει επιχειρήσεις.

Οι οθωμανικές δυνάμεις είχαν να καλύψουν δύο οδούς προσεγγίσεως προς τη Βαγδάτη, αυτές των Τίγρη και Ευφράτη, αλλά ορθώς – και πάλι – επέλεξαν να καλύψουν κυρίως τον άξονα του Τίγρη, οδό που επέλεξε και ο Μωντ  για να προχωρήσει. Επιπλέον, οι βρετανοί είχαν το πλεονέκτημα ότι λόγω των ποτάμιων πλοίων μπορούσαν να διασχίσουν τους ποταμούς κατά βούληση, πράγμα που δε μπορούσαν να κάνουν οι αντίπαλοί τους. Οι τούρκοι τοποθέτησαν το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους κοντά στην Κουτ και στη βόρεια πλευρά του Τίγρη, γεγονός που επέτρεψε στον Μωντ να τις καθηλώσει με ένα μέρος των δυνάμεών του, αλλά να τις υπερκεράσει διασχίζοντας το ποτάμι. Το αποτέλεσμα ήταν η ανατροπή του τουρκικού XVIII που υπέστη βαρύτατες απώλειες και διέφυγε προς Βορρά. Μετά από μία σύντομη αμφιταλάντευση, οι τούρκοι αποφάσισαν ότι δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστούν τη Βαγδάτη και διέφυγαν προς βορρά, με αποτέλεσμα οι βρετανοί να καταλάβουν τη Βαγδάτη στις 11 Μαρτίου του 1917.

Μετά την πρώτη μάχη της Κουτ, που είχε ευτυχή για τους τούρκους κατάληξη, αφ΄ενός λόγω του ενθουσιασμού και της μεγαλομανίας του Εμβέρ, αφ΄ετέρου λόγω μιας γενικότερης στρατηγικής που η Γερμανική Αυτοκρατορία είχε μακροχρόνια υποβάλει στους Οθωμανούς, ήδη πριν από την αρχή του Α’ ΠΠ, το ενδιαφέρον τους στράφηκε στο Περσικό θέατρο επιχειρήσεων, όπου διεξαγόταν ήδη επιχειρήσεις από το 1914. Ο γενικός στόχος των οθωμανών ή, για την ακρίβεια, των γερμανών, και τον οποίον ανέλαβαν να υλοποιήσουν οι οθωμανοί, ήταν να αποκοπεί η Ρωσία από τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της νότιας Κασπίας αλλά και να αποσταθεροποιηθεί η βρετανική παρουσία σε όλη την Κεντρική Ασία και, τελικώς και κυρίως, στην Ινδία μέσω της εξέγερσης των μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι γερμανοί θα επωφελούνταν άμεσα από την αποδυνάμωση της Βρετανίας (και πιο μακροπρόθεσμα από την υποκατάστασή τους από τους ιδίους) ενώ οι οθωμανοί, υπό την επιρροή του Εμβέρ Πασά, ήλπιζαν να πραγματοποιήσουν τα παν-τουρανικά τους όνειρα.

Οι επιχειρήσεις στην περιοχή ήταν ένα κράμα τακτικών επιχειρήσεων σχετικά μικρών σχηματισμών (ανεξάρτητων μεραρχιών ή σωμάτων στρατού) και ενεργειών τοπικών πολεμικών φύλων τα οποία και οι δύο πλευρές προσπαθούσαν να προσεταιριστούν, αλλά και των Αρμενίων και των Ασσυρίων, καθώς και της τοπικής περσικής Χωροφυλακής, στελεχωμένης από Σουηδούς αξιωματικούς. Σε γενικές γραμμές οι επιχειρήσεις εξηρτώντο σημαντικά από την εξέλιξη των επιχειρήσεων κυρίως του Καυκάσου και δευτερευόντως της Μεσοποταμίας, με αποτέλεσμα όποιος ηττάτο σε αυτές να αποσύρει δυνάμεις από την στρατιωτικώς λιγότερο σημαντική Περσία. Επιπλέον, μία πάγια επιδίωξη των εμπλεκομένων ήταν να ενοποιήσουν τα θέατρα επιχειρήσεων, ιδίως μάλιστα των Βρετανών να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις τους στη Μεσοποταμία ώστε να φτάσουν μέχρι τη Νότια Κασπία και να αποκαταστήσουν δικαιώματα στα πλούσια πετρελαϊκά κοιτάσματα της περιοχής.

Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων στην περιοχή κυριάρχησαν οι δυνάμεις των Τούρκων οι οποίοι κατέλαβαν σχετικά γρήγορα τόσο την Ταυρίδα όσο και την Ουρμία. Με την σταδιακή υπερίσχυση των Ρώσων στον Καύκασο, κατά το τέλος του 1915, οι Ρώσοι προωθήθηκαν βαθιά μέσα στην Περσία, κατακτώντας την Τεχεράνη με τη βοήθεια και σημαντικών δυνάμεων Αρμενίων Εθελοντών αλλά και πολύ νότιο-δυτικότερα, μέχρι την επαρχία της Κερμανσά, κι επιδιώκοντας να αποκαταστήσουν επαφή με τους βρετανούς της Μεσοποταμίας. Η άφιξη του τουρκικού XIII ΣΣ τον Μάιο του 1916 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων με αποτέλεσμα οι υπερεκταταμένοι Ρώσοι να υποχωρήσουν προς τα βόρεια, σε μεγάλο βάθος. Παράλληλα, ξεκίνησαν προς τα βόρεια τις δικές τους επιχειρήσεις οι βρετανοί, με σκοπό τόσο να υποβοηθήσουν τις πιεζόμενες ρωσικές δυνάμεις όσο και να πλησιάσουν τα πολύτιμα κοιτάσματα του Καυκάσου.

Κατά το 1917 οι ρωσικές δυνάμεις αποσαθρώθηκαν μέχρι τελικής διαλύσεως εξ αιτίας των εσωτερικών εξελίξεων στη Σοβιετική Ένωση, μια κατάσταση που τυπικά αποτυπώθηκε στην Ανακωχή της Θεοδοσιούπολης. Η ανακωχή άφησε το πεδίο ελεύθερο στις Κεντρικές Δυνάμεις, αλλά τότε σημειώθηκε έντονη διαφωνία μεταξύ της γερμανικής και της τουρκικής πλευράς σχετικά με τη διαμοίραση των (εδαφικών) λαφύρων. Για να περιφρουρήσουν τις διεκδικήσεις τους, οι τούρκοι απέστειλαν στην περιοχή τη νεοσύστατη 9η Στρατιά, η οποία είχε σαν αποστολή να εξασφαλίσει την περιοχή ανάμεσα στην Ουρμία Λίμνη και την Κασπία και να αποτρέψουν την προσέγγιση των βρετανικών στρατευμάτων στην περιοχή, και, τελικώς, να υποβοηθήσουν τις επιχειρήσεις στη Μεσοποταμία. Παρά τις προσωρινές επιτυχίες της βρετανικής «Δυνάμεως του Ντάνστερ», οι τούρκοι επέβαλαν την κυριαρχία τους στην περιοχή από την Ταυρίδα μέχρι την Κασπία, την οποία κράτησαν μέχρι την Ανακωχή του Μούδρου.

Άλλο μείζον τουρκικό θέατρο επιχειρήσεων, και από τα πλέον γνωστά του Α΄ΠΠ υπήρξε αυτό της Καλλίπολης. Οι εκεί επιχειρήσεις διεξήχθησαν σε μια περιοχή για τους Οθωμανούς οχυρή περιοχή από πάρα πολύ παλιά. Μέχρι το 1915, οπότε ενεργοποιήθηκε και ανέλαβε την ευθύνη της περιοχής η τουρκική 5η Στρατιά δυνάμεως 6 μεραρχιών και 84.000 ανδρών, την ευθύνη της είχε η «Διοίκηση Οχυρής Ζώνης Δαρδανελλίων» που ανήκε στο όπλο του Πυροβολικού. Σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί του πυροβολικού είχαν υπηρετήσει μία φορά στη διοίκηση αυτή, η οποία είχε οργανωθεί αλλά και μελετηθεί εντατικά, και για την οποία είχαν αναπτυχθεί αναλυτικά σχέδια αμύνης.

Τον Μάρτιο του 1915, εν όψει της συμμαχικής χερσαίας επιχείρησης, επικεφαλής της άμυνας της Καλλιπόλεως ετέθη ο γερμανός υποστράτηγος Λίμαν φον Ζάντερς. Μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να αναθεωρήσει τα σχέδια για την άμυνα της χερσονήσου προκρίνοντας την τήρηση ισχυρών ευκίνητων εφεδρειών στο εσωτερικό και προκαλύψεως στις ακτές, μέχρι τον εντοπισμό της κύριας προσπάθειας του αντιπάλου, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε τουρκικά σχέδια που προέβλεπαν την τάξη του όγκου των δυνάμεων στις ακτές αποβάσεως. Επιπλέον, αναθεώρησε την εκτίμηση για τις πιθανότερες ακτές αποβάσεως. Και οι δύο αλλαγές που επέφερε η διοίκηση Ζάντερς αποδείχτηκαν λανθασμένες στην πράξη.

Οι σύμμαχοι επιχείρησαν δύο αποβάσεις, μία στο ακρωτήριο της Έλλης, στο νότο της χερσονήσου, και μία στην δυτική της ακτή, στο (σημερινό) όρμο ΑΝΖΑΚ. Η επιλογή να τοποθετηθούν ασθενείς δυνάμεις προκαλύψεως επί των ακτών σήμαινε ότι οι αποβάσεις και οι εγκαταστάσεις προγεφυρωμάτων δε μπόρεσαν να αποτραπούν. Για έναν μεγάλο αριθμό λόγων, άλλων αντικειμενικών, άλλων που είχαν σχέση με την εξαιρετικά κακή απόδοση των βρετανών, και ιδιαίτερα το συστήματος διοικήσεως και ελέγχου τους, καθώς και χάρις την πείσμονα αντίσταση των τούρκων, οι συμμαχικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να εισχωρήσουν περισσότερο. Οι δύο πλευρές συγκέντρωσαν εκεί σταδιακά όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις (τον Αύγουστο του ’15 υπήρχαν εκεί από τουρκικής πλευράς δύο στρατιές, πέντε σώματα στρατού και 17 μεραρχίες και 57 συντάγματα πεζικού – χωρίς να υπολογιστούν τα έτερα όπλα). Η ένταση των επιχειρήσεων μπορεί να φανεί από τις απώλειες που σημειώθηκαν μέχρι το τέλος της επιχειρήσεως: περισσότεροι από 80.000 τούρκοι νεκροί και περισσότεροι από 44.000 Αγγλογάλλοι νεκροί, ενώ το σύνολο των τραυματιών και από τις δύο πλευρές ξεπέρασε τις 250.000. Μπροστά στο αδιέξοδο, οι σύμμαχοι απαγκιστρώθηκαν – σχετικά εύκολα και με μικρές απώλειες στις αρχές του Ιανουαρίου του 1916.

Στην εκστρατεία αυτή, παρεμπιπτόντως, έλαμψε για πρώτη φορά το άστρο του Μουσταφά Κεμάλ ο οποίος, ως αντισυνταγματάρχης επικεφαλής της 19ης Μεραρχίας, και σε αντίθεση με τις διαταγές Ζάντερς, έσπευσε άμεσα προς την περιοχή που είχε εκδηλωθεί απόβαση, πρόλαβε και ανακατέλαβε τα υψώματα του Τσανάκ Μπαϊρί που δέσποζαν της περιοχής αποβάσεως στην Έλλη πριν εγκατασταθούν ισχυρά εκεί οι Άγγλοι, κι εν συνεχεία τα διατήρηση με σιδηρά θέληση. Τον Αύγουστο του 1916 ο Κεμάλ είχε τοποθετηθεί ήδη επί κεφαλής του Βορείου Συγκροτήματος της Καλλιπόλεως.

Η τουρκική εμπειρία του Α΄ΠΠ δεν περιορίζεται, όμως, στις παραπάνω εκστρατείες. Υπήρξαν πάρα πολλές άλλες επιχειρήσεις, άλλες μικρότερες και άλλες μεγαλύτερες, όπως και διαφόρων ειδών.

Ο τουρκικός στρατός συμμετείχε τόσο στο Ανατολικό Θέατρο επιχειρήσεων όσο και στο Μακεδονικό Μέτωπο. Κατόπιν γερμανικού αιτήματος, δύο επίλεκτες μεραρχίες απεστάλησαν στη Γαλικία τον Αύγουστο το 1916 και παρέμειναν εκεί για περισσότερο από ένα έτος. Από το Σεπτέμβριο του 1916 μέχρι τον Μάιο του 1918 ένα ΣΣ, το VI, με δύο επίλεκτες μεραρχίες απεστάλη κατόπιν γερμανικού αιτήματος στις επιχειρήσεις εναντίον της Ρουμανίας. Το XX ΣΣ απεστάλη τον Οκτώβριο του 1916 στη Μακεδονία και παρέμεινε εκεί μέχρι τον Μάρτιο του 1917.

Συμπεράσματα

Η σχοινοτενής αν και συνοπτική παράθεση των επιχειρήσεων Ελλήνων και Τούρκων κατά τον Α’ Π.Π. δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Έγινε όμως για τους εξής δύο λόγους:

  1. Ενώ η ελληνική συμμετοχή είναι αρκετά γνωστή στον Α’ Π.Π., η τουρκική συμμετοχή είναι λιγότερο γνωστή σε μας, ή τουλάχιστον γνωστή ως συγκροτημένη ιστορία. Είναι διαφορετικό να βλέπει κανείς την τουρκική συμμετοχή στον Α΄ΠΠ διάσπαρτη μέσα στη γενική εξιστόρηση του πολέμου, και άλλο να αποκτά μια ολοκληρωμένη και πανοραμική εικόνα της.
  2. Η παράθεση των δύο πολεμικών εμπειριών είναι διαφωτιστική ως προς την έκταση και το εύρος της εμπειρίας που απέκτησε ο κάθε στρατός την περίοδο αμέσως πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία και κάνει δυνατή τη σύγκρισή τους.

Η σύγκριση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι η διαδεδομένη, στερεότυπη έκφραση ότι ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στη Μικρασιατική Εκστρατεία «εμπειροπόλεμος» και μάλιστα με μακρά, συνεχή συμμετοχή σε πολεμικούς αγώνες κατά την προηγούμενη περίοδο. Στην πραγματικότητα, μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, ο Ελληνικός Στρατός υπέστη πλήρη διάλυση και από το 1916, μία μερική και έκτακτη ανασυγκρότηση στη Βόρεια Ελλάδα. Η ανασυγκρότηση οδήγησε πρακτικά στη συγκρότηση τριών μεραρχιών που έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις – και εννέα μεραρχιών που εκπαιδεύτηκαν από τους Γάλλους υπό συνθήκες σχετικής σπουδής, χωρίς να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις. Οι δε επιχειρήσεις στις οποίες έλαβαν μέρος οι τρεις μεραρχίες του ανασυγκροτημένου ΕΣ ήταν ευρύτερες επιχειρήσεις των Συμμαχικών Δυνάμεων, περιορισμένες σχετικά (δύο μεγάλες μάχες), το σχεδιασμό και τη διεύθυνσή τους δεν την είχαν ελληνικά επιτελεία (παρά μόνον στο τακτικό επίπεδο), ενώ το μεγαλύτερο μέρος της υποστήριξης των επιχειρήσεων σε κάθε επίπεδο υπήρξε ευθύνη των συμμάχων. Μπορεί, δηλαδή, να υποστηριχθεί ότι σε επιχειρησιακό επίπεδο η εμπειρία του ΕΣ προερχόταν κυρίως από τους Βαλκανικούς Πολέμους παρά από τη συμμετοχή στον Α’ ΠΠ.

Από την άλλη πλευρά, οι οθωμανικές δυνάμεις έλαβαν επί τετραετία μέρος σε πραγματικά αναρίθμητες επιχειρήσεις, σε ένα τεράστιο γεωγραφικό εύρος, με την εμπλοκή μεγάλων σχηματισμών που είχαν ελάχιστη ή, συνηθέστερα, καμία υποστήριξη από τους δικούς τους συμμάχους. Είναι γεγονός ότι στο σχεδιασμό των τουρκικών επιχειρήσεων σε στρατηγικό επίπεδο, ορισμένες φορές και σε επιχειρησιακό επίπεδο, έπαιξαν ρόλο οι Γερμανοί «σύμβουλοι». Αυτό όμως συνέβη σε περιορισμένο βαθμό, και ακόμη και όταν συνέβαινε, γινόταν πάντοτε εντός του πλαισίου του οθωμανικού στρατού και εντός του πλαισίου των οθωμανικών επιτελείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εμπειρία και τις παραστάσεις που απεκόμιζαν οι τούρκοι επιτελείς. Είναι, επίσης, γεγονός ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι τουρκικές επιχειρήσεις ήταν αποτυχημένες. Όμως οι αποτυχημένες επιχειρήσεις είναι ακόμη πιο διδακτικές από τις επιτυχείς – υπό τον όρο ο ηττηθείς να είναι σε θέση να συνεχίσει τον αγώνα.

Με άλλα λόγια, η επιχειρησιακή εμπειρία που είχε σωρεύσει ο τουρκικός στρατός και οι επιτελείς του το 1920 ήταν εντυπωσιακά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη ελληνική.

Ο δεύτερος λόγος που κάνει την αντιπαραβολή της εμπειρίας των δύο στρατών απαραίτητη είναι ότι έτσι διευκρινίζεται όχι μόνον η ποσοτική διαφορά τους αλλά και η ποιοτική. Πράγματι, ο οθωμανικός στρατός του Α΄ΠΠ έλαβε μέρος σε εκστρατείες τόσο σε περιορισμένα όσο και σε μεγάλα θέατρα επιχειρήσεων, σε επιχειρήσεις με αναπεπταμένο έδαφος και σε επιχειρήσεις σε έντονο ανάγλυφο, σε επιθετικές και αμυντικές επιχειρήσεις, σε χιονοσκεπείς και σε ερημικές περιοχές. Ο τουρκικός στρατός είχε κάνει (ή υποστεί) τα περισσότερα απ΄ όσα εφάρμοσε στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Οι τούρκοι είχαν εκχωρήσει έδαφος εκμεταλλευόμενοι το μεγάλο στρατηγικό τους βάθος, είχαν υποστεί διάσπαση με ταχεία εισχώρηση ταχυκίνητων μονάδων (έστω κι αν αυτό δεν ήταν η Κύρια Προσπάθεια στο Εσκί Σεχήρ). Η δράση των τσετών στα μετόπισθεν των ελληνικών δυνάμεων ήταν μια ευρύτατα δοκιμασμένη μέθοδος της Teskilat-i-Mahsusa – δεν αναπτύχθηκε αυτόματα, και δε χρειάστηκε να αναζητήσουν δόγμα και εκπαίδευση οι τούρκοι. Τη συγκεντρωτική χρήση του πυροβολικού την είχαν αφομοιώσει ήδη από τη μάχη των Μετρών. Στη Γαλικία (και, φυσικά, όχι μόνον εκεί) τους δόθηκε η δυνατότητα να εξοικειωθούν και να αφομοιώσουν την τακτική του αγώνα χαρακωμάτων όπως είχε αναπτυχθεί στο Δυτικό Μέτωπο. Και, κυρίως: η συνεχής τριβή των επιτελείων με πραγματικές επιχειρήσεις και με δύσκολες καταστάσεις τους είχε δώσει συνολικά εμπειρία και αίσθηση του ορθού και του λανθασμένου στις επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας που το ελληνικό επιτελείο δεν είχε.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την επισκόπιση των πολεμικών επιχειρήσεων των δύο πλευρών κατά τον Α΄ΠΠ απλώς ενισχύει την αίσθηση που δίνει η επισκόπιση των επιχειρήσεων των Βαλκανικών πολέμων. Ο τουρκικός στρατός ήταν επιχειρησιακά απείρως πιο έμπειρος από τον ελληνικό κατά την έναρξη της Μικρασιατικής Εστρατείας.

Στο επόμενο, τελευταίο μέρος, θα παρατεθούν αναλυτικά κάποια συμπεράσματα που μπορεί να αντλήσει κανείς από την αντιπαραβολή της οργανωτικής και πολεμικής ιστορίας των δύο στρατών μέχρι το 1920.

4 Responses to Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 4ο – Β’

  1. Ο/Η NF λέει:

    «Έτσι, συγκρότησαν ένα στρατηγείο που ονομάστηκε επιτελείο Ομάδας Στρατιών F και μετονομάστηκε στα τουρκικά σε “Κεραυνός” (Yildirim), αποτελούμενο από 65 γερμανούς και 9 οθωμανούς αξιωματικούς με επικεφαλής τον γερμανό στρατάρχη Φάλκενχάυν»

    «Η άφιξη του επιτελείου που ανέλαβε τη διοίκηση των επί τόπου 4ης, 7ης και 8ης Στρατιών προκάλεσε έντονη τριβή με τους επικεφαλής τούρκους αξιωματικούς, με κορυφαία αντίδραση του Μουσταφά Κεμάλ, αξιωματικού ήδη με επιρροή εντός του τουρκικού στρατού, ο οποίος παραιτήθηκε από την ηγεσία της 7ης Στρατιάς.»

    Δεν χρειαζεται να προσθεσω τιποτα. Οι Γερμανοι επιτελεις οχι μονο δεν ηταν απλοι «συμβουλοι», αλλα διοικουσαν, σχεδιαζαν, εκτελουσαν, επεβλεπαν, εκαναν ολη την επιτελικη δουλεια, και ειχαν πληρως «καπελωσει» τους Τουρκους συναδελφους τους, τους οποιους ειχαν θεσει υπο κηδεμονια και τους μεταχειριζονταν περιπου ως ορντινάντσες τους!

    Οι ικανοτεροι και πιο ταλαντουχοι Τουρκοι διοικητες οπως ο Μουσταφα Κεμαλ, μην ανεχομενοι τη γερμανικη επιτροπεια, αντεδρασαν με οργη σε αυτην την οντως απαραδεκτη κατασταση, που τους υποβαθμιζε σε αχυρανθρωπους των Γερμανων. Οι υπολοιποι αναγκαστηκαν να καταπιουν την προσβολη, διοτι η οθωμανικη ηγεσια, περιδεής μπροστα στο πρωσσικο στρατιωτικο μεγαλειο, παρεδωσε τα κλειδια της οθωμανικης στρατιωτικης μηχανης στους Γερμανους.

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ NF,

    Ειλκρινά, μου είναι λίγο δύσκολο να καταλάβω πως μπορεί να διαβάσει κανείς το κείμενο αυτό και να συμπεράνει ότι «Οι Γερμανοι επιτελεις οχι μονο δεν ηταν απλοι «συμβουλοι», αλλα διοικουσαν, σχεδιαζαν, εκτελουσαν, επεβλεπαν, εκαναν ολη την επιτελικη δουλεια, και ειχαν πληρως «καπελωσει» τους Τουρκους συναδελφους τους, τους οποιους ειχαν θεσει υπο κηδεμονια και τους μεταχειριζονταν περιπου ως ορντινάντσες τους!»

    Η θέση του κειμένου είναι οτι οι τούρκοι διοικητές μεγάλων σχηματισμών και επιτελείς είχαν αποκτήσει τεράστια εμπειρία στο σχεδιασμό και διεύθυνση επιχειρήσεων.

    Σε επίπεδο θεάτρου επιχειρήσεων, στα δύο από τα πέντε θέατρα επιχειρήσεων (Καυκάσου, Περσίας), εκ των οποίων το ένα υπήρξε μάλλον το μεγαλύτερο (Καύκασος) δεν υπήρξε ποτέ γερμανός διοικητής ή επιτελής – των συνδέσμων εξαιρουμένων. Ο Ζάντερς αρνήθηκε δύο φορές τη διοίκηση της Τρίτης Στρατιάς.

    Στο θέατρο επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής ο διοικητής του θέατρου επιχειρήσεων ήταν γερμανός μόνον κατά το 1917. Δηλαδή, στο θέατρο επιχειρήσεων που ήταν ενεργό από την αρχή του 1915, τη διοίκηση στρατιών και σωμάτων (πλήν ενός ΣΣ) την είχαν τούρκοι αξιωματικοί, όπως συνέχισαν να την έχουν και κατά τη διάρκεια του ’17, οπότε ορίστηκε διοικητής θεάτρου επιχειρήσεων. Ακόμη και τότε, ο γερμανός αξιωματικός και το επιτελείο του ανέλαβαν τη διοίκηση του θεάτρου επιχειρήσεων και όχι τη διοίκηση των στρατιών και των σωμάτων, που φυσικά παρέμειναν διοικούμενα από τούρκους διοικητές και επιτελείς.

    Στο θέατρο επιχειρήσεων της Καλλίπολης, διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων υπήρξε ο Ζάντερς, διοικώντας αρχικά μία και τελικώς δύο στρατιές ως διοικητής θεάτρου επιχειρήσεων, ενώ όλοι οι υφιστάμενοι σχηματισμοί (στρατιές και σώματα στρατού) διοικούνταν από τούρκους. Παρεμπιπτόντως, κατά την κρίσιμη αρχική της φάση οι τούρκοι την γλίτωσαν στην Καλλίπολή παρά την επιλογή του Ζάντερς να μην αμυνθούν επί της ακτής.

    Στο θέατρο επιχειρήσεων της Μεσοποταμίας, ο Γκολτς διοίκησε για έξι μήνες πριν πεθάνει (ή κατά μία άλλη εκδοχή, πριν τον δηλητηριάσουν τούρκοι στρατιωτικοί). Πέραν αυτού, τόσο πριν όσο και μετά, τις τουρκικές στρατιές και τα σώματα στρατού τα διοικούσαν τούρκοι στρατηγοί και επιτελείς.

    Εκεί που οι γερμανοί είχαν κυριαρχήσει πλήρως ήταν στη διοίκηση του Οθωμανικού Γενικού Επιτελείου, όπου είναι κοινώς αποδεκτό ότι κυριαρχούσε ο γερμανός επιτελάρχης.

    Δε νομίζω ότι η παραπάνω εικόνα μπορεί να δικαολογήσει συμπεράσματα σαν το αρχικό.

    Επιπλέον, και παρά τα πεισμωμένα σχόλια των τούρκων, οι γερμανοί στρατιωτικοί που ενεπλάκησαν στη διοίκηση τουρκικών δυνάμεων δεν ήταν τυχαίοι ή της σειράς. Αντιθέτως, ήταν κορυφαίοι στρατιωτικοί: ο Φάλκενχάυν ήταν ο προηγούμενος Αρχηγός Γενικού Επιτελείου στη Γερμανία μέχρι το Βερντέν, ο Γκολτς ήταν ένας εξαιρετικά ικανός αξιωματικός που είχε αποσταλεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πολύ πριν από τον Α΄ΠΠ επειδή είχε προκαλέσει δυσφορία στην υπηρεσία του για υπηρεσιακές θέσεις του ενώ μόνον ο Ζάντερς δεν ήταν ιδιαίτερα διακεκριμένος (ενδεχομένως κι επειδή δεν είχε αντίστοιχη ευκαιρία).

    Για να αντιπαραβάλουμε, λοιπόν, τις εθνικές εμπειρίες, απέναντι στην πραναφερθείσα εμπειρία επιχειρησιακού επιπέδου, ο ΕΣ είχε να αντιπαρατάξει μόνον την μάχη του Σκρα, και σε μικρό βαθμό τη μάχη της Δοϊράνης.

    Τόσο απλά.

  3. Ο/Η NF λέει:

    Κοιταξτε, ειμαι ενας ερασιτεχνης μελετητης της Ιστοριας και δεν εχω τη δικη σας ενδελεχη γνωση πανω στην συμμετοχη των Οθωμανων στον Α Παγκοσμιο Πολεμο. Παραδεχομαι εξαλλου οτι διαβαζω τα ιστορικα κειμενα σας για να μαθαινω.
    Οπωσδηποτε η εμπλοκη των Οθωμανων στον Α Παγκοσμιο Πολεμο ηταν πληρης, σε αντιθεση με τη δικη μας, και ειναι ευλογο να υποθεσει κανεις οτι απεκομισαν περισσοτερες εμπειριες σε ολα τα επιπεδα.
    Ομως απο τις αναφορες διαφορων πρωτογενων πηγων οπως ο Αμερικανος πρεσβης Morgenthau, (συζητησιμης βεβαιως αμεροληψιας), η δικη μου εντυπωση ειναι οτι οι Γερμανοι καπελωσαν τους Τουρκους.
    Και οι αντιπαλοι πηγαν εμπειροπολεμοι στη μικρασιατικη συγκρουση. Δεν εχει και τοσο νοημα να συζητουμε ποιος ηταν πιο εμπειρος.
    Δεν υπαρχει αμφιβολια βεβαια οτι ο καλυτερος στρατηγος του Μικρασιατικου Πολεμου ηταν Τουρκος: Ο Μουσταφα Κεμαλ.

  4. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ NF,

    Δεν τίθεται θέμα εμπειρογνωμοσύνης. Είναι θέμα αναλυτικής μελέτης.

    Η μαρτυρία του Μόργκεντω πέραν του ζητήματος της αμεροληψίας (που δεν είναι βασικό), έχει το πρόβλημα ότι ο ίδιος δε μπορεί να είχε εικόνα για την κατάταση του Οθωμανικού Στρατού στο πεδίο επιχειρήσεων αλλά, λόγω θέσης, στο Οθωμανικό Γενικό Επιτελείο. Εκεί, όπως ανέφερα και παραπάνω, οι γερμανοί είχαν κυριαρχήσει, μάλλον αλαζονικά και με την έγκριση του Εμβέρ. Αλλα δεν προκύπτει η ίδια εικόνα για τους επιχειρησιακούς σχηματισμούς.

    «Και οι αντιπαλοι πηγαν εμπειροπολεμοι στη μικρασιατικη συγκρουση. Δεν εχει και τοσο νοημα να συζητουμε ποιος ηταν πιο εμπειρος.»
    Μα, προφανώς αυτό είναι το ζητούμενο του κειμένου. Και είναι το ζητούμενο γιατί κατά την εξέταση της εκστρατείας διαπιστώνουμε ότι χωλαίναμε σημαντικά στο σχεδιασμό και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, ενώ οι τούρκοι πολύ λιγότερο. Λογικά, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί; Μία απλοϊκή απάντηση είναι: επειδή έτυχε να έχουν έναν ταλαντούχο στρατιωτικό, τον Μουσταφά Κεμάλ. Όμως η απάντηση αυτή είναι ανεπαρκής. Ο Κεμάλ ήταν, όντως, πολύ ικανός στρατιωτικός και αυτό, μεμονωμένα, θα μπορούσε να είναι ένα τυχαίο περιστατικό. Όμως αυτό δεν εξηγεί τις δικές μας αδυναμίες κατά τις επιχειρήσεις, και δεν εξηγεί και το σύνολο της τουρκικής επιτελικής επίδοσης. Οπότε, τίθεται το ερώτημα των συστηματικών αιτίων. Κι αν τα διερευνήσουμε προσεκτικά, προκύπτει ότι το «και οι δύο αντίπαλοι πήγαν εμπειροπόλεμοι στη μικρασιατική σύγκρουση» είναι η πιο συνηθισμένη, διαδεδομένη παρανόηση -και προφανώς όχι μόνον εκ των υστέρων αλλά και εκείνες τις ώρες. Ναι, οι μονάδες πήγαν εμπειροπόλεμες. Αλλά οι σχηματισμοί, οι διοικητές τους και οι επιτελείς δεν είχαν εμπειρία, ή πάντως είχαν πολύ μικρή και πολύ διαφορετική από την απαιτούμενη.

    Έχει κάποια σημασία; Φυσικά. Εξηγεί και την λανθασμένη εκτίμηση του αντιπάλου (θανάσιμο σφάλμα, και σε όλα τα επίπεδα), και την χαλαρότητα, τόσο πολιτική όσο και στρατιωτική που αυτό επέτρεψε. Και μας προειδοποιεί για κρίσιμα σφάλματα που κάνουμε σήμερα και τα οποία θα εξετάσω στην επόμενη συνέχεια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s