Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 5ο – Β’

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων στη Μικρά Ασία

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων στη Μικρά Ασία

(Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί το τελευταίο μέρος του κειμένου για τη Μικρασιατική Εκστρατεία)

Σκέψεις για τη σημερινή πραγματικότητα

Οι δύο από τους τρεις αιτίες της τουρκικής επιτελικής υπεροχής κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία μπορούν, δυστυχώς να αναχθούν και τη σημερινή εποχή, τόσο στο ακριβώς αντίστοιχο όσο και στο ευρύτερο πεδίο ενδιαφέροντος, ενώ ο άλλος, αντί να είναι πεδίο προνομιακής εκμεταλλεύσεως παραμένει απολύτως παραμελημένος και μάλλον αδιανόητος για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Ειδικότερα:

Η μέριμνα των ΕΔ για τον ίδιο τον οργανισμό τους

Στο πεδίο αυτό, η κατάσταση παραμένει σχεδόν εξ ίσου προβληματική με τις αρχές του αιώνα.

Στο ειδικότερο πεδίο των Σχολών Πολέμου που παρέχουν την βασική επιτελική κατάρτιση, στην ουσία τους τα πράγματα παραμένουν τα ίδια.

Από ελληνικής πλευράς, ασφαλώς ο κάθε κλάδος είχε επί δεκαετίες την αντίστοιχη σχολή επιτελικής εκπαιδεύσεως, ενώ από το 2003 η επιτελική εκπαίδευση κατ’ ουσίαν διαχωρίστηκε σε δύο στάδια, ένα «κλαδικό» στην οικεία σχολή διοίκησης και επιτελών, και «διακλαδικό» στην «Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου».

Όμως όσοι παροικούν την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις η λειτουργία των σχολών είναι υποβαθμισμένη τόσο σε ότι αφορά το περιεχόμενο όσο και σε ότι αφορά τη σημασία της. Το περιεχόμενο, σε ότι αφορά την ένταση της εκπαίδευσης, το περιεχόμενό της, τις μεθόδους διδασκαλίας, την αυστηρότητα της επιλογής και την αυστηρότητα της αξιολόγησης, το επίπεδο των εκπαιδευτών, το επίπεδο των βιβλιοθηκών και πολλοί άλλοι παράγοντες δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αντανακλά σοβαρή ανησυχία της ηγεσίας των ΕΔ για πραγματικά υψηλό επίπεδο επιτελικής εκπαιδεύσεως. Ανάλογη είναι η εικόνα για τη σημασία των σχολών στο πλαίσιο των στρατιωτικών οργανισμών. Ένας απλός τρόπος να το διαπιστώσει κανείς είναι να παρακολουθήσει απλούς δείκτες όπως το κύρος που απολαμβάνουν τόσο οι θέσεις των διοικητών όσο και (ακόμη περισσότερο) οι θέσεις των εκπαιδευτών στις σχολές εν σχέσει με τις άλλες θέσεις που απαιτούν αντίστοιχη αρχαιότητα, όπως και να εξετάσει κανείς κατά πόσον αξιωματικοί που ανέρχονται (με τον έναν ή άλλο τρόπο) στα ηγετικά αξιώματα έχουν προηγουμένως υπηρετήσει ως εκπαιδευτές ή διοικητές στις αντίστοιχες σχολές. Το ποσοστό των αξιωματικών κάθε τάξεως των παραγωγικών σχολών που φοιτά στις «επιτελικές» σχολές αυτές καθώς και η βαρύτητα και η σημασία που έχει το σχετικό προσόν στις τοποθετήσεις και τις κρίσεις των αξιωματικών δίνει μία ακόμη χαρακτηριστική ένδειξη για την ποιότητα των σχολών. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, πιστές στο μετριοκρατικό τους πνεύμα, αντιλαμβάνονται τις κρίσιμες αυτές σχολές ως μια τυπική μηχανιστική λειτουργία διαδικαστικού χαρακτήρα, την οποία υποχρεούνται να περάσουν οι περισσότεροι μάχιμοι αξιωματικοί για να έχουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για προαγωγή. Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της αντιμετώπισης των μηχανισμών αυτών στις ελλ. Ένοπλες Δυνάμεις. Δίνουν ένα «τυπικό» προσόν. Αντίστοιχα, η ύπαρξη και η λειτουργία των σχολών αντιμετωπίζεται ως «τυπική υποχρέωση». Η νοοτροπία είναι ότι «όλοι οι σύγχρονοι στρατοί έχουν μια «σχολή διοίκησης και επιτελών», άρα πρέπει κι εμείς να έχουμε». Ιδρύουμε διοικητικά έναν αντίστοιχο οργανισμό και πληρούμε στοιχειωδώς τις τυπικές προϋποθέσεις λειτουργίας του, χωρίς καμία πραγματική έγνοια για το ρόλο του και για την απόδοσή του. Εφ΄όσον υπάρχει, αποδίδει.

Και από τουρκικής πλευράς; Χωρίς ο γράφων να διαθέτει ιδιαίτερες πληροφορίες, η θέση του «Διοικητή των Στρατιωτικών Ακαδημιών» στον οργανισμό των ΤΕΔ και της τουρκικής στρατιωτικής ιεραρχίας αλλά και ο διαφαινόμενος κάθε τόσο ρόλος των «στρατιωτικών ακαδημιών» στις ζυμώσεις εντός των ΤΕΔ και σε όλα τα επίπεδα, δείχνουν επαρκώς την διαφορά εξακολουθεί να διατηρείται.

Στο γενικότερο πεδίο του μηχανισμού εκπαίδευσης των ΕΔ, η κατάσταση είναι παρόμοια. Παρ΄όλο που όπου ευκαιριακά η κατάσταση μεταβάλλεται, τα οφέλη γίνονται άμεσα ορατά, τόσο στον ΕΣ όσο και στο ΠΝ και την ΠΑ οι σχετικοί μηχανισμοί παραμένουν «παραπαίδια» του συστήματος, χαμηλού κύρους θέσεις, χαμηλής προτεραιότητας ως προς την εκπλήρωση των αναγκών και μάλλον διαδικαστικής και βαριεστημένης αντιμετώπισης ως προς τους στόχους και της μεθόδους τους. Το χαρακτηριστικό αντιπαράδειγμα στην κατάσταση αυτή είναι το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Αεροπορικής Τακτικής της ΠΑ. Καθώς η επίδοση στον τομέα της αεροπορικής τακτικής για την ΠΑ δεν παρέμενε ένα θεωρητικό ενδεχόμενο αλλά ήταν κάτι που δοκιμαζόταν και δοκιμάζεται καθημερινά, έστω και άτυπα, πάνω από το Αιγαίο υπό τις γνωστές συνθήκες, η ΠΑ ωθήθηκε όχι απλώς να ακολουθήσει ξένα πρότυπα εκπαιδευτικά, αλλά να το καταστήσει θεμελιώδες στοιχείο της επιχειρησιακής εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και της ανάπτυξης και εξέλιξης του δόγματος. Για τους χειριστές της ΠΑ, ο τίτλος του εκπαιδευτή σε ένα από τα σχολεία του ΚΕΑΤ είναι μάλλον ένας από τους υψηλότερους τίτλους τιμής και επαγγελματικής διάκρισης, παρ΄όλο που δεν αποτελεί τυπικό προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε επαγγελματική εξέλιξή τους. Μπορεί άλλο σχολείο ή σχολή όχι μόνον άλλων κλάδων αλλά και της ίδιας της ΠΑ να διεκδικήσει τέτοια καθεστώς; Ο λόγος της χαρακτηριστικής διαφοράς δεν είναι κάποια «ιδιαίτερη φύση» του αντικειμένου των χειριστών, αλλά το γεγονός ότι η καθημερινή αεροπορική αντιπαράθεση στο Αιγαίο έχει εμπράκτως χαράξει βαθιά στην συνείδηση της κοινότητας των χειριστών την ανάγκη εντατικής εκπαιδεύσεως και καταρτίσεως. Τι γίνεται σε όλους τους άλλους τομείς στρατιωτικής δραστηριότητας που δε δοκιμάζονται καθημερινά αλλά θα δοκιμαστούν στον πόλεμο; Ακόμη κι ο αεροπορικός πόλεμος δεν εξαντλείται στην αεροπορική τακτική – κάθε άλλο.

Η πολεμική εμπειρία και της αποτίμησής της

Και στο πεδίο αυτό εμφανίζεται πάλι , ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια ένα επικίνδυνο φαινόμενο, επανάληψη του ιδίου φαινομένου του 1920-1922: η υποτίμηση της ικανότητας και της εμπειρίας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Βασικός λόγος για την υποτίμηση αυτή είναι η συνεχιζόμενη αδυναμία των ΤΕΔ να καταβάλουν τον αγώνα των Κούρδων ανταρτών και η διαπίστωση της μεγάλης φθοράς που αυτοί έχουν επιφέρει στις ΤΕΔ.

Η στάση αυτή παραγνωρίζει δύο κρίσιμα στοιχεία:

  • Την αντικειμενική δυνατότητα ενός τακτικού στρατού να καταβάλει έναν ανταρτικό αγώνα όταν αυτός διεξάγεται σε ευρύ χώρο όπου κυριαρχεί ξένος πληθυσμός. Κατά τον 20ο αιώνα, και σίγουρα μεταπολεμικά, κανένας πόλεμος καταστολής αντάρτικου δεν έχει επιτύχει διεθνώς, τουλάχιστον όταν διεξάγεται σε αρκετά ευρεία γεωγραφική έκταση και υποστηρίζεται από ευρεία και σχετικά αμιγή πληθυσμιακή βάση. Οι τούρκοι στη Χώρα των Κούρδων δεν αποτυγχάνουν περισσότερο απ΄ όσο έχουν αποτύχει όλοι οι άλλοι σε αντίστοιχους αγώνες. Η αποτυχία αυτή δεν αποτελεί μέτρο της ικανότητας των ΤΕΔ αλλά αποτυχία της τουρκικής πολιτικής προσέγγισης στο πρόβλημα και, σε τελική ανάλυση, εγγενή αδυναμία του χώρας.
  • Την κρισιμότατη πολεμική εμπειρία που η συνεχιζόμενη σύγκρουση προσφέρει – οδυνηρά, προφανώς – στις ΤουρκικέςΈνοπλες Δυνάμεις και η οποία στρέφεται άμεσα εις βάρος μας, ανεξάρτητα από το τίμημα με το οποίο κερδίζεται. Η συνήθης ένσταση είναι ότι το κουρδικό αποτελεί ανταρτοπόλεμο, ενώ εναντίον της Ελλάδος η Τουρκία θα κληθεί να συμμετάσχει σε συμβατικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας και υψηλής εντάσεως. Αυτό είναι φυσικά ακριβές, αλλά δεν έχει τη σημασία που του αποδίδεται.

Κατ’ αρχάς, ένα σημαντικό μέρος του μηχανισμού του τουρκικού στρατού που θα κληθεί να ενεργήσει στο Αιγαίο, αν επιλεγεί αυτό ως χώρος συγκρούσεως, είναι πλέον εμπειροπόλεμο. Το σύνολο των δυνάμεων ελαφρού πεζικού και των ειδικών δυνάμεων που θα λάβουν μέρος σε μία επιχείρηση εναντίων των ΕΕΔ είναι εμπειροπόλεμο, και μάλιστα με πολύ μεγάλη εμπειρία. Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται σε ένα επίπεδο, αλλά αφορά όλα τα επίπεδα: από αυτό του απλού οπλίτη μέχρι το επίπεδο του διοικητή ταξιαρχίας, με όλα τα ενδιάμεσα κρίσιμα: υπαξιωματικούς, διοικητές υπομονάδων, διοικητές μονάδων και επιτελείς σχηματισμών. Επίσης, η εμπειρία αυτή αφορά όχι μόνον τις μονάδες ελιγμού, αλλά τις δυνάμεις υποστηρίξεως, υποστηρίξεως μάχης, αφορά τις μονάδες ελικοπτέρων αλλά και όλων των αεροπορικών μέσων που εμπλέκονται. Αφορά όχι μόνον την κρίσιμη ψυχολογική σκλήρυνση, το «βάπτισμα του πυρός», αλλά και την πρακτική εξοικείωση με τις διαδικασίες του πολέμου σε όλα τα επίπεδα, τις οποίες δύσκολα μπορεί να αναπαραγάγει κανείς ρεαλιστικά στο πλαίσιο εκπαιδεύσεως, όχι μόνον λόγω του κινδύνου που ελλείπει αλλά, εξ ίσου, και λόγω της πολυπλοκότητας της πολεμικής πραγματικότητας που δεν μπορεί να αναπαραχθεί εύκολα.

Πέραν των σχηματισμών ελαφρού πεζικού, όμως, και των περί αυτούς, οι τούρκοι έχουν αποκτήσει μακρά και σημαντικότατη εμπειρία στις επιτελικές διαδικασίες του σχεδιασμού και της διεύθυνσης μεγάλων επιχειρήσεων. Ασχέτως της ειδικής φύσης των επιχειρήσεων στη Χώρα των Κούρδων, οι τουρκικές ταξιαρχίες, μεραρχίες και σώματα στρατού – που κατά κόρον κινητοποιούνται για να συμμετάσχουν στις συχνές μεγάλες αντι-ανταρτικές επιχειρήσεις – έχουν εξοικειωθεί με την πραγματικότητα της πολεμικής κινητοποίησης, της αντιμετώπισης νέων τακτικών κι επιχειρησιακών προβλημάτων, το σχεδιασμό και τη διεύθυνση επιχειρήσεων, την ομίχλη του πολέμου, τις αλλαγές της καταστάσεως, τις απαιτήσεις συντονισμού, διοικήσεως και ελέγχου. Μπορεί οι επιχειρήσεις τους να μην είναι πάντοτε επιτυχείς, μπορεί να διαστρεβλώνουν τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων, αλλά η εμπειρία, ακόμη και της αποτυχίας είναι πολύτιμη – αν δεν έχεις ηττηθεί οριστικά και μπορείς να την αξιοποιήσεις στην επόμενη αναμέτρηση.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη κατά τη δεκαετία ’12-’22. Οι παρατηρητές έβλεπαν επί δέκα έτη τον οθωμανικό στρατό να ηττάται, αν και κατήγαγε και αξιοσημείωτες νίκες. Η εντύπωση που αποκομίστηκε για την ποιότητά του δεν ήταν απολύτως λανθασμένη, αλλά ακόμη δε λήφθηκε υπ’ όψιν ότι ακόμη και οι συνεχείς ήττες, ενώ ασφαλώς έφθειραν δραματικά την ισχύ του τουρκικού στρατού και του τουρκικού έθνους, τον καθιστούσαν ταυτόχρονα και πιο έμπειρο. Αφού, δυστυχώς για εμάς, οι διαδοχικές ήττες δεν τον κατέβαλαν ολοκληρωτικά, όταν τον αντιμετωπίσαμε εμείς είχε ήδη αφομοιώσει ευρύτατη επιχειρησιακή εμπειρία.

Από τη δική του πλευρά, είναι προφανές ότι οι ΕΕΔ δε μπορούν, ευτυχώς, να αποκτούν πολεμική εμπειρία σε μόνιμη βάση. Εν τούτοις, η εμπειρία παραμένει κρίσιμος παράγοντας, και οι ΕΔ θα πρέπει με εξαιρετική επιμονή να επιδιώκουν τα δύο πλησιέστερα υποκατάστατά της:

  • Ρεαλιστική εκπαίδευση: η εκπαίδευση στις ΕΕΔ, με εξαίρεση κάποιες πτυχές του αεροπορικού πολέμου (που πάντως δε θα πρέπει να υπερτιμώνται) δεν είναι ρεαλιστική από πολλές απόψεις. Ασφαλώς, κάποιο από τους περιορισμούς είναι ανελαστικοί, παραδείγματός χάριν λόγω κόστους ή διαθέσιμων χώρων. Από την άλλη, πολλά πράγματα είναι βαθύτερα θέματα στρατιωτικής νοοτροπίας. Ενδεικτικά και μόνον: τι μέρος της τακτικής κι επιχειρησιακής εκπαίδευσης έχουν τα ελεύθερα τακτικά παίγνια;
  • Προσεκτική και συστηματική παρακολούθηση των στρατιωτικών, γενικώς, και των πολεμικών, ειδικότερα, εξελίξεων σε όλα τα δυνατά μέτωπα. Αντί να παπαγαλίζουμε στρατιωτική έτοιμη στρατιωτική τεχνογνωσία όταν και όπως μας παρέχεται, είναι κρίσιμο να παρακολουθούμε τι στην πραγματικότητα γίνεται στα πεδία των μαχών. Η διαδικασία αυτή είναι λιγότερο εύκολη απ’ όσο φαίνεται: δεν απαιτεί μόνον πρόσβαση σε πληροφορίες, αλλά και στέρεα στρατιωτική παιδεία και οξυδέρκεια ώστε να γίνεται ορθή αναγωγή στα καθ’ ημάς, και, κυρίως, μηχανισμούς ενσωμάτωσης των συμπερασμάτων στο δόγμα και την εκπαίδευση των ΕΔ – ικανότητες εν  ανεπαρκεία, ακριβώς επειδή οι σχετικοί μηχανισμοί (που εν μέρει συμπίπτουν με τους εκπαιδευτικούς) είναι υποβαθμισμένοι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Αν κάποιος θέλει έναν έλεγχο πραγματικότητας, ας αναρωτηθεί: τι βαρύτητα έχει στο ΓΕΣ η Διεύθυνση Δόγματος; Οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την αναθεώρηση δόγματος είναι ικανοποιητικές – αν μη τι άλλο, από πλευράς χρονικής παρακολούθησης των εξελίξεων; Όπως και για τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς: τι αίγλη και τι κύρος έχουν οι σχετικές θέσεις στο μηχανισμό του στρατού. Και, φυσικά, το θέμα της τεχνογνωσίας δεν εξαντλείται στη ΔΙΔΟ. Το ίδιο θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αντίστοιχα, για το ΠΝ.

 Τα ακολουθούμενα επιχειρησιακά πρότυπα

Τα πρότυπα αυτά μεταπολεμικά υπήρξαν τόσο για τις ελληνικές όσο και για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, τα αμερικανικά. Η εκπαίδευση, το δόγμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος η οργάνωση έγιναν βάσει των αμερικανικών προτύπων. Αυτό συνέβη αφ΄ενός μεν για πολιτικούς λόγους, αφ΄ετέρου για οικονομικούς. Μέχρι κάποια χρονική στιγμή η πρακτική αυτή ήταν κατ΄ ουσίαν υποχρεωτική. Αφ’ ενός η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε την προσφυγή σε οποιαδήποτε άλλη πηγή στρατιωτικής τεχνογνωσίας, αφ΄ετέρου η πολιτική κατάσταση ήταν ασφυκτικά δεσμευτική.

Η πραγματικότητα αυτή έχει, πλέον, μεταβληθεί. Αφ’ ενός η χώρα είναι σε θέση να επωμιστεί την επιβάρυνση της εκπαίδευσης στελεχών εκτός ΗΠΑ, αφ΄ετέρου δεν υπάρχει κανένας περιορισμός (ή, υπάρχουν πολύ πιο ελαστικοί) για την επιλογή πηγών στρατιωτικής τεχνογνωσίας.

Από την άλλη, ενώ οι ΗΠΑ αποτελούν τις αδιαμφισβήτητα κορυφαίες πηγές στρατιωτικής τεχνογνωσίας σε πολλά θέματα, δεν είναι κατ΄ανάγκην είτε καλές, είτε κατάλληλες πηγές τεχνογνωσίας σε άλλα θέματα. Παραδείγματος χάριν, δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς καλύτερη πηγή τεχνογνωσίας σε θέματα αεροπορικής τακτικής από τις ΗΠΑ, και γενικότερα σε θέματα εντάσεως τεχνολογίας. Δύσκολα θα βρει κανείς, επίσης, καλύτερη πηγή τεχνογνωσίας σε θέματα διοικητικής μέριμνας από τις ΗΠΑ. Από την άλλη, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν είναι (και δε θεωρούν καν, εαυτές) ιδιαίτερα ικανές σε θέματα επιχειρησιακής ικανότητας, δόγματος και ανάλυσης. Από την άλλη, Γερμανοί, Βρετανοί, Ισραηλινοί, έχουν ο καθένας, όπως και οι ΗΠΑ, ανάλογα με τις εθνικές τους εμπειρίες αλλά και ιδιαίτερες παραδόσεις, τομείς εξαιρετικής επιδόσεως, πολύ ανώτερης των ΗΠΑ. Φίλες χώρες έχουν ιδιαίτερη πολεμική εμπειρία – και δεν είναι πέραν του πολιτικώς θεμιτού να την εκμεταλλευτούμε. Ενδεικτικά: όταν κατά τη δεκαετία του 2000 ήρθαν αρμένιοι καταδρομείς για συνεργασία με τους έλληνες συναδέλφους τους, οι τελευταίοι έμειναν άφωνοι από πολλά πράγματα που είδαν και έμαθαν. Αν η στρατιωτική διπλωματία θέλει να αποφέρει στις ΕΔ και τη χώρα κάτι παραπάνω από απλή οικονομική επιβάρυνση, τότε καλό θα είναι να σταματήσει να υπογράφει μνημόνια για διμερείς συνεργασίες τα αντικείμενα του στρατιωτικού αθλητισμού και της οδοντιατρικής τεχνογνωσίας και να επιδιώξει να προσφέρει κάποια προστιθέμενη αξία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s