Καθολική Στράτευση και Επαγγελματικός Στρατός : Η πολιτική πτυχή

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010)

76Το ζήτημα της επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας είναι τόσο σημαντικό όσο και εξαιρετικά πολυσύνθετο. Το να αναλυθούν όλες του οι πτυχές είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα απαραίτητο σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, με οξύτατα προβλήματα εθνικής ασφαλείας. Θα επιχειρήσουμε να ασχοληθούμε με το θέμα αυτό τμηματικά, αντιμετωπίζοντας ξεχωριστά την κάθε πτυχή του θέματος.

Μία απο τις βασικές πτυχές του θέματος της στράτευσης είναι η πολιτική: αφορά δηλαδή την πολιτική σημασία που έχει η κάθε επιλογή συστήματος στράτευσης εντός της ίδιας για την ίδια την κοινωνία. Με αυτήν (αποκλειστικά) ασχολείται το παρόν σημείωμα.

Η πρώτη βασική πολιτική σημασία της στράτευσης αφορά το ποιος, εντός μιας κοινωνίας, επωμίζεται το φόρο αίματος. Αν αγνοήσουμε πολιτικές αντιλήψεις της Νεφελοκοκκυγίας σχετικά με το τέλος του πολέμων, τη συμφιλίωση των λαών κοκ, και αποδεχτούμε ότι μια κοινωνία – κι ένα κράτος – αντιμετωπίζουν το μικρό αλλά υπαρκτό και ρεαλιστικό ενδεχόμενο να εμπλακούν σε ένοπλη σύρραξη, αυτό επισύρει ένα κόστος σε ότι πολυτιμότερο έχει η κοινωνία: το αίμα. Το πως καταμερίζεται αυτός ο φόρος αίματος είναι ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Δεν αφορά κάποιο οργανωτική ρύθμιση ή βελτιστοποίηση, αλλά τη σχέση της κοινωνίας με τα μέλη της. Και οι επιλογές για την επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων την αντικατοπτρίζουν με τον πλέον ουσιώδη τρόπο. Η επιλογή του “επαγγελματικού” στρατού σημαίνει ότι σε ενδεχόμενη σύρραξη, τον φόρο αίματος θα κληθούν να πληρώσουν οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, μιας κι αυτές είναι που – από οικονομική ανάγκη – επανδρώνουν τις θέσεις των “επαγγελματιών οπλιτών”. Αντιθέτως, σε ένα στρατό καθολικής (και φυσικά, όχι απλώς υποχρεωτικής στράτευσης), η υποχρέωση διαχέεται ισομερώς σε όλον – ανεξαιρέτως – τον πληθυσμό. Και αυτό εξασφαλίζει τόσο την δικαιοσύνη όσο και τη σωφροσύνη και την υπευθυνότητα του πληθυσμού.

Ας μην ειπωθεί ότι και πάλι κάποιοι προνομιούχοι θα βρουν τρόπους να ξεφύγουν. Αυτό μπορεί να ισχύσει σε κάποιο βαθμό. Αλλά αυτό μπορεί να ισχύσει για οποιαδήποτε υποχρέωση των πολιτών έναντι του κράτους. Αν αυτό ήταν σοβαρό επιχείρημα, τότε θα έπρεπε, κατ’ αντιστοιχία, να καταργηθεί κάθε υποχρέωση προς το κράτος – των φορολογικών συμπεριλαμβανομένων. Προφανώς, το ζητούμενο είναι η αυστηρή τήρηση της υποχρέωσης, κι όχι το “πονάει κεφάλι – κόβει κεφάλι”.

Η δεύτερη βασική σημασία της στράτευσης αφορά τη σχέση μεταξύ των πολιτών με τη χώρα τους που αυτή αντικατοπτρίζει – αλλά και διαμορφώνει. Στα εθνικά κράτη, δηλαδή στα κράτη που είναι συγκροτημένα στο θεμέλιο της εθνικής κοινωνίας που οργανώνουν, είναι αυτονόητη η υποχρέωση των πολιτών να υπερασπιστούν την πατρίδα τους, μιας και το κράτος αποτελεί την – καλύτερη ή χειρότερη – οργάνωση του συλλογικού τους βίου. Αντιθέτως, ο “επαγγελματικός” στρατός αποτελεί τον στρατό των κρατών που δεν έχουν οργανικούς δεσμούς με τους πολίτες τους αλλά αποκλειστικά νομικούς, και που γνωρίζουν ότι δε μπορούν να βασίζονται στην πίστη και την αφοσίωσή τους για την άμυνά τους. Και δε μπορούν, γιατί η σχέση τους με τους υπηκόους τους είναι νομική και συμβατική. Είναι ακριβώς το είδος της σχέσης που επιδιώκεται συστηματικά να καλλιεργηθεί και στην Ελληνική Δημοκρατία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η στροφή προς τον “επαγγελματικό” στρατό γίνεται ταυτόχρονα με την ήπια και διακριτική εισαγωγή στην ελληνική κοινωνία ιδεολογημάτων περί “πολυπολιτισμικής” κοινωνίας και “κακού εθνικισμού”. Δεν είναι τυχαίο, διότι τα δύο αυτά συνδέονται βαθύτατα και οργανικά. Και δεν είναι τυχαίο, πως η στροφή αυτή – αν και πολύ πιο σύνθετη – άρχισε να γίνεται ευρύτερα στη Δυτική Ευρώπη μετά την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ. Όσο η αντιπαράθεση με το σύμφωνο της Βαρσοβίας ήταν στο προσκήνιο, τόσο ορισμένοι επικαλούνταν με μεγάλη ζέση τον πατριωτισμό – και τις εξ αυτού υποχρεώσεις. Μόλις η απειλή αυτή εξέλιπε, και τα ενδιαφέροντά τους στράφηκαν αλλού – μεταξύ άλλων, και τα γεωπολιτικά τους ενδιαφέροντα – τότε αίφνης, άρχισαν να ανακαλύπτουν τις αξίες της “ανοχής”, της “διαφοράς”, της Σάρας, της Μάρας και του κακού συναπαντήματος. Απλή σύμπτωση.

Αλλά η σχέση της ελληνικής κοινωνίας με το ελληνικό κράτος είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη – όσο κι αν ορισμένοι ονειρεύονται ότι θα την αλλοιώσουν με νόμους περί ιθαγένειας, και λοιπών στρατηγημάτων. Και για την Ελληνική Δημοκρατία, η αντιπαράθεση μεταξύ ΝΑΤΟ και Συμφώνου της Βαρσοβίας δεν υπήρξε παρά δευτερεύουσα – αν και σημαντική – ιστορική διαμάχη, για να επηρεασθεί από τη λήξη της. Οι ιστορικές εξελίξεις που αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία και το Ελληνικό Έθνος είναι αυτές που συμβαίνουν στην Ανατολική Μεσόγειο. Κι εδώ…τίποτα δεν έχει αλλάξει – παρά μόνον επιδερμικά.

Η τρίτη θεμελιώδης πολιτική πτυχή του θέματος της καθολικής θητείας σχετίζεται με τον είδος του στρατού που μία χώρα χρειάζεται. Αν και το συγκεκριμένο θέμα σχετίζεται τόσο με τη στρατηγική όσο και με την επιχειρησιακή πτυχή της στράτευσης και της επάνδρωσης ενός στρατού – που θα θίξουμε σε επόμενα σημειώματα – εδώ θα περιοριστούμε αυστηρά στην πολιτική διάσταση του θέματος.

Οι αποστολές των Ενόπλων Δυνάμεων μπορούν εν γένει, απλουστευτικά και για την οικονομία της συζητήσεως να διακριθούν σε “εκστρατευτικές” (expeditionary) και, σε αντιδιαστολή με αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, “εθνικές”. Για να διευκρινιστούν αυτοί οι δύο όροι, θα παραθέσουμε, αρχικά, τον κλασικό ορισμό του “εκστρατευτικού” πολέμου: Είναι το είδος του πολέμου κατά τον οποίον μια ένοπλη δύναμη καλείται να επιχειρεί μακριά από τα πάτρια εδάφη της, και γεωγραφικά μακριά από την οργανωμένη βάση της. Αντίθετα, οι, ας τις αποκαλέσουμε, “εθνικές” αποστολές είναι αυτές που οι Ένοπλες Δυνάμεις αναλαμβάνουν επί του εθνικού εδάφους, ή στην άμεση γεωγραφική περιοχή. Οι ορισμοί αυτοί είναι κατ’ αρχάς τεχνικοί και όχι αξιολογικοί. Αφορούν το είδος του πολέμου, και τις συνακόλουθες επιπτώσεις που έχει σε όλες τις πτυχές της διεξαγωγής και της πολεμικής οργάνωσής (1).

Για λόγους που είναι και επιχειρησιακοί, αλλά κατ΄ εξοχήν πολιτικοί, οι χώρες που επιδίδονταν ή επιδίδονται σε “εκστρατευτικές” επιχειρήσεις, ακόμη κι αν αποτελούν εθνικά κράτη, ανέπτυσσαν πολύ γρήγορα επαγγελματικές ένοπλες δυνάμεις. Ο βασικός πολιτικός λόγος είναι προφανής: οι εκστρατευτικές επιχειρήσεις κατά κανόνα διεξάγονται για την υπεράσπιση συμφερόντων που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν “εθνικά”, και να εξασφαλίσουν την υποστήριξη και (μάλιστα έμπρακτη) των λαών. Για το λόγο αυτό, οι αγγλοσαξωνικές – κατ΄εξοχήν η Βρετανία, ακολουθούμενη σταδιακά από όλες τις άλλες- ανέπτυξαν εξ ολοκλήρου επαγγελματικές ένοπλες δυνάμεις. Βρετανία, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία είναι χώρες που στην ιστορία τους δεν απειλήθηκαν ουσιωδώς από εισβολή και κατοχή του εθνικού τους εδάφους. Δεν ήταν ούτε απαραίτητο, αλλά ούτε κι εφικτό να καθιερώσουν καθολική υποχρεωτική στράτευση για να συμπληρώσουν εκστρατευτικά σώματα που θα επιχειρούσαν στην… Ινδία ή στην Αίγυπτο.

Σε αντίθεση με αυτές, χώρες που συγκρούστηκαν επί του εθνικού τους εδάφους, για τα – δίκαια ή παράλογα – αλλά ειλικρινή εθνικά τους αιτήματα, και που η κάθε σύγκρουση ενείχε άμεσο κίνδυνο για την εθνική τους ακεραιότητα, και για τη ζωή και την ασφάλεια των κατοίκων τους, κατέφευγαν και καταφεύγουν στην υποχρεωτική καθολική θητεία. Από την αρχετυπική επαναστατική Γαλλία και την μεταναπολεόντειο Γερμανία, μέχρι την σύγχρονη Ελβετία και τη Σουηδία, όποιο εθνικό κράτος υφίσταται απειλή επιστρατεύει τους πολίτες του για να αμυνθεί.

Και τα εθνικά κράτη που επιδίδονται και σε εκστρατευτικές επιχειρήσεις, ενώ υφίστανται άμεση εδαφική απειλή, αργά ή γρήγορα αναπτύσσουν ένα παράλληλο ένοπλο οργανισμό για να αναλάβει αυτό το “δυσάρεστο” καθήκον. Η Λεγεώνα των Ξένων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα…

Αναρωτιέται κανείς, πως είναι δυνατόν ένα κράτος να υφίσταται απειλή, και μάλιστα επίθεση, και οι πολίτες του να παρακολουθούν… από τους δέκτες της τηλεοράσεώς τους την εξέλιξη των επιχειρήσεων; Και να παρακολουθούν την αντίδραση της… καθ’ ύλην αρμόδιας υπηρεσίας; Είναι, αλλά χαρακτηρίζει ένα πολύ συγκεκριμένο είδος κράτους: τα αυτοκρατορικά κράτη. Πράγματι, για λόγους που είναι παραπάνω από προφανείς, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (όταν είχε καταστεί πλέον αυτοκρατορία…), ή η Οθωμανική ή όποια άλλη αυτοκρατορία δεν επέβαλαν ποτέ καθολική στράτευση. Το γεγονός αυτό αντανακλά απλώς το είδος της σχέσης (και της δυσπιστίας ή εχθρότητας) που οι αυτοκρατορίες έχουν με τους υπηκόους τους – πλην του εθνικού τους πυρήνα.

Από πολιτικής, λοιπόν, απόψεως, σε ότι αφορά την επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων, τα πράγματα είναι απλά. Και σαφή…

(1). Ο τεχνικός αυτός ορισμός είναι συνοπτικός: Έτσι, η γερμανική επιχείρηση Μπαρμπαρόσα για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση το 1941 δε μπορεί να θεωρηθεί “εκστρατευτικός” πόλεμος, παρά τις μεγάλες αποστάσεις που συνεπαγόταν, αφού αυτός γινόνταν σε εδαφική συνέχεια με τη βάση των δύο στρατών εκατέρωθεν, όπως, αντιστοίχως δε μπορεί να χαρακτηριστεί “εκστρατευτικός” ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, παρά τις, επίσης, τεράστιες αποστάσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s