Ένα σχόλιο για τη Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων

ΔΔΕΕΠρόσφατα ιδρύθηκε από το ΓΕΕΘΑ η Διακλαδική Δύναμη Ειδικών Επιχειρήσεων που θα αποτελέσει την ενιαία διοικητική στέγη για τις μονάδες Ειδικών Επιχειρήσεων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Θα αντιπαρέλθουμε το αισθητικά ατυχές της τελετής – η τελετουργία δεν αποτελεί ισχυρό σημείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχουν πολύ μεγάλο παρελθόν. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε οι φημισμένες Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις είναι διακεκριμένες για την τελετουργία τους – για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Πολύ ατυχέστερη είναι η επιλογή του ρητού του θυρεού: Η φράση «Φοβού τους Δαναούς [και δώρα φέροντες]» έχει καθιερωθεί στο δυτικό κόσμο ως έκφραση δυσπιστίας προς τους Έλληνες και όχι ως έκφραση φόβου ή σεβασμού. Αλλά τα τυπικά είναι μικρής σημασίας.

Θλιβερή υπήρξε – για μία ακόμη φορά – η προκλητική αμέλεια ασφαλείας πληροφοριών εκ μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων, με την έκθεση κεντρικών στελεχών των ειδικών δυνάμεων στο φωτογραφικό φακό και στις ξένες υπηρεσίες πληροφοριών – που δεν τις επιθυμούν για συλλεκτικούς λόγους. Το πνεύμα υπηρεσίας του δημοσίου και όχι πολεμικού οργανισμού έχει δυστυχώς ριζώσει τραγικά στο Υπουργείο Αμύνης.

Αντιπαρερχόμενοι την τελετή κι ερχόμενοι στο ίδιο το γεγονός της ίδρυση της Διοικήσεως, οφείλουμε να συγχαρούμε το ΓΕΕΘΑ, καθώς η ενέργεια δείχνει δύο προφανή θετικά στοιχεία. Αφ’ ενός οι ΕΔ δείχνουν ότι συνειδητοποιούν τη διαφορά μεταξύ των ειδικών και των επίλεκτων δυνάμεων, διαχωρίζοντάς τις διοικητικά. Δεν πρόκειται για φιλοσοφικό ή τυπολατρικό θέμα: η σύγχυση στις έννοιες δημιουργεί σύγχυση στους ρόλους, τις αποστολές και την προετοιμασία, που σε περίοδο επιχειρήσεων αποβαίνει καταστροφική. Επιπλέον, η ενοποίηση, υπό κανονικές (όχι και βέβαιες, πάντως) συνθήκες, θα αποδώσει οφέλη όχι μόνον ως προς την επιχειρησιακή προετοιμασία και χρήση των ειδικών δυνάμεων αλλά και σε ό,τι αφορά θέματα εκπαίδευσης, εξοπλισμού και συντονισμού.

Αφού επισημάνθηκαν τα – κατ΄αρχήν, τουλάχιστον – θετικά στοιχεία της ίδρυσης της διοίκησης, οφείλουν να επισημανθούν τα στοιχεία που αυτή δεν επιλύει από μόνη της, και που είναι ίσως πολύ σημαντικότερα από τα προβλήματα που επιλύει.

Οι Ειδικές Δυνάμεις είναι μια γενική έννοια – στην πραγματικότητα υπάρχουν από την αρχαιότητα και εξελίσσεται ταυτόχρονα με την εξέλιξη του πολέμου. Για να μην μακρηγορούμε, πρόκειται για πολύ μικρές, ιδιαίτερα επίλεκτες και ικανές δυνάμεις πεζικού που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν αποστολές ιδιαίτερα τολμηρές και επικίνδυνες, που όμως οφείλουν να έχουν ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό: η συμβολή τους στην εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων και της πολεμικής σύγκρουσης πρέπει να είναι ανάλογη της επικινδυνότητας και της δυσκολίας των αποστολών. Αλλιώς, αποτελούν μια πανάκριβη σπατάλη πολύτιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων. Η απλή «διείσδυση πίσω από τις εχθρικές γραμμές» και η «καταστροφή στόχων στρατηγικής σημασίας» ή «συλλογή πληροφοριών στρατηγικής σημασίας», έτσι αόριστα διατυπωμένες μπορεί να στερούνται πρακτικής σημασίας.

Οι «σύγχρονες» ειδικές δυνάμεις έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: μικρός αριθμός μελών, εξαιρετική φυσική κατάσταση, εξαιρετικής ποιότητας ελαφρύς οπλισμός, ικανά συστήματα παρατήρησης και επικοινωνιών. Όμως αυτά τα κοινά χαρακτηριστικά απλώς αποτελούν έναν πυρήνα ικανοτήτων και δεξιοτήτων και δε αρκούν για να χαρακτηρίσουν τις μονάδες. Οι μονάδες κατ΄ εξοχήν χαρακτηρίζονται από το ρόλο που αναλαμβάνουν στο συνολικό πλαίσιο της προσπάθειας των Ενόπλων Δυνάμεων. Η επιλογή του ρόλου αυτού, τόσο συνολικά όσο και συγκεκριμένα, μέσω των αποστολών και στόχων που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν οι ειδικές δυνάμεις, αποτελεί τη βασικότερη (αλλά λιγότερο προφανή) επιλογή που αφορά τις ειδικές δυνάμεις και που κρίνει την επιτυχία τους και τη σημασία τους στο πλαίσιο των Ενόπλων Δυνάμεων και των πολεμικών επιχειρήσεων. Γιατί οι απλώς «επιτυχημένες» επιχειρήσεις, όταν αυτές είναι αδιάφορες ή οριακής σημασίας για την εξέλιξη των βασικών επιχειρήσεων ή συνολικά του πολέμου, αποτελούν απλή κατασπατάληση ανθρωπίνου δυναμικού.

Ο εκ των προτέρων προσδιορισμός του ρόλου αυτού είναι κρίσιμος, γιατί δεν επηρεάζει απλώς την επιλογή συγκεκριμένων στόχων και το σχεδιασμό συγκεκριμένων αποστολών αλλά τη συνολική προετοιμασία των μονάδων (καθώς και του πολύ μεγαλύτερου και αφανούς μηχανισμού που τις υποστηρίζει) από πλευράς δόγματος, εκπαίδευσης, ακόμη κι εξοπλισμού – πέραν του βασικού πυρήνα που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Για να γίνουν πιο κατανοητά τα ανωτέρω, αρκεί να εξεταστούν ορισμένα ιστορικά παραδείγματα:

Κατά την πρώτη, τουλάχιστον, φάση του Β’ ΠΠ, οι Βρετανοί και οι Γερμανοί είχαν ο καθένας τις δικές του μονάδες ειδικών δυνάμεων. Λόγω του πολύ διαφορετικού προσανατολισμού της στρατηγικής της κάθε πλευράς, οι μεν γερμανικές ειδικές δυνάμεις είχαν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στην κατάληψη στρατηγικής σημασίας σημείων που θα διευκόλυναν την ταχεία προέλαση των βαρέων μηχανοκίνητων σχηματισμών τους, ενώ οι βρετανοί εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην παρενόχληση των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή περίμετρο – δεδομένου ότι δεν είχαν κάτι άλλο να κάνουν κατά τη φάση εκείνη. Η γερμανική αντίληψη απέφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα, σε αντίθεση με τη βρετανική – η οποία είχε πενιχρά οφέλη, κι αυτά κυρίως ψυχολογικά. Τα ανωτέρω αναφέρονται γιατί καταδεικνύουν τα ακόλουθα:

  1. Οι γερμανικές μονάδες απέφεραν στην πολεμική προσπάθεια της χώρας τους πολύ μεγαλύτερα οφέλη όχι γιατί καθ΄ εαυτές ήταν πιο ικανές, αλλά γιατί ήταν πολύ καλύτερα ενταγμένες στη συνολική πολεμική προσπάθεια των ΕΔ τους. Οι βρετανικές ειδικές δυνάμεις δεν είχαν συγκεκριμένο προσανατολισμό (άλλωστε δεν υπήρχε και συγκεκριμένος προσανατολισμός στη βρετανική στρατηγική κατά τη φάση εκείνη) και περιορίστηκαν σε μια γενική, αόριστη και συγκεχυμένη «παρενόχληση» της στρατηγικής περιμέτρου του εχθρού – με αποτελέσματα τελείως αναντίστοιχα προς την επένδυση σε υλικό και άντρες και προς τις απώλειες.
  2. Το γεγονός αυτό δε σχετίζεται με την επιχειρησιακή ικανότητα των μονάδων καθ΄εαυτών. Οι βρετανικές μονάδες καταδρομών δεν ήταν λιγότερο «σκληρές» ή «επιδέξιες» από τις αντίστοιχες γερμανικές. Ήταν η χρήση τους (και το αντίστοιχο δόγμα) που έκανε τη διαφορά.
  3. Η όποια «τακτική» ή «τεχνική» ανωτερότητα των γερμανικών μονάδων οφειλόταν στο ότι είχαν εξ αρχής έναν συγκεκριμένο επιχειρησιακό προσανατολισμό ο οποίος υπαγόρευε συγκεκριμένες ενέργειες. Το γεγονός ότι ο επιχειρησιακός προσανατολισμός για τους γερμανούς ήταν εκ των προτέρων σαφής και ωρίμαζε επί αρκετό χρονικό διάστημα επέτρεψε την ανάπτυξη τακτικών, δόγματος, εκπαίδευσης κι εξοπλισμού απολύτως προσαρμοσμένων στις αποστολές αυτές. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος της εντυπωσιακής τους επίδοσης.

Κατά τη επόμενη φάση του πολέμου, οι περιστάσεις οδήγησαν στην ανάδειξη των βρετανικών μονάδων ειδικών δυνάμεων στην έρημο σε σημαντικό (ενδεχομένως κάπως υπερτιμημένο, αλλά πάντως σημαντικό) στοιχείο της βρετανικής προσπάθειας στην Βόρειο Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο, με τους SAS και  SBS. Εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι οι βρετανικές ειδικές δυνάμεις αύξησαν τη σημασία τους όταν εντάχθηκαν σε ένα επιχειρησιακό πλαίσιο με σαφή προσανατολισμό: οι γερμανοί στην Βόρειο Αφρική είχαν σοβαρότατα προβλήματα ανεφοδιασμού και το έδαφος της Βορείου Αφρικής – με το οποίο οι βρετανοί ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι λόγω της αποικιοκρατικής ιστορίας τους – ήταν πρόσφορο για τη διεξαγωγή καταδρομικών επιχειρήσεων μακράς ακτίνας. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε και για την SBS, η οποία είχε ένα σαφή και ρεαλιστικό επιχειρησιακό στόχο (τη δημιουργία εντυπώσεως για επικείμενη συμμαχική απόβαση στην Ελλάδα) καθώς και κατάλληλο επιχειρησιακό περιβάλλον: το Αρχιπέλαγος. Για να καταστεί σαφές πόσο σημαντικοί ήταν οι παράγοντες αυτοί, αρκεί να αντιπαραβληθούν με τη δράση της ίδιας μονάδας (της SAS) στην Ευρώπη, μετά την απόβαση στη Νορμανδία. Η μονάδα που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη κι εμπειρία στη Βόρειο Αφρική, όταν εκλήθη να δράσει στη Δυτική Ευρώπη το ’44, καθώς δεν υπήρχε κανένας προφανής ρόλος στο συνολικό σχεδιασμό των Συμμάχων και απλώς ήθελε να «βοηθήσει στις επιχειρήσεις», επιχειρούσε με οχήματα μέσα σε δασώδεις περιοχές με αποτέλεσμα μεγάλες απώλειες και πενιχρά αποτελέσματα. Η ίδια μονάδα, με τις ίδιες ικανότητες, σε άλλο περιβάλλον και με άλλο σχέδιο ήταν σχεδόν άχρηστη.

Για τις γερμανικές ειδικές δυνάμεις μπορεί να ειπωθεί το αντίστοιχο: όσο ο γερμανικός στρατός διενεργούσε επιθετικές επιχειρήσεις με μεγάλες μηχανοκίνητες μονάδες, οι Βραδεμβούργιοι ήταν πολύτιμο εργαλείο στο γνωστό ρόλο. Όταν ο γερμανικός στρατός απλώς αμύνονταν, ο ρόλος τους ήταν περιορισμένος, και η διασπορά τους σε διαφόρους ρόλους και αποστολές (μεταξύ άλλων και σε αντι-ανταρτικές) δε μπορούσε να δικαιολογήσει την επένδυση σε αυτούς – ανεξαρτήτως της αποδυνάμωσης που για ευρύτερους πολιτικούς ρόλους υφίσταντο. Κατά την ίδια, όμως, περίοδο, άλλη γερμανική μονάδα ειδικών δυνάμεων εκτέλεσε αποστολές που καταδείκνυαν την αξία της εύστοχης χρήσης ειδικών επιχειρήσεων, και μάλιστα στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής: η απελευθέρωση του Μουσσολίνι από το Γκραν Σάσσο το 1943 από τους γερμανούς καταδρομείς και η απαγωγή του υιού Χόρτυ στην Ουγγαρία ανέτρεψαν (για σημαντικό χρονικό διάστημα) τις ευρύτερες ισορροπίες του πολέμου, διευκολύνοντας σημαντικά την γερμανική πολεμική προσπάθεια: Μια ολιγομελής ομάδα εκτέλεσε δύο αποστολές που είχαν αποτέλεσμα στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, την ώρα που μεγαλύτερες και τουλάχιστον εξ ίσου καλές αντίστοιχες μονάδες του αντιπάλου φθείρονταν άσκοπα στα δάση της Δυτικής Ευρώπης.

Αν θέλει κανείς να αντιληφθεί το νόημα της παραπάνω παρατήρησης, δεν έχει παρά να αντιπαραβάλει τη δομή, την οργάνωση, το δόγμα και τον προσανατολισμό των σύγχρονων αμερικανικών και των ισραηλινών ειδικών δυνάμεων – κατά τεκμήριο ικανών κι έμπειρων ειδικών δυνάμεων – για να διαπιστώσει κανείς πόσο διαφορετική μορφή και προσανατολισμό μπορούν να έχουν ανάλογα με τα επιχειρησιακά προβλήματα και τις συνολικές αντιλήψεις γι΄ αυτές των οικείων στρατιωτικών οργανισμών τους.

Για να το πούμε πιο απλά: οι ειδικές δυνάμεις δε μπορεί να είναι μια «εργαλειοθήκη γενικής χρήσεως» που θα καλείται να λύνει δύσκολα προβλήματα που προκύπτουν επειδή κάτι τέτοιο αδυνατούν να κάνουν άλλες διαθέσιμες δυνάμεις. Οφείλουν να έχουν συγκεκριμένο δόγμα και προσανατολισμό εντός συνολικού αμυντικού σχεδιασμού. Παρεμπιπτόντως, υπό το πρίσμα αυτό, η δημιουργία μιας μονάδας του ΕΣ για… ανακατάληψη βραχονησίδων δε μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα ενθαρρυντική.

Στο σημείο αυτό τίθεται το κλασικό συναφές ζήτημα σχετικά με το ποιος καθορίζει τις αποστολές και τον προσανατολισμό των ειδικών δυνάμεων. Ιστορικά, στο ζήτημα αυτό υπάρχει μια διελκυστίνδα. Από τη μία πλευρά οι «ορθόδοξοι» αξιωματικοί που διευθύνουν πολεμικές επιχειρήσεις κι εν γένει τη στρατιωτική προσπάθεια μιας χώρας δεν έχουν καλή αντίληψη των δυνατοτήτων και των περιορισμών των ειδικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται με καχυποψία κι εχθρότητα από τις τελευταίες. Από την άλλη, συχνά οι αξιωματικοί των ειδικών δυνάμεων αδυνατούν να κατανοήσουν το συνολικό πλαίσιο της πολεμικής προσπάθειας κι έχουν την τάση να επιδιώκουν αποστολές και τρόπους δράσης περισσότερο επειδή αυτοί ταιριάζουν στις δυνατότητές τους, δηλαδή επειδή μπορούν να τις εκτελέσουν, και λιγότερο επειδή αυτές είναι σκόπιμες στο συνολικό πολεμικό πλαίσιο. Αυτό αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα των ειδικών δυνάμεων ενός πολεμικού οργανισμού, και αυτό πρέπει κατά προτεραιότητα να επιλυθεί, πιθανότατα πριν από οποιαδήποτε άλλη οργανωτική ενέργεια.

Ο βασικός τρόπος, κατά τη γνώμη μας, για να αντιμετωπιστεί το θεμελιώδες αυτό πρόβλημα είναι η ουσιαστική εξοικείωση των επιτελών, τόσο των μη καταδρομέων όσο και των καταδρομέων, με τις πραγματικές δυνατότητες και τις αδυναμίες των ειδικών δυνάμεων κατά την περίοδο της επιτελικής τους εκπαιδεύσεως. Και μια τέτοια ουσιαστική εξοικείωση δε μπορεί να γίνει με διαλέξεις ενημερωτικές αλλά με βαθειά κι εντατική μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας της καταδρομικής και ανορθόδοξης δράσεως καθ΄ όλον τον εικοστό αιώνα και μέχρι τις τελευταίες επιχειρήσεις του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Όλων των επιχειρήσεων, και όχι απλώς των αμερικανικών επιχειρήσεων. Μόνον η συστηματική, αναλυτική και ρεαλιστική μελέτη επιχειρήσεων και συνολικής δράσεως, της τακτικής τους διεξαγωγής και της στρατηγικής τους επίδρασης, των επιτυχιών τους και των αποτυχιών τους, μπορούν να οδηγήσουν σε μια συνολική ωριμότητα σχετικά με τον ρόλο και τις αποστολές των ειδικών δυνάμεων στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Ας μην ξεχνάμε ότι και για τις ειδικές δυνάμεις ισχύει ότι και συνολικά για τις ένοπλες δυνάμεις: έχει πρωτεύουσα σημασία να μελετούμε και να ενημερωνόμαστε σχετικά με το τι συμβαίνει στο εξωτερικό, αφού είναι ο βασικότερος τρόπος να αντλήσει κανείς «εμπειρία» όταν – ευτυχώς – δεν έχει πρωτογενή, δική του. Αλλά η μελέτη της ξένης εμπειρίας οφείλει να είναι σε βάθος και σε πλάτος, και όχι απλός μιμητισμός πραγμάτων που δεν κατανοούμε γιατί συμβαίνουν, εξελίξεων που δε μας αφορούν πάντα, και καινοτομιών που δεν δικαιώνονται πάντα από τα αποτελέσματά τους.

Με αυτές τις σκέψεις, ευχόμαστε από βάθους καρδίας στη νέα Διοίκηση κάθε επιτυχία στο δύσκολο έργο της.

11 Responses to Ένα σχόλιο για τη Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων

  1. Ο/Η T.T. λέει:

    Συγχαρητήρια για ένα ακόμη αξιόλογο άρθρο. Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον θα άξιζε να αναπτυχθεί το θέμα της σχέσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο στρατό με την μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας. Έχοντας γνωρίσει την εκπαιδευτική διαδικασία στο στρατό από την ΣΣΕ μέχρι και την ΑΔΙΣΠΟ θα έλεγα ότι αυτή η σχέση κυμαίνεται μεταξύ αδιαφορίας και φανερής εχθρότητας. Πιστεύω ότι η συζήτηση γύρω από το συγκεκριμένο θέμα θα ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρουσα.

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ ΤΤ,

    Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Νομίζω ότι η άρνηση του ρόλου της στρατιωτικής ιστορίας έχει σχέση με την (ενδεχομένως και ασυναίσθητη) αντίληψη για τη φύση του πολέμου. Για να μην το θέσω πολύ αφηρημένα, έχει σημασία αν το αντιμετωπίζεις ως σκάκι (ενδεχομένως με όλο και καλύτερα πιόνια) ή ως πίστα ηλεκτρονικού.

  3. Ο/Η KΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Φίλε TT,
    Το θέμα της -μη- ουσιαστικής διδασκαλίας της Στρατιωτικής Ιστορίας στους αξιωματικούς είναι πολύ σημαντικό και ως τέτοιο επισημάνθηκε στο παρόν ιστολόγιο στα σχόλια της ανάρτησης ΄΄Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 5ο – A’ ΄΄ (σχόλια 6-9 Ιανουαρίου). Υπάρχει εκεί μια σύντομη συζήτηση, με αφορμή το ανεπαρκές βιβλίο που δίδεται ως ύλη στους αξιωματικούς.
    Τον τελευταίο καιρό αναπτύσσεται μια δυναμική για διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος αλλά όπως έγραψε και εδώ ο Βελισάριος τα αίτια είναι βαθύτερα. Οι ρίζες τους δε, είναι πολιτικές. Η κοινωνία στην πλειοψηφία της προτιμά να μην βλέπει την πιθανότητα να δεχτούμε πολεμικό τελεσίγραφο (π.χ. για την Θράκη) και έτσι προτιμά να επιλέγει πρόσωπα και ιδεολογήματα που παράγουν στράτευμα περισσότερο προς πειθαρχημένο Δημόσιο Οργανισμό και λιγότερο ως πολεμικό όργανο.

  4. Ο/Η Gunner λέει:

    Άλλη μια διοίκηση. Γεμίσαμε διοικήσεις.

  5. Ο/Η T.T. λέει:

    Αγαπητέ Κλεάνθη

    Διάβασα τα σχόλια για το όντως ανεπαρκές εγχειρίδιο στρ. ιστορίας της ΔΕΚΠ. Βέβαια μικρή είναι η σημασία του πλέον αφού η εξέταση στην στρ. ιστορία (και στρ. γεωγραφία) για τους υποψήφιους της ΑΔΙΣΠΟ έχει καταργηθεί, οπότε για τους περισσότερους αξκους θα είναι η μακρινή ανάμνηση από «κάτι» που έκαναν στην IV τάξη της ΣΣΕ. Και φυσικά συμφωνώ ότι οι ρίζες του φαινομένου είναι πολιτικές, αλλά έχω τις επιφυλάξεις μου και θα σε παρακαλούσα για τις απόψεις σου. Πριν την μεταπολίτευση κυβέρνησαν την Ελλάδα και εν ενεργεία και απόστρατοι αξκοι. Ο ανώτατος πολιτειακός άρχων φόραγε στολή. Η κοινωνία δεν εμπνέονταν από τον πασιφισμό. Υποθέτω ότι αν είχε δημιουργηθεί παράδοση μελέτης και στοχασμού πάνω στην στρ. ιστορία, αυτή η παράδοση, έστω και κουτσουρεμένη, θα είχε επιβιώσει. Δεν δημιουργήθηκε όμως. Γιατί;

  6. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    @ T.T.

    Πολύ ενδιαφέρον το ερώτημα που θέτεις. Αν και απευθύνεσαι στο Κλεάνθη, νομίζω ότι μπορώ να δώσω και εγώ μια απάντηση, που (να μη «κλέπτω οπώρας») την έχει αναφέρει ο Κλεάνθης και συμφωνώ απόλυτα μαζί του:

    Οι περισσότεροι έχουν τη γνώμη ότι η σπουδή και η μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας από τους αξιωματικούς (υποψήφιους και ενεργούς), είναι το μάθημα που τους εκπαιδεύει να μη επαναλάβουν σε ένα μελλοντικό πόλεμο, τα λάθη που έγιναν σε προηγούμενους πολέμους. Και ασφαλώς αυτό ισχύει και έχει ένα ειδικό βάρος. Ο βασικός όμως σκοπός της μελέτης της στρατιωτικής ιστορίας, είναι η σπουδή του πολέμου. Ο στρατιωτικός που εκπαιδεύεται και μελετά τη στρατιωτική ιστορία, σπουδάζει:

    1. Τη στρατηγική και τη τακτική.
    2. Τις αρχές του πολέμου και τους κανόνες που διέπουν τις διάφορες μορφές των επιχειρήσεων.
    3. Την οργάνωση των δυνάμεων.
    4. Τη διαδικασία της σχεδίασης και τη διεύθυνση του πολέμου και της μάχης.
    5. Τη σημασία της άξιας ηγεσίας και της ικανής ή κακής, συγκεντρωτικής ή αποκεντρωμένης διοίκησης.
    6. Την αξία και το βάρος που έχουν για την επιτυχή διεξαγωγή των επιχειρήσεων η εκπαίδευση, οι ηθικοί παράγοντες και η πειθαρχία.
    7. Τις αιτίες εξ αιτίας των οποίων διασαλεύεται η πειθαρχία, πέφτει το ηθικό και διαλύεται η συνοχή του στρατεύματος.
    8. Και γενικά όλα όσα αφορούν το πόλεμο και τη διεξαγωγή του.

    Δες τώρα με ποιο τρόπο διδάσκεται η πολεμική τέχνη, ή η διοίκηση και η ηγεσία στις στρατιωτικές σχολές, από τη ΣΣΕ μέχρι την ΑΣΠ (επί των ημερών μου):

    Θεωρητικά. Μόνο. Ένα προβολικό μηχάνημα που παρουσιάζει στην οθόνη, πχ τους κανόνες της άμυνας. Τους οποίους ο εκπαιδευόμενος θα πρέπει να τους μάθει αποστήθιση για το διαγώνισμα. Πιθανό ο καθηγητής, αξιωματικός ε.ε. ή ε.α., να δίνει και κάποιες σημειώσεις για το περιορισμό της ύλης. Διότι για σπουδή του ΕΕ 100-1, ούτε λόγος. Επειδή πολύ απλά δεν φθάνει ο χρόνος. Τώρα αν ο καθηγητής «το έχει», μπορεί να προσφέρει κάτι παραπάνω.

    Ας πάρουμε τώρα τους κανόνες της Άμυνας:
    1. Κατάλληλη εκλογή και χρησιμοποίηση του εδάφους.
    2. Ασφάλεια.
    3. Ολόπλευρη άμυνα.
    4. Κλιμάκωσε σε βάθος.
    5. Ευκαμψία.
    6. Επιθετική στάση.
    7. Αμοιβαία υποστήριξη.
    8. Ορθή χρησιμοποίηση του διατιθέμενου χρόνου.
    9. Συντονισμός σχεδίων και μέτρων άμυνας.

    Αν τώρα κάποιος είναι διαβαστερός, ή έχει ικανότητα στην αποστήθιση και μάθει τους παραπάνω 9 τίτλους και γράψει καλά στο διαγώνισμα, τι θα σημαίνει αυτό; Ότι κατάλαβε το τι σημαίνει αμοιβαία υποστήριξη, ή ότι μπορεί να εκλέξει τη κατάλληλη τοποθεσία για να εγκατασταθεί αμυντικά; Και ασφαλώς όχι.

    Το παραπάνω ζήτημα να το θέσω λίγο διαφορετικά για να γίνει αντιληπτό. Να το τοποθετήσω στη διάσταση των ΑΕΙ

    Η πολεμική τέχνη διδάσκεται θεωρητικά. Έτσι είναι. Είναι θεωρητικό μάθημα. Η στρατιωτική ιστορία είναι εργαστηριακό μάθημα.

    Η αναλυτική σπουδή και η σε βάθος μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας, παράγει πραγματικούς αξιωματικούς. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Ελληνική πολιτεία θέλει να διαθέτει ικανούς αξιωματικούς. Και η γνώμη μου είναι ότι δεν το θέλει. Επειδή αυτό αποδεικνύει το πρόγραμμα εκπαίδευσης της ΣΣΕ. Ή ότι οι εξετάσεις για την ΑΔΙΣΠΟ δεν περιλαμβάνουν στρατιωτική ιστορία.

    Υπόψη ότι όλοι οι μεγάλοι στρατιωτικοί ηγέτες είχαν μελετήσει στρατιωτική ιστορία. Οι μεγάλοι όμως εμφανίζονται σπάνια. Σκέψου τι γίνεται με τους συνηθισμένους που επιπλέον δεν μελετούν τη στρατιωτική ιστορία.

  7. Ο/Η T.T. λέει:

    Ευχαριστώ για την απάντηση. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.

  8. Ο/Η KΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Αγαπητέ T.T.,
    Το θέμα είναι πράγματι ενδιαφέρον. Η άποψή μου είναι η εξής: Όπως εύστοχα έγραψες με την λέξη ΄΄στοχασμός΄΄ και υπενθύμισε αναλυτικά ο Αρματιστής, η συστηματική μελέτη της Στρατιωτικής Ιστορίας σχετίζεται άμεσα με την εξέλιξη της στρατιωτικής σκέψης και της τέχνης του Πολέμου. Εδώ έγκειται μια μεγάλη εθνική αδυναμία. Έχουμε -ως κοινωνία- σοβαρό πρόβλημα με ότι αφορά την συστηματική και μακροχρόνια προετοιμασία σε κρίσιμους τομείς συλλογικής δράσης, Εθνική Οικονομία, Άμυνα. Η συναισθηματική μας φύση, η προβολή του ατόμου απέναντι στο σύνολο και η πεποίθηση ότι ανήκουμε σε ένα ΄΄ευλογημένο΄΄ έθνος, οδηγούν στην απαίτηση για γρήγορα αποτελέσματα, ειδάλως -δεν μπορεί- θα πρόκειται για προδοσία. Έτσι δεν υπάρχει ελληνική παράδοση στην συστηματική εξέλιξη των επαγγελματικών παραμέτρων που αναγκαιούν στην εθνική πρόοδο, περισσότερο συμβάλει ο ατομικός κόπος και ικανότητα.
    Οι έλληνες αξιωματικοί δεν αποτελούν εξαίρεση γιατί δεν ανήκουν σε ξεχωριστή κοινωνική ελίτ, ήδη από τον Ά ΠΠ προήρχοντο από την αγροτική και μικρομεσαία τάξη. Η δε εμπλοκή τους στην πολιτική δεν απετέλεσε ένα επαγγελματικό και σταθερό πόλο εξουσίας που ίσως -ανορθόδοξα βέβαια- θα παρήγαγε αναβάθμιση της γνώσης του τι εστί πόλεμος. Αντίθετα, με πολιτικές ρίζες, ήταν αποσπασματική, βραχύβια η κάθε μια (πλήν χούντας), στηριζόμενη σε συναδελφικές φατρίες και πολιτικούς πάτρωνες. Κανείς στρατιωτικός δεν απέκτησε μακρόχρονη επιρροή αντίστοιχη των Ελ. Βενιζέλου, Γ. Παπανδρέου και υιού του και του Κ. Καραμανλή. (Ο Μεταξάς ήδη από τον Α΄ ΠΠ ήταν περισσότερο πολιτικός παρά στρατιωτικός).
    Το πρόβλημα λοιπόν για την στρατιωτική παράμετρο της Εθνικής Άμυνας δεν είναι το είδος της εξουσίας, στρατιωτικός ή πολιτικός αλλά η εθνική αδυναμία να δουλέψουμε α. συστηματικά β. ως Σύνολο γ. για το αύριο, για τα παιδιά μας. Η Παιδεία οφείλει να αφήσει λίγο τους προγόνους και να καταπιαστεί με τις αδυναμίες μας.
    Πάντως μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι η μελέτη της Στρατιωτικής Ιστορίας παλαιοτέρα ήταν πολύ καλύτερη. Από τη ΄΄Μεγάλη Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια΄΄ του 1927 έως το τεράστιο έργο επαγγελματικής μελέτης των εθνικών αγώνων του αντιστράτηγου Κανελλόπουλου της ΔΙΣ, αρκετά βιβλία ασχολήθηκαν με τους πολέμους και την κριτική τους, όσο βέβαια επέτρεπε ο πολιτικός φανατισμός, μέχρι και την 10ετία του ΄60. Όπως είναι φανερό από τα προηγούμενα, όταν οι φυσικοί πρωταγωνιστές των πολέμων άρχισαν να σβήνουν βιολογικά και η μεταπολιτευτική Ελλάδα αποφάσισε ότι η ευημερία ήταν πια μονόδρομος, η έννοια Στρατιωτική Ιστορία θεωρήθηκε ΄΄παλιά πολιτέματα΄΄ παρήκμασε, έμεινε τώρα μόνο η Ιστορία.
    Ισχύς δια της γνώσεως, των computers, tromara mas.

  9. Ο/Η T.T. λέει:

    Κλεάνθη, ευχαριστώ για την απάντηση, έχεις το χάρισμα να αποκρυσταλλώνεις σε λίγες γραμμές έναν όγκο γνώσεων, σκέψεων, παρατηρήσεων. Ως προς την ουσία του θέματος point taken, που λέμε και στα ελληνικά.

  10. Ο/Η KΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Σε ευχαριστώ και εγώ.

  11. Παράθεμα: ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Ε/Π ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. | ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΣΤΡΑΤΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s