Ένα μικρό σχόλιο για τις εξελίξεις στην Τουρκία και ο Παναγιώτης Κονδύλης

Κονδύλης - Θεωρία του ΠολέμουΟι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία μας αφορούν, προφανώς, άμεσα. Ως η βασικότερη στρατηγική απειλή εναντίον της χώρας, η Τουρκία υποτίθεται ότι αποτελεί αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης και ανάλυσης εκ μέρους της χώρας μας, ιδιαίτερα καθώς αποτελεί ιστορικό της και όχι συγκυριακό αντίπαλο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αριστερών προελεύσεως αντιδράσεις – που αντανακλαστικά τάσσονται υπέρ του οποιουδήποτε αντιμετωπίζει την οποιαδήποτε αστυνομική αρχή – η  γενική πεποίθηση που φαίνεται να σχηματίζεται στην κοινή γνώμη είναι πως τα επεισόδια θα αποδυναμώσουν το τουρκικό κράτος, τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά, κι ενδεχομένως να θέσουν σε κίνηση μηχανισμούς διαλύσεώς του.

Ειδικότερα, ο συλλογισμός είναι ότι οι τελευταίες εξελίξεις έφεραν στην επιφάνεια ένα βαθύ και επί πολλές δεκαετίες υφέρπον χάσμα μεταξύ της εκκοσμικευμένης μεσαίας τάξης των πόλεων, και μάλιστα της δυτικής Τουρκίας, που αποτελούσαν τους στυλοβάτες του κεμαλικού κράτους, και μεταξύ των φτωχότερων αγροτικών, παραδοσιακών μαζών της Ανατολίας που αποτελούσαν τον ισλαμιστικό (ή, εν πάση περιπτώσει έντονα θρησκευόμενο) και καταπιεζόμενο πόλο της γείτονος. Η άνοδος του ισλαμιστικού κινήματος, με την ενίσχυση του κεμαλικού βαθέως κράτους κατά τη δεκαετία του ’70, η χαρακτηριστική πολιτική επιτυχία του Ερντογάν, καθώς και η εμφάνιση μιας ισλαμιστικού προσανατολισμού μεγάλης και μεσαίας επιχειρηματικής τάξης έδωσε αρκετή πολιτική ισχύ στο δεύτερο πόλο ώστε αυτός να κυριαρχήσει και να επιχειρήσει να αντιστρέψει τους όρους, επιδιώκοντας την αλλαγή του προσανατολισμού της Τουρκίας από κοσμική σε ισλαμιστική. Σε μία δεύτερη, βαθύτερη ανάγνωση, η αναταραχή αυτή έχει φέρει στην επιφάνεια την πολυεθνική σύνθεση της Τουρκίας, η οποία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τη συνοχή της.

Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι η κρίση θα αποτελέσει βραχυπρόθεσμο πλήγμα για την Τουρκία, την οικονομική της ισχύ και την πολιτική της ισχύ.

Ο τουρκικό τουρισμός υπέστη ένα βαρύτατο πλήγμα, κι αυτό με τη σειρά του θα επιφέρει αλυσιδωτά προβλήματα στην ούτως ή άλλως παραφουσκωμένη τουρκική οικονομία. Επιπλέον, ο ρόλος της Τουρκίας ως ηγέτιδας σουνιτικής δύναμης στο Μεσανατολικό χώρο έχει υποστεί κι αυτός σημαντικό βραχυπρόθεσμο πλήγμα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ήταν ο ρόλος στον οποίον οφείλεται η υπομονή και η ανοχή των ΗΠΑ προς την Τουρκία τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια. Τα πλήγματα αυτά, δεδομένης της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, είναι ένας μικρός από μηχανής θεός για τη χώρα μας.

Όμως, θα ήταν υπερβολικό να εναποθέσουμε πολύ μεγάλες ελπίδες στον τελευταίο κλονισμό και στη δυναμική που αυτός απελευθέρωσε (ή ελπίζουμε ενδόμυχα ότι απελευθέρωσε) στην τουρκική κοινωνία. Και αυτό για εξής λόγους:

Μία οικονομική κρίση ενός έτους (ή και μεγαλύτερη) μπορεί να ανακόψει την τάση ανάπτυξης μιας οικονομίας, αλλά δεν την αντιστρέφει, τουλάχιστον όχι άμεσα, όχι γρήγορα και όχι εύκολα. Τα συνεχόμενα έτη ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας την έχουν φέρει σε ένα άλλο επίπεδο από αυτό που ήταν στο παρελθόν. Το επίπεδο αυτό είναι, πλέον κατακτημένο. Αν ανακοπεί η τάση, θα υπάρχουν διακυμάνσεις γύρω από το νέο επίπεδο, αλλά το ίδιο το επίπεδο είναι, πλέον κατακτημένο. Πολύ περισσότερο, αυτό ισχύει για τις παραγωγικές δυνατότητες της Τουρκίας. Το μεγάλο άλμα βιομηχανοποίησης και τεχνολογικής προόδου που έκανε κατά την τελευταία δεκαετία η Τουρκία (και, που φυσικά, δεν έγινε εκ του μηδενός αλλά προετοιμαζόταν και με πιο αργούς συνέβαινε ήδη πιο πριν) δεν καταστρέφεται. Παραμένει κατάκτηση και δεδομένο της τουρκικής οικονομίας. Πολύ περισσότερο που το επίτευγμα αυτό δεν είναι απλώς «μακροοικονομικό», αλλά αποτελεί κοινωνικό και οργανωτικό επίτευγμα. Όταν μια κοινωνία τα επιτυγχάνει, αυτά αποτελούν πλέον κτήμα της. Κι αν, σε μικρό βαθμό υποχωρήσουν, η δυναμική πλέον υπάρχει. Η Τουρκία έχει, δυστυχώς για εμάς, επιλύσει το πρόβλημα της παραγωγικότητάς της.

Με άλλα λόγια: η Τουρκία θα αντιμετωπίσει μια οικονομική δυσχέρεια, ασφαλώς. Αλλά ας μην περιμένει κανείς ότι η Τουρκία θα επανέλθει στην κατάσταση που ήταν πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια. Και, κυρίως, μην περιμένει κανείς ότι η Τουρκία θα επανέλθει στην κατάσταση οικονομικής αδυναμίας που είχαμε συνηθίσει κατά τις πιο προηγούμενες δεκαετίες, και οι οποίες μας έδιναν μια σχετική άνεση στην αντιμετώπισή της.

Ας θυμηθούμε πως προσέγγισε το θέμα ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης δεκαεπτά χρόνια πριν, στο περίφημο «Επίμετρο» της Θεωρίας του Πολέμου, που τόσο ενόχλησε διάφορες ευαίσθητες και καλλιεργημένες ψυχές στη χώρα μας. Η ακρίβεια με την οποία προέβλεπε το δικό μας σημερινό χάλι, θα όφειλε να μας βάλει σε σκέψεις:

Όμως ποιά οικονομία δικαιούται να χαρακτηρισθεί ακμαία και με ποια κριτήρια; Επειδή ποικίλες οικονομολογικές αλχημείες συσκοτίζουν σήμερα τα πράγματα και τα πνεύματα στο σημείο αυτό, ας μου συγχωρεθεί να παραμείνω απλοϊκός και να πω: ακμαία είναι μια οικονομία όταν παράγει με ανοδικούς ρυθμούς απτά αγαθά, τόσο για την ικανοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων εγχωρίων αναγκών όσο και για την εξαγωγή προς αποπληρωμή άλλων αγαθών, τα οποία η εκάστοτε χώρα δεν μπορεί ή δεν θεωρεί σύμφορο να παραγάγει η ίδια, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλεόνασμα. Η οικονομία συνίσταται ουσιωδώς στην παραγωγή αγαθών και σε όσες υπηρεσίες προσφέρονται πάνω στη βάση αυτή (και στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι υπηρεσίες συμμετέχουν στη διαμόρφωση του εθνικού εισοδήματος με ποσοστό περίπου 60%, όμως άλλο είναι το 60% πάνω στην παραγωγική βάση της Ελλάδας και άλλο πάνω στην παραγωγική βάση των Ηνωμένων Πολιτειών). Δεν συνίσταται ούτε σε δείκτες παντοειδών μεγεθών ούτε σε χρήμα. Δείκτες ανάπτυξης του 2 ή 3% δεν σημαίνουν πολλά πράγματα, όταν η ανάπτυξη σημαίνει την αύξηση των «υπηρεσιών» (όπερ προ παντός στην Ελλάδα υποδηλοί τον φρέσκο αέρα)· και η μείωση του πληθωρισμού, δηλαδή το «υγιές χρήμα», επίσης είναι μικρό επίτευγμα, όταν προκύπτει από τη συρρίκνωση της οικονομίας: οπού κανένας δεν αγοράζει τίποτε και κανένας δεν πουλάει τίποτε, εκεί δεν υπάρχει φυσικά ούτε πληθωρισμός. Πλείστοι όσοι χαίρουν, γιατί στην Ελλάδα ο πληθωρισμός περιορίσθηκε το 1997 στο ύψος του 5 ή 6%. Όμως η βιομηχανική παραγωγή παραμένει στάσιμη πάνω από μια δεκαπενταετία (δεν είναι τυπογραφικό λάθος), ενώ τα ετήσια ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου φτάνουν πλέον τα 16, 17 και 18 δισεκατομμύρια δολλάρια (ούτε αυτό είναι τυπογραφικό λάθος). Αμφιβάλλω τα μέγιστα αν αυτός είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει σε μιαν ακμαία οικονομία, ικανή να στηρίξει την άμυνα της χώρας. Η μείωση του πληθωρισμού διόλου δεν αποτελεί επαρκή όρο για την ενθάρρυνση παραγωγικών-βιομηχανικών επενδύσεων, και αυτό θα αποδειχθεί προσεχώς. Εδώ το δραστικό φάρμακο είναι ένα μόνο, και είναι οδυνηρό. Κεφάλαια για επενδύσεις εξοικονομούνται από την περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισμού. Και όσα κεφάλαια εξοικονομηθούν έτσι πρέπει με τη σειρά τους να επενδυθούν πράγματι παραγωγικά, να δώσουν δηλαδή στη χώρα μιαν αξιόλογη σύγχρονη βιομηχανική υποδομή. Τέτοιες επενδύσεις είναι ασφαλώς πολύ δυσκολότερες από τις επενδύσεις σε παντοειδή «δημόσια έργα» συχνά αμφίβολης χρησιμότητας, γιατί θέτουν πολύ επιτακτικότερα το πρόβλημα της εκπαίδευσης, της τεχνογνωσίας και της παραγωγικότητας. Η περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισμού, με τον οποίο έχει συνυφανθεί πλέον ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός της χώρας, προσκρούει, πάλι, στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σε πελατειακή βάση.  

Κι ακόμη:

Οι αριθμοί είναι συντριπτικοί και καλύπτουν συμμετρικά όλους τους τομείς, από τους οικονομικούς με την ευρύτερη ίσαμε τους εξοπλιστικούς με τη στενότερη έννοια. Αν το 1980 το ελληνικό ακαθάριστο εθνικό προϊόν αποτελούσε σχεδόν το 80% του τουρκικού, το 1995 είχε πέσει στο 40% περίπου. Αν το 1980 η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αποτελούσε το 60% της τουρκικής, το 1995 δεν ήταν πάνω από το 30%, καί ιδιαίτερα στην παραγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού η σχέση πέρασε από το 70% του 1980 στο 35% του 1995. Ενώ το 1980 οι ελληνικές εξαγωγές ήσαν σχεδόν τριπλάσιες των τουρκικών, δεκαπέντε χρόνια αργότερα αποτελούσαν μόλις το 60% εκείνων. Η επίπτωση της δραστικής αυτής μεταβολής των οικονομικών συσχετισμών πάνω στο ύψος των στρατιωτικών δαπανών ήταν γενικότατα η εξής: από το 1985 και μετά οι κατά κεφαλήν στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 80% στην Τουρκία καί μειώθηκαν κατά 20% στην Ελλάδα. Τα συνολικά μεγέθη εξελίχθηκαν ως εξής (σε σταθερές τιμές του 1990): η Ελλάδα ξόδεψε το 1980-1984 κατά μέσον όρον 3.820 εκ. δολλ. καί το 1995 3.893 (περίπου τα ίδια), ενώ η Τουρκία ξεκινώντας από λιγότερα την περίοδο 1980-1984 (ήτοι 3.765 εκ. δολλ.) έφτασε τα 6.379. Αυτό σημαίνει: πρίν από 15 χρόνια η Ελλάδα υπερτερούσε, έστω και κατά 1%, σήμερα υστερεί, και μάλιστα σχεδόν κατά 40%! Ακόμα πιο αισθητή είναι η διαφορά όχι πλέον στις γενικές στρατιωτικές, αλλά ειδικά στις νευραλγικές εξοπλιστικές δαπάνες. Στο διάστημα 1980-1984 η Ελλάδα έδινε για εξοπλισμούς 665 εκ. δολλ. κατά μέσον όρον, για να φτάσει τα 771 το 1995, ενώ η Τουρκία πέρασε στην ίδια δεκαπενταετία από τα 343 στα 2.405 εκ δολλ. – από το διπλάσιο υπέρ της Ελλάδας στο τριπλάσιο υπέρ της Τουρκίας! (Το ίδιο από άλλη οπτική γωνία: το 1977 η Ελλάδα εισήγαγε όπλα αξίας 752 εκ. δολλ. και η Τουρκία 245, το 1987 τα ελληνικά εισαγόμενα όπλα στοίχισαν 187 εκ. δολλ., ενώ τα τουρκικά 925!). Ίσως ακόμα σημαντικότερο μακροπρόθεσμα είναι το γεγονός ότι η Τουρκία συνέδεσε το εξοπλιστικό της πρόγραμμα με την ανάπτυξη δικής της πολεμικής βιομηχανίας μέσω εκτεταμένων προγραμμάτων συμπαραγωγής· έτσι, σήμερα είναι αυτάρκης κατά το 30% περίπου, με ανοδική τάση και με εξαγωγική κατεύθυνση (προ καιρού π.χ. η Αίγυπτος αγόρασε αεροπλάνα F-16 τουρκικής παραγωγής). Αντίθετα, ο ελληνικός βαθμός αυτάρκειας έπεσε από το 15-20%, όπου βρισκόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στο 5% περίπου – και φοβούμαι ότι σ’ αυτό το 5% περιλαμβάνονται στατιστικά και προϊόντα ουσιαστικώς άχρηστα, όπως λ.χ. το στατικό αντιαεροπορικό σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ 30, στο όποιο επί μία δεκαετία σπαταλήθηκαν αδίκως 110 δισ. δρχ. Πολιτικά σφάλματα εμπόδισαν να μετριασθεί κάπως η ελληνική οργανωτική και τεχνική ανικανότητα μέσω προγραμμάτων συμπαραγωγής.

Αυτή την κατάσταση αποτύπωσε ο Π. Κονδύλης το 1997, πριν από την παραγωγική απογείωση της τουρκικής οικονομίας, και πριν από την παραγωγική κατάρρευση της «ισχυρής Ελλάδος», και αν τα μεγέθη αυτά προβληθούν στο σήμερα, η εικόνα θα είναι μάλλον εφιαλτική.

Η κατάσταση αυτή δεν αντιστρέφεται από μια κρίση στον τουρισμό της Τουρκίας…

Ο δεύτερος λόγος που θα έπρεπε να περιορίσει την κρυφή μας ικανοποίηση ή και την ανακούφισή μας για την εκδήλωση του ρήγματος μεταξύ κοσμικών και ισλαμιστών στην Τουρκία είναι η ιστορική συνέπεια αυτής της σύγκρουσης. Και πάλι, το ζητούμενο δεν είναι η βραχυπρόθεσμη επιρροή της κρίσης επί του αντι-σιιτικού ρόλου της Τουρκίας, αλλά η γενικότερη ιστορική προοπτική. Επειδή συχνά, ρητά ή υπόρρητα, υπάρχει η εκτίμηση – αξεδιάλυτη από την ενδόμυχη επιθυμία – να οδηγήσει το ρήγμα αυτό σε διάσπαση της γείτονος, και άρα σε άμβλυνση της πίεσης που δεχόμαστε εξ αυτής.

Ιδού μια άλλη εκτίμηση για την πιθανή εξέλιξη της τουρκικής εσωτερικής ένταση, όπως την αποτύπωνε ο Κονδύλης 13 έτη πριν:

Θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να θεωρήσει κανείς τις εσωτερικές αντιφάσεις και διαμάχες, που σημαδεύουν βαθιά το τουρκικό έθνος, ως παράγοντα με αναγκαστικά αρνητική επίδραση πάνω στο γεωπολιτικό του δυναμικό. Ο Machiavelli, που ασφαλώς κάτι εγνώριζε από πολιτική, υπογράμμιζε ότι την αδιάκοπη επέκταση της Ρώμης προς τα έξω την προκαλούσαν οι συνεχείς διενέξεις μεταξύ πληβείων και πατρικίων στο εσωτερικό, ακριβώς δηλαδή ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί η αγιάτρευτη πληγή της πόλης. Ώστε οι εσωτερικές τριβές και αντιφάσεις σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις θέτουν σε κίνηση μια χειμαρρώδη επεκτατική ορμή. Αν αυτό γίνει πράγματι, τότε ό,τι στα προκατειλημμένα μάτια των «εκσυγχρονισμένων» και «πολιτισμένων» «δημοκρατών» εμφανίζεται ως «υπανάπτυξη» καί άρνηση της «κοινωνίας των πολιτών», μεταβάλλεται σε ιδεώδες μίγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής με όλα τα μέσα. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες – μάζες τέτοιες, καθοδηγούμενες από ξεσκολισμένες, μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες διπλωματικές και στρατιωτικές ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτού του μέσου όρου και αυτής της πλαδαρότητας. Σε σχέση με τη σημερινή Τουρκία, είναι πρακτικά αδιάφορο σε ποιο χωνευτήρι θα συντηχθούν οι αντιφάσεις, σε ποια κοίτη θα μπουν και με ποια πρόσημα θα προβάλουν, αν δηλαδή θα πάρουν μάλλον ισλαμική, μάλλον στρατιωτικο-κεμαλική ή μάλλον οικονομικο-πολιτική («δυτική») χροιά. Μπροστά στην επεκτατική εκδίπλωση του γεωπολιτικού δυναμικού όλα αυτά είναι επιφανειακά και συμβεβηκότα, πολύ περισσότερο γιατί, όποια ελίτ κι αν πάρει στα χέρια της μακροπρόθεσμα τα ηνία, για να προσελκύσει κατά το δυνατόν ευρύτερες μάζες θα καταφύγει σ’ έναν ελαστικό ιδεολογικό εκλεκτισμό. Οι «κεμαλιστές» στρατιωτικοί, oι οποίοι το 1997 καταπολεμούν τον «ισλαμισμό» φοβούμενοι ότι δεν μπορούν πλέον να τον ελέγξουν, ενθάρρυναν μετά το πραξικόπημα του 1980 μετριοπαθείς θρησκευτικές τάσεις θέλοντας να τις χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο εναντίον του αριστερού ριζοσπαστισμού· το ίδιο έκανε κι ο πρωθυπουργός Οζάλ λίγο αργότερα, παρά τον κατά τα αλλά φιλελεύθερο-οικονομιστικό προσανατολισμό του.

Γενικά, οι εσωτερικές αντιφάσεις επιδρούν παραλυτικά στους ανίσχυρους, ενώ αποδεσμεύουν επεκτατικές δυνάμεις σε όσους έχουν εκ των πραγμάτων ένα τέτοιο γεωπολιτικό δυναμικό, ώστε δεν τους απομένει παρά το άλμα ή η φυγή προς τα εμπρός. Με άλλα λόγια: τα βαθύτερα στρώματα της ιστορικής και κοινωνικής ύπαρξης ενός συλλογικού υποκειμένου προσδιορίζουν το πώς θα λειτουργήσουν oι εσωτερικές του αντιφάσεις. Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς την επέκταση.

Ασφαλώς, κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει το μέλλον. Όμως, αν η εσωτερική ένταση στην Τουρκία δεν οδηγήσει σε διάσπαση, όπως πολλοί νομίζουν ή προβλέπουν, αλλά απλώς σε μία ισορροπία δυνάμεων – καθώς η συνεχής άνοδος των ισλαμιστών θα ανακοπεί κι αυτοί θα εξαναγκαστούν να αναγνωρίσουν τα όρια της ισχύος τους, και να κληθούν να συμβιώσουν με τους διαφόρων αποχρώσεων κοσμικούς – τότε το νέο κράμα που θα προκύψει θα είναι όντως νέο-οθωμανικό. Κι ο δυναμισμός ενός τέτοιου κράματος θα είναι απείρως πιο επικίνδυνος για εμάς, αν δεν έχουμε βγει από την παρούσα ιστορική αφασία μας.

12 Responses to Ένα μικρό σχόλιο για τις εξελίξεις στην Τουρκία και ο Παναγιώτης Κονδύλης

  1. Ο/Η Konion λέει:

    Συνεπώς το πρόβλημα της μη προβλέψεως γεγονότων ανάγεται στο τρόπο με τον οποίο είναι δομημένη η ελληνική πολιτεία.

  2. Ο/Η Φτωχός και μόνος κάου - μπόυ λέει:

    Ενδιαφέρον κείμενο. Μόνο που οι ισλαμιστές της Τουρκίας δε δρουν αυτόνομα και ανεξάρτητα από το σύνολο του ισλαμικού κόσμου. Τα μετριοπαθή ισλαμικά καθεστώτα μοιάζουν όλο και πιο ανήμπορα να ελέγξουν τις ακραίες σαλαφιστικές τάσεις που κυριαρχούν στο Μαγκρέμπ και απλώνονται σιγά σιγά ως την καθ’ημάς Ανατολή. Με τους κεμαλιστές στο καναβάτσο (προσωρινά; μόνιμα;) και τους ισλαμιστές να υποχωρούν όλο και περισσότερο από το αρχικό ανεκτικό τους προφίλ, το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο για την πολιτική κατάσταση των γειτόνων. Η όποια πολιτική σύνθεση θα προκύψει μετά από πολύ ισχυρές συγκρούσεις που δε βλέπω να είναι βραχύχρονες. Το κοκταίηλ περιλαμβάνει επίσης θρησκευτικές μειονότητες (αλεβίτες κυρίως), εθνικές (κούρδους – ανοιχτό παραμένει το ζήτημά τους) αλλά και πολιτικές (μια αριστερά που αναδύεται δειλά μετά από την εξόντωσή της τις δεκαετίες του 70 και του 80). Είναι πάρα πολλές οι παράμετροι και να προσθέσουμε και την οικονομία της χώρας που άρχισε να δείχνει σημάδια κόπωσης, με τους δείκτες ανάπτυξης να περιορίζονται σημαντικά και την ανεργία να βρίσκεται πολύ ψηλά. Ό,τι και να γινει πάντως, εύχομαι να κρατήσει πολύ και να κοστίσει πολύ. Για να κερδίσουμε χρόνο ώστε να διαχειριστούμε το ζήτημα από τη δική μας πλευρά.

  3. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ ΦΚΜΚ,
    Δε θέλω να παραστήσω τον εμπειρογνώμονα επί του ισλαμισμού, τουρκικού, αραβικού ή άλλου. Όμως από τις εγκυκλοπαιδικές αναγνώσεις αντιλαμβάνομαι ότι και ο ισλαμισμός – σε αμυδρή αντιστοιχία με το χριστιανισμό, και μάλιστα τον ορθόδοξο – έχει έντονες τάσεις εθνοκεντρισμού. Και στους μεν άραβες, που κατ΄ ουσίαν αποτελούν ένα έθνος, οι ισλαμικές τάσεις ανάμεσα στα αραβικά κράτη δεν είναι στεγανές αλλά τείνουν να ενοποιούνται και πάντως επικοινωνούν, η δε Τουρκία είναι άλλη υπόθεση. Αφ΄ενός η επικρατούσα τάση του ισλαμισμού δεν είναι σαλαφιστική αλλά χαναφιστική, αφ΄ετέρου έχει στενότατους δεσμούς με το τουρκικό έθνος – έστω και με την προηγούμενη οθωμανική του υπόσταση. Τα θρησκευτικά τάγματα που συντήρησαν και εκτρέφουν τον ισλαμισμό στην Τουρκία παρέμειναν και παραμένουν χαρακτηριστικά οθωμανικά.

    Εδώ τίθεται το λεπτό θέμα της αλληλεπίδρασης πολιτικής και θρησκείας, που δεν είναι απλή και δεν «υφίσταται ή δεν υφίσταται». Αλληλεπιδρά με άλλους παράγοντες, πολιτικούς, κοινωνικούς κλπ. Έτσι, βεβαίως τούρκοι ισλαμιστές μπορεί να επέβαιναν στο Μαβί Μαρμαρά, όπως κι έλληνες εθελοντές είχαν πάει στη Σερβία λόγω του ομοδόξου, αλλά και στις δύο περιπτώσεις η άμεση εμπλοκή ήταν οριακή. Συνέργεια και επίδραση μπορεί να υπάρχουν, αλλά πρόκειται απλά για αυτό και όχι για ενιαίο φαινόμενο. Πιο απλά, κατά τη γνώμη μου ο τουρκικός ισλαμισμός μπορεί να επηρεάζεται από και να έχει κάποιες υπόγειες με τον αραβικό (σουνιτικό) ισλαμισμό, να επιδιώκει και να αντλεί πολιτικά οφέλη από αυτόν, αλλά μέχρι εκεί.
    Οι συνθέσεις μπορεί να είναι δύσκολες, αλλά μπορεί να έρθουν και ταχύτατα. Μην ξεχνάμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα ήταν μια υπερεθνική αυτοκρατορία. Μπορεί οι χριστιανοί να ήταν το υπόδουλο μιλιέτ, αλλά οι – γενικώς και αορίστως – μουσουλμάνοι ήταν όλοι όχι απλώς αποδεκτοί αλλά και έμπιστοι του κράτους, κατά τρόπο που θύμιζε την αντιμετώπιση των ορθοδόξων εθνών από το Βυζάντιο.

    Αυτό που είναι επίφοβο δεν είναι ο τουρκικός ισλαμισμός καθ΄εαυτός. Αυτό που είναι επίφοβο είναι ο οθωμανισμός, ως πολιτική ιδεολογία και πρακτική που θα επιτρέπει στην Τουρκία να έχει ουσιώδη επιρροή πάνω σε πάρα πολύ μεγαλύτερους πληθυσμούς απ’ ότι επέτρεπε η τουρκική εθνική ιδεολογία. Ένας τέτοιος οθωμανισμός χρησιμοποιεί τον ισλαμισμό έντονα, αλλά η ουσία του δεν είναι θρησκευτική – όπως η «Ορθοδοξία», στο βαθμό που είχε ή επιχείρησε να έχει επιρροή πολιτική, δε στηριζόταν στη βαθιά πίστη των πολιτών αλλά σε μια γενικότερη αίσθηση πολιτιστικής (και άρα πολιτικής) συγγένειας. Στο βαθμό που η σύγκρουση οδηγήσει σε εξισορρόπηση της κυριαρχικής τάσης των ισλαμιστών και επιφέρει σύνθεση, τότε οι τούρκοι έχουν ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πολιτικό όπλο στα χέρια τους. Όχι κατ΄ανάγκην θανάσιμο, αλλά πάντως πιο επικίνδυνο από την τουρκική εθνική ιδεολογία.

    Επί της τουρκικής οικονομίας, και πάλι δεν είμαι ειδικός. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά ότι, ιστορικά, το επίπεδο εκβιομηχάνισης μιας χώρας μπορεί να παραμείνει στάσιμο σε περίοδο κρίσης, αλλά δύσκολα, μακροπρόθεσμα, και μόνον υπό την προϋπόθεση μειζόνων πολιτικών επιλογών μπορεί να αναστραφεί (όπως αποβιομηχανοποιήθηκε η Ελλάδα αρχικά με την ένταξη στην ΕΟΚ, κι εν συνεχεία με την ένταξη στην ΟΝΕ). Η Τουρκία δεν έχει κάνει τέτοιες αυτοκτονικές επιλογές, και η βιομηχανία της είναι πιο ισχυρή απ΄ ότι ήταν, αναλογικά, η ελληνική. Γκρίνια θα έχουν, συγκρούσεις θα έχουν, αλλά ουσιώδη οπισθοδρόμηση δε θα έχουν. Η Τουρκία μπήκε, αργά, στο δρόμο που διαχωρίζει τα προηγμένα έθνη από τα υπανάπτυκτα: στο δρόμο της σημαντικής ανάπτυξης της μεταποίησης και του δευτερογενούς τομέα. ΑΥΤΟ (και μόνον) διαχωρίζει τα προηγμένα κράτη από τα άλλα.

    Όσο για τη δική μας πλευρά, δυστυχώς, αριστεροδεξιά απόλυτη αφασία. Ιστορική.

    (ΥΓ: λόγω Μικρασιατικής Εκστρατείας, τελευταία έχω διαβάσει αρκετά για την Οθωμανική Αυτοκρατορία των αρχών του αιώνα. Η μελέτη είναι πραγματικά διαφωτιστική και για τη σύγχρονη Τουρκία και για την πολιτική χρήση και σημασία του ισλαμισμού, τόσο από τους τοπικούς παίκτες, όσο και από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

    Ήξερες ότι οι τουρκικές ήττες στους Βαλκανικούς Πολέμους προκάλεσαν μεγάλες διαδηλώσεις και ταραχές στην Ινδία – στο σημερινό Πακιστάν;…)

  4. Ο/Η NF λέει:

    Η παρέμβαση που θα κάνω είναι εντελως ασχετη με το θέμα, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω.

    Σημερα ο πρώην βουλευτης του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού, του ΚΚΕ,
    κλπ,κλπ ,κλπ, «συγγραφέας» Μίμης Ανδρουλάκης, έγραψε ένα άρθρο στο οποιο αναφερθηκε στην πολυνεκρη μαχη στο ύψωμα 1378 τον Ιούλιο του 1913.

    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=518116

    Το άρθρο δημοσιευθηκε σημερα στο ΒΗΜΑ και αναπαραγεται ηδη σε ολο το Διαδικτυο, ως άλλο ένα «ιδιοφυες» κειμενο του συγκεκριμενου «συγγραφεα».

    Προτιμω να μη χαρακτηρισω το περιεχομενο του αρθρου, ας το διαβασει κάθε ενδιαφερομενος και ας κρίνει.

    Επειδή εδώ συχνάζουν άνθρωποι που γνωρίζουν πολυ καλα την Ελληνικη Στρατιωτικη Ιστορία, συνιστω να να του δοθει μια απαντηση στο ΒΗΜΑ, εστω και σε λιγες γραμμες, και ο συνδεσμος της απαντησης να κοινοποιηθει εδώ.

  5. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    να προεκτεινω καπως την πολυ σωστη σκεψη του Βελισαριου σχετικα με την εκβιομηχανηση-αποβιομηχανοποιηση των αναπτυσσομενων χωρων.Δηλαδη της Τουρκιας σε σχεση με την Ελλαδα.

    »…Συνοψιζοντας ακομα και οι πλουσιωτερες χωρες δεν εχουν περασει ξεκαθαρα στη μεταβιομηχανικη φαση.Παρολο που οι περισσοτεροι κατοικοι αυτων των χωρων δεν εργαζονται πλεον σε εργοστασια,η σημασια του βιομηχανικου τομεα στα συστηματα παραγωγης τους παραμενει καιρια,ιδιως αν λαβουμε υπ οψιν την σχετικη επιδραση των τιμων.
    Αλλα ακομα και αν η αποβιομηχανοποιηση δεν αποτελει απαραιτητως συμπτωμα της βιομηχανικης παρακμης(παρολο που συχνα ειναι)επιδρα αρνητικα στην μακροπροθεσμη αυξηση της παραγωγικοτητας και στο ισοζυγιο πληρωμων,πραγμα που απαιτει ιδιαιτερως προσεκτικους υπολογισμους.Ο μυθος οτι ζουμε πλεον στην μεταβιομηχανικη εποχη εκανε πολλες κυβερνησεις να αγνοησουν τις αρνητικες επιπτωσεις της αποβιομηχανοποιησης.
    Σε οτι αφορα τα αναπτυσσομενα κρατη,το επιχειρημα οτι μπορουν να προσπερασουν την εκβιομηχανιση και να αποκτησουν οικονομικη ευμαρεια(και ισχυ που αφορα το κειμενο του Κονδυλη),δινοντας βαση στον τομεα παροχης υπηρεσιων,ανηκει στην σφαιρα της φαντασιας.
    Οι περισσοτερες υπηρεσιες προσφερουν χαμηλους ρυθμους αναπτυξης,αλλα και αυτες που επιτυγχανουν πιο υψηλους ρυθμους αναπτυξης εξαρτωνται απο την υπαρξη ισχυρου βιομηχανικου τομεα.
    Η χαμηλη εμπορευσιμοτητα των υπηρεσιων συνεπαγεται οτι οι αναπτυσσομενες χωρες που εξειδικευονται στην παροχη υπηρεσιων αντιμετωπιζουν μεγαλυτερα ελλειματα στο ισοζυγιο πληρωμων,που για μια αναπτυσσομενη χωρα αυτο σημαινει αδυναμια αναβαθμισης της οικονομιας της.Οταν οι μεταβιομηχανικες φαντασιωσεις καταληγουν να ειναι επιβλαβεις για τις πλουσιες χωρες,δεν υπαρχει καμια αμφιβολια οτι για τις αναπτυσσομενες χωρες θα ειναι καταστροφικες.»
    »23 Αληθειες που δεν μας λενε για τον καπιταλισμο» Χα Τζουν Τσανγκ Εκδοσεις Καστανιωτη.
    Ο συγγραφεας ειναι Νοτιοκορεατης,καθηγητης πολιτικης οικονομιας στο Κεμπριτζ.ΚΧΡ.

  6. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Ακριβώς!

    Αλλά αυτό θα απαιτούσε στη χώρα μας λίγο πιο σοβαρή συζήτηση γύρω από την οικονομία. Δυστυχώς, εδώ που ο επαρχιωτισμός απλώς μας πολώνει γύρω από την τελευταία μόδα (σοσιαλιστική ή φιλελεύθερη, αδιάφορο) αυτή η συζήτηση δε γίνεται. Και, δυστυχώς, η συζήτηση αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή αδολεσχία αλλά το κεντρικό πολιτικό ζήτημα, μαζί με την εθνική ασφάλεια. Έλλειψη πολιτικής παιδείας, και (ακόμη πιο σημαντικό) έλλειψη πολιτικής βούλησης.

    Είναι μια συζήτηση την οποία αποφεύγω να ξεκινήσω από εδώ, επιδιώκοντας να παραμείνω προσηλωμένος στο πεδίο που έθεσα ως αντικείμενο του ιστολογίου.

    Παρεμπιπτόντως, είναι κρίμα που στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ένα έλασσον βιβλίο του Χα Τζουν Τσανγκ, κι όχι τα πολύ πιο σημαντικά του.

  7. Ο/Η Δ.Ν. λέει:

    EΘιξες πολυ σοβαρο θεμα περι Πακισταν στο τελος μιας και εχουμε και ταιζουμε πολλους πακιστανους σημερα με πιθανη δραση υπερ της τουρκιας σε μελλοντικην κριση!
    Εχε υποψη σου οτι το 1922 οι πακιστανοι συγκεντρωσαν και εστειλαν λεφτα στον κεμαλ! Ο δε μουσαραφ (πακιστανος δικτατορας) ειχε προτυπο τον κεμαλ!

    Δ.Ν.

  8. Ο/Η Φτωχός και μόνος κάου - μπόυ λέει:

    Έχεις πολύ δίκιο Βελισάριε, αυτό δικαιολογεί άλλωστε και τη συνεπέστατη εσωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους απέναντι στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες (πχ οι «προοδευτικοί» Νεότουρκοι υπήρξαν απείρως χειρότεροι για τον ελληνισμό από τον «παραδοσιακό» Αμπντούλ Χαμίτ Β΄). Τι να ευχηθούμε δεν ξέρω: Να κυριαρχήσουν οι ισλαμιστές και να έχουμε δίπλα μια οθωμανική αυτοκρατορία εξίσου ισχυρή όπως στην εποχή του Μωάμεθ Β΄ ή να πάρουν ξανά το πάνω χέρι οι κεμαλικοί και να αρχίσουν οι βαριοπούλες και τα υπόλοιπα (αν και είναι τόσο διεφθαρμένοι που αμφιβάλλω αν θα συνεχιστεί η οικονομική ανάπτυξη). Θα ευχόμουν να έχουμε στον τόπο πολιτικά πρόσωπα που θα πάρουν τις κατάλληλες αποφάσεις και θα ζυγιάσουν νηφάλια τα δεδομένα αλλά πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να μου κάτσει λαχείο χωρίς να παίξω.

    Όσο για εκβιομηχάνιση, το στοίχημα χάθηκε με την κατοχή και τον εμφύλιο. Στη συνέχεια ουδέποτε ο τόπος μπόρεσε να αποκτήσει σοβαρή βιομηχανία. Αλλά και όσοι κατάφεραν να χτίσουν μια βιομηχανία επιβιώνοντας από τον «εναγκαλισμό» της γραφειοκρατίας και αναπτύσσοντας τις απαραίτητες διασυνδέσεις με την πολιτική εξουσία, ουδέποτε δημιούργησαν διακριτή τάξη και ουδέποτε απέκτησαν συνείδηση του εθνικού τους ρόλου. Δεν είχε ο τόπος στο εσωτερικό άτομα σαν τον Αβέρωφ (τον πρώτο). Είχε μόνο παρτάκηδες που επένδυαν σε γκόμενες και σπίτια και ταξίδια και πολύ σπάνια στην επιχείρηση. Με αποτέλεσμα να μη βρίσκεις επιχείρηση που να κρατά πάνω από τρεις γενιές. Υπάρχει και το εφοπλιστικό κεφάλαιο αλλά οι τωρινοί δεν έχουν καμιά σχέση με Ελλάδα πέρα από το ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης. Ούτε ο τόπος έχει κάποιο κέρδος από αυτούς.

  9. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Φίλε ΦΚΜΚ,

    Το στοίχημα της εκβιομηχάνισης δε χάνεται σε καμία στιγμή τελεσίδικα. Είναι μονίμως ανοικτό. Το πολύ-πολύ, κάποιες ιστορικές περίοδοι να είναι πιο ευεπίφορες. Κατά τη γνώμη μου πλησιάζουμε σε μια τέτοια περίοδο. Είναι προφανές ότι η φιλελεύθερη «Ομοφωνία της Ουάσιγκτον» ιστορικά πνέει τα λοίσθια. Το αν και το που διάδοχη κατάσταση θα ενδυθεί σοσιαλιστικό, σοσιαλδημοκρατικό ή συντηρητικό πολιτικό μανδύα είναι ενδιαφέρον, ακόμη και πρακτικά σημαντικό, αλλά ιστορικά δευτερεύον.

    Τη βιομηχανία δεν τη χτίζουν οι βιομήχανοι. Τη χτίζει η πολιτική εξουσία, όταν αυτή έχει τη θέληση (πρωτίστως) και την ικανότητα (δευτερευόντως). Τους βιομηχάνους τους καθοδηγεί, τους ενισχύει, τους ελέγχει – κι όταν δεν τα καταφέρνουν τους καταργεί – το κράτος. Όπως και αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο βιομηχανικής προσπάθειας το κράτος. Η σοβαρή ανάπτυξη, όπου ιστορικά επετεύχθη, δεν είναι ποτέ εφαρμογή κάποιου απλοϊκού ιδεολογήματος, είτε του τύπου «αφήστε την ελεύθερη πρωτοβουλία να ανθίσει» είτε «κρατικοποιήστε το σύμπαν». Αυτά είναι βολικά για καυγάδες σε αμφιθέατρα ή στο διαδίκτυο, αλλά όχι στον πραγματικό κόσμο. Ούτε είναι δυνατόν να περιμένει κανείς από τους βιομηχάνους «συνείδηση του εθνικού τους ρόλου». Η πολιτική εξουσία μπορεί να έχει τέτοια συνείδηση. Οι βιομήχανοι όχι. Κι αν έχουν, είναι προσωπικό τους θέμα και δε μπορεί να βασίζει κανείς κρατική πολιτική επ΄αυτού. Οι βιομήχανοι έχουν τη συνείδηση (και την επιχειρηματική πρακτική) που επιβάλει το κράτος και η πολιτική ηγετική ομάδα.

    Το πως και το γιατί έγιναν αυτά όπου έγιναν, και το πως μπορούν να γίνουν, είναι συναρπαστική συζήτηση. Αλλά δε βλέπω να γίνεται στην Ελλάδα, παρ΄όλο που είναι το βασικό μας πρόβλημα.

    Λες ότι χάσαμε το στοίχημα. Το στοίχημα δε χάνεται ποτέ. Από τον 17ο αιώνα μέχρι και τον 20ο, διαδοχικά εισέρχονται στην κατηγορία των προηγμένων χωρών καινούργια έθνη. Το καθένα από αυτά μισό αιώνα πιο πριν ήταν ένα φτωχό, καθυστερημένο έθνος που αντιμετώπιζε τον βιομηχανικό, οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό όλων των υπολοίπων, ήδη προηγμένων εθνών. Όσα είναι τα προηγμένα έθνη, τόσες φορές έχει γίνει αυτό. Από την Αγγλία του 17ου αιώνα (όταν οι Ολλανδοί τους αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά σαν απολίτιστους κάφρους) μέχρι τη Νότια Κορέα του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα (μετά από ένα εμφύλιο πόλεμο πολύ πιο αιματηρό από τον δικό μας, που τον ακολούθησε μια περίοδος κατά την οποία κόσμος πέθαινε από υποσιτισμό), όποιος έχει κότσια τα καταφέρνει. Φοβάμαι πως ο πιο πρόσφατος επιτυχών στο στοίχημα είναι η Τουρκία.

  10. Ο/Η aftercrisis λέει:

    Παναγιώτης Κονδύλης: Το έθνος στην πλανητική εποχή – Tο μέλλον του έθνους στην Eυρώπη του αύριο
    Πλήρη τα 2 διαχρονικώς σημαντικά άρθρα («Καθημερινή» 1996) σε μορφή html – μαζί, σε κοινή ανάρτηση

    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2013/06/t-e.html

  11. Ο/Η thanos814 λέει:

    καλησπέρα και χρόνια πολλά σε όλους!!
    εύχομαι υγεία πάνω απ`όλα, και…άξιες πολιτικές ηγεσίες, για να μπω και εγώ στο πνεύμα τoυ άρθρου!
    εκπληκτικό το όλο θέμα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συζήτηση για την εκβιομηχάνιση μιας χώρας. Βελισάριε επειδή πιο πάνω ανέφερες «….είναι μία συναρπαστική συζήτηση» ήμουν έτοιμος να σου ζητήσω κανένα… αρθράκι για τα βήματα που πρέπει να γίνουν για να μπουν στέρεες βάσεις για την βιομηχανοποίηση μιας χώρας (φαντάζομαι υπάρχουν ήδη γραμμένα σε βιβλία οικονομικών πανεπιστημίων αλλά τα αγνοώ), άλλα μόλις με πρόλαβες («Είναι μια συζήτηση την οποία αποφεύγω να ξεκινήσω από εδώ, επιδιώκοντας να παραμείνω προσηλωμένος στο πεδίο που έθεσα ως αντικείμενο του ιστολογίου») και το παίρνω πισω…..!!!
    και πάλι να έχουμε ένα όμορφο 2014!

  12. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ φίλε,

    Καλή Χρονιά, με Υγεία και Ευτυχία.

    Στο θέμα της αμυντικής βιομηχανίας θα επανερχόμαστε συστηματικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s