Μικρασιατική Εκστρατεία: Παρεξηγήσεις και Μύθοι, Μέρος 1ο

(Σημείωση: Εξ αφορμής της κυκλοφορίας του βιβλίου του κ. Σαράντου Καργάκου «Μικρασιατική Εκστρατεία: Από το Έπος στην Τραγωδία» ως προσφορά της εφημερίδας Real News, επαναφέρουμε ένα πρόσφατο κείμενο σε σχέση με τη στρατιωτική ανάλυση της εκστρατείας από τον κ. Καργάκο. Το κείμενο δεν αναφέρεται στο βιβλίο καθ΄εαυτό αλλά σε κείμενο του κ. Καργάκου, με το ίδιο θέμα, που δημοσιεύτηκε στο υπηρεσιακό περιοδικού του ΓΕΝ, «Ναυτική Επιθεώρηση», τεύχος 582 του 2012. Η συνάφεια είναι, νομίζουμε, προφανής. Τις αμέσως επόμενες ημέρες θα αναρτηθεί το 2ο μέρος του κειμένου, που αναφέρεται σε παρεμφερείς θέσεις του αείμνηστου Νεοκλή Σαρρή.)

Γράφει ο Κ/Δ Κ.Β.

Με τη συνεργασία του Αρματιστή

Το ιστολόγιο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ιδιαίτερα για τη στρατιωτική της πτυχή. Στο πλαίσιο αυτής της ενασχόλησης, έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια για τη συστηματική επαν-εξιστόριση της Εκστρατείας από στρατιωτικής πλευράς, προσπάθεια που συνεχίζεται αδιάλλειπτα.

Ομως, η Μικρασιατική Εκστρατεία, σαν κομβικό σημείο της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, απασχολεί ευρύτερα την ελληνική ιστορία. Και η ενασχόληση με τη στρατιωτική της πτυχή δεν υπήρξε πάντοτε ευτυχής, τροφοδοτώντας παρεξηγήσεις, ενίοτε και με ευρύτερες πολιτικές προεκτάσεις.

Εκτός της σειράς της Μικρασιατικής Εκστρατείας που ετοιμάζεται, αλλά στο ίδιο πνεύμα, δημοσιεύουμε, σε δύο συνέχειες, μία εργασία του φίλου Κ/Δ ΚΒ που σχολιάζει και αποσαφηνίζει δύο τέτοιες περιπτώσεις.

Καργάκος_ΣαρρήςΗ Μικρασιατική Εκστρατεία η οποία κατέληξε στην Μικρασιατική Καταστροφή, αν και έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφικό κόσμο της χώρας, εξακολουθεί να περιβάλλεται από ορισμένους από πέπλο μυστηρίου και την άχλη θεωριών διεθνούς συνομωσίας. Περαιτέρω φανταστικά στοιχεία και θεωρητικά σχέδια επί χάρτου που αφορούν το στρατιωτικό καθαρά σκέλος, δίδουν στον σύγχρονο μελετητή μια εικόνα εκτός πραγματικότητας. Ο σύγχρονος μελετητής που θα θελήσει να ασχοληθεί με το εξαιρετικής σημασίας ιστορικό γεγονός, διατρέχει τον κίνδυνο να αποπροσανατολιστεί πλήρως και να πέσει θύμα των θέσεων που αναπτύσσονται από κατά γενική παραδοχή σοβαρούς και καταξιωμένους ερευνητές, όταν αυτοί υπεισέρχονται σε στρατιωτικές αναλύσεις.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι παρακάτω αναλύσεις, εκτιθέμενες από δύο κατά τα άλλα σοβαρούς πνευματικούς άνδρες της χώρας και συγκεκριμένα τον φιλόλογο κ. Σαράντο Καργάκο και τον αείμνηστο καθηγητή Νεοκλή Σαρρή.

Περίπτωση 1η : ο κ. Σαράντος Καργάκος

Στο υπηρεσιακό περιοδικού του ΓΕΝ, «Ναυτική Επιθεώρηση», τεύχος 582 του 2012, παρατίθενται αποσπάσματα από το βιβλίο του Ιστορικού, Φιλολόγου και Δοκιμιογράφου Σαράντη Καργάκου «Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, από το Έπος στην Τραγωδία», που εκδόθηκε το 2010[i]. Μεταξύ άλλων διαβάζουμε τα εξής:

«Κι ακόμη, δεν υπήρχε στρατηγική αντικτυπήματος. Την ώρα δηλαδή, που εκδηλώθηκε η επίθεση του Κεμάλ (13 Αυγούστου 1922) στο Αφιόν Καραχισάρ, δεν υπήρχε συγκεκαλυμμένη (έστω και στα πλοία κρυμμένη) μια, ειδικά για μακρές πορείες εκπαιδευμένη, στρατιωτική μονάδα δυνάμεως μεραρχίας, που θα χτυπούσε αιφνιδιαστικά σε άλλο σημείο (κι αυτό ήταν εύκολο διότι είχαμε απόλυτη υπεροχή σε πλοία, ενώ ο Κεμάλ δεν διέθετε ούτε «σκούνα»), έτσι που να φανεί ότι άλλο τμήμα ελληνικού στρατού, βρίσκεται στα νώτα του τουρκικού ή ότι ακόμη απειλείται η έρημη στρατιωτικά Άγκυρα. Αλλά μια πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που τελεί υπό απόλυτη σύγχυση, δεν μπορεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει πολιτική συγχύσεως του αντιπάλου. [. . .]

Θα προσθέσω κάτι που επί μία 20ετία διδάσκω σε ανώτερες στρατιωτικές σχολές, κυρίως όμως στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού, που εδρεύει στο Βοτανικό. Το κατ’ εμέ σοβαρό είναι τούτο: δεν χρησιμοποιήθηκε το Πολεμικό Ναυτικό ως όπλο. Ούτε μια ναυτική επιχείρηση βάθους για λόγους αντιπερισπασμού, με εξαίρεση την περίπτωση της Τραπεζούντος που έφερε τραγικά αποτελέσματα. Επαναλαμβάνω: η Ελλάς είχε απόλυτη ναυτική υπεροχή. Το ΓΕΣ, όμως, είχε μια πεζικοκρατική αντίληψη και δεν κατανοούσε το ρόλο του ναυτικού ως όπλου μάχης. Ίσως σφάλλομαι, αλλά νομίζω ότι στο κέντρο λήψης των αποφάσεων δεν συμμετείχε κανείς επιτελικός αξιωματικός του Ναυτικού. Το τι σημασία έχει αυτό μπορεί να φανεί με έναν υποθετικό λόγο αλλά του πραγματικού, όπως λέγαμε κάποτε στο πραγματικό Συντακτικό της Ελληνικής, αν την ημέρα που εκδηλώθηκε η επίθεση του Κεμάλ (ή την επομένη) τρία τουλάχιστον ελληνικά πολεμικά με τα σχετικά μεταγωγικά μετέφεραν την Μεραρχία (που προοριζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως) στα Μουδανιά και η αξιόμαχη και άρτια εξοπλισμένη αυτή δύναμη κατευθυνόταν προς Νότο, υπερφαλαγγίζοντας τις τουρκικές δυνάμεις που κατευθύνονταν προς την Προύσα, τότε θα τις εξέθεταν μεταξύ σφύρας και άκμονος, αφού το Γ’ Σώμα Στρατού που εκάλυπτε την περιοχή (Βόρειο Μέτωπο) ήταν εντελώς άθικτο. Κι ακόμη μία περαιτέρω προέλαση προς τα ενδότερα, ώστε να φανεί ότι συμπαγής δύναμη ελληνικού στρατού κατευθύνεται στα νώτα του τουρκικού ίσως (ή μάλλον είναι βέβαιο) ότι αυτό θα έφερνε την πλήρη ανατροπή των σχεδίων του Κεμάλ. Μία τέτοια ενέργεια θα έφερνε πρωτίστως, την ανατροπή της ψυχολογικής ισορροπίας του αντιπάλου, ιδιαίτερα μάλιστα αν ελληνικά αεροπλάνα έρριχναν προκηρύξεις πίσω από τις γραμμές του Κεμάλ και σ’ αυτήν ακόμη την Άγκυρα, στις οποίες προκηρύξεις ολιγολόγως θα αναγραφόταν ότι σώματα ελληνικού στρατού βαδίζουν από το Βορρά ή από το Νότο προς τα μετόπισθεν του τουρκικού στρατού ή ότι – ψευδώς βεβαίως –  κατευθύνονται προς την Άγκυρα. Και, τέλος πάντων, τα πάντα μπορούσαν να χαθούν στη Μικρά Ασία, εκτός από την Ερυθραία, αν είχε εγκαίρως στο λαιμό σχηματισθεί αμυντική γραμμή, προστατευόμενη ακόμη και από πολιτοφυλακή, αρκεί τη φύλαξη του λαιμού, ένθεν και ένθεν, να είχαν αναλάβει με τα πυροβόλα τους δύο παλαιά –έστω– πολεμικά μας.

Πέρα όμως, από την απουσία ναυτικοκρατικής νοοτροπία (παρόλο που τότε ήμαστε –τώρα όχι– λαός ναυτικών), έλειψε και η αεροπορική αντίληψη του πολέμου. Κι όμως κατά τα δύο πρώτα έτη είχαμε απόλυτη σχεδόν υπεροχή. Αλλά και η αεροπορία χρησιμοποιήθηκε ως βοηθητικό μέσο, κυρίως για αναγνωρίσεις αλλ’ όχι ως αυτόνομο όπλο. Στην τελευταία φάση του πολέμου ο Κεμάλ, αφού δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να αποκτήσει Ναυτικό, σχημάτισε αεροπορία ανώτερη από την ελληνική. Ως προς αυτό η ελληνική ηγεσία, αφού μετά τον τερματισμό της εκστρατείας του Σαγγαρίου, έχασε το πλεονέκτημα της αριθμητικής υπεροχής σε Στρατό Ξηράς, έπρεπε στη διάρκεια της αμήχανης αναμονής από τον Σεπτέμβριο του 1921 ως τον Αύγουστο του 1922, αντί να προπαθεί να θωρακίσει μια απέραντη γραμμή 600 χλμ. (Εσκή Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφιόν Καραχισάρ), να έχει αγοράσει τα πιο εκλεκτά αναγνωριστικά, καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα, να έχει υπεροχή στον αέρα και υπό συνεχή απειλή βομβαρδισμού την Άγκυρα, ενώ η ελληνική πρωτεύουσα και η Σμύρνη ακόμη, με τα τότε δεδομένα θα ήσαν απρόσβλητες. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην τελευταία φάση του έδειξε ότι το αεροπλάνο θα είναι το όπλο του μέλλοντος. Ο Μικρασιατικός πόλεμος ήταν ο πρόλογος των πολέμων του μέλλοντος.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος –και πάλι κατά την τελευταία φάση του– έδειξε ότι ο επόμενος και αναμενόμενος μετά τους βλακώδεις όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, θα ήταν πόλεμος τεθωρακισμένων. Από τεθωρακισμένα δεν παρουσιάσαμε ούτε μία ίλη στη Μικρά Ασία. Τα αγοράσαμε μετά και τα χρησιμοποιήσαμε στα στρατιωτικά «προνουντσιαμέντα», δηλαδή στις ενδοελληνικές έριδες, όπου πρωταγωνιστές ήσαν οι στρατιωτικοί με τα «άδοξα σπαθιά» τους, όπως γράφει χλευαστικά ο Καρυωτάκης. «Συνελόντ’ ειπείν», όπως λέγαμε παλιά, ο Μικρασιατικός πόλεμος, παρά τον ηρωισμό οπλιτών και αξιωματικών, διεξήχθη με όρους ανοίας και στρατηγικής ανοησίας».

Επιχειρώντας να αναλύσουμε συστηματικά τις παραπάνω σκέψεις μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής κεντρικά στοιχεία τους:

 

Α) Δημιουργία μυστικής ειδικά εκπαιδευμένης μεραρχίας ως στρατηγική εφεδρεία

Η ιδέα του συγγραφέα για την ύπαρξη μιας ειδικά εκπαιδευμένης μονάδας μεγέθους μεραρχίας(!) η οποία μάλιστα να χτυπά αιφνιδιαστικά στα νώτα, δεν αποτελεί παρά μια έμπνευση εκτός πραγματικότητας για την συγκεκριμένη πολεμική σύρραξη. Το κατ΄εξοχήν μέσο ταχείας ανάπτυξης, ελιγμού και προσβολής των νώτων κατά την εποχή εκείνη ήταν το ιππικό, ωστόσο εξαιτίας της έλλειψης σημαντικού αριθμού ίππων και της αδυναμίας συγκροτήσεως μεγάλων σχηματισμών Ιππικού, ο συγγραφέας προτείνει ως αντίδοτο κάτι ακόμη πιο προωθημένο: τη χρήση θαλασσίων μέσων μεταφοράς ώστε να ξεπεραστεί το πρόβλημα της διάθεσης κατάλληλων μέσων. Ωστόσο δύσκολα μπορεί αυτό να παρουσιασθεί ως λύση στο επιχειρησιακό πρόβλημα που αντιμετώπισε ο ΕΣ στη Μικρασία τον Αύγουστο του ’22.

Ο συγγραφέας φαίνεται να αγνοεί μια σειρά παραγόντων όπως τις αποστάσεις, τα διαθέσιμα μέσα για την μεταφορά αυτής της δύναμης, το δίκτυο πληροφοριών του αντιπάλου, τις διαθέσιμες εφεδρείες του αντιπάλου στα μετόπισθεν αυτού, αλλά κυρίως την πιθανότητα ο αντίπαλος να μην παραπλανηθεί από μια τέτοια κίνηση που θα διεξαχθεί από μια αποκομμένη –στην ουσία – μονάδα αυτοκτονίας.

Η χρησιμοποίηση για το «αντικτύπημα» μιας δύναμης επιπέδου Μεραρχίας [εννοείται μιας νέας μεραρχίας] που θα ήταν «κρυμμένη» σε πλοία, η οποία με την έναρξη της Τουρκικής επίθεσης της 13ης Αυγούστου 1922 θα αποβιβαζόταν σε κάποιο σημείο (που δεν προσδιορίζεται) για να προσβάλει τα νώτα του εχθρού, ή ακόμη να κατευθυνθεί προς την έρημη στρατιωτικά Άγκυρα, είναι έξω από κάθε σοβαρή συζήτηση για τους ακόλουθους λόγους:

1. Ο Ελληνικός στρατός στερούνταν της δυνατότητας συγκρότησης άλλης μεραρχίας και μάλιστα μεραρχίας που επιβαλλόταν να προικοδοτηθεί με πυροβολικό, πυρομαχικά, υλικά και εφόδια για να μπορέσει να ενεργήσει ανεξάρτητα και να εκτελέσει την αποστολή που φαντάζεται ο συγγραφέας. Το 1922 βρίσκονταν υπό τα όπλα 300.000 άνδρες που συγκροτούσαν: Α) 12 μεραρχίες πεζικού και 1 μεραρχία Ιππικού στη Μικρά Ασία, που εκ των πραγμάτων ήταν ανεπαρκείς για την άμυνα του Μικρασιατικού μετώπου. Β) 3 Μεραρχίες στην Ανατολική Θράκη με σοβαρά προβλήματα συγκρότησης και σημαντικές ελλείψεις σε οπλισμό μέσα και υλικά. Γ) 2 ή 3 Μεραρχίες στη Μακεδονία και Ήπειρο [επιβεβαιωμένα οι VI και VIII) πολύ μειωμένων δυνατοτήτων, λόγω της αφαίμαξης σε οπλισμό και υλικά που είχαν υποστεί επ’ ωφελεία του Μικρασιατικού μετώπου. Ακόμη όμως και αν επιστρατεύονταν και άλλοι άνδρες [τελείως ανεδαφικό], έλλειπαν οι αξιωματικοί και τα απαιτούμενα τυφέκια, πυροβόλα, υποζύγια και  υλικά που απαιτούνταν για τη συγκρότηση των μονάδων μιας νέας Μεραρχίας.

2. Ήταν πρακτικά αδύνατο να «κρυφτεί» το προσωπικό (12.000 άνδρες), τα υποζύγια (πλέον των 4.000) και τα βαριά υλικά μιας Μεραρχίας σε πλοία, επειδή:  Α) Ήταν αδύνατη η μακρά παραμονή της δύναμης μιας μεραρχίας σε επιβατηγά πλοία και αυτό δεν χρειάζεται να τεκμηριωθεί. Αλλά και αν για την οικονομία της συζήτησης δεχθούμε το αδύνατο, επί πόσο χρόνο θα μπορούσε να παραμείνει επιβιβασμένη και «κρυμμένη» μια Μεραρχία σε πλοία αναμένοντας τη Τουρκική επίθεση που κανένας δεν μπορούσε να εκτιμήσει ΑΝ, ΠΟΥ, ΠΟΤΕ και με ΠΟΙΕΣ δυνάμεις θα εκτοξευόταν; Μήνες; Και ποιο θα ήταν εκείνο το στρατιωτικό προσωπικό που θα μπορούσε να αντέξει ψυχικά παραμένοντας επί μακρό χρόνο επιβιβασμένο σε κάποια επιβατηγά πλοία … και να μη «τα παίξει», κατά την Ελληνικήν αργκό; Και τα «ζωντανά»; Δεν θα αρρώσταιναν και δεν θα απεβίωναν κλεισμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα στα ανθυγιεινά αμπάρια των πλοίων;  Β) Θα απαιτούνταν 20 και πλέον μεγάλα ατμόπλοια της εποχής για το «κρύψιμο» μιας μεραρχίας. Αλλά που θα στάθμευαν αυτά τα πλοία; Σε κάποιο λιμάνι της Προποντίδας, ή στο ανοικτό πέλαγος του Αιγαίου για να μη γίνουν αντιληπτά; Γ) Η επιβίβαση και η μακρά παραμονή μιας μεραρχίας σε ατμόπλοια, ήταν αδύνατο να διαφύγει της προσοχής του εκτεταμένου δικτύου πληροφοριών των Κεμαλικών, που αξιοποιούσε για την άντληση πληροφοριών τους «συμμάχους» της Ελλάδας, τους Τούρκους κατοίκους των κατεχόμενων από τον Ελληνικό Στρατό περιοχών και το πλέον ή βέβαιο και Έλληνες αυτόμολους και πληροφοριοδότες;

3. Όπως προκύπτει από τα σχεδιαγράμματα επιχειρήσεων της ΔΙΣ, τα νώτα του Τουρκικού στρατού προς στα οποία θα μπορούσε να επιχειρήσει η «κρυμμένη» επί των πλοίων μεραρχία επιλέκτων, ήταν η περιοχή ανατολικά της γενικής γραμμής χερσόνησος Νικομήδειας – Τας Τεπέ – Σιβρί Χισάρ. Κατόπιν τούτου η «κρυμμένη» Μεραρχία θα έπρεπε να διαπλεύσει το Βόσπορο (αν το επέτρεπαν οι «σύμμαχοι») και να αποβιβαστεί σε κάποιο σημείο των Τουρκικών ακτών αρκετά ανατολικά του Βοσπόρου, για να κατευθυνθεί προς τα νώτα του Τουρκικού στρατού στη περιοχή της Νικομήδειας και του Εσκή Σεχήρ, αλλά και της έρημης στρατιωτικά Άγκυρας. Αλλά και αν δεχθούμε – για την οικονομία της συζήτησης – ότι η υπόψη ενέργεια ήταν δυνατή, κανένα απολύτως αποτέλεσμα δεν θα είχε στην εξέλιξη των επιχειρήσεων. Στη περιοχή Νικομήδειας – Εσκή Σεχήρ βρισκόταν μόλις το 1/6 του Τουρκικού στρατού, η δε Άγκυρα δεν είχε καμιά απολύτως στρατηγική σημασία. Ούτε καν ηθική. Το κέντρο βάρος της Τουρκικής στρατιωτικής ισχύος βρισκόταν πλέον στη περιοχή ανατολικά και νότια του Αφιόν Καραχισάρ και ιππαστί της οδού Ικόνιο – Τσάι – Αφιόν. Το γενικό κέντρο εφοδιασμού του Τουρκικού στρατού είχε μεταφερθεί από την Άγκυρα στο Ικόνιο. Και τέλος, ο Κεμάλ ήταν ένας σοβαρός στρατιωτικός ηγέτης για προβληματιστεί επειδή μια μεραρχία του Ελληνικού στρατού θα κατευθυνόταν προς την «έρημη στρατιωτικά» πρωτεύουσα του, όταν μάλιστα πριν ένα χρόνο – όταν η Άγκυρα αποτελούσε  το γενικό κέντρο εφοδιασμού του Τουρκικού στρατού – είχε αποφασίσει να την εγκαταλείψει σε περίπτωση που έχανε τη μάχη του Σαγγάριου.

4. Οι Ελληνικές μεραρχίες μπορούσαν να αποβιβαστούν μόνο σε λιμάνια που διέθεταν ευκολίες για την αποβίβαση των πυροβόλων τους, των τροχήλατων μέσων τους και των υποζυγίων τους, όπως μεγάλες φορτηγίδες και γερανούς.

Εδώ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι παραπάνω απαγορευτικοί περιορισμοί, αναπτύσσεται ένας ελιγμός που θα τον εκτελούσε μια μεραρχία «κρυμμένη» σε πλοία, η οποία τη «x» ημέρα της Τουρκικής επίθεσης θα επιχειρούσε προς τα νώτα του Τουρκικού στρατού, ή ακόμη θα κατευθυνόταν και προς την Άγκυρα. Βεβαίως ο συγγραφέας δεν μπαίνει στη βάσανο να προσδιορίσει τα ελάχιστα, όπως:

Α) Τα νώτα του εχθρού.

Β) Το χρόνο πλεύσης από το χώρο στάθμευσης της νηοπομπής μέχρι το χώρο αποβίβασης.

Γ) Το λιμάνι ή το χώρο αποβίβασης.

Δ) Αν το προτεινόμενο λιμάνι διέθετε τα μέσα για την αποβίβαση μιας μεραρχίας.

Ε) Τα δρομολόγια προέλασης της μεραρχίας.

ΣΤ) Τις αποστάσεις και τις ημέρες πορείας από το χώρο αποβίβασης μέχρι τα νώτα του εχθρού και την Άγκυρα.

Ζ) Το τρόπο με τον οποίο θα ανεφοδιαζόταν η Μεραρχία σε πυρομαχικά τρόφιμα και νομή σε αυτές τις μεγάλες αποστάσεις.

Η) Το τι θα έκανε η μεραρχία όταν κάποια στιγμή θα έφθανε στην Άγκυρα.

Αλλά για ποιο λόγο να υπάρχει μια κρυμμένη μεραρχία για να εκτελέσει αυτή την επικίνδυνη και χωρίς πρακτικό νόημα επιχείρηση, όταν στη περιοχή του Εσκή Σεχήρ βρισκόταν το Γ’ Σώμα Στρατού με 4 μεραρχίες που θα μπορούσε να επιβληθεί των έναντι αυτού Τουρκικών Μεραρχιών, εφόσον βεβαίως είχε κατανείμει διαφορετικά τις δυνάμεις του [όπως είχε προτείνει ο Συνταγματάρχης Πάσσαρης] ώστε να μπορέσει να αποσύρει 2 μεραρχίες από τη τοποθεσία του για να συγκροτήσει μια ισχυρή στρατηγική εφεδρεία δύο μεραρχιών;

Ίσως ο συγγραφέας να μην κατανοεί επαρκώς ότι ο πόλεμος δεν διεξάγεται για τη κατάληψη αφύλακτων στρατιωτικά πόλεων προς δημιουργία εντυπώσεων, αλλά αποκλειστικά και μόνο για τη καταστροφή της στρατιωτικής ισχύος του αντιπάλου στρατού. Στο πόλεμο ο κύριος και μόνος αντικειμενικός σκοπός μια στρατιωτικής δύναμης, είναι η καταστροφή του εχθρού και όχι η κατάληψη εδάφους και μάλιστα εδάφους που δεν διαθέτει στρατιωτική αξία. Και το καλοκαίρι του 1922, αυτό που απουσίαζε δεν ήταν οι «κρυμμένες» σε πλοία μεραρχίες, αλλά η ισχυρή πολιτική βούληση για τη διεξαγωγή του πολέμου νικηφόρα και με επάρκεια, ο άξιος και ικανός αρχιστράτηγος και οι στρατηγικές εφεδρείες που θα μπορούσαν να επέμβουν άμεσα (πιο γρήγορα κι από άμεσα: αστραπιαία) και αποτελεσματικά στη μάχη. Κυρίως δε, απουσίαζε η στρατηγική εφεδρεία δυνάμεως μεραρχίας (+) πίσω από τη δεξιά πτέρυγα της εξέχουσας. Και μολονότι υποβλήθηκε πρόταση για τη διόρθωση του λάθους, απορρίφθηκε [μετ’ επαίνων] από το Χατζανέστη.

Η υπόθεση ότι θα μπορούσε καθήκοντα στρατηγικής εφεδρείας να αναλάβει κάποια από τις μεραρχίες που στάθμευε στην Ανατολική Θράκη αγνοεί το ανεπαρκές των δυνάμεων και των εκεί εδρευουσών ελληνικών μονάδων. Από την άλλη, η δημιουργία μιας τέτοιας στρατηγικής εφεδρείας από το σύνολο των μονάδων που είχαν μεταφερθεί από την Μικρά Ασία, δυτικά της Κωνσταντινούπολης προκειμένου να μετάσχουν στην σχεδιαζόμενη επιχείρηση τον Ιούλιο, αγνοεί το γεγονός ότι αυτές ήταν ουσιαστικά αποσπασμένες μονάδες μη ενταγμένες διοικητικά σε σχηματισμό μεγέθους μεραρχίας. Φυσικά η σκέψη για την δημιουργία της στρατηγικής αυτής μονάδας με τα ετερόκλητα τμήματά της που είχαν μόλις μεταφερθεί στην Ανατολική Θράκη και η ταχύτατη «επανεμφάνισή» της ως αποφασιστικού παράγοντα στην μάχη αμέσως μετά τον επόμενο μήνα, είναι αυτονόητα εξωπραγματική.

Β) Ανυπαρξία ναυτικών επιχειρήσεων για λόγους αντιπερισπασμού.

Τα "Θηρία" του Στόλου του 1922. Από πάνω προς τα κάτω: Πάνθηρ, Λέων, Ιέραξ και Αετός. (Πηγή: Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού)

Τα «Θηρία» του Στόλου του 1922. Από πάνω προς τα κάτω: Πάνθηρ, Λέων, Ιέραξ και Αετός.
(Πηγή: Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού)

Ο συγγραφέας αναφέρεται σε ναυτικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού, εννοώντας προφανώς την διενέργεια επιδρομών και την επίτευξη αντιπερισπασμού, κυρίως στα παράλια του Πόντου.

Στην περίπτωση αυτή, θεωρητικά, το Βασιλικό Ναυτικό που είχε την ναυτική κυριαρχία, μπορούσε να δώσει περισσότερη έμφαση σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις, αλλά το γεγονός ότι ήταν κυρίαρχο των θαλασσών δεν σημαίνει αυτόματα ότι και οι δυνατότητές του ήταν απεριόριστες. Επί παραδείγματι, η κύρια αποστολή που του είχε ανατεθεί ήταν ο αποκλεισμός των μικρασιατικών παραλίων ώστε να αποφευχθεί ο εφοδιασμός των κεμαλικών δυνάμεων. Αν και Γαλλία και Ιταλία δεν επέτρεπαν στα ελληνικά πολεμικά να διεξάγουν νηοψίες στα πλοία υπό την δική τους σημαία, προφανώς το Βασιλικό Ναυτικό δε θα μπορούσε να παύσει την δραστηριότητα αυτή.

Από την άλλη, αγνοείται ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα καυσίμων για την εξασφάλιση της διαρκούς κίνησης του ελληνικού στόλου καθώς και ο παράγοντας των μεγάλων αποστάσεων που έπρεπε να διανυθούν, σε συνδυασμό με την παλαιότητα του υλικού. Η παλαιότητα των ελληνικών ναυτικών μονάδων ήταν άμεσο αποτέλεσμα της μεταξύ 1916-1917 «κατάσχεσης» των μονάδων του ελαφρού στόλου (αντιτορπιλικά, τορπιλοβόλα), της ένταξής τους στο Γαλλικό Ναυτικό και της δράσης τους ως το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ιδιαίτερα κατά την υπηρεσία των πλοίων υπό την γαλλική σημαία, η φθορά του υλικού (εξαιτίας της αδιαφορίας των πληρωμάτων) ήταν τόσο μεγάλη σε έκταση ώστε για χρόνια μετά, οι επιδόσεις των πλοίων ήσαν σημαντικά υποβαθμισμένες. Είναι γνωστό ότι σημειώθηκαν περιστατικά όπου θωρηκτά αναγκάστηκαν να ρυμουλκούν αντιτορπιλικά εξαιτίας της κακής κατάστασης των λεβήτων και κινητήρων των τελευταίων. Για παράδειγμα, στα 4 μεγάλα αντιτορπιλικά (τα επονομαζόμενα “Θηρία”) η μέγιστη ταχύτητα πλεύσης είχε υποβαθμιστεί κατά 50%, κυμαινόμενη μεταξύ 15-16 κόμβων!

Κάτι που επίσης παραβλέπεται για τυχόν ναυτικές επιχειρήσεις προσβολής χερσαίων στόχων (είτε για την καταστροφή εγκαταστάσεων, οχυρώσεων, είτε για προσβολή εχθρικών στρατιωτικών δυνάμεων) είναι ότι τα πολεμικά πλοία δεν διαθέτουν απεριόριστα αποθέματα βλημάτων πυροβολικού, καθώς οι προβλεπόμενες καταναλώσεις στον ναυτικό πόλεμο είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές του χερσαίου πυροβολικού μάχης αφού οι χερσαίες επιχειρήσεις έχουν άλλη διάρκεια και μεγαλύτερη εμπλοκή δυνάμεων σε σχέση με το θαλάσσιες.

Γ) Μεταφορά μιας μεραρχίας από την Αν. Θράκη στα Μουδανιά και υπερφαλάγγιση των Τουρκικών δυνάμεων που κατευθύνονταν στη Προύσα

Αρχικά θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην Ανατολική Θράκη υπήρχαν 3 Μεραρχίες. Η Αδριανουπόλεως και οι Μεραρχίες Α’ και Β’ που συγκροτήθηκαν τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1922 με τη μεταφορά ανδρών και μονάδων από το εσωτερικό της χώρας και τη Μικρά Ασία. Για την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως προορίζονταν οι Μεραρχίες Αδριανουπόλεως και Α’. Εξ αυτών, η Μεραρχία που θα μπορούσε να μεταφερθεί συντομότερα στα Μουδανιά ήταν η Α’ αφού βρισκόταν στη περιοχή της Σηλυβρίας και ως εκ τούτου ήταν πλησιέστερα προς το λιμάνι της Ραιδεστού. Υπόψη ότι η Σηλυβρία δεν διέθετε κατάλληλο λιμάνι για τη φόρτωση μιας μεραρχίας σε πλοία. Η απόσταση της Σηλυβρίας από τη Ραιδεστό ήταν σε ευθεία γραμμή άνω των 70 χλμ., ή 2 ημέρες πορείας. Και βεβαίως και οι τρεις μεραρχίες της Αν. Θράκης μόνο άρτια εξοπλισμένες και αξιόμαχες δεν ήταν. Δεν διέθεταν ικανή στελέχωση, αξιόλογο πυροβολικό και τα προβλεπόμενα μεταγωγικά. Κυρίως όμως, στερούνταν συνοχής και πολεμικής εμπειρίας.

Οι Μεραρχίες δεν είναι πιόνια του σκακιού για να μεταφέρονται από το ένα σημείο στο άλλο σε μηδενικούς χρόνους. Και οι 3 μεραρχίες της Ανατολικής Θράκης βρίσκονταν απλωμένες στους τομείς τους και προκειμένου μία εξ αυτών (η Α’ εν προκειμένω) να μεταφερθεί στα Μουδανιά, θα έπρεπε να παραδώσει το τομέα της στην Αδριανουπόλεως και στη συνέχεια να συγκεντρωθεί στο λιμάνι της Ραιδεστού. Απαιτούμενος χρόνος: 2 ημέρες τουλάχιστον. Ακόμη, για την επιβίβαση της στα μεταγωγικά πλοία θα χρειαζόταν άλλες 2 ημέρες. Και όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι τα μεταγωγικά πλοία θα είχαν συγκεντρωθεί έγκαιρα στη Ραιδεστό. Επιβάλλεται να τονιστεί ότι θα απαιτούνταν τουλάχιστο δύο ημέρες προκειμένου να συγκεντρωθούν στη Ραιδεστό τα μεταγωγικά πλοία [επιβατηγά και φορτηγά] που θα επιτάσσονταν. Στους παραπάνω χρόνους θα πρέπει να προσθέσουμε 1 ακόμη ημέρα για το πλου από τη Ραιδεστό προς τα Μουδανιά, την αποβίβαση και τη συγκρότηση της μεραρχίας για ανάληψη αποστολής. Ακόμη και αν μπορούσαν να συντμηθούν οι χρόνοι, η Α’ Μεραρχία θα μπορούσε να αναλάβει αποστολή «υπερφαλάγγισης» του Τουρκικού στρατού, μόλις το πρωί της 17ης Αυγούστου, αν όχι αργότερα.

Ύστερα από τα παραπάνω, καθίσταται προφανές ότι ήταν αδύνατο να μεταφερθεί μια μεραρχία από την Ανατολική Θράκη στα Μουδανιά την ημέρα της τουρκικής επίθεσης στο Αφιόν Καραχισάρ ή την επομένη, όπως γράφει ο συγγραφέας.  Πόσο μάλλον όταν η ανώτατη ελληνική στρατιωτική ηγεσία δεν είχε ακριβή εκτίμηση ή γνώση του χρόνου εκδήλωσης της τουρκικής επίθεσης, ώστε να προγραμματίσει το όλο σχέδιο εκ των προτέρων. Η Ελληνική Στρατιά, μολονότι το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου 1922 έλαβε σημαντικές πληροφορίες για την Τουρκική επίθεση, απέτυχε να εκτιμήσει το μέγεθος της συγκέντρωσης του Τουρκικού στρατού νότια του Αφιόν, με αποτέλεσμα να υποστεί στρατηγικό αιφνιδιασμό.

Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι μια μεραρχία από την Ανατολική Θράκη το πρωί της 17ης Αυγούστου βρισκόταν στα Μουδανιά, θα πρέπει να μας εξηγήσει ο συγγραφέας το πως αντιλαμβάνεται την υπερφαλάγγιση των Τουρκικών δυνάμεων με βάση τη στρατηγική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί τη στιγμή εκείνη στο θέατρο πολέμου της Μικράς Ασίας και η οποία με λίγα λόγια είχε ανατραπεί άρδην σε βάρος των Ελληνικών όπλων, επειδή:

Στις 17 Αυγούστου ο  κύριος όγκος του Μικρασιατικής Στρατιάς στη περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ, αποτελούμενος από 8 μεραρχίες υπό τα Α’  και Β’ Σώματα Στρατού, έχει ηττηθεί κατά κράτος σε διαδοχικές μάχες και – το χειρότερο – έχει διασπαστεί σε δύο Ομάδες. Μία υπό τον διοικητή της Ι μεραρχίας υποστράτηγο Φράγκου και μία άλλη υπό τον στρατηγό Τρικούπη. Μεταξύ των δύο ομάδων έχει χαθεί κάθε σύνδεσμός και επικοινωνία από το μεσημέρι της 14ης Αυγούστου. Το απόγευμα της 16ης Αυγούστου η ομάδα υπό τον Φράγκου έχει εγκαταλείψει αδικαιολόγητα την τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ και υποχωρεί με καταρρακωμένο το ηθικό προς το Ουσάκ, με αποτέλεσμα να χαθούν και οι τελευταίες ελπίδες για την αποκατάσταση συνδέσμου με τη Ομάδα Τρικούπη. Η ομάδα υπό τον στρατηγό Τρικούπη συμπτύσσεται βραδυπορώντας εκτός των γραμμών συγκοινωνιών της και στις 16 Αυγούστου κυκλώνεται στο Ιλμπουλάκ Νταγ, διασπά το κλοιό, συνεχίζει να βραδυπορεί ασυγχώρητα ενώ ο χρόνος τρέχει σε βάρος της και το μεσημέρι της 17ης Αυγούστου οδηγείται στη κοιλάδα του Αλή Βεράν όπου κυκλώνεται και πάλι από τις τουρκικές δυνάμεις και στη μάχη που ακολουθεί συντρίβεται και καταστρέφεται πλήρως. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος στη Μικρά Ασία είχε πλέον κριθεί και είχε χαθεί για την Ελλάδα, αφού  στο νότιο μέτωπο δεν υπήρχε πλέον στρατός ικανός να σταθεί και να πολεμήσει, παρά μόνο ασύντακτα στίφη φυγάδων και μονάδες με καταρρακωμένο ηθικό που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να αποφύγουν την αιχμαλωσία και να φθάσουν όσο το δυνατό ταχύτερα στη θάλασσα και τη σωτηρία. Για αυτούς τους λόγους και κάτω από τη πίεση των πραγμάτων, στις 18 Αυγούστου το Γ’ Σώμα αποχώρησε από τη τοποθεσία που κατείχε ανατολικά του Εσκή Σεχήρ και δια συντόνων πορειών άρχισε να συμπτύσσεται προς τη Προύσα.

Η στρατηγική κατάσταση στις 17 Αυγούστου 1922

Η στρατηγική κατάσταση στις 17 Αυγούστου 1922

Ο συγγραφέας λέγοντας ότι η μεραρχία θα πλευροκοπούσε τις τουρκικές δυνάμεις που θα κατευθύνονταν στην Προύσα, πολύ απλά προτρέχει, καθώς έχοντας την άνεση να γνωρίζει εκ των υστέρων την εξέλιξη της τουρκικής επίθεσης και την επιτυχία που είχε, θεωρεί ότι τη στιγμή που η Μεραρχία από την Αν Θράκη αποβιβάζεται στα Μουδανιά [στις 13 ή 14 Αυγούστου κατά το συγγραφέα], το Γ’ ΣΣ υποχωρεί προς Προύσα και οι Τούρκοι το ακολουθούν «κατά πόδας». Αυτό ακριβώς γράφει αν διαβάσουμε προσεκτικά την πρότασή του [αν την ημέρα που εκδηλώθηκε η επίθεση .. (ή την επομένη) … μετέφεραν την Μεραρχία … στα Μουδανιά και … αυτή η δύναμη κατευθυνόταν προς Νότο, υπερφαλαγγίζοντας τις τουρκικές δυνάμεις που κατευθύνονταν προς την Προύσα …]. Όμως στις 17 Αυγούστου, που με βάση ακραίες, πλην όμως αρκετά ρεαλιστικές παραδοχές, θα είχε αποβιβαστεί η Μεραρχία στα Μουδανιά, η στρατηγική κατάσταση στο Μικρασιατικό μέτωπο είχε μεν ανατραπεί, αλλά το Γ’ Σώμα Στρατού με τις μεραρχίες ΧΙ, ΙΙΙ και Χ συνέχιζε να παραμένει στις θέσεις του ανατολικά το Εσκή Σεχήρ, πλην της Ανεξάρτητης που από τις 16 Αυγούστου είχε αρχίσει να κινείται προς το Τουμλού Μπουνάρ για να τεθεί υπό το Β’ Σώμα Στρατού [θα ειδοποιηθεί καθ’ οδόν από αεροπλάνο δια ερματισμένου μηνύματος ότι το Τουμλού Μπουνάρ εγκαταλήφθηκε και θα κινηθεί ανεξάρτητα -και αποκομμένη από κάθε άλλη Ελληνική δύναμη – μέσω Σιμάβ προς το Δικελί και τη σωτηρία].

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Γ΄ΣΣ, μέχρι την 16η Αυγούστου που αποχώρησε η Ανεξάρτητη, δεν χρειαζόταν καμιά βοήθεια για να αντιμετωπίσει αμυντικά και επιθετικά τις έναντι αυτού τουρκικές δυνάμεις [πάντα με την προϋπόθεση ότι θα είχε μια άλλη κατανομή των δυνάμεων του επί της τοποθεσίας], καθώς χονδρικά η δύναμή του ήταν ανώτερη των αντίστοιχων Τουρκικών. Αλλά ύστερα από τη συντριπτική ήττα του κύριου όγκου της Ελληνικής Στρατιάς στο νότιο μέτωπο και την άτακτη υποχώρηση των διασωθεισών Ελληνικών δυνάμεων προς τη θάλασσα, η απλή λογική και ο ρεαλισμός επέβαλλαν την διάσωση του Γ΄ΣΣ με την υποχώρηση αυτού προς τη Προύσα και τα λιμάνια της Προποντίδας. Ακόμα όμως κι αν θεωρηθεί ότι υπήρχε σκέψη για συγκέντρωση των τριών μεραρχιών του Γ΄ΣΣ και με την ενίσχυση από την «ειδική» μεραρχία που θα έφθανε από τα Μουδανιά, η δύναμη αυτή να κινηθεί εναντίον των αντιπάλων δυνάμεων και να τις «συντρίψει» και στη συνέχεια «να στραφεί στα νώτα του κυρίου όγκου» του κεμαλικού στρατού, αυτό δεν ήταν ούτε ρεαλιστικό, ούτε δυνατό. Χρειαζόταν σημαντικός χρόνος για να συγκεντρωθούν οι μεραρχίες ΙΙΙ και Χ που ήταν απλωμένες στην αμυντική τοποθεσία και απαιτούνταν αρκετές ημέρες για να φθάσει η «ειδική» Μεραρχία από τα Μουδανιά στη περιοχή του Εσκή Σεχήρ. Είναι ευνόητο ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ΧΙ Μεραρχία που κάλυπτε από ανατολικά τη γραμμή συγκοινωνιών του Γ’ ΣΣ. Τι θα μπορούσε όμως να πράξει η υπόψη δύναμη εναντίον των απέναντι του μετώπου της Τουρκικών δυνάμεων; Απολύτως ουδέν. Απέναντι από την ΧΙ μεραρχία βρισκόταν η Ομάδα Κοτζά Ελί, ισοδύναμης δύναμης με την ΧΙ, και ανατολικά του Εσκή Σεχήρ βρίσκονταν 3 Τουρκικές μεραρχίες [1η, 41η και 61η] του ΙΙΙ Τουρκικού Σώματος Στρατού. Επί πλέον ο Τουρκικός στρατός, έχοντας στη διάθεση του τη σιδηροδρομική γραμμή της Βαγδάτης, θα μπορούσε να μεταφέρει σε πολύ-πολύ σύντομο χρόνο ισχυρές δυνάμεις από τη περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ στη περιοχή της Κιουτάχειας, δηλαδή στο αριστερό πλευρό – μάλλον στα νώτα – των περί το Εσκή Σεχήρ Ελληνικών δυνάμεων. Έτσι η Τουρκική ηγεσία, θα μπορούσε να στρέψει εναντίον των 3 Ελληνικών μεραρχιών στη περιοχή του Εσκή Σεχήρ 2-3 μεραρχίες και σε συνδυασμό με τις 4 Μεραρχίες που βρίσκονταν ανατολικά, να επιτύχει μια κύκλωση αντιστοίχου μεγέθους με τη κύκλωση της ομάδας Τρικούπη. Υπό τις συνθήκες αυτές η παραμονή του Γ’ ΣΣ στη περιοχή του Εσκή Σεχήρ μετά τη συντριβή του Νοτίου Συγκροτήματος ήταν μη ρεαλιστική επιλογή και η προέλαση προς τα ενδότερα όχι απλώς δεν μπορούσε να συζητηθεί, αλλά θα ήταν αδιανόητα εγκληματική. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά την υποχώρηση του Γ’ ΣΣ προς τη Προποντίδα, η ΧΙ μεραρχία αποκόπηκε στα Μουδανιά και αιχμαλωτίστηκε. Δεν πρέπει ακόμη να μας διαφεύγει η ψυχολογία και οι εγγενείς αρετές και τα ελαττώματα των δύο λαών. Ο Τουρκικός στρατός διέθετε τον αέρα του νικητή, ενώ στον Ελληνικό είχε εμφιλοχωρήσει το πνεύμα του ηττημένου. Και ο Έλληνας μαχητής όσο δυνατός είναι στην επίθεση, τόσο αδύναμος και ευάλωτος είναι στη σύμπτυξη. Κανένας σχεδόν δεν θέλει να μείνει με τα τμήματα που συμπτύσσονται τελευταία από την τοποθεσία. Και το πνεύμα αυτό είναι που έχει οδηγήσει στην αποσύνθεση του Ελληνικού στρατού σε όσους πολέμους χρειάστηκε να συμπτυχθεί. Σχεδόν πάντα η σύμπτυξη του Ελληνικού στρατού μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Και αυτό είναι αντικειμενική διαπίστωση.

Ορισμένα ακόμη ζητήματα που θα διευκολύνουν τη σκέψη επί του υπόψη ζητήματος:

Κυκλωτική κίνηση των ελληνικών δυνάμεων από το βορρά θα είχε νόημα, αν τα Α΄ και Β΄ΣΣ δεν υποχωρούσαν αλλά αντέτασσαν οργανωμένη άμυνα σε περιοχές όπως το Τουμλού Μπουνάρ, η Φιλαδέλφεια, ή πολύ πιο πίσω στο Νυμφαίο, οπότε τότε όντως οι τουρκικές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα. Όταν όμως ο όγκος των ελληνικών δυνάμεων έχει αποσυντεθεί, δεν τίθεται καν θέμα πλευροκοπήσεων ή και απειλής της Άγκυρας ακόμη (οι αποστάσεις βέβαια εντέχνως μηδενίζονται – απόσταση σε ευθεία μεταξύ Εσκί Σεχίρ και Άγκυρας άνω των 200 χλμ.). Εννοείται βέβαια ότι ο αντίπαλος θα έχαιρε ακριβούς ενημέρωσης και πληροφόρησης για τις ελληνικές κινήσεις, ενώ αντίθετα η ελληνική πλευρά όχι.

Επίσης κάτι άλλο που δεν λέγεται είναι ότι ναι μεν το Γ΄ ΣΣ ήταν άθικτο και υποχωρούσε συντεταγμένα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνδρες του είχαν ως διά μαγείας αποκτήσει επιθετικό πνεύμα. Το γενικό πνεύμα στους άνδρες ολόκληρης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, ήταν προσανατολισμένο προς την εκκένωση που φαινόταν. Το γεγονός ότι η Ανεξάρτητη Μεραρχία πλήρως συντεταγμένη κατάφερε να διαφύγει μαχόμενη, δεν μπορεί να προβληθεί ως επιχείρημα, καθώς οφείλεται στο γεγονός, ότι οι άνδρες αυτής, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχαν από την αποκοπή τους, κινούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, συσπειρώθηκαν και πειθάρχησαν στις διαταγές των ανωτέρων τους αποφεύγοντας την αποσύνθεση, καθώς κινούμενοι δυτικά, γνώριζαν ότι η οδός δεν ήταν ελεύθερη για να πετάξουν τα όπλα τους και να σπεύσουν στην θάλασσα, όπως έκανε ο υπόλοιπος όγκος των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά αντελήφθησαν ότι για να πετύχουν, θα έπρεπε να πολεμήσουν και μόνο η πειθαρχία θα τους έδιδε αυτήν την ευκαιρία, όπως και έγινε. Το γεγονός ότι η κατάσταση του ηθικού των ανδρών του κατά τα άλλα άθικτου Γ΄ΣΣ ήταν σε λεπτή ισορροπία, αποδεικνύεται από το ότι στις 21 Αυγούστου κατά την διάρκεια της υποχώρησης, συνέβη η διάλυση του 52ου Συντάγματος Πεζικού, χωρίς αυτό να πιεστεί σοβαρά από τον αντίπαλο, απλά επειδή δέχθηκε πυρά πυροβολικού.

Η υποχώρηση των μεραρχιών ΙΙΙ και Χ του Γ’ ΣΣ προς τη Προύσα άρχισε το πρωί της 18ης Αυγούστου και γενικεύτηκε το απόγευμα της ιδίας ημέρας. Αλλά επί τη βάσει των προτάσεων του συγγραφέα, η Ελληνική Στρατιά χρησιμοποιώντας τη μεραρχία από την Ανατολική Θράκη, θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει τις έναντι του Γ΄ΣΣ τουρκικές δυνάμεις και να τις καταστρέψει, ενώ στη συνέχεια θα προήλαυνε στα ενδότερα και θα απειλούσε τα νώτα του κυρίου όγκου των τουρκικών δυνάμεων νοτιότερα στο Αφιόν. Αλλά από πού θα γινόταν η «υπερφαλάγγιση» που προτείνει ο συγγραφέας;

Προκειμένου να «υπερφαλαγγιστούν» οι Τουρκικές δυνάμεις που βάδιζαν προς τη Προύσα, θα έπρεπε η Α’ Μεραρχία από τα Μουδανιά, να κατευθυνθεί νότια και δια της κοιλάδας του ποταμού Αδρανού  να κινηθεί προς τη Κιουτάχεια, η οποία βεβαίως είχε καταληφθεί από τις 17 Αυγούστου από τους Τούρκους. Και αυτό επειδή από τη Προποντίδα και τα Μουδανιά, δύο είναι οι κατευθύνσεις που οδηγούν στο οροπέδιο της Κιουτάχειας – Εσκή Σεχήρ.  Η πρώτη ήταν από Προύσα προς Αϊνεγκιόλ – Καράκιοϊ – Εσκή Σεχήρ στην οποία από τις 18 Αυγούστου υποχωρούσε το Γ’ ΣΣ και η δεύτερη από δυτικά της Προύσας προς Μπεϊτζέκιοϊ (Orhaneli) και μέσω Ταουσανλή  οδηγούσε στη Κιουτάχεια. Επομένως στη δεύτερη κατεύθυνση  θα έπρεπε να κινηθεί η Α’ μεραρχία για να βρεθεί στα νώτα των Τούρκων.  Μεταξύ όμως των δύο αυτών κατευθύνσεων παρεμβάλλεται ο απροσπέλαστος Βιθυνιακός Όλυμπος, που δεν επιτρέπει την εγκάρσια επικοινωνία μεταξύ των δυνάμεων που κινούνται και ενεργούν στις δύο κατευθύνσεις, με ότι βεβαίως συνεπάγεται αυτό. Υπόψη ότι ο χρόνος πορείας από τα Μουδανιά μέχρι τη Κιουτάχεια δια της κοιλάδας του Αδρανού, είναι 7 ημέρες.  Επομένως όταν στις 23 Αυγούστου η Α’ Μεραρχία θα έφθανε στη Κιουτάχεια, αυτό που θα έκανε θα ήταν να παραδοθεί στους Τούρκους. Διότι θα βρισκόταν απομονωμένη και αποκομμένη στο κεντρικό Μικρασιατικό οροπέδιο, πολύ μακριά από όλες τις άλλες Ελληνικές δυνάμεις, αφού το μεν Γ’ ΣΣ στις 24 Αυγούστου πλησίαζε στη Προύσα, τα δε Α’ και Β’ ΣΣ [ό,τι είχε διασωθεί] περνούσαν την ίδια ημερομηνία το Σαλιχλί.

Με άλλα λόγια: ύστερα από την ανατροπή της στρατηγικής κατάστασης στο Μικρασιατικό μέτωπο σε βάρος των Ελληνικών όπλων, η υπερφαλάγγιση των νώτων του Τουρκικού στρατού που κατευθυνόταν στη Προύσα από μια μεραρχία που θα μεταφερόταν από τη Θράκη, είναι άνευ νοήματος και εκτός πραγματικότητας. Η πρόταση είναι μόνο για φιλοσοφική συζήτηση και τίποτε περισσότερο.

Ανακεφαλαιώνοντας:

Είναι απόλυτα σαφές, ακόμη και σε ένα μη ειδικό, ότι ο κ. Καργάκος προτείνει μια «ιδέα πολεμικής ενέργειας» που δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα δεδομένα της στρατηγικής και τακτικής κατάστασης  που διαμορφώθηκε  με ραγδαία ταχύτητα στο Μικρασιατικό μέτωπο ύστερα από τη Τουρκική επίθεση της 13ης Αυγούστου 1922.

Τέλος, μία ακόμη σημαντική παρατήρηση: Όπως είναι γνωστό, ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που είχε καταλυτική σημασία σε βάρος του αμυντικού αγώνα που διεξήχθη στη δεξιά πτέρυγα της εξέχουσας στις 13 και 14 Αυγούστου 1922, ήταν η απουσία ισχυρής εφεδρείας δυνάμεως μεραρχίας (+) που να μπορεί να επέμβει άμεσα συγκεντρωτικά και αποφασιστικά στο διεξαγόμενο αγώνα. Δυστυχώς, αυτό προτάθηκε και απορρίφθηκε από τον Χατζανέστη και τον επιτελάρχη της Στρατιάς. Ακόμη προτάθηκε – αλλά απορρίφθηκε – και η απόσυρση από την τοποθεσία του Γ’ ΣΣ των μεραρχιών Χ και Ανεξάρτητης, προκειμένου να συγκροτηθεί ισχυρή στρατηγική εφεδρεία. Ακόμη ένα κρίσιμο και σημαντικό στοιχείο που δυστυχώς παραβλέπεται είναι ότι οι δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Θράκη, μετά τη ματαίωση της επιχείρησης για τη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, δεν επέστρεψαν στη Μικρά Ασία. Τουλάχιστο δεν επέστρεψε κάποιο μέρος. Ποιο είναι όμως το τραγικό του ζητήματος; Ότι όταν ξεκίνησε η Τουρκική επίθεση διατάχθηκε αναδιάταξη του Γ’ ΣΣ και αποχώρηση της Ανεξάρτητης από τη τοποθεσία της προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εφεδρεία. Αυτά όμως δεν γίνονται τη τελευταία στιγμή και υπό τη πίεση των γεγονότων, διότι ως συνήθως ο χρόνος δεν φθάνει. Ακόμη, κάτω από τη πίεση της δυσμενούς κατάστασης που διαμορφώθηκε στη δεξιά πτέρυγα του Ελληνικού μετώπου, μεταφέρθηκε εσπευσμένα από την Ανατολική Θράκη στη Σμύρνη η Μεραρχία Α’ αλλά δεν κατέβηκε από τα πλοία. Θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί αμέσως μετά τη ματαίωση της επιχείρησης για τη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και να είχε προωθηθεί στη περιοχή του Αφιόν. Αυτά είναι τα σημαντικά, που είναι όμως και πολύ απλά.

Δ) Διατήρηση προγεφυρώματος στην Χερσόνησο της Ερυθραίας

Στο σημείο αυτό πρέπει να τεθεί το ερώτημα για τον σκοπό που θα εξυπηρετούσε η διατήρηση ενός προγεφυρώματος στην χερσόνησο της Ερυθραίας. Η διατήρησή του θα ήταν μόνιμη ώστε να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί στο μέλλον ή θα αποσκοπούσε στην διάσωσή του και ενσωμάτωσή του στο ελληνικό κράτος μετά την ειρήνη;

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας θέτει ο ίδιος ως προϋπόθεση την έγκαιρη προετοιμασία, καθώς αντιλαμβάνεται ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος στοιχειώδης οργάνωση του εδάφους με αμυντικά έργα. Με αυτόν τον τρόπο όμως αναιρεί την επόμενη σημείωση για επάνδρωση της θέσης έστω και από Πολιτοφυλακή (sic)! Το πότε θα έπρεπε να έχει γίνει η έγκαιρη οργάνωση της θέσης δεν προσδιορίζεται. Και πάλι, στο σημείο αυτό είναι φανερό ότι  εκ των υστέρων ο καθένας μπορεί να πει πολλά, αλλά από την στιγμή που η Στρατιά Μικράς Ασίας δεν είχε καν σχεδιάσει μια δεύτερη γραμμή αμύνης στην τοποθεσία της (και δε συζητάμε για την οχύρωση της Σμύρνης, που όντως είχε αρχίσει να μελετάται αλλά για γενικότερους λόγους είχε εγκαταλειφθεί νωρίς) από την στιγμή που από το 1922 ήταν προσανατολισμένη στο αποχώρηση, είναι υπερβολικό να μιλάμε για έγκαιρη οχύρωση της Χερσονήσου της Ερυθραίας, ιδίως όταν δεν προσδιορίζεται ο σκοπός.

Σε κάθε περίπτωση, είναι παράλογη υπόθεση ότι ο Κεμάλ θα επιδίωκε την σύναψη ανακωχής και αργότερα θα προσερχόταν σε διαπραγματεύσεις, έχοντας επιτρέψει την διατήρηση ενός ελληνικού προγεφυρώματος στην Μικρά Ασία, δηλαδή θα αφίστατο της θεμελιώδους πολιτικής του από την οποία δεν είχε αποστεί ούτε μία στιγμή από το Συνέδριο της Σεβάστειας, και μάλιστα τη στιγμή που είχε κερδίσει συντριπτική στρατιωτική νίκη. Θα είχε φροντίσει να συγκεντρώσει, έστω σε αυτό το στενό μέτωπο, συντριπτικές δυνάμεις και κυρίως πυροβολικό, για την εξάλειψή του.

 Η σκέψη για την υποστήριξη μιας ενδεχόμενης χερσαίας άμυνας στην Ερυθραία από τα πλοία του Βασιλικού Ναυτικού επίσης δεν ευσταθεί. Για να υποστηρίξει το Β.Ν. τα ελληνικά τμήματα που θα τάσσονταν (προφανώς) στο Λεστρέν Νταγ, κλείνοντας το “λαιμό” της Ερυθραίας, τα θωρηκτά θα έπρεπε να είναι σε θέση να εκτελούν επισκυπτική βολή. Πλην όμως, τα ναυτικά πυροβόλα είχαν ελάχιστη δυνατότητα ανύψωσης, και μπορούσαν να εκτελέσουν μόνον ευθύφορο βολή. Έτσι, αδυνατούν να εκτελέσουν έμμεση βολή, όπως απαιτούσε η συγκεκριμένη τοποθεσία. Τα ναυτικά πυροβόλα μπορούσαν να εκτελούν υποστήριξη επί της ακτής, αλλά μέχρι εκεί. Κι όλα αυτά τα (τελείως θεωρητικά, ούτως ή άλλως), αν υποθέσουμε ότι μπορούσε να αποκατασταθεί έλεγχος των ναυτικών πυροβόλων από τις διοικήσεις πυροβολικού. Το ενδεχόμενο τα πλοία να πλησίαζαν από τα βόρεια ή τα νότια τη χερσόνησο είναι επίσης απαγορευτικό, καθώς έτσι θα εκτίθονταν στα πυρά του χερσαίου πυροβολικού, τα οποία δε θα μπορούσαν, καν, να ανταποδώσουν. Σε αυτά, ας προστεθεί η υπερεκτίμηση  στην υποστήριξη πυροβολικού που θα μπορούσε να παράσχει το Ναυτικό σε χερσαίες επιχειρήσεις. Τα αποθέματα διαθεσίμων πυρομαχικών θεωρούνταν χαμηλά ήδη για ναυτικό αγώνα, έχει προαναφερθεί ότι οι καταναλώσεις πυροβολικού στις χερσαίες επιχειρήσεις είναι πολύ υψηλότερες από αυτές του ναυτικού αγώνα, κι αυτό πιθανότατα ίσχυε κατά μείζονα λόγο για την περίπτωση «παλαιών» πολεμικών που προτείνει ο συγγραφέας – και τα οποία προσδιορίζει σε μόλις δύο!

 

Ε) Έμφαση από ελληνικής πλευράς στον στρατηγικό αεροπορικό αγώνα και την δράση τεθωρακισμένων

Αεροδρόμιο Σμύρνης, 1919.

Αεροδρόμιο Σμύρνης, 1919.

Η αποκορύφωση των εκ των υστέρων (με παρέλευση δεκαετιών) υποδείξεων στρατιωτικών επιλογών προς την ελληνική πλευρά έρχεται στον τέλος. Βάσει των διδαγμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία θα έπρεπε να είχε αναπτύξει δόγματα αεροπορικής και μηχανοκίνητης δράσης.

Κατ΄ αρχάς, παραβλέπεται χαρακτηριστικά ο παράγοντας του κόστους. Τόσο τα αεροπλάνα όσο και τα άρματα της εποχής ήταν – κατ΄ αναλογίαν – τόσο ακριβά όσο είναι και σήμερα. Μετά τις επιχειρήσεις προς Άγκυρα, η οικονομική κατάσταση στην ελληνική πλευρά ήταν τέτοια, που όχι απλώς δεν επέτρεπε την απόκτηση σύγχρονων μέσων και μάλιστα σε σημαντικούς αριθμούς, αλλά έκανε άκρως προβληματική ακόμη και την ίδια τη συντήρηση και ανεφοδιασμού των υφισταμένων δυνάμεων. Το κόστος επιβαρυνόταν επιπλέον από την ανάγκη αγοράς ανταλλακτικών και πυρομαχικών.

Η πρόταση για τη χρήση αρμάτων στη Μικρά Ασία βασίζεται στη διαπίστωση ότι « Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – και πάλι κατά την τελευταία φάση του – έδειξε ότι ο επόμενος […], θα ήταν πόλεμος τεθωρακισμένων.» Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στην άγνοια των διεργασιών ανάπτυξης του όπλου των Τεθωρακισμένου κατά τον Μεσοπόλεμο. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, θα αναφέρουμε μερικά βασικά στοιχεία σχετικά με αυτό: α) Η χρήση των τεθωρακισμένων που εντυπωσίασε όλον τον κόσμο κατά την έναρξη του και όλη τη διάρκεια του Β΄ΠΠ είχε μικρή σχέση με τη χρήση τους κατά τον Α΄ΠΠ. Μπορεί το μέσον να ήταν σε γενικές γραμμές το ίδιο, αλλά χρησιμοποιήθηκε κατά τελείως διαφορετικό τρόπο στον Β΄ΠΠ απ΄ ότι κατά τον Α’ ΠΠ – σε βαθμό που η χρήση του στον Β’ ΠΠ προήλθε πολύ λίγο από την εντύπωση που είχε κάνει η εκμετάλλευσή του κατά τον Μεγάλο Πόλεμο και περισσότερο επειδή διαπιστώθηκε ότι έδινε λύση σε άσχετα με αυτό προβλήματα που είχαν αντιμετωπιστεί τότε. β) η χρήση των τεθωρακισμένων κατά τον Β’ ΠΠ επήλθε μετά από μια πολύ μακρά κι εντατική διεργασία ανάλυσης και δοκιμών κατά τον Μεσοπόλεμο, από στρατούς με μακρά αναλυτική-επιτελική παράδοση, μεγάλη πολεμική πείρα στον αμέσως προηγηθέντα πόλεμο, άνεση χρόνου, και άφθονα μέσα για να πειραματιστούν και να κάνουν δοκιμές – τακτικές και τεχνικές. Τίποτα από αυτά δεν ίσχυε για τον Ελληνικό Στρατό στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το να προβάλλεται η ανάπτυξη των τεθωρακισμένων σαν αυτόματη και αυτονόητο εξέλιξη του τέλους του Α’ ΠΠ είναι απλούστατα χονδροειδές σφάλμα οφειλόμενο σε άγνοια.

Πέραν αυτού, ο συγγραφέας δεν προτείνει κανένα συγκεκριμένο δόγμα, τρόπο χρήσης και ευκαιρία εκμετάλλευσής των αρμάτων στη Μικρά Ασία. Μπορεί κανείς να υποθέσει είτε ότι εννοείται η δυνατότητα χρήσης κατά τον ίδιο τρόπο που αυτά χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στον Β΄ΠΠ, ως ταχυκίνητων μονάδων που εκμεταλλεύονταν ρήγματα, είτε κατά τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν στον Α΄ΠΠ, για τη διάρρηξη ισχυρών τοποθεσιών. Παραβλέπονται έτσι τα βασικά δεδομένα της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Αν υποθέσουμε ότι υπονοείται η χρήση τους ως ενός είδους «ιππικού» (σε πολύ γενικές γραμμές, ο τρόπος χρήσης στον Β’ ΠΠ), παραβλέπεται ότι τα άρματα του Α΄ΠΠ δεν ήταν σε θέση να κάνουν κάτι τέτοιο:  Τα διαθέσιμα τότε γαλλικά άρματα προς πώληση ήσαν τα Renault FT-7, τα οποία όπως και τα υπόλοιπα της εποχής εκείνης, χαρακτηρίζονταν από την ανάπτυξη μικρών σχετικά ταχυτήτων 7 χλμ./ώρα και σχετικά μικρής αυτονομίας (65 χλμ.). Αν υποθέσουμε ότι υπονοείται η χρήση τους ως ενός είδους «πολιορκητικού κριού» για τη διάσπαση ισχυρών τοποθεσιών, (σε πολύ γενικές γραμμές, ο τρόπος χρήσης στον Α’ ΠΠ), παραβλέπεται ότι αυτό στην Δυτική Ευρώπη λάμβανε χώρα σε πεδινές εκτάσεις, ενώ στη Μικρασία οι αποφασιστικότερες μάχες, όπως αυτή προς Άγκυρα, διεξήχθησαν σε ορεινό έδαφος, όπου χρήση των αρμάτων ήταν αδύνατη. Και, φυσικά, παράγοντες όπως οι ανάγκες Διοικητικής Μέριμνας και υποστήριξης αυτών των μονάδων παραβλέπονται χαρακτηριστικά.

Σε ότι αφορά την αεροπορία, αντικείμενο για το οποίο εκφέρονται ανάλογες κρίσεις, σημειώνονται τα εξής: H ανάγκη που αναφέρεται για επίτευξη αεροπορικής υπεροχής είναι περιττή, καθώς έως το καλοκαίρι του 1922, αυτή ήταν αναμφισβήτητα ελληνική. Ο καθορισμός της Άγκυρας ως στόχου των αεροπορικών βομβαρδισμών αποτελεί άλλη μια ατυχή επιλογή καθώς μετά τις επιχειρήσεις Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1921, αυτή απώλεσε την σημασία της ως κέντρο εφοδιασμού και συγκέντρωσης των κεμαλικών δυνάμεων, και αυτό μετατοπίστηκε στο Ικόνιο. Όμως, αυτό είναι το έλασσον. Το βασικότερο είναι (και πάλι) ότι μια εκστρατεία στρατηγικού βομβαρδισμού (όπως υπονοείται) απαιτεί αεροπορικά μέσα σε ποιότητα και ποσότητα που όχι απλώς η Ελλάδα αδυνατούσε κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας να αποκτήσει, αλλά δεν υπήρχαν διαθέσιμα ούτε για πολύ ισχυρότερες χώρες.


[i] Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 582, Τόμος 172, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος-Νοέμβριος 2012, «Έπρεπε; Τις πταίει;» του Σαράντη Καργάκου (Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, από το έπος στην τραγωδία», Εκδόσεις ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ, Αθήνα 2010), σελ. 46-47

26 Responses to Μικρασιατική Εκστρατεία: Παρεξηγήσεις και Μύθοι, Μέρος 1ο

  1. Ο/Η .+- λέει:

    Ενα μικρο συμπληρωματικο διορθωτικο σχολιο στο εξοχο κειμενο. Εκτος απο τις μεραρχιες που αναφερθηκες υπηρχε και η 14η ΜΠ και το 2ο Σντ Ιππ στην Θεσ/ικη (βλεπε ΔΙΣ οι επιχειρησεις εις Θρακην 1919-1922).

    Σε οτι αφορα το προβλημα εξοπλισμου των ΜΠ που σωστα παρουσιαζεις δεν νομιζω οτι μπορει να θεωρηθει οτι εχει εξαντληθει με τα υπαρχοντα σχολια στα προηγουμενα κειμενα.

    .και-

  2. Ο/Η NF λέει:

    @ΚΔ/ΚΒ
    Χαιρομαι που επισημαινεται εξαρχης κατι σημαντικο: Ο Σαραντος Καργακος είναι ενας πολύ αξιολογος και σοβαρος συγγραφεας, ο οποιος υποπιπτει αθελα του σε ορισμενα σφαλματα, διοτι γραφει για «τεχνικα» στρατιωτικα ζητηματα τα οποια είναι λογικο να μη γνωριζει σε βαθος.
    Επομενως το κειμενο του ανηκει στην κατηγορια «Παρεξηγησεις»

    Υπαρχουν και τα κειμενα που ανηκουν στην κατηγορια «Μυθοι». Και τι μυθοι!

    Εχω εδώ κατι που ξερω ότι θα αρεσει σε πολλους. Αρθρο του Γιαννη Καψη, δημοσιευθέν στην εφημεριδα «Καθημερινη», στις 20/5/2007. Οποιος διαβασει, θα διασκεδασει:

    http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_20/05/2007_227672

  3. Ο/Η κωστας ιστορικος λέει:

    συγχαρητηρια για το καταπληκτικο μπλογκ σας και τα υπεροχα αρθρα
    ειναι οτι καλυτερο υπαρχει στον ιντερνετ και διαβαζοντας τα ολα βλεπω οτι εχω να κανω με ανθρωπους που εχουν μπει πολυ βαθια στο νοημα….
    για το 22 εχουν γραφτει παρα πολλα απιθανα και παλαβα πραγματα….ελαχιστοι γνωριζουν εις βαθος τι συνεβη και τι τεραστια ευκαιρια ειχε ο ελληνισμος…μια φορα στα 1000 χρονια….

    ειμαι εκπαιδευτικος ιστορικος με ειδικευση (μαστερ) σαυτη τη περιοδο και ασχολουμαι παρα πολυ με το 1922 που για μενα ειναι η πιο σημαντικη ημερομηνια της ελληνικης ιστοριας των τελευταιων 5-6.000 χρονων της…
    οπως ειπε και καποιος παν/μιακος,σε 1000 χρονια απο σημερα (αν υπαρχει ελλαδα), η ελληνικη ιστορια θα χωριζεται στην προ του 1922 και στην μετα, αντι στις 3 περιοδους που χωριζεται σημερα (αρχαια, βυζαντινη, νεοτερη)
    αν μου επιτρεπετε να συμμετεχω και γω στις συζητησεις- οχι τοσο στα στρατιωτικα θεματα οσο στα διπλωματικα και ιδεολογικοπολιτικα θα σας ημουν ευγνωμων

  4. Ο/Η ilias λέει:

    Σχετικα μα την αμυνα στην Ερυθραια θα ηθελα να πω ότι μπορεί τα ναυτικα μας πυροβολα να μην ειχαν δυνατοτητες ανυψωσης και ισως ειχαν περιορισμενο αποθεμα οβιδων, για τους Τουρκους ομως δεν υπαρχει η περίπτωση να μην ειχαν και αυτοι περιορισμενο αποθεμα οβιδων λόγω εξαντλησης τους στο Αφιον και στο Αλη Βεράν, αλλα και λογω και της τεραστιας απόστασης τους από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους. Στο Σαγγάριο 1921 δεν ειχαν εξαντληθεί τα αποθέματα τους άλλωστε; Eπιπλέον στην Ερυθραια οι υψηλές δυνατοτητες ελιγμού και υπερκερασης του Τουρκικου Ιππικου θα ηταν ανυπαρκτες λόγω στενοτητας χωρου. Τα θηρία και τα θωρηκτα εστω θα μπορουσαν να κατεβασουν αγηματα και να ενισχυσουν εστω τη ψυχολογια των αμυνομενων.

    Σχετικά με τα τεθωρακισμενα στη Μικρα Ασια θα ηθελα να πω οτι ελαφρα θωρακισμενα οχηματα (και οχι Τανκς) θα μπορουσαν να αξιοποιηθουν επιτυχως στη Μικρα Ασια οπως εγινε στην Παλαιστινη απο τους Αγγλους το 1917-1918. Θα ηταν ενα καλο αντισταθμισμα στο εξοχο Τουρκικο Ιππικο και για ρολους επιθετικης αναγνωρισης, προστασιας εφοδιοπομπων, ελαφρας ταχυκινητης εφεδρειας. Θεωρω οτι θα μπορουσαμε εμεις οι ιδιοι να μετασκευασουμε μερικα φορτηγα που διαθεταμε σε εκατονταδες και τα χρησιμοποιησουμε μονο για μεταφορα εφοδιων και τραυματιων και δεν τα αξιοποιησαμε για μεταφορα πχ μιας ελαφρας ταχυκινητης μοναδας (κατι σαν ΤΟΜΠ).

    Παντως η Ανεξαρτητη Μεραρχια ειχε το ρολο της «χρυσης εφεδρειας» και ηταν τοποθετημενη σε θεση που μπορουσε να συνδραμει και τα 2 συγκροτηματα και να κανει ζημια αλλα δυστυχως οι αθλιες Διαβιβασεις της Στρατιας μας που αξιζουν μεγάλης αναλυσης την ειχαν τυφλη, ενω οι Τουρκικες Μεραρχιες Ιππικου αλωνιζαν πισω απο τις γραμμες μας έχοντας τελειες επικοινωνιες με το επιτελειο.

  5. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Φίλε .+-, ευχαριστούμε για τις πληροφορίες και για τα θερμά λόγια.

    Το θέμα των εξοπλισμών της Εκστρατείας είναι εξαιρετικά δύσκολο και δεν έχουμε ακόμη παρουσιάσει κάτι σχετικό. Θα αρχίσουμε σταδιακά, προσεχώς.

  6. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ φίλε,

    Ευχαριστούμε για τα καλά σου λόγια.

    Είναι πάντα ευχάριστο να συναντά κανείς ανθρώπους με διάθεση να αντιμετωπίσουν το θέμα αυτό σοβαρά.

    Για τη συμμετοχή στη συζήτηση… δεν απαιτείται ιδιαίτερη άδεια! Όλες οι απόψεις που είναι σχετικές και διατυπώνονται με κοσμιότητα είναι ευπρόσδεκτες – όπως και για όλα τα υπόλοιπα θέματα, φυσικά.

  7. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Έχεις δίκιο. Αν πρόσεξες στη σχετική παράγραφο σημειώνει 2-3 μεραρχίες στην Μακεδονία και Ήπειρο (επιβεβαιωμένα η VI και VIII). Υπήρχε ένα ερώτημα για τη XIV, επειδή δεν διαπιστώνεται σαφώς η παρουσία της. Τελικά εμφανίζεται στη συγκρότηση της Στρατιάς Έβρου ως υπαγόμενη στο Β’ ΣΣ στη Θεσσαλονίκη.

  8. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Πιστεύω ότι είναι αστείο να συζητάμε για την μη προμήθεια αρμάτων από τον Ελληνικό στρατό και τη συγκρότηση τεθωρακισμένης μονάδας στη Μικρά Ασία. Έχω την εντύπωση ότι και ο κύριος Καργάκος – άριστος δάσκαλος με την ουσιαστική έννοια της λέξης – και πολλοί άλλοι, μελετητές της ιστορίας και μη, αγνοούν το πραγματικό επίπεδο επαγγελματισμού και το βαθμό ικανότητας του ΕΣ να αφομοιώσει τις τεχνολογικές εξελίξεις και τηn πρόοδο στηn πολεμική τέχνη που προέκυψαν στη διάρκεια του Α’ ΠΠ. Σχετικά με το υπόψη ζήτημα έχουν αναφερθεί επανειλημμένα ο Βελισάριος και ο αρθρογράφος του σχολιαζόμενου κειμένου.

    Το 1909, στρατός ικανός να διεξαγάγει πολεμικές επιχειρήσεις, δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν σχολές επιτελών, επιτελικοί αξιωματικοί και επιτελεία ικανά να προβλέπουν, να οργανώνουν και να σχεδιάζουν πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την ανάπτυξη του Ελληνικού στρατού σε σύγχρονες βάσεις, αλλά ο διχασμός εξανέμισε τα διδάγματα και την αποκτηθείσα γνώση και εμπειρία και καθήλωσε το στρατό στα προ των Βαλκανικών επαγγελματικά επίπεδα. Η συμμετοχή του στρατού στον Α’ ΠΠ ελάχιστα πρεσέφερε στην επαγγελματική και επιτελική ικανότητα των αξιωματικών, αφού η επιχειρησιακή διοίκηση των μεγάλων μονάδων του Ελληνικού στρατού είχε ανατεθεί σε Γαλλικά και Βρετανικά στρατηγεία και η επιτελική εργασία διεξαγόταν από ξένους αξιωματικούς.

    Υπό τις παραπάνω συνθήκες, είναι άδικο να συζητάμε για τη μη προμήθεια αρμάτων από τον ΕΣ. Ούτε τα είχαν δει και ίσως ελάχιστα είχαν ακούσει. Άλλωστε και τα τότε άρματα και τα «δόγματα» επιχειρησιακής χρησιμοποίησης τους, διένυαν τη βρεφική τους ηλικία.

    Τα πλέον ενδιαφέροντα ζητήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν τους μελετητές εκείνης της εκστρατείας, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο στρατός δεν μπόρεσε να κατανοήσει:
    1) Τη σημασία του βαρέως πυροβολικού για τη θετική έκβαση της μάχης – μολονότι «είδε» την αξία του στο Μακεδονικό μέτωπο και ειδικά στη μάχη του Σκρα – και ως εκ τούτου την ανάγκη για τη προμήθεια σύγχρονων βαρέων πυροβόλων
    2) Τις νέες μεθόδους τακτικής διοίκησης των πυρών του πυροβολικού
    3) Ότι η αποτελεσματική διεξαγωγή του Μικρασιατικού πολέμου απαιτούσε την ύπαρξη ισχυρού ιππικού, που θα χρησιμοποιούσε ίππους εγκλιματισμένους στο περιβάλλον της Μικράς Ασίας, κατάλληλους για τη διάνυση μεγάλων αποστάσεων. Το σημασία του ιππικού την αντελήφθησαν οι Κεμαλικοί, οι οποίοι συγκρότησαν πολλές μεραρχίες ιππικού τις οποίες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποίησαν ως ιπποκίνητο πεζικό και στρατονομικό σώμα

  9. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Περί των ιστοριογραφιών του Γιάννη Καψή
    Ο Γιάννης Καψής είναι ένας Μικρασιάτης που πόνεσε για την απώλεια της Ιωνίας, λάτρεψε το Βενιζέλο και θεοποίησε το Πλαστήρα. Ως εκ τούτου δεν είναι αντικειμενικός στην εξιστόρηση των γεγονότων της Μικρασιατικής εκστρατείας και δεν έγραψε ιστορία. Επόμενο είναι να μην απουσιάζουν από τη συγγραφή του η μυθολογία -κεντρικός ήρωας της οποίας βεβαίως είναι ο Πλαστήρας – και το μίσος του για τους «γαλαζοαίματους» στρατιωτικούς, όπως ο «βασιλόπαις» Ανδρέας, ο οποίος αν ήταν δυνατό θα έπρεπε για το Γ. Καψή να υποστεί ατιμωτική απόταξη, να διαπομπευθεί, να μαστιγωθεί δημοσίως και στο τέλος να λιθοβοληθεί.
    Και η έγκυρη και σοβαρή «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», στις 20/5/2007, χωρίς κανένα ενδοιασμό και χωρίς κανένα έλεγχο, δημοσιεύει ένα άρθρο του Γιάννη Καψή που ξεχειλίζει από ιστορικές ανακρίβειες.
    Και δικαίως κάποιος θα αναρωτηθεί για το ποιες είναι οι μεγάλες ανακρίβειες, τα ψέματα και οι μύθοι που περιέχονται στο άρθρο του Γιάννη Καψή, τις οποίες με περισσή ευκολία αναπαράγουν διαρκώς πολλές ιστοσελίδες και τις σερβίρουν ως αλήθεια στους άσχετους και μη υποψιασμένους; Ως απάντηση είναι σκόπιμο να σημειώσω τα επίμαχα σημεία του άρθρου και όσο πιο περιληπτικά γίνεται να τεκμηριώσω το ΛΑΘΟΣ, το ΨΕΜΑ και το ΜΥΘΟ. Και τα σημεία είναι αυτά τα ακόλουθα, με την τεκμηρίωση της «ανακρίβειας» να ακολουθεί:
    1. «Η πραγματικότητα, εν τούτοις, είναι μία: λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, ο Κεμάλ Ατατούρκ διεμήνυσε στον Βενιζέλο ότι εδέχετο να δοθεί απόλυτη αυτονομία στην περιοχή που μας έδινε η Συνθήκη των Σεβρών με μοναδική προϋπόθεση στην Σμύρνη, για λόγους γοήτρου, να κυματίζει και μια –μία μόνον– τουρκική σημαία»

    Τεκμηρίωση ότι πρόκειται για μύθο.
    Από κανένα γραπτό κείμενο δεν προκύπτει αυτό. Ούτε ο Βενιζέλος το αναφέρει. Πιστεύω ότι είναι αυθαίρετη σκέψη του Γ. Καψή, ή ίσως μια «πληροφορία καφενείου» που διακινούνταν μεταξύ των προσφύγων μετά τη καταστροφή. Αλλά ούτε ο Κεμάλ είχε κανένα λόγο να υποβάλει τέτοια πρόταση στο Βενιζέλο. Η προθέσεις του αναφορικά με την εκδίωξη των ξένων στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία και την ανεξαρτησία της χώρας του, έγιναν φανερές από την επομένη της υπογραφής της ανακωχής του Μούδρου, όταν ως διοικητής της 7ης Στρατιάς (Γιλντιρίμ) στη Συρία, τηλεγραφούσε στο μεγάλο Βεζύρη. «Ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπει να εκτελέσω τις διαταγές σας για να φανώ ευγενικός προς τους εχθρούς. Σας ειδοποιώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι ως υποχρέωσή μου να παραδώσω τμήματα της χώρας για να φανώ γαλαντόμος στους Άγγλους. Εάν αυτοί αποβιβαστούν στην Αλεξανδρέττα υπό οποιαδήποτε πρόφαση, θα αντιμετωπίσουν τις σφαίρες της στρατιάς μου. Σε ποιο να παραδώσω τη διοίκηση για να εκτελεστούν οι διαταγές σας;». Στη συνέχεια οι σκέψεις του για το μέλλον της Τουρκίας και την εκδίωξη των ξένων στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία επιβεβαιώθηκαν στις 18 Ιουνίου 1919 στο συμβούλιο της Αμάσειας και το Σεπτέμβριο του 1919 στη 1η σύνοδο της εθνοσυνελεύσεως της Σεβάστειας, όπου αποφασίστηκε η ανεξαρτησία της Τουρκίας και ο αγώνας μέχρι το τέλος για την απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων από τη χώρα. Για ποιο λόγο να υποβάλει ο Κεμάλ πρόταση στο Βενιζέλο για την αυτονομία της περιοχής της Σμύρνης, όταν ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών ο εμφύλιος με το σουλτάνο είχε λήξει με νίκη του Κεμάλ και την αναγνώρισή του ως του αδιαμφισβήτητου ηγέτη του αγώνα για τη σωτηρία της Τουρκίας, οι δε Τούρκοι αξιωματικοί έσπευδαν αθρόα να καταταγούν στο νέο στρατό που οργάνωνε ο Κεμάλ και οι περί αυτόν Τούρκοι στρατιωτικοί ηγέτες, όπως ο Φεβζή και ο Ινονού.

    2. «Όταν ο Κεμάλ πρότεινε στον Βενιζέλο την αυτονομία του σαντζακίου της Σμύρνης, είχε απέναντί του την Μεγάλη Στρατιά, μια δύναμη 200.000 ανδρών. Ήταν η πιο εμπειροπόλεμη στην Ευρώπη … Η στρατιά που παραλαμβάνει ο Παπούλας έχει μειωθεί στις 80.000 …»

    Τεκμηρίωση ότι πρόκειται περί μύθου τραβηγμένου από τα μαλλιά.
    Από τη 2α Μαίου 1919 που ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, η δύναμή του προοδευτικά αυξήθηκε με την μεταφορά μεραρχιών στη Μικρά Ασία από την ηπειρωτική χώρα. Σε καμιά όμως χρονική στιγμή μέχρι και τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 η τοποθετημένη δύναμη δεν ξεπέρασε τις 130.000 άνδρες. Και είναι αδύνατο αμέσως μετά τις εκλογές στις 1 Νοεμβρίου και μέχρι την ανάληψη ης αρχιστρατηγίας στις 8 Νοεμβρίου από τον Παπούλα, η δύναμη των 200.000 να μειώθηκε στις 80.000. Δεν γίνονται αυτά. Όταν ανέλαβε ο Παπούλας υπήρχαν στη Μικρά Ασία τα Α’, Β’ και Σμύρνης Σώματα Στρατού, με τις μεραρχίες Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Κρήτης (V), Αρχιπελάγους (VII), Σμύρνης (Χ), Μαγνησίας (ΧΙ), ΧΙΙΙ και Κυδωνιών που είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα για τη διεξαγωγή των εκλογών. Η τοποθετημένη δύναμη ανερχόταν σε 4.273 αξιωματικούς και 127.255 οπλίτες. Η παρούσα δύναμη ανερχόταν σε 3.805 αξιωματικούς και 111.871. Και βεβαίως ενώ ευδοκιμούσαν τα μετόπισθεν και οι υπηρεσίες, έπασχαν οι μάχιμες μονάδες, στις οποίες η δύναμη των Λόχων βρισκόταν σε απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο.

    3. «Ο Παπούλας έδωσε μια μόνον μάχη, που κατέληξε στο φιάσκο του Ιν Ενού …»

    Τεκμηρίωση ανακρίβειας
    Έχει συζητηθεί πολλές φορές το αν ο Παπούλας αποτελούσε την ιδανική επιλογή για να σηκώσει το βαρύ φορτίο της Αρχιστρατηγίας της Στρατιάς Μικράς Ασίας, όπως μετονομάστηκε το εις τη Σμύρνη Γενικό Στρατηγείο και αν είχε την διοικητική και στρατηγική επάρκεια για να φέρει σε αίσιο πέρας την αποστολή του. Η απάντηση επί του ερωτήματος έχει δοθεί και είναι αρνητική. Ο Παπούλας παρ’ όλο που διέθετε θάρρος και είχε διακριθεί στο πεδίο της μάχης ως διοικητής του 10ου Συντάγματος κατά τους Βαλκανικούς πολέμους (επομένως δεν ήταν αξιωματικός της επιμελητείας), προερχόταν από το στράτευμα και όχι κάποια στρατιωτική σχολή και ως εκ τούτου στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης. Αυτό μολονότι ήταν γενικά γνωστό, έγινε εξαιρετικά αντιληπτό στο πρώτο εξάμηνο της αρχιστρατηγίας του, μέσα από τις αποφάσεις που έλαβε αναφορικά με τη σχεδίαση την οργάνωση και τη διεξαγωγή των μεγάλων επιχειρήσεων του Δεκεμβρίου 1920, του Μαρτίου 1921 και του Ιουλίου του 1921. Γενικά ο Παπούλας έδωσε 4 μάχες στη Μικρά Ασία και τις έχασε. Μολονότι η κυβέρνηση έπρεπε να τον αντικαταστήσει αμέσως μετά τη πρώτη αποτυχία, τον διατήρησε και μετά τη τραγωδία του Σαγγάριου και τον αντικατέστησε με ένα εξίσου ανίκανο, το Μάιο του 1922.

    4. «Στην άλλη πλευρά; Οι τσολιάδες του Πλαστήρα σκαρφαλώνουν στο Καλέ Γκρότο με τρομακτικές απώλειες. Στήνουν τους νεκρούς τους μετερίζια και πολεμούν. Κάποτε όμως εξαντλούνται. Ο Πλαστήρας ζητά ενισχύσεις και ο συνταγματάρχης Φράγκου ζητά από τον μέραρχο, πρίγκιπα Ανδρέα, να ρίξει στη μάχη τις εφεδρείες. Από την σκηνή του μεράρχου βγαίνει ο υπασπιστής του, στρατηγός Γονατάς και απαντά στον αγγελιαφόρο: Ο στρατηγός κοιμάται, δεν μπορώ να τον ξυπνήσω»

    5. Τεκμηρίωση της απόλυτης μυθολογίας και της θεοποίησης του Πλαστήρα.

    a. Ο υποστράτηγος πρίγκιπας Ανδρέας [αδελφός του βασιλιά Κωνσταντίνου και προερχόμενος από τη ΣΣΕ] κατά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, ήταν διοικητής του Β’ Σώματος. Το Β’ ΣΣ διέθετε τις μεραρχίες V, IX και XIII, κατείχε το άκρο δεξιό της επιθετικής διάταξης Στρατιάς και θεωρητικά θα ήταν αυτό που θα «υπερφαλάγγιζε» το αριστερό της Τουρκικής αμυντικής διάταξης. Ως εκ τούτου το Β’ ΣΣ βρισκόταν δεκάδες χλμ μακριά από τα κέντρα ανεφοδιασμού της Στρατιάς και ήταν αυτό που υπέφερε περισσότερο από την ελλιπή ανεφοδιαστική υποστήριξη σε τρόφιμα, νομή και πυρομαχικά. Η υπερκέραση του Τουρκικού αριστερού δεν πέτυχε, εξ αιτίας ασυγχώρητων σφαλμάτων της διοίκησης της Στρατιάς και της ικανότητας της Τουρκικής ηγεσίας να προβλέπει και να μετακινεί τις μεραρχίες της από τη μία περιοχή στην άλλη με φανταστική ταχύτητα.
    b. Ο συνταγματάρχης Φράγκου ήταν διοικητής της Ι Μεραρχίας του Α’ ΣΣ που ενεργούσε στο αριστερό του Β’ ΣΣ.
    c. Ο συνταγματάρχης Γονατάς [όχι στρατηγός], ήταν επιτελάρχης του Α’ ΣΣ και όχι υπασπιστής του Ανδρέα. Και βεβαίως ένας στρατηγός, δεν κάνει τον υπασπιστή.
    d. Το βραχώδες Καλέ Γκρότο καταλήφθηκε ύστερα από αιματηρό αγώνα από το 43 Σύνταγμα πεζικού της V Μεραρχίας (Μεραρχία Κρήτης), το οποίο και δικαίως φέρει την ονομασία «43 Σύνταγμα Πεζικού – Καλέ Γκρότο». Είναι αίσχος κάποιοι να κλέβουν τη δόξα και τη τιμή κάποιου άλλου και τα αίσχη να αναπαράγονται διαρκώς για να θεοποιούνται κάποιοι άσχετοι με τη νίκη.
    e. Το επόμενο βραχώδες ύψωμα, μετά το Καλέ Γκρότο, ήταν το Ουλού Νταγ, το οποίο καταλήφθηκε ύστερα από θυελλώδεις επιθέσεις του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων της ΙΧ Μεραρχίας της Ηπείρου που διατέθηκε στη . V Μεραρχία
    f. Κατά τις επιχειρήσεις του Β’ ΣΣ στο άκρο δεξιό της Στρατιάς, η ΧΙΙΙ Μεραρχία της οποίας οργανικό σύνταγμα ήταν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα, αγωνίστηκε εξ ίσου εξαιρετικά αριστερά της V Μεραρχίας, προς το Καρά Τεπέ.
    g. Η θυσία και η τιμή του Καλέ Γκρότο ανήκει στη Μεραρχία Κρητών και στο διοικητή του Β’ ΣΣ. Έτσι γίνεται στα σοβαρά στρατεύματα. Οι νίκες όπως και οι ήττες ανήκουν στους διοικητές και μαχητές των μονάδων που νίκησαν.
    h. Είναι ντροπή να εφευρίσκονται ανοησίες, να αναπαράγονται έντυπα και ηλεκτρονικά για να στιγματιστεί κάποιος, του οποίου η φάτσα δεν αρέσει στον εφευρέτη της ανοησίας και του ψεύδους.
    Το πιο λυπηρό σε όλη αυτή την ψευδολογία, είναι ότι το καθ’ ύλη αρμόδιο όργανο της πολιτείας, το Γενικό Επιτελείο Στρατού και η Διεύθυνση Στρατιωτικής Ιστορίας δεν ενδιαφέρονται να αποκαταστήσουν την αλήθεια. Ίσως επειδή ο Γ. Καψής αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από συγγραφέα.

  10. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Κ/Δ ΚΒ
    Αγαπητέ Ilia,
    Η χρήση των ελαφρών θωρακισμένων της εποχής μπορεί να φαίνεται ελκυστική αλλά απ’ ό,τι ξέρουμε μόνο στην φάση των επιχειρήσεων του Αυγούστου 1921 (έως τις πρώτες τουρκικές αμυντικές γραμμές δυτικά της Άγκυρας) θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα και φυσικά όχι για να λάβουν μέρος σε συγκρούσεις (αφού ο κεμαλικός στρατός είχε αποσυρθεί στο σύνολό του ανατολικά του Σαγγαρίου και της Αλμυράς Ερήμου).
    Αυτό επειδή το έδαφος της Παλαιστίνης μάλλον διαφέρει αυτού της Μικράς Ασίας. Σε γενικές γραμμές μόνο ως αναγνωριστικά για προστασία και συνοδεία των εφοδιοπομπών και κάλυψης των πλευρών κατά την προώθηση προς Άγκυρα θα χρησίμευαν.
    Αλλά όταν ξεκινούσαν οι επιθετικές επιχειρήσεις το 1921, στόχο είχαν το Εσκί Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ και δεν υπήρχαν σχέδια για Άγκυρα. Ούτως ή άλλως το εγχείρημα προς την Άγκυρα ήταν παρακινδυνευμένο και δεν ήταν σίγουρο όταν έγινε εισήγηση αν θα το επιχειρούσε ο ΕΣ και φυσικά δεν υπήρχε χρόνος για προμήθεια.
    Η άμυνα στην Ερυθραία ασχέτως αν ήταν δυνατή, θα ήθελα να ξέρω τι σκοπιμότητα θα είχε; Συμβολική;
    Είναι δυνατόν να θεωρούμε σοβαρά ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του κεμαλικού πυροβολικού είχαν εξαντληθεί σε 2-3 ημέρες μάχης (Αφιόν-Αλή Βεράν); Το γεγονός ότι ίσως είχαν εξαντληθεί τα κεμαλικά αποθέματα τον Αύγουστο του 1921, σημαίνει ότι 12 μήνες μετά δεν είχαν αναπληρωθεί αλλά παρ’ όλα αυτά ο Κεμάλ αποφάσισε χωρίς το κυριότερο όπλο σε μια επιθετική κίνηση (σε μια κύρια μάχη) να ριψοκινδυνεύσει; Ας μην γελιώμαστε. Αν κάποια πλευρά στην Μικρασιατική Εκστρατεία, διακρίθηκεγια την επιμελή σχεδίαση και προετοιμασία προς την μάχη αυτή δεν ήταν η ελληνική.
    Η πρόταση για αποβίβαση ναυτικών αγημάτων προς άμυνα της Ερυθραίας δεν νομίζω ότι διαφέρει και πολύ από την πρόταση για επάνδρωση από δυνάμεις πολιτοφυλάκων. Μπορεί οι συνθήκες για άμυνα στην Ερυθραία να δίδουν σήμερα την εντύπωση προϋποθέσεων για νέες Θερμοπύλες και τα περιθώρια ελιγμών του τουρκικού ιππικού να ήταν ανύπαρκτα, αλλά πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι πάνω απ΄ όλα και αντίθετα με τις Θερμοπύλες, τον Αύγουστο του 1922 ήταν ανύπαρκτο και καταρρακωμένο το ηθικό στο ελληνικό στράτευμα, όχι μόνο αυτού της Μικράς Ασίας αλλά και της Θράκης, ενώ αντίθετα πολύ υψηλό στον αντίπαλο.

  11. Ο/Η konion λέει:

    Τὸ πρόβλημα ἔγκειται στὸ ὅτι ἄρθρα περιγραφῆς στρατιωτικῶν μαχῶν, χρειάζονται πρωτίστως μελέτη, εἰ δυνατὸν πολὺ καλὴ τῆς τοποθεσίας καθῶς καὶ καλὴ γνώσι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς.

    Προσωπικῶς, δυσκόλως παρακολουθῶ περιγραφὲς μαχῶν, διότι πρέπει νὰ ἀνατρέξω σὲ χάρτες, περιγραφὲς τόπων κ.λπ. καὶ πάλι εἶναι δύσκολο, διότι δὲν ἔχω πάει στὴν περιοχὴ τῆς μάχης αὐτοπροσώπως. Διότι καὶ τὸ ἄρθρο ὁλόκληρο νὰ θυμᾶμαι ἀπ΄ ἔξω μοῦ λείπει ἡ περιοχή τῆς μάχης καὶ ἡ ἐμπειρία τοῦ τόπου καὶ ἡ δυσκολία του.
    Συνεπῶς καταλαβαίνει κανεὶς τὴν δυσκολία, ἀφοῦ ἀσχοληθῆ σοβαρῶς μὲ τὸ θέμα. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι ἔγινε, γίνεται καὶ θὰ γίνεται πληθώρα λαθῶν, ἐὰν δὲν κατανοήση ὁ καθεὶς τὴν προσωπικὴ μελέτη καὶ κόπο ποὺ χρειάζεται γιὰ τὴν κατανόησι τέτοιων συνθέτων φαινομένων.

  12. Ο/Η Οψικιανός λέει:

    Κατ’ αρχήν, συγχαρητήρια για την εξαιρετική δουλειά σας στο blog.

    Θα ήθελα μόνο να συμπληρώσω κάτι στα όσα αναφέρθηκαν. Σύμφωνα με στοιχεία που έχω συγκεντρώσει από διάφορες πηγές (κατά κύριο λόγο από ιστορικά στοιχεία μονάδων του ΕΣ), οι μονάδες που βρίσκονταν εκτός μικρασιατικού χώρου αρχές καλοκαιριού του 1922 ήταν :
    Στην Ήπειρο η VIII ΜΠ, με 2 ΣΠ (10ο & 24ο)
    Στη Μακεδονία η XIV ΜΠ, με τα 9ο (Δράμα), 29ο (Σιδηρόκαστρο), & 36ο ΣΠ (Φλώρινα)
    Στη Δυτική Θράκη η VI ΜΠ, με τα 19ο (Διδυμότειχο), 20ο (Κομοτηνή), 21ο ΣΠ (Ξάνθη) & 59ο ΣΠ (Καραγάτς)
    Στην Ανατολική Θράκη η Μεραρχία Αδριανουπόλεως (πρέπει να περιελάμβανε το 50ο ΣΠ στην Αδριανούπολη και το 15ο ΣΠ στις 40 Εκκλησιές – πιθανώς το τρίτο της ΣΠ ήταν το 13ο).
    Οι δύο δε τελευταίες Μεραρχίες δεν διέθεταν οργανικό πυροβολικό. Στην συνέχεια , όπως αναφέρεται και στο κείμενο, προστέθηκαν στην Ανατολική Θράκη οι Α΄ & Β΄ Μεραρχίες, από τις οποίες η πρώτη αποτελούνταν εξ’ ολοκλήρου από μονάδες που μεταφέρθηκαν από τη Μ.Ασία.

  13. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Καμία αντίρρηση επ΄αυτού. Πράγματι, είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς την περιγραφή της μάχης στα σοβαρά.

    Τούτου δοθέντος, θα έπρεπε να είναι κανείς διπλά και τριπλά προσεκτικός προτού αρχίσει να δίνει οδηγίες μάχης, εμφανώς χωρίς να έχει καταβάλει την παραμικρή βάσανο για την κατανόηση του αντικειμένου του.

  14. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ φίλε,

    Ευχαριστούμε πολύ, τόσο για τα καλά λόγια όσο και για τις χρήσιμες πληροφορίες που δίνεις.

    Παρά την σχολαστική έρευνα που κάνουμε (και που συνεχίζεται και για τα αντικείμενα που ήδη έχουμε εξετάσει), οι πληροφορίες αναγνωστών είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες και πολύτιμες.

  15. Ο/Η AXEΡΩΝ λέει:

    Ἀγαπητέ Ἀρματιστή,σε ὅτι ἀφορᾶ το 1),και ἐπειδή με ἀπασχολεί ἕστω και θεωρητικά ἀπό χρόνια,θα ἤθελα να καταθέσω τον προβληματισμό μου,παραδεχόμενος πάντως την ὀρθότητα της τοποθετήσεως σου.
    Αὐτό που θα ἤθελα να ἐπισημάνω,εἶναι ὅτι το «βαρύ» ἔχει δύο ἀναγνώσεις:το διαμέτρημα και το βεληνεκές.
    Στην Μικρά Ἀσία,βαρύ ἦταν και το Σκόντα των 150/Υπ.1914,και το Κρούππ των 105/Υπ.1914.
    Το πρώτο ὑπερείχε σε φονικότητα,με ὀβίδα 42 κιλῶν,ἕναντι 18,75 ἤ 15,74 κιλῶν,ἀναλόγως ἄν χρησιμοποιείται ἡ γερμανική ἤ ἡ γαλλική ὀβίδα,καθώς και εὐκαμψία βολῆς,χάρη στην ἀπαράμιλλη ἀνύψωση 70°,ἀλλά μόλις 7.890 μέτρα βεληνεκοῦς.
    Ἀντιστοίχως,το Κρούππ των 105,με μέγιστη ἀνύψωση 45°παρουσίαζε βεληνεκές 13.250 μέτρων.
    Και οἱ δύο τύποι γνώρισαν πολύ περιορισμένη διάδοση στην Μικρά Ἀσία,ἀλλά τους άναφέρω χάριν συγκρίσεως.
    Γιατί κάνω αὐτήν την ἀναφορά;
    Ἐπειδή θεωρῶ ὅτι το πραγματικά βαρύ πυροβολικό,ἄν και το χρειαζόταν ἀπεγνωσμένα ἡ ΣΜΑ,δέν ἦταν,δυστυχῶς,προσιτώτερο ἀπό τα τεθωρακισμένα και τα ἁεροσκάφη,καθώς ἀπαιτούσε ἐπαρκείς όδεύσεις,ἀλλά και μηχανοκίνητους ἐλκυστήρες,των ὁποίων το κόστος και ἡ πολυπλοκότητα προσήγγιζε ἐκείνη των ἄρμάτων της ἐποχῆς,και πιθανόν το ὑπερέβαινε,ἄν μιλᾶμε για Renault FT-17.
    Ὡς πραγματικά βαρύ πυροβολικό ἑννοῶ,χάριν εὐκολίας πυροβόλα «συμμαχικῆς» προελεύσεως τα ὁποία θα μπορούσαμε να ἀγοράσουμε ἐάν μας το ἐπέτρεπαν οἱ «σύμμαχοι»,καθώς για βαρέα ἐκ λαφύρων δέν διαφαινόταν προοπτική.
    Τα πυροβόλα που θα μας ἐξυπηρετούσαν,ἦσαν το γαλλικό Schneider 155mm,Mle 1917 L17S,προσοχή,ὅχι το βραχύκαννο 155mm,Mle1917 C17S που ἀγόρασε ὁ Πάγκαλος το 1926.
    Ἐπίσης το βρεττανικό μακρύκαννο (GUN) των 6 ἰντσῶν,ΜκΙΙΙ.
    Και οἱ δύο αὐτοί τύποι προσέφεραν βεληνεκές περί τα 14-16 χλμ,με ὀβίδες ἐπαρκούς καταστρεπτικότητος,ἄνω των 40 κιλῶν.
    Ὡστόσο,οἱ ἀνάγκες ρυμουλκύσεως και μόνον,ὅπως προανέφερα,ἰσοδυναμούσαν με συγκρότηση ἐπιλαρχιῶν ἀρμάτων,και ἡ διάθεση των δήθεν συμμάχων να παράσχουν το ὑλικό ἕστω και ἕναντι ἀδρὰς πληρωμῆς,δέν ἦταν σε καμμία στιγμή δεδομένη.
    Ἔτσι ὅμως,ἀπέμενε ἡ λύση του ἐπαρκοῦς βεληνεκοῦς,με παραίτηση ἀπό την ὑψηλή φονικότητα,περιορίζοντας την ἐπιλογή στην δυνατότητα ἀντιπυροβολικοῦ.
    Πυροβόλα ὅπως το Κρούππ του 14,ἤ του κἄπως νεώτερου και ἐκηβόλου Κρούππ του 17,των 105 πάντοτε,θα ἦσαν πραγματικοί πολλαπλασιαστές ἰσχύος,ἐάν βέβαια βρισκόταν διαθέσιμα,εἴτε ὡς λάφυρα,που ὅμως δεν ἐξασφαλίστηκαν,εἴτε ὡς ἀγορά μέσω τρίτων,ὅπως ἡ Ρουμανία.
    Βεβαίως,τίποτε δέν θα ἔσωζε την κατάσταση,ἄν δέν ἐφαρμοζόταν οἱ ἐνδεδειγμένες τακτικές,οἱ ὁποίες ἔλλειψαν περισσότερο και ἀπό το βαρύ πυροβολικό.

  16. Ο/Η Α.Β. λέει:

    Γραφετε κάπου στο σημείο 3 της πολύ καλής σας ανάλυσης: «…και να αποβιβαστεί σε κάποιο σημείο των Τουρκικών ακτών «.

    Να θυμίσω ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν ακόμα «τουρκικές περιοχές» με την σύγχρονη εθνική έννοια του όρου. Όλες ήταν «οθωμανικές περιοχές» (όπως παλιότερα η Καλαμάτα, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το Βελιγράδι και η Σόφια) που ανήκαν σε μια υπό διάλυση παλιά Αυτοκρατορία και όποιος θα κατάφερνε να τις ελέγξει και να τις ενσωματώσει στα δικά του εθνικά εδάφη θα τις μετέτρεπε εσαεί σε ελληνικές, τουρκικές, βουλγαρικές ή αρμενικές.

    Νομίζω ότι η σύγχυση μεταξύ «οθωμανικού» και «τουρκικού» δημιουργεί πολλά προβλήματα στην προσπάθεια κατανόησης εκείνης της δύσκολης εποχής μετάβασης από μια ιστορική μορφή σε μια άλλη. Και δυστύχως το λάθος αυτό το κάνουν και πολλοί ιστορικοί, είτε από αφέλεια είτε από πρόθεση για να αιτιολογήσουν παλιές αντιδραστικές προσεγγίσεις.

  17. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Αγαπητέ Αία

    Είχα ξεχάσει να απαντήσω στο σχόλιο σου το σχετικά με την Ανεξάρτητη Μεραρχία και το ότι αυτή είχε το ρόλο της χρυσής εφεδρείας.

    Μία δύναμη θεωρείται εφεδρική, όταν μπορεί να αναλάβει σε άμεσο χρόνο οποιαδήποτε αποστολή της αναθέσει η προϊσταμένη της διοίκηση. Αυτό επιβάλει στην εφεδρική δύναμη να έχει τις δυνάμεις της συγκεντρωμένες σε κατάλληλους χώρους συγκεντρώσεως.

    Όταν όμως μια μονάδα, οπουδήποτε μεγέθους, έχει εγκατασταθεί σε μια αμυντική τοποθεσία, και έχει αναλάβει αμυντική αποστολή, παύει να είναι εφεδρεία. Όσο δε μεγαλυτέρου μεγέθους είναι αυτή η δύναμη, τόσο περισσότερος χρόνος απαιτείται για να απεμπλακεί από τη τοποθεσία της, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να αναλάβει αποστολή εφεδρείας.

    Δυστυχώς η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε αναλάβει την άμυνα της τοποθεσίας ανατολικά του Σεϊντί Γαζή και για να την παραδώσει στη Χ, απαιτήθηκαν 3 ημέρες. Ήταν διαθέσιμη όταν πλέον το μέτωπο είχε καταρρεύσει.

    Δυστυχώς, αυτό ήταν ίσως το πλέον σοβαρό πρόβλημα της αμυντικής εγκατάστασης της στρατιάς στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Στερούταν στρατηγικών εφεδρειών. Ειδικότερα δε, δεν υπήρχε σοβαρή εφεδρική δύναμη επιπέδου μεραρχίας (+) πίσω από τη δεξιά πτέρυγα της εξέχουσας, που είχε εκτιμηθεί ως η «αχίλλειος πτέρνα» της όλης αμυντικής διάταξης.

  18. Ο/Η Αρματιστής λέει:

    Αγαπητέ Αχέρων

    Αντιλαμβάνομαι ότι η προμήθεια βαρέων πυροβόλων ήταν κάτι το πολύ δύσκολο με βάση τις τότε οικονομικές συνθήκες της χώρας και οπωσδήποτε εξαιρετικά χρονοβόρο να υλοποιηθεί, σε περίπτωση που αποφασιζόταν μια τέτοια προμήθεια. Βεβαίως η μετακίνηση του βαρέως πυροβολικού στο Μικρασιατικό υψίπεδο – που στερούταν ικανών δρομολογίων εκτός κάποιων ελάχιστων σκυρόστρωτων – ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα. Το ίδιο πρόβλημα όμως αντιμετώπιζαν και οι Τούρκοι, οι οποίοι στερούνταν τροχοφόρων οχημάτων σε αντίθεση με την Ελληνική Στρατιά που διέθετε αρκετά σημαντικό αριθμό. Υπόψη ότι στην Ελληνική στρατιά τα μακρά DE BANGE των 120 χιλ και τα Οβιδοβόλα Vickers-Armstrong των 6″, τα ρυμουλκούσαν φορτηγά οχήματα, αν και από κάποιες φωτογραφίες φαίνεται ότι κάποια ρυμουλκούνταν από ζευγάρια βοδιών και βουβαλιών.

    Αναφερόμενος όμως «στη μη κατανόηση από τη Μικρασιατική στρατιά της σημασίας του βαρέως πυροβολικού για τη θετική έκβαση της μάχης», αναφέρομαι περισσότερο στο τρόπο κατανομής του πυροβολικού της στρατιάς και των σωμάτων στρατού στις μεραρχίες και στα συντάγματα και στη τακτική διοίκηση των πυρών.

    Ειδικότερα στους τομείς των Ι και IV μεραρχιών στο Αφιόν, όπου δόθηκε η κύρια μάχη, υπήρχαν 16 DE BANGE των 120 χιλ και 4 Οβιδοβόλα των 6″. Αποτελεί μέγιστο ερώτημα το αν τα υπόψη πυροβόλα έλαβαν μέρος στην μάχη και αν υποστήριξαν δια πυρών τον αμυντικό αγώνα των μεραρχιών. Πιστεύω πως μάλλον δεν υποστήριξαν τον κύριο αγώνα. Όχι επειδή δεν επαρκούσε το βεληνεκές ή επειδή υπήρχαν απυρόβλητα. Από τις θέσεις που ήσαν ταγμένα και το βεληνεκές έφθανε για προσβάλουν τις περιοχές μπροστά από το Κ.Α. Καμελάρ και το Τιλκί Κιρί Μπελ, αλλά και η ανύψωση των σωλήνων των πυροβόλων επέτρεπε τη εκτέλεση επισκηπτικής βολής. Ποιο ήταν το πρόβλημα για την μη αξιοποίηση έστω εκείνων των παλαιών βραδυβόλων. Νομίζω ότι ο Ελληνικός στρατός ο οποίος μόλις πριν 14 χρόνια είχε αποκτήσει πυροβολικό που διέθετε επαρκείς, δεν είχε προχωρήσει στην εκτέλεση βολών μέσω παρατηρητή και δεν είχε αναπτύξει τρόπους διοίκησης των πυρών υποστηρίξεως. Για αυτό το λόγο η στρατιά και τα σώματα στρατού διέθεταν το πυροβολικό τους στις μεραρχίες και αυτές με τη σειρά τους το κατένειμαν μαζί με το δικό τους ορειβατικό πυροβολικό, κατά πυροβολαρχίες και ουλαμούς στα συντάγματα τους, με τη κατανομή να φθάνει ακόμη και στα τάγματα και στα κέντρα αντιστάσεως. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατανομής και πολυδιάσπασης, το πυροβολικό υποστήριζε μόνο το σύνταγμα και το τάγμα στο οποίο είχε διατεθεί. Παράδειγμα. Το βαρύ πυροβολικό που είχε διατεθεί στη IV μεραρχία (αποτελούμενο 8 DE BANGE 120 χιλ και 4 Οβιδοβόλα 6″) είχε ταχθεί στο πεδινό τμήμα 2-3 χλμ νοτιοανατολικά του Αφιόν και θα δρούσε επ’ ωφελεία του 8ου συντάγματος που είχε την ευθύνη της άμυνας του υποτομέα «Μιχαήλ. Η IVμεραρχία διέθεσε το πυροβολικό της και τελείωσε. Ως εκ τούτου για να υποστηρίξει το βαρύ πυροβολικό της μεραρχίας τον αγώνα που διεξαγόταν επί του Καμελάρ, θα έπρεπε να επέμβει η μεραρχία, να αναλάβει αυτή τη διοίκηση των πυρών, να βάλει παρατηρητή στο Καμελάρ και να αναπτύξει τηλεφωνικό δίκτυο από τις θέσεις των πυροβόλων μέχρι το Καμελάρ. Μιλάμε επομένως για «πολυτέλειες».

    Ένα άλλο γεγονός που αποδεικνύει τη μη κατανόηση της σημασίας του βαρέως πυροβολικού, αλλά και της αξίας των πυροβόλων σκόντα, είναι η διάθεση των υπόψη πυροβόλων. Η Μοίρα των βαρέων Σκόντα των 150 χιλ στάλθηκε για αγρανάπαυση στην Αν. Θράκη, οι δε 3 μοίρες των Σκόντα 105 χιλ ισομοιράστηκαν στα 3 Σ.Σ.. Το δε Α’ ΣΣ, διέθεσε τη δική του μοίρα, στη ΧΙΙ μεραρχία ανατολικά του Αφιόν.

  19. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Κ/Δ ΚΒ
    Πιστεύω ότι η διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (άνω των 3 ετών) είναι αντιστρόφος ανάλογη της πραγματικής πολεμικής εμπειρίας για τον ΕΣ αλλά και της έντασης των προσπαθειών του.
    Ήδη έχει περιγραφεί πόσο άργησε να μπει ο ΕΣ στο πεδίο μάχης του Α΄ΠΠ (πλην του Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης). Όσον αφορά το ΠΒ μέχρι τότε δεν διέθετε βαρύ ΠΒ οπότε όταν έλαβε τα 6ιντζα και τα 120άρια με τις τότε βιαστικές συνθήκες επανεξοπλισμού και κινητοποίησης και πολύ του έπεφταν.
    Μέχρι το 1921 (και κυρίως τον Αύγουστο του 1921) δεν νομίζω να είχαν την ευκαιρία τα επιτελεία να αντιληφθούν την κρισιμότητα του βαρέως ΠΒ. Το 1919 στην Ουκρανία οι 2 μεραρχίες είχαν να κάνουν με ημιάτακτα στρατεύματα, το 1919 στην Μικρά Ασία οι 5 μεραρχίες είχαν να κάνει με ατάκτους, το 1920 οι 6 μεραρχίες είχαν να κάνουν με ημιατάκτους (δεν συζητάμε για την ισχύ του τότε κεμαλικού ΠΒ) και μόλις το 1921 άρχισε να αντιμετωπίζει συντεταγμένο στρατό. Τον Μάρτιο απέτυχε όχι λόγω έλλειψης μέσων αλλά λόγω έλλειψης ανθρωπίνου δυναμικού. Τον Ιούλιο πέτυχε φαινομενικά λόγω όγκου δυνάμεων και ελιγμών αλλά τον Αύγουστο συνάντησε ισχυρά οργανωμένες θέσεις και οχυρώσεις.
    Η επόμενη φάση των επιχειρήσεων που φάνηκε η ανάγκη ισχύος πυρός ΠΒ ήταν 11 μήνες μετά, τον Αύγουστο του 1922, αλλά εν τω μεταξύ δεν έγινε αντιληπτή όχι η δική του ανάγκη ενίσχυσης σε ΠΒ αλλά η απειλή του βαρέως ΠΒ του αντιπάλου.
    Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά η έναρξη επανεξοπλισμού του ΕΣ στόχευε κυρίως στην ανανέωση του ΠΒ και του φορητού οπλισμού, οι κρίσιμοι τομείς δηλαδή στους οποίους έπασχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία.

  20. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Κ/Δ ΚΒ
    Πολύ σωστά το γράφεις φίλε Α.Β. για τον διαχωρισμό Οθωμανική και Τουρκική (αν θέλουμε να κυριολεκτούμε), αφού όντως η Τουρκία είναι ένα δημιούργημα του 1923. Ωστόσο γεγονός παραμένει ότι ακόμα και σε επίσημα έγγραφα π.χ. των Βαλκανικών Πολέμων (όχι μόνο ελληνικά αλλά και ξένα) εμφανίζονται οι όροι Τούρκος, τουρκικός, εννοώντας προφανώς Οθωμανός, οθωμανικός. Το ίδιο ισχύει εκείνη την εποχή και για το Αγγλία/Βρετανία, Άγγλος/Βρετανός (κυρίως σε ελληνικά επίσημα έγγραφα) χωρίς όμως να δημιουργείται κανενός είδους σύγχυση.

  21. Ο/Η AXEΡΩΝ λέει:

    @Κ/Δ ΚΒ
    Μπορεί να ἔλλειπε ἡ μακροχρόνια ἑμπειρία,ἀλλά ἤδη το 1912/13 στο Μπιζάνι ἔγινε ἐκτεταμένη χρήση τοπομαχικῶν,ἀλλά και ἀντιμετώπιση τέτοιων του ἐχθροῦ.
    Δέν ἐξήχθη κανένα συμπέρασμα;
    Ἥ μήπως οἱ ἀνωμαλίες που ἀκολούθησαν ἐπί διχασμοῦ δέν ἐπέτρεψαν την ἀξιοποίηση της ἑμπειρίας;

  22. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    K/Δ ΚΒ
    Φίλε Αχέροντα, τον Αύγουστο του 1921 η εκστρατεία εναντίον της Άγκυρας άρχισε ως εάν είδος επιδρομής και με ευρύ υπερκερωτικό ελιγμό από νότο, εκ μέρους της ελληνικής ηγεσίας. Δεν νομίζω να φαντάζονταν την εξέλιξη για να θυμηθούν το Μπιζάνι.

  23. Ο/Η AXEΡΩΝ λέει:

    Ἐγώ το θέτω ὡς προϋπάρχουσα ἓμπειρία,και την ἀπαραίτητη ὀξυδέρκεια που θα ἔπρεπε να εἴχε ἐπιδειχθεί ἔκτοτε στην ἀνάλυση και ἐξαγωγή συμπερασμάτων.
    Και ὅσο για την ἐκστρατεία ἑναντίον της Ἄγκυρας,δέν ἀντέχω στον πειρασμό να παρατηρήσω ὅτι ὁλοκληρη ἡ Μικρασιατική Ἐκστρατεία ἦταν μία συρραφή ἑνεργειῶν ἐκ των ἑνόντων,αὐτοπεριορισμῶν και ἀπροθυμίας.

  24. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Κ/Δ ΚΒ
    Ενδεικτικό για την εμπειρία και τα μαθήματα αλλά και την αξία του βαρέως ΠΒ που αποκόμισε ο ΕΣ από το Μπιζάνι, είναι ότι ασχολήθηκε με το βαρύ ΠΒ μόλις το 1917 όταν αποφάσισαν οι Αγγλογάλλοι γι’ αυτόν, ότι πρέπει ο νέος ΕΣ να διαθέτει βαρύ ΠΒ. Η είσοδος του μετάβαλκανικού ΕΣ στον Α΄ΠΠ αν δεν ήταν οι Αγγλογάλλοι, θα γινόταν χωρίς βαρύ ΠΒ. Έπρεπε να έρθει το 1921 για να ξανααντιληφθεί την ανάγκη αυτή ο ΕΣ και τελικά την κάλυψε αξιόπιστα με τις πρώτες παραγγελίες το 1925, 13 χρόνια μετά το Μπιζάνι.

  25. Ο/Η Κ.Θ.Α. λέει:

    Συγχαρητήρια για το ιστολόγιο σας , είναι σε υψηλό επίπεδο.Το βιβλίο του Καργάκου στο οποίο αναφέρεστε , το θεωρείτε καλό κ πιο άλλο βιβλίο προτείνετε σαν αρχική επαφή με το ζήτημα της Μικρασιατικής καταστροφής.

  26. Ο/Η ΚΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    Φίλε Κ.Θ.Α,
    Κατ΄αρχάς, συγγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση.

    Τώρα για βιβλία… Το βιβλίο του κ. Καργάκου δεν το έχω διαβάσει. Ωστόσο η ενασχόλησή του με αμιγώς επιχειρησιακά θέματα, τα οποία δεν γνωρίζει επαρκώς όπως εξηγήθηκε στην σχετική ανάρτηση, δεν είναι καλό σημάδι.

    Ιδού μερικές βιβλιογραφικές προτάσεις, για κάποιον που θέλει ξεκινήσει με την υπόψη περίοδο και ανάλογα με το τι τον ενδιαφέρει περισσότερο:

    Α. Γενική Ιστορία.

    α. Η ΄΄Ιστορία του Ελληνικού Έθνους΄΄ τόμος ΙΕ. Ο τόμος έχει την ιστορία όλης της περιόδου 1913-1941. Έγκυρη, γραμμένη από ιστορικούς υψηλού επιπέδου. Στα υπέρ της η έμφαση στην κατανόηση των δυσεπίλυτων ελληνικών διλημμάτων της εποχής, καθώς και της στενής αλληλεπίδρασης της Πολιτικής , εγχώριας και διεθνούς, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον περιλαμβάνει και χρήσιμα οικονομικά στοιχεία. Από την άλλη μεριά, η εξέταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι πολύ συνοπτική, πλην αυτών του Αυγούστου 1922.

    β. ΄΄ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ΄΄ του M. L. SMITH. Η ελληνική απόδοση σημαντικής δουλειάς ενός Βρετανού διπλωμάτη. Βασισμένο σε πλούσια βιβλιογραφία, το βιβλίο έχει στα συν του την ζωντάνια των περιγραφών, την προσπάθεια για ανάδειξη των χαρακτήρων σε πρόσωπα, καθώς και πολύ ενδιαφέροντα βιογραφικά σημειώματα και άλλα στοιχεία, τα οποία δύσκολα βρίσκεις αλλού. Από την άλλη και εδώ οι επιχειρήσεις εξετάζονται συνοπτικά.

    Β. Στρατιωτική ιστορία.

    α. Η ΄΄Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας, 1919-1923΄΄. Το κλασσικό έργο στρατιωτικής ιστορίας για την εκστρατεία από την ΔΙΣ. Στα συν η εγκυρότητα στην εξιστόρηση των επιχειρήσεων και οι χρήσιμοι χάρτες. Στα μείον οι αναμενόμενοι περιορισμοί μιας υπηρεσιακής έκδοσης του Στρατού, η οποία επιπλέον μετρά δεκαετίες.

    β. Γ. Σπυρίδωνος, ΄΄ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΙ – Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ΄΄ Ο Σπυρίδωνος έζησε ο ίδιος την εκστρατεία ( ως Διευθυντής του Γραφείου του Εφοδιασμού) και επιπλέον την μελέτησε και αργότερα. Στα συν, η ματιά ΄΄από μέσα΄΄ , η κριτική των επιχειρήσεων και οι πληροφορίες για τις τουρκικές προσπάθειες. Στα μείον η ηλικία του έργου (τέλη ΄50) σε ότι αφορά στην άντληση νεότερων στοιχείων .
    Δεν ξέρω όμως αν πωλείται σε κανονικά βιβλιοπωλεία ή μόνο σε παλαιο-βιβλιοπωλεία.

    Υπάρχουν και αναλυτικότερα βιβλία αλλά πρέπει πρώτα να κατανοηθεί το ζήτημα στις βασικές του παραμέτρους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s