HEMPAS: Μία ελληνική πρόταση για παθητικό ραντάρ – και τα όρια του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού

Γράφουν ο Βελισάριος και ο HBS

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με βάση πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανοικτές πηγές καθώς και από πληροφορίες που παρέσχε στον HBS ο εκπρόσωπος της «Ομάδας Θεσσαλονίκης» κ. Αθανάσιος Κωνσταντινίδης, στο πλαίσιο δύο συνεντεύξεων.

Το σύνολο των πληροφοριών και των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη του άρθρου αυτού είναι αδιαβάθμητα.

Εισαγωγή

Franklin - Bistatic RadarΜία από τις βασικότερες αδυναμίες του μηχανισμού ασφαλείας της χώρας και βασικός λόγος της πολιτικής της καχεξίας αποτελεί η αποτυχία της να αναπτύξει στοιχειώδη αμυντική βιομηχανία για να υποστηρίξει την αμυντική ισχύ που η θέση της και η πολιτική της απαιτεί. Η αποτυχία αυτή αποτελεί ειδικότερη περίπτωση της γενικής αδυναμίας της χώρας να ασκήσει βιομηχανική πολιτική, για λόγους που έχουν σχέση αφ΄ενός με την οργανωτική ανεπάρκεια αφ΄ετέρου με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για κάτι τέτοιο.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση της αδυναμίας αυτής αποτέλεσε η υπόθεση του συστήματος HEMPAS/CCIAS που απασχόλησε τον χώρο της άμυνας τα τελευταία έτη. Η υπόθεση αφορά την υποβολή μιας πρότασης προς τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκ μέρους μιας ολιγομελούς ομάδας πανεπιστημιακών, προερχόμενων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αντικείμενο της πρότασης είναι η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή ενός συστήματος παθητικών αισθητήρων που θα ενταχθεί στο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της ΠΑ και θα ενισχύσει σημαντικά τόσο την επιβιωσιμότητά του όσο και την δυνατότητά του να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά υφιστάμενες και επικείμενες απειλές που αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Η πρόταση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά, τουλάχιστον σύμφωνα με την ομάδα των πανεπιστημιακών – αποκαλούμενων «Ομάδα Θεσσαλονίκης», είναι ώριμη και η φάση της ανάπτυξης του συστήματος έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό.

Μετά από περισσότερο από επτά έτη παλινωδιών και μπουφονικής διαδικαστικής ασυναρτησίας, στις αρχές του φθινοπώρου του 2013 το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενημέρωσε επισήμως τους πανεπιστημιακούς που είχαν υποβάλει την πρόταση ότι δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτήν.

Εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε στον τύπο, ημερήσιο και ειδικό, έντυπο και ηλεκτρονικό, ένας μικρός αλλά όχι ευκαταφρόνητος αριθμός αναφορών στην υπόθεση αυτή. Οι βασικότερες αναφορές στον γραπτό τύπο υπήρξαν δύο αναφανδόν θετικές για το σύστημα τοποθετήσεις, καθώς και μία αρνητική. Οι θετικές ήταν μία αναφορά του αμυντικού συντάκτη Πάρη Καρβουνόπουλου στην εφημερίδα «Real News» με τίτλο «Το υπερόπλο μένει στα χαρτιά», της 14ης Αυγούστου 2011, και μία του αμυντικού συντάκτη Μάνου Ηλιάδη στην εφημερίδα «Δημοκρατία» με τίτλο «Μία απόφαση στα όρια της Εθνικής προδοσίας», της 22ας Σεπτεμβρίου 2013. Αρνητική αναφορά υπήρξε η εμμέσως αρνητική τοποθέτηση του αμυντικού συντάκτη Βαγγέλη Παγώτση (περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», τ.27, Απρίλιος 2012, άρθρο με θέμα «Αντιμετωπίζοντας τα τουρκικά F-35A, Μέρος Β’: Παθητικά Συστήματα και Συνολική Αποτίμηση»), Οι παρουσιάσεις στο διαδίκτυο φαίνεται να έχουν ως βασική πηγή τα έντυπα άρθρα καθώς και την απάντηση του τότε Αναπληρωτή Υπουργό Αμύνης Ραγκούση σε επερώτηση που έγινε σχετικά με το θέμα από τον βουλευτή των ΑΝΕΛ Σπύρο Γαληνό (επερώτηση υπ. Αριθμ. 6763 της 15ης Μαρτίου του 2012). Η τελευταία αυτή απάντηση αποτελεί και την πλέον επίσημη και αναλυτική δημόσια (και συνεπώς αδιαβάθμητη) αναφορά στο θέμα. Την αναφορά αυτή επικαλέστηκε άλλωστε και το περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία» στον διαδικτυακό του τόπο, στις 10 Απριλίου 2012 προκειμένου να επιβεβαιώσει την προηγούμενη του θέση (Επιβεβαίωση ανάλυσης της «ΕΑ&Τ» για τα συστήματα PBR από το ΥΠΕΘΑ).

Θα ήταν αφελές να σχηματίσει κανείς γνώμη σχετικά με την αξία και την σκοπιμότητα ανάπτυξης του συγκεκριμένου συστήματος από τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία. Η διατύπωση γνώμης σχετικά με ένα τέτοιο ζήτημα απαιτεί αφ΄ενός αναλυτικά τεχνικά στοιχεία του συστήματος, αφ΄ετέρου τεχνικές γνώσεις και εμπειρία εξαιρετικά εκτενή, την ποιότητα και τη φύση της οποίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται όσοι σπεύδουν να υπερθεματίσουν ή να αναθεματίσουν.

Αυτό για το οποίο μπορεί κανείς, όμως, να διατυπώσει σαφή άποψη από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ο χειρισμός του θέματος εκ μέρους του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και των πολιτικών και στρατιωτικών του υπηρεσιών. Και η εντύπωση που αποκομίζει κανείς είναι καταθλιπτική – κι αυτό, ανεξαρτήτως της αξίας και της τελικής τύχης του συγκεκριμένου συστήματος. Η απογοήτευση, για να μην πούμε η απελπισία – που βεβαίως δεν ήρθε ως έκπληξη – αφορά τη δυνατότητα υλοποίησης οποιουδήποτε εθνικού εξοπλιστικού προγράμματος εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους και των υπηρεσιών του.

Για να το πούμε απλά: ο ένας βασικός λόγος που η ελληνική άμυνα στερείται οποιασδήποτε πραγματικής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης είναι η αδυναμία της να σχεδιάσει και να διαχειριστεί βιομηχανική πολιτική ή ακόμη και μεμονωμένα προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής αμυντικών συστημάτων. Και ταυτόχρονα, το ελληνικό αμυντικό σύστημα φαίνεται να έχει αποδεχτεί την κατάσταση αυτή ως απολύτως φυσική και χωρίς κάποια σημασία για τη συνολική στρατιωτική ισχύ της χώρας.

Συνοπτική Παρουσίαση της πρότασης προγράμματος HEMPAS

Το σύστημα HEMPAS (Hellenic Early-warning, Multi-target PΑthetic System) – στο βαθμό που μπορεί κανείς να συνάγει από τα γνωστά, αδιαβάθμητα δεδομένα της πρότασης – αποτελεί ένα υβριδικό, παθητικής λειτουργίας (δηλαδή χωρίς ίδιες εκπομπές) σύστημα εντοπισμού εναερίων στόχων.

Το σύστημα βασίζεται στον συνδυασμό δύο κατ΄αρχήν ανεξάρτητων υποσυστημάτων παθητικής λειτουργίας που όμως συνεργάζονται με την ανταλλαγή και τη σύγκριση δεδομένων προκειμένου να διευκρινίζεται η εικόνα ιχνών που διαμορφώνεται.

Το πρώτο από τα δύο υποσυστήματα είναι ένα παθητικό πολυστατικό ραντάρ. Πρόκειται για ένα ραντάρ που χρησιμοποιεί ελαφρώς διαφορετική αρχή λειτουργίας από τα κλασικά ενεργά μονοστατικά ραντάρ που κυριαρχούν τις τελευταίες δεκαετίες στη στρατιωτική τεχνολογία. Για να εξηγηθεί όσο πιο απλά γίνεται: τα κλασικά ενεργά «μονοστατικά» ραντάρ έχουν μία κεραία που λειτουργεί εναλλάξ ως εκπομπός και ως δέκτης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Το όλο σύστημα εκπέμπει διαμορφωμένες κυματομορφές ΗΜ ακτινοβολίας και τις συγκρίνει με αυτές που λαμβάνει από την αντανάκλασή τους πάνω σε στόχους. Η συσχέτιση των δύο κυματομορφών με τη χρήση διαφόρων μαθηματικών εργαλείων και προγραμματιστικών τεχνικών αποδίδει πληροφορίες σχετικά με τους στόχους. Σε αντίθεση με τα συστήματα του τύπου αυτού, τα πολυστατικά ραντάρ βασίζονται στη συλλογή της ΗΜ ακτινοβολίας που αντανακλάται στο στόχο αλλά που έχει εκπεμφθεί από ανεξάρτητες πηγές που δεν ανήκουν στο ίδιο το σύστημα, με κυριότερες αυτές που προέρχονται από την κινητή τηλεφωνία, τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση. Οι πηγές αυτές αναφέρονται ως «μη συνεργατικές», καθώς δεν ελέγχονται από το ίδιο το σύστημα. Η λήψη των κυματομορφών γίνεται από περισσότερους του ενός σταθμούς λήψης (εξ ου ο χαρακτηρισμός «πολυστατικά») και για τη διαμόρφωση της εικόνας συγκρίνονται οι κυματομορφές που λαμβάνονται από την απ΄ευθείας εκπομπή όσο και εξ αντανακλάσεως, ενώ συσχετίζονται και οι εκπομπές που λαμβάνουν οι διαφορετικοί μεταξύ τους σταθμοί λήψης του συστήματος.

Το γεγονός ότι η λειτουργία του συστήματος είναι παθητική σημαίνει ότι για την κατασκευή του δεν απαιτείται η εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογία κατασκευής της διάταξης εκπομπής . Η τεχνολογία αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία τεχνικής δυσκολίας των συγχρόνων συστημάτων ενεργητικών ραντάρ, ειδικά με τη σταδιακή μετατόπιση των συστημάτων προς τις τεχνολογίες AESA, που πολλαπλασιάζουν την κατασκευαστική δυσκολία των συστημάτων αυτών, την απαιτούμενη τεχνογνωσία για τη διαμόρφωση των εκπομπών και, φυσικά, το κόστος. Αντίθετα, η παθητική λειτουργία με τη συσχέτιση αντανακλάσεων μη συνεργατικών πηγών σημαίνει ότι το σημαντικότερο μέρος της δυσκολίας του εγχειρήματος μετατοπίζεται προς τις περιοχές ψηφιακής επεξεργασίας σήματος, μιας περιοχής που είναι εν πολλοίς μαθηματική και προγραμματιστική. Στην περιοχή αυτή τεχνογνωσίας, οι απαιτήσεις είναι μεγαλύτερες έναντι των (ούτως ή άλλως εξαιρετικά υψηλών) απαιτήσεων των συμβατικών ραντάρ. Από την άλλη, η έμφαση στον τομέα αυτό σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο σύστημα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα εξέλιξης και βελτίωσης (όσο, δηλαδή, ο κατασκευαστής του συνεχίζει να ασχολείται με αυτό), μιας και η βελτίωση του λογισμικού είναι σημαντικά πιο «ελαφριά» τροποποίηση και επένδυση από ότι η μεταβολή κατασκευαστικών χαρακτηριστικών. Από την άλλη, η διαφορετική αρχή λειτουργίας θέτει νέες τεχνικές προκλήσεις όπως αυτή της άμεσης συσχέτισης σημάτων που λαμβάνονται από διαφορετικούς, απομακρυσμένους γεωγραφικά δέκτες καθώς και τη διαχείριση της δικτυακής υπολογιστικής πολυπλοκότητας που θέτει ένα τέτοιο σύστημα. Τέλος, επισημαίνεται ότι το γεγονός πως δεν υπάρχει ανάγκη για κατασκευή κεραίας και πηγής ακτινοβολίας δε σημαίνει ότι το εγχείρημα δεν παραμένει δύσκολο από τεχνικής και κατασκευαστικής απόψεως.

Θεωρητικά τουλάχιστον, από επιχειρησιακής απόψεως η αρχή λειτουργίας ενός τέτοιου είδους ραντάρ παρέχει σημαντικά μεγαλύτερες δυνατότητες αποκαλύψεως στόχων χαμηλού ίχνους («stealth» στα ελληνικά…) από ότι τα αντίστοιχα «μονοστατικά», εξ αιτίας των μηκών κύματος που οι μη συνεργατικές πηγές εκπέμπουν (και για τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένη καμία από τις τεχνικές απόκρυψης του αεροσκάφους), των γωνιών υπό τις οποίες ακτινοβολείται ο στόχος (και οι οποίες δεν είναι αυτές για τις οποίες είναι βελτιστοποιημένη η σχεδίαση του στόχου ως «χαμηλού ίχνους»), και τέλος εξ αιτίας της δυνατότητας συσχετίσεως πολλών διαφορετικών αντανακλάσεων από τον στόχο. Γενικώς, στη βιβλιογραφία τα ραντάρ του τύπου αυτού αναφέρονται ως μία από τις κατευθύνσεις προς την οποία κινείται η προσπάθεια για την ανίχνευση στόχων χαμηλού ίχνους.

Πέραν των δυνατοτήτων που τα ραντάρ της κατηγορίας αυτής παρέχουν έναντι στόχων χαμηλού ίχνους, η αρχή λειτουργίας τους παρέχει στα δίκτυα αεροπορικού ελέγχου ένα κρίσιμο πλεονέκτημα, άσχετο με την τεχνολογία χαμηλού ίχνους. Στον αεροπορικό πόλεμο, για όλους τις δυνάμεις που ακολουθούν, λίγο ή πολύ, το δυτικό δόγμα μάχης, η μάχη αρχίζει με μια συστηματική απόπειρα εξαρθρώσεως του αντιπάλου συστήματος αεροπορικού ελέγχου, με στόχους απόλυτης προτεραιότητας τα ραντάρ επιτήρησης. Το βασικό όπλο για τις επιχειρήσεις αυτές είναι οι πύραυλοι «αντι-ραντάρ», πύραυλοι που ακολουθούν την εκπεμπόμενη από τα ραντάρ του αντιπάλου ακτινοβολία προκειμένου να τα πλήξουν. Η παθητική λειτουργία ενός συστήματος εξουδετερώνει τη δυνατότητα αυτή των όπλων, μετατρέποντας την εξουδετέρωση των συστημάτων σε μια κλασική αποστολή καταστροφής χερσαίου (και μάλλον μικρού) στόχου. Επιπλέον, η παθητική λειτουργία σημαίνει ότι, εν απουσία εκπομπών, ο αντίπαλος δε μπορεί να χρησιμοποιήσει Μέτρα Υποστήριξης Ηλεκτρονικού Πολέμου (ΜΥΗΠ – «ESM») προκειμένου να εντοπίσει τις θέσεις των ραντάρ, να τα ταυτοποιήσει και να μελετήσει τις δυνατότητές τους, τόσο για σκοπούς καταστροφής όσο και αποφυγής τους.

Το δεύτερο υποσύστημα του συστήματος HEMPAS, κατ΄ουσίαν λειτουργικά ανεξάρτητο έναντι του παθητικού πολυστατικού ραντάρ που προαναφέρθηκε, είναι ένα σύστημα Μέτρων Υποστήριξης Ηλεκτρονικού Πολέμου, δηλαδή συλλογής, επεξεργασίας και ταυτοποίησης ηλεκτρονικών εκπομπών, προσανατολισμένο προς τις ηλεκτρονικές εκπομπές αεροπορικών μέσων. Για το υποσύστημα αυτό ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά εκτός του γενικής λειτουργικής επιδίωξης να υποβοηθά το πολυστατικό ραντάρ παρέχοντάς του αρχικές ενδείξεις στόχων μεγαλύτερου βεληνεκούς. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η σύνδεση των δύο υποσυστημάτων γίνεται σε υψηλό επίπεδο της αρχιτεκτονικής του συστήματος, δηλαδή το ένα λειτουργεί ανεξάρτητα από το άλλο και απλώς το ΜΗΥΠ σύστημα υποβοηθά το παθητικό ραντάρ, παρέχοντάς του στοιχεία.

Συνολικά, και από τα ελάχιστα στοιχεία που είναι γνωστά, συνάγεται ότι το προτεινόμενο σύστημα προβάλει δύο βασικά στοιχεία που έχουν σημασία για ένα Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου (ΣΑΕ): είναι παθητικής λειτουργίας – δηλαδή δεν έχει ίδιες εκπομπές, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά πιο ασφαλές και μεγαλύτερης επιβιωσιμότητας από τα σταθερά ενεργά μονοστατικά ραντάρ που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του ελληνικού ΣΑΕ και τα οποία θα αποτελέσουν τους στόχους απόλυτης προτεραιότητας ενός αντιπάλου, χωρίς μέχρι σήμερα το πρόβλημα της προστασίας τους να έχει αντιμετωπιστεί (και ο νοών νοείτω). Παράλληλα παρέχει σε ένα ΣΑΕ σημαντική ενίσχυση της ικανότητας ανίχνευσης στόχων χαμηλού ίχνους. Με δεδομένο ότι ο βασικός αντίπαλος της Πολεμικής Αεροπορίας πρόκειται στο άμεσο μέλλον να εξοπλιστεί με αεροσκάφη τεχνολογίας χαμηλού ίχνους, η ικανότητα αυτή είναι προφανώς κορυφαία για τις εξοπλιστικές επενδύσεις της ΠΑ.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω περιγράφουν αρχές λειτουργίας συστημάτων, ήδη γνωστές (και υλοποιημένες) στο εξωτερικό, χωρίς να προσφέρουν κάποια «επαναστατική επινόηση», εν είδει «υπερόπλου». Τα «μυστικά υπερόπλα» ανήκουν στην καλπάζουσα φαντασία των αφελών και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που τίθεται σε σχέση με την εξοπλιστική πρόταση της λεγόμενης «Ομάδας Θεσσαλονίκης» δεν αφορά την αρχή λειτουργίας των συστημάτων που αυτή προτείνει ή το ζήτημα της χρησιμότητάς τους. Αυτά αποτελούν δεδομένα του προβλήματος – και μάλιστα τετριμμένα – και όχι ζητούμενο. Ό,τι μέχρι τώρα αναφέρθηκε δεν είναι τίποτα που δεν αναπτύσσεται με ευκολία στο πλαίσιο διπλωματικών εργασιών πολυτεχνικών σχολών, ως θεωρητικές προτάσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με το προτεινόμενο από την Ομάδα Θεσσαλονίκης σύστημα αφορά το κατά πόσον η προτεινόμενη λύση ήταν τεχνολογικά και κατασκευαστικά ώριμη για να αναληφθεί μια προσπάθεια ανάπτυξης του προτεινομένου συστήματος, δηλαδή, αν και κατά πόσο μπορεί να επιτύχει με οικονομικό τρόπο και εντός του υπολογιζόμενου χρονικού ορίου τις επιδόσεις που ευαγγελίζεται.

Η διαδικασία απόκτησης εξοπλισμών του ΥΕΘΑ

Για να κατανοήσει κανείς τον τρόπο αντιμετώπισης της πρότασης HEMPAS από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, πρέπει να έχει κάποια αντίληψη δύο βασικών διαδικασιών που εμπλέκονται στο ζήτημα: αφ’ ενός, πρέπει κανείς να γνωρίζει πως προγραμματίζει ένας στρατός τις αγορές εξοπλισμού, ειδικά αν οι αγορές αυτές δεν αφορούν την απόκτηση ετοίμων συστημάτων αλλά την ανάπτυξη συστημάτων ειδικά για τις ανάγκες του. Αφ΄ετέρου, πρέπει να έχει κανείς μια αντίληψη των βασικών διαδικασιών που ακολουθούνται για την αξιολόγηση, την ανάπτυξη και την παραγωγή οπλικών συστημάτων. Εν αγνοία αυτών των στοιχείων, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς και να αξιολογήσει τη στάση του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Επειδή τα στοιχεία αυτά έχουν κάποια έκταση, παρατίθενται σε δυο χωριστά παραρτήματα, στο τέλος του άρθρου. Όποιος επιθυμεί να έχει μια καλύτερη αντίληψη των διαδικασιών, όχι για λόγους τυπικούς αλλά για λόγους ουσίας, προτρέπεται να τα αναγνώσει.

Σε πολύ γενικές γραμμές, τα επιτελεία (δηλαδή, οι στρατιωτικοί-επιχειρησιακοί φορείς του Υπουργείου Αμύνης) μαζεύουν τις διαφορετικές εξοπλιστικές απαιτήσεις που έχουν, τις κοστολογούν και τις προτεραιοποιούν, δηλαδή αποφασίζουν τη σειρά σημασίας που έχει η εκπλήρωσή τους. Οι απαιτήσεις των κλάδων εξετάζονται από κοινού σε διακλαδικό υπηρεσιακό όργανο που ονομάζεται Συμβούλιο Αμυντικής Σχεδιάσεως και Προγραμματισμού όπου λαμβάνουν την τελική τους προτεραιοποίηση.

Εν συνεχεία, ο κατάλογος αυτός – πάντοτε υπό την έγκριση της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας – διαβιβάζεται στη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων για υλοποίηση. Δηλαδή, ο «κατάλογος με τα ψώνια» φεύγει από αυτούς που τον συνέταξαν (τα επιτελεία) και πηγαίνει σε «πολιτική» υπηρεσία του Υπουργείου, η οποία και θα «κάνει τα ψώνια», δηλαδή θα εκτελέσει τις διαδικασίες απόκτησης από το εξωτερικό (στη συνηθέστερη περίπτωση) ή εγχώριας παραγωγής του ζητούμενου εξοπλισμού. Θεωρητικώς τουλάχιστον, η ΓΔΑΕΕ είναι υπηρεσία που διαθέτει την τεχνογνωσία της οικονομικής διαχείρισης και της τεχνολογικής αξιολόγησης των προγραμμάτων – ενώ κατά τη διαδικασία απόκτησης τα επιτελεία εμπλέκονται και πάλι κατά τη διαδικασία κατάρτισης των τεχνικών προδιαγραφών και επιχειρησιακής αξιολόγησης των προς απόκτηση συστημάτων – και μόνον κατά το μέρος αυτό.

Η παραπάνω μικρή εισαγωγή παρατέθηκε με ένα συγκεκριμένο σκοπό κατά νου: να δοθεί το υπόβαθρο που πρέπει να έχει κανείς προκειμένου να αξιολογήσει την υπόθεση του συστήματος HEMPAS όχι στο τεχνικό της μέρος – πράγμα αδύνατον χωρίς διαβαθμισμένα τεχνικά στοιχεία και μεγάλη τεχνική εμπειρία – αλλά στον τρόπο χειρισμού της από το Υπουργείο Αμύνης.
Το σύστημα HEMPAS μπορεί να είναι ένα καλό ή ακόμη και εξαιρετικό σύστημα για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Μπορεί, επίσης, να είναι ένα απολύτως ανεπαρκές και χωρίς χρησιμότητα σύστημα ή με μηδενική πρακτικά δυνατότητα επιτυχούς ανάπτυξης. Και τα δύο είναι, κατ΄αρχήν, εξ ίσου πιθανά, όπως άλλωστε είναι πιθανό κι ένα μεγάλο φάσμα ενδιαμέσων αξιολογήσεων.

Όμως τόσο οι απαντήσεις που δόθηκαν δημοσίως από τους δύο υπουργούς αμύνης όσο και τα στοιχεία που έδωσαν οι ίδιοι οι συντελεστές του HEMPAS στου συντάκτες σχετικά με την αντιμετώπιση του συστήματος – και που επιβεβαιώνονται από πηγές ανεξάρτητες – εγείρουν περισσότερα ερωτήματα απ΄ όσα απαντούν.

Η διαχείριση της υπόθεσης HEMPAS από το ΥΕΘΑ

Με όλα αυτά τα δεδομένα υπ΄όψιν, καθώς και με τα όσα είναι γνωστά σε σχέση με την πρόταση προγράμματος HEMPAS, προκύπτουν σοβαρότατα ερωτήματα σε σχέση με τη διαχείρισή της εκ μέρους του ΥΕΘΑ και την τελική της έκβαση.

Σημείο 1ο : Ποιος φορέας διαχειρίστηκε την Πρόταση Προγράμματος;

Το πρώτο μείζον ερώτημα αφορά τη βασική διαδικασία χειρισμού του θέματος: απόλυτη αμηχανία. Όπως είπαμε, σύμφωνα με τη βασική διαδικασία που ακολουθείται, τα επιτελεία διαπιστώνουν (κατά κλάδο) τις ανάγκες τους, αυτές προτεραιοποιούνται μέσω ενός διακλαδικού μηχανισμού (το Συμβούλιο Αμυντικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού), επικυρώνονται από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων, κι εν συνεχεία ο «κατάλογος» δίδεται στη ΓΔΑΕΤΕ που αποφασίζει αν τα απαιτούμενα προγράμματα μπορούν να αναπτυχθούν εγχωρίως ή πρόκειται να αποκτηθούν έτοιμα από το εξωτερικό. Στην περίπτωση του HEMPAS η λογική υπαγορεύει ότι η πρόταση θα πρέπει να αξιολογηθεί ως προς τα λειτουργικά/επιχειρησιακά χαρακτηριστικά, που εν προκειμένω αφορούν τον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα και τις επιδόσεις του, από τις Ένοπλες Δυνάμεις, κι εφ΄όσον αυτά εκτιμηθούν ως κατ΄αρχήν ενδιαφέροντα, να ανατεθεί στην ΓΔΑΕΕ και συγκεκριμένα στη ΔΑΕΤΕ η αξιολόγηση του συστήματος από πλευράς τεχνολογικής ικανότητας, δηλ. αν μπορεί να επιτευχθεί η πλήρης τεχνική και παραγωγή ανάπτυξη του συστήματος που προτείνεται. Ο διαχωρισμός είναι σαφής σε όποιον έχει στοιχειώδεις τεχνικές γνώσεις: το μεν επιτελείο εξετάζει το στρατιωτικό κομμάτι του συστήματος (του τεχνικού συμπεριλαμβανομένου), η δε Γενική Διεύθυνση εξετάζει την πρόταση ως τεχνικό σύστημα: την ωριμότητα και το εφικτό των επιδόσεών του από πλευράς κόστους, πόρων και χρόνου. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά ουσιαστική: η μεν Γενική Διεύθυνση είναι φύσει αδύνατο να αξιολογήσει το σύστημα επιχειρησιακά, τα δε Επιτελεία δεν είναι σε θέση να αξιολογήσουν το σύστημα ως τεχνολογικό πρόγραμμα.

Αντί γι΄ αυτό, εξ αρχής η διαχείριση της πρότασης έγινε από το ΓΕΕΘΑ και με τη συμβολή των υπολοίπων Γενικών Επιτελείων. Τα επιτελεία αυτά κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν όχι μόνον επί των επιχειρησιακών (λειτουργικών) χαρακτηριστικών, αλλά και επί της τεχνολογικής ωριμότητας της πρότασης. Ασχέτως ενδεχομένων ειδικών λόγων για τους οποίους κρίθηκε σκόπιμο να μην παραπεμφθεί το θέμα στη ΓΔΑΕΕ, όπως θα ήταν η κανονική οδός, εγείρεται το εξής απλό ερώτημα: πως ήταν δυνατόν το ΓΕΕΘΑ να γνωμοδοτήσει με επάρκεια σε ένα τεχνικό θέμα όπως η τεχνολογική ωριμότητα μίας πρότασης, επί του οποίου δεν έχει ούτε την τυπική αρμοδιότητα, αλλά, κυρίως, ούτε και την τεχνική επάρκεια να πράξει;

Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί το εξής βασικό ζήτημα, προκειμένου να απαντηθεί μια εύλογη ένσταση: οι τρεις κλάδοι των ενόπλων δυνάμεων έχουν ένα σημαντικό βαθμό αξιωματικών με τεχνική μόρφωση. Ιδιαίτερα η Π.Α. έχει ειδικότητα αξιωματικών, τους Μηχανικούς, οι οποίοι είναι κατ΄ουσίαν, απόφοιτοι πολυτεχνικής σχολής και μάλιστα υψηλού επιπέδου, ενώ ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς έχει μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Σε κάπως πιο περιορισμένο βαθμό, αυτό ισχύει και για το Π.Ν., ενώ σε μικρότερο – αλλά όχι αμελητέο βαθμό – ισχύει και για τον Ε.Σ. Για ποιόν λόγο δε μπορούσαν τα επιτελεία με τους αξιωματικούς αυτούς να γνωμοδοτήσουν επί της τεχνικής πρότασης του HEMPAS?

Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να αναφερθούν τα βασικά στοιχεία για την αξιολόγηση μίας πρότασης ανάπτυξης ενός συστήματος (σε αντιδιαστολή με την τεχνική αξιολόγηση ενός ετοίμου συστήματος): Μετά τη διαπίστωση και τη διατύπωση επιχειρησιακών (λειτουργικών) απαιτήσεων εκ μέρους των επιχειρησιακά υπευθύνων, και μιλώντας κάπως απλουστευτικά, μία πρόταση για την ικανοποίηση της απαίτησης εξετάζεται κατά το αν (α) πληροί τις βασικές λειτουργικές (επιχειρησιακές) απαιτήσεις (β) είναι τεχνικά ώριμη για την ανάπτυξή της. Είναι απολύτως βέβαιο ότι το τεχνικό δυναμικό των επιτελείων είναι παραπάνω από ικανό και εξειδικευμένο να προβεί με επάρκεια στην αξιολόγηση του σημείου (α). Όμως το δεύτερο είδος αξιολόγησης, αυτό της τεχνικής ωριμότητας της πρότασης, είναι όχι απλώς «δύσκολο» αλλά διαφορετικό, εξαιρετικά ειδικό και απαιτητικό θέμα. Δεν απαιτεί απλώς «γνώσεις» επί τεχνικών ζητημάτων αλλά – πέραν μίας ορισμένης μεθοδολογίας – απαιτεί βαθύτατη γνώση των ορίων της υφιστάμενης τεχνογνωσίας και/ή εμπειρία στην ανάπτυξη συστημάτων, δηλαδή εκτίμηση της υφιστάμενης τεχνογνωσίας και εκτίμηση της δυνατότητας για διεύρυνσή της με τους διαθέσιμους πόρους. Μια τέτοια εκτίμηση απαιτεί, πρακτικά, την πολύ υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου εμπειρία ή/και πραγματική, πρακτική εμπειρία σε ανάπτυξη συστημάτων. Η τελευταία αυτή εμπειρία είναι, άλλωστε, και η μόνη που παρέχει κάποια εχέγγυα ορθής εκτίμησης των προβλημάτων ανάπτυξης. Πιο απλά: απαιτείται απάντηση στο ερώτημα: «μπορεί να φτιαχτεί αυτό;». Απάντηση σε τέτοια ερώτηση μπορούν να δώσουν μόνον όσοι έχουν εμπειρία στο «φτιάξιμο» πραγμάτων, ή (λιγότερο καλά) όσοι παρακολουθούν στενά την τεχνολογία «κατασκευής».

Οι στρατιωτικοί μηχανικοί, όσο καλοί και αν είναι, εκ των πραγμάτων δεν έχουν ούτε εμπειρία στην ανάπτυξη συστημάτων, ούτε επαρκώς βαθιά γνώση των ορίων της τρέχουσας τεχνογνωσίας. Για να επανέλθουμε στο προηγούμενο παράδειγμα με το αυτοκίνητο: Είναι άλλο να αξιολογεί ένας οδηγός ( αξιωματικός αεράμυνας ή παρεμφερής ρόλος) τις επιχειρησιακές δυνατότητες ενός αυτοκινήτου, είναι άλλο μηχανικοί υποστήριξης να αξιολογούν το τεχνικό επίπεδο ενός δεδομένου αυτοκινήτου ( στρατιωτικοί μηχανικοί), κι είναι άλλο πράγμα για κάποιους μηχανικούς να αξιολογούν αν ένα σχέδιο αυτοκινήτου είναι επαρκώς ώριμο για να κατασκευαστεί – χωρίς να έχουν καμία παρεμφερή εμπειρία.

Έτσι, στην περίπτωση του HEMPAS, η εξ αρχής ανάθεση της τεχνικής αξιολόγησης της πρότασης στα επιτελεία οδηγούσε σε αδιέξοδο, γιατί αυτά αδυνατούσαν να αξιολογήσουν την πρόταση ως προς το αναπτυξιακό της μέρος (είτε θετικά, είτε αρνητικά).

Σημείο 2ο: Ποιο Επιτελείο;

Εφ΄ όσον, για κάποιους λόγους, η αξιολόγηση και παρακολούθηση του προγράμματος δεν ανατέθηκε στην ΓΔΑΕΕ αλλά στις Ένοπλες Δυνάμεις, τίθεται εύλογα ένα δεύτερο μείζον ερώτημα: σε ποιόν ακριβώς, στις Ένοπλες Δυνάμεις;

Είναι σαφές ότι ένα σύστημα όπως το HEMAS αποτελεί ένα εργαλείο για την ενίσχυση του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου της Πολεμικής Αεροπορίας. Επιπλέον, και παρά τις ενδεχόμενες αντιρρήσεις κάποιων, η Π.Α. είναι ο κλάδος με τη μεγαλύτερη εμπλοκή σε προγράμματα εντάσεως κεφαλαίου και με το πιο εξειδικευμένο τεχνολογικά ανθρώπινο δυναμικό. Θα περίμενε κανείς ότι η αξιολόγηση και η παρακολούθηση του προγράμματος θα ανετίθετο στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας.

Αντί γι΄ αυτό, παρατηρείται η εξής εικόνα: με την εισαγωγή της προτάσεως στο ΥΕΘΑ, το χειρισμό του συνολικά αναλαμβάνει το ΓΕΕΘΑ και όχι το ΓΕΑ. Το ΓΕΑ δεν καλείται να γνωμοδοτήσει – αν όχι κατ΄ αποκλειστικότητα, ούτε έστω κατ΄ απόλυτη προτεραιότητα – αλλά αντ΄ αυτού καλείται το ΓΕΕΘΑ να διαχειριστεί την πρόταση, με τα άλλα Γενικά Επιτελεία σε ρόλο παρατηρητή. Η σύγχυση αυτή προκύπτει προφανώς από τη λειτουργία της Διεύθυνσης Α4 (Αεράμυνας) του ΓΕΕΘΑ, καθώς και το γεγονός ότι τόσο το Π.Ν. όσο και ο Ε.Σ. έχουν αξιωματικούς με εμπειρία και αντικείμενο τα αντιαεροπορικά όπλα. Η επιλογή αυτή υπήρξε τουλάχιστον ατυχής και προφανώς λανθασμένη. Οι κατ΄ εξοχήν αρμόδιοι για να αξιολογήσουν ένα σύστημα υποψήφιο για ένταξη στο ΣΑΕ είναι οι ίδιοι οι χειριστές του ΣΑΕ. Το βασικό αποτέλεσμα που είχε η επιλογή αυτή διαχείρισης ήταν το ΓΕΑ να αρχίσει να «πετροβολάει» το προτεινόμενο σύστημα που άλλοι πήγαιναν να του επιβάλουν – ή πάντως, να έχει ένα πρόσχημα για να τηρήσει την εξαιρετικά αρνητική στάση που τήρησε.

Σημείο 3ο: Η «δυσπιστία του ΓΕΑ έναντι των εγχώριων αναπτυξιακών προγραμμάτων

Το επόμενο σημείο που προβλήθηκε ως λόγος απόρριψης της πρότασης προγράμματος HEMPAS είναι η «δυσπιστία» του ΓΕΑ έναντι ελληνικών αναπτυξιακών προγραμμάτων του παρελθόντος, αφού κανένα από αυτά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, με αποτέλεσμα τη κατασπατάληση πόρων. Η στάση αυτή επιστρατεύεται για να εξηγήσει το γιατί το ΓΕΑ αντιδρούσε στο ενδεχόμενο χρηματοδότησης ενός τέτοιου προγράμματος, και αντί γι΄ αυτό προέκρινε την αγορά ετοίμων συστημάτων από το εξωτερικό.

Το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν είναι απλώς λανθασμένο και μάλιστα σε βαθμό θράσους, αλλά είναι βαθύτατα τραγικό, κατά τρόπο που αυτοί που το επικαλούνται μάλλον δεν αντιλαμβάνονται.

Ο κατ΄ εξοχήν αρμόδιος για να αξιολογήσει και να εγκρίνει ένα επενδυτικό εξοπλιστικό πρόγραμμα είναι πάντοτε η αναθέτουσα αρχή, εν προκειμένω το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Εάν τα προηγούμενα προγράμματα απέτυχαν, τότε το βέβαιο είναι ότι η αποτυχία και η αδυναμία είναι πρώτα και κύρια του Υπουργείου Αμύνης που δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει επιτυχώς και να κατευθύνει με επάρκεια τα προγράμματα αυτά. Πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι στις περιπτώσεις συμβάσεων ανάπτυξης συστημάτων, την ευθύνη για την αξιολόγηση του αναδόχου, της επάρκειας της πρότασής του, καθώς και την παρακολούθηση και τον έλεγχο της υλοποίησης του έργου έχει πάντοτε η Αναθέτουσα Αρχή, εν προκειμένω το ΥΕΘΑ. Επιπλέον, το να καταδικάζεται κάθε μελλοντική τεχνολογική προσπάθεια εξ αιτίας παλαιοτέρων αποτυχιών, δεν είναι μόνον αξιοθρήνητη στάση μίας κρατικής αρχής που πάει να ρίξει τις ευθύνες της δικής της ανεπάρκειας συνολικά, γενικά και αόριστα στους «έλληνες κατασκευαστές» (ή μηχανικούς, ή οτιδήποτε). Πολύ περισσότερο, είναι μια ιστορική παραίτηση: μία χώρα αποφασίζει ότι είναι άχρηστη, ότι δεν είναι ικανή για τίποτα, κι ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να καλλιεργεί πατάτες, να σερβίρει μουσακάδες και να καταναλώνει…

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ο εξής χειρισμός του ΓΕΑ. Επανειλημμένως, και προκειμένου να αποφύγει την εμπλοκή με το HEMPAS όπως, για διαφόρους λόγους, επιθυμεί, επικαλείται τη μη αναφορά σε ανάγκη αισθητήρων εντοπισμού στόχων χαμηλού ίχνους στο εξοπλιστικό πρόγραμμα του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, κι ενώ είναι γνωστή και προγραμματισμένη η προμήθεια μαχητικών χαμηλού ίχνους στην τουρκική αεροπορία. Η τακτική αυτή δεν είναι κατ΄αρχήν, παράλογη: εφ΄ όσον η γενική ιδέα του ΓΕΑ είναι να αντιμετωπίσει τα F-35 με ριζική βελτίωση του ΣΑΕ, όπως άλλωστε είναι το σωστό, και εφ΄ όσον αυτό πρόκειται να γίνει με προμήθεια ετοίμων συστημάτων από το εξωτερικό, είναι λογικό να περιμένει όσο το δυνατόν περισσότερο, προκειμένου να προμηθευτεί όσο το δυνατόν πιο εξελιγμένους αισθητήρες, που μάλιστα είναι στη φάση της ανάπτυξης αυτή τη στιγμή και με την απειλή των stealth αεροσκαφών υπ’ όψιν. Φυσικά, η τακτική αυτή θα είναι λιγότερο αθώα αν δούμε το ΥΕΘΑ να προβαίνει σε αγορές αισθητήρων με τη διαδικασία του κατεπείγοντος μόλις γίνουν οι πρώτες πτήσεις των F-35, γιατί αυτό απλούστατα θα σημαίνει ότι κάποιοι κωλυσιεργούν σκόπιμα για να αποσπάσουν μεγαλύτερες μίζες.

Η τακτική αυτή, όμως, της ΠΑ καθίσταται παντελώς ακατανόητη όταν της δίνεται η ευκαιρία να εμπλακεί η ίδια σε ανάπτυξη εγχωρίου συστήματος. Στην περίπτωση που η προοπτική αυτή είναι ρεαλιστική, τότε ο χρόνος λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα. Η εξέλιξη και η ωρίμανση τεχνολογικού συστήματος είναι μια διαδικασία χρονοβόρα και μάλιστα, στην πράξη δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αφού γίνεται συνεχώς εκμετάλλευση της δυνατότητας περαιτέρω εξέλιξης του συστήματος.

Φυσικά, μετά τις αποκαλύψεις και τις διώξεις κατά των κ.κ. Τσοχατζόπουλου, Σμπώκου, Κάντα, και όλου του υπολοίπου θιάσου, εγείρονται υποψίες για άλλες διαστάσεις της υπόθεσης. Από την άλλη, είναι απολύτως βέβαιο ότι μετά την απομάκρυνση των ατόμων αυτών από τις θέσεις τους εκλείπουν πλήρως και οι υποψίες για αθέμιτη διαχείριση των εξοπλιστικών προγραμμάτων των ΕΔ.

Σημείο 4ο: Η αδυναμία αξιολόγησης του συστήματος

Το κεντρικό στοιχείο της υπόθεσης της πρότασης προγράμματος HEMPAS είναι η αδυναμία ή απροθυμία του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης να αξιολογήσει το πρόγραμμα.

Επισημαίνεται και πάλι ότι ως αξιολόγηση του προγράμματος εννοούνται δύο διαφορετικά είδη αξιολόγησης. Το πρώτο αφορά τις αναμενόμενες επιχειρησιακές/λειτουργικές ικανότητες του συστήματος και το δεύτερο αφορά την τεχνική του ωριμότητα. Πιο απλά, το πρώτο αφορά την αξιολόγηση από την οπτική γωνία του υποψηφίου χρήστη, ενώ το δεύτερο αφορά την οπτική γωνία από την πλευρά του κατασκευαστή/παραγωγού (ή αυτού που θα χρηματοδοτήσει την κατασκευή/παραγωγή). Επαναλαμβάνεται και πάλι ότι πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικές διαδικασίες που απαιτούν, αντιστοίχως, ριζικά διαφορετικές δεξιότητες.

Ό,τι φαίνεται να έλαβε μέχρι σήμερα χώρα σε σχέση με την αξιολόγηση του HEMPAS είναι η απροθυμία επιχειρησιακής αξιολόγησης και η αδυναμία της τεχνικής αξιολόγησης. Ενώ η πρώτη είναι κατανοητή (αν και λανθασμένη) εξ αιτίας της δυσπιστίας (και μάλιστα της δυσπιστίας που γεννά η αδυναμία τεχνικής αξιολόγησης), είναι σαφές ότι το βασικό πρόβλημα είναι η αδυναμία τεχνικής αξιολόγησης. Κι αυτό, γιατί η διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολη, απαιτεί τεχνογωσία που δεν είναι διαθέσιμη (τουλάχιστον ευρέως), εξαρτάται ουσιωδώς από εμπειρία που δεν υπάρχει στους μηχανισμούς του Υπουργείου (με βεβαιότητα όχι στα επιτελεία και πιθανότατα όχι στη ΓΔΑΕΕ), ενώ ενέχει πολλά ερωτήματα κρίσεως για τα οποία οι αποφασίζοντες επιφορτίζονται και την ανάλογη ευθύνη.

Έτσι, χαρακτηριστικά, σε κανένα στάδιο της τεχνικής «αξιολόγησης» του προγράμματος δεν υπεδείχθη από τους αξιολογούντες σε ποια συγκεκριμένα σημεία εντοπίζουν πρόβλημα, δηλαδή σε ποια συγκεκριμένα υποσυστήματα ή τεχνολογικά στοιχεία εύρισκαν ανώριμη την πρόταση και ανέφικτη την απαιτούμενη εξέλιξη/ωρίμανση του συστήματος εντός των χρονικών ορίων που τίθενται. Μία ενδεχόμενη αρνητική αξιολόγηση που θα στηριζόταν σε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, θα ήταν, μεν, κατ΄αρχήν αποδεκτή, θα παρέμενε, όμως, αντικείμενο συγκεκριμένης κριτικής. Αντί αυτού, η «αξιολόγηση» βασίστηκε στο επιχείρημα της γενικής «ανωριμότητας» αυτής της κατηγορίας συστημάτων, όπως αυτή είναι γνωστή από τη βιβλιογραφία.

Μία τέτοια απόφανση δεν είναι αποδεκτή για σύστημα που κατ΄ουσίαν, έχει ολοκληρώσει τη Φάση Ανάπτυξης της Τεχνολογίας και είναι διαθέσιμο για μερικές επιχειρησιακές δοκιμές επί μέρους υποσυστημάτων. Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση υποβολής πρότασης για την Ανάπτυξη της Τεχνολογίας, όμως η πρόταση HEMPAS υποβλήθηκε στο Υπουργείο ως ώριμη τεχνολογική πρόταση, με συγκεκριμένα και ώριμα αποτελέσματα για τα επί μέρους προβλήματα. Οι λύσεις αυτές όφειλαν να αξιολογηθούν τεχνολογικά – πλην όμως μια τέτοια αξιολόγηση απαιτεί εμπειρία και γνώση ανάπτυξης συστημάτων, η οποία δεν υπήρχε. Και πάλι, η θέση αυτή δεν προεξοφλεί το θετικό αποτέλεσμα στην περίπτωση που λάμβανε χώρα τέτοια αξιολόγηση, όμως στην περίπτωσή μας, δε φτάσαμε καν τόσο κοντά. Χαρακτηριστικό της αδυναμίας στο σημείο αυτό είναι η απάντηση που δόθηκε από τον υπουργό αμύνης Ραγκούση. Η απάντηση αυτή, που για να είμαστε δίκαιοι, αφορούσε αντικείμενο το οποίο ο υπουργός αδυνατούσε ούτως ή άλλως να κατανοήσει. Ο υπουργός ήταν αναγκασμένος απλώς να μεταφέρει ό,τι οι (δικής του επιλογής, φυσικά) συνεργάτες του μετέφεραν, αλλά αυτοί απλώς τον εξέθεταν. Η επίκληση του ισχυρισμού της «αόριστης παρουσίασης που κυμάνθηκε σε γενικό επίπεδο», τη στιγμή που είχαν προσκομιστεί λειτουργικά σχέδια, υπήρχαν επιτυχείς αρχικές δοκιμές και προτάσεις για άμεση διεξαγωγή πλήρων δοκιμών, ενώ ήταν διαθέσιμο για εξέταση σχεδόν το σύνολο του απαιτουμένου κώδικα που είχε ήδη αναπτυχθεί, δείχνει απλώς ότι ο μηχανισμός του υπουργείου απλώς… παρίστανε τον χαζό (κάνοντας όμως τον υπουργό να φαίνεται ο χαζός της υπόθεσης). Η δε επίκληση συγκεκριμένης νατοϊκής μελέτης σε σχέση με το θέμα, εκθέτει το υπουργείο έτι περαιτέρω: Η συγκεκριμένη νατοϊκή μελέτη γίνεται βάση των βιβλιογραφικών αναφορών καθώς και της εξέτασης αντιστοίχων συστημάτων που της ήταν διαθέσιμα. Όμως αυτό δεν αποτελεί λόγο απόρριψης άλλου συστήματος, όταν αυτό υποστηρίζεται ότι έχει λύσει τα αντίστοιχα προβλήματα, και προκαλεί για έλεγχο. Αν η εν λόγω έκθεση τεκμηρίωνε, όντως, λόγο απόρριψης, τότε όποιος τη χρησιμοποίησε δεν είχε παρά να καταγράψει τους λόγους που αυτή επικαλείται (σε τεχνικό επίπεδο) και να αποφανθεί για το αν η πρόταση HEMPAS είχε επιλύσει ό,τι κατά την έκθεση ήταν ανεπίλυτο ή όχι.

Χαρακτηριστικό της αδυναμίας προς τεχνική αξιολόγηση είναι το γεγονός ότι τα υπηρεσιακά όργανα όχι μόνον δεν αξιολογούσαν την πρόταση επί της ουσίας, αλλά απέφευγαν να καθορίσουν σημεία, στοιχεία ή περιοχές στις οποίες είτε θα απαιτούσαν επιχειρησιακούς (πρακτικούς) ελέγχους, είτε θα απαιτούσαν περαιτέρω εξέλιξη πριν αποφασίσουν οριστικώς. Και πάλι, μία τέτοια αντίδραση θα έδειχνε (κατ΄αρχήν) ότι η ελέγχουσα αρχή ήταν σε θέση να αξιολογήσει (και να απορρίψει ή να εγκρίνει) την πρόταση επί της ουσίας της. Αλλά, προφανώς, αυτό δεν ίσχυε έτσι κι αλλιώς.

Σημείο 5ο: Οι παλινωδίες 7 (επτά) ετών

Πέραν του ειδικότερου προβλήματος της τεχνικής αξιολόγησης του συστήματος, η παρακολούθηση της πορείας του αποκαλύπτει εξ αρχής ένα – τουλάχιστον εντυπωσιακό χαρακτηριστικό: Η αρχική πρόταση για το σύστημα υποβλήθηκε επίσημα στο Υπουργείο Αμύνης το καλοκαίρι του 2006. Το σύστημα ετέθη σε μια διαδικασία αξιολογήσεως που απέδωσε τελική απάντηση το φθινόπωρο του 2013. Ασχέτως της απόφασης καθ΄ εαυτής, η διαδικασία αξιολόγησης μιας πρότασης ανάπτυξης διήρκεσε επτά (7) έτη. Με περίοδο αξιολόγησης (επαναλαμβάνουμε: αξιολόγησης – όχι ανάπτυξης) μιας πρότασης προγράμματος, και μάλιστα όχι ιδιαίτερα πολύπλοκου, επτά ετών, όχι απλώς υποσκάπτει κανείς την ίδια την πρόταση, ακόμη κι αν αυτή είναι αξιόλογη, αλλά απειλεί να καταστήσει παρωχημένη ακόμη και την πιο εύστοχη και επιτυχή πρόταση προγράμματος που μπορεί να υποβληθεί.

Όποιος έχει εμπειρία από γραφειοκρατικούς μηχανισμούς γνωρίζει ότι καθυστερήσεις τέτοιας διαρκείας σπανίως είναι προϊόν δυστοκίας του συστήματος – ειδικά σε περιπτώσεις που δεν τίθενται δικαστικά θέματα αλλά μόνον διαδικαστικά. Η αντιμετώπιση αυτή είναι ο τρόπος των εχόντων ισχύ εντός του συστήματος να «σκοτώσουν» ευσχήμως διαδικασίες με τις οποίες δε συμφωνούν – για οποιονδήποτε λόγο. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από τη συγκεκριμένη διαδρομή του προγράμματος στις «διαδικασίες» του Υπουργείου Αμύνης, όπου μεταξύ των διαφόρων «σταδίων» μεσολαβούσαν μήνες και έτη, ανεξήγητα, χωρίς καμία εξήγηση, εύλογη ή μη.

Στο σημείο αυτό πρέπει κανείς να έχει υπ΄όψιν το εξής: αν οι μακροχρόνιες καθυστερήσεις είναι ένα φαινόμενο σύμφυτο με τη λειτουργία της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης, αυτό δεν ίσχυσε ποτέ με τις διαδικασίες των ΕΔ και του Υπουργείου Αμύνης. Εκεί, λόγω στρατιωτικής παράδοσης, οι υποθέσεις διεκπεραιώνονται γρήγορα (αν και όχι πάντα αποτελεσματικά). Το «λίμνασμα» φακέλλων σε διάφορα επίπεδα δεν ανήκει σε κάποια γενικότερη προβληματική παράδοση των υπηρεσιών του υπουργείου, αλλά σε σκόπιμη πολιτική που ασκήθηκε στην περίπτωση αυτή.

Σημείο 6ο: Οι προσχηματικές δικαιολογίες

ή

Ο Υπουργός που αγόρευε αμέριμνος…

Το τελευταίο σημείο που καταδεικνύει την «ακατανόητα» ανεπαρκή αντιμετώπιση της πρότασης HEMPAS από το Υπουργείο Αμύνης, είναι ακριβώς η αδυναμία των υπηρεσιών του να δώσουν μια επαρκή απάντηση σε ό,τι αφορά την απόρριψη της προτάσεως. Θα επαναληφθεί για μία ακόμη φορά ότι δε γνωρίζουμε την πρόταση στην τεχνική της ουσία και αδυνατούμε, ως εκ τούτου, να την αξιολογήσουμε. Η πρόταση μπορεί να είναι από ιδιοφυής έως παιδική – και δεν εκφέρουμε γνώμη επ΄αυτού. Είναι όμως εντυπωσιακή η αδυναμία του Υπουργείου να εξηγήσει γιατί την απορρίπτει. Ειδικότερα, όταν το Υπουργείο προβάλλει κάποιον συγκεκριμένο ισχυρισμό, αυτός είναι τόσο εξώφθαλμα ανακριβής και προσχηματικός, που απλώς δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι απλώς «πετάει τη μπάλα έξω από το γήπεδο» και μάλιστα πανικόβλητος.

Οι πλέον επίσημες θέσεις σχετικά με την απόρριψη της προτάσεως είναι οι εξής:

«δεν υπάρχει καταγεγραμμένη απαίτηση για την απόκτηση αισθητήρων εντοπισμού στόχων χαμηλού ίχνους»

Η δικαιολογία αυτή είναι εξόφθαλμα προσχηματική, δεδομένου του ότι: α) είναι γνωστή και προγραμματισμένη η έλευση στόχων χαμηλού ίχνους και β) η πρόταση δεν αφορά αποκλειστικά τον εντοπισμό στόχων χαμηλού ίχνους αλλά και την ενίσχυση του ΣΑΕ με παθητικά μέσα εντοπισμού στόχων – πλεονέκτημα αυτονόητα κρίσιμο. Θα ήταν, ίσως, κατανοητό να μην υπάρχει άμεση και επείγουσα ανάγκη για την απόκτηση αισθητήρων που αντιμετωπίζουν στόχους χαμηλού ίχνους, δεδομένου ότι λογικά η ΠΑ θα θελήσει να αποκτήσει τους πλέον εξελιγμένους αισθητήρες – άρα να έχει δώσει σε κατασκευαστές τον μέγιστο δυνατό χρόνο για την εξέλιξή τους. Αυτό ισχύει στην περίπτωση που είναι αυτονόητο ότι οι αισθητήρες θα αποκτηθούν από το εξωτερικό ως έτοιμα συστήματα. Τη στιγμή, όμως, που εμφανίζεται η ρεαλιστική δυνατότητα να εξελιχθούν εγχωρίως σημαντικοί αισθητήρες, η διάσταση του χρόνου λαμβάνει αντίθετη προτεραιότητα: απαιτείται όσο το δυνατόν περισσότερος χρόνος για εξέλιξη του συστήματος.

«Η παρουσίαση κυμάνθηκε σε πολύ γενικό επίπεδο»

Για μία πρόταση η οποία παραδίδεται στο τέλος της φάσης ανάπτυξης τεχνολογίας, που μπορεί να εμφανίσει έτοιμο το μεγαλύτερο μέρος του κώδικα προς έλεγχο, που υφίσταται (επιτυχείς) αρχικές δοκιμές και που ζητά χρηματοδότηση δοκιμών (και ΟΧΙ ανάπτυξης) για να αποδείξει την ωριμότητά της, η απάντηση αυτή είναι μάλλον αστεία.

«Τα ραντάρ αυτής της κατηγορίας είναι ακριβά»

Το αποκορύφωμα της προσχηματικής απάντησης: Πέραν της προφανούς οικονομίας που εξασφαλίζει η εγχώρια ανάπτυξη οποιουδήποτε συστήματος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης κατηγορίας παθητικών συστημάτων είναι το χαμηλότερο συγκριτικά κόστος τους, καθώς δε χρησιμοποιούν τις πανάκριβες και τεχνολογικά απαιτητικές διατάξεις ακτινοβολίας. Αντιθέτως, τα συστήματα αυτά θέτουν μεγαλύτερες απαιτήσεις υπολογιστικής ικανότητας, αλλά αυτή είναι πάντοτε πολύ πιο φτηνή (και διαθέσιμη εμπορικά) από τις πανάκριβες και εξειδικευμένες διατάξεις ακτινοβολίας (κεραίες και μικροκυματική τροφοδοσία) των ραντάρ.

«Τα ραντάρ της τεχνολογίας αυτής δεν είναι αξιόπιστα»

Με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία (EADS) έχουν αναπτύξει επιχειρησιακά συστήματα τεχνολογίας PCL, ενώ δεν αντιμετωπίζουν τις απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, το σχόλιο αυτό είναι μάλλον παράδοξο. Οι τέσσερεις κατασκευαστές γνωρίζουν την τεχνική έκθεση του ΝΑΤΟ; Και αν ναι… πως έχουν το «θράσος» να την αγνοούν;
Το αποκορύφωμα της αναξιοπρεπώς προσχηματικής απάντησης δόθηκε, όμως, με την επίκληση του πλέον «εντυπωσιακού» επιχειρήματος. Προκειμένου ο Υπουργός (ή οι προφανώς έμπιστοι σύμβουλοί του) να μας πείσουν περί της βαρύγδουπης επιστημοσύνης τους, ερωτώμενος θεσμικά, έδωσε από του βήματος της Βουλής την εξής απάντηση:

«[…] η εμπειρία από ανάλογα ερευνητικά προγράμματα του παρελθόντος καθώς και η εμπειρία από το Ερευνητικό Πρόγραμμα του οργανισμού έρευνας – τεχνολογίας RTO (Research and Technology Organization) του ΝΑΤΟ, με αντικείμενο “Deployable multi-band passive/ active radar for air defence”, έχει δείξει ότι η ανάπτυξη των συστημάτων αυτών, παρότι οι βασικές αρχές λειτουργίας τους είναι γνωστές από δεκαετίες, είναι εξαιρετικά χρονοβόρα και δαπανηρή, ενώ τα αποτελέσματά τους είναι αμφίβολα και τις περισσότερες φορές οι προδιαγραφές τους υπολείπονται σημαντικά των αναμενόμενων.»

Προκειμένου, λοιπόν, ο υπουργός να πείσει ότι τα παθητικά ραντάρ έχουν ανάπτυξη «εξαιρετικά χρονοβόρα και δαπανηρή», και με «αποτελέσματα αμφίβολα», επικαλείται το «ερευνητικό πρόγραμμα» DMPAR του Οργανισμού Έρευνας και Τεχνολογίας του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μελέτη που ανατέθηκε στην Τεχνική Ομάδα SET152 (SET: Sensor and Electronics Technology) (και στην οποία η ελληνική πλευρά εκπροσωπήθηκε από τον Αντισμήναρχο Ιωάννη Κασσωτάκη) και η οποία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2008 και τελείωσε τον Ιούνιο του 2012. Η μελέτη αυτή, η επισκόπιση της οποίας είναι αδιαβάθμητη και έχει δημοσιοποιηθεί στον τεχνικό τύπο (βλ. περιοδική έκδοση Aerospace and Electronic Systems Magazine της ΙΕΕΕ (Ίδρυμα Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών), τόμος 28, τεύχος 9, Σεπτ. 2013, σελ. 37-45) αναφέρει πράγματι ότι «ο ορίζων υλοποίησης για τα DMPAR είναι της τάξεως των 15 με 20 έτη», ενώ η ίδια έκθεση έθετε ως πλησιέστερη μια ενδιάμεση λύση σε ορίζοντα πενταετίας.
Το μικρό πρόβλημα με την έκθεσή αυτή είναι το… αντικείμενό της. Η έκθεση αυτή, όπως και το σύνολο της μελέτης, δεν αφορά την ανάπτυξη παθητικών ραντάρ αλλά την ανάπτυξη «πολυζωνικών ενεργών/παθητικών ραντάρ αεράμυνας». Με απλά λόγια, η μελέτη αφορά τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός είδους ραντάρ που θα συνδυάζει λειτουργικά (σε ένα, μοναδικό σύστημα) τη λειτουργία τεσσάρων διαφορετικών ειδών ραντάρ: ενεργού ραντάρ υψηλών συχνοτήτων, ενός ενεργού ραντάρ χαμηλών συχνοτήτων, ενός παθητικού ραντάρ υψηλών συχνοτήτων (δηλαδή ενός ραντάρ που θα χρησιμοποιεί ως μη συνεργατικές πηγές τις εκπομπές υψίσυχνων ραντάρ), και τέλος ένα παθητικό ραντάρ χαμηλών συχνοτήτων που χρησιμοποιεί ως μη συνεργατικές πηγές τις εκπομπές FM/DAB/DVB-T. Η όλη δυσκολία του εγχειρήματος αφορά τον συνδυασμό τεσσάρων διαφορετικών ειδών λειτουργίας σε ένα και μοναδικό ραντάρ. Χαρακτηριστικά, ως κρισιμότερο στοιχείο (και βασική απαίτηση αναπτύξεως) για ένα τέτοιο σύστημα αναφέρεται «ο σχεδιασμός μιας ενεργού/παθητικής ευρυζωνικής κεραίας», δηλαδή μιας διάταξης άσχετης με αυτήν που χρησιμοποιούν τα παθητικά ραντάρ – που όπως αναφέραμε, είναι χαμηλών απαιτήσεων ως προς αυτό το στοιχείο.

Ενώ, δηλαδή, στη Βουλή συζητείται η πρόταση για την ανάπτυξη ενός δικτύου παθητικών ραντάρ, ο αγορητής (υπουργός αμύνης) επικαλείται μελέτη που αφορά… άλλη κατηγορία ραντάρ, δηλαδή αυτόνομων (και όχι δικτυακών) παθητικών ραντάρ (και όχι συστημάτων που συνδυάζουν τέσσερα είδη ραντάρ). Πρόκειται για εξωφρενική απόπειρα παραπλάνησης που προφανώς υπολόγιζε στην τεχνική άγνοια αυτών που έθεσαν το ερώτημα. Και ναι μεν αυτοί που έθεσαν το ερώτημα δεν κατάλαβαν τι τους ειπώθηκε, αλλά η απάντηση δόθηκε από του βήματος της Βουλής των Ελλήνων, και τα διαμειφθέντα είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της. (Σημείωση: τώρα, για περιοδικά του «ειδικού τύπου» που… πανηγύρισαν για τη δικαίωσή τους εξ αιτίας της απάντησης Ραγκούση… ουδέν σχόλιον.)

Και για να μην επανέλθει κανείς με νέα δικολαβία, επισημαίνεται ότι όλη η μελέτη DMPAR αφορούσε την ανάπτυξη μοναδικού αυτόνομου αισθητήρα ο οποίος θα συνδυάζει διαφορετικές μεθόδους και τεχνολογίες αποκάλυψης, και όχι κατανεμημένου δικτύου από παθητικά ραντάρ που αποτελούσε την πρόταση του HEMPAS.

Το… χαριτωμένο της υπόθεσης είναι το σχόλιο που κάνει η ίδια η έκθεση για τα παθητικά ραντάρ: «[…] παθητικά ραντάρ, που έχουν πλέον φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο τεχνολογικής ετοιμότητας».

Κατακλείδα

Η υπόθεση HEMPAS έχει διττή σημασία για τα ελληνικά αμυντικά πράγματα:

Αφ΄ενός, οδηγεί στην απώλεια μιας ευκαιρίας για ανάπτυξη βασικών τεχνολογικών δυνατοτήτων σε έναν κρίσιμο τομέα, και τη συνακόλουθη αδυναμία της Π.Α.

Αφ΄ετέρου, φωτίζει – στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν χωρίς να γνωρίζει κανείς με ακρίβεια τις εσωτερικές διαδικασίες – τις τακτικές που μετέρχονται όσοι επιθυμούν να αποτρέψουν την ανάπτυξη αμυντικών συστημάτων στην Ελλάδα, αλλά και τις εγγενείς αδυναμίες των μηχανισμών του ΥΕΘΑ να επιδιώξει μια τέτοια προσπάθεια.

Η απλή κατακλείδα θα ήταν ότι «το HEMPAS θα πρέπει να επανεξεταστεί».

Η ακριβέστερη θα ήταν ότι θα πρέπει να επανεξεταστεί το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης – ως θεσμός.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’ : Δύο λόγια για τις διαδικασίες και τον μηχανισμό προμηθειών του ΥΕΘΑ

Για να κατανοήσει κανείς το πλαίσιο χειρισμού της πρότασης της Ο.Θ. από τη στιγμή που υποβλήθηκε (το 2006) μέχρι τη στιγμή που απορρίφθηκε (το 2013) πρέπει να έχει μια πρόχειρη, τουλάχιστον, εικόνα της διαδικασίας μέσω της οποίας οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις προμηθεύονται αμυντικά συστήματα. Η κατανόηση αυτή δεν έχει σκοπό να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει την εξαετή πορεία της πρότασης της Ο.Θ. στις ατραπούς του συστήματος. Ο σκοπός είναι απλώς να εξηγηθούν απλά τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για να στηθεί το περίεργο σκηνικό της υπόθεσης.

Το σύστημα προμηθειών του Ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Αμύνης αποτελεί μια απλουστευμένη εκδοχή των συστημάτων αμυντικών προμηθειών άλλων, (λιγότερο ή περισσότερο) προηγμένων χωρών του κόσμου. Τα συστήματα αυτά είναι απαραίτητα γιατί οι προμήθειες αμυντικών συστημάτων εκ μέρους των συγχρόνων ενόπλων δυνάμεων είναι οι πλέον πολύπλοκες διαδικασίες προμηθειών έναντι οποιουδήποτε άλλου οργανισμού. Η πολυπλοκότητα αυτή οφείλεται στο ότι οι σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις, που σταδιακά γίνονται όλο και περισσότερο οργανισμοί εντάσεως κεφαλαίου, απαιτούν έναν τεράστιο αριθμό πολύπλοκων τεχνικά και ακριβών συστημάτων, και μάλιστα συχνά εξαιρετικά πολύπλοκων τεχνικά και εξαιρετικά ακριβών συστημάτων.

Η απαιτούμενη διαχείριση έγκειται στα εξής, γενικά, στάδια:
i. η κάθε μικρή «οντότητα» του συνολικού οργανισμού θα πρέπει να διατυπώσει τις ανάγκες της σε εξοπλισμό, περιγράφοντας τα συστήματα που κρίνει ότι χρειάζεται και θέτοντας «λειτουργικές», όπως λέγεται, προδιαγραφές, δηλαδή ζητώντας κατ΄ουσίαν επιχειρησιακά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό (αλλά όχι αποκλειστικό) παράδειγμα τέτοιας «οντότητας» είναι για τον στρατό ξηράς τα Όπλα ή τα Σώματα που μέσω των διευθύνσεών τους διατυπώνουν τις ανάγκες τους.
ii. οι ανάγκες που έχουν διαμορφωθεί συλλέγονται σε ανώτερο επίπεδο, κοστολογούνται και καθορίζεται η συνολική προτεραιότητά τους. Ένα όργανο που έχει α) συνολική αντίληψη των επιχειρησιακών αναγκών των υφισταμένων κλιμακίων β) αντίληψη για το οικονομικό πλαίσιο της αμυντικής πολιτικής και γ) μια εκτίμηση για το κόστος των αιτημάτων που έχει συλλέξει, είναι επιφορτισμένο με το να τα εγκρίνει ή να τα απορρίπτει ή να τα προσαρμόζει ποσοτικά και να καθορίζει χρηματοδοτικές και χρονικές προτεραιότητες. Ενδεικτικά, ένα τέτοιο όργανο για τον Ε.Σ. είναι η «Διεύθυνση Αμυντικής Σχεδίασης και Προγραμματισμού» του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται σε διάφορα επίπεδα (τελώντας υπό τον έλεγχο της στρατιωτικής ηγεσίας) μέχρι να φτάσει στο Συμβούλιο Αμυντικής Σχεδιάσεως και Προγραμματισμού, ώστε να διαμορφωθούν τα λεγόμενα «εξοπλιστικά προγράμματα», μακροπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα. Με απλά λόγια, το σύστημα αυτό διαμορφώνει τον «κατάλογο με ψώνια» για τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Τα δύο παραπάνω στάδια με τα όργανα και τις διαδικασίες τους συγκροτούν το λεγόμενο «Σύστημα Αμυντικού Σχεδιασμού, Προγραμματισμού και Προϋπολογισμού»
iii. Ο διαμορφωμένος «κατάλογος» μεταβιβάζεται σε ένα διαφορετικό «σύστημα», το Σύστημα Προμήθειας Αμυντικού Υλικού για υλοποίηση. Ουσιαστικά, ο βασικός φορέας από εκεί και μετά είναι η – γνωστή και μη εξαιρετέα – Γενική Διεύθυνση Αμυντικού Εξοπλισμού και Επενδύσεων. Θεωρητικά, η ΓΔΑΕΕ αναλαμβάνει να αποφασίσει το πώς θα προμηθευτεί τα απαιτούμενα συστήματα. Ακόμη πιο θεωρητικά, εξετάζει το ενδεχόμενο να μπορεί κάποιο σύστημα να παραχθεί (ή να αναπτυχθεί) εγχωρίως. Στην περίπτωση που κρίνεται ότι ένα σύστημα δε μπορεί να παραχθεί (ή να αναπτυχθεί) εγχωρίως – περίπτωση που αφορά το 100% των απαιτουμένων συστημάτων, η υπόθεση δίδεται στην Διεύθυνση Αμυντικών Προγραμμάτων & Κυρίων Συμβάσεων. Θεωρητικώς και πάλι, αν κριθεί ότι υπάρχει δυνατότητα εγχώριας ανάπτυξης του συστήματος, τότε αναλαμβάνει το χειρισμό του η Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων & Τεχνολογικών Ερευνών. Η Διεύθυνση αυτή είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση και παρακολούθηση ερευνητικών προγραμμάτων καθώς και την παρακολούθηση εγκεκριμένων αναπτυξιακών προγραμμάτων…
Πολύ συνοπτικά και κάπως απλουστευτικά, αυτός είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου προμηθεύεται εξοπλισμούς το Υπουργείο Αμύνης. Ο μηχανισμός αυτός εκτέθηκε γιατί έχει κάποια σημασία κατά την εξέταση της υπόθεσης του αμφιλεγόμενου συστήματος HEMPASS.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β’ : Η διαχείριση και αξιολόγηση τεχνολογικών προγραμμάτων

Για να αποτιμηθεί πληρέστερα η υπόθεση του συστήματος HEMPAS πρέπει ο ενδιαφερόμενος να είναι εξοικειωμένος με μερικά ακόμη στοιχεία που άπτονται της διαχείρισης (management) και της αξιολόγησης (evaluation) τεχνικών προγραμμάτων, στοιχεία όχι τόσο προφανή ή αυτονόητα.

Τονίζεται ότι για να κατανοήσει κανείς τη φύση των τεχνικών εγχειρημάτων θα πρέπει να έχει μονίμως κατά νου ότι αυτά διαφέρουν ουσιωδώς από τα επιστημονικά εγχειρήματα ή την επιστημονική έρευνα. Η τεχνολογική (και κατά μείζονα λόγο η βιομηχανική) πρόοδος έχει μικρή σχέση με την επιστημονική δεξιότητα ή την τεχνική επινοητικότητα κάποιων μηχανικών ή και επιστημόνων. Αυτά αποτελούν μέρος μόνον της τεχνολογικής ικανότητας, κι όχι πάντα το πλέον κρίσιμο – αν και, προφανώς, σημαντικό.

Τα τεχνικά εγχειρήματα είναι από τη φύση τους ένας συνδυασμός διαχειριστικού και τεχνολογικού προβλήματος. Οι υπεύθυνοι ενός τεχνικού εγχειρήματος καλούνται όχι μόνον να επιλύσουν τα επί μέρους τεχνολογικά προβλήματα αλλά και να διαχειριστούν την πολυπλοκότητα του τεχνικού εγχειρήματος. Ο έλεγχος της πολυπλοκότητας αυτής είναι από τα πιο κεντρικά και δύσκολα στοιχεία του. Αυτό σημαίνει ότι, επειδή από τη φύση τους τα τεχνικά εγχειρήματα έχουμε ένα μεγάλο αριθμό διαφορετικών, ετερογενών υποπροβλημάτων, διαφορετικής φύσης και διαφορετικού τεχνικής «υποπεριοχής» το καθένα, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το καθένα από αυτά μπορεί να επιλυθεί (τεχνολογικά), μπορεί να επιλυθεί εγκαίρως (σε ότι αφορά τον χρόνο), μπορεί να επιλυθεί με τους διαθέσιμους πόρους (χρηματικούς, υλικούς και ανθρώπινους), και μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά ως προς τη χρονική και λειτουργική αλληλουχία με τα άλλα υπο-προβλήματα (που συχνά αλλά όχι αποκλειστικά, είναι άλλα υποσυστήματα – και η ανάλυση σε υποσυστήματα μπορεί να κατέλθει σε μεγάλο βάθος).

Μία ακόμη πιο δύσκολη πτυχή των (μειζόνων) τεχνικών εγχειρημάτων είναι η αξιολόγησή τους. Η αξιολόγηση τεχνικών εγχειρημάτων, που είναι μια ούτως ή άλλως εξαιρετικά απαιτητική τεχνικά διαδικασία, είναι ακόμη πιο δύσκολη σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι καλούμενοι φορείς δεν έχουν εμπειρία αξιολόγησης τεχνικών μειζόνων τεχνικών εγχειρημάτων (τουλάχιστον σε αντικείμενα πέρνα του πολιτικού μηχανικού). Εδώ έχουμε απλώς συνηθίσει όταν διατυπώνεται μία επιχειρησιακή ανάγκη, απλώς να αναζητούνται έτοιμες λύσεις από το εξωτερικό, να αξιολογούνται ως έτοιμες λύσεις (δηλαδή, κατά τη λειτουργικότητά τους και το κόστος τους) και να συγκρίνονται με βάση αυτά. Σε χώρες με ισχυρή τεχνολογική και βιομηχανική βάση, όπως οι ΗΠΑ, κάθε επιχειρησιακή απαίτηση μεταφράζεται συνήθως σε απόφαση για την ανάπτυξη συστήματος από την τεχνολογική και παραγωγική βάση της χώρας. Για το λόγο αυτό, οι βιομηχανικά και τεχνολογικά προηγμένες χώρες έχουν την αντίστοιχη εμπειρία στην αξιολόγηση προγραμμάτων Όμως, ακόμη και σε τέτοιες χώρες, η αξιολόγηση προγραμμάτων είναι από τις πλέον απαιτητικές αποστολές των αμυντικών μηχανισμών τους. Για το λόγο αυτό, όχι μόνον έχουν αναπτύξει σχετική εμπειρία, αλλά έχουν οργανώσει σύνθετες μεθοδολογίες για να χρησιμεύουν ως οδηγός στην αξιολόγηση, αφού σε αυτές ενσωματώνονται οι προηγούμενες εμπειρίες των οργανισμών.

Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει αποφασίσει να μην έχει αμυντική βιομηχανία (κι αυτό είναι μια συνειδητή απόφαση των πολιτικών ηγεσιών εδώ και δεκαετίες), ο ελληνικός αμυντικός μηχανισμός έχει προσανατολιστεί στην αξιολόγηση έτοιμων οπλικών συστημάτων. Η διαδικασία αυτή αφορά την εξέταση και σύγκριση των λειτουργικών χαρακτηριστικών των αγοραζόμενων συστημάτων. Αυτό σημαίνει ότι εξετάζονται έτοιμα, λειτουργικά συστήματα, και αναλύονται και συγκρίνονται μεταξύ τους διάφορα χαρακτηριστικά της λειτουργίας τους. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε (για λόγους κατανόησης) να συγκριθεί με μία πολύ ενδελεχή εξέταση και σύγκριση αυτοκινήτων. Αν κληθεί ένα οδηγός να εξετάσει ένα αυτοκίνητο, ή να συγκρίνει μεταξύ τους αυτοκίνητα, η σύγκριση θα αφορά, εκ των πραγμάτων, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά (τις «επιδόσεις») του αυτοκινήτου. Ανάλογα με την εμπειρία, την ικανότητα και την κατάρτιση του οδηγού, η αξιολόγηση αυτή μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βάθος, λαμβάνοντας υπ΄όψιν πολλούς και σημαντικούς παράγοντες που ένας άπειρος ή λιγότερο καταρτισμένος οδηγός δε θα μπορούσε να αξιολογήσει. Αν, τυχόν, στην αξιολόγηση λαμβάνει μέρος και κάποιος μηχανικός, ή ο οδηγός είναι περισσότερο καταρτισμένος τεχνικά, είναι βέβαιο ότι θα εξεταστούν ακόμη περισσότεροι παράγοντες και η αξιολόγηση θα είναι πληρέστερη. Αν, όμως, τεθεί θέμα για την απόφαση παραγωγής ενός αυτοκινήτου, τότε είναι προφανές ότι η αξιολόγηση αφορά άλλους παράγοντες, άλλα κριτήρια, ενώ απαιτεί αξιολογητές πολύ διαφορετικούς από την προηγούμενη περίσταση. Είναι άλλες οι απαιτήσεις και τα αντικείμενα και τα κριτήρια αξιολόγησης των επιδόσεων και της ποιότητας ενός αυτοκινήτου, και τελείως διαφορετικές οι απαιτήσεις τα αντικείμενα και τα κριτήρια αξιολόγησης της δυνατότητας παραγωγής ενός αυτοκινήτου. Πολύ περισσότερο, είναι διαφορετικά τα κριτήρια που εξετάζει κανείς αν αξιολογεί τη δυνατότητα ανάπτυξης και υλοποίησης της πρότασης για ένα αυτοκίνητο. Το παραπάνω, απλουστευτικό, κάπως, παράδειγμα, δόθηκε για να εξηγηθούν τα διαφορετικά είδη αξιολόγησης που υπάρχουν, καθώς και οι διαφορετικές απαιτήσεις εκ μέρους των αξιολογητών που η καθεμία θέτει.

Σε τι έγκειται η αξιολόγηση ενός προγράμματος; Σε γενικές γραμμές, το ερώτημα είναι το εάν είναι τεχνικά εφικτό η πρόταση να εξελιχθεί σε ένα λειτουργικό προϊόν με τις επιδόσεις που απαιτούνται, και αυτό να γίνει μέσα στο πλαίσιο χρόνου και κόστους που κρίνονται εύλογα για το προϊόν αυτό – και φυσικά με τους διαθέσιμους πόρους, υλικούς και ανθρώπινους. Η αξιολόγηση αυτή απαιτεί δύο πράγματα: κατ΄αρχάς, απαιτεί μέθοδο αξιολόγησης, δηλαδή έναν αρθρωμένο και οργανωμένο τρόπο για το ποια θέματα εξετάζονται, ποια κριτήρια τίθενται και με ποια σειρά αυτά εξετάζονται. Η μέθοδος αξιολόγησης δεν είναι, όμως, κάποιος αυτόματος αλγόριθμος που δίνει από μόνος του αποτελέσματα: εκτός από τους ελέγχους κατά στάδια, η μέθοδος δεν είναι άλλο από μία σειρά ερωτημάτων που τίθενται με έναν οργανωμένο τρόπο. Τα ερωτήματα αυτά είναι όλα δύσκολα ερωτήματα κρίσεως. Αυτό που ζητείται είναι η εκτίμηση μηχανικών για το κατά πόσον είναι εφικτό το επόμενο, κάθε φορά, βήμα της διαδικασίας ανάπτυξης του συστήματος – υπό τους περιορισμούς κόστους και χρόνου που έχουν τεθεί. Είναι προφανές ότι για να απαντήσει κανείς σε τέτοιου είδους κρίσιμα ερωτήματα εκτιμήσεων, πρέπει να έχει και ο ίδιος βαθιά γνώση του αντικειμένου για το οποίο καλείται να γνωμοδοτήσει.

Ποια είναι τα στάδια της αξιολόγησης; Κατ΄αρχάς, είναι σημαντικό να καταλάβει κανείς ότι δεν υπάρχει μία εφ’ άπαξ αξιολόγηση ενός προγράμματος βάσει μίας αρχικής παρουσίαση της σχετικής πρότασης πρότασης και εν συνεχεία δέσμευση για την απόφαση ανάπτυξης του προγράμματος και «προμήθειάς» του. Η αξιολόγηση των συστημάτων γίνεται πάντοτε σε διαδοχικά στάδια, αν και είναι προφανές ότι τα οι αξιολογήσεις των πιο πρώιμων σταδίων είναι πιο κρίσιμες από τις επόμενες. Σε γενικές γραμμές, οι κύριες φάσεις ανάπτυξης που αξιολογούνται είναι τρεις:

Η πρώτη φάση είναι η Φάση Ανάπτυξης Τεχνολογίας. Σκοπός της φάσης αυτής είναι να μειώσει τον τεχνολογικό κίνδυνο, να καθορίσει και να ωριμάσει το σύνολο των τεχνολογιών που θα ενσωματωθούν στο πλήρες σύστημα, και να επιδείξει τα κρίσιμα τεχνολογικά στοιχεία σε πρωτότυπα. Η τεχνολογική ανάπτυξη είναι μια συνεχής διαδικασία τεχνολογικής ανακάλυψης και προόδου που προέρχεται από τη στενή συνεργασία μεταξύ της ερευνητικής κοινότητας, του χρήστη και του υλοποιητή του συστήματος. Πρόκειται για μία επαναληπτική διαδικασία, σχεδιασμένη να αποτιμήσει τη βιωσιμότητα και την επάρκεια των τεχνολογικών λύσεων, εξειδικεύοντας, ταυτόχρονα, τις απαιτήσεις του χρήστη. Η φάση αυτή είναι συνήθως αυτοτελής – δηλαδή η υλοποίησή της δεν προδικάζει τη συνέχιση του προγράμματος, ενώ το τέλος της αποτελεί σημείο αποφάσεως για τη συνέχισή του ή μη. Επιπλέον, συχνά, η φάση αυτή είναι, όπως λέγεται, ανταγωνιστική: καλούνται οι οικονομικές και τεχνικές οντότητες (όχι κατ΄ανάγκην εταιρείες) να υλοποιήσουν τη φάση αυτή ανταγωνιστικά, χρηματοδοτούμενες, και προκειμένου στο τέλος να επιλεγεί το καλύτερο αποτέλεσμα, χωρίς αυτό να προεξοφλεί ότι ο νικητής της φάσης αυτής θα είναι κι αυτός που θα συνεχίσει την υλοποίηση του συστήματος, εάν αυτή αποφασιστεί.

Στην ουσία, για κάθε πρόγραμμα, το προτεινόμενο σύστημα αναλύεται σε υποσυστήματα (και, ανάλογα με την πολυπλοκότητα, διαδοχικά, τα υποσυστήματα σε άλλα υποσυστήματα) μέχρι η ανάλυση να φτάσει σε σχετικά χαμηλό επίπεδο, όπου είναι σαφές το ακριβές και σχετικά «αμιγές» τεχνικό «περιεχόμενο» του υποσυστήματος. Με την ανάλυση αυτή, εξετάζεται αν για τα υποσυστήματα είναι εύλογα ως προς το εφικτό επί της αρχής λειτουργίας τους, και αν αυτή μπορεί, μέσα στο πλαίσιο των περιορισμών του προγράμματος, να ωριμάσει για να αποδώσει τα απαιτούμενα, και να διασυνδεθεί ικανοποιητικά με τα υπόλοιπα.

Επόμενη φάση είναι η Φάση Τεχνικής και Παραγωγικής Ανάπτυξης του συστήματος. Σκοπός της φάσης είναι να αναπτύξει ένα σύστημα ή μία συγκεκριμένη ικανότητα ενός συστήματος. Τα αντικείμενα είναι η πλήρης ενοποίηση των υποσυστημάτων και των διαφορετικών τεχνολογιών του συστήματος (η διερεύνηση των τεχνολογιών και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της επάρκειάς τους έχει γίνει στην προηγούμενη φάση), η ανάπτυξη μιας πλήρους (και οικονομικής) κατασκευαστικής διαδικασίας (η «βιομηχανοποίηση» του προϊόντος), η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χειρισμού του συστήματος από τους χρήστες του, η διαλειτουργικότητα, η ασφάλεια κλπ. Πρόκειται δηλαδή για τη μετάβαση από έναν βασικό αλλά αξιόπιστο αρχικό σχεδιασμό, σε ένα πλήρες σύστημα. Το τέλος της Φάσης Τεχνικής και Παραγωγικής Ανάπτυξης οδηγεί σε απόφαση για τη συνέχιση ή μη στην τελευταία φάση της Βιομηχανικής Παραγωγής – με μάλλον προφανές αντικείμενο.

Μια κρίσιμη τελευταία διευκρίνιση σχετικά με τα μεθοδολογικά θέματα αξιολόγησης προτάσεων ανάπτυξης συστημάτων. Η ανεπτυγμένη μεθοδολογία, στις διάφορες παραλλαγές της, είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την οργάνωση της διαδικασίας, αλλά δεν είναι κάτι παραπάνω από αυτό: εργαλείο οργάνωσης. Στην ουσία της, η αξιολόγηση, τελικώς, ανάγεται στην απάντηση (για την ακρίβεια: στη διατύπωση εκτίμησης) σχετικά με λεπτά τεχνικο-οικονομικά ερωτήματα. Οι απαντήσεις αυτές είναι πάντοτε ζήτημα κρίσης, που εξαρτώνται από την προσωπική εμπειρία, οξυδέρκεια, αντίληψη και ευθυκρισία του αξιολογητή. Δεν πρόκειται για την επίλυση «αιτιοκρατικών» προβλημάτων. Για το λόγο αυτό, από τις κρισιμότερες παραμέτρους στη διαδικασία είναι η επάρκεια των αξιολογητών. Όπως προαναφέρθηκε, δεδομένου ότι τα θέματα επί των οποίων εκφέρουν γνώμη είναι «ανοικτά» προβλήματα, μόνον μηχανικοί με βαθύ ακαδημαϊκό υπόβαθρο και/ή σημαντική εμπειρία στην ανάπτυξη συστημάτων (και όχι στην ανάλυση ή υποστήριξη λειτουργίας τους) μπορούν να ανταποκριθούν.

28 Responses to HEMPAS: Μία ελληνική πρόταση για παθητικό ραντάρ – και τα όρια του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού

  1. Ο/Η AXEΡΩΝ λέει:

    Kαλή Ἀνάσταση σε ὅλους.
    Λοιπόν,φίλοι,Βελισάριε και HBS,νομίζω ὅτι
    α)Προσφέρατε μία-ἴσως την πρώτη διαδικτυακή- νηφάλια και τεκμηριωμένη παρουσίαση,που φωτίζει την σκοτεινή στάση της «συντεταγμένης πολιτείας» στο προκείμενο θέμα.
    β)Δικαιολογοῦμαι,πιστεύω,να ὑποπτεύομαι ὅτι ἡ «συντεταγμένη πολιτεία» λειτουργεί ὡς τέτοια μόνο προκειμένου να ὑπονομεύσει τις προοπτικές του τόπου.

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ Αχέρων

    Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά!

    Κατ΄αρχάς… συγχαρητήρια για την υπομονή σου να διαβάσεις το σχοινοτενές κείμενο. Όπως είπε κάποιος… θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερο, αν υπήρχε αρκετός χρόνος.

    Κατά δεύτερον, συμφωνούμε ότι υπήρχε ανάγκη για μία παρουσίαση της υπόθεσης, γιατί ό,τι είχε εμφανιστεί στο διαδίκτυο (τουλάχιστον) αλλά και στον τύπο (στο βαθμό που υπέπεσε στην αντίληψή μας), ήταν επιπόλαιο – τουλάχιστον.

    Κατά τρίτον και κυριότερον, στην περίπτωση HEMPSA, το μεγάλο μυστήριο δεν είναι η πρόταση καθ΄εαυτή, αλλά ο χειρισμός της από την «Πολιτεία», τόσο σε ότι αφορά τις δυνατότητές που αυτή (δεν) επέδειξε, όσο και σε ότι αφορά τα κίνητρα.

    Τέλος… είναι δύσκολο να μην παρατηρήσουμε την αδυναμία μας ως κοινωνία και ως χώρα. Ένας υπουργός επικαλείται από του βήματος της Βουλής μια μελέτη, και κανείς χριστιανός δεν ανοίγει τη μελέτη να δει τι γράφει…

  3. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Το σημειο κλειδι ειναι ο νυν ΓΕΑ, που πιθανως αποτελει μια απο τις αορατες χειρες, δηλαδη υπηρεσιακους παραγοντες που μπλοκαραν υπουργικες αποφαδεις και αποφασεις συμβουλειων αρχηγων επιτελειων. Δεν ειναι μονο το παρον συστημα, στην κατηγορια του οποιου η χορηγος του ΓΕΑ Lockheed (δειτε το λογοτυπο της σε κτηρια μοναδων της ΠΑ). πωλει δικο της προιον, τον Σιωπηλο φρουρο (που τον απεκτησε και η Τουρκια). Ακυρωνουν οτιδηποτε. Το Πανμιο πατραςπροτεινε αναπτυξη σχετιζομενη ,με ΡΒΧ. Απαντησαν οτι εχουν δικη τουες επιτροπη/ επιτελικο γραφειο που ασχολειται με αυτα (προφανως να ψωνιζει). Η ΕΑΒ, αμσωλο μαγαζι, ειχε το 1990 ετοιμη βομβα λειχερ. Της ειπαν να μην την εκθεσει δτην defendory 90, και δεν την αγορασαν επειδη Δεν προσεφετε τιποτα παραπανω απο τις αμερικανικες. Και οταν αποσυρατευονται παιρνουν μεταλια απο ξενες εταιρειες.

  4. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ φίλε,

    Η προσωποποίηση των ευθυνών δεν είναι ούτε ευθύνη ούτε δυνατότητα του ιστολογίου αυτού.

    Όμως, είναι εύκολο να γίνουν συναχθούν τα εξής:

    α) Πέραν της αντικειμενικής αδυναμίας των μηχανισμών, υπάρχει «ακατανόητα» εχθρική συμπεριφορά. Το HEMPAS είναι απλώς ένα παράδειγμα. Η «εχθρική» συμπεριφορά είναι δύσκολο να εξηγηθεί με οποιαδήποτε κριτήρια εθνικού συμφέροντος, οσοδήποτε εξεζητημένα κι αν αυτά οριστούν.

    β) Μία τέτοια εχθρική στάση δε μπορεί να προέρχεται από ένα και μοναδικό άτομο – όποιο και αν είναι αυτό. Προϋποθέτει συστηματική και αρκετά ευρεία διασπορά σε επιτελικούς μηχανισμούς.

    γ) Μία τέτοια στάση είναι αρκετά δύσκολο – έως αδύνατον – να επικρατεί, και μάλιστα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τη ενεργή ή σιωπηρή συγκατάθεση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου.

    δ) Ο γόρδιος δεσμός μεταξύ του μηχανισμού του ΥΕΘΑ και ξένων εταιρειών πρέπει να κοπεί. Είναι πολύ πιο καταστρεπτικός απ΄όσον φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Και κάτι τέτοιο απαιτεί ΚΑΙ θεσμικά και νομικά μέσα, αλλά σε ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ δε λύνεται μόνον με τέτοια.

  5. Ο/Η Κυναίγειρος λέει:

    Μπράβο παιδιά, άριστη δουλειά!!!

    Συγκριτικά υπάρχει το αυστραλιανό σύστημα και το αμερικανικό της DEA στον κόλπο του μεξικού. Και εφαρμόσιμο είναι το πρόγραμμα και επιτυχία έχει.

  6. Ο Θανάσης Κωνσταντινίδης σας ευχαριστεί για την ανάρτηση. Όντως εξαιρετική δουλειά για ένα σύστημα το οποίο γνωρίζω το «δούλεψαν» πολύ, σε βαθμό εμμονής θα έλεγα, πάνω σε συγκεκριμένες απειλές, σχετιζόμενες με τις δυνατότητες των ασπόνδων φίλων ανατολικά. Χίλιες φορές κρίμα για ένα σύστημα που θα κόστιζε λίγα και θα προσέφερε πολλά.

  7. Ο/Η Προβοκάτωρ λέει:

    Έχω μείνει Γιακουμάτος..

    Υ.Γ.:Δεν είναι αργά..κατάλληλοι άνθρωποι στα κατάλληλα πόστα..

  8. Ο/Η Kostas λέει:

    Στοιχειώδεις γνώσεις ηλεκτρονικού πολέμου λένε ότι ένα τέτοιο σύστημα παρεμβάλεται πολύ εύκολα καθώς βασίζεται σε πομπούς με ασθενικό σήμα και σταθερή συχνότητα. Η ΠΑ ξέρει πολύ καλά τι κάνει.

  9. Ο/Η Κυναίγειρος λέει:

    @φίλε Kosta
    για να κόψει όλους τους πομπούς η γείτονα θα πρέπει να κλείσει κινητά, τηλεόραση κτλ…

  10. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Το γεγονός όμως ότι η ΠΑ, όταν εκλήθη να παράσχει στον Υπουργό την απάντησή για την εκ μέρους της απόρριψη του συστήματος ΔΕΝ επικαλέστηκε το επιχείρημα αυτό (όπως δε φαίνεται να το επικαλέστηκε και σε καμία ενδιάμεση φάση της αξιολόγησης), αλλά έδωσε στη Βουλή μια αναφορά σε τεχνική έκθεση με… άλλο θέμα, εγείρει ερωτηματικά για το αν η «ΠΑ» (ή, τέλος πάντων, συγκεκριμένοι χειριστές της υπόθεσης) ξέρει τι θέλουν ή τι επιδιώκουν.

  11. Ο/Η Προβοκάτωρ λέει:

    @Βελισαριος

    ΑΣφαλώς και τίθεται θέμα για το αν και ποιοι έχουν στην Π.Α.(και σε όλους τους κλάδους φυσικά) τις γνώσεις και την κατάρτιση που απαιτείται για τέτοιου αλλά και αντίστοιχου είδους θέματα, που δεν αποκτούνται απλώς με ένα Μ.Π.Σ… και έρευνα στο διαδίκτυο..

  12. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @ Προβοκάτωρ

    Τι σημαίνει αυτό;

  13. Ο/Η Προβοκάτωρ λέει:

    @Βελισαριος
    Ό,τι γράφω. αφενός μεν δεν απαντήθηκε στη βάση τεχνικών λεπτομερειών (σύμφωνα με το άρθρο) και χρησιμοποιήθηκαν παραπλανητικές αναφορές, γεγονός που δεν αρμόζει σε επιστήμονες αφετέρου δε, αν όντως κατά την σύνταξη απαιτήσεων και αξιολογήσεων συστημάτων, αναζητείται η συνδρομή κατάλληλα καταρτισμένου προσωπικού από ιδρύματα και ιδιώτες.
    Δεν είναι δυνατό πιστεύω, πως τα στελέχη των Ε.Δ. έχουν τις γνώσεις και την κατάρτιση που απαιτείται για επιστημονικά θέματα και λεπτομέρειες σχετικά με την αξιολόγηση οπλικών συστημάτων (ιδιαιτέρως σε τομείς όπως μικροηλεκτρονική και πλέον νάνοηλεκτρονική, εφαρμοσμένες επιστήμες κτλ)για λόγους που οφείλονται κατά μεγάλο βαθμό στο ακατάλληλο πρόγραμμα σπουδών των στρατιωτικών σχολών.Με τα δε ημίμετρα..δεν γίνεται δουλειά.

  14. Ο/Η Stratilatis λέει:

    Συνονόματε Κώστα,
    ίσως να αντιλήφθηκες το σύστημα λάθος από το απλοποιημένο σχήμα που συνοδεύει το άρθρο, που ναί όντως δεν λειτουργεί. Το πραγματικο σύστημα, που είναι αρκετά διαφορετικό δεν παρεμβάλλεται γιατί απλά είναι μία πολυφασματική συσκευή ESM/ELINT που δεν παρεμβάλλεται, με ελαφρά τροποποιημένο λογισμικό και ενσύρματη δικτύωση. Αν ένα Wild Weasel πχ προσπαθήσει να το τυφλώσει, απλά θα προδώσει την θέση του και απλά θα στοχοποιηθεί από έναν HARM, RIM7 ή κάποιο άλλο Α/Α πύραυλο με καθοδήγηση ζεύξης.
    Από την άλλη σύμφωνώ απόλυτα μαζί σου ότι η ΠΑ ξέρει πολύ καλά τι κάνει, και διαφωνώ κάθετα με τις αιχμές που αγγίζουν τα όρια της θεωρίας συνωμοσίας που αφήνει να εννοηθούν το άρθρο για τους παρακάτω λόγους.
    α) Δεν γνωρίζουμε αν χρειάζεται το σύστημα αυτό η ΠΑ και αν δεν έχει ήδη στην κατοχή της αντίστοιχο σύστημα τόσο η ΠΑ, όσο και ο ΕΣ και το ΠΝ.
    Με δεδομένο ότι οι δυνατότητες ενός συστήματος Η/Π αποτελούν διαβαθμισμένες πληρόφορίες, δεν γνωρίζουμε αν το συστήματα έγκαιρης προειδοποιήσης εμπεριέχουν αυτή την δυνατότητα. (Τα Phased Array Radars όπως αυτό του ERΙEYE πχ τεχνικά μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτό το mode στα πλαίσια της παθητικής τους λειτουργίας)
    Η άποψη μου αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ενώ το πρώτο πρωτότυπο πολυστατικό ραντάρ δοκιμάσθηκε το 1986 από τους Γάλλους, ούτε η εταιρία που το ανέπτυξε αλλά ούτε καμία άλλη εταιρία ανέπτυξε τελικό προϊόν. Αντίθετα οι σοβιετικοί, που δεν διαθέταν την τεχνολογία phased array ακόμα τοποθέτησαν στις Α/Α πυροβολαρχίες τους ένα αντίστοιχο σύστημα το 1990 ονόματι Kolchuga (Кольчуга) και ουσιαστικά το εγκαταλείψαν στις Ουκρανικές ΕΔ με την εισαγωγή του phased array το 1993. Στις μέρες μας κανένας στρατός πλήν του Ουκρανικού δεν χρησιμοποιεί αυτό το σύστημα και η εταιρία που παράγει αντίστοιχα συστήματα (http://www.era.cz) απευθύνεται κυρίως σε πολιτικές υπηρεσίες όπως η αεροδρόμια, υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας, λιμενικό κ.α που δεν χρειάζονται πομπούς για την αποστολή τους, δεν προβλέπεται να αντιμετωπίσουν στόχους σε περιβάλον έντονου Η/Π ή η απόκτηση πομπού κρίνεται πολυέξοδη και υπερβολική.
    Οπότε Βελισσάριε αν εσύ ήσουν στην θέση του εκπροσώπου του ΥΕΘΑ, που δεν πρέπει να αποκαλύψεις διαβαθμισμένες πληροφορίες ως προς τις δυνατότητες Η/Π της χώρας σου, πιστεύεις ότι δεν θα έλεγες άρες μάρες κουκουνάρες για να δικαιολογήσεις γιατί απέρριψες το συγκεκριμένο σύστημα ή θα ήσουν ειλικρινής λέγοντας δεν το χρειαζόμαστε γιατί ελχουμε αντίστοιχο σύστημα εκεί και εκει κλπ;
    β) Ο δεύτερος λόγος είναι οτι ένώ έχουμε μια μεγάλη ανάλυση για το πως λειτουργεί το σύστημα, οι εφευρέτες δεν αναφέρουν τίποτα για την οικονομοτεχνική ανάλυση τους (γνωρίζοντας τον χώρο των ελλήνων ερευνητών είμαι σίγουρος οτι δεν έχουν, γιατί δεν ξέρουν να κάνουν), για να κρίνουμε πόσο τελικά θα μας στοιχήσει η ελληνική αντιγραφή του τσέχικου συστήματος (VERA).
    Κρίνοντας από το άρθρο, έχουμε ένα εργαστηριακό πρωτότυπο, που ζητάνε από το ΥΠΕΘΑ και την ΠΑ (δηλαδή από τους Έλληνες φορολογούμενους) να αναλάβει το κόστος ανάπτυξης και παραγωγής, να βρεί πιθανές χρήσεις, να βρεί αναπτύξει νέα οπλικά συστήματα να το ενσωματώσει, να ελέγξει την συμβατότητα να δοκιμάσει την εφαρμογή των νέων ολοκληρωμένων συστημάτων, τα αποτελέσματά τους και τέλος να ανοίξει νέες αγορές να το προωθήσει στο μέλλον. (Σαν να λέει κάποιος σκέφθηκα το σχέδιο για μια βίδα, πάρε το σχέδιο της και βρεις την να την κάνεις).
    Γνωρίζοντας από πρωτότυπα βιομηχανικά σχέδια, η φάση ανάπτυξης και παραγωγής είναι η πιο ακριβή και κοστίζει δισεκατομμύρια.
    Μπορεί ο κ. κωνσταντινίδης και η λοιπή ομάδα Θεσσαλονίκης να μας πεί:
    Πόσο θα μας κοστίσει η ανάπτυξη ενός πρωτοτύπου, η διαδικασία δοκιμών, οι διορθώσεις των σχεδίων και των προβλημάτων που θα εμφανισθούν τα νεα πρωτότυπα που θα δημιουργηθούν κλπ μέχρι να φτάσουμε στο τελικό προϊόν;
    Πόσο θα μας κοστίσει η ενσωμάτωση σε ΑΑ συστήματα ή στα ΣΔΕΠ, ή στα σύστημα έγκαιρης προειδοποιήσης, η τυποποίηση του και η συνεργασία με το λειτουργικό των άλλων συστημάτων, η συνεργασία με το λειτουργικό του ΣΔΕΠ, το λειτουργικό των όπλων και των πυραύλων κ.α;
    Έχουμε τους ηλεκτρονικούς, προγραμματιστές κλπ για να κάνουν κάτι τέτοιο και πόσο θα πρέπει να πληρωθεί αυτό;
    Πόσο θα μας στοιχήσει η ανάπτυξη γραμμής παραγωγής, το προσωπικό που θα προσλάβουμε και οι τα υπό συστήματα που θα χρειαστούμε;
    Πως το κόστος μεταφράζεται στην τιμή μονάδας από τα είκοσι τριάντα συστήματα που θα χρειαστούμε;
    Πόσο θα είναι το ποσοστό ελληνικού ΦΠΑ δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν έχει βιομηχανία παραγωγής ολοκληρωμένων κυκλωμάτων (microchip) , μόνο συναρμολόγησης πλακετών;
    Τέλος εφόσον φτιάξουμε τα τριάντα πχ συστήματα που χρειάζεται η εσωτερική αγορά, υπάρχει διεθνής ζήτηση για το προϊόν, πόσος είναι ο ανταγωνισμός, ποιές προοπτικές έχουμε να το εξάγουμε για να καταστήσουμε βιώσιμη την γραμμή παραγωγής και το προσωπικό που προσλάβαμε; Γιατί κινδυνεύουμε να μας μείνουν αμανάτι τόσο τα μηχανήματα της γραμμή.ς παραγωγής όσο και το προσωπικό που προσλάβαμε και Θ το πληρώνουμε μέχρι να βγεί στην σύνταξη χωρίς να δουλεύει οπότε πρέπει να υπολογίσουμε και τους μισθούς εικόσι χρόνων για αυτούς που προσλάβαμε για να φτιάξουμε 30 ραντάρ.
    Οικονομικά, μιά τέτοια περιπέτεια δεν θα έχει κανένα όφελος για την ΠΑ αλλά και για την χώρα μας, τα συστήματα θα μας στοιχίζουν ο κούκος αηδόνι, και πέρα από το κέρδος στον εγωισμό των “ερευνητών” αντιγραφέων ότι φτιάξανε ένα σύστημα που έχουν οι ΕΔ δεν θα κερδίσουμε τίποτα.
    Ειδικά σε μία εποχή που κατευθυνόμαστε στα phased array LASER LIDAR, στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα.
    Μια παρατήρηση προς όλους, έχω κουραστεί να βλέπω πανηγυρισμούς σε άρθρα για εφευρέσεις που ουσιαστικά απλά ξανανακαλύπτουν τον τροχό και ανθρώπους παθιασμένους να μιλάνε για επαναστατικές ελληνικές τεχνολογίες. Φίλοι σκεφτήτε λίγο κριτικά, χρησιμοποιήστε την λογική και τις γνώσεις που αποκτήσατε στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και μην υποκρύπτεται τόσο εύκολα σε θεωρίες συνωμοσίας.
    Υπάρχουν πραγματικά άνθρωποι στην Ελλάδα που πραγματικά δημιουργούν πρωτοποριακά πράγματα αλλά δυστυχώς αυτοί, λόγω του ότι κάνουν κάλλους στον κώλο τους σε σκοτεινιασμένα εργαστήρια και δεν έχουν χρόνο για δημόσιες σχέσεις με τα ΜΜΕ ή τους αρπάζουν εταιρίες αμέσως και τους δένουν με αυστηρότατα συμβόλαια. Αυτούς ψάξτε νε δείξετε και όχι όσους λάμπουν αλλά δεν είναι χρυσός.
    Και προς τους έλληνες ερευνητές. Μάθετε να κάνετε οικονομοτεχνικές μελέτες, τολμήσατε να ψάξετε για “προστάτες” επενδυτές ή δημιουργήστε crowdsourcing για να ξεκινήσετε να κατασκευάζετε τις εφευρέσεις σας, μην λέτε βρήκα αυτό, έλα κράτος να αναλάβεις τα ρίσκα και το κόστος γιατί έτσι δεν πρόκειται να προχωρήσουμε μπροστά, άσε που δίνετε την εντύπωση ότι απλώς και εσείς θέλετε να φάτε το μερίδιό σας από τον κρατικό κορβανά.

  15. Ο/Η Stratilatis λέει:

    Δεν ξέρω από που βγάζεις αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα Προβοκάτωρα, αλλά οφείλω να σε ενημερώσω ότι τόσο η ΠΑ έχει αρκετά κατερτησμένο προσωπικό απόφοιτους της ΣΜΑ ( που έχει βάση εισαγωγής μεγαλύτερη από την Ιατρική Αθηνών και παρασάγγας πάνω απο οποιοδήποτε Πολυτεχνείο ή άλλη σχολή θετικής κατεύθυνσης) με μεταπτυχιακά στο αντικείμενό τους από σχολεία του εξωτερικού όπως το ΜΙΤ, όσο και ο ΕΣ και το ΠΝ αξιωματικούς μηχανικούς ΤΧ και ΔΒ απόφοιτους του Πολυτεχνείου ή του πανεπιστημίου (κυρίως της Πάτρας και λιγότερο του ΠιΤσιΚαϋ) με μεταπτυχιακά και αυτή σε ΜΙΤ ή αλλα αντίστοιχα ιδρύματα.
    Αν η εμπειρία σου είναι από την θητεία σου, λυπάμε αλλά σπάνια θα βρεις κάποιο από τους παραπάνω σε μονάδα εκστρατείας, πάνε μόνο για λ´ιγα χρόνια πόσο να γράψουν τον προβλεπόμενο χρόνο διοίκησης και μετά είναι στα ερευνητικά κέντρα του στρατού ( ναι έχει και τέτοια) η στο επιτελείο για να επανδρώνουν αντίστοιχες επιτροπές.
    Ειπάμε ήμαρτον με τις θεωρίες συνωμοσίας. Όχι άλλο κάρβουνο και παραπληροφόρηση,

  16. Ο/Η Κυναίγειρος λέει:

    @Στρατηλάτη
    Συμφωνώ και εγώ οτι το σύστημα δεν παρεμβάλλεται. Είναι πολλοί οι σταθμοί, συν υπάρχουν και τα ενεργητικά συστήματα για back up
    Το κόστος γενικά αυτών των συστημάτων δεν είναι μεγάλο. Στην αυστραλία και στις ηπα τα συστήματα ξεπέρασαν το διςΕ αλλά οι αποστάσεις ανίχνευσής είναι τεράστιες. Εδώ μιλάμε για 500χλμ το πολύ. ΄
    Οι μελλοντικές τεχνολογίες είναι καλύτερες φυσικά – το ερώτημα είναι πότε θα τις έχουμε. Το παρόν σύστημα αν θέλουμε του χρόνου είναι επιχειρησιακό.

  17. Ο/Η konion λέει:

    Ἄντε τώρα πείστε με, ὅτι δὲν παίζει καὶ ξένος δάκτυλος, μὲ τὴν ἔννοια θὰ μᾶς πάρουν τὶς δουλειές, ὄχι συνωμοσίες καὶ παρεμφερῆ. Ἐπίσης ρόλο παίζει ἡ ἑλληνικὴ τεμπελιά, δουληκότητα καὶ εὐνοιοκρατία.

  18. Ο/Η Προβοκάτωρ λέει:

    @Stratilatis

    Σε ευχαριστώ για την ενημέρωση..

    Υ.Γ: Δώσε και άλλο κάρβουνο, ο καιρός είναι κατάλληλος για μπάρμπεκιου..

  19. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @stratilatis
    Εδώ πραγματικά δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω: το ύφος ή την ουσία:

    Κατ΄αρχάς, το άρθρο σκοπίμως απέφυγε να υπεισέλθει στο τεχνικό μέρος του ζητήματος, πέραν της αναφοράς στις τελείως γενικές αρχές λειτουργίας του συστήματος. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες (ελάχιστες) διαθέσιμες πληροφορίες για το προταθέν σύστημα (εκτός από το ότι αποτελεί μια – αγνώστου επιτυχίας και επιδόσεων – υλοποίηση παθητικού ραντάρ) είναι πραγματικά απορίας άξια η αναφορά: «Το πραγματικό σύστημα, που είναι αρκετά διαφορετικό δεν παρεμβάλλεται γιατί απλά είναι μία πολυφασματική συσκευή ESM/ELINT που δεν παρεμβάλλεται, με ελαφρά τροποποιημένο λογισμικό και ενσύρματη δικτύωση.» Δε μπορώ να καταλάβω αν αυτό αναφέρεται στο HEMPAS (οπότε το ερώτημα είναι από πού προκύπτει η λεπτομερής γνώση του συστήματος), ή στη γενική αρχή λειτουργίας του παθητικού ραντάρ (οπότε ο χαρακτηρισμός πολυφασματική συσκευή ESM/ELINT είναι τουλάχιστον πρωτότυπος). Δε μπορώ να καταλάβω τι συζήτηση (που να έχει στοιχειώδη απαίτηση σοβαρότητας) μπορεί να γίνει, εν αγνοία συγκεκριμένων πληροφοριών για το σύστημα – εκτός αν κάποιος υποστηρίξει ότι μια πρόταση παθητικού ραντάρ (ή η συγκεκριμένη πρόταση του HEMPAS) παραβιάζει τις αρχές της φυσικής. Επειδή προφανώς αυτό δε συνέβη (και ουδέποτε οι υπηρεσίες που αξιολόγησαν την πρόταση ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο, μπορούμε με ασφάλεια να αγνοήσουμε το κομμάτι αυτό. Πολύ περισσότερο, είναι απορίας άξιο που μπορεί να είδε κάποιος στο κείμενο » πανηγυρισμούς σε άρθρα για εφευρέσεις».

    Το άρθρο αναφέρθηκε στην πορεία και την εξέλιξη του HEMPAS ως πρότασης αναπτυξιακού προγράμματος, και στους χειρισμούς των υπηρεσιών του ΥΕΘΑ. Στο μέτρο του δυνατού, είναι σαφές και συγκεκριμένο. Δεν είδα καμία παρατήρηση επί της αλήθειας ή της ακρίβειας των αναφερομένων στοιχείων. Αν υπάρχει, είναι ευπρόσδεκτη, αλλά αν δεν υπάρχει, τότε οι » τις αιχμές που αγγίζουν τα όρια της θεωρίας συνωμοσίας που αφήνει να εννοηθούν το άρθρο» πρέπει να εξηγηθούν με κάποιον καλύτερο τρόπο. Οι τρόποι που προτείνονται είναι δύο:

    Α) έχουμε ήδη το σύστημα, αλλά αυτό είναι απόρρητο, δεν το αποκαλύπτουμε για λόγους ασφαλείας και τεχνολογικού αιφνιδιασμού, και προκειμένου να μην το ομολογήσουμε για να εξηγήσουμε την αδιαφορία για το HEMPAS λέμε «άρες μάρες κουκουνάρες» (sic). Η εξήγηση αυτή έχει κάποια μικρά προβλήματα:
    i. έχουμε ήδη αγοράσει ένα κρίσιμο, υπεραπόρρητο σύστημα, που όταν όμως προτείνει να το αναπτύξει μια άλλη ομάδα, αυτό χαρακτηρίζεται «επανανακάλυψη του τροχού».
    ii. κάποια από τα εισαγόμενα συστήματα (όπως το Erieye) είναι στην πραγματικότητα και παθητικά ραντάρ, αλλά αυτή τη δυνατότητα ειδικά, οι εταιρείες που προσπαθούν να πουλήσουν πάση θυσία τα συστήματά τους δεν τη διαφημίζουν, ούτε καν την αναφέρουν.
    iii. Οι ΕΔ έχουν ήδη τέτοια συστήματα, αλλά προκειμένου να μην αποκαλύψουν την ύπαρξή τους, στήνουν μια τρελή-τρελή φαρσοκωμωδία που διαρκεί 6-7 χρόνια. Αντί να πουν μια εύσχημη δικαιολογία, που στο κάτω-κάτω δε μπορεί ούτε να επιβεβαιωθεί ούτε να διαψευστεί (το προτεινόμενο σύστημα είναι υπερβολικά ακριβό, δεν επιτυγχάνει τις απαραίτητες επιδόσεις, είναι τεχνολογικά ανώριμο κοκ) η πρόταση εξετάζεται, προωθείται σε συμβούλια, εγκρίνεται από ΔΑΣΠ, προχωρά επίπεδα, φτάνει στα ΑΣΣ και ΑΑΣ, αναπέμπεται, η διαδικασία ξανα-αρχίζει, ξαναπροχωρά, ξανασκαλώνει, άλλοι αρχηγοί πιέζουν να προχωρήσει (αυτοί δεν έχουν ενημερωθεί για την ύπαρξη του συστήματος ήδη στο οπλοστάσιό μας) και άλλοι είναι αρνητικοί, κι όταν στο τέλος πρέπει να ειπωθεί και κάτι στη Βουλή, βάζουν τον Υπουργό να πει ότι τα παθητικά ραντάρ είναι ανώριμη τεχνολογία (ενώ τα έχουμε προμηθευτεί από τη διεθνή αγορά, προφανώς εν αγνοία των τούρκων, στους οποίους οι ξένοι προμηθευτές δε λένε ότι έχουν τέτοιο πράγμα, κι αυτοί κοιμούνται ήσυχοι), κι επιπλέον του δίνουν και μία άσχετη έκθεση να διαβάσει. Αν πρόκειται για επιχείρηση παραπλάνησης, είτε τη διενεργεί ειδικά αφιερωμένο τμήμα των υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας, είτε ο Κλουζώ.

    Β) Δεν έχουμε το σύστημα, αλλά στην πραγματικότητα η πρόταση είναι υπερβολικά ακριβή, και πάντως ανεπαρκώς κοστολογημένη (δηλαδή υποκοστολογημένη) από τους συντελεστές: «ενώ έχουμε μια μεγάλη ανάλυση για το πως λειτουργεί το σύστημα, οι εφευρέτες δεν αναφέρουν τίποτα για την οικονομοτεχνική ανάλυση τους «.
    Κατ΄αρχάς, δεν είναι σαφές από πού έχουμε μια μεγάλη ανάλυση για το πώς λειτουργεί το σύστημα. Τέτοια ανάλυση δεν υφίσταται.
    Κατά δεύτερον, οι «εφευρέτες» δεν αναφέρουν τίποτα για την οικονομοτεχνική τους ανάλυση, γιατί ουδέποτε ερωτήθηκαν. Αντί να αναφέρεται ότι «γνωρίζοντας τον χώρο των ελλήνων ερευνητών είμαι σίγουρος οτι δεν έχουν, γιατί δεν ξέρουν να κάνουν» μπορεί απλούστατα να ερωτηθεί αν οι ερευνητές έχουν κάνει τέτοια μελέτη. Η απάντηση των ερευνητών στο ερώτημα αυτό είναι ότι υπάρχει ογκωδέστατη, πλήρης και αναλυτική τέτοια μελέτη. Μπορεί να λένε ψέμματα, ή μπορεί η μελέτη να είναι ανεπαρκής (όπως άλλωστε μπορεί να μην έχεις κι εσύ ή εγώ ιδέα από οικονομοτεχνικές μελέτες). Το κρίσιμο όμως είναι ότι ουδέποτε έγινε από υπηρεσιακής ή πολιτικής πλευράς σχόλιο για την οικονομοτεχνική μελέτη ως αδυναμία ή λόγο απόρριψης της πρότασης. (Εδώ φυσικά τίθεται και το ερώτημα: αν οι έλληνες ερευνητές δεν ξέρουν να κάνουν οικονομοτεχνική μελέτη, η ΓΔΑΕΕ ξέρει να αξιολογήσει οικονομοτεχνική μελέτη;…). Μάλλον το πρόβλημα δεν ήταν εδώ, γιατί αν ήταν, θα είχε βγει στον τάκο αμέσως.

    Φυσικά, ο ξυρός του Όκκαμ λέει ότι κάποιοι στις υπηρεσίες δε θέλουν να εξετάσουν, καν, το σύστημα, κι επειδή δε μπορούν υπηρεσιακά να το πουν ανοικτά (αφού δε δίνεται ούτε μία φορά λόγος ουσίας για το μπέρδεμα αυτό), σκοτώνουν την πρόταση (αγνώστου αξίας, αφού δεν εξετάστηκε ποτέ στα σοβαρά) με γνωστούς «υπηρεσιακούς» τρόπους που γνωρίζουν όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ.

    Όσο για τις «θεωρίες συνομωσίας», προσφάτως μια τέτοια οδήγησε έναν πρώην υπουργό αμύνης, έναν γενικό γραμματέα εξοπλισμών, υπηρεσιακούς παράγοντες και ιδιώτες στον Κορυδαλλό. Και φυσικά, οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι αυτό είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Όποιος παρακολουθεί τα εξοπλιστικά (και ξέρει τι του γίνεται) μπορεί συνήθως δια γυμνού οφθαλμού να διακρίνει τι συμβαίνει, έστω και αν προφανώς δε μπορεί «να πάει στον εισαγγελέα», όπως ζητούσε αλήστου μνήμης πρωθυπουργός.

    Για να συνοψίσω: δεν έχω ιδέα αν η πρόταση HEMPAS ήταν σοβαρή ή όχι, όπως δεν έχει ιδέα και κανείς που δεν έχει δει τον φάκελο. Η καφενειακή αξιολόγησή της δε με αφορά όταν είναι αρνητική, όπως δε με αφορά όταν είναι και θετική. Αυτό που είναι όμως σαφές, είναι ότι το ΥΕΘΑ σε άλλες φάσεις δεν ήξερε πώς να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ζήτημα, και σε άλλες φάσεις δεν ήθελε να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ζήτημα. Αυτό προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα.

    Τις ερμηνείες ας τις βγάλει ο καθένας για τον εαυτό του.

  20. Ο/Η Yiannis_1 λέει:

    Κατά την “χρυσή” δεκαετία των εξοπλισμών (1995-2005), το ΥΕΘΑ με καλή πίστη μοίρασε απλώχερα χρήματα σε ερευνητικά προγράματα Ελληνικών ΑΕΙ (ΕΜΠ, παν. Θράκης κλπ) για την ανάπτυξη πρωτοποριακών συστημάτων εντοπισμού και ηλεκτρονικού πολέμου. Τα προγράμματα αυτά αναπτήχθηκαν υπό την εποπτία κορυφαίων καθηγητών των συγκεκριμένων Σχολών και εργάστηκαν σε αυτά δεκάδες μεταπτυχιακοί φοιτητές, ερευνητές και επιστημονικοί συνεργάτες.
    Στην πλειοψηφία τους τα προγράμματα αυτά ήταν επιτυχημένα αν και ακριβείς λεπτομέριες είναι γνωστές μόνο στους άμμεσα εμπλεκόμενους λόγω της διαβάθμισης ασφαλείας που έφεραν.
    Όταν λέμε επιτυχημένα, εννοούμε ότι απέδειξαν την βασιμότητα της αρχής λειτουργίας τους. Από το σημείο αυτό μέχρι να παραχθεί κάποιο οπλικό σύστημα που θα μπορεί να αξιοποιηθεί επιχειρησιακά από τις ΕΔ χρειάζεται πάρα πολύς δρόμος , κόπος,οργάνωση, τεχνογνωσία και φυσικά χρήματα. Αυτό ήταν και το μάθημα που αποκόμισε το ΥΕΘΑ και τα επιτελεία από αυτές τις προσπάθειες, με αποτέλεσμα τώρα που τα χρήματα είναι λιγοστά να είναι διπλά επιφυλακτικό σε υποσχέσεις για “υπερόπλα”.
    Η αλήθεια είναι ότι σε ένα Πανεπιστημονικό Ίδρυμα , μία ομάδα καθηγητών όσο διάνοιες και αν είναι δεν μπορούν να αναπτύξουν ένα οπλικό σύστημα. Μπορούν απλά να κάνουν κάποια πειράματα για να αποδείξουν ότι η θεωρεία τους λειτουργεί στην πράξη. Και αυτό γιατί δεν έχουν την τεχνογνωσία για να φτιάξουν ένα σύστημα το οποίο θα μπορούν να το χειρίζονται άτομα με χαμηλή θεωρητική γνώση, το οποίο θα λειτουργεί σε συνθήκες πεδίου μάχης με ικανοποιητική αξιοπιστία και δεν μπορούν να το υποστηρίξουν με υλικά και επισκευές σε βάθος χρόνου, γιατί απλά αυτοί που δούλεψαν στο πρόγραμμα (μεταπτυχιακοί) απλά έχουν βρεί άλλες δουλειές και έχουν φύγει από το Πανεπιστήμιο. Καταλήγουμε λοιπόν ότι μόνο μία εταιρία μπορεί να παράξει και να υποστηρίξει ένα οπλικό σύστημα. Γιατί τώρα τα Πανεπηστημιακά ιδρύματα δεν συνεργάζονατι στενά με την αμυντική βιομηχανία (INTRACOM, EAB κλπ) είναι μία άλλη συζήτηση.
    Η ουσία είναι ότι άν το HEMPAS είχε προταθεί 2-3 χρόνια νωρίτερα κατά πάσα πιθανότητα θα είχε χρηματοσοτηθεί. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, εάν οι εμπνευστές του πιστεύουν ΄στην πραγματικότητα ότι έχουν αναπτύξει κάτι πρωτοπωριακό θα πρέπει πρώτα να προσσεγίσουν κάποια εταιρία που έχει την δυνατότητα να το χρηματοδοτήσει, να το παράξει και να το πρωωθήσει στην ελληνική και την διεθνή αγορά. Εάν όχι, τότε καλύτερα να σταματήσουν να διαμαρτύρονται για την έλλειψη εμπιστοσύνης από την ελληνική πολιτεία.
    Εάν τώρα το ΥΕΘΑ θα πρέπει να χρηματοδοτεί την ελληνική αμυντική βιομηχανία για την ανάπτυξη οπλικών συστημάτων, ως μορφή δημόσιας επένδυσης , αυτό είναι θέμα πολιτικής απόφασης, αν και δεν γνωρίζω αν επιτρέπεται πλέον από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

  21. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ Γιάννη,

    Δε διαφωνώ με τίποτα από αυτά που γράφεις, αλλά νομίζω ότι δεν αρκούν για να εξηγήσουν το πρόβλημα των μηχανισμών του ΥΕΘΑ.

    Κατ΄αρχάς, να ξεκαθαρίσω (για μία ακόμη φορά) ότι το άρθρο δεν έχει ως στόχο να «δικαιώσει» ή να υποστηρίξει το HEMPAS. Ο σκοπός του άρθρου είναι να επισημάνει την αδυναμία του μηχανισμού χάραξης βιομηχανικής πολιτικής του ΥΕΘΑ, η οποία είναι υπεύθυνη για την ανυπαρξία πολεμικής βιομηχανίας στη χώρα, και να καταδείξει τις δύο βασικές πηγές του προβλήματος: αφ΄ενός την ανεπάρκεια των μηχανισμών και των διαδικασιών βιομηχανικής πολιτικής, αφ΄ετέρου – και ξεχωριστά από το προηγούμενο – την «ακατανόητη» συμπεριφορά διαφόρων εμπλεκομένων.

    Να επιμείνω για μία ακόμη φορά σε ένα κεντρικό σημείο της βιομηχανικής πολιτικής: την ευθύνη για τη χάραξή της, την εφαρμογή της και τα αποτελέσματά της δε μπορεί (από τη φύση της αποστολής) να την έχουν οι βιομηχανίες, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ιδρύματα ή οποιοσδήποτε άλλος εμπλεκόμενος. Την ευθύνη για την βιομηχανική πολιτική τη φέρει αποκλειστικά ο κρατικός φορέας που την ασκεί, κι εν προκειμένω το Υπουργείο Αμύνης και η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων – και ουδείς άλλος. Αν η ΓΔΑΕΕ έδωσε χρήματα και δεν έλαβε αυτό που ανέμενε, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούσε να καταλάβει και να αξιολογήσει τι ζητούσε και από ποιόν το ζητούσε. Πιο συγκεκριμένα:

    Αναφέρεις ότι «Κατά την “χρυσή” δεκαετία των εξοπλισμών (1995-2005), το ΥΕΘΑ με καλή πίστη μοίρασε απλόχερα χρήματα σε ερευνητικά προγράμματα Ελληνικών ΑΕΙ (ΕΜΠ, παν. Θράκης κλπ) για την ανάπτυξη πρωτοποριακών συστημάτων εντοπισμού και ηλεκτρονικού πολέμου.» Στο βαθμό που είμαι σε θέση να γνωρίζω, αυτό ισχύει, όπως ισχύει και το ότι «τα προγράμματα αυτά αναπτύχτηκαν υπό την εποπτεία κορυφαίων καθηγητών των συγκεκριμένων Σχολών και εργάστηκαν σε αυτά δεκάδες μεταπτυχιακοί φοιτητές, ερευνητές και επιστημονικοί συνεργάτες». Οι άνθρωποι αυτοί και ικανότατοι ήταν, και στη μεγάλη τους πλειοψηφία καθ΄ όλα έντιμοι. Όμως, παρέμενε άστοχο το τι ακριβώς τους ζητείτο. Ήταν εύλογο να ζητείται από αυτό το είδος φορέα η ανάπτυξη συγκεκριμένης τεχνολογίας προς εκμετάλλευση, και ήταν παράλογο να ζητείται η ανάπτυξη στρατιωτικών συστημάτων, όπως κι εσύ αναφέρεις. Η ευθύνη για το τι ζητείται από ποιον δε βαραίνει ποτέ τον ανάδοχο, βαραίνει πάντοτε τον αναθέτοντα. ΠΑΝΤΟΤΕ. Δική του ευθύνη είναι να κατανοεί ποιος είναι ο ρόλος του καθενός μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής που (υποτίθεται ότι) έχει.

    Με άλλα λόγια, το μοίρασμα των χρημάτων μπορεί να έγινε καλή τη πίστη, αλλά έγινε και εν πλήρη αγνοία του τι θέλουμε, τι ζητάμε και τι μπορεί να λάβουμε. Αν από ένα εργαστήριο πολυτεχνικής σχολής ζητείται επιχειρησιακό σύστημα, τότε (παρά, ενδεχομένως, την αφελή προθυμία του εργαστηρίου να αναλάβει το (θνησιγενές) εγχείρημα, η ευθύνη βαραίνει αυτόν που κάνει την ανάθεση. Αυτός είναι που οφείλει να αντιλαμβάνεται ποιος είναι η δυνατότητα του καθενός και ο ρόλος του στην συνολική βιομηχανική προσπάθεια. Αυτό ακριβώς σημαίνει «βιομηχανική πολιτική».

    Η ένστασή μου στα γραφόμενά σου έγκειται, λοιπόν, στο εξής σημείο: «Αυτό [..] ήταν και το μάθημα που αποκόμισε το ΥΕΘΑ και τα επιτελεία από αυτές τις προσπάθειες, με αποτέλεσμα τώρα που τα χρήματα είναι λιγοστά να είναι διπλά επιφυλακτικό σε υποσχέσεις για “υπερόπλα”.»
    Δεν είναι δυνατόν τα στοιχειώδη της βιομηχανικής πολιτικής να αποτελούν συμπέρασμα δέκα ετών αποτυχιών. Αυτό δείχνει απλώς ότι οι «υπεύθυνοι» της βιομηχανικής πολιτικής δεν είχαν αντίληψη ούτε των στοιχειωδών, είτε εμπειρικοί (χωρίς οποιουδήποτε είδους εμπειρία ή έστω τριβή με το θέμα), κι ακόμη και το συμπέρασμα που αποκόμισαν παραμένει εμπειρικό: απλώς έγιναν «διπλά επιφυλακτικοί», εξακολουθώντας να αγνοούν τα βασικά. Προσοχή: μιλάμε απλώς για τα βασικά, δε αναφερόμαστε σε καμία μαγική συνταγή που ακολουθείται, κι εν συνεχεία αποκτά κανείς πολεμική βιομηχανία. Η βιομηχανική πολιτική είναι μια εξαιρετικά σύνθετη και δύσκολη υπόθεση με άπειρες απαιτήσεις για οξυδερκείς εκτιμήσεις και αποφάσεις κρίσεως. Αλλά εδώ είμαστε στη φάση που ανακαλύπτουμε, πάλι, έκπληκτοι, τον τροχό – και δε φαίνεται να έχουμε προοδεύσει, απλώς μας έχουν τελειώσει τα λεφτά.
    Και φυσικά, η αδυναμία των μηχανισμών βολεύει εξαιρετικά αυτούς που θα σημειώσουν διαφυγόντα κέρδη αν κάποια χρήματα βγουν εκτός του κυκλώματος επιρροής τους.

    Νομίζω ότι στην Ελλάδα του 2014 ξέρουμε όλοι καλά περί τίνων πρόκειται.

    Η αμυντική βιομηχανική πολιτική είναι βασικό θέμα της αμυντικής πολιτικής, και η πρόθεση είναι να αποτελέσει σταδιακά αντικείμενο συστηματικής αναφοράς και διερεύνησης του ιστολογίου.

  22. Ο/Η Stratilatis λέει:

    Βελισάριε, παραξενεύομαι που σε σοκάρισε το ύφος μου, αν και σε διαβεβαιώ προσπάθησα πάρα πολύ να το κρατήσω κόσμιο, μετά από αυτά που διάβασα σε αυτό το άρθρο.
    Η δε παραδοχή σου οτι όλοι οι αξιωματικοί προμηθειών και οι επιτελείς τα αρπάζουν, για αυτό θάβουν την Ελληνική τεχνολογία έκτός του ότι είναι εξοργιστική, είναι και άκρως επικίνδυνη και ειλικρινά με εξέπληξε αρνητικά για ένα ιστολόγιο, που προσπαθούσε νε κρατήσει ένα επίπεδο.

    Όπως γνωρίζουμε για τις προμήθειες, αντιστοίχως τόσο οι πανεπιστημιακοί, όσο και όλοι οι πολίτες μετά τις πάμπολλες καταδίκες πανεπιστημιακών στο ΑΠΘ, στης Πάτρας και αλλού, γνωρίζουμε για τις μίζες στο Ελληνικό πανεπιστημίο από τους χειριστές προγραμμάτων.
    Θα μπορούσα κάλιστα και εγώ να πώ οτι την φασαρία την κάνουν οι πανεπιστημιακοί γιατί έχασαν τις μίζες από τα υλικά, τα μηχανήματα, τους μισθούς των επιστημονικών συνεργατών που θα παρακρατήσουν για την τσέπη τους κλπ, ποσό που μπορεί να αγγίξει τα μερικά εκατομμύρια ευρώ. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη για να βγείς στις εφημερίδες και να κατηγορείς όλους τους άλλους για λαμόγια.

    Αντίθετα προσπάθησα να κρατήσω μια νηφάλια θέση , δεχθώ το κριτήριο της αθωότητας και για τις δύο πλευρές καθώς και το αγαθό των προθέσεων τους, και να βρώ αν θα μπορούσε να ακυρωθεί η ανάπτυξη ενός χωρίς να υπάρχει δόλος.

    Για να στηρίξεις την άποψή σου και να μειώσεις τα επιχειρήματά μου ότι είναι επίπεδο καφενείου αναφέρεις ότι δεν ξέρουμε το πραγματικό σύστημα γιατί οι πληροφορίες ειναι απόρρητες.
    Παρεμπιπτόντως, από την εμπειρία μου των δεκαπέντε και πλέον ετών στην αξιολόγηση νέων τεχνολογιών και πατέντών, όλοι όσοι έχουν μία μούφα πατέντα και προσπαθούν να φάνε λεφτά των επενδυτών υποστηρίζουν ότι:
    Η τεχνολογία τους ειναι εξωτική και κάνει παπάδες
    Δεν μπορούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές αρχές λειτουργίας οι οποίες είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που γνωρίζουμε, γιατί θα τους τις κλέψουν,
    Τους καταδιώκουν τα συμφέροντα από τις μεγάλες πολυεθνικές και τα τσιράκια τους γιατί η τεχνολογία τους είναι καλύτερη και θα χάσουν τα κέρδη τους
    Και τέλος ότι η τεχνολογία τους είναι η φτηνότερη αλλά δεν μπορούν ποτέ να πούν πραγματικούς αριθμούς.
    Ειλικρινά αν κάθε φορά που έχω ακούσει όλα τα παραπάνω που χρησιμοποιεί και το άρθρο πληρωνόμουν πενήντα ευρώ, τώρα θα μου ανήκε όλο το παραλιακό μέτωπο της Βούλας.

    Από την εμπειρία μου από αντίστοιχα συστήματα, αλλά και από αυτά που λέει το άρθρο.
    Το σύστημα είναι ένα πολυστατικό ( έχει πέρα του ενός δεκτές που δεν βρίσκονται στο ίδιο σημείο αλλά διάσπαρτοι στο χώρο) παθητικό ( χρησιμοποιεί άλλες πηγές ακτινοβολίας) πολυφασματικό ( ο δέκτης συντονίζεται με πλέον της μίας συχνότητας ταυτόχρονα και έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται όλες τις συχνότητες ταυτόχρονα και για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί πολυφασματικη ή αλλιώς ευρυζωνική η αλλιώς multi band δέκτη antenna). Αυτό είναι και μία συσκευή ESM/ELINT. Οι δέκτες λογικά θα πρέπει να είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με ενσύρματο δίκτυο για να μην παρεμβάλλονται.

    Τα απόρρητα κομμάτια είναι ο ευρυζωνικός ή πολυφασματικός δέκτης που είναι το πιο εξωτικό κομμάτι να φτιαχτεί γιατί χρειάζεται ειδική αρχιτεκτονική της κεραίας (κώνος, φρακταλ κλπ) , το λογισμικό, και τα χαρακτηριστικά του συστήματος αν είναι δισδιάστατο έγκαιρης προειδοποιήσης ή τρισδιάστατο με δυνατότητα στοχοποιήσης και συνεργασίας με ΑΑ όπλα.

    Αλλά από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι και η μελέτη της Αεροπορίας δεν μιλούσε για διαφορετικό σύστημα αλλά για το προταθέν και ότι οι αξιωματικοί της αεροπορίας είχαν τουλάχιστο αξιολογήσει το σύστημα.
    Οπότε αυτό που γράφει το άρθρο, αλλά και ενστερνίζεσαι και εσύ, ότι η μελέτη της αεροπορίας ήταν άσχετη, αν το έγραψε ένας δημοσιογράφος θα το θεωρήσω ότι απλά δεν έκανε έρευνα και λέει αρλούμπες στην ασχετοσύνη του, αλλά αν το είπε κάποιος από την ομάδα Θεσσαλονίκης τότε πρόκειται για αισχρότατο ψέμα.

    Από κει και πέρα, προγράμματα ακυρώνονται σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στα τελευταία στάδια ανάπτυξης, για πολλούς λόγους.
    Οι βασικότεροι είναι.
    – Μας τελείωσαν τα λεφτά και δεν μπορούμε να το χρηματοδοτήσουμε επιπλέον. (Λογικό σε μία χρεωκοπημένη χώρα)
    – Δεν μας χρειάζεται πλέον ή με αυτά που έχω μπορώ να κάνω την δουλειά μου. (Λογικά, αν σκεφθούμε ότι η μπροσούρα του AEGIS έλεγε πως μπορεί να λειτουργήσει παθητικά και οι στόχοι να φωτίζονται από άλλο μέσο)
    – Χρειάζομαι το σύστημα χθές και θα προχωρήσω σε συστήματα της αγοράς. ( επίσης λογικό και μπορεί να συμβαίνει)
    – Το κόστος του προς ανάπτυξη συστήματος είναι πολλαπλάσιο του αντίστοιχου έτοιμου της αγοράς που δεν με συμφέρει για τον αριθμό που το χρειάζομαι. ( επίσης λογικό, που ενώ αναφέρεται συνέχεια ότι το σύστημα θα ήταν φτηνότερο δεν αναφέρεται πουθενά ένας αριθμός, παρόλο που στα σχόλια κάποιος είπε οτι έχουν ένα τόμο οικονομοτεχνική μελέτη δεν μπορούν να μας πουν ποια θα είναι η τιμή ανά κομμάτι σε ένα υποθετικό αριθμό αναγκών που προκύπτει από αδιαβάθμητες πηγές όπου θα είναι τιμή = κόστος παραγωγής κομματιού + κόστος R&D διά τον υποθετικό αριθμό κάτι που είναι αδιαβάθμητη πληροφορία)

    Πουθενά δεν μπορώ να βρώ κάτι, που να μου εξηγεί ή να με πείθει ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου συστήματος έγινε γιατί κάποιος τα άρπαξε.
    Αν εσένα σου αρκεί για το αντίθετο, η νεοελληνική δικαιολογία «αφού ξέρουμε οτι έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα», πρόβλημά σου.

    Εμένα μου φάντάζει άλλη μία πατάτα σαν το Άρτεμις30, ένα πρόγραμμα που εάν θα γινόταν, θα το περιφέραμε σαν την άδικη κατάρα από έκθεση σε έκθεση χωρίς να πάρουμε ούτε μία παραγγελία.

    Από κεί και πέρα αν όλα τα παραπάνω τα γράφεις γιατί θα ήθελες να αναπτυχθεί εγχώρια πολεμική βιομηχανία, από την εμπειρία μου θα σου πώ, οτι δεν πρόκειται να φτιάξεις βιώσιμη βιομηχανία πληρώνοντας το επιτελείο τον κάθε ένα να φτιάχνει πρωτότυπα. Θα καταλήξεις πάλι στο σημερινό μοντέλο που είναι ένα απύθμενο βαρέλι που μόνο τρώει λεφτά.
    Θέλει ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο που δυστυχώς είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί στην Ελλάδα γιατί αφενός δεν έχουμε μάθει σε ρίσκα και αφετέρου δυστυχώς τα ελληνικά πανεπιστήμια, έχουν και παράγουν εξαιρετικούς χειριστές τεχνολογίας αλλά όχι ικανοποιητικούς αριθμούς παραγωγούς τεχνολογίας.

  23. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @ stratilatis

    Διαβάζω το σχόλιο αυτό και προσπαθώ να καταλάβω αν αφορά το κείμενο της δημοσίευσης και άλλα προηγούμενα σχόλια, ή αν αφορά κάποιο άλλο κείμενο.

    «Η δε παραδοχή σου οτι όλοι οι αξιωματικοί προμηθειών και οι επιτελείς τα αρπάζουν, για αυτό θάβουν την Ελληνική τεχνολογία «

    Μπορείς να μου επισημάνεις το κείμενο ή το σχόλιο που λέει ότι υπονοεί αυτό που αναφέρεις;

    Είπα ότι ένα μεγάλο μέρος των αγορών εξοπλισμού που γίνονται είναι αντικείμενο αθέμιτης εμπορικής συναλλαγής (μίζας, για να μην μπερδευόμαστε), κι ότι αυτό (που κατά βάσιν αφορά πολιτικά στελέχη) απαιτεί εκ των πραγμάτων και τη συνεργασία κάποιων υπηρεσιακών στελεχών. Για κάποιον που ξέρει τον μηχανισμό, δεν απαιτείται ο προσεταιρισμός περισσοτέρων από 3-4 ατόμων για να ασκήσει τέτοιου είδους επιρροή. Αν εσύ θεωρείς ότι αυτό δε συμβαίνει, «πρόβλημά σου», όπως λες κι εσύ. Οι υποθέσεις Τσοχατζόπουλου και (πολύ περισσότερο) Σμηναγού Χατζηαναστασίου θα μπορούσαν να πείσουν και τυφλό.

    Το αν η υπόθεση HEMPAS έχει σχέση με αυτό το (ευρύτερο φαινόμενο) δεν το γνωρίζω, αλλά ο ακατανόητος χειρισμός της υπόθεσης εγείρει ερωτηματικά. Για να το ξαναπώ, μην κάνεις πάλι ότι δεν το κατάλαβες: όχι επειδή η πρόταση απορρίφθηκε, αλλά για τον τρόπο με τον οποίον απορρίφθηκε.

    Το να διαστρέφεις τα γραφόμενα του άλλου είναι αθέμιτο – και το διατυπώνω πάρα πολύ ευγενικά.

    «Όπως γνωρίζουμε για τις προμήθειες, αντιστοίχως τόσο οι πανεπιστημιακοί, όσο και όλοι οι πολίτες μετά τις πάμπολλες καταδίκες πανεπιστημιακών στο ΑΠΘ, στης Πάτρας και αλλού, γνωρίζουμε για τις μίζες στο Ελληνικό πανεπιστημίο από τους χειριστές προγραμμάτων.
    Θα μπορούσα κάλιστα και εγώ να πώ οτι την φασαρία την κάνουν οι πανεπιστημιακοί γιατί έχασαν τις μίζες από τα υλικά, τα μηχανήματα, τους μισθούς των επιστημονικών συνεργατών που θα παρακρατήσουν για την τσέπη τους κλπ, ποσό που μπορεί να αγγίξει τα μερικά εκατομμύρια ευρώ. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη για να βγείς στις εφημερίδες και να κατηγορείς όλους τους άλλους για λαμόγια.»

    1. Για τους πανεπιστημιακούς του ΕΜΠ, του ΠΠ, του ΔΠΘ και του ΠΚ που έχουν ασχοληθεί με αμυντική έρευνα, δεν έχω ακούσει για καμία καταδίκη ή μομφή. Μερικούς τους γνωρίζω προσωπικά, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά γι΄αυτούς. Σε αυτούς αναφέρεσαι ως μιζαδόρους πανεπιστημιακούς; Ή η μπάλα του Μεταξόπουλου παίρνει και τον Ουζούνογλου και τον Κωττή;
    2. Αν αναφέρεσαι στη συγκεκριμένη «Ομάδα Θεσσαλονίκης», προς πληροφόρησή σου: Ασχέτως διαφόρων θέσεων που κατείχαν, η πρόταση δεν υπήρξε ποτέ «πανεπιστημιακή» δραστηριότητα, και σε περίπτωση έγκρισής της, το όχημα υλοποίησης θα ήταν ιδιωτική εταιρεία, άσχετη με τον χώρο των πανεπιστημίων. Συνεπώς, κατ΄αρχήν εύλογη η δυσπιστία, αλλά άσχετη.

    «από την εμπειρία μου των δεκαπέντε και πλέον ετών στην αξιολόγηση νέων τεχνολογιών και πατέντών»

    Την αξιολόγηση την κάνεις από γενικόλογες αναφορές μισής σελίδας στον τύπο και το διαδίκτυο;

    «όλοι όσοι έχουν μία μούφα πατέντα και προσπαθούν να φάνε λεφτά των επενδυτών υποστηρίζουν ότι:»

    «Η τεχνολογία τους ειναι εξωτική και κάνει παπάδες»

    Τα παθητικά ραντάρ δεν είναι εξωτική τεχνολογία. Είναι «ώριμη τεχνολογία» (χαρακτηρισμός NATO Research and Technology Organisation), με εμπορικώς διαθέσιμα συστήματα από μείζονες κατασκευαστές (μιλώντας για τα γνωστά – και μιλάμε για παθητικό σύστημα, και ο νοών νοείτω).

    «Δεν μπορούν να αποκαλύψουν τις πραγματικές αρχές λειτουργίας οι οποίες είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που γνωρίζουμε, γιατί θα τους τις κλέψουν.»

    Ήμαρτον, η πρόταση HEMPAS είναι υλοποίηση παθητικού ραντάρ. Ποιες «πραγματικές αρχές λειτουργίας» δε μπορούν να «αποκαλύψουν»;

    «Τους καταδιώκουν τα συμφέροντα από τις μεγάλες πολυεθνικές και τα τσιράκια τους γιατί η τεχνολογία τους είναι καλύτερη και θα χάσουν τα κέρδη τους»

    Μπορεί να το ισχυριστεί οποιοδήποτε απατεώνας, αλλά συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Ο Σμηναγός Χατζηαναστασίου ήταν απατεώνας;

    «Και τέλος ότι η τεχνολογία τους είναι η φτηνότερη αλλά δεν μπορούν ποτέ να πούν πραγματικούς αριθμούς.»

    Μπορεί να το ισχυριστεί οποιοσδήποτε απατεώνας. Το ισχυρίστηκε κανείς στην υπόθεση HEMPAS; Είδες εσύ σε καμία από τις απαντήσεις να γίνεται αναφορά στο «οικονομικά ασύμφορο» του πράγματος; (Κι αν γινόταν, άντε να το ελέγξεις. Αλλά δεν έγινε.)

    «Από την εμπειρία μου από αντίστοιχα συστήματα, αλλά και από αυτά που λέει το άρθρο.
    Το σύστημα είναι [..]»

    Το σύστημα είναι μια υλοποίηση ενός παθητικού ραντάρ (οποιοσδήποτε είναι κατ΄ελάχιστον εξοικειωμένος με τεχνικά θέματα αντιλαμβάνεται τι σημαίνει υλοποίηση), σε συνεργασία με ένα ανεξάρτητο σύστημα ELINT (δεν καταλαβαίνω γιατί συγχέονται συνεχώς, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια). Εκτός από την ύπαρξή του και τα βασικά της πορείας της πρότασης, δεν είναι γνωστό κάτι περισσότερο. Εγώ στο κείμενο παρουσίασα απλώς τις (πάρα πολύ βασικές) αρχές λειτουργίας των παθητικών ραντάρ.
    Αν από την εμπειρία σου διαφωνείς με το κατ΄αρχήν εφικτό των παθητικών ραντάρ, δικαίωμά σου, ασφαλώς. Όλος ο τεχνικός κόσμος έχει άλλη άποψη, το ΝΑΤΟ ασχολείται με το πώς μπορούν να παρεμβληθούν (Sensors and Electronics Technology Panel, Τεχνική Ομάδα STO-MP-SET-177 – Passive Radar ECM, EPM and Critical Aspects – δεν είναι διαβαθμισμένο), μείζονες κατασκευαστές προσφέρουν αντίστοιχα συστήματα.
    Αν από την εμπειρία σου ως μηχανικός αξιολογείς τη συγκεκριμένη πρόταση με βάση μια δική μου παρουσίαση των αρχών λειτουργίας και χωρίς την παραμικρή γνώση του φακέλου της πρότασης και της υλοποίησης, εγώ δεν έχω κάποιο σχόλιο.

    «Αλλά από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι και η μελέτη της Αεροπορίας δεν μιλούσε για διαφορετικό σύστημα αλλά για το προταθέν και ότι οι αξιωματικοί της αεροπορίας είχαν τουλάχιστο αξιολογήσει το σύστημα.
    Οπότε αυτό που γράφει το άρθρο, αλλά και ενστερνίζεσαι και εσύ, ότι η μελέτη της αεροπορίας ήταν άσχετη, αν το έγραψε ένας δημοσιογράφος θα το θεωρήσω ότι απλά δεν έκανε έρευνα και λέει αρλούμπες στην ασχετοσύνη του, αλλά αν το είπε κάποιος από την ομάδα Θεσσαλονίκης τότε πρόκειται για αισχρότατο ψέμα.»

    «Η μελέτη της Αεροπορίας μιλούσε για διαφορετικό σύστημα»;!

    Δεν υπήρξε καμία «μελέτη της Αεροπορίας», ούτε το κείμενο αναφέρει πουθενά τίποτα τέτοιο. Υπήρξε μελέτη του Οργανισμού Έρευνας και Τεχνολογίας του ΝΑΤΟ, Τεχνική Ομάδα SET152, για το σύστημα DMPAR – τελείως διαφορετικό πράγμα. Τα συμπεράσματα της μελέτης στα παρέθεσα: Aerospace and Electronic Systems Magazine της ΙΕΕΕ (Ίδρυμα Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών), τόμος 28, τεύχος 9, Σεπτ. 2013, σελ. 37-45). Αντί να κάνεις υποθέσεις, άνοιξέ το και διάβασέ το.

    «αν το έγραψε ένας δημοσιογράφος θα το θεωρήσω ότι απλά δεν έκανε έρευνα και λέει αρλούμπες στην ασχετοσύνη του, αλλά αν το είπε κάποιος από την ομάδα Θεσσαλονίκης τότε πρόκειται για αισχρότατο ψέμα.»

    Πραγματικά απορώ που το διάβασες αυτό. Δεν το «έγραψε δημοσιογράφος», το έδωσε ως επίσημη απάντηση ο Αναπληρωτής Υπουργός Αμύνης στη Βουλή (επερώτηση υπ. Αριθμ. 6763 της 15ης Μαρτίου του 2012). Οι απαντήσεις των Υπουργών στη Βουλή για θέματα κοινοβουλευτικού ελέγχου δίνονται από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες (στην περίπτωσή μας, προφανώς από το ΓΕΕΘΑ ή τη ΓΔΑΕΕ – δε μπορώ να γνωρίζω, πάντως υπηρεσιακά). Ο δημοσιογράφος απλώς το επανέλαβε περιχαρής. Η Ομάδα Θεσσαλονίκης, εξ όσων γνωρίζω, δεν έκανε ποτέ καμία αναφορά στην έκθεση αυτή.

    Ποιος είπε, λοιπόν «αισχρότατο ψέμμα»;…

    Για το ότι οι αξιωματικοί της Αεροπορίας είχαν αξιολογήσει το σύστημα δεν υπάρχει αμφιβολία. Επτά (7) έτη η πρόταση ήταν υπό αξιολόγηση.

    «Από κει και πέρα, προγράμματα ακυρώνονται σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στα τελευταία στάδια ανάπτυξης, για πολλούς λόγους.»

    Επειδή κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε: Δεν υπήρξε καμία ακύρωση προγράμματος, γιατί δεν υπήρξε ποτέ κανένα πρόγραμμα. Υπήρχε υποβολή πρότασης, κατά την Ομάδα Θεσσαλονίκης με σημαντικό βαθμό ωριμότητας (δεν έχω ιδέα αν ισχύει αυτό), η οποία αξιολογούνταν (η πρόταση) επί επτά (7) έτη. Στο τέλος του εβδόμου έτους, οι καταθέσαντες την πρόταση ενημερώθηκαν ότι αυτή απορρίφθηκε. Απλή απορία: τι αξιολογούνταν επί επτά (7) έτη; Αν υποθέσουμε ότι το σύστημα ήταν άχρηστο, μούφα ή απάτη, τι ακριβώς γινόταν επτά (7) χρόνια; Παρεμπιπτόντως, από την ενδιάμεση δραστηριότητα προκύπτει ότι σε καμία φάση το θέμα δεν «αδράνησε». Η ενασχόληση ήταν συνεχής.

    «Πουθενά δεν μπορώ να βρώ κάτι, που να μου εξηγεί ή να με πείθει ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου συστήματος έγινε γιατί κάποιος τα άρπαξε.
    Αν εσένα σου αρκεί για το αντίθετο, η νεοελληνική δικαιολογία “αφού ξέρουμε οτι έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα”, πρόβλημά σου.
    Εμένα μου φάντάζει άλλη μία πατάτα σαν το Άρτεμις30, ένα πρόγραμμα που εάν θα γινόταν, θα το περιφέραμε σαν την άδικη κατάρα από έκθεση σε έκθεση χωρίς να πάρουμε ούτε μία παραγγελία.»

    Ούτε εγώ είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος τα άρπαξε. Ούτε είμαι πεπεισμένος ότι το HEMPAS ήταν κατ΄ανάγκην κάποιο υπερσύστημα. Απορώ πως κάποιος που γνωρίζει ανάγνωση μπορεί να διάβασε το άρθρο και να κατάλαβε αυτό.

    Κάποιο υπέβαλαν στο ΥΕΘΑ μια πρόταση – άγνωστης αξίας. Το ΥΕΘΑ με το που την πήρε, άρχισε να φέρεται αλλοπρόσαλλα. Μετά από επτά (7) έτη… αξιολόγησης, απέρριψε τελικώς την πρόταση με δικαιολογίες που απλούστατα δε στέκουν. Αν αυτά εσένα δε σε κάνουν να κοιτάς απορημένος και να διαπιστώνεις τα αυτονόητα (οι μηχανισμοί του ΥΕΘΑ αδυνατούσαν να διαχειριστούν την αξιολόγηση της πρότασης ή/και κάποιοι, για δικούς τους λόγους, ήθελαν να την κάψουν με κλασικές γραφειοκρατικές μεθόδους), όπως λες κι εσύ «πρόβλημά σου».

    Τελειώνοντας, μια ακόμη φορά για τους καλοθελητές που διαστρέφουν εσκεμμένα τι λέει το κείμενο (ή απλώς δεν μπορούν να καταλάβουν τι διαβάζουν):

    Το κείμενο ΔΕΝ λέει ότι το HEMPAS ήταν κάποιο υπερόπλο. Επί της πραγματικής (υπαρκτής ή ανύπαρκτης) αξίας του HEMPAS, ουδείς πλην των χειριστών της υπόθεσης μπορεί να εκφέρει άποψη. Αυτό που το κείμενο λέει είναι ότι ο χειρισμός της υπόθεσης υπήρξε απαράδεκτος και ακατανόητος, οι τελικές εξηγήσεις που δόθηκαν ήταν εμφανώς παραπειστικές και ανακριβείς, κι αυτό εγείρει σοβαρά ερωτηματικά: είτε για την επάρκεια των μηχανισμών του ΥΕΘΑ, είτε για τα κίνητρα κάποιων εμπλεκομένων.

  24. Ο/Η Stratilatis λέει:

    “Αν αναφέρεσαι στη συγκεκριμένη “Ομάδα Θεσσαλονίκης”, προς πληροφόρησή σου: Ασχέτως διαφόρων θέσεων που κατείχαν, η πρόταση δεν υπήρξε ποτέ “πανεπιστημιακή” δραστηριότητα, και σε περίπτωση έγκρισής της, το όχημα υλοποίησης θα ήταν ιδιωτική εταιρεία, άσχετη με τον χώρο των πανεπιστημίων. Συνεπώς, κατ΄αρχήν εύλογη η δυσπιστία, αλλά άσχετη.”
    Αν είχες παρακολουθήσει το σκάνδαλο με το Ίδρυμα Τεχνολογίας Κρήτης, αλλά είχες και σχέση με την πανεπιστημιακή κοινότητα, θα ήξερες τι σημαίνει έξωπανεπιστημιακή ιδιωτική δραστηριότητα πανεπιστημιακών.
    Σου είπα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι η καλή πίστη, και να θεωρείς τους πάντες αθώους μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου από χειροπιαστά επιχειρήματα, και όχι το αντίστροφο όλοι είναι βρώμικοι μέχρι να αποδείξουν ότι είναι αθώοι.
    “Φυσικά, ο ξυρός του Όκκαμ λέει ότι …………….
    μπορεί συνήθως δια γυμνού οφθαλμού να διακρίνει τι συμβαίνει, έστω και αν προφανώς δε μπορεί “να πάει στον εισαγγελέα”, όπως ζητούσε αλήστου μνήμης πρωθυπουργός.”
    Τι θέλει να πει ο ποιητής; Μήπως δεν εννοεί ότι όλοι που έχουν σχέση με τις προμήθειες πολιτικοί και στρατιωτικοί τα αρπάζουν;
    “Όποιος έχει εμπειρία από γραφειοκρατικούς μηχανισμούς……….”
    Δεν έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα και στον ΕΣ να συνεδριάζει επιτροπή ξανά και ξανά και ποτέ να μην παίρνει απόφαση; Μάλλον σε άλλη χώρα ζω.
    “Σημείο 6ο: Οι προσχηματικές δικαιολογίες”
    Εκ προοιμίου τις θεωρείς άκυρες, γιατί το έκρινες ή γιατί αυτή είναι η γενική εντύπωση;
    “δεν υπάρχει καταγεγραμμένη απαίτηση για την απόκτηση αισθητήρων εντοπισμού στόχων χαμηλού ίχνους”
    “Η δικαιολογία αυτή είναι εξόφθαλμα προσχηματική,……………”
    Δεν είσαι η είμαι επιτελικός για να ξέρουμε τις πραγματικές ανάγκες αλλά κρίνεις, από ποιές άραγες πληροφορίες, ότι υπάρχει απαίτηση.
    “Η παρουσίαση κυμάνθηκε σε πολύ γενικό επίπεδο”
    “Για μία πρόταση η οποία…………”
    Υποθέτω ήσουν μπροστά στην παρουσίαση και γνωρίζεις. Μην ξεχνάς ότι είναι ένα εργαστηριακό πρωτότυπο από πολίτες οπότε ειναι αδύνατο οι κατασκευαστές τους να απαντούν πειστικά σε πολλές ερωτήσεις.
    “Τα ραντάρ αυτής της κατηγορίας είναι ακριβά”
    “Το αποκορύφωμα της προσχηματικής απάντησης…………..”
    Δεν έχεις οικονομοτεχνική μελέτη, ούτε cost/benefit analysis, αλλά είσαι σίγουρος ότι είναι λάθος. Η τιμή είναι ανάλογη των μονάδων που θα αγοράσεις, στις 30 χονδρικά που πιθανόν να αγοράσει η Ελλάδα μπορεί να βγαίνει η ίδια τιμή με συστήματα που υπολογίζεται ότι θα πουλήσουν 1000 κομμάτια;;;
    “Τα ραντάρ της τεχνολογίας αυτής δεν είναι αξιόπιστα”
    “Με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία (EADS)…….”
    Ποιά ακριβώς συστήματα έχουν επιχειρησιακά οι ΕΔ των παραπάνω χωρών;
    Ξέρεις τις προδιαγραφές κάθε υπό ανάπτυξη συστήματος, τις επιχειρησιακές δοκιμές των ήδη ανεπτυγμένων και κρίνεις ότι η παραπάνω πρόταση είναι λάθος; Ξέρεις γιατί οι Ρώσοι δεν χρησιμοποιούν το ανεπτυγμένο τους σύστημα, τι ελλείψεις και τι προβλήματα βρήκαν; Εγώ όχι γι’αυτό δεν μπορώ να την αμφισβητήσω.
    Και το κερασάκι στην τούρτα
    “Προκειμένου, λοιπόν, ο υπουργός να πείσει ότι τα παθητικά ραντάρ έχουν ανάπτυξη “εξαιρετικά χρονοβόρα και δαπανηρή”, και με “αποτελέσματα αμφίβολα”, ………..
    Ενώ, δηλαδή, στη Βουλή συζητείται η πρόταση για την ανάπτυξη ενός δικτύου παθητικών ραντάρ, ο αγορητής (υπουργός αμύνης) επικαλείται μελέτη που αφορά… άλλη κατηγορία ραντάρ, δηλαδή αυτόνομων (και όχι δικτυακών) παθητικών ραντάρ (και όχι συστημάτων που συνδυάζουν τέσσερα είδη ραντάρ). Πρόκειται για εξωφρενική απόπειρα παραπλάνησης που προφανώς υπολόγιζε στην τεχνική άγνοια αυτών που έθεσαν το ερώτημα. …………….”
    Αυτό δείχνει την άγνοια του συγγραφέα του άρθρου γιατί το σύστημα που περιγράφεται στην μελέτη είναι το ίδιο με το HEMPAS. Επειδή δεν θέλω να πιστέψω ότι ο αρθρογράφος το γράφει αυτό παίζοντας με τις λέξεις με δόλο οπότε είναι ψεύτης (σύστημα ραντάρ δεν σημαίνει ένα μόνο δέκτη ή ένα μόνο πομπό) , αρκούμαι στο να πιστέψω οτι είναι άσχετος.
    Δεν διαφωνώ ότι το HEMPAS ειναι ένα προϊόν που έχει πολλές δυνατότητες και ίσως να έχει πολλές εφαρμογές. Αλλά δεν μπορώ να διαφωνήσω με τη ΠΑ οτι ως πελάτης κρίνει ότι δεν το χρειάζεται.
    Από κει και πέρα οι πράξεις τόσο της ομάδας των ερευνητών, όσο και τα γραφόμενα του ειδικού τύπου, του αρθρογράφου κλπ είναι εθνικά επιζήμιες και δεν τις περιμένεις από ανθρώπους που έχουν κάποιο μυαλό στο κεφάλι τους και δηλώνουν ότι έχουν κάποιο πατριωτισμό και φιλοπατρίας.
    Για να καταλάβεις πόσο επιζήμιο είναι για την πατρίδα, να δημιουργείς την εντύπωση ότι όλοι τα αρπάζουνε χωρίς να έχεις στοιχεία παρά μόνο με υπόνοιες και θέσεις που αγγίζουν το σημείο της προπαγάνδας θα σου πώ μιά προσωπική ιστορία που πλέον είναι αδιαβάθμητη.
    Πριν κάποια χρόνια δούλευα σε ένα ερευνητικό κέντρο του εξωτερικού που δημιουργούσαμε έναν ηλεκτρικό θώρακα αρμάτων. Κρυφά από τον εργοδότη μου, χρησιμοποιούσα το εργαστήριο τις νύχτες (είχα να κοιμηθώ πάνω από τρείς ώρες επί τέσσερα χρόνια), για να αναπτύξω τον θώρακα δεύτερης γενεάς ( θωράκιση βάρους όσο ένα ΤΟΜΠ που μπορούσε να σταματήσει APFDS 120mm) . Δεν ήθελα να το δώσω στον εργοδότη μου, του έφτανε αυτό που αναπτύσσαμε, γιατί ήθελα αυτό να το έχει η πατρίδα μου. Όταν ήρθα Ελλάδα, όλοι οι γνωστοί και φίλοι, πολλοί στελέχη που τους ρωτούσα για να δώ αν πραγματικά θα ήταν χρήσιμο ένα τέτοιο προϊόν, μου είπαν μην είσαι μα……. που θα το δώσεις εδώ. Εδώ είναι Ελλάδα, όλοι τα αρπάζουν και θα το θάψουν. Δώστο στο εξωτερικό να βγάλεις κανά φράγκο και χεστούς τους εδώ.
    Το αποτέλεσμα δεν το έδωσα ποτέ, και μένει στο συρτάρι μου, όπως και πολλές άλλες περιπτώσεις συναδέλφων που γνωρίζω και έχουν και αυτοί τα πραγματικά “εξωτικά” όπλα στο συρτάρι τους. Ο λόγος που μένουν στο συρτάρι, είναι ότι είναι τόσο “εξωτικά” όπλα που όλοι πιστεύουμε ότι αν δεν τα έχει η πατρίδα μας δεν πρέπει να τα έχει κανένας άλλος. Αλλά φοβόμαστε να τα δώσουμε για αξιολόγηση γιατί φοβόμαστε ότι θα μας τα θάψουν και θα αποκτήσουν πρόσβαση άνθρωποι που δεν πρέπει. Κατάλαβες τι ακριβώς καταφέρνεις εσυ και οι υπόλοιποι με τέτοιες αναρτήσεις;
    Καλημέρα και δεν έχω να γράψω κάτι άλλο για το παρόν θέμα.

  25. Ο/Η Yiannis_1 λέει:

    Συμφωνούν, νομίζω, όλοι οι προλαλίσαντες σχολιαστές ότι αντιμετώπιση της πρότασης του HEMPAS από τις ΕΔ, ίσως να ήταν αυτή που που έπρεπε ή αυτή που του άξιζε. Ανεξάρτητα από την πραγματική αξία του συστήματος την οποία δεν γνωρίζουμε.
    Όμως, με την σημερινή οργάνωση των φορέων που είναι αρμόδιοι για την αξιολόγηση τέτοιων προτάσεων (ΓΔΑΕΕ, Επιτελεία) δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο.
    Παρακτικά, πρόκειται για μεμονωμένα γραφεία στελεχωμένα με ελάχιστους αξιωματικούς ή/και πολιτικό προσωπικό, τα οποία καλούνται να αξιολογίσουν προτάσεις σε κάθε επιστημονικό πεδίο (ηλεκτρονικά, μηχανική, καύσιμα , αντοχή υλικών κλπ). Προφανώς, δεν μπορούν πρακτικά να έχουν τη δυνατότητα&γνώση να κάνουν εξαντλητική και σε βάθος ανάλυση και μελέτη της κάθε πρότασης.
    Η κατά περίπτωση (part time) ενίσχυσή τους από στελέχη άλλων υπηρεσιών υπό την μορφή επιτροπής (στην περίπτωση που τύχει να υπάρχουν κάποια που κατέχουν την πολύ εξειδικευμένη γνώση που απαιτείται), αποτελεί απλά ημίμετρο και λύση ανάγκης που ίσως να αποδώσει και ίσως όχι.
    Η λύση θα ήταν η πλήρης στελέχωση μίας ειδικής υπηρεσίας που θα είχε δεκάδες ειδικούς, σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα ενδιαφέροντος, η οποία θα ήταν επιφορτισμένη με την αξιολογηση τέτοιων προτάσεων. Προφανώς όμως, για να έχει νόημα μία τέτοια επένδυση τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε οικονομικούς πόρους θα πρέπει να έχει εξασφαλισμένο φόρτο εργασίας για να δικαιολογεί την ύπαρξή της. Δηλ. θα πρέπει να υπάρχει ανεπτυγμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία η οποία θα υποβάλει συνεχώς προτάσεις προς αξιολόγηση και χρηματοδότηση, το οποίο προφανώς και δεν συμβαίνει.
    Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος (της αξιολόγησης) αλλά και της παροχής πολύ εξειδικευμένης γνώσης , οι ΕΔ άλλων χωρών (όπως π.χ. και των ΗΠΑ) προσφεύγουν στην ιδιωτική πρωτοβουλία και συγκεκριμένα σε ειδικές εταιρίες συμβούλων τεχνολογίας, οι οποίες απασχολούν κορυφαίους επιστήμονες κάθε τομέα (αλλά και πολύπειρους και εξειδικευμένους απόστρατους). Αυτές οι εταιρίες εξετάζουν τους φακέλους των προτάσεων και υποβάλουν τεκμηριωμένες μελέτες αξιολόγησης (με κόστος ανάλογο της πολυπλοκότητας του αντικειμένου), ακόμα και αυτό είναι ακρως απόρρητο. Τέτοιες εταιρίες (που να έχουν και την απαιτούμενη διαβάθμιση ασφαλείας) δεν νομίζω ότι υπάρχουν στην Ελλάδα.
    Καταλήγοντας λοιπόν, πιστεύω ότι η πιθανή ‘ανεπάρκεια’ της αξιολόγησης δεν ήταν αποτέλεσμα ούτε διαφθοράς, ούτε αμέλειας , ούτε αδιαφορίας από την πλευρά των ΕΔ, τα στελέχη των οποίων έπραξαν ότι ήταν δυνατον με τα μέσα που τους παρείχε η υπηρεσία τους. Απλά οι υπάρχουσες δομές και οργάνωση δεν μπορούν να υποστηρίξουν μία πλήρη και ενδελεχή αξιολόγηση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου συστήματος το οποίο έχει υψηλό ρίσκο υλοποίησης και ύψηλό κόστος.
    Αν θα πρέπει να δημιουργηθούν οι δομές που θα επιτρέπουν την σύντομη (εντός μηνών) και τεχνικά άρτια&ενδελεχή αξιολογήση προγραμμάτων τέτοιου μεγέθους (όπως το HEMPAS), νομίζω ότι θα πρέπει να εξαρτηθεί από την μελλοντική ανάπτυξη ή μη αξιόλογης αμυντικής βιομηχανίας στη χώρα μας.

  26. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @stratilatis

    Προφανώς δεν έχω το χρόνο ή την ενέργεια να απαντήσω σε όλα αυτά τα σχόλια. Για να είμαι ειλικρινής, αν έλεγες εξ αρχής ότι έχεις «εξωτικά» όπλα στο συρτάρι σου, θα με είχες απαλλάξει από τη δοκιμασία.

    Επειδή, όμως, κάπου αναφέρεις ότι:

    «Αυτό δείχνει την άγνοια του συγγραφέα του άρθρου γιατί το σύστημα που περιγράφεται στην μελέτη είναι το ίδιο με το HEMPAS. Επειδή δεν θέλω να πιστέψω ότι ο αρθρογράφος το γράφει αυτό παίζοντας με τις λέξεις με δόλο οπότε είναι ψεύτης (σύστημα ραντάρ δεν σημαίνει ένα μόνο δέκτη ή ένα μόνο πομπό) , αρκούμαι στο να πιστέψω οτι είναι άσχετος.»

    Ο «αρθρογράφος» που «είτε είναι ψεύτης είτε είναι άσχετος» είμαι εγώ. Παρέπεμψα στο αδιαβάθμητο άρθρο της ΙΕΕΕ, με πλήρη στοιχεία, που προφανώς δεν έχεις διαβάσει – γιατί για να το διάβασες και να μην κατάλαβες δεν υπάρχει περίπτωση.

    Αν επανέλθεις με αυτή τη χοντράδα, απλώς θα αναδημοσιεύσω το άρθρο (έστω και παράτυπα από πλευράς copyright , μιας και ανήκει σε συνδρομητικό περιοδικό της IEEE) για να γελάσει ο κάθε πικραμένος. Και φυσικά, δε θα ξανασχολιάσεις στο ιστολόγιο αυτό. Η δαπάνη χρόνου και χώρου είναι ανεκτή. Η κακοήθεια όχι.

  27. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @ Yiannis_1

    Η πρώτη σου περίοδος του σχολίου σου είναι κάπως ανακόλουθη. Μήπως έχει παραληφθεί κάποια λέξη;

  28. Ο/Η Yiannis_1 λέει:

    Επαναδιατύπωση:
    “Ανεξάρτητα από την πραγματική αξία του συστήματος HEMPAS (μικρή ή μεγάλη), την οποία δεν γνωρίζουμε ώστε να σχολιάσουμε, νομίζω ότι οι ανωτέρω σχολιαστές συμφωνούν ότι ο χειρισμός της αξιολόγησής του από τις ΕΔ υπήρξε ανεπαρκής.
    Όμως, με την σημερινή …. “

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s