Η Στρατηγική Σημασία της Αμυντικής Βιομηχανίας – Μέρος 2ο


First_Radar_SCR-268

Σε προηγούμενο σημείωμα αναλύθηκε μία βασική παρεξήγηση σχετικά με τον ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας στη στρατιωτική ισχύ μιας χώρας και μάλιστα μικρής, όπως η Ελλάς. Συγκεκριμένα, εξηγήθηκε ότι στόχος της βιομηχανικής πολιτικής της χώρας στον αμυντικό τομέα δε μπορεί να είναι η ουτοπική επιδίωξη της «εξοπλιστικής αυτονομίας». Μία τέτοια επιδίωξη είναι εκτός πραγματικότητας, ενώ η «μερική» μόνον επίτευξή της στερείται πολιτικού νοήματος. Αυτό δε σημαίνει ότι η αμυντική βιομηχανία δεν έχει ρόλο στη στρατιωτική ισχύ. Αντιθέτως, η αμυντική βιομηχανία αποτελεί έναν κρίσιμο πυλώνα της εθνικής αμυντικής ισχύος, με διαφορετικό, όμως, ρόλο.

Το πρώτο βασικό δεδομένο που εξ αρχής καθορίζει την ακολουθητέα πολιτική αμυντικής βιομηχανική της χώρας είναι η περιορισμένη βιομηχανική και τεχνολογική βάση της, όχι μόνον ως μέρους της συνολικής εθνικής βιομηχανικής ικανότητας ή σε σύγκριση με αυτήν άλλων χωρών, αλλά εν σχέσει με τις κλίμακες των αμυντικών προγραμμάτων. Το βιομηχανικό δυναμικό της χώρας παραμένει αναλογικά περιορισμένο ακόμη και με την εντονότερη δυνατή υπερένταση της βιομηχανικής προσπάθειας για το προβλέψιμο μέλλον, πολύ περισσότερο που υπό τις παρούσες συνθήκες, μία τέτοια υπερένταση δε φαίνεται πολύ πιθανή.

Υπό το φως του δεδομένου αυτού, η όποια βιομηχανική πολιτική θα πρέπει να κάνει στρατηγικές επιλογές. Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανική προσπάθεια θα πρέπει να επιλέξει συγκεκριμένους, αυστηρά επιλεγμένους και οριοθετημένους  τομείς δραστηριοποίησης, και σε αυτούς να επενδύσει εντατικά. Τα κριτήρια μιας τέτοιας επιλογής είναι αρκετά, και στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε με τα τρία πλέον σημαντικά. Όμως η κεντρική ιδέα είναι ότι η όποια προσπάθεια βιομηχανικής πολιτικής θα πρέπει να εστιαστεί σε τομείς που η ελληνική βιομηχανία μπορεί να αναπτύξει και οι οποίοι θα έχουν σημαντική, στρατηγικά αισθητή επιρροή στην ισχύ της χώρας. Εν προκειμένω το κρίσιμο στοιχείο είναι να εγκαταλειφθεί η αφελής νοοτροπία της «ομοιόμορφης» και ασθενικής προσπάθειας σε κάθε πιθανό τομέα που σχετίζεται με αμυντικές προμήθειες και να εντοπιστούν οι τομείς στους οποίους θα στραφεί κατά τρόπο αποφασιστικό όλη η βιομηχανική προσπάθεια.

Γιατί είναι απαραίτητες οι επιλογές; Ο λόγος είναι οργανωτικός.

Το βιομηχανικό και οργανωτικό πλαίσιο της πολεμικής βιομηχανίας

Ο βασικός λόγος για την ανάγκη συγκεκριμένων στρατηγικών επιλογών σχετικά με τους τομείς εξοπλισμού είναι η κλίμακα του απαραίτητου τεχνικού και βιομηχανικού υποβάθρου για την ανταγωνιστική ανάπτυξη οποιασδήποτε περιοχής τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων.

Ό,τι από πλευράς χρήστη εμφανίζεται ως οπλικό ή ευρύτερα στρατιωτικό σύστημα, συνήθως είναι ένα ενοποιημένο σύστημα από πολύπλοκα υποσυστήματα. Η περαιτέρω ανάλυση σε υποσυστήματα μπορεί να συνεχιστεί μέχρι που κανείς να φτάσει σε θεμελιώδη «πρωταρχικά» υποσυστήματα που αποτελούν το αντικείμενο μιας σαφώς προσδιορισμένης περιοχής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, όπως ενδεικτικά, η μικροηλεκτρονική (κι αυτή πολύ ευρύς όρος), ή η μεταλλουργία χάλυβα, ή η επεξεργασία ψηφιακού σήματος. Αυτές οι περιοχές τεχνολογίας και τεχνογνωσίας από την πλευρά τους έχουν ένα βαθύ υπόβαθρο α) βασικής επιστημονικής γνώσης, β) βασικής έρευνας και γ) εφαρμοσμένης έρευνας τα οποία θα πρέπει να έχει κατακτήσει όποιος θέλει να παραγάγει τα σχετικά υποσυστήματα – κυρίως αν θέλει να το κάνει ανταγωνιστικά και σε κάποιο βάθος χρόνου και όχι συγκυριακά. Το εύρος αυτό των προαπαιτουμένων σημαίνει ότι όποιος έχει περιορισμένους πόρους (κάθε είδους: χρηματικούς, παραγωγικούς, ανθρωπίνου δυναμικού) θα πρέπει να εστιάσει σε συγκεκριμένα συστήματα (ή ακόμη και υποσυστήματα) προκειμένου να έχει προοπτικές ανταγωνιστικές – όχι απλώς οικονομικές αλλά κυρίως επιδόσεων.

Επιπλέον, η ανάπτυξη ανταγωνιστικής τεχνογνωσίας δεν είναι μόνον, ούτε καν κυρίως, θέμα του «ταλέντου» των μηχανισμών που τις παράγουν. Είναι εξ ίσου ή περισσότερο θέμα εμπειρίας και θεσμικής μνήμης των μηχανισμών αυτών, εξαρτάται δηλαδή από το πόσες φορές έχουν επαναληπτικά εμπλακεί στη διαδικασία του να αναπτύξουν προϊόντα κάθε φορά και καλύτερα, στηριζόμενα στην προηγούμενη εμπειρία. Είναι πρακτικά αδύνατο να επιχειρήσει κανείς για πρώτη φορά να αναπτύξει ένα οποιοδήποτε σύστημα και με την πρώτη απόπειρα να έχει αποτέλεσμα εφάμιλλο αυτού που έχει κάποιος με διαδοχικές προσπάθειες δεκαετιών – αλλά αν κανείς δεν προσπαθήσει για πρώτη φορά, δε θα βελτιωθεί ποτέ. Επιπλέον, αν η πολύτιμη εμπειρία αφεθεί σε αδράνεια για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και «ξοδευτεί», τότε ταυτόχρονα εκλείπει και η όποια τεχνογνωσία αποκτήθηκε. Μία σχεδιαστική ομάδα που σχεδιάζει και αναπτύσσει έναν τύπο πλοίου, θα πρέπει πολύ σύντομα να σχεδιάσει έναν επόμενο τύπο πλοίου όπου θα ενσωματώσει την προηγούμενη εμπειρία της και θα την καλλιεργήσει περαιτέρω. Μια σχεδιαστική ομάδα που δε θα αναπτύξει τίποτα για μία δεκαετία, ή που θα… διαλυθεί μετά από μία σχεδιαστική προσπάθεια, σημαίνει επιστροφή στο μηδέν. Θα πρέπει ίσως κανείς να έχει άμεσες παραστάσεις από τη διαδικασία ανάπτυξης ενός προϊόντος, την εντατική διαδικασία συνεχούς επιλύσεως απρόβλεπτων προβλημάτων και λανθασμένων εκτιμήσεων από την αρχική θεωρητική σύλληψη στο λειτουργικό και ανταγωνιστικό πρωτότυπο, για να κατανοήσει τον μηχανισμό ανάπτυξης τεχνογνωσίας.  Συνεπώς – μιλώντας πολύ σχηματικά – θα πρέπει κανείς να συγκροτεί σχεδιαστικές ομάδες που θα γνωρίζει ότι θα μπορεί να απασχολεί σε βάθος χρόνου με συνεχείς και συναφείς παραγγελίες. Το Εθνικό Σύστημα Ανάπτυξης Καινοτομίας είναι βέβαια αρκετά πιο πολύπλοκο, όμως ό,τι προηγήθηκε αποτελεί μια σχηματική έκθεσή του.

Τα κριτήρια επιλογής

Αν, λοιπόν, για λόγους διαθεσίμων πόρων και απαιτήσεων σε επένδυση προκειμένου να είναι ανταγωνιστική η προσπάθεια σε συγκεκριμένους τεχνολογικούς τομείς, απαιτούνται αυστηρές επιλογές στην προσπάθεια για ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας, το επόμενο αναλυτικό ζήτημα είναι: με ποια κριτήρια πρέπει να επιλέξει τις αντίστοιχες περιοχές ένα κράτος;

Το πρώτο κριτήριο: ο ρυθμός εξέλιξης της τεχνολογικής περιοχής

Καθ΄όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η τεχνολογία παίζει κεντρικό ρόλο στη στρατιωτική ισχύ. Όμως, σε κάθε ιστορική περίοδο είναι συγκεκριμένες τεχνολογίες που προσδίδουν κρίσιμο πλεονέκτημα στην πλευρά που τις διαθέτει ή υπερέχει σε αυτές: είναι οι πιο πρόσφατες, οι πιο «σύγχρονες» τεχνολογίες, οι αναδυόμενες σε κάθε εποχή ή πάντως οι πλέον ταχέως εξελισσόμενες. Πρόκειται για τις τεχνολογίες που βρίσκονται συνήθως σε σχετικά πρώιμη φάση ωρίμανσης και απόδοσης στην περίοδο αυτή, οι οποίες εξελίσσονται με ταχείς ρυθμούς και που αποδίδουν συνεχώς σημαντικά ποιοτικά άλματα στην πλευρά που επενδύει σε αυτές ή που κατορθώνει να κυριαρχήσει σε αυτές.

Στις «ώριμες τεχνολογίες» η διασπορά είναι τέτοια που είναι εύκολο να προμηθευτεί κανείς τα αντίστοιχα συστήματα από έναν σχετικά μεγάλο αριθμό χωρών, χωρίς ο τύπος του υλικού που θα προμηθευτεί να έχει ουσιώδεις διαφορές ή να απέχει σημαντικά από τα αντίστοιχα υποδείγματα εξοπλισμού άλλων προμηθευτών. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα συστήματα που κυκλοφορούν είναι απολύτως ισοδύναμα, σημαίνει όμως ότι οι διαφορές δεν είναι τόσο ουσιαστικές ώστε από αυτές να μπορεί να προκύψει ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα. Αντιθέτως, σε τεχνολογίες που εξελίσσονται ταχέως, οι πρόοδοι αποδίδουν συστήματα με σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των προηγουμένων και όποιος υπερέχει σε αυτά, ή έχει πρόσβαση στις προηγμένες εκδοχές τους, αποκτά ανάλογα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα.

Επισημαίνεται ότι αυτό δε σημαίνει πως σε κάθε περίοδο οι τεχνολογίες του παρελθόντος είναι «ξεπερασμένες» ή αδιάφορες. Εξακολουθούν να έχουν τη σημασία τους, όπως επίσης εξακολουθούν να εξελίσσονται, με πολύ αργότερο όμως ρυθμό. Το  αποτέλεσμα είναι να μη μπορεί να περιμένει κανείς αποφασιστικά πλεονεκτήματα από τις τεχνολογίες αυτές, ακόμη κι αν κάνει τις μεγαλύτερες δυνατές επενδύσεις σε αυτές, ενώ το επίπεδο της διαθέσιμης τεχνολογίας τείνει να ομογενοποιείται διεθνώς. Έτσι, παραδείγματος χάριν, είναι μάλλον απίθανο για σύγχρονους αντιπάλους κάποιας οικονομικής, τεχνολογικής και παραγωγικής ισοδυναμίας, να αναμένουν σημαντικό πλεονέκτημα από ένα «καλύτερο» άρμα μάχης έναντι αυτού που έχει ο αντίπαλος. Η τεχνολογία των αρμάτων είναι για τις βιομηχανικές χώρες μάλλον συγκρίσιμη, και κανένα από τα καινούργια άρματα μάχης δεν υστερεί δραματικά έναντι των αντιπάλων του. Ακόμη και στο παράδειγμα του συστήματος αυτού, είναι χαρακτηριστικό ότι η αξία του άρματος και η υπεροχή ή η υστέρηση του ενός έναντι του άλλου δεν προέρχεται ομοιόμορφα από όλα τα υποσυστήματα, αλλά πηγάζει κυρίως από συγκεκριμένα υποσυστήματα. Έτσι, παραδείγματος χάριν, είναι σχετικά μικρό το πλεονέκτημα που μπορεί να αντλεί ακόμη και το καλύτερο άρμα από την ποιότητα της θωρακίσεώς του, μιας και η μεταλλουργία είναι μία ώριμη περιοχή, σε αντίθεση, πχ, με τα ηλεκτροοπτικά συστήματα, όπου οι διαφορές ανάμεσα σε ανταγωνιστικά άρματα μπορεί κάλλιστα να είναι αποφασιστικές.

Το δεύτερο κριτήριο: Η σημασία της ίδιας πρόσβασης στην ίδια την τεχνογνωσία

Η τεχνογνωσία και η δυνατότητα παραγωγής ενός συστήματος θεωρητικά απλώς εξασφαλίζουν στις ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας την πρόσβαση στην απόκτηση και χρήση του συστήματος καθώς και προνομιακή δυνατότητα συντηρήσεώς του. Από την απόκτηση και μετά, ο κάτοχος του συστήματος είναι απλώς «χρήστης» του συστήματος και εκμεταλλεύεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις (δεδομένες) επιχειρησιακές δυνατότητες του συστήματος – μέχρις ότου μια επόμενη «βιομηχανική» αναβάθμιση επεκτείνει τις δυνατότητες αυτές. Έτσι, παραδείγματος χάριν, όταν κανείς αποκτά ένα πυροβόλο, αυτό έχει δεδομένα τεχνικά χαρακτηριστικά και επιχειρησιακές δυνατότητες που μόνον μια μείζων (και μάλλον σπάνια) αναβάθμιση μεταβάλλει. Οι επιχειρησιακές δυνατότητες του πυροβόλου είναι δεδομένες και ο χρήστης του καλείται να τις αφομοιώσει και να τις εκμεταλλευτεί αυστηρά σε επίπεδο τακτικής.

Υπάρχουν όμως κατηγορίες συστημάτων στις οποίες η πρόσβαση στην τεχνογνωσία κατασκευής τους είναι σημαντική επιχειρησιακά, και η σημασία αυτή προκύπτει με δύο διαφορετικούς μηχανισμούς:

  • αφ΄ενός, η πρόσβαση στην τεχνογνωσία κατασκευής παρέχει τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης του επιχειρησιακού χρήστη (ή, έστω, της χώρας) στις ίδιες τις δυνατότητες του συστήματος, κι αυτό μπορεί να γίνεται σε συνεχή βάση – πέραν των σπάνιων, μειζόνων «εκσυγχρονισμών»
  • αφ΄ετέρου η πρόσβαση στην τεχνολογία κατασκευής μπορεί να παράσχει σημαντικά επιχειρησιακά πλεονεκτήματα με δύο τρόπους: με την κατανόηση των αδυναμιών των αντιστοίχων συστημάτων των αντιπάλων και την επιχειρησιακή τους εκμετάλλευση, και με την τροποποίηση των ιδίων συστημάτων κατά τρόπο που ο αντίπαλος αγνοεί και δεν αναμένει.

Είναι προφανές ότι η επένδυση σε αυτές τις περιοχές συστημάτων και τεχνολογιών παρέχει κατά πολύ μεγαλύτερο επιχειρησιακό – και άρα στρατηγικό – πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων.

Το τρίτο κριτήριο: το εύρος χρήσης της τεχνολογίας

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ένα σύστημα αποτελείται στην πραγματικότητα από ένα σύνολο ετερογενών υποσυστημάτων τελείως διαφορετικής μεταξύ τους τεχνολογίας. Έτσι, είναι στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστικό να σχεδιάζεται η βιομηχανική πολιτική, ειδικά σε πρώιμες φάσεις ανάπτυξής της όπως η ελληνική, με γνώμονα τα «υποσυστήματα» και όχι τόσο τα «συστήματα». Με αυτό ως δεδομένο, υπάρχουν «υποσυστήματα» ή περιοχές τεχνολογίας που η χρήση τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη σε εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους συστήματα έναντι άλλων υποσυστημάτων. Έτσι, σχηματικά μιλώντας, η ναυπηγική τεχνολογία απαιτεί τον – σχετικά αραιό χρονικά – σχεδιασμό μιας νέας κλάσεως πλοίων, ενώ η ψηφιακή επεξεργασία σήματος έχει εφαρμογή σε δεκάδες διαφορετικών υποσυστημάτων ετερογενών συστημάτων. Με δεδομένο ότι, παρά τη συνεχή επίκληση του «εξαγωγικού προσανατολισμού» της πολεμικής βιομηχανίας, η βάση της (για όλες τις χώρες) παραμένει πάντοτε η εγχώρια ζήτηση, είναι προφανές ότι τεχνολογίες και (υπο)συστήματα που αποκτώνται σε αραιά χρονικά διαστήματα από τις Ελληνικές (κι εν γένει της εθνικές) Ένοπλες Δυνάμεις δε μπορεί να τροφοδοτήσουν την ανάγκη συνεχούς παραγωγής και πώλησης που είναι απαραίτητη για μια πολεμική βιομηχανία (οποιουδήποτε ιδιοκτησιακού καθεστώτος) για να επιβιώσει. Αντιθέτως, υπάρχουν τεχνολογίες και συστήματα (ή υποσυστήματα) που – τα ίδια ή σε παραλλαγές τους – έχουν ευρεία χρήση στις ΕΔ, καθώς παραλλαγές τους (τεχνολογικά ομοειδείς) επανέρχονται σε πολύ ευρύ φάσμα συστημάτων. Έτσι, παραδείγματος χάριν (και μόνον) η τεχνολογία ψηφιακής επεξεργασίας σήματος ή όρασης υπολογιστών, έχουν εφαρμογές σε πολλά, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους συστήματα και υποσυστήματα.

Και για να το πούμε απλά: ο εντοπισμός των περιοχών τεχνολογιών και των κατηγοριών υποσυστημάτων στα οποία θα πρέπει να στραφεί και να επενδύσει η εθνική βιομηχανική πολιτική επειδή συνδυάζουν τη δυνατότητα ευρείας εφαρμογής και παραγωγικής απορρόφησης σε συνδυασμό με τη δυνατότητα της εγχώριας τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης (έστω και μετά από περαιτέρω επένδυση σε αυτήν) να αναπτύξει ανταγωνιστικά, είναι ένα από τα λεπτά και κρίσιμα στρατηγικά ζητούμενα μιας βιομηχανικής πολιτικής. Και το ζητούμενο αυτό δεν είναι ΟΥΤΕ πολιτικό, ΟΥΤΕ στενά «υπηρεσιακό»: είναι από τα ζητούμενα αυτά που δοκιμάζουν τις πανταχόθεν διακηρυσσόμενες (αλλά αόρατες μέχρι σήμερα) «μεγάλες δυνατότητες» της πολεμικής (και όχι μόνον, άλλωστε) βιομηχανίας. Η ικανότητα μίας χώρας σε μεγάλα οργανωτικά εγχειρήματα κρίνεται πρωτίστως σε τέτοιες κρίσιμες και λεπτές στρατηγικές επιλογές, κι εκεί κατ΄εξοχήν κρίνεται η η τεχνολογική επάρκεια και η τεχνολογική οξυδέρκεια του τεχνικού κόσμου της χώρας, και όχι σε θεωρητικά αλλά ανύπαρκτα τεχνικά επιτεύγματα.

Η πρόταση

Αν τα παραπάνω τρία κριτήρια γίνονται δεκτά, το ερώτημα είναι: σε ποιες τεχνολογικές περιοχές καθώς και σε ποιες περιοχές συστημάτων κατευθύνουν;

Αν και η απάντηση σε ένα τέτοιο στρατηγικό ερώτημα δεν είναι απλή, η απάντηση του γράφοντος είναι η εξής, και κατά σειρά προτεραιότητας:

  1. Τηλεπικοινωνιακά Συστήματα
  2. Αισθητήρες
  3. Ανεπάνδρωτα αεροσκάφη
  4. Συστήματα καθοδηγήσεως σιδηρών πυρομαχικών
  5. Ανεπάνδρωτα θαλάσσια σκάφη

H τεκμηρίωση των επιλογών αυτών θα γίνει σε επόμενο σημείωμα.

8 Responses to Η Στρατηγική Σημασία της Αμυντικής Βιομηχανίας – Μέρος 2ο

  1. Ο/Η ΑΧΕΡΩΝ λέει:

    « και όχι σε θεωρητικά αλλά ανύπαρκτα τεχνικά επιτεύγματα.»
    …HEMPAS;

  2. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Όχι.

    Όταν έχουμε το Artemis-30 και τόσα άλλα, τι χρείαν έχουμε του HEMPASS?

  3. Ο/Η ΑΧΕΡΩΝ λέει:

    @Βελισάριος
    Ἀνακουφίστηκα.
    Το HEMPASS ἦταν το μόνο που ἐπί της οὐσίας διεκδικοῦσε τον τίτλο του ἐπιτεύγματος,γι᾿αὐτό και ὁ συνειρμός.

  4. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    Αγαπητέ Αχέρων,

    Για το HEMPASS απλώς δεν ξέρουμε. Και δεν είναι κρίσιμο. Από το HEMPASS απλώς διαπιστώσαμε την αμηχανία και την αδυναμία του συστήματος να αντιμετωπίσει οτιδήποτε. Το HEMPASS μπορεί να ήταν θαύμα ή φόλα (και το ρεαλιστικότερο: κάπου ενδιάμεσα). ΔΕΝ είναι το HEMPASS το θέμα. Η βιομηχανική πολιτική δεν κρίνεται από τους walk-ins.

  5. Πολύ καλό άρθρο Βελισάριε, σε αυτά περίπου τα συμπεράσματα είχα καταλήξει και εγώ, τελείως εμπειρικά ωστόσο. Μια και (ξανα)πιάσατε το HEMPASS, να σας πληροφορήσω ότι οι κελεμπίες στα ΗΑΕ (νομίζω) εργάζονται σοβαρά πάνω σε αυτό για να το φέρουν στα μέτρα τους. Από ελληνικής πλευράς υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον (για πολλοστή φορά) αλλά δεν υπάρχει μία, οπότε…
    ΥΓ1. Εκτός θέματος αλλά ο χρόνος με πιέζει. Ο Μπαλτάς εστίασε στο Διαφωτισμό και καλά έπραξε. Αν οι αρχές του Ελληνικού Διαφωτισμού (που εκκινεί από τον Ευρωπαϊκό αλλά εστιάζει σε διαφορετικά ζητήματα – λιγότερο κοινωνικά, περισσότερο εθνικά και γλωσσικά) είχαν υιοθετηθεί, πολλά πράγματα θα ήταν αλλιώς, μπορεί και σήμερα ακόμη. Αλλά πρόκριτοι και οπλαρχηγοί, με το πρόσχημα ότι η Ιερή Συμμαχία θα έβλεπε την Ελληνική επανάσταση ως κοινωνική (κάτι σαν την Ισπανική του 1820 λχ) και όχι εθνική, μετέτρεψαν το κράτος που προέκυψε σε αντίγραφο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως τους βόλευε δηλαδή. Μεγάλο, χαμένο στοίχημα ο Διαφωτισμός και με σημαντική απήχηση – σε εκλαϊκευμένη μορφή – στον υπόδουλο πληθυσμό, και όχι μόνο ελληνόφωνο.
    ΥΓ2. Έβγαλαν σπυριά κάμποσοι στα σχολεία με το κείμενο Μπαλτά.»Δεν αναφέρει τη λέξη έθνος παρά μόνο μια φορά» φώναζαν. Από δίπλα και κάμποσοι ταλιμπανοπαπαδόπληκτοι. Οι ίδιοι που βγάλαν τα λεφτά τους από τις τράπεζες μόλις εκλέχτηκε η νυν κυβέρνηση. Για να βοηθήσουν το έθνος, προφανώς. Κρίμα που δεν μπορώ να κάτσω να γράψω σοβαρά για τον Διαφωτισμό, έχω μεγάλη αγάπη για το φαινόμενο εδώ και τριάντα χρόνια.Ήταν από τους λόγους που αποφάσισα να γίνω φιλόλογος.

  6. Ο/Η thanos814 λέει:

    αγαπητέ Βελισάριε χρόνια πολλά!!

    υπέροχο κείμενο, όπως πάντα εξάλλου!! το περίμενα καιρό..
    μια διευκρίνηση μόνο, αν και θεωρώ πως θα το εξαντλήσεις διεξοδικά το θέμα: πως ξεκινάς να στήνεις την όλη προσπάθεια?

    βγάζει το υπουργείο προδιαγραφές και με διαγωνισμό (ελληνικών) εταιριών κάποιος παίρνει το έργο καλύπτοντας και τα κόστη ανάπτυξης? (οπως πχ με το φ35?) με ότι πιθανές υπερβάσεις υπάρχουν?

    βγάζει το υπουργείο γενικές απαιτήσεις για ένα ενδεχομενο σύστημα που χρειάζεται, οι εταιρίες το αναπτύσσουν μόνες τους και τελικά παίρνουμε το καλύτερο??δύσκολο χωρίς φτηνή χρηματοδότηση και κυρίως χωρίς εγγυημένη πώληση…

    κάποιο άλλο μοντέλο που να εξασφαλίζει και τις εταιριες αλλά και το δημόσιο συμφέρον??

    ευχαριστώ και καλό βράδυ!

  7. Ο/Η Βελισαριος λέει:

    @thanos814

    Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά!

    Σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Μιας και το θέμα που θίγεις είναι αντικείμενο επόμενης ανάρτησης, θα μου επιτρέψεις να μην επεκταθώ τώρα. 🙂

  8. Ο/Η thanos814 λέει:

    τι να σε κάνω,έναν σ`εχουμε!!αναμένω!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s