Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης (Μέρος 2ο)

γράφει ο Τ.Τ.

Σημείωση: Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια του πρώτου μέρους που αναρτήθηκε στις 14/01/2015. Το δεύτερο μέρος, μετά την έκθεση ενός ακόμη ιστορικού παραδείγματος μετάβασης από την Άμυνα στην Επίθεση, ολοκληρώνεται με εκτενή σχολιασμό της κατάστασης στα καθ’ ημάς, που αποτελεί και το πλέον σημαντικό μέρος της ανάρτησης.

Εισαγωγή

Από τις χιονισμένες στέπες της Ουκρανίας, του πρώτου μέρους, ας περάσουμε τώρα στις ερήμους του Σινά. Επειδή θεωρώ ότι το ιστορικό πλαίσιο της αραβοϊσραηλινής διαμάχης καθώς και τα της διάβασης της Διώρυγας του Σουέζ είναι ευρέως γνωστά, γι’ αυτό θα μεταφερθούμε αμέσως στο βράδυ της 7ης Οκτωβρίου 1973, οπότε η κατάσταση είχε διαμορφωθεί ως εξής:

Εικόνα 1

  • Οι Αιγύπτιοι επιτιθέμενοι από τις 14:00 της 6ης Οκτωβρίου είχαν επιτύχει να εγκαταστήσουν προγεφυρώματα στην ανατολική όχθη της Διώρυγας βάθους 3 έως 5 χλμ. Ο στρατιωτικός σκοπός των Αιγυπτίων ήταν μετά την ολοκλήρωση της επιθετικής τους ενέργειας να περάσουν γρήγορα στην άμυνα και να προκαλέσουν βαριές απώλειες στις ισραηλινές δυνάμεις που θα προσπαθούσαν να εξαλείψουν τα προγεφυρώματα. Στη συνέχεια, και αφού οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν κατατριβεί σε μάχες φθοράς, θα κινούνταν ανατολικότερα καταλαμβάνοντας τα περάσματα Μίτλα και Γκίντι. Ο πολιτικός σκοπός που εξυπηρετούνταν από την πολεμική επιχείρηση ήταν να ευρεθεί το Ισραήλ σε κατάσταση αδυναμίας και να πιεστεί από τον διεθνή παράγοντα να επιστρέψει στα σύνορα του 1967.
  • Από το απόγευμα της 6ης Οκτωβρίου οι τρεις τεθωρακισμένες ταξιαρχίες της 252ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας (Υπτγος Μάντλερ) είχαν εκτοξεύσει τις αντεπιθέσεις τους και είχαν αποτύχει να εξαλείψουν τα αιγυπτιακά προγεφυρώματα, ενώ οι ίδιες είχαν απολέσει τα 2/3 των αρμάτων τους. Μέχρι το βράδυ της 7ης Οκτωβρίου ο όγκος των δυνάμεων της ισραηλινής Νότιας Διοίκησης, δηλαδή οι: 143η, 162η και 252η Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, ήταν συγκεντρωμένες 8 χλμ. ανατολικά από την Διώρυγα. Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Αντιστράτηγος Ελαζάρ, μετέβη στο στρατηγείο της Νότιας Διοίκησης για να συντονίσει την αντεπίθεση που θα εξαπολύονταν την επόμενη μέρα. Η στρατηγική του Ισραήλ, σε περίπτωση πολέμου, ήταν να καταστρέψει τις ένοπλες δυνάμεις των Αράβων και να καταλάβει αραβική γη ώστε να τη χρησιμοποιήσει στις επακόλουθες διαπραγματεύσεις. Ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των Ισραηλινών επικεντρώνονταν στην απορρόφηση της αραβικής επίθεσης και στην ταχύτατη μετάβαση στην επίθεση.
  • Επειδή ο αμερικανικός παράγων έπαιξε κρίσιμο στην εξέλιξη της αναμέτρησης κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν οι στόχοι της αμερικανικής στρατηγικής. Συνοπτικά, και κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, αυτοί ήταν:

1. Να μην επιτραπεί στη Σοβιετική Ένωση να αναδυθεί ως εκπρόσωπος των Αράβων.

2. Να μην απομονωθεί η αμερικανική πλευρά από τον ισλαμικό κόσμο, καθώς και να μη δημιουργηθεί ρήγμα μεταξύ Ευρωπαίων και ΗΠΑ.

3. Να κερδηθεί χρόνος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ώστε να διασαφηνιστεί η στρατιωτική κατάσταση και να μπορέσουν οι Αμερικανοί να διαχειριστούν πολιτικά την αναμενόμενη ισραηλινή στρατιωτική νίκη.

Η ισραηλινή αντεπίθεση της 8ης Οκτωβρίου και οι συνακόλουθες εξελίξεις

Σύμφωνα με το σχέδιο της Νότιας Διοίκησης η 162η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Υπτγος Αντάν) θα επιτίθονταν στο προγεφύρωμα που είχε εγκαταστήσει η 2η Αιγυπτιακή Στρατιά, ενώ η 143η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Υπτγος Σαρόν) θα τηρούνταν σε εφεδρεία. Εφόσον η 162η επετύγχανε τους σκοπούς της η 143η θα επιτίθονταν εναντίον του προγεφυρώματος της 3ης Στρατιάς. Σε περίπτωση συνολικής επιτυχίας θα διαπεραιώνονταν δυνάμεις στη δυτική όχθη της Διώρυγας.

Χάρτης 1

Η ισραηλινή αντεπίθεση εκτοξεύθηκε το πρωί της 8ης Οκτωβρίου και μέχρι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας είχε γίνει εμφανές ότι είχε αποτύχει. Το αίτια της αποτυχίας οφείλονταν σε οργανωτικές αδυναμίες του ισραηλινού στρατού (ελλιπής υποστήριξη από πεζικό και πυροβολικό), αδυναμία υποστήριξης από την ισραηλινή αεροπορία λόγω της αιγυπτιακής αντιαεροπορικής ομπρέλας, καθώς και σε τακτικές αστοχίες.

Η αποτυχία της ενέργειας οδήγησε την ισραηλινή διοίκηση να συνειδητοποιήσει ότι η διεξαγωγή περαιτέρω αντεπιθέσεων για την εξάλειψη των αιγυπτιακών προγεφυρωμάτων θα την παρέσυρε σ’ έναν αγώνα φθοράς τον οποίο δε μπορούσε να κερδίσει, γι’ αυτό και αποφασίστηκε να υιοθετηθεί μία επιχειρησιακή παύση στο Σινά. Η Νότια Διοίκηση θα έπρεπε να κάνει οικονομία δυνάμεων τηρώντας αμυντική στάση, ώστε μετά την ενίσχυση της να περάσει στην επίθεση και να ευρεθεί στα νώτα των δύο αιγυπτιακών στρατιών.

Οι απώλειες που υπέστησαν οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν επιπτώσεις και στην αμερικανική πλευρά, η οποία αντιλήφθηκε ότι μία γρήγορη νίκη στηριγμένη στο υπάρχον οπλοστάσιο, με μικρή ενίσχυση από τις ΗΠΑ, δεν ήταν πλέον δυνατή. Ήταν απαραίτητη η μαζική ενίσχυση του Ισραήλ με πολεμικό υλικό, αν ο πόλεμος ήταν να φτάσει σε σύντομο τέλος. Στο διπλωματικό πεδίο η αναβολή λήψης απόφασης από τον ΟΗΕ δε θα μπορούσε να συνεχιστεί επ΄ αόριστον. Μόλις γίνονταν φανερή η στασιμότητα στο μέτωπο η πίεση για την αποδοχή κάποιας πρότασης για την κατάπαυση του πυρός θα εντείνονταν. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες την αποδέχονταν, ενώ το Ισραήλ είχε χάσει εδάφη, ο πόλεμος θα τέλειωνε μ’ ένα σύμμαχο της Αμερικής να βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση, ενώ η προβαλλόμενη από τις ΗΠΑ θέση ότι μόνο οι ίδιες, ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, μπορούσαν να παράξουν πρόοδο στην ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή δε θα ήταν αξιόπιστη. Τα σοβιετικά όπλα θα είχαν φέρει την επιτυχία και η σοβιετική διπλωματία θα την προστάτευε. Ήταν επομένως επιτακτικό, για τον αμερικανικό σχεδιασμό, το Ισραήλ να σημειώσει πρόοδο στις πολεμικές επιχειρήσεις πριν οι συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός συνεχίζονταν. Η ισραηλινή νίκη όμως δε θα έπρεπε να ήταν τέτοια ώστε να συσπειρώσει τους Άραβες εναντίον των ΗΠΑ. Δηλαδή, οι Αμερικανοί ήταν έτοιμοι να προσφέρουν τις «καλές τους υπηρεσίες», σύμφωνα με τον πολιτικό τους σχεδιασμό, αλλά αυτό θα συνέβαινε μόνο όταν στο πεδίο της μάχης είχε διαμορφωθεί το αποτέλεσμα εκείνο που εξυπηρετούσε αυτόν τον σχεδιασμό. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση εφοδίαζε τους Άραβες συμμάχους της με πολεμικό υλικό και ήταν έτοιμη να υποστηρίξει μία κατάπαυση του πυρός στις θέσεις που κατείχαν οι αντιμαχόμενοι, εφόσον οι σύμμαχοι της είχαν επιτύχει τα κέρδη που επιθυμούσαν.

Στο έδαφος οι Αιγύπτιοι συνέχισαν την επίθεση τους, την 9η και την 10η Οκτωβρίου, με σκοπό να διευρύνουν τα προγεφυρώματα τους σ’ ένα βάθος 9-13 χλμ. και να τα συνενώσουν. Δεν κατάφεραν όμως τον σκοπό τους και οι επιθέσεις τους αποκρούστηκαν. Στις 10 Οκτωβρίου ισραηλινή μονάδα αναγνώρισης εντόπισε το όριο μεταξύ 2ης και 3ης Αιγυπτιακής Στρατιάς στο Ντεβερσουάρ.

Η ισραηλινή επιθετική επιστροφή

Η συντριβή των αιγυπτιακών εφεδρειών

Όπως ήδη αναφέρθηκε η μετάβαση από την άμυνα στις επιθετικές επιχειρήσεις αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο του ισραηλινού στρατιωτικού σχεδιασμού. Γι’ αυτό και είχαν ληφθεί πρόνοιες (δημιουργία κατάλληλου οδικού δικτύου, συγκέντρωση υλικών γεφύρωσης) που εξυπηρετούσαν τον παραπάνω σχεδιασμό. Ένα κρίσιμο ερώτημα για την λήψη της απόφασης ως προς την εκτέλεση της επιθετικής ενέργειας αποτελούσε η θέση και η κατάσταση των αιγυπτιακών στρατηγικών εφεδρειών. Οι Αιγύπτιοι τηρούσαν στη δυτική όχθη τις 4η και 21η Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, τις οποίες δεν είχαν εμπλέξει ακόμη. Ο αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ελαζάρ, πίστευε ότι η επιχείρηση θα έπρεπε να εκτελεστεί εφόσον οι στρατηγικές εφεδρείες των Αιγυπτίων είχαν διαπεραιωθεί στην ανατολική όχθη και είχαν ηττηθεί. Άλλες απόψεις υποστήριζαν τη διάβαση της Διώρυγας ακόμη και αν δεν είχε εκπληρωθεί η παραπάνω προϋπόθεση.

Τελικά, το δίλημμα των Ισραηλινών λύθηκε από τους ίδιους τους Αιγύπτιους. Ύστερα από έντονες εκκλήσεις της συριακής πλευράς η αιγυπτιακή πολιτική ηγεσία αποφάσισε να αποστείλει τις δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες στην ανατολική όχθη και να διατάξει επίθεση με σκοπό την κατάληψη των περασμάτων Μίτλα και Γκίντι, ώστε να ανακουφίσει τους πιεζόμενους συμμάχους της. Οι Αιγύπτιοι εκτόξευσαν την επίθεση τους το πρωί της 14ης Οκτωβρίου. Για ακατανόητους στρατιωτικά λόγους επιτέθηκαν επί ευρέως μετώπου, διασκορπίζοντας την επιθετική τους ισχύ. Στη μάχη που επακολούθησε οι Αιγύπτιοι έχασαν 264 άρματα και οι Ισραηλινοί μόνο δέκα. Η αιγυπτιακή επίθεση είχε αποτύχει. Ενώ οι Ισραηλινοί φοβόντουσαν μία επίθεση σε δύο άξονες με 750 άρματα σε κάθε άξονα, οι Αιγύπτιοι επιτέθηκαν σε έξι με καταστροφικά, για τους ίδιους, αποτελέσματα.

Χάρτης2

Μετά την αιγυπτιακή αποτυχία άρχισαν να δημιουργούνται οι συνθήκες για την υποστήριξη της πρότασης για την επαναφορά στο status quo ante από τους Αμερικανούς. Η αραβική θέση για κατάπαυση του πυρός μόνο αν το Ισραήλ δέχονταν  να επιστρέψει στα προ του 1967 σύνορα δε μπορούσε πλέον να υποστηριχθεί από την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Η αμερικανική πολιτική συνέχισε να αναμένει τις στρατιωτικές εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα ενέτεινε τον ανεφοδιασμό του Ισραήλ. Στο διπλωματικό πεδίο κινήθηκε προς μία συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός ακολουθουμένη από διαπραγματεύσεις για την επιβολή της 242 Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας που είχε ψηφιστεί μετά το τέλος του πολέμου του ’67. Η απόφαση αυτή καλούσε το Ισραήλ να αποσυρθεί από «περιοχές που είχαν καταληφθεί στην πρόσφατη σύγκρουση» σε ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα. Δεν αναφέρονταν σε «όλες» τις περιοχές, έτσι η απόφαση είχε κάποια ευελιξία στην ερμηνεία της.

Η συγκέντρωση των δυνάμεων

Οι Ισραηλινοί σχεδιαστές, αναλύοντας το εχθρικό κέντρο βάρους σύμφωνα με τις αρχές που αναπτύχθηκαν στο πρώτο μέρος, θεώρησαν ότι αν κύκλωναν και συνέτριβαν μία από τις δύο αιγυπτιακές στρατιές θα κέρδιζαν τη στρατιωτική νίκη που επιθυμούσαν. Σύμφωνα με το σχέδιο που εκπονήθηκε η διάβαση της Διώρυγας θα λάμβανε χώρα στο Ντεβερσουάρ, το ευάλωτο όριο των δύο στρατιών. Η ενισχυμένη 143η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Σαρόν) θα διάβαινε τη Διώρυγα εξασφαλίζοντας και τις δύο όχθες του σημείου διάβασης, καθώς και τον διάδρομο που οδηγούσε σε αυτό. Όταν το αρχικό προγεφύρωμα είχε εξασφαλιστεί η 162η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Αντάν) θα πέρναγε στη δυτική όχθη και θα κινούνταν νότια προς τα υψώματα Γκενέιφα και την πόλη του Σουέζ, αποκόπτοντας έτσι την 3η Αιγυπτιακή Στρατιά. Η 143η θα διαπεραιώνονταν με το σύνολο των δυνάμεων της στη δυτική όχθη και θα κατευθύνονταν βόρεια, απειλώντας τις γραμμές επικοινωνιών της 2ης Αιγυπτιακής Στρατιάς, ενώ η 252η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Μαγκέν) θα ακολουθούσε διευρύνοντας το προγεφύρωμα. Ταυτόχρονα η καταστροφή των συστοιχιών Α/Α πυραύλων, στη δυτική όχθη, από τις χερσαίες δυνάμεις θα επέτρεπε στην ισραηλινή αεροπορία να παρέμβει αποφασιστικά στον αγώνα. Εφαρμόζοντας την αρχή της συγκέντρωσης οι Ισραηλινοί θα ανέπτυσσαν το 80% της διαθέσιμης δύναμης τους σε ένα άξονα, ενώ εφαρμόζοντας την αρχή της οικονομίας δυνάμεων θα κάλυπταν με τις ελάχιστες δυνατές μονάδες το υπόλοιπο μέτωπο. Έτσι οι Ισραηλινοί συνδυάζοντας με τόλμη την αρχή της συγκέντρωσης με την αρχή της οικονομίας δυνάμεων δημιούργησαν τη δύναμη της επιθετικής επιστροφής.

χαρτης3

Συνοπτική περιγραφή της διεξαγωγής

Εικόνα 2

Οι Ισραηλινοί διέσχισαν τη Διώρυγα τη νύχτα 15/16 Οκτωβρίου, ενώ οι μάχες για την εξασφάλιση των γραμμών ανεφοδιασμού του προγεφυρώματος ακόμη μαίνονταν. Οι Αιγύπτιοι αιφνιδιάστηκαν από την ισραηλινή ενέργεια και αρχικά την υποτίμησαν θεωρώντας πως αυτή θα ήταν μικρής κλίμακας και θα απέβλεπε κυρίως σε ψυχολογικά οφέλη. Η αιγυπτιακή διοίκηση αποφάσισε όπως οι δύο στρατιές της, την 17η Οκτωβρίου, εκτοξεύσουν επιθέσεις από βορά (2η Στρατιά) και νότο (3η Στρατιά), ώστε να αποκόψουν τον ισραηλινό διάδρομο στην ανατολική όχθη και να καταστρέψουν τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί. Μέχρι το τέλος της ίδιας ημέρας οι αιγυπτιακές επιθέσεις είχαν αποτύχει με βαριές απώλειες. Ανεπιτυχείς επίσης υπήρξαν και οι αντεπιθέσεις που διενήργησαν οι Αιγύπτιοι εναντίον του ισραηλινού προγεφυρώματος. Τη νύχτα 17/18 Οκτωβρίου η 162η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Αντάν) πέρασε στη δυτική όχθη.

Την επόμενη ημέρα οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν πλέον εξασφαλίσει τις γραμμές επικοινωνιών τους στην ανατολική όχθη, ενώ στη δυτική διεύρυναν το προγεφύρωμα τους καταστρέφοντας φάλαγγες ΔΜ, σταθμούς διοικήσεως και Α/Α πυροβολαρχίες, επιτρέποντας στην φίλια αεροπορία να εισέλθει αποφασιστικά στον αγώνα. Η δυνατότητα αντίδρασης των Αιγυπτίων σε ενδεχόμενη διάβαση της Διώρυγας από τους Ισραηλινούς στηρίζονταν στην ύπαρξη των στρατηγικών τους εφεδρειών στη δυτική όχθη. Αυτές όμως είχαν εμπλακεί στον αγώνα στις 14 Οκτωβρίου και είχαν ηττηθεί. Τη νύχτα 18/19 Οκτωβρίου η 252η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (Μαγκέν) διέσχισε τη Διώρυγα, επιτιθέμενη προς νοτιοδυτικά, ενώ η 162η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, κινούμενη σε νοτιοανατολική κατεύθυνση, απέκοψε την 3η Αιγυπτιακή Στρατιά το μεσημέρι της 21ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα η 143η Τεθωρακισμένη Μεραρχία επιτιθέμενη προς βορά είχε αποκόψει την κύρια οδό ανεφοδιασμού της 2ης Αιγυπτιακής Στρατιάς.

χαρτης4

Στις 20 Οκτωβρίου ο Αιγύπτιος ηγέτης, φοβούμενος τη συντριβή του στρατού του, ζήτησε από τον Σοβιετικό πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσίγκιν, που επισκέπτονταν το Κάιρο, να συγκαλέσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και να ζητήσει την κατάπαυση του πυρός. Παράλληλα ενημέρωσε την αμερικανική πλευρά ότι η Αίγυπτος δεν συνέδεε πλέον την κατάπαυση του πυρός με την αποχώρηση των Ισραηλινών στα προ του ΄67 σύνορα, αλλά με την έναρξη συνομιλιών ειρήνης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδρίασε το πρωί της 22ας Οκτωβρίου και εξέδωσε ψήφισμα που απαιτούσε την κατάπαυση του πυρός εντός δώδεκα ωρών. Στις 23 Οκτωβρίου οι Αιγύπτιοι κατηγόρησαν τους Ισραηλινούς ότι παραβίαζαν την κατάπαυση του πυρός που είχε συμφωνηθεί και ζήτησαν την παρουσία αμερικανικών και σοβιετικών στρατευμάτων για να την εγγυηθούν. Οι Αμερικανοί με κανένα τρόπο δεν επιθυμούσαν να δουν σοβιετικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα η κατάσταση των ανδρών της 3ης Στρατιάς, οι οποίοι παρέμεναν αποκομμένοι, γινόταν όλο και χειρότερη. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις, στις 25 Οκτωβρίου, ο Σαντάντ απέσυρε το αίτημα του για συνδυασμένη σοβιετο-αμερικανική παρουσία, δείχνοντας έτσι ότι εναπόθετε το μέλλον του στην αμερικανική υποστήριξη. Μετά από ισχυρές πιέσεις που ασκήθηκαν στην ισραηλινή πλευρά οι στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Αιγύπτου και του Ισραήλ συναντήθηκαν για απευθείας συνομιλίες στις 28 Οκτωβρίου, ενώ η αιγυπτιακή φάλαγγα με τις προμήθειες για την 3η Στρατιά έφτασε στον προορισμό της την επόμενη μέρα. Οι Ισραηλινοί αποσύρθηκαν οριστικά από το Σινά το 1982.

Σχολιασμός των δύο ιστορικών παραδειγμάτων

Μελετώντας τις δύο περιπτώσεις που παρουσιάστηκαν, και σε ότι αφορά το θέμα που πραγματεύεται το άρθρο, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα παρακάτω:

  • Τόσο ο γερμανικός στρατός το Νοέμβριο του ’42 όσο και ο ισραηλινός τον Οκτώβριο του ’73 υπέστησαν στρατηγικό αιφνιδιασμό.
  • Παρά τις τεράστιες διαφορές στην κλίμακα του θεάτρου επιχειρήσεων, των διαθέσιμων δυνάμεων και του στρατηγικού περιβάλλοντος μπορεί να ειπωθεί ότι και οι δύο στρατοί διεξήγαγαν τον αμυντικό αγώνα κατά τρόπο ώστε να διατηρήσουν υπό την κατοχή τους τα αποφασιστικά εκείνα σημεία που απαγόρευαν στον εχθρό να επιτύχει τη νίκη, ενώ φρόντισαν να διαφυλάξουν επαρκές τμήμα της μαχητικής τους ισχύος ώστε να μπορέσουν να μεταβούν στην επίθεση.
  • Και στις δύο περιπτώσεις η προσβολή του εχθρικού ισχυρού με το φίλιο ισχυρό οδηγούσε σε απώλειες και τέλμα και απορρίφθηκε ως επιλογή.
  • Και στους δύο στρατούς ήταν κυρίαρχη η πεποίθηση ότι αν έβγαιναν στο ανοιχτό πεδίο θα μπορούσαν να διεξάγουν εκείνο το είδος του πολέμου που θα τους επέτρεπε να κατισχύσουν επί του αντιπάλου τους.
  • Και στις δύο περιπτώσεις οι στρατιωτικές ηγεσίες αποφάσισαν την μετάβαση στην επίθεση αφότου οι κύριες εφεδρείες του εχθρού είτε είχαν προσανατολιστεί προς τη λάθος κατεύθυνση (3η Στρατιά Αρμάτων του Ρυμπάλκο), είτε είχαν ηττηθεί στο πεδίο της μάχης (αιγυπτιακές τεθωρακισμένες μεραρχίες).
  • Και στις δύο περιπτώσεις η επιθετική επιστροφή ήταν μεγάλης κλίμακας ενέργεια που αποσκοπούσε στην καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων και απαιτούσε τη συγκέντρωση συντριπτικής ισχύος στο αποφασιστικό σημείο. Αυτό έγινε δυνατό χάρη στην τολμηρή υιοθέτηση της αρχής της οικονομίας δυνάμεων στο υπόλοιπο μέτωπο.
  • Και οι Γερμανοί και οι Ισραηλινοί στρατιωτικοί σχεδιαστές διέγνωσαν ορθά τις κρίσιμες τρωτότητες του εχθρικού ΚΒ.
  • Τόσο οι Σοβιετικοί όσο και οι Αιγύπτιοι αιφνιδιάστηκαν από την ενέργεια των αντιπάλων τους και στα πρώτα της στάδια την υποτίμησαν.
  • Και στις δύο περιπτώσεις η κατεύθυνση της επιθέσεως ήταν κάθετη στις εχθρικές γραμμές συγκοινωνιών.
  • Τέλος, αν και θα έπρεπε να είναι πρώτο, διαπιστώνεται ότι ο επιχειρησιακός σχεδιασμός πρέπει να υπηρετεί τον στρατηγικό σκοπό και να είναι σε αρμονία με αυτόν.

Θεωρητικές προσεγγίσεις

Ο κανονισμός ΕΕ 100-1/1996, αφιερώνει ελάχιστες γραμμές στο αντικείμενο της επιθετικής επιστροφής. Αυτό είναι αναμενόμενο καθώς και ο αμερικανικός FM 100-5/1993, που αποτέλεσε τη βάση του, κάνει μια φευγαλέα μόνο αναφορά. Συγκεκριμένα ο αμερικανικός κανονισμός στο τέλος του κεφ. 10 «Σχεδιασμός και διεξαγωγή της άμυνας» αφιερώνει μία παράγραφο στο εξεταζόμενο θέμα, όπου αναφέρει ότι: «Ο επιτιθέμενος εχθρός, μέσω των ιδίων του ελιγμών, απωλειών, εξάντλησης, επιδέξιας φίλιας άμυνας ή άλλων αιτιών, μπορεί να βρεθεί σε τέτοια δυσχερή θέση ώστε η πρωτοβουλία να περάσει στον αμυνόμενο. Ο αμυνόμενος τότε έχει την προοπτική της επιτυχίας εάν διεξάγοντας μία αποφασιστική αντεπίθεση μεταβεί στην επίθεση. Ο αμυνόμενος χωρίς δεσμευτικό λόγο που να τον υποχρεώνει να αμυνθεί επιτίθεται». Ο δικός μας κανονισμός στο τμήμα 60 παρ.1 επαναλαμβάνει αυτά που αναφέρει ο αμερικανικός και στην παρ. 3 προσθέτει ότι: «Η αμυντική στάση προσφέρει αρχικά στον αμυνόμενο το πλεονέκτημα του κέρδους χρόνου προς κινητοποίηση των δυνάμεων και ανάληψη επιθετικών ενεργειών. Έτσι είναι δυνατόν ο αμυνόμενος να παραχωρήσει στον εχθρό χώρο έναντι του απαιτουμένου χρόνου για την πλήρη κινητοποίηση της επιθετικής του δυνάμεως και μόλις αυτό καταστεί δυνατόν ν’ αναλάβει επιθετική δράση προς ανακατάληψη του παραχωρηθέντος χώρου και ολοκληρωτική καταστροφή του εχθρού. Η οργάνωση και διεξαγωγή επιθετικών επιστροφών δεν διαφέρουν από την επίθεση όπως αυτή περιγράφεται στο ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ του Εγχειριδίου αυτού».

Η τρόπος που παρουσιάζεται η επιθετική επιστροφή στον ΕΕ 100-1 παρουσιάζει αδυναμίες που δυνατόν να συσκοτίσουν τα πράγματα για τον πιθανό σχεδιαστή. Η πρώτη είναι ότι με τη διατύπωση που επιλέγεται συγχέεται η επιθετική επιστροφή με την κύρια αντεπίθεση. Λίγα λόγια για το θέμα. Η αντεπίθεση αποτελεί βασικό και ουσιώδες στοιχείο του αμυντικού αγώνα, αποσκοπεί δε στην αποκατάσταση της τοποθεσίας και πρέπει να είναι δυνατό να εκτοξευθεί από κάθε κλιμάκιο που συμμετέχει στην άμυνα. Σύμφωνα με τον οικείο κανονισμό διακρίνεται σε άμεση που εκτοξεύεται από το κατώτατο κλιμάκιο έως το Σύνταγμα Πεζικού (Μ/Κ Ταξιαρχία στις παρούσες συνθήκες) και αποσκοπεί στην ανακατάληψη απολεσθέντος εδάφους τακτικής σημασίας, και σε κύρια.

Η κύρια αντεπίθεση εκτοξεύεται από το κλιμάκιο της Μεραρχίας και άνω, όταν ο εχθρός έχει εισχωρήσει σε αρκετό βάθος και οι υφιστάμενες διοικήσεις δε δύνανται να αντιμετωπίσουν την κατάσταση ή εφόσον ο διοικητής κρίνει ότι οι εχθρικές δυνάμεις εισχωρήσεως προσφέρονται προς καταστροφή. Η κύρια αντεπίθεση έχει μέρος από τα χαρακτηριστικά της επιθετικής επιστροφής: Πριν την εκτόξευση της θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι οι κύριες εχθρικές δυνάμεις έχουν εμπλακεί στον αγώνα, ενώ με την εκτόξευση της θα πρέπει να επιδιώκεται αποφασιστικό αποτέλεσμα. Η αντεπίθεση όμως, ακόμη και η κύρια, είναι μέρος της απόκρουσης και όχι της ανταπόδοσης, κι αυτό γιατί κυρίαρχη ιδέα αποτελεί η αποκατάσταση της τοποθεσίας . Σύμφωνα με τον ΕΕ 100-1 «κατά την άμυνα περιοχής ο Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ) επιλέγεται στην περιοχή όπου εξασφαλίζεται η δια της αντεπιθέσεως επιδιωκόμενη αποκατάσταση του ελέγχου της περιοχής της εισχωρήσεως, επιδιωκόμενης ταυτόχρονα και της μέγιστης δυνατής καταστροφής του εχθρού στην περιοχή αυτή». Οι αντεπιθέσεις λοιπόν αποτελούν τακτικά και επιχειρησιακά εργαλεία με τα οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της περιοχής στην οποία έλαβε χώρα η εισχώρηση, η απόρριψη των δυνάμεων που έχουν εισχωρήσει και η κατά το δυνατόν καταστροφή τους εντός του χώρου της εισχωρήσεως. Το ζήτημα δημιουργείται επειδή και στην επιθετική επιστροφή ο κανονισμός αποδίδει ως σκοπό την ανακατάληψη του παραχωρηθέντος χώρου, περιορίζοντας έτσι το εύρος της.

Η επιθετική επιστροφή αποτελεί μεγάλης κλίμακας (επιχειρησιακού ή στρατηγικού επιπέδου) επιθετική ενέργεια που αποσκοπεί στην καταστροφή του εχθρού. Προϋποθέτει την απόκρουση του χτυπήματος, το οποίο προσπαθεί να ανταποδώσει με τέτοια ένταση ώστε ο εχθρός να καταστεί ανίκανος για επιχειρήσεις για σημαντικό χρονικό διάστημα. Κατά τη σχεδίαση της οι εδαφικοί ΑΝΣΚ που θα επιλεγούν δε μπορεί να περιορίζονται στον χώρο που έχει εξελιχθεί η εχθρική εισχώρηση. Αντιθέτως, οι σχεδιαστές της θα πρέπει ελεύθερα να μπορούν να συγκεντρώσουν συντριπτική ισχύ στο σημείο εκείνο που οδηγεί στο αποφασιστικό αποτέλεσμα. Η συντριβή των εχθρικών δυνάμεων θα αποκαταστήσει και την τοποθεσία. Κάποια μορφή αντεπίθεσης θα μπορούσε να είναι μέρος της επιθετικής επιστροφής, ως προκαταρτική ενέργεια, για την π.χ. κατάληψη από τις επιτιθέμενες δυνάμεις των αναγκαίων χώρων εξορμήσεως.

Το δεύτερο ζήτημα δημιουργείται από τον ισχυρισμό ότι η οργάνωση και διεξαγωγή επιθετικών επιστροφών δε διαφέρει από την επίθεση όπως αυτή περιγράφεται στο αντίστοιχο μέρος του εγχειριδίου. Δηλαδή θεωρείται ότι η ύλη που έχει παρατεθεί στο αντίστοιχο κεφάλαιο είναι επαρκής ώστε να σχεδιαστεί η επιθετική επιστροφή. Αυτό όμως είναι παραπλανητικό, διότι η επιθετική επιστροφή αποτελεί ειδικού τύπου επιθετική επιχείρηση, ενώ ο κανονισμός, ως επί το πλείστον, πραγματεύεται την προετοιμασμένη επίθεση, με την οποία και είναι εξοικειωμένος κάθε αξιωματικός που έχει διέλθει από την οικεία εκπαιδευτική διαδικασία. Ποια είναι όμως εκείνα τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επιθετική επιστροφή; Ο πλέον πρόσφατος, αντίστοιχος του ΕΕ 100-1, αμερικανικός κανονισμός, FM 3-90-1/2013,  κάνει εκτενή αναφορά στο θέμα της μετάβασης και μεταξύ άλλων επισημάνει τα παρακάτω, τα οποία θα πρέπει να απασχολούν τους σχεδιαστές μιας τέτοιας επιχείρησης:

  • Ο αμυνόμενος διοικητής μεταβαίνει στην επίθεση εκτιμώντας ορθά πότε και που η εχθρική δύναμη θα φτάσει στο σημείο κορύφωσης της ή θα χρειάζεται μία επιχειρησιακή παύση πριν συνεχίσει. Εκείνη τη στιγμή η σχέση μαχητικής ισχύος θα πρέπει να ευνοεί την αμυνόμενη δύναμη.
  • Στην άμυνα περιοχής ο διοικητής καθορίζει το μέρος των δυνάμεων του που θα διεξάγουν την επίθεση. Συνήθως αυτή η δύναμη περιλαμβάνει τις διαθέσιμες εφεδρείες και δυνατόν να περιλάβει και εφεδρείες του προϊσταμένου.
  • Ο διοικητής διεξάγει κάθε απαραίτητη αναδιοργάνωση και ανεφοδιασμό μαζί με άλλες ενέργειες που διευκολύνουν τη μετάβαση.
  • Καθώς η εχθρική δύναμη πλησιάζει το σημείο κορύφωσης της ο διοικητής θα πρέπει να μεταβεί αποφασιστικά και χωρίς απώλεια χρόνου στην επίθεση. Οι εχθρικές δυνάμεις θα είναι διασκορπισμένες και αποδυναμωμένες, ενώ οι όποιες αμυντικές τους προετοιμασίες θα είναι πρόχειρες και συνολικά η εχθρική δύναμη δεν θα έχει λάβει αμυντική διάταξη. Ο φίλιος διοικητής επιδιώκει να βρει την εχθρική δύναμη σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση τη στιγμή της μετάβασης. Επιπλέον οι άνδρες του εχθρού θα υποστούν ισχυρό ψυχολογικό σοκ όταν βρεθούν από επιτιθέμενοι αμυνόμενοι υπό δυσχερείς συνθήκες.
  • Ο διοικητής θα πρέπει σε σύντομο χρονικό διάστημα να συγκεντρώσει συντριπτική ισχύ για την αποφασιστική επιχείρηση. Αυτό πιθανόν θα απαιτήσει να υιοθετηθεί η οικονομία δυνάμεων σε άλλες περιοχές επιχειρήσεων ώστε να συγκεντρωθεί η απαραίτητη δύναμη.

Ορισμένες σκέψεις για τη δικιά μας περίπτωση

Οι όροι «μετάβαση στις επιθετικές επιχειρήσεις» και «επιθετική επιστροφή» είναι πρακτικά άγνωστοι στον ελληνικό στρατό. Έχοντας περάσει από όλη την κλίμακα των σχολείων (ΣΣΕ-Βασικό-Προκεχωρημένο-ΣΔΙΕΠ-ΑΔΙΣΠΟ) δεν τους συνάντησα ποτέ, ενώ και το τμήμα 60 του ΕΕ 100-1, που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι εξίσου άγνωστο, δε διδάσκεται, ούτε επισημαίνεται. Επίσης, η θεωρητική ενασχόληση με το θέμα σε επίπεδο εργασιών είναι ανύπαρκτη.

Παλαιότερα, και ασχέτως χρησιμοποιούμενης ορολογίας, ο στρατός μας είχε στον πυρήνα της αντίληψης του την ταχεία μετάβαση από την άμυνα στις, μεγάλης κλίμακας, επιθετικές επιχειρήσεις. Η ιδέα ενεργείας για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης επίθεσης από τη Βουλγαρία προέβλεπε: «Ανάσχεση της Βουλγαρικής επίθεσης στην οχυρωμένη γραμμή Μπέλες – Νέστος μέχρι να επιτευχθεί η στρατηγική συγκέντρωση του Ελληνικού Στρατού και στη συνέχεια επίθεση πέραν των συνόρων». Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, αναβίωσε η εξ ανατολών απειλή, και ο στρατηγικός μας σχεδιασμός έχοντας περάσει διαδοχικά από το «δεν διεκδικούμε τίποτα, δεν παραχωρούμε τίποτα» στο «ισοδύναμο τετελεσμένο» και στις «σημειακές κρίσεις» άφησε ευδιάκριτα σημάδια στην επιχειρησιακή μας σχεδίαση. Το πρώτο από αυτά είναι ότι ξεκάθαρα το βάρος έχει δοθεί στις δυνάμεις αποκρούσεως και όχι στις δυνάμεις ανταπόδοσης. Το δεύτερο, που μάλλον απορρέει από το πρώτο, είναι η εμμονή του ελληνικού στρατού με την αντεπίθεση. Ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, και ανταποκρινόμενος στα ερεθίσματα που δέχονταν από το στρατηγικό επίπεδο, ο στρατός μας συνέδεσε στα θεωρητικά του κείμενα κάθε ιδέα επιθετικής ενέργειας με την ανακατάληψη του απολεσθέντος εδάφους. Αυτά δε που αναγράφονται στα θεωρητικά μας κείμενα είναι και αυτά που εκφωνούνται, δημόσια, στα παρατηρητήρια των εθνικών ασκήσεων, κατά την περιγραφή αυτών.

Κατά την αντίληψη μου η βίαιη μετάβαση στις επιθετικές επιχειρήσεις δεν υφίσταται στις αντιλήψεις του στρατού μας για τη διεξαγωγή της άμυνας, κι αυτό γιατί δύο κυρίαρχες προϋποθέσεις δε μπορούν να εξυπηρετηθούν. Όπως διαφάνηκε από τα ιστορικά παραδείγματα που παρατέθηκαν, και όπως αναφέρεται στη θεωρία, η συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων αποτελεί το πλέον κρίσιμο στάδιο πριν την έναρξη της επιθετικής επιστροφής. Πριν εβδομήντα πέντε χρόνια ο ελληνικός στρατός μπορούσε να στηριχθεί στη στρατηγική συγκέντρωση των εφεδρειών του, ώστε να περάσει στην επίθεση. Σήμερα εφεδρικοί σχηματισμοί δεν υπάρχουν, η επιστράτευση αφορά τους ήδη υπάρχοντες και οι ήδη υπάρχοντες βρίσκονται σε μεγάλο μέρος στην τοποθεσία, ενώ αυτοί που αποτελούν τις στρατηγικές εφεδρείες έχουν υποστεί το βάρος των διαδοχικών απομειώσεων. Επιπλέον, και εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις που εξετάσθηκαν, οι στρατοί που πέρασαν δυναμικά στην επίθεση διακατέχονταν από τη βεβαιότητα ότι ελισσόμενοι στο ανοιχτό πεδίο μπορούσαν να κυριαρχήσουν επί του αντιπάλου τους. Αυτή η πεποίθηση δεν αποτελούσε φαντασίωση, αλλά στηρίζονταν στις αποδεδειγμένες πολεμικές επιδόσεις τους. Για ένα στρατό που διάγει μακροχρόνια περίοδο ειρήνης αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να σφυρηλατηθεί μέσα από την εντατική διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας ασκήσεων μηχανοκίνητων δυνάμεων. Δυστυχώς όμως ενώ έχουν διατηρηθεί τα ονόματα των ασκήσεων χάθηκε η ουσία της μεγάλης κλίμακας, δηλαδή το μεγάλο εύρος των τακτικών κινήσεων, και όχι μετακινήσεων, στο έδαφος και ο όγκος των συμμετεχουσών δυνάμεων. Βέβαια, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το επιχειρησιακό επίπεδο υπηρετεί το στρατηγικό, επομένως ο επιχειρησιακός σχεδιασμός δε μπορεί να υιοθετήσει αντιλήψεις που δεν εναρμονίζονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες. Η κορυφαία στιγμή της άμυνας, η στιγμή κατά την οποία όλες οι θυσίες και οι κόποι δικαιώνονται, η στιγμή που ο αμυνόμενος σύρει το ξίφος της εκδίκησης, φαίνεται ότι δεν αποτελεί επιλογή για τους στρατηγικούς σχεδιαστές μας.

Βιβλιογραφία 2ου Μέρους

 

Κανονισμοί

ΕΕ 100-1 «Επιχειρήσεις», ΓΕΣ, 1996.

FM 3-90-1 vol.1 “Offense and Defense”, US Army, 2013.

FM 100-5 “Operations”, US Army, 1993.

 

ΒιβλίαΆρθρα

Dunston, Simon. The Yom Kippur War (2) – The Sinai. Osprey, 2003.

Herzog, Chaim. Οι Αραβοϊσραηλινοί Πόλεμοι. 2010. Λιναίος, 2012.

Katz, Samuel M. Israeli Tank Battles, Yom Kippur to Lebanon. Arms and Armour Press, 1988.

Kissinger, Henry. Crisis – The Anatomy of Two Major Foreign Policy Crises. Simon & Schuster, 2003.

Sikes, James E., Ταγματάρχης. «Kharkov and Sinai – A Study in Operational Transition.» Μονογραφία, School of Advanced Military Studies, USAC&GSC. Fort Leavenworth, Kansas: 1988

Van Creveld, Martin. Air Power and Maneuver Warfare. University Press of the Pacific, 2002.

9 Responses to Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης (Μέρος 2ο)

  1. Ο/Η Christos λέει:

    Πολύ καλή ανάρτηση ΤΤ.

    Οι παρατηρήσεις μου:

    Στην περίπτωση του Έβρου νομίζω πως δεν υπάρχει η δυνατότητα να ανταλλάξουμε έδαφος για να κερδίσουμε χρόνο. Το βάθος της τοποθεσίας είναι μικρό και η διαμόρφωση του εδάφους τέτοια που δεν έχουμε μεγάλη ελευθερία ελιγμών. Επομένως, κατ’ αναλογία προς την γραμμή Μπέλες-Νέστος λειτουργεί και η γραμμή του Έβρου, και αναγκαστικά σημαντικές δυνάμεις μας πρέπει να βρίσκονται εκεί για να την συγκρατήσουν.

    Με βάση τις ανοικτές πηγές γνωρίζουμε πως υπάρχουν 6 μηχανοκίνητες ταξιαρχίες/συγκροτήματα στον Έβρο, 3 τεθωρακισμένες κλιμακωμένες στην Θράκη και 1 τεθωρακισμένη και 2 μηχανοκίνητες στην Μακεδονία. Δηλαδή 6 ταξιαρχίες σε πρώτο κλιμάκιο και 6 σε εφεδρεία, εκ των οποίων 4 τεθωρακισμένες. Μου φαίνεται πως καθαρά ως αναλογία τηρούμε ικανό ποσοστό των δυνάμεων μας στην δεύτερη γραμμή. Το αν το συνολικό μέγεθος των δυνάμεών μας δεν επαρκεί για επιθετική επιστροφή και καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων έχει να κάνει με άλλους παράγοντες. Θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια σύγκριση με το Γκολάν το 1973. Αν στο μέτωπο του Σουέζ οι Ισραηλινοί κατάφεραν να επιτύχουν ένα σημαντικό αποτέλεσμα με την επιθετική επιστροφή τους, η αντίστοιχη επιθετική επιστροφή στο Γκολάν δεν πέτυχε κάτι ανάλογο. Αφενός δεν υπήρχε κώλυμα αντίστοιχο του Σουέζ που να βοηθούσε στην αποκοπή σημαντικών εχθρικών δυνάμεων (αλήθεια ο Έβρος είναι τέτοιο κώλυμα;) αφετέρου οι διαθέσιμες ισραηλινές δυνάμεις δεν επαρκούσαν για συνέχιση της επίθεσης και παράλληλη κάλυψη του πλευρού τους από τις αραβικές αντεπιθέσεις.

    Στα σχόλια του πρώτου μέρους κάποιος έκανε αναφορά στην Μικρά Ασία. Έχει ενδιαφέρον αν το σκεφτεί κανείς, πως κατά την τουρκική επίθεση που κατέληξε σε συντριβή της ελληνικής Στρατιάς το 1922, ο σχεδιασμός του Χατζηανέστη ήταν η τήρηση της γραμμής με τις διαθέσιμες δυνάμεις και η εξαπόλυση μεγάλης αντεπίθεσης στο πλευρό της τουρκικής στρατιάς με δυνάμεις επιπέδου ΣΣ. Στο πλαίσιο αυτής της σκέψης κατά τις κρίσιμες πρώτες 2 μέρες δεν αποδέσμευσε τις εφεδρείες στον Τρικούπη ο οποίος είχε εξαντλήσει τις δικές του και εναγωνίως ζητούσε αυτές του Β ΣΣ. Τελικώς η γραμμή χάθηκε και οι δυνάμεις που θα χρησιμοποιούνταν για την επιθετική επιστροφή περικυκλώθηκαν και καταστράφηκαν στην προσπάθειά τους να υποχωρήσουν στην νέα γραμμή. Ακόμα και μετά την αρχική υποχώρηση υπήρχαν οι σκέψεις για επιθετική επιστροφή στο βόρειο πλευρό των τουρκικών δυνάμεων που θα προήλαυναν δυτικά. Μόνο που οι Τούρκοι δεν μας κάναν το χατίρι. Το 1943 οι Ρώσοι πέσαν στην παγίδα του Μάνσταϊν. Προήλασαν δυτικά, άνοιξαν τις αποστάσεις, αποδιοργανώθηκαν και εκτέθηκαν. Το 1922 μετά την διάσπαση οι Τούρκοι κινήθηκαν συντονισμένα προς την μάζα της ομάδας του Τρικούπη (το ελληνικό Κέντρο Βάρους;) τηρώντας παράλληλα πίεση προς την ομάδα του Φράγκου. Προσπάθησαν ενεργά να την κυκλώσουν και να την καταστρέψουν. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως αν οι επιθετικές επιστροφές των Γερμανών και των Ισραηλινών πέτυχαν ήταν γιατί οι εχθροί του τους έδωσαν την δυνατότητα. Οι Αιγύπτιοι το 1973 επιτέθηκαν στις 14 Οκτωβρίου αναποτελεσματικά και χωρίς αναγνώριση, και χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση να καταστρέψουν τις ισραηλινές δυνάμεις. Οι αντεπιθέσεις που κάναν μετά την ισραηλινή διάβαση της διώρυγας ήταν επίσης αναποτελεσματικές. Αν τα κατάφερναν, οι ισραηλινές δυνάμεις θα αποκόπτονταν και η επιτυχής επιθετική επιστροφή θα κατέληγε σε πανωλεθρία για το Ισραήλ. Το υπολογισμένο ρίσκο του Ισραήλ βασίστηκε στην γνώση της υπεροχής των ισραηλινών δυνάμεων και της ανικανότητας των αιγυπτιακών. Το υπολογισμένο ρίσκο του Χατζηανέστη απέτυχε οικτρά. Οι Τούρκοι τόσο στις μάχες των χαρακωμάτων του Αφιόν Καραχισάρ όσο και στις μάχες εκ συναντήσεως κατά την υποχώρηση έδειξαν ιδιαίτερα ικανοί στην διοίκηση και τον συντονισμό των δυνάμεών τους και στην αναγνώριση. Το τουρκικό πυροβολικό όργωσε το ελληνικό πεζικό εξίσου αποτελεσματικά στα χαρακώματα του Αφιόν όσο και στα υψώματα του Αλή Βεράν, μετά από συγκεχυμένες μάχες ελιγμών επί τέσσερις ημέρες. Η επίτευξη ποιοτικής υπεροχής έναντι των στρατευμάτων του εχθρού δεν είναι εύκολη υπόθεση.

  2. Ο/Η T.T. λέει:

    @Christos

    Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

    Αυτό που υποστηρίζω στο τέλος του άρθρου είναι: Στην κλίμακα του θεάτρου επιχειρήσεων της Θράκης η επιθετική επιστροφή δεν είναι μία από τις πολλές επιλογές που μπορεί να έχει ο Σωματάρχης ή ακόμη και ο Αρχηγός των ΕΔ αλλά εθνική επιλογή, η οποία για να έχει προοπτική θα πρέπει να τυγχάνει διαχρονικής υποστήριξης . Ούτε ελέγχω, ούτε ψέγω τον ελληνικό στρατό. Διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να έχει αυτή τη δυνατότητα, γιατί όπως έγραψα δεν εξυπηρετούνται δύο κυρίαρχες, κατά την αντίληψη μου, προϋποθέσεις.

    1) Δυνάμεις. Κι εσύ γράφεις ότι αν το συνολικό μέγεθος των δυνάμεων μας δεν επαρκεί για επιθετική επιστροφή και καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων αυτό έχει να κάνει με άλλους παράγοντες. Δε διαφωνώ. Δεν υπάρχει κανένα μαγικό καπέλο για να βγουν από μέσα δυνάμεις οι οποίες δεν προετοιμάστηκαν από τον καιρό της ειρήνης.
    2) Ποιότητα. Γράφω ότι η βεβαιότητα ενός στρατού ότι μπορεί να βγει στο ανοιχτό πεδίο και να κατισχύσει επί του αντιπάλου του είναι κορυφαία προϋπόθεση για να περάσει στην επίθεση. Κι εσύ γράφεις ότι η επίτευξη ποιοτικής υπεροχής έναντι των στρατευμάτων του εχθρού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Συμφωνώ απολύτως, χρειάζεται χρόνος, κόπος και θυσίες.

    Αφού η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί εθνική επιλογή ο ελληνικός στρατός δεν μπορεί να κάνει αυτά που δεν γίνονται. Αν η διαπίστωση ακούγεται άσχημα λυπάμαι.

    Το άρθρο δεν αναφέρεται στη διεξαγωγή του αμυντικού αγώνα. Η ανταπόδοση προϋποθέτει την επιτυχή απόκρουση ή με σύγχρονους όρους σκέψεις για επιθετική επιστροφή μπορούν να υπάρξουν όταν ο εχθρός πλησιάζει το σημείο κορύφωσης της επιθετικής του προσπάθειας χωρίς να έχει καταλάβει τα αποφασιστικά εκείνα σημεία που του εξασφαλίζουν τη νίκη ενώ ο αμυνόμενος διατηρεί σημαντική ισχύ στα χέρια του. Σε ότι αφορά τη διεξαγωγή του αμυντικού αγώνα με καλύπτουν απόλυτα οι απόψεις που έχει εκφράσει ο Αρματιστής στα άρθρα: «Μικρό αίνιγμα – και τροφή για σκέψη: Η λύση», «Άμυνα περιοχής και κλιμάκωση των αμυντικών δυνάμεων σε βάθος».

  3. Ο/Η Nikos λέει:

    Αναφέρεστε στο ΕΕ 100-1 (έκδοση 1996), και καθώς δεν έχω πρόσβαση στο εν λόγω ΕΕ, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν είναι το ίδιο κείμενο ανατύπωση το νεότερο ΕΕ 100-1 Επιχειρήσεις Χερσαίων Δυνάμεων (Νοε 2008), ώστε να υπάρχει εκεί και η σχετική αναφορά όσων γράφετε.

    Σημειωτέον ότι η έκδοση 2008 ως βιβλιογραφία έχει και τα Αμερικανικά:
    FM 3-0 : OPERATIONS/June 2001.
    FM 3-0 : Content Summary / June 2005
    FM 3-90 : TACTICS/July 2001¨
    AJP – 3.2 Allied Joint Doctrine for Land Operations
    AJP-3.2.1 /NATO/PFP Land Operations
    MC 437 Special Operations Policy

  4. Ο/Η T.T. λέει:

    @Nikos

    Σας ευχαριστώ για την επισήμανση. Δεν έχω στα χέρια μου τον ΕΕ 100-1/2008 οπότε δεν μπορώ να σας απαντήσω. Αφού τον έχετε μπορείτε εύκολα να ελέγξετε αν τα τμήματα που έχω αντιγράψει από τον ΕΕ 100-1/1996 αναφέρονται και στον μεταγενέστερο.

    Διαβάζοντας τον FM 3-90/2001 είδα ότι περιέχει την ύλη που αφορά την μετάβαση και εμπεριέχεται στον FM 3-90/2013. Αν αυτή η ύλη έχει περάσει στον ΕΕ 100-1/2008 δεν το γνωρίζω.

  5. Ο/Η ΑΧΕΡΩΝ λέει:

    Τ.Τ φίλε μου,χαίρε.
    Χωρίς καμμία κολακεία,το περίμενα ὅτι θα με ἐκπλήξεις εὐχάριστα με την θεματολογία.
    Το Σινᾶ εἶναι ἕνα ἀπό τα φετίχ μου,«ἐξ ἀντιτυπίας» ὅπως λένε οἱ τραυματιολόγοι.
    Βλέπω το Σινᾶ,ἀλλά ἀναζητῶ ἀντανακλάσεις του στην Ἀνατολική Θράκη (το αὐθεντικό φετίχ ἀλλά και τραῦμα).
    Ἓννοείται ὅτι την κουβέντα την ἀφήνω στους καταρτισμένους,ἀλλά και την προσδοκῶ.
    Δέν ἤξερα ἄν ἔπρεπε να σχολιάσω,δέν ἤμουν βέβαιος ὅτι εἴχα κάτι να πῶ.
    Ὅμως,φίλε μου,ἔχοντας διαβάσει την διατύπωση σου ὅτι «Οι όροι «μετάβαση στις επιθετικές επιχειρήσεις» και «επιθετική επιστροφή» είναι πρακτικά άγνωστοι στον ελληνικό στρατό»,καθώς και την κατακλείδα « Η κορυφαία στιγμή της άμυνας, η στιγμή κατά την οποία όλες οι θυσίες και οι κόποι δικαιώνονται, η στιγμή που ο αμυνόμενος σύρει το ξίφος της εκδίκησης, φαίνεται ότι δεν αποτελεί επιλογή για τους στρατηγικούς σχεδιαστές μας.»,ἑνέδωσα στον πειρασμό.
    Ὡς Ἕθνος φαίνεται ὅτι ἔχουμε διαγράψει ἀκόμη και την ἕννοια της Ἄμυνας καθεαυτῆς,πόσο μᾶλλον την ἐπιθετική ἐπιστροφή και ἄλλα τοιούτα ἀθλήματα για ψυχωμένους.
    Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι κάποια θαύματα θα γίνουν σύντομα.
    Και ἴσως το πρώτο θα εἶναι …να ἀπόκτήσουμε ΠΕΑ!

  6. Ο/Η T.T. λέει:

    Αγαπητέ Αχέροντα,

    Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Τα σχόλια σου είναι πάντα ευπρόσδεκτα, είτε σύντομα είτε εκτενέστερα.

    Ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του. Η δικιά μου είναι οι ποτάμιες γραμμές του ανατολικού μετώπου, την περίοδο 43-44, γιατί οι αναλογίες ήταν συντριπτικές για τον αμυνόμενο και για τον ηττημένο δεν υπήρχε έλεος. Αλλά σκοπός μας δεν είναι να γράψουμε ιστορία.

    Το Σινά είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον και αποτελεί σημείο αναφοράς. Όμως, όπως έχει γράψει πολλές φορές ο Αρματιστής η προσέγγιση του θέλει προσοχή, γιατί υπάρχουν και πολλές διαφορές. Εγώ αυτό που κρατάω είναι ο συνδυασμός της αρχής της οικονομίας δυνάμεων με την αρχή της συγκέντρωσης στον αποφασιστικό χρόνο και ο κίνδυνος που ανέλαβε η ισραηλινή ηγεσία τις κρίσιμες ώρες που το προγεφύρωμα τους δεν είχε σταθεροποιηθεί. Αυτά εύκολα γράφονται, αλλά δύσκολα γίνονται. Το δύσκολο δεν αφορά στην πολυπλοκότητα, αλλά στην αποφασιστικότητα που απαιτείται ώστε η σκέψη να γίνει πράξη.

    Δεν πιστεύω στα θαύματα, αλλά τίποτα δεν μπορεί να μας εμποδίσει να σκεφτόμαστε, να μελετάμε, να ανταλλάσσουμε απόψεις και να μαθαίνουμε.

  7. Ο/Η ΑΧΕΡΩΝ λέει:

    @Τ.Τ

    Τα περί θαυμάτων ἦταν βέβαια ἕνας σαρκασμός,και εἰδικά αὐτό με την ΠΕΑ.
    (θα πρέπει βέβαια να μου ἀναγνωρίσεις και το ἐλαφρυντικό ὅτι το κυρίαρχο χάλι μου δημιουργεί μανιοκατάθλιψη και τάσεις φυγῆς).🙂
    Ἄλλο το θαύμα,ἄλλο ἡ τύχη των ὅπλων.
    Ἑμείς θα πρέπει να δουλέψουμε σωστά,και να παλέψουμε σωστά,και ἄν οἱ Θεοί σταθοῦν σύμμαχοι,ἀκόμη καλύτερα.
    Και οἱ ποτάμιες γραμμές του Ἀνατολικοῦ Μετώπου εἶναι θεματολογικό ἐλντοράντο,καμμία ἕνσταση.

  8. Ο/Η ΚΛΕΑΝΘΗΣ λέει:

    To θέμα που ευστόχως θίγει ο ΤΤ, τόσο με τα ιστορικά παραδείγματα (πολύ διδακτική η απόδοση τους), όσο και με την «ελληνική περίπτωση», είναι ουσιώδες και στρατηγικής σημασίας. Αναφέρεται βασικά στο ζήτημα των επιθετικών επιχειρήσεων. Εφόσον ο αντίπαλος στον Έβρο επιτεθεί πρώτος, η ελληνική επιθετική αντίδραση θα είναι της μορφής «επιθετική επιστροφή».

    Μπορεί όμως να μην υπάρξει ελληνική επίθεση και οι ενέργειές μας να βρίσκονται συνεχώς στο μέρος «Αμυντικές Επιχειρήσεις»;
    Στους στρατιωτικούς κανονισμούς δεν αρέσει καθόλου αυτή η ιδέα, χαρακτηρίζουν τις αμυντικές επιχειρήσεις «..προσωρινές, αφού η βασική συνθήκη διεξαγωγής των επιχειρήσεων είναι η απόκτηση και διατήρηση της πρωτοβουλίας…». Πρωτοβουλία για την οποία αναλαμβάνονται οι επιθετικές επιχειρήσεις. Επίσης γράφουν ότι «οι επιθετικές επιχειρήσεις είναι οι πιο αποφασιστικές του πολέμου» και ότι «..ο αμυνόμενος πάντοτε επιδιώκει την ανάληψη επιθετικής ενέργειας..»

    Ούτε στον ελληνικό στρατό άρεσε αυτή η ιδέα της συνεχούς άμυνας τις εποχές που πολεμούσε. Πάντοτε επιδίωκε τη μετάβαση στην επίθεση. Δυσοίωνα ίσως, η μόνη περίπτωση που ο ΕΣ σκεφτόταν μόνο άμυνα, ήταν το 1897….

    Τι γίνεται όμως αν η ηγεσία κρίνει ότι όντως οι δυνάμεις μας δεν επαρκούν για τη μετάβαση σε επιθετικές επιχειρήσεις; Κατ΄αρχήν η τυχόν αδυναμία είναι πολιτικής φύσεως γιατί οφείλεται στις πολιτικές αποφάσεις για τη θητεία, την εφεδρεία, τον οπλισμό κλπ. Η στρατιωτική ηγεσία λοιπόν οφείλει τότε να αναφέρει επίσημα ότι οι δυνάμεις δεν επαρκούν και ότι η διαρκής άμυνα, αν και έναντι υπερέχοντος αντιπάλου δείχνει ασφαλέστερη (και τίμια για κάποιους…) επιλογή, στην πραγματικότητα αντίκειται σε ότι έχει διδάξει η εμπειρία.

  9. Ο/Η Τ.Τ. λέει:

    Επειδή το έθεσα ο φίλος Nikos και επειδή είναι καλό να αναφερθεί για την πληρότητα του άρθρου πρέπει να προσθέσω ότι και στον ΕΕ 100-1/2008 διατηρείται αυτούσιο το τμήμα που υπάρχει στον ΕΕ 100-1/1996 και αναφέρεται στη μετάβαση.
    Αυτό μου προξένησε εντύπωση γιατί ο ΕΕ 100-1/2008 δεν είναι ανατύπωση του παλιότερου, περιέχει καινούρια ύλη, ενώ ο FM 3-90/2001, που υπάρχει στη βιβλιογραφία του ΕΕ 100-1/2008, αναφέρεται εκτενώς στο θέμα της μετάβασης. Επειδή υπήρχαν 7 χρόνια για να μελετηθεί ο FM 3-90/2001 πιστεύω ότι συνειδητά θεωρήθηκε ότι αυτά που αναφέρονται στον ΕΕ 100-1/1996 είναι ήδη αρκετά, και η περαιτέρω εμβάθυνση στο θέμα που παρέχει ο FM 3-90/2001 δεν μας χρειάζεται.
    Με απλά λόγια: το θέμα δεν μας αφορά, η επιθετική επιστροφή για εμάς είναι ανύπαρκτη έννοια και κάθε χρόνο στις εθνικές ασκήσεις ανακαταλαμβάνουμε το απολεσθέν εθνικό έδαφος. Η αντεπίθεση όμως είναι αντίδραση στη δράση του άλλου, χωρίς δικιά μας επιθετική δράση η πρωτοβουλία δεν ανακτάται και χωρίς την ανάκτηση της πρωτοβουλίας δεν υπάρχει επιτυχία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s