Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’

Προβλήματα και παθογένειες του συστήματος

Επίθεση 2-39 ΣΕ κατά Εσκή Πολατλί

Γράφει ο Βασίλειος Λουμιώτης, Ταξίαρχος (ΤΘ) ε.α.

 

22α Αυγούστου 1921.

Η Στρατιά Μικράς Ασίας προς τον Κον Υπουργόν Στρατιωτικών. […]

Ούτως η κύκλωσις του αριστερού του εχθρού δεν ηδύνατο να επιτευχθεί. […] Προς τούτο διετάχθη η κατά μέτωπον επίθεσις. […] Αι εννέα Μεραρχίαι ημών, οίτινες προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων του Ιουλίου ηρίθμουν περίπου 8.500 μαχίμους, ήτοι ολικήν δύναμιν 76.000 ανδρών, ήδη αριθμούν μόνο 5.200 ήτοι 47.000 μόνο μαχίμων. Αι ελάχισται αφικνούμεναι ενισχύσεις μόλις επαρκούν δια καταρτισμόν μικρών τινών τμημάτων προς κάλυψιν των συγκοινωνιών ημών, η άφιξις δε της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας δεν δύναται να υπολογισθή προ δεκαπενθημέρου. Η έλλειψις αξιωματικών είναι μεγίστη και το βαρύ πυροβολικόν ημών υποδεέστερον αριθμητικώς και ποιοτικώς του εχθρικού. […] Πλεονέκτημα επομένως καθαρόν ημών απέναντι του εχθρού απομένει η επιθετική ημών ενέργεια και το εκ ταύτης πηγάζον υπέρτερον ηθικόν. Δέον όμως να λαμβάνηται υπ’ όψιν ότι η προϊούσα ελάττωσις της μαχίμου δυνάμεως θα καταστήση ανέφικτον μετ’ ολίγον την εξακολούθησιν της επιθέσεως και ο στρατιώτης αντιλαμβανόμενος την έλλειψιν ισχύος δυνατόν να απολέση και την ηθικήν αυτού δύναμιν. […] Το δε ισόπαλον των δυνάμεων δεν επιτρέπει ημίν την εκτέλεση ευρείας κυκλωτικής κινήσεως, ώστε δι’ ενός πλήγματος να επιτύχωμεν την αποφασιστικήν νίκην. […]

Αναστάσιος Παπούλας

Αντιστράτηγος[1]

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921 η κυβέρνηση της χώρας προέβη στην επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία προκειμένου να ενισχύσει τη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας, ώστε στην αρχή του καλοκαιριού του ιδίου έτους και υπό τις καλλίτερες δυνατόν συνθήκες από πλευράς διαθέσιμης ισχύος, να αναλάβει την εκτέλεση ευρέων επιθετικών επιχειρήσεων προς την γραμμή Εσκή Σεχήρ–Κιουτάχεια–Αφιόν Καραχισάρ και ενδεχομένως προς την Άγκυρα, με σκοπό την συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

Το μικρό απόσπασμα κάτω από τον τίτλο του κειμένου, που προέρχεται από την αναφορά που υπέβαλε στις 22 Αυγούστου 1921 ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς τον Υπουργόν των Στρατιωτικών ζητώντας την έγκριση της κυβέρνησης προκειμένου να διακόψει τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, αποδεικνύει τη σημασία που είχε για την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων —κατά την αντίληψη του διοικητή της— το μέγεθος της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς. Το κυριότερο, μεταξύ άλλων, επιχείρημα του αρχιστράτηγου  για τη διακοπή των επιχειρήσεων, ήταν ότι η Στρατιά αφού απέτυχε να κυκλώσει το αριστερό του εχθρού επετίθετο πλέον μετωπικά κατά αυτού, με τη μάχιμη δύναμή της όμως να έχει μειωθεί στις 47.000 άνδρες —έναντι των 76.000 ανδρών που διέθετε πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων— εξ αιτίας των απωλειών που είχε υποστεί κατά τις επιχειρήσεις του Ιουλίου και του Αυγούστου που βρίσκονταν σε εξέλιξη, χωρίς αυτές οι απώλειες να έχουν αναπληρωθεί μέχρι και τις 22 Αυγούστου. Στην έκθεση είναι διάχυτη η ανησυχία του διοικητή της Στρατιάς για την έκβαση του αγώνα εξ αιτίας του αδιεξόδου στο οποίο βρέθηκε λόγω της μείωσης της μάχιμης δύναμής της Στρατιάς και της αδυναμίας αναπλήρωσης των μέχρι τότε απωλειών.

Η αναφερόμενη έκθεση του διοικητή της Στρατιάς, και ειδικά το απόσπασμα για την μείωση της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς και την αδυναμία αναπλήρωσης των απωλειών της, αποτέλεσε την αφορμή για την συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα ερωτήματα που μας δημιουργήθηκαν ήταν πολλά, όπως:

  • Η επιστράτευση των εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία απέδωσε την αναμενόμενη δύναμη εφέδρων με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας; Ποια ήταν η αντιμετώπιση των φαινομένων ανυποταξίας σε περίπτωση που υπήρχαν τέτοια; 
  • Ποια ήταν η αριθμητική δύναμη του Ελληνικού Στρατού αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; 
  • Με ποιον τρόπο διαχειρίστηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία τη δύναμη των εφέδρων που προσήλθαν στα όπλα προκειμένου να ενισχύσει την δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας; 
  • Ποια ήταν η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Ποια ήταν η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά την περίοδο αυτή; Ήταν συμπληρωμένη στην εμπόλεμη σύνθεσή της; 
  • Ποιες ήταν οι μονάδες που συνέθεταν την μάχιμη δύναμη της Στρατιάς; 
  • Οι Μονάδες της Στρατιάς Μικράς Ασίας που θα διεξήγαγαν τη μάχη, διέθεταν την υπό των πινάκων συνθέσεως προβλεπόμενη δύναμη; Και αν όχι, κατά πόσο υπολειπόταν η παρούσα δύναμη των Μεραρχιών της προβλεπομένης πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Η μάχιμη δύναμη των 76.000 ανδρών που αναφέρει ο διοικητής της Στρατιά, ήταν η προβλεπόμενη, η τοποθετημένη ή η παρούσα;
  • Για ποιους λόγους δεν κατέστη δυνατή η αναπλήρωση των απωλειών της Στρατιάς Μικράς Ασίας —που επικαλείται στην έκθεσή του ο διοικητής της Στρατιάς— ώστε να μην παρουσιαστεί έλλειμμα ισχύος κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων;

Αναφερόμενοι στο μέγεθος της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, θα πρέπει εξ αρχής να διευκρινίσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε την μοναδική ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα. Αλλά όταν μια μάχη έχει εξελιχθεί σε μια μετωπική, βίαιη και ανελέητη σύγκρουση μεταξύ δύο ισοδύναμων και εμπειροπόλεμων αντιπάλων που μάχονται και διεκδικούν την νίκη με πείσμα και αυταπάρνηση, όπως ήταν η μάχη που διεξαγόταν ανατολικά του ποταμού Σαγγαρίου, τότε το μέγεθος της μάχιμη δύναμης αποκτά κρίσιμη σημασία για την τελική έκβαση του αγώνα, σε συνάρτηση βεβαίως και με το ποιος εκ των δύο αντιπάλων διοικητών διαθέτει την ισχυρότερη θέληση να υπερισχύσει του άλλου.

Εξετάζοντας το ζήτημα γενικότερα, θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι το μέγεθος της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προσδιορίσει από μόνο του την ικανότητα της Στρατιάς να διεξαγάγει με επάρκεια τις επικείμενες επιθετικές επιχειρήσεις. Οι απαιτήσεις ισχύος και ικανότητας διεξαγωγής των επιχειρήσεων με σκοπό την νίκη, αποτελούσαν συνάρτηση πολλών ακόμη παραγόντων, όπως ο αριθμός και οι δυνατότητες των διατιθέμενων οπλικών συστημάτων, ο αριθμός των μεταφορικών μέσων, η επαγγελματική κατάρτιση του σώματος των αξιωματικών και των υπαξιωματικών, ο βαθμός εκπαίδευσης του προσωπικού και των μονάδων, το επίπεδο του ηθικού και της πειθαρχίας, η ικανότητα των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών να ηγηθούν των Μονάδων τους κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων, κ.α. Όμως οι σημαντικότεροι όλων ήταν  η ικανότητα του Διοικητού της Στρατιάς να λαμβάνει ορθές αποφάσεις και να διευθύνει τις επιχειρήσεις με επαγγελματική επάρκεια και αποφασιστικότητα, και  η δυνατότητα της κυβέρνησης να διευθύνει πολιτικά τον πόλεμο.

Παρά ταύτα δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας το κύριο Όπλο ελιγμού και διεξαγωγής της μάχης ήταν το Πεζικό, του οποίου ο κύριος οπλισμός συνέχιζε να είναι το τυφέκιο. Μπορεί στον οπλισμό του Πεζικού να είχαν προστεθεί σχετικά πρόσφατα και αυτόματα όπλα —πολυβόλα και οπλοπολυβόλα— αλλά τα μεν πολυβόλα ήταν περιορισμένα σε αριθμό —8 κατά Τάγμα Πεζικού— τα δε οπλοπολυβόλα χαρακτηρίζονταν ως προβληματικά όπλα[2]. Επομένως ήταν εύλογο ότι ο αριθμός των τυφεκίων συνέχιζε να προσδιορίζει στον Ελληνικό Στρατό την ισχύ πυρός που μπορούσε να αναπτύξει στο πεδίο της μάχης μία Μονάδα Πεζικού ή μία Μεγάλη Μονάδα. Τα Τάγματα Πεζικού του Ελληνικού Στρατού διέθεταν μεγάλη δύναμη τυφεκιοφόρων (540 τυφεκιοφόρους κατά Τάγμα), που σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός Λόχου πολυβόλων και την ορεινή σύνθεση των Μονάδων —που επέβαλε την ύπαρξη σημαντικού αριθμού μεταφορικών κτηνών και μεταγωγικών υπηρεσιών— αύξαναν την εμπόλεμη δύναμη αυτών (των Ταγμάτων) στους 946 οπλίτες — ενδεχομένως ελάχιστα περισσότερους.

Προκειμένου η Στρατιά Μικράς Ασίας να αναλάβει την εκτέλεση επιθετικών επιχειρήσεων σε μεγάλο βάθος από τις βάσεις συντηρήσεώς της, με σκοπό την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ–Κιουτάχεια–Αφιόν Καραρχισάρ, με ενδεχόμενη επέκταση αυτών προς Άγκυρα και Ικόνιο, επιβαλλόταν οι δυνάμεις που τις είχαν διατεθεί για την εκτέλεση των επιχειρήσεων και ειδικά οι Μεραρχίες Πεζικού, να διαθέτουν την προβλεπόμενη υπό των πινάκων συνθέσεως δύναμη. Ο διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε αναφορά που υπέβαλε στον Υπουργό Στρατιωτικών στις 15 Απρίλιου 1921[3], εκτιμούσε ότι αν οι 7 Μεραρχίες που θα διεξήγαγαν την κύρια επίθεση διέθεταν παρούσα δύναμη ίση με την οργανική τους (13.000 περίπου άνδρες κατά Μεραρχία), ήτοι στο σύνολο 100.000 περίπου άνδρες μετά 238 πυροβόλων και 504 πολυβόλων, εκ των οποίων 55.000 μαχητές, τότε θα κατίσχυε επί του αντιπάλου, δεδομένου ότι οι υπόλοιπες 3 Μεραρχίες θα συγκρατούσαν μέρος των εχθρικών δυνάμεων. Σημειώνεται ότι, καθώς στις 15 Απριλίου 1921 η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 10 Μεραρχίες, ο διοικητής της Στρατιάς πιθανόν να υπονοούσε στην αναφορά του ότι οι 3 Μεραρχίες που θα συγκρατούσαν μέρος των εχθρικών δυνάμεων, θα μπορούσε να διαθέτουν ελαττωμένη την παρούσα δύναμη τους σε σχέση με την προβλεπόμενη.

Στις 18 Απριλίου, κατ’ εντολήν του Επιτελάρχη της Στρατιάς, συντάχθηκε από το 1ο Επιτελικό Γραφείο —για εσωτερική μάλλον χρήση— πίνακας με την  προβλεπόμενη δύναμη της Στρατιάς για την εκτέλεση των προσεχών επιχειρήσεων[4],  στον οποίο περιλαμβάνονταν οι ακόλουθες δυνάμεις:

  • 3 πλήρη Σώματα Στρατού [Μ.Μ.Μ. Α’, Β’ και Γ’ Σωμάτων Στρατού — Iη, IIα, XIIIη, IIIη, Vη, IXη, VIIη, Xη, και ΧΙη Μεραρχίες]: Αξιωματικοί 4.259, οπλίτες 129.552
  • 2 Πλήρεις Μεραρχίες Πεζικού [IVη και XIVη]: Αξιωματικοί 808, Οπλίτες 26.286
  • Ταξιαρχία Ιππικού: Αξιωματικοί 84, Οπλίτες 1.651
  • 18ο Σύνταγμα Πεζικού: Αξιωματικοί 85, Οπλίτες 4.202
  • Ανεξάρτητο Τάγμα Γενικού Στρατηγείου: Αξιωματικοί 27, Οπλίτες 964
  • 5 Συντάγματα Μετόπισθεν: Αξιωματικοί 425, Οπλίτες 15.760
  • Στοιχεία Στρατιάς: Αξιωματικοί 1.058, Οπλίτες 17.157
  • 5 Έμπεδα Πεζικού Σ. Στρατού: Αξιωματικοί (;) , Οπλίτες 7.000
  • Προβλεπόμενη δύναμη Στρατιάς Μ. Ασίας: Αξιωματικοί 6.746+, Οπλίτες 200.542

Στις αρχές Ιουνίου 1921 η Στρατιά Μικράς Ασίας θα ενισχυθεί με τη ΧΙΙη Μεραρχία αντί της XIVης που προβλεπόταν στην παραπάνω κατάσταση δυνάμεων.

Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η Στρατιά Μικράς Ασίας επεδίωκε να είναι οι δυνάμεις της συμπληρωμένες στην εμπόλεμη σύνθεσή τους και η τοποθετημένη δύναμη αυτών να είναι και παρούσα. Βεβαίως αυτό είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθεί απολύτως όταν μία δύναμη βρίσκεται διαρκώς και για μακρά χρονική περίοδο σε πολεμική εκστρατεία. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι 11 Μεραρχίες της Στρατιάς και ειδικότερα οι Μονάδες ελιγμού των Μεραρχιών που θα διεξήγαγαν τη μάχη και θα έρχονταν σε άμεση εμπλοκή με τον εχθρό ανταλλάσσοντας πυρά με αυτόν, επιβαλλόταν να διαθέτουν ως παρούσα την προβλεπόμενη από τους πίνακες συνθέσεως εμπόλεμη δύναμη τους.

Η βασική τακτική Μονάδα Ελιγμού της Στρατιάς Μ. Ασίας ήταν το Τάγμα Πεζικού, του οποίου η προβλεπόμενη εμπόλεμη δύναμη αποτελούταν από 25 αξιωματικούς και 946 οπλίτες. Συνεπώς η εμπόλεμη δύναμη των 9 Ταγμάτων της Μεραρχίας αποτελούνταν από 225 αξιωματικούς και  8.514 οπλίτες (9 τάγματα Χ 946 οπλίτες = 8.514). [Σημείωση: Σχετικές πληροφορίες μπορούν να βρεθούν στο κείμενο: Η εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού στις αρχές του 20ου αιώνα: Από την ανυπαρξία σε εργαλείο εθνικής πολιτικής].

Μολονότι η δύναμη των 8.500 μαχίμων που αναφέρει στην έκθεσή του ο διοικητής της Στρατιάς —ως την μάχιμη δύναμη εκάστης Μεραρχίας πριν την έναρξη των επιχειρήσεων του Ιουλίου— ταυτίζεται με την προβλεπόμενη δύναμη των 9 Ταγμάτων εκάστης Μεραρχίας ΠΖ, επιβάλλεται να διερευνηθεί αν αυτή ήταν η συνολική δύναμη των 9 Ταγμάτων εκάστης των 9 Μεραρχιών που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, ή η συνολική δύναμη των  Συνταγμάτων Πεζικού των 9 Μεραρχιών. Επιπλέον, έχει σημασία να διερευνηθεί αν αυτή η δύναμη ήταν η τοποθετημένη ή η παρούσα. Ο λόγος αυτής της έρευνας είναι προφανής. Αν η δύναμη των 76.000 μαχίμων ήταν η συνολική δύναμη των Συνταγμάτων των 9 Μεραρχιών, τότε η συνολική δύναμη των Ταγμάτων, δηλαδή των Μονάδων που διεξήγαγαν την μάχη, θα ήταν μικρότερη. Επίσης αν η δύναμη των 76.000 μαχίμων ήταν η τοποθετημένη, ασφαλώς η παρούσα θα ήταν σημαντικά μικρότερη.

Στην παραπάνω αναφορά του διοικητή της Στρατιάς της 15ης Απριλίου 1921, ενώ αναφέρεται ότι οι 7 Μεραρχίες της κυρίας επίθεσης θα διέθεταν ως παρούσα την προβλεπόμενη εμπόλεμη δύναμη —δηλαδή 13.000 οπλίτες και στο σύνολο 100.000 οπλίτες εκ των οποίων οι 55.000 μαχητές— είναι προφανές ότι ο διοικητής της Στρατιάς υποτιμά το μέγεθος της μάχιμης δύναμης, είτε αυτή είναι η δύναμη των Συνταγμάτων είτε είναι η δύναμη των Ταγμάτων των 7 Μεραρχιών. Και τούτο επειδή αν η μάχιμη δύναμη ήταν η δύναμη των Συνταγμάτων, θα έπρεπε να ανερχόταν 67.000 περίπου μαχητές (7 Μεραρχίες Χ 9.645 οπλίτες κατά Σύνταγμα Πεζικού) και στην περίπτωση που ήταν η δύναμη των Ταγμάτων θα έπρεπε να ανερχόταν σε 59.000 περίπου μαχητές (7 Μεραρχίες Χ 9 Τάγματα Χ 946 οπλίτες κατά Τάγμα).

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί είναι το ποιες Μονάδες συνέθεταν τη μάχιμη δύναμη και αν αυτή η δύναμη ταυτίζεται με αυτήν που σε διάφορα έγγραφα αναφέρεται ως «παρατακτή δύναμη».

Κατόπιν των όσων αναφέρθηκαν, η δύναμη που διέθετε ο Ελληνικός Στρατός και ειδικά η Στρατιά Μικράς Ασίας κατά την περίοδο προετοιμασίας των θερινών επιχειρήσεων του 1921 αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιβάλλεται να διερευνηθεί όσο το δυνατόν πιο αναλυτικά γίνεται.

 

2. ΣΚΟΠΟΣ

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να μελετηθούν και να δοθούν απαντήσεις στα ακόλουθα γενικά ζητήματα

  • Ποια ήταν η δύναμη των εφέδρων που απέδωσε η επιστράτευση των εφεδρικών κλάσεων τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921 και με ποιο τρόπο χρησιμοποιήθηκε αυτή η δύναμη; Οι έφεδροι που ανήκαν στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν προσήλθαν όλοι στα όπλα, ή κάποιοι απέφυγαν την στράτευση; 
  • Το ανθρώπινο δυναμικό που είχε στη διάθεσή του ο Ελληνικός Στρατός κατά την περίοδο της προετοιμασίας των θερινών επιθετικών επιχειρήσεων του 1921 χρησιμοποιήθηκε με βασικό κριτήριο τη συμπλήρωση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας στα προβλεπόμενα υπό των πινάκων συνθέσεως επίπεδα, ώστε οι επιχειρήσεις που θα αναλάμβανε να εκτελέσει το θέρος του 1921 να διεξαχθούν υπό τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες; 
  • Η ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας πραγματοποιήθηκε με την ταχύτητα που επέβαλε η ανάγκη των πραγμάτων, ή καθυστέρησε; 
  • Τι ακριβώς σήμαινε ο όρος «μάχιμη δύναμη»; 
  • Η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών Πεζικού που θα αναλάμβαναν τη διεξαγωγή των κύριων επιχειρήσεων, ήταν —ή τουλάχιστον προσέγγιζε— αυτήν που προβλεπόταν από τους πίνακες συνθέσεως, ώστε κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων να μην αντιμετωπιστεί έλλειμμα ισχύος; Σε περίπτωση που η παρούσα μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών απέκλινε σημαντικά από την προβλεπομένη, υπήρχε η δυνατότητα να προσεγγίζει την προβλεπομένη και μάλιστα σε κάθε φάση των επιχειρήσεων;
  • Η Ελληνική Πολιτεία διαχειρίστηκε την δύναμη που διέθετε ο Ελληνικός Στρατός με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης και της ηθικής, ή κυριάρχησαν οι διαχρονικές παθογένειες του Ελληνικού κομματικοί-πελατειακού κράτους;

 

3. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Διάταξη

Οι δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού  κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν κατανεμημένες στις εξής τέσσερις γεωγραφικές περιοχές:

  • Το Θέατρο Πολέμου της Μικράς Ασίας.
  • Το Θέατρο Επιχειρήσεων της Μακεδονίας – Θράκης.
  • Το Θέατρο επιχειρήσεων Ηπείρου.
  • Το Εσωτερικό της Χώρας, που αντιστοιχούσε στα όρια της Παλαιάς Ελλάδας.

Οι δυνάμεις που βρίσκονταν σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές διοικούνταν αντίστοιχα από:

  • Τη Στρατιά Μικράς Ασίας.
  • Τη Στρατιά Θράκης.
  • Το Ε’ Σώμα Στρατού.
  • Το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Οι Στρατιές Μικράς Ασία και Θράκης, το Ε’ Σώμα Στρατού και οι δυνάμεις της Ζώνης Εσωτερικού τελούσαν υπό την πλήρη διοίκηση —διοικητική και επιχειρησιακή—  του Υπουργείου Στρατιωτικών. Η Επιτελική Υπηρεσία στρατού (ΕΥΣ) αποτελούσε το επιτελικό όργανο του Υπουργείου Στρατιωτικών και δεν διέθετε αποφασιστικές διοικητικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες.

Στις δυνάμεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας έχουμε ήδη αναφερθεί αρκετά διεξοδικά στο κείμενο «Η εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού στις αρχές του 20ου αιώνα. Από την ανυπαρξία σε εργαλείο εθνικής πολιτικής» και θα αναφερθούμε, με περισσότερες λεπτομέρειες, και στο παρόν κείμενο.

Η Στρατιά Θράκης (πρώην Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης) μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1921 διέθετε τις VI, XII και XIV Μεραρχίες, δια των οποίων εξασφάλιζε την κάλυψη των βόρειων συνόρων της χώρας από τις Πρέσπες μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, καθώς  και την ασφάλεια της σιδηροδρομικής γραμμής από τη Φλώρινα μέχρι την Τσαλτάτζα. Η XIV Μεραρχία με έδρα τις Σέρρες είχε την ευθύνη της προκάλυψης από τις Πρέσπες μέχρι το ύψωμα Κούλα βόρεια της Ξάνθης, η VI Μεραρχία (πρώην Σερρών) με έδρα την Κομοτηνή είχε την ευθύνη της προκάλυψης από το ύψωμα Κούλα μέχρι τον ποταμό Έβρο και η ΧΙΙ Μεραρχία (πρώην Ξάνθης) με έδρα τις Σαράντα Εκκλησίες εξασφάλιζε τα σύνορα προς τη Βουλγαρία στην Ανατολική Θράκη. Η XIV Μεραρχία από τις 8 Μαΐου 1920 είχε υπαχθεί απ’ ευθείας υπό τις διαταγές του Υπουργείου Στρατιωτικών, αλλά συνέχισε να υπάγεται τακτικά στη Στρατιά Θράκης. Μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου του 1920 η Στρατιά Θράκης τελούσε υπό τη διοίκηση του Γενικού Στρατηγείου του Ελληνικού Στρατού με έδρα την Σμύρνη.  Μετά τις 9 Νοεμβρίου 1920 τέθηκε υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Το Εσωτερικό της Χώρας αντιστοιχούσε στη Ζώνη Συγκοινωνιών του Στρατού και διέθετε Μονάδες, Σχηματισμούς Διοικητικής Μέριμνας, Έμπεδα Μεραρχιών και Σωμάτων και διάφορες Υπηρεσίες.

Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού στις 1 Μαρτίου 1921

Στις 1 Μαρτίου 1921 η συνολική δύναμη του Ελληνικού Στρατού ανερχόταν 8.343 αξιωματικούς και 196.325 οπλίτες[5]. Υπό τα όπλα βρίσκονταν οι κλάσεις 1916 έως και 1921. Αντιστοιχούσαν δηλαδή, 33.000 περίπου οπλίτες κατά μ.ό. σε κάθε κλάση. Η κατανομή της υπηρετούσας δύναμης κατά γεωγραφική περιφέρεια και Μεγάλη Μονάδα παρουσιάζεται στον Πίνακα 1 που ακολουθεί:

wΠίναξ 1

Πίνακας 1: Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού την 1η Μαρτίου 1921

                           

4. Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ

 Η απαίτηση για την ενίσχυση της δύναμης  της Στρατιάς Μικράς Ασίας

Η επιθετική αναγνώριση που αναλήφθηκε από τη Στρατιά Μικράς Ασίας τον Δεκέμβριο του 1920 προς το Εσκή Σεχήρ φανέρωσε στην διοίκηση της Στρατιάς ότι η οργάνωση του Κεμαλικού Στρατού είχε προχωρήσει αρκετά και ότι ο νέος Τουρκικός στρατός δεν υποχωρούσε πλέον στην πίεση του Ελληνικού Στρατού, όπως συνέβη κατά τις επιχειρήσεις του θέρους του 1920 προς Προύσα και Φιλαδέλφεια – Ουσάκ, αλλά διεκδικούσε το έδαφος με σκοπό τη νίκη. Κατόπιν τούτου, η ταχεία ανάληψη και διεξαγωγή ευρέων επιχειρήσεων με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού Στρατού πριν αυτός προάγει την οργάνωσή του ακόμη περισσότερο, αποτελούσε μονόδρομο για την κυβέρνηση ΚΑΙ ΤΗΝ Στρατιά Μικράς Ασίας. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την ανάληψη αυτών των επιχειρήσεων, ήταν η άμεση ενίσχυση της Στρατιάς με μονάδες, προσωπικό και υλικό, ώστε οι επιχειρήσεις να διεξαχθούν υπό όσο το δυνατόν ευνοϊκότερες συνθήκες. Όμως η κυβέρνηση, και ειδικά ο ισχυρός άνδρας της νέας κατάστασης, ο υπουργός Στρατιωτικών Δημήτριος Γούναρης, ήταν αρνητικοί στην κινητοποίηση των εφεδρειών όπως του εισηγήθηκε ο Αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας του Στρατού Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Γουβέλης. Η Στρατιά Μικράς Ασίας συμβιβάστηκε με την κυβερνητική αβελτηρία και απεδέχθη να εκτελεστούν οι επιχειρήσεις με τις υπάρχουσες δυνάμεις, υπαναχωρώντας ούτω από τις επανειλημμένες αιτήσεις της για την αποστολή ενισχύσεων.

Η επιστράτευση του Μαρτίου 1921

Τις τελευταίες νυκτερινές ώρες της 6ης Μαρτίου 1921 κλήθηκαν στο υπουργείο των Εξωτερικών οι αντιπρόσωποι του Αθηναϊκού Τύπου, προς τους οποίους ο προεδρεύων της κυβέρνησης υπουργός Πρωτοπαπαδάκης ανακοίνωσε ότι, κατόπιν της λήψης τηλεγραφήματος από τον ευρισκόμενο στο Λονδίνο πρωθυπουργό Δ. Γούναρη, η κυβέρνηση βρίσκεται στην ανάγκη να προβεί στην επιστράτευσιν ορισμένων ηλικιών (κλάσεων). Ο λόγος που επέβαλε την κήρυξη της επιστράτευσης κατά την κυβέρνηση, όπως μεταφέρθηκε την επομένη ημέρα στον Αθηναϊκό τύπο, ήταν ο εξής:

«Η κυβέρνηση δεν προβαίνει εις την ενέργειαν ταύτην επιδιώκουσα πόλεμον. Η Ελλάς δεν είναι πολεμοχαρής. Είναι ανάγκη να σημειωθή καλώς τούτο. Αλλ’ επιθυμεί να αντιμετωπίση εγκαίρως μερικάς μετακινήσεις και συγκεντρώσεις των εν Ανατολή οργανώσεων […]»[6]

[Σημείωση: Τρεις ημέρες αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1921, η Στρατιά Μικράς Ασίας θα εξορμούσε από τις περιοχές της Προύσας και του Τουμλού Μπουνάρ για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ. Ασφαλώς για πόλεμο επρόκειτο, μόνο που οι έφεδροι των κλάσεων που κλήθηκαν υπό τα όπλα δεν θα προλάβουν να πάρουν μέρος. Η κήρυξη της επιστράτευσης, τρεις ημέρες πριν την έναρξη των επιχειρήσεων, αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένου άστοχη ενέργεια. Η αποτυχία των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 οφείλεται, πλέον των άλλων, και στη μη έγκαιρη ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας με το αναγκαίο προσωπικό ώστε οι μονάδες που θα συμμετείχαν στις επιχειρήσεις να διαθέτουν την προβλεπομένη από τους πίνακες συνθέσεως δύναμη, με αποτέλεσμα οι Λόχοι και τα Τάγματα Πεζικού να λάβουν μέρος στις επιχειρήσεις με επάνδρωση ελαττωμένη κατά 50% έναντι της προβλεπόμενης.]

Με Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την ίδια ημέρα (6 Μαρτίου) κλήθηκαν υπό τα όπλα οι έφεδροι των κλάσεων 1913β, 1914 και 1915, με ήμερα προσέλευσης την 14η Μαρτίου. Με διαταγή του Υπουργού Στρατιωτικών που δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο στις 8 Μαρτίου, καθοριζόταν οι Μονάδες (κυρίως Έμπεδα) στις οποίες όφειλαν να παρουσιαστούν οι έφεδροι. Ειδικά για τους καταγόμενους εκ των νήσων του Αρχιπελάγους, καθοριζόταν ότι θα παρουσιάζονταν στο Έμπεδο Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας που βρισκόταν στην Σμύρνη. Επίσης οι Έλληνες υπήκοοι που διέμεναν στη Θράκη και την Μικρά Ασία θα παρουσιάζονταν στα Σώματα που θα όριζαν οι διοικητές των δύο Στρατιών.

Η προσέλευση των εφέδρων καθυστέρησε υπερβολικά. Την 1 Απριλίου, δηλαδή μετά παρέλευση 24 ημερών από τη δημοσίευση του Β.Δ. περί επιστρατεύσεως και 17 ημέρες από την ημέρα που είχε ορισθεί ως ημέρα παρουσιάσεως, είχαν παρουσιαστεί 90 περίπου αξιωματικοί και 29.000 περίπου οπλίτες[7].

Η προσέλευση των εφέδρων ολοκληρώθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου. Η επιστράτευση του Μαρτίου απέδωσε 53.000 άνδρες, με μέση απόδοση κατά κλάση 21.200 εφέδρους[8].

Απαγορεύεται η χορήγηση αδειών και οι αποσπάσεις των εφέδρων. Διατάσσεται η επιστροφή των προσκεκολλημένων στις Μονάδες τους

Στις 8 Μαρτίου δημοσιεύονταν στον Αθηναϊκό τύπο διαταγές του υπουργού των Στρατιωτικών Ν. Θεοτόκη δια των οποίων καθορίζονταν τα εξής:

«Απαγορεύεται η χορήγηση κανονικών αδειών σε αξιωματικούς και οπλίτας επ’ ουδεμία προφάσει.»

«Εν συνεχεία προγενεστέρας ημών διαταγής και κατόπιν της προσκλήσεως τριών εφεδρικών ηλικιών υπό τα όπλα, εντελλόμεθα όπως χορηγηθώσι φύλλα πορείας εις πάντας τους οπλίτας των Σωμάτων των Στρατιών Θράκης και Μικράς Ασίας, προσκεκολλημένους και απεσπασμένους. Εντελλόμεθα την αυστηράν εκτέλεσιν της διαταγής ημών ταύτης, και καθιστώμεν τους Διοικητάς των Σωμάτων και Καταστημάτων προσωπικώς υπευθύνους δια πάσαν παράβασιν αυτής.»

«Απαγορεύεται πάσα απόσπασις, εντός ή εκτός του Σώματος, των κληθέντων υπό τα όπλα εφέδρων των κλάσεων 1913β, 1914 και 1915. Ούτοι θα παραμείνωσιν άπαντες ανεξαιρέτως εις τα Σώματα εις ά θα παρουσιασθώσι και θα διατεθούν συμφώνως προς τας διαταγάς εκδοθησομένας λίαν συντόμως.»

Καταστρατήγηση των διαταγών του υπουργού των Στρατιωτικών

Την 1 Ιανουαρίου 1921 απουσίαζαν σε άδεια από τη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας 124 αξιωματικοί και 2.725 οπλίτες. Επίσης άλλοι 162 αξιωματικοί και 7.104 οπλίτες ήταν προσκολλημένοι —κυρίως— στις Μ.Μ.Μ. των Σωμάτων Στρατού [1.336 οπλίτες] και τους Σχηματισμούς, τις Μονάδες και τις Υπηρεσίες της Στρατιάς Μικράς Ασίας [3.853 οπλίτες][9]. Στον πίνακα που ακολουθεί  φαίνεται —ενδεικτικά—  σε ποιες Μονάδες ή Υπηρεσίες είχε προσκολληθεί ένα μέρος εκ των παραπάνω  3.853 προσκολλημένων οπλιτών[10]:

wΠίναξ 2

Πίνακας 2: Προσκολλημένοι στις Μονάδες και Υπηρεσίες της Στρατιάς Μ. Ασίας

Στις 21 Μαρτίου, και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι επιχειρήσεις προς Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ, απουσίαζαν σε άδεια από τη Στρατιά Μικράς Ασίας 75 αξιωματικοί και 3.081 οπλίτες. Επίσης άλλοι 366 αξιωματικοί και 12.102 οπλίτες ήταν προσκολλημένοι —κυρίως— στις Μ.Μ.Μ. των Σωμάτων Στρατού [6.442 οπλίτες] και στους Σχηματισμούς, τις Μονάδες και τις Υπηρεσίες της Στρατιάς Μ. Ασίας [4.161 οπλίτες][11]. Η σημαντική αύξηση της δύναμης των προσκολλημένων στις Μ.Μ.Μ. του Γ΄ Σώματος Στρατού, οφειλόταν —μάλλον— στην προσκόλληση σε αυτό του 5ου Συντάγματος Πεζικού της Ι Μεραρχίας.

Στις 11 Απριλίου 1921, ένα μήνα μετά την έκδοση των διαταγών του Υπουργού Στρατιωτικών δια των οποίων απαγορευόταν η χορήγηση κανονικών αδειών και ανακαλούνταν όλες οι αποσπάσεις, απουσίαζαν σε άδεια από τη δύναμη του Ελληνικού Στρατού 121 αξιωματικοί και 5.491 οπλίτες, εκ των οποίων 56 αξιωματικοί και 2.689 από την Στρατιά Μ. Ασίας. Επίσης άλλοι 691 αξιωματικοί και 23.885 οπλίτες φέρονταν ως προσκολλημένοι στις παρακάτω Μονάδες[12]:

  • Μ.Μ. Μ. των Α’, Β’ και Γ’ Σωμάτων Στρατού: 143 αξιωματικοί και 4.685 οπλίτες
  • Σχηματισμοί και Υπηρεσίες ΣΜΑ: 170 αξιωματικοί και 4.184 οπλίτες
  • Μ.Μ.Μ. Δ’ Σώματος Στρατού: 21 αξιωματικοί και 1.278 οπλίτες
  • Σχηματισμοί και Υπηρεσίες Στρατιάς Θράκης: 51 αξιωματικοί και 1.293 οπλίτες
  • Μ.Μ.Μ. Ε’ Σώματος Στρατού: 32 αξιωματικοί και 1.590 οπλίτες
  • Ζώνη Εσωτερικού: 210 αξιωματικοί και 9.313 οπλίτες
  • Σύνολο: 627 αξιωματικοί και 22.343 οπλίτες
  • Το υπόλοιπο της δύναμης των προσκολλημένων αξιωματικών και οπλιτών, ανήκε στις 14 Μεραρχίες του Ελληνικού Στρατού

Η επιστράτευση του Απριλίου 1921

Στις 15 Απριλίου 1921 κλήθηκαν υπό τα όπλα και οι κλάσεις της εφεδρείας 1912 και 1913α, καθώς και οι κλάσεις 1903 και 1904 της δεύτερης σειράς εφεδρείας, προκειμένου η δύναμη του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο εν όψει των νέων ευρύτερων επιθετικών επιχειρήσεων που προετοιμάζονταν προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ — Κιουτάχεια — Αφιόν Καραχισάρ. Η υπόψη κινητοποίηση  απέδωσε άλλους 58.000 άνδρες[13] έναντι των 45.000 υπολογιζομένων με μέση απόδοση κατά κλάση 16.570 εφέδρους.

Τακτοποίηση των ανυπότακτων και των λιποτακτών

Την ίδια ημέρα με την κήρυξη της επιστράτευσης, δημοσιευόταν στον Αθηναϊκό Τύπο ο νόμος που είχε ψηφιστεί στις 13 Απριλίου από την Βουλή «περί καθορισμού των στρατιωτικών υποχρεώσεων των ανυπότακτων και λιποτακτών». Το πρώτο άρθρο του υπόψη νόμου ανέφερε επί λέξει ότι «Κυρούται το από 21 Δεκεμβρίου π.έ. νομοθετικόν διάταγμα περί απαλλαγής από πάσης καταδιώξεως ανυπότακτων και λιποτακτών.». Το δεύτερο άρθρο ήταν περισσότερο διαφωτιστικό για το ποιες ήταν οι υποχρεώσεις των ανυπότακτων και των λιποτακτών. «Οι υπαγόμενοι εις το ανωτέρω Ν. Διάταγμα ανυπότακτοι του Εσωτερικού και του Εξωτερικού, και λιποτάκται υποχρεούνται να εκπληρώσωσι τας δια του παρόντος νόμου καθοριζόμενας υποχρεώσεις και απαλλάσσονται πασών των συνεπειών ανυποταξίας και πάσης καταδιώξεως επί λιποταξία, εάν ήθελον προσέλθει προς εκπλήρωσιν των υποχρεώσεων των τούτων, ή ήθελον καταβάλει το καθοριζόμενον αντισήκωμα εντός της δια του Υπουργού ταχθησομένης προθεσμίας.»[14]

Ακριβώς περί αυτού επρόκειτο. Όποιος μπορούσε να καταβάλει το καθοριζόμενον αντισήκωμα «καθάριζε» τις εκκρεμότητές του με το Κράτος και τη Δικαιοσύνη, και όποιος δεν μπορούσε θα έπρεπε να πληρώσει με το αίμα του.

Η επιστράτευση των Ελλήνων κατοίκων της Μικράς Ασίας

Προκειμένου να ενισχυθεί έτι περισσότερο η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας, κλήθηκαν υπό τα όπλα και οι Έλληνες το γένος κάτοικοι της Μικράς Ασίας που ανήκαν στις κλάσεις 1910 – 1921 (συνολικά 12 κλάσεις).  Αρχικά εκκλήθηκαν οι κλάσεις 1915 έως 1921. Η επιστράτευση αυτή απέδωσε μέχρι και τις 25 Απριλίου 8.000 άνδρες, με μέση απόδοση κατά κλάση 1.140 άνδρες περίπου. Στην συνέχεια, στις 27 Απριλίου εκκλήθηκαν οι κλάσεις 1912, 1913, και 1914, και στις 3 Μαΐου οι κλάσεις 1910 και 1911. Από τις δύο αυτές προσκλήσεις αναμένονταν 4.000 έφεδροι. Συνολικά η επιστράτευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας  απέδωσε 19.503 άνδρες[15].

Θεωρώ ότι στον παραπάνω αριθμό εφέδρων συμπεριλαμβάνονταν και οι Έλληνες υπήκοοι οι καταγόμενοι από τα νησιά του Αρχιπελάγους και οι διαμένοντες στην Μικρά Ασία που είχαν υποχρέωση στράτευσης και σύμφωνα με την διαταγή του Υπουργού Στρατιωτικών —που ήδη αναφέραμε— κατετάγησαν στην Μικρά Ασία. Εξ αυτών, οι των κλάσεων 1912 και 1913 που κατετάγησαν —στην Σμύρνη— στο διάστημα 15-30 Απριλίου 1921 ανέρχονταν σε 1.888 οπλίτες[16]. Ασφαλώς ο αριθμός  των εφέδρων των κλάσεων 1913β, 1914 και 1915 θα ήταν κατά τι μεγαλύτερος αυτού των κλάσεων 1912 και 1913α.

Σε σημείωμα της Στρατιάς Μικράς Ασίας που διασώζεται στο αρχείο της ΔΙΣ[17], φαίνεται ότι στις 19 Μαΐου οι επιστρατευθέντες Μικρασιάτες ανέρχονταν σε 13.000 οπλίτες. Κατόπιν τούτου, οι Έλληνες υπήκοοι που είχαν υποχρέωση στράτευσης και κατετάγησαν στην Σμύρνη —στο Έμπεδο της ΙΙ Μεραρχίας— θα πρέπει να ανέρχονταν σε 6.500 περίπου οπλίτες.

Η συνολικά επιστρατευθείσα δύναμη

Η δύναμη των 111.000 εφέδρων που επιστρατεύθηκε στην Ελλάδα, επιμεριζόμενη αναλογικά στις έξι κλάσεις που επιστρατεύθηκαν, δίνει μία μέση δύναμη προσέλευσης κατά κλάση 18.500 ανδρών. Στην συνέχεια θα ανιχνεύσουμε εάν οι κλάσεις που επιστρατεύθηκαν μπορούσαν να αποδώσουν περισσότερους άνδρες.

Συνολικά επιστρατεύθηκαν στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία 130.500 περίπου άνδρες, εκ των οποίων κάποιοι ήταν έφεδροι αξιωματικοί. Κατόπιν τούτων και με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 1 θα έπρεπε η δύναμη του Ελληνικού Στρατού να είχε ανέλθει στις 335.000 περίπου αξιωματικούς και οπλίτες. Την 1η Ιουνίου 1921 όμως η δύναμη του Ελληνικού Στρατού ανερχόταν σε 9.869 αξιωματικούς και 318.289 οπλίτες — και συνολικά σε 328.158 άνδρες. Είναι προφανές ότι εκ των προσελθόντων εφέδρων οι 7.000 έτυχαν  απαλλαγής — «για διαφόρους λόγους». Περισσότερες λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν στο Μέρος Β’.

Είναι εύλογο ότι οι έφεδροι των κλάσεων που κλήθηκαν τον Μάρτιο, δηλαδή οι των κλάσεων 1913β, 1914 και 1915, καθώς και οι 19.500 έφεδροι που επιστρατεύθηκαν στην Μικρά Ασία [Έλληνες υπήκοοι καταγόμενοι από τα νησιά του Αιγαίου και Έλληνες Μικρασιάτες] προορίζονταν για την άμεση ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας, πλην όμως όπως ήδη αναφέρθηκε, οι πρώτες σοβαρές ενισχύσεις έφθασαν στην Μικρά Ασία μετά την λήξη των επιχειρήσεων του Μαρτίου.

Απόψεις και υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με την διαχείριση της επιστρατευθείσας δύναμης

Είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι οι έφεδροι των κλάσεων 1903, 1904, 1912 και 1913α που κατάγονταν από την «Παλαιά Ελλάδα» είχαν λάβει μέρος στην ενδεκάμηνη εκστρατεία των Βαλκανικών Πολέμων, στην εννεάμηνη επιστράτευση του Σεπτεμβρίου 1915 – Μαΐου 1916, καθώς και στις επιχειρήσεις για την διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον Α’ Π.Π. Αντίστοιχη συμμετοχή σε πολέμους και επιστρατεύσεις, αλλά κατά τι ολιγότερο, είχαν και οι έφεδροι των κλάσεων 1913β,  1914 και 1915. Οι έφεδροι αυτοί είναι επόμενο ότι αφ’ ενός ήταν εξαιρετικά καταπονημένοι από τις μακροχρόνιες επιστρατεύσεις και τους πολέμους που προηγήθηκαν και αφ’ ετέρου πολλοί εξ αυτών είχαν πλέον δημιουργήσει οικογένειες και υποχρεώσεις που εκ των πραγμάτων καθιστούσαν την τέταρτη κατά σειρά επιστράτευσή τους δυσβάστακτη. Κατόπιν τούτων επιβαλλόταν να αποφευχθεί με κάθε δυνατό τρόπο η αποστολή στην Μικρά Ασία των εφέδρων των κλάσεων 1903, 1904, 1912 και 1913α που κατάγονταν από «Παλαιά Ελλάδα» και τούτο επειδή η διάθεσή τους στις μονάδες και ειδικά στις μάχιμες, πιθανόν να είχε δυσμενείς συνέπειες στην πειθαρχία και το ηθικό. Από αυτή την πολιτική θα ήταν δυνατό να εξαιρεθούν όσοι θα το επιθυμούσαν.

Η ίδια ως άνω πολιτική ασφαλώς και δεν μπορούσε να τηρηθεί για τους εφέδρους των κλάσεων 1903, 1904, 1912 και 1913α που κατάγονταν από τις απελευθερωθείσες περιοχές της χώρας (Ήπειρος, Μακεδονία, Κρήτη, Θράκη, νησιά Ανατολικού Αιγαίου), δεδομένου ότι αυτοί δεν είχαν λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Κατόπιν των ανωτέρω, θα έπρεπε οι  έφεδροι των κλάσεων 1903, 1904, 1912 και 1913α που κατάγονταν από την Παλαιά Ελλάδα να τοποθετηθούν στο Ε’ Σώμα Στρατού, στην Στρατιά Θράκης και στις Μονάδες και Υπηρεσίες του Εσωτερικού προκειμένου οι εκεί υπηρετούντες οπλίτες των κλάσεων 1916-1921 να αποσταλούν στην Στρατιά Μικράς Ασίας. Όμως τέτοια πρόβλεψη, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν υπήρξε. Η μόνη διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών που είναι γνωστή, επειδή ανακοινώθηκε δια του τύπου, είναι αυτή που καθόριζε ότι οι έφεδροι των  κλάσεων 1903 και 1904 είχαν κληθεί αποκλειστικά για να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση υπηρεσίας στο εσωτερικό και ότι με την προσέλευσή τους θα αντικαθιστούσαν όλους -ανεξαιρέτως- τους οπλίτες των νεωτέρων κλάσεων που υπηρετούσαν σε μονάδες και υπηρεσίες της παλαιάς Ελλάδας.

 «ΘΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΠΕΣΠΑΣΜΕΝΟΙ. Ως επληροφορήθημεν παρά της αρμοδίας υπηρεσίας, ευθύς άμα τη προσελεύσει των υπό τα όπλα κληθέντων εφέδρων των κλάσεων 1904 και 1903, θέλει διαταχθή η αντικατάστασις απάντων ανεξαιρέτως των εν τη ζώνη του εσωτερικού υπηρετούντων οπλιτών  δια των εφέδρων των δύο τούτων κλάσεων».[18]

Είναι προφανές ότι η παραπάνω ενημέρωση της κοινής γνώμης από το Υπουργείο Στρατιωτικών ήταν σαφέστατα προβληματική. Προσδιόριζε ότι —μόνον— οι έφεδροι των κλάσεων 1903 και 1904 δεν θα αποστέλλονταν στην Μικρά Ασία και ότι αυτοί προορίζονταν να αντικαταστήσουν τους 26.000 οπλίτες των κλάσεων 1916-1921 (Πίνακας 1) που υπηρετούσαν στο Εσωτερικό (Παλαιά Ελλάδα), χωρίς να προσδιορίζει όμως και το που θα διατεθούν οι αντικαθιστάμενοι οπλίτες των νεωτέρων κλάσεων. Με άλλα λόγια, η διαταγή ήταν ανοικτή για ελαστική ερμηνεία και εφαρμογή. Ακόμη ουδέν ανέφερε για το πού και πώς θα χρησιμοποιηθούν οι έφεδροι των κλάσεων 1912 και 1913α που είχαν συμμετάσχει σε τρεις μακροχρόνιες εκστρατείες και το τι θα γίνει με τους 54.000 περίπου οπλίτες των κλάσεων 1916-1921 που ήταν τοποθετημένοι στο Ε’ Σώμα Στρατού και την Στρατιά Θράκης και συστηματικά απέφευγαν το μέτωπο της Μικράς Ασίας.

Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, παρά την επιστράτευση 111.000 εφέδρων στην Ελλάδα, μέρος μόνο εξ αυτών —τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο—  ενίσχυσε τη Στρατιά Μικράς Ασίας και μάλλον το μείζον μέρος της δύναμης των οπλιτών των κλάσεων 1916-1921 που υπηρετούσε στις μονάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας, παρέμεινε αμετακίνητο στις θέσεις του. Πέρα από τις διάφορες αποσπασματικές αναφορές περί αυτού του ζητήματος στον τύπο της εποχής, αυτή η άθλια κατάσταση θα επιβεβαιωθεί μετά το πέρας της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όταν θα έρθουν στο φως οι απόρρητες υπηρεσιακές αναφορές ανώτατων στρατιωτικών ηγητόρων της Στρατιάς Μικράς Ασίας —που υποβλήθηκαν μετά το πέρας των μεγάλων επιθετικών επιχειρήσεων του θέρους του 1921— διά των οποίων αναφερόταν ότι επιστρέφουν στην Μικρά Ασία οι τραυματίες του πολέμου, ενώ οι οπλίτες των νεωτέρων κλάσεων ουδέποτε απομακρύνθηκαν από το Εσωτερικό της Χώρας.

«9 Ιουνίου 1922.

Το Νότιον Συγκρότημα Μεραρχιών Προς την Στρατιάν Μικράς Ασίας. […] 1ον. Η ανισότης του φόρου αίματος. Υπάρχουσιν εν τω Εσωτερικώ οπλίται υπηρετούντες από ετών μηδέποτε εξελθόντες της Ζώνης του Εσωτερικού, ενώ αντιστρόφως υπάρχουσιν εν των μετώπω άτομα  —και λόγω της παρελεύσεως των ετών όχι ολίγα—  υποστάντα κατά το διάστημα τούτο συμφοράς οικογενειακάς, αληθώς τραγικάς, μη κατορθώσαντα να μεταβώσιν ουδ’ επί στιγμήν εις τας εστίας των. Επαναναφέρονται εις το μέτωπον τραυματίαι, ων δεν επουλώθησαν πλήρως αι πληγαί και κατορθώνουν να παραμένουν οριστικώς εκείσε οι μη έχοντες να παρουσιάσουν τοιούτους τίτλους. Γενικά και δίκαια μέτρα, άνευ διακρίσεως εφαρμοζόμενα, θα ικανοποίουν την ψυχήν του Έλληνος στρατιώτου π.χ. παραμονή εις το εσωτερικόν των ανδρών της μεγαλυτέρας εφεδρικής κλάσεως και των τραυματιών και αποστολή εις το μέτωπον των ανδρών όλων των άλλων κατηγοριών. […][19] 

 

5. Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΕΛΘΟΝΤΩΝ ΕΦΕΔΡΩΝ ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΤΑΝ ΣΤΗΝ «ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ» ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΚΛΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΚΛΗΘΗΚΑΝ ΥΠΟ ΤΑ ΟΠΛΑ

Η «ονομαστική» δύναμη των κλάσεων που υπηρετούσαν και αυτών που επιστρατεύθηκαν το 1921, όπως καταμετρήθηκε στην απογραφή του 1920

Διευκρινίζεται προκαταρκτικά ότι αναφερόμενος σε «ονομαστική» δύναμη, αναφέρομαι στον αριθμό των ανδρών που ανήκαν στην ίδια κλάση. Οπωσδήποτε αυτή η δύναμη δεν ταυτιζόταν με τον αριθμό των ανδρών που περιλαμβάνονταν στους πίνακες της εφεδρείας.

Παρά τα αναφερόμενα από την ΔΙΣ, ότι η δύναμη των παρουσιασθέντων εφέδρων υπερέβη τις προσδοκίες, αυτή κατά το μάλλον δεν ανταποκρινόταν προς την πραγματική δύναμη των εφέδρων που ήταν εγγεγραμμένοι στους πίνακες της εφεδρείας.  Ασφαλώς είναι πολύ δύσκολο να αιτιολογηθεί με απόλυτη ακρίβεια η παραπάνω κρίση, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των εφέδρων των επιστρατευθεισών κλάσεων που ήταν εγγεγραμμένοι στους πίνακες της εφεδρείας και όφειλαν να παρουσιαστούν. Κατόπιν τούτου η προσέγγιση του υπόψη ζητήματος μπορεί να γίνει μόνο με έμμεσο τρόπο και ειδικότερα εξετάζοντας τις διαθέσιμες πληροφορίες από απογραφικά στοιχεία του πληθυσμού της χώρας την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Με βάση τα στοιχεία της απογραφής του 1920[20] ο αριθμός των ανδρών των ηλικιακών ομάδων στις οποίες  ανήκαν οι κλάσεις που βρίσκονταν υπό τα όπλα, αλλά και αυτών που επιστρατεύθηκαν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921, ήταν ο εξής:

  • Ηλικιακή ομάδα 20-24 ετών: 196.577 άνδρες (σε αυτή την ομάδα ανήκαν οι κλάσεις 1918-1921)
  • Ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών: 157.924 άνδρες (σε αυτή την ομάδα ανήκαν οι κλάσεις 1913-1917)
  • Ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών: 133.864 άνδρες (σε αυτή την ομάδα ανήκε η κλάση 1912)
  • Ηλικιακή ομάδα 35-39 ετών: 152.279 άνδρες (σε αυτή την ομάδα ανήκαν οι κλάσεις 1903, 1904)

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και κατανέμοντας αναλογικά τον πληθυσμό εκάστης ηλικιακής ομάδας σε κάθε κλάση, η κατά προσέγγιση «ονομαστική» δύναμη των υπό τα όπλα κλάσεων, αλλά και αυτών που επιστρατεύθηκαν φαίνεται στον Πίνακα 3 που ακολουθεί:

wΠίναξ 3

Πίνακας 3: Η «ονομαστική» δύναμη των κλάσεων που υπηρετούσαν και των κλάσεων που επιστρατεύθηκαν, όπως καταμετρήθηκε κατά την απογραφή του 1920

 

Σημειώνεται ότι ο παραπάνω πίνακας αποτελεί μία προσπάθεια για την προσέγγιση του εξεταζόμενου ζητήματος και ασφαλώς απέχει από την πραγματικότητα, δεδομένου ότι και τα όρια των ηλικιών δεν είναι απολύτως σαφή, αλλά και η κατανομή των ανδρών στις ηλικιακές ομάδες δεν ήταν αναλογική, με τις νεαρότερες ηλικίες της κάθε ηλικιακής ομάδας να διαθέτουν σχετικά μεγαλύτερο πληθυσμό από τις μεγαλύτερες.

 

Διαπιστώσεις

Από τα στοιχεία του πίνακα προκύπτει ότι ένας αριθμός περίπου 70.000 ανδρών που ανήκαν στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 1921, δεν προσήλθε προς κατάταξη. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε επειδή κάποιοι εκ των υπόχρεων αρνήθηκαν να καταταχθούν, είτε σε λόγους νόμιμης απαλλαγής κάποιων εφέδρων από την υποχρέωση στράτευσης, είτε τέλος επειδή κάποιοι έφεδροι είχαν διαγραφεί από τους πίνακες της εφεδρείας όπως οι παρακάτω αναφερόμενοι:

Διαγραφή από την εφεδρεία εξ αιτίας προβλημάτων σωματικής ή ψυχικής υγείας

Εκείνη την εποχή οι ασθένειες που σήμερα έχουν ξεχαστεί «θέριζαν» τον πληθυσμό. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πέθαιναν από γεράματα, αλλά εξ αιτίας των ασθενειών, με κυρίαρχες την φυματίωση, την πνευμονία, τις εντερικές λοιμώξεις, τη γρίπη, άλλες παθήσεις του αναπνευστικού και την ελονοσία. Παρά ταύτα δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό αυτών που απαλλάσσονταν της στρατιωτικής υπηρεσίας για λόγους ψυχοσωματικής υγείας και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ποιος ήταν ο αριθμός αυτών που κλήθηκαν υπό τα όπλα και είχαν νόμιμα εξαιρεθεί από την στράτευση για λόγους υγείας. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι αντικειμενικά εκτός κάθε λογικής να αποδεχθούμε ότι το ποσοστό των εξαιρέσεων από την στράτευση για λόγους υγείας μπορεί να ήταν μεγαλύτερο του 5% και μάλιστα για άνδρες ηλικίας 20-30 ετών.

Διαγραφή από την εφεδρεία εξ αιτίας τραυματισμού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους

Οι συνολικές απώλειες των οπλιτών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ανήλθαν σε 7.918 νεκρούς, 32.587 τραυματίες, 188 αγνοούμενους και 580 παγόπληκτους. Το σύνολο των απωλειών ανήλθε σε 41.273 οπλίτες[21]. Εκ των παραπάνω απωλειών οι 7.918 νεκροί και οι 188 αγνοούμενοι δεν υπήρχαν στον πληθυσμό της χώρας και δεν προσμετρήθηκαν στην απογραφή του 1920. Επίσης δεν υπήρχαν στον πληθυσμό και δεν προσμετρήθηκαν στην απογραφή του 1920 και οι τραυματίες  που είχαν αποβιώσει είτε εκ των τραυμάτων τους, είτε για άλλους λόγους. Αν, για λόγους εκτιμήσεως, δεχθούμε ότι βρισκόταν στη ζωή το 90% των τραυματιών, δηλαδή 29.500 περίπου άνδρες, και ότι αυτοί κατανέμονταν αναλογικά στις κλάσεις που υπηρετούσαν με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων (κλάσεις 1910, 1911, 1912 και 1913α), καθώς και στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν στις 17 Σεπτεμβρίου του 1912 (κλάσεις 1900-1909, 1896-1899 και υπαξιωματικοί πεζικού ευζώνων και πυροβολικού κλάσεων 1893-1895[22]), τότε αντιστοιχούν σε κάθε μία εξ αυτών των 18 κλάσεων 1.640 περίπου τραυματίες.  Επομένως στις κλάσεις 1903, 1904, 1912 και 1913α που επιστρατεύθηκαν το 1921, αντιστοιχούν 6.500 περίπου τραυματίες. Αυτή πρέπει να ήταν και η κατά προσέγγιση δύναμη που νόμιμα δεν βρισκόταν στους πίνακες της εφεδρείας εξ αιτίας τραυματισμού της κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Λογικά ένα μέρος των τραυματιών θα πρέπει να ήταν επανακτήσιμοι λόγω ελαφρού τραυματισμού που δεν προκάλεσε ανικανότητα.

Διαγραφή από την εφεδρεία εξ αιτίας τραυματισμού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Οι συνολικές απώλειες των οπλιτών από τη συμμετοχή του Ελληνικού Στρατού στον Α’ Π.Π. ανήλθαν σε 23.834 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους[23].. Εκ των απωλειών αυτών, 5.000 περίπου ήταν αυτοί που έχασαν την ζωή τους και κατόπιν τούτου δεν προσμετρήθηκαν στον πληθυσμό της χώρας το 1920, και 18.834 περίπου ήταν οι τραυματίες.  Ο αριθμός των τραυματιών επιμεριζόμενος αναλογικά  —για λόγους εκτιμήσεων—  σε όλες τις κλάσεις που έλαβαν μέρος στον πόλεμο, δηλαδή τις κλάσεις από το 1909 έως και 1918, απομείωναν τον πληθυσμό εκάστης κλάσης κατά 1.880 άνδρες περίπου. Επομένως μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στη δύναμη των κλάσεων 1912-1915 αντιστοιχούσαν 7.500 περίπου τραυματίες που μπορεί να μην βρίσκονταν στους πίνακες της εφεδρείας. Λογικά και εδώ ένα μέρος των τραυματιών θα πρέπει να ήταν επανακτήσιμοι από την εφεδρεία επειδή θα είχαν τραυματιστεί ελαφρά και ως εκ τούτου δε ήταν ανίκανοι για να προσφέρουν στρατιωτική υπηρεσία.

Εκτιμήσεις για τον αριθμό των εφέδρων που δεν προσήλθαν προς κατάταξη

Για λόγους οικονομίας μπορούμε να αποδεχθούμε ότι και οι 14.000 περίπου τραυματίες των Βαλκανικών Πολέμων και του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου —που ανήκαν τις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921— είχαν εξαιρεθεί νόμιμα από την υποχρέωση στράτευσης. Επομένως από την «ονομαστική» δύναμη των 183.000 περίπου ανδρών που ανήκαν στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν, απέμεναν 169.000 περίπου έφεδροι που θεωρητικά μπορούσαν να στρατευθούν. Η διαφορά από αυτούς που προσήλθαν για κατάταξη ανέρχεται σε 58.000 άνδρες. Από αυτούς κάποιοι θα είχαν εξαιρεθεί νόμιμα από την υποχρέωση στράτευσης εξ αιτίας κάποιου σοβαρού νοσήματος. Σε καμιά περίπτωση όμως το ποσοστό αυτών δεν μπορεί να ήταν ανώτερο του 10%, δηλαδή 5.800 περίπου άνδρες.

Πλέον των όσων ήδη αναφέρθηκαν, είναι αδύνατο να δικαιολογηθεί ότι η μέση απόδοση των κλάσεων που επιστρατεύθηκαν ήταν 18.500 άνδρες, ενώ των κλάσεων που υπηρετούσαν ήταν 33.000 άνδρες. Υπάρχει μια τεράστια απόκλιση που είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί. Είναι βέβαιο, και ομολογείται και από τα στοιχεία αλλά και από πολλές πηγές, ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός εφέδρων αρνήθηκε να στρατευθεί.

Οι ανυπότακτοι

«Δεν γνωρίζομεν αν εξεδόθη καμμία έκκλησις προτρέπουσα τους ανυπότακτους της Κρήτης να προσέλθουν εις τας τάξεις των. Αλλ’ εάν τούτο είνε αληθές, θα συστήσωμεν το αυτό μέτρον να ληφθή και δι’ άλλας επαρχίας. Ανεξαρτήτως των αναλογιών προσελθόντων και μη προσελθόντων κατ’ επαρχίας, το βέβαιον είναι ότι υπάρχουν ανυπότακτοι που ολίγοι και που ελάχιστοι εις όλας σχεδόν τα επαρχίας, πλην ίσως της Ευβοίας και της Φθιώτιδος, και των Κυκλάδων. Εις την επαρχίαν Λεβαδείας δεν είναι ολίγοι οι καθυστερούντες, ως επίσης και εις την επαρχίαν Καλαβρύτων […] Αλλά δια να προσέλθουν όλοι δεν αρκούν μόνον αι εκκλήσεις, χρειάζονται και αποσπάσματα αμερόληπτα και δραστήρια […] και να μην παραλύσει τας χείρας των ο κομματισμός. […] Χρειάζεται ακόμη να κατακοπή και ο κουραμπιεδισμός, όν ενθαρρύνει το κόμμα και η γραφειοκρατική εύνοια.»[24]

Παρά τις όποιες νόμιμες απαλλαγές από την επιστράτευση για λόγους οικογενειακούς, υγείας και τραυμάτων από τους πολέμους που προηγήθηκαν, είναι βέβαιο ότι ένας μεγάλος ο αριθμός ανδρών από τις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν απέφυγε την στράτευση, είτε χρησιμοποιώντας πλάγια μέσα είτε αρνούμενος να προσέλθει στα όπλα, με πολλούς εξ αυτών να καταφεύγουν στα βουνά και να συγκροτούν συμμορίες. Οι αναφορές και οι ιστορικές καταγραφές για αυτό το ζήτημα είναι πάρα πολλές, αν και διίστανται μεταξύ τους όσον αφορά τον ακριβή αριθμό των ανυποτάκτων. Το πολύ σημαντικό αυτό ζήτημα θα μας απασχολήσει σε άλλο κείμενο, οπότε και θα τεκμηριωθεί δεόντως.

Η περίεργη ανοχή της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της ανυποταξίας

Όλοι αυτοί που αρνήθηκαν να εκτελέσουν το καθήκον τους αντιμετωπίστηκαν από την Πολιτεία, τόσο κατά την διάρκεια της Εκστρατείας όσο και μετά από αυτή, με σκανδαλώδη επιείκεια. [Σημείωση: όπως βεβαίως συμβαίνει και σήμερα, που ελάχιστα απέχουμε από το σημείο οι ανυπότακτοι να αποτελέσουν και κοινωνικό πρότυπο]. Η μη αντιμετώπιση με αυστηρότητα της ανυποταξίας θα οδηγήσει αργότερα —μετά το πέρας των επιθετικών επιχειρήσεων του θέρους του 1921— στην έξαρση της λιποταξίας, αφού και αυτή αντιμετωπίστηκε από την Πολιτεία με ιδιαίτερα επιεική, αν όχι εγκληματικό τρόπο, λόγω του ότι η κυβέρνηση που είχε προέλθει από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 είχε αναστείλει την εφαρμογή του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και η λιποταξία «εν καιρώ πολέμου» τιμωρούνταν με εξάμηνη φυλάκιση με αναστολή[25].

Οι λόγοι για το παραπάνω έγκλημα, διότι περί εγκλήματος κατά της Πατρίδας που βρισκόταν σε πόλεμο επρόκειτο, οφείλονταν κατά το μάλλον σε καθαρά στενά κομματικά κριτήρια. Η νέα πολιτική διοίκηση του κράτους που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 είχε σαν κεντρικό ιδεολόγημα την απόλυτη αφοσίωση στο πρόσωπο του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και εκπροσωπούσε την φιλοβασιλική-αντιβενιζελική πολιτική παράταξη που αντιτάχθηκε με κάθε μέσο και τρόπο στον Βενιζέλο και την πολιτική του που απέβλεπε στην έξοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ. Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1917 και την ανάληψη από αυτόν της πρωθυπουργίας, οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί της φιλοβασιλικής παράταξης αντιτάχθηκαν με κάθε τρόπο στην κινητοποίηση του Ελληνικού Στρατού, προκαλώντας μεταξύ των άλλων και την εκδήλωση στασιαστικών κινημάτων σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες. Τα κινήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση και την στρατιωτική ηγεσία αποφασιστικά και πολλές φορές εξαιρετικά σκληρά, ακόμη και με την παραπομπή των πρωταιτίων σε έκτακτα στρατοδικεία και στο εκτελεστικό απόσπασμα ως λιποταχτών, όπως των πέντε αξιωματικών και των ογδόντα οπλιτών του 12ου Συντάγματος Πεζικού που στασίασε στα Σέρβια της Κοζάνης. Βεβαίως, μεταξύ των εκτελεσθέντων δεν περιλαμβάνονταν οι ηθικοί αυτουργοί των στασιαστικών κινημάτων, όπως ο διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας που θεωρήθηκε υπεύθυνος για στασιαστικές ενέργειες που εκδηλώθηκαν κατά την κινητοποίηση της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Στη συνεδρίαση της εθνοσυνέλευσης της 10ης  Μαΐου 1921, ο υπουργός των Στρατιωτικών ανέφερε προς το Σώμα ότι οι εκτελεσθέντες ανέρχονταν σε περίπου εκατόν σαράντα στρατιωτικούς και πολίτες. Ο βουλευτής της συμπολίτευσης Λεβίδης πρότεινε το εξής σχέδιο ψηφίσματος:

«Προκειμένου περί υποχρέου προς στράτευσιν ού ο αδελφός κατεδικάσθη και ετυφεκίσθη επί της τυραννίας υπό στρατοδικείου, εφαρμόζονται αι συνήθεις διατάξεις περί απαλλαγών εκ της στρατιωτικής υποχρεώσεως, λόγω φονευθέντος αδελφού εν πολέμω. Επίσης αι διατάξεις των Νόμων περί απονομής συντάξεως, λόγω στρατιωτικού πεσόντος εν πολέμω, επεκτείνονται προκειμένου και περί υπό στρατοδικείου ως άνω καταδικασθέντος και τυφεκισθέντος, είτε στρατιωτικού, είτε απλού πολίτου. Ο κ. Λεβίδης, καταλήγων, επιλέγει ότι επιβάλλεται εκδήλωσις εξαιρετικού σεβασμού και εξαιρετικής τιμής προς την μνήμην ανδρών των οποίων αι δοκιμασίαι και το αίμα διήνοιξαν την οδόν προς κατάρριψιν του οικοδομήματος της τυραννίας και αναστήλωσιν των ελευθεριών του Ελληνικού Λαού. (Χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και των θεωρείων).»[26]

Ο καθείς αντιλαμβάνεται την αντίφαση. Η μετανοεμβριανή κυβέρνηση και γενικά η αντιβενιζελική-φιλοβασιλική παράταξη, μολονότι αποφάσισε να συνεχίσει το έργο του Βενιζέλου στην Μικρά Ασία —έργο απότοκο της εισόδου της Ελλάδας στον Α’ Π.Π. που αντιβενιζελική παράταξη είχε πολεμήσει ακόμη και με στασιαστικά κινήματα— ταυτόχρονα αποκαθιστούσε εκείνους τους στρατιωτικούς που στασιάζοντας ή λιποταχτώντας προσπάθησαν να ματαιώσουν την κινητοποίηση του Ελληνικού Στρατού την περίοδο 1917-1918. Κατόπιν των παραπάνω, ήταν αδύνατο για την κυβέρνηση της αντιβενιζελικής παράταξης να να λάβει σκληρά μέτρα για να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα της ανυπακοής, της μαζικής ανυποταξίας και της λιποταξίας κατά την κινητοποίηση του Στρατού την εξεταζόμενη περίοδο. Πόλεμος όμως χωρίς Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα και έκτακτα στρατοδικεία δεν γίνεται.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ενδεικτικό για το ποια ήταν η ποινή που αντιμετώπιζαν οι ανυπότακτοι «εν καιρώ πολέμου» σε περίπτωση που συλλαμβάνονταν.

«Η υπηρεσία καταδιώξεως ανυποτάκτων ανακοινεί τα εξής: Γνωστοποιούμεν δια της παρούσης ότι πας συλλαμβανόμενος παρά των καταδιωκτικών αποσπασμάτων και μη έχων εν τάξει τα στρατολογικά του έγγραφα ή μη έχων επ’ αυτών επικεκολλημένην την φωτογραφίαν του και εσφραγισμένη παρά της Αστυνομικής αρχής θ’ αποστέλληται αμέσως εις το μέτωπον ή σώμα τι προς κατάταξιν αναλόγως της ηλικίας του»[27]

Επομένως ο ανυπότακτος αντιμετώπιζε την «ποινή» να τοποθετηθεί στη… λέσχη αξιωματικών της φρουράς «Πρέβεζας», που ενδεχομένως αποτελούσε και τον τόπο μόνιμης διαμονής του!

Οι επιπτώσεις από την ανοχή της πολιτείας στη μαζική ανυποταξία, και αργότερα στην επίσης μαζική λιποταξία, θα έχουν —μετά το πέρας των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα— σοβαρές επιπτώσεις στο ηθικό και την πειθαρχία των Μονάδων, ειδικά σε αυτές που η διοίκηση ήταν προβληματική. Και αυτό επειδή οι μαχητές του Μετώπου της Μικράς Ασίας γνώριζαν το τι ακριβώς συνέβαινε πίσω.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ιστορικής σημασίας η τοποθέτηση επί του υπόψη ζητήματος του τότε Συνταγματάρχη Πεζικού Ιωάννη Κωτούλα, διοικητή του 46ου Συντάγματος Πεζικού κατά την μάχη του Αλή Βεράν, η οποία βεβαίως διατηρεί την αξία της ακόμη και σήμερα[28].

Επανέλθωμεν εις την πειθαρχίαν. Πώς ταύτην εφηρμόσαμεν κατά τους τελευταίους πολέμους, ή μάλλον πως την κατενοήσαμεν, τα ακόλουθα αποδεικνύσουσι:

1ον) Ουδένα μη προσελθόντα εις την επιστράτευσιν και εκστρατείαν του 1912, ως και τας μετέπειτα, ουδένα λιποτάχτην κατεδίωξεν η πολιτεία· πάντας ημνήστευσε.

2ον) Ουδένα επίσης λιποτάχτην εκ της γραμμής μάχης, ρίψασπιν, φυγάδα, δειλόν κατεδίωξε· ημνήστευσε και τούτους.

3ον) Πάντας τους επανελθόντας εξ αιχμαλωσίας στοργικώς περιεπτύξατο προς βλάβην και αυτών των ιδίων, από των οποίων δεν διέκρινε τους ενόρκως εκτελέσαντας το καθήκον των και το ανεύθυνον της αιχμαλωσίας.

4ον) Δια τους εγκαταλείψαντας το μέτωπον μετά ή άνευ τμημάτων και μη εκτελέσαντας το καθήκον των προ του εχθρού κατά την υποχώρησιν του 1922 δεν ανεζήτησεν την δράσιν των και τα αίτια.

5ον) Κατά καιρούς στασιαστάς συνεχώρησε.

Πως ήδη εις μέλλουσαν επιστράτευσιν και εκστρατείαν θα αναζητήσωμεν όπως τηρηθή η πειθαρχία, δεδομένου ότι κατά το παρελθόν αύτη άλλως κατενοήθη; Δια να απαντήσωμεν εις την αμφιβολίαν αυτήν, ας εξετάσωμεν πως ήδη εφαρμόζομεν ή κατανοούμεν αυτήν εν ειρήνη εν τη σημερινή μας στρατιωτική ζωή.

6. Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΗΤΑΝ ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΑΥΤΗΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Θεωρώ ότι η δύναμη των 13.000 περίπου Ελλήνων της Μικράς Ασίας που προσήλθε υπό τα όπλα ήταν πάρα πολύ μικρή και ότι ο Μικρασιατικός Ελληνισμός μπορούσε να αποδώσει περισσότερους άνδρες στον διεξαγόμενο αγώνα. Η υπόψη κρίση μπορεί να αιτιολογηθεί όμως μόνο με έμμεσο τρόπο, δεδομένου ότι δεν διατίθενται ακριβή στοιχεία για τον Ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας πριν από την Καταστροφή, και ειδικά για τον πληθυσμό που κατοικούσε στην κατεχόμενη από τον Ελληνικό Στρατό ζώνη. Κατόπιν τούτου η προσέγγιση στα πληθυσμιακά δεδομένα του Ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας πριν από την Καταστροφή θα στηριχθεί αφ’ ενός στον αριθμό των εκ της Μικράς Ασίας προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου στα στοιχεία του αρχείου της ΔΙΣ για τον Ελληνικό πληθυσμό της Ζώνης των Σεβρών.

Ο αριθμός των προσφύγων των καταγομένων εκ της Μικράς Ασίας, σύμφωνα με την απογραφή του 1928[29], ανερχόταν σε 626.924 άτομα. Σε αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι πρόσφυγες εκ του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 182.169 και 256.635 αντίστοιχα. Ασφαλώς ο αριθμός των εκ της Μικράς Ασίας προσφύγων σε καμιά περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει και τον πραγματικό Ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας πριν την Καταστροφή, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του πληθυσμού σφαγιάστηκε από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, κυρίως όμως μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Μικρά Ασία. Ειδικότερα μάλιστα σε ότι αφορά τον ανδρικό πληθυσμό στρατεύσιμης ηλικίας που δεν μπόρεσε να διαφύγει έγκαιρα, αυτός σύμφωνα με διάταγμα του Νουρεντίν πασά, παρέμεινε σε ομηρεία στην Μικρά Ασία, στη συνέχεια οδηγήθηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και ένα μεγάλο μέρος του εξοντώθηκε κατά ανηλεή τρόπο στα περιβόητα «Αμελέ Ταμπουρού» (Τάγματα Εργασίας). Σχετικές πληροφορίες για το υπόψη ζήτημα μπορούν να αναζητηθούν στο βιβλίο του Αϊβαλιώτη ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη με τίτλο «Το νούμερο 31328 — το βιβλίο της σκλαβιάς». Ακόμη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ένα μέρος των εκ Μικράς Ασίας προσφύγων αποχωρώντας από τις πατρογονικές του εστίες είτε κατευθύνθηκε σε άλλες χώρες χωρίς να περάσει από την Ελλάδα είτε, αφού κατέφυγε αρχικά στην Ελλάδα, μετοίκησε μέχρι το 1928 σε άλλες χώρες, είτε το 1928 είχε αποβιώσει εξ αιτίας των κακουχιών κατά την διαρρεύσασα εξαετία από την Καταστροφή. Κατόπιν τούτων η εκτίμηση ότι στην κατεχόμενη από τον Ελληνικό Στρατό ζώνη θα πρέπει να διαβιούσε ένας Ελληνικός πληθυσμός 800.000 περίπου ατόμων, δεν πρέπει να βρίσκεται μακριά από την αλήθεια.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από έκθεση της Στρατιάς Μικράς Ασίας —άγνωστης ημερομηνίας— που διασώζεται στο αρχείο της ΔΙΣ[30], σύμφωνα με την οποία ο πληθυσμός της Ζώνης των Σεβρών ανερχόταν πριν το 1914 σε 548.174 Έλληνες και 500.000 Τούρκους. Κατά τους Τουρκικούς διωγμούς του 1914, 140.000 Ελληνικής καταγωγής άτομα κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, ενώ άλλοι 50.500 εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Μετά την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία, 105.000 άτομα από αυτά που κατέφυγαν στην Ελλάδα επανήλθαν στις εστίες τους, ενώ από τους 50.500 εκτοπισμένους επανέκαμψε το 50%, με το άλλο 50% είτε να έχει πεθάνει, είτε να έχει εκτελεστεί από τους Τούρκους. Οι αριθμοί αυτοί συμφωνούν και με έρευνα της Αρμοστείας που υπολόγιζε τον Ελληνικό πληθυσμό της Ζώνης των Σεβρών σε 468.000 άτομα.

Θα πρέπει να ληφθεί όμως υπόψη ότι τον Μάρτιο του 1921 η Στρατιά Μικράς Ασίας κατείχε μία έκταση τριπλάσια αυτής της Ζώνης των Σεβρών, στην οποία κατοικούσαν σημαντικοί Ελληνικοί πληθυσμοί, ασφαλώς μικρότερης δυναμικότητας αυτής των Σεβρών.

Συνεπώς, η εκτίμηση ότι στην κατεχόμενη από τη Στρατιά Μικράς Ασίας ζώνη κατοικούσαν 800.000 περίπου Έλληνες δεν μπορεί παρά να προσεγγίζει την πραγματικότητα. Σε αυτόν τον πληθυσμό —και κατ’ αναλογία με ότι ίσχυε στην Ελλάδα όσο αφορά τον «ονομαστικό» πληθυσμό των κλάσεων— αντιστοιχούσαν για κάθε μία εκ των κλάσεων που κλήθηκαν υπό τα όπλα, 4.000 περίπου άνδρες. Επομένως η επιστράτευση 12 κλάσεων θα έπρεπε να αποδώσει τουλάχιστον 40.000 χιλιάδες άνδρες.

Συνεχίζοντας την έμμεση προσέγγιση του υπόψη ζητήματος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο εκ Μικράς Ασίας ιατρός Σιώτης, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της Επιτροπής της Μικρασιατικής Άμυνας, κατά την συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη στις 17 Μαρτίου 1922, αποδέχθηκε ότι η στρατιωτική δύναμη που μπορούσε να οργανωθεί από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας δεν μπορούσε να είναι ανώτερη των 60.000 ανδρών[31].

Δυστυχώς πολύ αργότερα  —και σε αυτή την περίπτωση—  λίγο πριν την Καταστροφή, θα μάθουμε ότι και πολλοί Έλληνες της Μικράς Ασίας, χρησιμοποιώντας διάφορους ευφάνταστους τρόπους απέφευγαν να προσέλθουν προς κατάταξη όταν καλούνταν υπό τα όπλα και επίσης ότι πολλοί από αυτούς που είχαν στρατευθεί, μετά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, λιποτάχτησαν μαζικά.[32],[33]

«[..] Άνδρας θέλει ο Μικρασιατικός αγών, και δώδεκα χιλιάδες Σμυρνιοί έγιναν ξένοι υπήκοοι για να αποφύγουν τη στρατολογία. [..] Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος [..] απέκαλυψεν ότι κατά χιλιάδας τρέχουν στα μητροπολιτικά γραφεία για να πάρουν ψεύτικα πιστοποιητικά και στα ξένα προξενεία για να αποκτήσουν ξένη υπηκοότητα, ή τέλος φυγαδεύονται από τους γονείς τους εις το εξωτερικόν. [..] Αλλά μήπως και ο ίδιος ο Πατριάρχης δεν φώναξε προ ημερών στο εκκλησίασμα ενός ναού στα Ταταύλα της πόλης: «Όλοι οι ανυπότακτοι και οι λιποτάκται να φύγετε γρήγορα για το μέτωπο και μη προφασίζεστε το καθεστώς.»[34]

(Σημείωση: Οφείλω θερμές ευχαριστίες στον ιστορικό ερευνητή κύριο Κωνσταντίνο Βλάσση, εκ των συντελεστών του εξαιρετικής ύλης περιοδικού του ειδικού τύπου «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ», του οποίου η αμέριστη βοήθεια στη συγγραφή του παρόντος κειμένου υπήρξε πολύτιμη.)

Παραπομπές

[1]  Εκδόσεις ΔΙΣ

[2]  Αρχείο ΔΙΣ

[3]  Αρχείο ΔΙΣ

[4]  Αρχείο ΔΙΣ

[5]  Αρχείο ΔΙΣ

[6]  Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[7]  Αρχείο ΔΙΣ

[8]  Εκδόσεις ΔΙΣ

[9]  Αρχείο ΔΙΣ

[10] Αρχείο ΔΙΣ

[11] Αρχείο ΔΙΣ

[12] Αρχείο ΔΙΣ

[13] Εκδόσεις ΔΙΣ, Απομνημονεύματα Παπούλα

[14] Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[15] Εκδόσεις ΔΙΣ

[16] Αρχείο ΔΙΣ

[17] Αρχείο ΔΙΣ

[18] Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[19] Εκδόσεις ΔΙΣ

[20] Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος

[21] Εκδόσεις ΔΙΣ

[22] Εκδόσεις ΔΙΣ

[23] Εκδόσεις ΔΙΣ

[24] Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[25] Μπουλαλά Κλ ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, Έκδοση 1959

[26] Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[27] Ημερήσιος Τύπος της εποχής

[28] Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια

[29] Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος

[30] Αρχείο ΔΙΣ

[31] Αρχείο ΔΙΣ

[32] Εκδόσεις ΔΙΣ

[33] Μπουλαλάς., ό.π.

[34] Τζανακάρη Βασ., Δακρυσμένη Μικρασία, Έκδοση 2013

Advertisements

17 Responses to Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’

  1. Demetrios says:

    Αν κρίνει κανείς από οικογενειακές μαρτυρίες, ακόμα και τραυματίες του 1912-13 με σχετικά σοβαρά τραύματα είχαν επιστρατευτεί κανονικά στη Μικρά Ασία (συγγενής που είχε χάσει το μάτι του στο 2ο Βαλκανικό, υπηρετούσε κανονικά στη Μικρά Ασία σαν έφεδρος υπαξιωματικός για παράδειγμα)

  2. Demetrios says:

    Ως προς το συνολικό αριθμό των ανυπότακτων, «Ο Ελληνικός Στρατός της πρώτης εκατονταετίας» του Στασινόπουλου του 1935 έχει μάλλον ενδιαφέροντες αριθμούς.

    Περιφέρεια Υπόχρεοι στράτευσης Ανυπότακτοι 1/6/1921 ανυπότακτοι % (υπολογ. δικός μου)
    Ι (Λάρισα) 52.706 15.337 29,09%
    ΙΙ (Αθήνα) 48.298 33.693 69,76%
    ΙΙΙ & ΙV (Πάτρα & Ναύπλιο) 86.580 42.645 49,26%
    ΧΙΙΙ (Χαλκίδα) 36.349 12.726 35,01%
    ΧΙV (Καλαμάτα) 34.315 13.299 38,76%
    ΣΔ Κρήτης 45.807 12.584 27,47%
    ΣΔ Αρχιπελ. 38.436 13.134 34,17%

    Κατά την έκθεση της ΕΥΣ που αναπαράγει ο Στασινόπουλος ως 30-40% του αριθμού των ανυπότακτων οφειλόταν σε μη εκκαθάριση των στρατολογικών καταλόγων αλλά και πάλι μιλάμε για τουλάχιστον 100.000 ανυπότακτους χωρίς να υπολογίζουμε τη Μακεδονία και την Ήπειρό. Επιπλέον βλέπουμε μια σαφέστατη διαφοροποίηση στα ποσοστά των ανυπότακτων ανά περιοχή, η Κρήτη έχει το μικρότερο ποσοστό ανυπότακτων και η Πελοπόννησος και η Αττικοβοιώτια κατ’ εξοχήν βασιλικές περιοχές τα υψηλότερα. Αγνόησαν οι μετα-Νοεμβριανές κυβερνήσεις την ανυποταξία στις περιοχές που κατεξοχήν τους υποστήριζαν; Μάλλον ναι αν κρίνουμε από τους αριθμούς…

  3. ΑΧΕΡΩΝ says:

    Κατατοπιστικώτατη όπως πάντα ἡ εργασία του Αρματιστή Ταξιάρχου,αλλά και τα δύο σχόλια του Demetrios σπάνε κόκκαλα.
    Αναπαριστώντας το τότε,και κάνοντας τις αναγωγές στο σήμερα,αβίαστη διαπίστωση είναι ότι στην Νεώτερη Ἑλλάδα ἡ κυρίαρχη πολιτκή πρακτική είναι ὁ κωλεττισμός,και αυτό εξηγεί πολλά.
    Δέν θα αντισταθώ στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι ὁ Δ.Γούναρης,ειδικά αυτός,υπήρξε ανεκδιήγητος.
    Ἡ στάση του στο θέμα της επιστρατεύσεως,τόσο εξ αρχής,όταν δηλαδή επιβαλλόταν για την συνέχιση της Εκστρατείας,όσο και στην συνέχεια,όταν του ζητήθηκαν ενισχύσεις στην σύσκεψη της Κιουτάχειας,και αποσβολωμένος δήλωνε «μα,εγώ ευελπιστούσα ότι θα μπορούσα να ανακοινώσω την απόλυση κάποιων ηλικιών…»,είναι το λιγώτερο εξοργιστική.
    Μία έγκαιρη αποδυνάμωση του ιδίου και της πολιτικής του από τους Ηνωμένους,ίσως έσωζε την Πατρίδα από την καταστροφή,και τον ίδιο από το απόσπασμα,ἄν και είμαι πεπεισμένος ότι το τελευταίο το κέρδισε με την αξία του.

  4. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ says:

    Όσα περισσότερα μαθαίνω για τον Μικρασιατικό Πόλεμο,- κι ευχαριστώ γι αυτά τους άξιους συντάκτες των κειμένων της σελίδας- ,τόσο περισσότερο πείθομαι για τις εγκληματικές παραλείψεις και ανεπάρκειες τής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της περιόδου. Η οικογένεια του πατέρα μου κατέφυγε το 1915 από τα Αλάτσατα στην Θεσσαλονίκη , για να επιστρέψει το 1919 , πιστεύοντας ότι πλέον η πατρίδα τους έγινε Ελλάδα , για να ξεριζωθούν πάλι οριστικά το 1922 , αφού όμως ο παππούς μου απήχθη από τους Τσέτες για να μη επιστρέψει ποτέ. Στις συζητήσεις του πατέρα μου με τα αδέλφια του ( μακαρίτες όλοι προ πολλού), υπήρχε πάντα διαφωνία για τις ευθύνες των ηγετών για την καταστροφή , κι εγώ διατηρούσα μια συμπάθεια για τους 6 του Γουδή ,που όμως τώρα πια θεωρώ την τιμωρία τους δίκαιη.

  5. .+- says:

    Συγχαρητηρια για το εξαισιο κειμενο.

    Θα μου επιτρεψεις μια μικρη παρατηρηση:

    «..Συνεπώς, η εκτίμηση ότι στην κατεχόμενη από τη Στρατιά Μικράς Ασίας ζώνη κατοικούσαν 800.000 περίπου Έλληνες δεν μπορεί παρά να προσεγγίζει την πραγματικότητα…»

    Απο στοιχεια απογραφης που εχω στην κατοχη μου, ο μικρασιατικος πλυθησμος στην Ελληνικη κατεχομενη ζωνη ηταν περιπου 1 εκ. Απο αυτους οι Ελληνες ηταν περιπου 560 χλδ. Με την επιστρατευση του 1921, σε ρεαλιστικη βαση, με τους 19,5 χλδ επιστρατους, μαλλον ειχαν εξαντλησει τις δυνατοτητες που ειχαν. Δεν γνωριζω να υπαρχουν αναφορες οτι επαναληφθηκε και το 1922.

    μια αλλη μικρη παρατηρηση:
    «5 Έμπεδα Πεζικού Σ. Στρατού: Αξιωματικοί (;) , Οπλίτες 7.000..»
    Γνωριζεις ποσοι θα επρεπε, με βαση τους ΠΟΥ, να ειναι κανονικα στα εμπεδα;

    Και ενα ερωτημα προς διευκρηνηση:

    «..Η σημαντική αύξηση της δύναμης των προσκολλημένων στις Μ.Μ.Μ. του Γ΄ Σώματος Στρατού, οφειλόταν —μάλλον— στην προσκόλληση σε αυτό του 5ου Συντάγματος Πεζικού της Ι Μεραρχίας..»

    Γνωριζω οτι 1 ΣΠ της 11ης ΜΠ ειχε προσκοληθει στο Γ’ΣΣ τις παραμονες των επιχειρησεων.
    Αλλά οχι της 1ης ΜΠ.
    Δεν ειναι οτι αναφερεσαι στο 47ο ΣΠ, που χρεωθηκε τον ρολο ΣΠ «Μετοπισθεν» στο Βορειο τμημα της Στρατιας;

    Με εκτιμηση

    .+-

  6. ΚΛΕΑΝΘΗΣ says:

    Μια και βλέπω ότι να αναφύεται στα σχόλια το ζήτημα της εκτέλεσης των Έξι, να θυμίσω ότι αυτοί δικάστηκαν και εκτελέστηκαν με την κατηγορία ότι σκόπευαν εξ΄ αρχής και ενήργησαν έτσι ώστε να παραδώσουν την ελληνική μικρασία στον κεμαλικό στρατό. Με άλλα λόγια δεν κατηγορήθηκαν απλώς για λάθη και παραλείψεις αλλά για ηθελημένη προσπάθεια εξόντωσης της ελληνικής μικρασίας.

  7. Αρματιστής says:

    .+-
    Μάλλον οι αξιωματικοί είναι 100. Αλλά στο έγγραφο -λόγω της φθοράς- αυτό δεν φαίνεται. Δεν φαίνεται επίσης και η συνολική δύναμη.
    Στις επιχειρήσεις του Μαρτίου είχε δοθεί στο Γ’ Σ.Σ. το 5ο ΣΠ της Ι Μεραρχίας.
    Στις επιχειρήσεις του Ιουλίου είχε δοθεί στο Γ’ Σ.Σ. το 17ο ΣΠ της ΧΙ Μεραρχίας.

  8. Demetrios says:

    .+- Οι 550.000 προέρχονται υποθέτω από τον Πετζόπουλο «The Balkan exchange of Minorities and its impact on Greece» (ή τον Πάλλη που λίγο πολύ μας πάει στο ίδιο σημείο. Ωστόσο αφορούν μόνο στον πληθυσμό της ζώνης των Σεβρών. Δεν αφορούν ούτε στην περιοχή που είχε καταλάβει ο ΕΣ εκτός της ζώνης των Σεβρών η οποία είχε τουλάχιστον άλλες 250.000 Έλληνες (το βιλαέτι Προύσσας, είχε περί τις 274.000, μείον περί τις 32.000 της περιοχής Κυδωνιών δίνει περίπου 242.000, συν λίγες δεκάδες χιλιάδες στο βιλαέτι Αϊδινίου εκτός της ζώνης των Σεβρών) ούτε σε πρόσφυγες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας προς τη Σμύρνη.

    Οπότε οι 800.000 σύνολο είναι ένας λογικός υπολογισμός νομίζω.

  9. ΑΧΕΡΩΝ says:

    @ΚΛΕΑΝΘΗΣ
    Θα μου επιτρέψεις να πώ δυό λόγια για το Γουδή.
    Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν δίκη σκοπιμότητος,στην πραγματικότητα όλες οἱ πολιτικές δίκες είναι δίκες σκοπιμότητος.
    Το είχα απωθήσει επί χρόνια,επειδή δέν ήθελα να γίνω εμμέσως απολογητής εκείνου του κουναβιού,του Ελ.Βενιζέλου-διότι στην Ἑλλάδα,ἤ μάλλον μεταξύ Ἑλλήνων όπου γής,όταν ξεβρακώνεις τους μέν,είσαι με τους δέ,ἄν πἀλι τουςξεβρακώσεις όλους,σου την λένε «ἔ,με ποιούς είσαι ρε φίλε;»
    Όμως,τα τελευταία χρόνια γίνεται μία προσπάθεια ολικής επαναφοράς,με την αναθεώρηση της δίκης,με την μαρτυροποίηση των Έξη,εμμέσως με δαιμονοποίηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας,της Μεγάλης Ιδέας,εν τέλει του Στρατεύματος και της Εθνικής Άμυνας-αλλά και των προσφύγων.
    Ωστόσο,επειδή ἡ Μικρασιατική Καταστροφή επήλθε εξ αιτίας λαθών τα οποία δέν δικαιολογούνται,και αφού έσκασε στα χέρια τους ἡ βόμβα,οἱ Έξη,ἤ μάλλον όλοι όσοι ανέλαβαν την προεδρία της κυβερνήσεως και κρίσιμα υπουργεία και την αρχιστρατηγία όταν επισυνέβη αυτή,θα έπρεπε τουλάχιστον…να αυτοκτονήσουν.
    Φέρουν μέρος της ευθύνης,εφόσον λύσσαξαν να διαδεχθούν τον Ελ.Βενιζέλο,πράγμα που «πέτυχαν» τον Νοέμβριο του 1920,υποσχόμενοι «τα παιδιά μας πίσω».
    Αλλά,όπως και με το «λεφτά υπάρχουν»,κάτι άλλο εννοούσαν.
    Ἄν αυτό το άλλο ήταν ἡ παγκοίνως γνωστή -και αποδεκτή- κουτάλα,ἤ κάτι πιό βαθύ,πιό μεγάλο,δέν είναι δυνατόν να ιχνηλατηθεί σε ένα σχόλιο,αλλ᾿ούτε κἄν να αποδειχθεί σε μία δίκη.
    Τότε,όπως και σήμερα,υπάρχουν πορτοπαράθυρα για να την κάνουν οἱ υπαίτιοι με το φωτοστέφανο του μάρτυρα,ἤ σάπια σανίδια στα οποία να στηριχθεί μία κατηγορία,ώστε να καταπέσει.
    Και βεβαίως,ούτε στο Γουδή προσήχθησαν όλοι οἱ υπαίτιοι,έλλειπαν ὁ Βενιζέλος και ὁ Στεργειάδης για παράδειγμα,ίσως και ὁ Παπούλας-ἄν και αυτός παρουσιάστηκε ὡς μάρτυς κατηγορίας!
    Θα μου πείς τώρα,γιατί να πληρώσουν το μάρμαρο οἱ Έξη…
    Μά,ἄν προέκυπτε ,όπως κόντεψε,ένας θρίαμβος,δέν θα τον οικειοποιούντο;
    Εδώ,έφτασαν να πανηγυρίζουν υπαρκτές αλλά και ανύπαρκτες νίκες οἱ «Επίστρατοι» στην Αθήνα,τραγουδώντας «του αητού ὁ γυιός»,και πυροβολώντας στον αέρα (με ποιά πυρομαχικά άραγε,αυτά που έλλειπαν απο την Μικρασία;),και ενίοτε οἱ σφαίρες να βρίσκουν και κανέναν «αχώνευτο»,σάν τον Καβαφάκη.
    Ἔ,λοιπόν,όπως οικειοποιούντο υποτιθέμενες νίκες,ώφειλαν να χρεωθούν και μία πραγματική Καταστροφή.
    Και τον Άλ Καπόνε για ανθρωποκτονίες τον κυνηγούσαν οἱ «Αδιάφθοροι»,αλλά για φορολογικά μπόρεσαν να τον μπουζουριάσουν.
    Όπως το έθεσε ὁ Στάθης Πρωταίος,συγγραφέας του βιβλίου «Ἡ δίκη των Ἕξ»,ὁ Στρατός διψούσε για αίμα,οἱ πρόσφυγες διψούσαν για αίμα,από εκεί και πέρα προσθέτω εγώ ότι ἡ βενιζελική παράταξη αλλά και ἡ καταρρακωμένη τιμή τους Έθνους διψούσε για αίμα,ίσως το Γουδή να απέτρεψε και έναν εμφύλιο.
    Αλλά μετά βεβαιότητος τροφοδοτεί μία πόλωση και έναν διχασμό-σύμφωνα και με τις παραδόσεις του Έθνους.

  10. .+- says:

    @Demetrios says: 20 Ιουνίου 2017 στο 00:18

    οχι δεν ειναι απο εκει. Ειναι απο στοιχεια απογραφης του 1920-21. Σαντζακια Σμυρνης & Μαγνησιας, στα οποια μεχρι και το 1921 ειχε συγκροτηθει ελληνικη διοικηση. Οι αλλες περιοχες δεν ειχαν οργανωθει ακομη διοικητικα και για αυτο δεν μπορει να πει με σιγουρια καποιος οτι ηταν «..τοσοι» και να τους θεωρησεις σαν «δεξαμενη» προσωπικου για τον ΕΣ. Οι «σιγουροι», οι περισσοτεροι, ηταν στην πολη της Σμυρνης. Κατανοω οτι σε ενδιαφερει η αποδοση των κλασεων.

    Μην ξεχνας οτι η χρονικη περιοδος ειναι μετα το τελος του Α’ΠΠ και εντωμεταξυ συνεβησαν παρα πολλα που ειχαν αλοιωσει σε σημαντικο βαθμο την συνθεση των πλυθησμων. Εαν οι περισσοτεροι ηταν γεροι, μητερες και παιδια και οχι αρρενες προς στρατευση, αυτο δεν το ξερουμε με σιγουρια. Αλλα ειναι το ποιο πιθανο. Οποτε η αποδοση των κλασεων ισως να ηταν εξαιρετικα μειωμενη σε σχεση με την αναλογια που συνηθως αντιστοιχει κατα την διαρκεια της ειρηνικης περιοδου.

    Το 1922 οταν προσπαθησαν να αυτονομησουν την Σμυρνη και να συγκροτησουν και στρατευμα, αλλα τελικα δεν εκαναν τιποτα, ισως ηταν -αναμεσα στα αλλα- γιατι ηδη ο τοπικος πλυθυσμος ειχε δωσει τα «ρεστα» του.

    .+-

  11. .+- says:

    @ ΑΧΕΡΩΝ says: 20 Ιουνίου 2017 στο 02:05

    Συμφωνω.

    Ο Ε. Βενιζελος, μαλλον ειχε ερθει σε αδιεξοδο (διπλοματικο, πολιτικο, στρατιωτικο, οικονομικο) απο τον σεπτεμβριο του 1920 και ισως «την εκανε» δια των εκλογων.
    Αυτοι που τον «ακολουθουσαν» απλα τα παρατησαν με την εναλλαγη της κυβερνησεως.
    Αλλα ομως δεν πιστευω οτι ηταν «τυφλοι».
    Κρατησαν ομως «κλειστο» το στομα τους.

    Οι «αλλοι», απλα πιστεψαν οτι θα «θριαμβευαν» εκει που ο Βενιζελος απετυχε. Διαπιστωσαν το λαθος τους με σημαντικη καθυστερυση, αλλα επελεξαν να συνεχισουν, μεχρι που τους εσκασε η «βομβα» και την πατησαν με τραγικη καταληξη για ολους.

    Ισως αυτο να ειχε δει ο Ι. Μεταξας και να αρνηθηκε την παραμικρη συμμετοχη στο δραμα που παιζονταν.

    .+-

  12. PROMAXOS says:

    Εξαιρετικό, όσο και συγκλονιστικό κείμενο. Και μόνο η υστέρηση της ονομαστικής δύναμης των κλάσεων σε σχέση με την ηλικιακή ομάδα είναι σοκαριστική. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στο μέτωπο οπλίτης με ηλικία μεγαλύτερη των 28 ετών.

    Εξίσου σοκαριστική η απροθυμια των Μικρασιαστών να στρατευτουν, σε πλήρη αντίθεση με Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Αιγαιοπελαγίτες και Κρήτες κατά τους Βαλκανικούς. Είναι μεν βέβαιο ότι ένα σημαντικό μέρος του νεαρού άρρενος πληθυσμού είχε εξοντωθεί στα άμελε ταμπούρου (ή από τους ληστές/ατάκτους που μάστιζαν τους ελληνικούς πληθυσμούς κατά τον Α ΠΠ) αλλά 13.000 προς 40.000 είναι λιγότερο από το 1/3 της απόδοσης σε σχέση με την «ευρωπαική» Ελλάδα. Άντε να δεχθούμε ότι θα απέδιδαν τα 2/3, αυτό θα σήμαινε άλλους 13.000, η δύναμη μιάμιση μεραρχίας που τόσο έλλειψε και προ της Άγκυρας που η μάχη χάθηκε παρά τρίχα (θα είχε κερδηθεί ο πόλεμος, αν είχε κερδηθεί η μάχη αυτή) και το 22 στην εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ (αν δεν είχε αποτραπεί η ήττα, θα είχε αποτραπεί τουλάχιστον η καταστροφή και μάλιστα στις διαστάσεις που έλαβε).

    Και μια ερώτηση. Τι είναι οι Μ.Μ. των Σ.Σ.;

  13. ΑΧΕΡΩΝ says:

    @PROMAXOS
    Μή Μεραρχιακές Μονάδες

  14. ilias stampoulidis says:

    θα ηθελα να προσθεσω στο θεμα καποια οικογενειακα στοιχεια.
    ο προπαππος μου σμυρνιος μαγαζατορας ειχε επιστρατευτει απο τους τουρκους στον ΑΠΠ και ειχε σταλεί στο ερζερουμ να σπαει πετρες στα βουνα μαζι με πολλους Ιωνες που πεθαιναν σαν μυγες. δραπετευσε 2 φορες και επεστρεψε στη σμυρνη με τα ποδια, τον πιασανε και θα τον κρεμουσαν οι τουρκοι αλλα του εδωσαν χαρη. η οικογενεια του ζητιανευε για να ζησει (τοτε 3 παιδια). οταν ηρθε ο ΕΣ φυσικα χαρηκαν πολυ αλλα που μυαλο για καταταξη στον ΕΣ…
    θελω να πω οτι οι τουρκοι εκαναν καλη προληπτικη δουλεια με τα ταγματα εργασιας και οι ιωνες ειχαν φτασει στα ορια τους οταν ηρθε ο ΕΣ το 1919 γι αυτο δεν πηγαν μαζικα να καταταχτουν…
    βεβαια οι ιωνες δεν ηταν και πρωτοι στ αρματα οπως πχ οι ποντιοι. ο ποντιος προπαππος μου σιδερας στο επαγγελμα ηταν μεγαλος ανταρτης μεσα στα αρματα στην σαμψουντα αλλα δυστυχως αυτους τους εγκαταλειψαμε….

  15. ilias stampoulidis says:

    να προσθεσω μια σκεψη μου.
    οπως συζηταμε για επιστρατευση των ιωνων στα 1921 νομιζω οτι και οι τουρκοι της ιωνιας (ιδιως παιδια προυχωντων) θα επρεπε να επιστρατευτουν απο τον ΕΣ και να σταλουν να σπανε πετρες σε ξερονησια οπως εκαναν οι νεοτουρκοι με τους ιωνες. Ετσι πιθανα θα περιοριζαμε τους τσετες και θα χαμε ομηρους (διαπραγματευτικο χαρτι) αλλα εμεις αλλου….

    πηγαινοντας στη Μ. Ασια επρεπε να μαστε αδιστακτοι και ετοιμοι για ολα αλλιως…

  16. Γιάννης Γ. says:

    Οι έξι δολοφονήθηκαν κυρίως επειδή, όπως μαρτυρεί ο ίδιος ο Πολίτης σε επιστολή του, παρά τη Μικρασιατική καταστροφή και παρά την αλλαγή του καθεστώτος, ο «κωνσταντινισμός» ήταν ακόμα πολύ ισχυρός και, συνεπώς, εάν γίνονταν εκλογές, όπως είχε εξαγγελθεί στην επαναστατική προκήρυξη, ήταν πολύ πιθανό να τις κέρδιζε. Δεύτερος κατά σειρά λόγος, έπρεπε άρον άρον να τους φορτώθεί η απώλεια της Θράκης πριν ο κόσμος συνειδητοποίηση πως οι βενιζελικοί ήταν απλώς θύματα εξαπάτησης από τους συμμάχους που ισχυρίζονταν πως αν, δήθεν, έφευγε ο Κωνσταντίνος και το καθεστώς γινόταν φιλοανταντικό η Ελλάδα θα καταξιωνόταν της συμμαχικής υποστήριξης. Έτσι στήθηκε μια ολόκληρη σκηνοθεσία με βαλτούς να φωνάζουν για κρεμάλες στην προορισμένη να προετοιμάσει τις εκτελέσεις συγκέντρωση της 9ης Οκτωβρίου ώστε να φανεί πως ο κόσμος διψούσε για αίμα και πως οι εκτελεστές ανταποκρίνονταν στο λαϊκό αίσθημα.

    Οι εξωδικαστικές δικαιολογίες των δολοφονιών ήταν να εκδηλωθεί έμπρακτα η σύμπλευση με την Αντάντ και να ενισχυθεί ο Βενιζέλος στον διπλωματικό του αγώνα. Μετά από χρόνια ανακάλυψαν πως έτσι, τάχα, συγκροτήθηκε η στρατιά της Θράκης.

  17. .+- says:

    @ Γιάννης Γ. says:23 Ιουνίου 2017 στο 16:30

    «..πριν ο κόσμος συνειδητοποίηση πως οι βενιζελικοί ήταν απλώς θύματα εξαπάτησης από τους συμμάχους που ισχυρίζονταν πως αν, δήθεν, έφευγε ο Κωνσταντίνος και το καθεστώς γινόταν φιλοανταντικό η Ελλάδα θα καταξιωνόταν της συμμαχικής υποστήριξης…»

    Μεχρι σε ποιο βαθμο μπορει να υποστηριχτει οτι ειναι απολυτα ορθη η παραπανω εκφραση;
    Μεχρι σε ποιο βαθμο, οι ελληνικες βλεψεις και οι αντιστοιχες συμμαχικες, «ταυτιζονταν» και απο ποιο σημειο και μετα διαφοροποιηθηκαν και οι «δρομοι χωρισαν»; Αντιληφθηκαν οι «Βενιζελικοι», ή και οι «Βασιλικοι» οτι υπηρξε μια διαφοροποιηση; αντιληφτηκαν οτι ο «ανεμος» ειχε αλλαξει; Μεχρι σε ποιο βαθμο το οραμα της «Μεγαλης Ιδεας» τους ειχε μαγνητησει και τους επηρεασει στις αποφασεις τους;

    .+-

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s