ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ» ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Πέραν των «οργανωτικών αιτίων»

 

Η Ανυπαρξία Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας

Για μία χώρα που αντιμετωπίζει ιστορικά οξεία -και υπαρξιακή, πλέον – απειλή εθνικής ασφαλείας, το επίπεδο ατροφίας της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι καταπληκτικό.

Σε μία χώρα που έχει αναλογικά υψηλότατες αμυντικές δαπάνες και σε απόλυτους αριθμούς, πολύ υψηλές αμυντικές δαπάνες, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία περιορίζεται σε τέσσερεις μεγάλες, μισο-νεκρές κρατικές βιομηχανίες (ΕΑΒ, ΕΑΣ, ΕΝΑΕ, ΕΛΒΟ) οι οποίες έχουν εξελιχτεί σε καρκίνο για την άμυνα, την οικονομία και την κοινωνία, τρεις μικρές, εξειδικευμένες αλλά ιδιαίτερα δυναμικές και διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες (Θέων, ISI και Sunlight) και μία εταιρεία με ιδιαίτερη μηχανουργική εξειδίκευση αλλά χωρίς άλλη αμυντική τεχνογνωσία (ΜΕΤΚΑ). Αν στο σύνολο αυτό προσθέσει κανείς την εργοστασιακή υποδομή των ΕΔ, λαμβάνει κανείς ένα θλιβερά απογοητευτικό -πρακτικά μηδαμινό- σύνολο.

Στο ερώτημα: «ποια είναι η αιτία της κατάστασης;» δίνονται πολλές απαντήσεις, ενίοτε εύστοχες, συνηθέστερα άστοχες. Το ζητούμενο είναι, όμως να εντοπιστούν τα θεμελιώδη αίτια του προβλήματος, και να διαχωριστούν από συμπτώματα ή δευτερεύουσας σημασίας αίτια. Παρ’ όλο που υπάρχει μία γενική αμηχανία σχετικά με το μέγεθος της αποτυχίας, αυτή συνήθως αποδίδεται σε υπαρκτά αλλά δευτερεύοντα φαινόμενα.

Η κατανόηση των πραγματικών αιτίων έχει κρίσιμη σημασία προκειμένου να μην υπάρχουν προσδοκίες από ενέργειες ή πράξεις, ακόμη περισσότερο από διακηρύξεις, που δεν αφορούν τα πραγματικά αίτια της αποτυχίας.

Η Αμυντική Βιομηχανία είναι Πολιτικό Ζήτημα

Η παραπάνω θέση θα φανεί, ενδεχομένως, υπερβολική ή αυθαίρετη· ενδεχομένως θυμίζει και πρόσφατους κωμικούς ισχυρισμούς για την κρίση χρέους. Όμως, όχι απλώς είναι απολύτως ακριβής, αλλά αποτελεί και την ουσία του προβλήματος της ανυπαρξίας αμυντικής βιομηχανίας. Για την ακρίβεια, αυτό σημαίνει ότι η αμυντική βιομηχανία δεν υπήρξε ποτέ σημαντική πολιτική προτεραιότητα για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Όμως αμυντική βιομηχανία δεν γίνεται να αναπτυχθεί χωρίς να αποτελέσει σημαντική πολιτική προτεραιότητα για πολλές διαδοχικές κυβερνήσεις.

Για να κατανοήσει κανείς τη φύση του προβλήματος, θα πρέπει να κατανοήσει τη διπλή φύση της πολεμικής βιομηχανίας. Η πολεμική βιομηχανία είναι:

(α) ζήτημα εθνικής ασφαλείας, γιατί η ανάπτυξή της προσδίδει στη χώρα στρατηγική αυτονομία – αντίστοιχη του βαθμού ανάπτυξής της

(β) ζήτημα εθνικής οικονομίας, γιατί η πολεμική βιομηχανία είναι στην ουσία της μία οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα βιομηχανική.

Η ανυπαρξία πολεμικής βιομηχανίας σχετίζεται ουσιωδώς με θεμελιώδη προβλήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας ακριβώς σε ότι αφορά την εθνική της ασφάλεια και την εθνική της οικονομία:

(α) Οι ελληνικές ηγετικές ομάδες δεν αποζητούν καμία στρατηγική ή πολιτική αυτονομία για τη χώρα, και συνεπώς δεν ενδιαφέρονται για έναν τομέα που προσδίδει κάποια τέτοια αυτονομία, όπως η αμυντική βιομηχανία.

(β) Για λόγους που έχουν σχέση με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, όσο και με την επαρχιωτική πνευματική και ιδεολογική συγκρότηση των ηγετικών ομάδων της χώρας, η Ελλάδα έχει παραιτηθεί από οποιαδήποτε ιδέα βιομηχανικής πολιτικής· για την ακρίβεια, στον βαθμό που κάποιοι τη γνωρίζουν, τη θεωρούν «κακή πρακτική». Αυτός είναι, άλλωστε, και ένας βασικός λόγος της γενικότερης τραγικής βιομηχανικής υπανάπτυξης – κατ’ αυτό η αμυντική βιομηχανία δεν διαφέρει από την υπόλοιπη βιομηχανία.

 Οι Δυο Λόγοι – Αναλυτικά

Η Πολιτική «Εθνικής Ασφαλείας»

Όταν η πολιτική τάξη αλλά και άλλες «ηγετικές» τάξεις της Χώρας αναφέρονται (σπανίως κι ευκαιριακά) στην αμυντική βιομηχανία, είναι εμφανής μία θεμελιώδης αμηχανία. Υπάρχει η αίσθηση ότι η αμυντική βιομηχανία είναι κάτι «καλό», «ωφέλιμο», «χρήσιμο» κι ενδεχομένως «οικονομικά συμφέρον». Ταυτόχρονα, υπάρχει μία εμφανής «ζήλεια», ίσως και ανησυχία για τα επιτεύγματα της Τουρκίας στον τομέα αυτόν, η οποία μάλιστα έρχεται να διαψεύσει την παλαιά υπεροψία και συγκατάβαση έναντι των ικανοτήτων της γειτονικής χώρας.

Εξ ίσου εντυπωσιακή με την «γενικώς» «θετική άποψη» που έχουν συνολικά οι ηγετικές ομάδες της Χώρας για τη σημασία της αμυντικής βιομηχανίας, είναι η αμηχανία σχετικά με την ακριβή σημασία και λειτουργία της. Αν αντιπαρέλθει κανείς τη «γενικώς θετική γνώμη» κι αναζητήσει γραπτά κείμενα ή προφορικές καταθέσεις, πλήρεις ή αποσπασματικές, σχετικά με τον συγκεκριμένο, πρακτικό ρόλο της αμυντικής βιομηχανίας στην Εθνική Ασφάλεια και την πρακτική σημασία της, θα συναντήσει το απόλυτο κενό. Πιο απλά, οι «υπεύθυνοι» δεν πολύ-κατανοούν γιατί ακριβώς είναι «καλόν πράγμα» η αμυντική βιομηχανία, παρ’ όλο που φαίνονται πεπεισμένοι περί αυτού.

Ασχέτως της ακριβούς λειτουργίας της αμυντικής βιομηχανίας, το θέμα είναι ότι, τελικά, η αμυντική βιομηχανία είναι ένας παράγοντας που ενισχύει τη στρατηγική και πολιτική αυτονομία μίας χώρας στη διεθνή σκακιέρα, που αυξάνει τους «βαθμούς ανεξαρτησίας» της. Προφανώς δεν καθιστά μία χώρα, και μάλιστα μικρή, «ανεξάρτητη» στρατηγικά και πολιτικά· κάτι τέτοιο είναι αδύνατον για πολύ ισχυρότερες χώρες από την Ελλάδα. Στην πράξη, καμία χώρα δεν είναι πλήρως και απόλυτα στρατηγικά και πολιτικά «ανεξάρτητη», εκτός από δύο-τρεις εξαιρετικά μεγάλες δυνάμεις, που κι αυτές στον χρόνο έχουν κυμαινόμενο επίπεδο ισχύος και ανεξαρτησίας. Όμως όλες οι χώρες που δεν είναι στρατηγικές, πολιτικές, οικονομικές κ.λπ. «υπερδυνάμεις» δεν είναι ίσες μεταξύ τους. Η εσωτερική πολιτική θέληση αυτονομίας, η οικονομική ισχύς, η βιομηχανική ισχύς, η τεχνολογική ισχύς, η στρατιωτική ισχύς, η πολιτιστική ακτινοβολία, η εσωτερική συνοχή – όλα αυτά διαβαθμίζουν κατά κρίσιμο τρόπο τις χώρες μεταξύ τους, τους δίνουν διαφορετική ισχύ και περιθώρια ευελιξίας στις μεταξύ τους σχέσεις, τις καθιστούν περισσότερο η λιγότερο ισχυρές.

Η πολεμική βιομηχανία και τεχνολογία αποτελούν έναν εξαιρετικά σημαντικό κρίκο του οικοδομήματος της ισχύος μίας χώρας. Όμως το οικοδόμημα αυτό θα ενδιέφερε την ηγεσία (ξανά: όχι με τη στενή έννοια του πρωθυπουργού ή των αρχηγών κομμάτων, αλλά ηγετικές ομάδες, που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις και την πολιτική της Χώρας) μόνον εφ’ όσον είχε πολιτική, ιδεολογική και ιστορική συγκρότηση που να της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται την παρουσία της Χώρας στο διεθνές σκηνικό ως ανταγωνιστική με άλλες χώρες. Όμως -για να εξετάσουμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης, που συγκροτεί την ιστορική ενότητα που διαμορφώνει τη σημερινή κατάσταση και το σημερινό σκηνικό- καμία κυβέρνηση, κανένας πολιτικός ηγέτης και καμία ηγετική ομάδα δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τη διεθνή παρουσία της Ελλάδας ως συστηματικά ανταγωνιστική με άλλες χώρες. Καραμανλής, Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Σημίτης, Καραμανλής Νεώτερος, Παπανδρέου Νεώτερος, Τσίπρας, Μητσοτάκης Νεώτερος, αντιλαμβάνονταν τα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδος ως περιστασιακά κι επίμονα προβλήματα που επιδέχονταν (κι επιδέχονται) κάποιου είδους «επίλυση» ή «διευθέτηση». Τα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδος είναι μεν τέτοιας οξύτητας που απαιτούν κάποια στρατιωτική ισχύ, στην αντίληψή τους όμως είναι συγκυριακά και επιλύσιμα, εν είδει «παρεξηγήσεων» ή «εκνευρισμού» του ετέρου μέρους. Ακόμη περισσότερο, τα προβλήματα ασφαλείας της Χώρας αποτελούσαν μία επίμονη κι ενοχλητική περίσπαση από το «πραγματικό» πεδίο της πολιτικής δράσης, που ήταν και είναι η νομή της εξουσίας στη Χώρα. Μία τέτοια αντίληψη των πραγμάτων, η οποία στερείται αντίληψης της ιστορικής (δηλαδή: εξαιρετικά μακροχρόνιας και συστηματικής) διάστασης του προβλήματος, είναι προφανές ότι δεν επιτρέπει την μακροπρόθεσμη προσπάθεια κι επένδυση σε εγχείρημα σαν αυτό της ανάπτυξης πολεμικής βιομηχανίας. Οι χρονικές εξάρσεις της τουρκικής πίεσης γίνονται αντιληπτές ως περιστασιακές, και αντιμετωπίζονται με αντίστοιχα περιστασιακές προμήθειες όπλων -στο πλαίσιο των εκάστοτε οικονομικών δυνατοτήτων- για την αντίστοιχα περιστασιακή «αντίδραση στην επιθετικότητα της Τουρκίας». Οι περιστασιακές και αντανακλαστικές προμήθειες εξοπλισμού είναι, παρεμπιπτόντως, εκτός από λόγος υπανάπτυξης της πολεμικής βιομηχανίας, και ένας βασικός λόγος που οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι σε θέση να κάνουν σοβαρό σχεδιασμό της δυνάμεώς τους.

Πιο απλά: η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, που είναι ένα μακροπρόθεσμο εγχείρημα, απαιτεί συνείδηση ιστορικού ορίζοντα για το πρόβλημα. Αντιθέτως, οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες διαδοχικά, φιλοδοξούν να επιτύχουν μία «συμφωνία» ή έναν «συμβιβασμό», που θα «επιλύσει» τελεσίδικα το προσωρινό πρόβλημα. Τα προσωρινά προβλήματα επιδέχονται εφ’ άπαξ λύσεις, και η οργάνωση πολεμικής βιομηχανίας αποτελεί μακροπρόθεσμο εγχείρημα. Όμως, για να χρησιμοποιήσουμε μία έξοχη διατύπωση ενός σύγχρονου πολιτικού επιστήμονα: «τις τύχες της χώρας, από την απελευθέρωσή της, τις καθορίζουν εν πολλοίς καθορίζουν: τα αυτοφυή πελατειακά καπετανάτα από την μια μεριά και οι «διαφωτισμένοι» μεταπράττες των δυτικών μοδών από την άλλη. Το επίτευγμα αυτών των δυο ομάδων είναι ότι διαχρονικά εμφανίζονται ως άσπονδοι εχθροί, ενώ στην πραγματικότητα η δήθεν αντιπαλότητά τους τούς επιτρέπει να συγκυβερνούν σε έναν 200ετή ντε φάκτο ‘μεγάλο συνασπισμό’ κάτω από την μύτη του κόσμου.»[i] 

Η Οικονομική Πολιτική

Η ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας, πέραν της διεθνοπολιτικής της διαστάσεως, αποτελεί και ένα κλασικό πρόβλημα οικονομικής πολιτικής. Εάν μία κοινωνία αποφάσιζε ότι πρέπει, για διεθνοπολιτικούς λόγους, να αναπτύξει πολεμική βιομηχανία, τότε στην πράξη θα έπρεπε να επιλύσει -με μικρές παραλλαγές- το ίδιο ακριβώς πρόβλημα που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει εάν αποφάσιζε ότι ήθελε να αναπτύξει βιομηχανία.

Ενδεχομένως για τον αμύητο παρατηρητή, ο πολύ ειδικός χαρακτήρας των προϊόντων της πολεμικής βιομηχανίας να την κάνει να φαίνεται σαν ριζικά διαφορετική οικονομική δραστηριότητα από την υπόλοιπη βιομηχανική δραστηριότητα. Όμως, από οικονομικής, οργανωτικής και πολιτικής σκοπιάς, η φύση της πολεμικής βιομηχανίας διαφέρει λίγο μόνον από την «κλασική» βιομηχανία. Μάλιστα, οι ειδικές διαφοροποιήσεις είναι, υπό τις ιδιαίτερες σημερινές συνθήκες, αυτές που την καθιστούν ιδανική προς ανάπτυξη βιομηχανική δραστηριότητα για ένα κράτος που θα επιθυμούσε να αναπτύξει βιομηχανία.

Το πρόβλημα είναι ότι η Χώρα κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης έχει παραιτηθεί από την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής, και η είσοδός μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδόν (τονίζεται: σχεδόν) την απαγόρευσε θεσμικά. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που πρέπει να εξηγηθεί πιο αναλυτικά.

Ιστορικά (και ο όρος «ιστορικά» καλύπτει την περίοδο από τον 14ο αιώνα μέχρι και το παρόν) τα κράτη που ανέπτυξαν βιομηχανία το πέτυχαν αποκλειστικά μέσω μίας εξαιρετικά επιθετικής βιομηχανικής πολιτικής που περιλάμβανε μία σειρά από λίγο-πολύ παρόμοια μέτρα, για μεγάλη χρονική περίοδο – τέτοια που να αναπτυχθεί μία στέρεα, ανταγωνιστική βιομηχανική βάση. Η απόφαση για την άσκηση τέτοιας πολιτικής ήταν πάντοτε μία πολιτική απόφαση – επειδή οι ηγετικές ομάδες του κράτους αποφάσισαν ότι μία τέτοια πολιτική -για την ακρίβεια, το αποτέλεσμα μίας τέτοιας πολιτικής- προσέδιδε στο κράτος ιδιαίτερη πολιτική ισχύ. Αυτή είναι ένα κεντρικό στοιχείο της οικονομικής ιστορίας, παλαιότερης και σύγχρονης, που μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κοινός τόπος μεταξύ των «θεωρητικών» οικονομολόγων και παραμένει κοινός τόπος και πιστά ακολουθούμενη πρακτική στις ηγετικές τάξεις, στους πολιτικούς ηγέτες και κρατικούς αξιωματούχους των χωρών που παραμένουν ή εξελίσσονται σε βιομηχανικές δυνάμεις.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πολιτική πόλωση του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε τη Δύση σε ιδεολογικές πολώσεις και απλουστεύσεις, απαραίτητες για να αφομοιώσουν μεγάλες μάζες ένα απλό, ευδιάκριτο «δόγμα πίστεως» που ήταν αντίθετο με το απλό, ευδιάκριτο δόγμα της κομμουνιστικής Ανατολής. Έτσι, δημιουργήθηκε η ιδεολογική αφαίρεση της «ελεύθερης αγοράς» και της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» («επιχειρηματικότητας» εσχάτως), η οποία, με διάφορους θεωρητικούς συλλογισμούς πρέσβευε την απόσυρση του Κράτους από την άσκηση βιομηχανικής και αναπτυξιακής πολιτικής και τον περιορισμό του στην άσκηση δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Η ιδεολογική αυτή «οικονομική» αφαίρεση αντιπαρατάχθηκε πολύ εύκολα στην αντίθετή της «ανατολική» (και αριστερή) ιδεολογική πίστη: αρκεί το Κράτος να αναλάβει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, να κρατικοποιηθεί, δηλαδή, το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, και… τα προβλήματα αυτού του κόσμου λύνονται.

Ας σημειωθεί ότι η «δεξιά» ιδεολογική κατασκευή είχε και διάφορες επί μέρους πτυχές ιδιαίτερα βολικές για τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις, που διασφάλιζαν έτσι ότι δύσκολα να απειληθούν από φιλόδοξες μικρότερες χώρες που θα επιχειρήσουν να αναπτυχθούν. Μία τέτοια χαρακτηριστική πτυχή είναι η πρακτική και «τελική» ισοδυναμία μεταξύ διαφορετικών μορφών οικονομικής δραστηριότητας, όπως μεταξύ υπηρεσιών και βιομηχανίας, και μάλιστα οποιασδήποτε μορφής υπηρεσιών (όπως, ας πούμε, ο τουρισμός…).

Για να επανέλθουμε στην ελληνική πραγματικότητα, απλουστεύοντας κάπως για τις ανάγκες της συζήτησης, πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές εξελίξεις της ελληνικής κοινωνίας, οι ηγετικές της τάξεις κατέληξαν στη φανατική εγκόλπωση των δύο αυτών ιδεολογικών -ανιστόρητων και ατελέσφορων- οικονομικών «αντιλήψεων»: «ελεύθερη αγορά» και «υπηρεσίες» από τη μία, με απόσυρση του Κράτους, και «κρατικοποιήσεις», «εθνικοποιήσεις», «κοινωνικοποιήσεις» και άλλες οιήσεις της οικονομίας από την άλλη. Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι, φυσικά, η απόλυτη οικονομική παρακμή. Είτε ανυπαρξία σοβαρής οικονομικής δραστηριότητας και επιχειρήσεις αετονύχηδων ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας και εντάσεως κεφαλαίου, είτε κρατικές εταιρείες της διαλύσεως και της διαφθοράς.

Είναι προφανές ότι σε μία χώρα με τόσο εδραιωμένη πεποίθηση αποχής από βιομηχανική πολιτική του Κράτους, καθώς και τόσο εδραιωμένη, πλέον, απαξίωση των κρατικών θεσμών -αποτέλεσμα εν μέρει του πληθωρισμού τους- είναι δύσκολο να υπάρξει αμυντική βιομηχανική πολιτική. Η αμυντική βιομηχανική πολιτική προϋποθέτει παραστάσεις βιομηχανικής πολιτικής, και αυτές απλούστατα δεν υφίστανται.

Παρεμπιπτόντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κρατικός χαρακτήρας μίας επιχείρησης ή, πολύ περισσότερο, ενός οργανισμού, δεν είναι αυτομάτως και εγγενώς αρνητικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, όμως, η κρατική επιχείρηση έχει εξισωθεί με καθεστώς διαλύσεως, ασυδοσίας και διαφθοράς. Αυτό αποτελεί ένα τόσο ριζωμένο, πλέον, φαινόμενο, που είναι άνευ νοήματος να προσπαθεί κανείς να το αντιμετωπίσει και να το αντιστρέψει – παρ’ όλο που σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό θα μπορούσε να συνιστά σημαντική παράμετρο μίας αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής. 

Ο Συνδυασμός των δύο Πολιτικών

Αναφέρθηκαν παραπάνω δύο βασικές και βαθιές πολιτικές αιτίες για την ανυπαρξία αμυντικής βιομηχανίας στην Ελλάδα:

  • Η ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας είναι μία συνιστώσα μακροπρόθεσμης και συνειδητής πολιτικής εθνικής ασφαλείας, από κράτη που έχουν συνείδηση ιστορικής αυτονομίας
  • Η ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας προκύπτει ως αποτέλεσμα βιομηχανικής πολιτικής, μίας οικονομικής πολιτικής που στην Ελλάδα, όπως και σε άλλα υπανάπτυκτα κράτη, δεν έχει πολιτικό και ιδεολογικό έρεισμα.

Στην πράξη, οι δύο αυτές αιτίες συνδέονται ακόμη πιο στενά: η ίδια η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής αποτελεί πολιτική απόφαση ηγετικών ομάδων κρατών που επιθυμούν τα κράτη τους να έχουν οικονομική ανάπτυξη για πολιτικούς λόγους. Εάν κίνητρο μίας τέτοιας απόφασης ήταν απλώς η οικονομική ωφέλεια των ιδίων των ηγετικών τάξεων, δεν θα λαμβανόταν ποτέ. Στις υπανάπτυκτες χώρες (όπως η Ελλάδα), ο πλουτισμός ηγετικών τάξεων προκύπτει από την εκμετάλλευση του -περιορισμένου, έστω- διαθέσιμου πλούτου μέσω προνομιακής πρόσβασης σε αυτόν, κυρίως μέσω του ελέγχου του κράτους. Μία πρόχειρη επισκόπηση των οικονομικών ισχυρών παραγόντων στην Χώρα αποκαλύπτει ότι αυτοί βασίζουν την οικονομική τους ισχύ όχι σε παραγωγικές -και ελάχιστα σε βιομηχανικές- δραστηριότητες αλλά κατά βάσιν σε μεταπρατικές. Εκβιομηχάνιση επιζητούν αυτοί που θέλουν να υπάρξουν στο διεθνές πεδίο, όχι αυτοί που θέλουν απλώς να πλουτίσουν οι ίδιοι. Αυτό το τελευταίο γίνεται πολύ πιο απλά και άκοπα με το -διακριτικό- πλιάτσικο του δημοσίου χρήματος.

 

Και οι «Οργανωτικές Αδυναμίες»;

Μία εύλογη ένσταση στα παραπάνω θα μπορούσε να είναι η εξής: ασχέτως της πολιτικής αδιαφορίας για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, δεν υπάρχουν πραγματικές οργανωτικές αδυναμίες, οι οποίες έχουν εκδηλωθεί έντονα στις -όποιες, αναιμικές- μέχρι σήμερα προσπάθειες, και οι οποίες παίζουν βασικό ρόλο στην ύπαρξη του προβλήματος; Έχουμε τη γνώση και την ικανότητα να αναπτύξουμε αμυντική βιομηχανία, να «φτάσουμε» προηγμένες βιομηχανικά χώρες, κι απλώς από πολιτική αδράνεια ή εχθρότητα δεν το κάνουμε;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή και σαφής: ασφαλώς και υπάρχει σαφής και έντονη οργανωτική αδυναμία, ακόμη και άγνοια σχετικά με το ζήτημα. Τα ειδικότερα θέματα είναι υπαρκτά, σημαντικά -θα αποτελέσουν άλλωστε και αντικείμενα επομένων σημειωμάτων- αλλά δεν αποτελούν την αιτία του προβλήματος. Είναι πολύ μικρότερης τάξης προβλήματα. Για την ακρίβεια, η σημασία της πολιτικής βούλησης για βιομηχανική ανάπτυξη είναι ακριβώς αυτό: η αναγνώριση της άγνοιας και της αδυναμίας στον τομέα αυτόν, και η συνειδητή και επίμονη προσπάθεια να ξεπεραστούν οι αδυναμίες αυτές. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που η βιομηχανική πολιτική είναι λιγότερο εμφανής και έντονη, και περισσότερο «διακριτική» (αν και σταθερά κρίσιμη) σε προηγμένες βιομηχανικά οικονομίες. Αντιθέτως, σε βιομηχανικά και τεχνολογικά υπανάπτυκτες χώρες, η ανάγκη για να ξεπεραστεί το αρχικό «φράγμα» που τις χωρίζει από τη βιομηχανική ανάπτυξη, απαιτεί πολύ πιο έντονη και μακροπρόθεσμη προσπάθεια και πολιτική δέσμευση. Οι οργανωτικές αδυναμίες και η άγνοια ξεπερνιούνται ακριβώς μέσω της έντονης πολιτικής πίεσης και εγρήγορσης για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών.

Για να το θέσουμε και με ένα απλό παράδειγμα: η Τουρκία, μέχρι να αρχίσει να αναπτύσσεται βιομηχανικά (μεταξύ άλλων και στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας) ήταν γνωστή για τις… οργανωτικές της και τεχνολογικές της δυνατότητες; Την απάντηση τη γνωρίζουμε όλοι: η συνειδητή πολιτική απόφαση και η  μακροπρόθεσμη και συνεπής δέσμευση στον στόχο της εκβιομηχάνισης, οδήγησε στο αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα.  


[i] «Δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;» Άγγελος Χρυσόγελος, Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής,  07-05-20


 

33 Responses to ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ» ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

  1. says:

    Καταιγιστικός.

  2. Ανώνυμος says:

    Στο πέρασμα των χρόνων της ζωής μου έχω διαβάσει στοίβες άρθρων για τα αίτια των προβλημάτων της Α.Β. της χώρας μας. Αυτό είναι μακράν το καλύτερο. Περιγράφει αυτό που ουσιαστικά μας στοιχειώνει σαν χώρα: τη νομή του πλούτου της από μια ομάδα προνομιούχων, με τις ευλογίες πάντα του πόπολου, που είτε ελπίζουν να γλείψουν και αυτοί κανένα κοκκαλάκι, είτε απλά ζουν στην εικονική πραγματικότητα των προκαταλήψεών τους.

  3. npo says:

    Νομίζω πως δεν είναι δυνατόν να συντηρήσεις ή να φτιάξεις αμυντική βιομηχανία που να είναι έστω και λίγο ανταγωνιστική αν δεν έχεις καθόλου βιομηχανία. Δεν έχεις εμπειρία, δεν βρίσκεις ειδικότητες και δεν έχεις και δίκτυο πωλήσεων.
    Η βιομηχανία στην χώρα καταστράφηκε όταν οι κυβερνήσεις κατάλαβαν οτι μπορούν να δανείζονται και να ρίχνουν όλο αυτό το χρήμα στην κατανάλωση, να δημιουργούν τεχνητή ευφορία και να ξαναψηφίζονται. Το εμπορικό ισοζύγιο ξεσκιζόταν βεβαίως, αλλά βρήκαμε κόλπο, θα εξηγήσω πιο κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν βιομήχανοι να διαπιστώσουν οτι μπορούν να βγάλουν περισσότερα λεφτά, πολύ πιο γρήγορα και με μικρότερο ρίσκο αν απο εργοστασιάρχες το γυρίσουν στο εμπόριο, στις εισαγωγές, στις κατασκευές πολυτελών κατοικιών και καταστημάτων» και στις «συμμετοχές», οι δε εργαζόμενοι να καταλάβουν οτι έχουν πολύ καλύτερο μέλλον αν γίνουν τραπεζικοί, πωλητές, λογιστές, «φαρμακοποιοί» δλδ φαρμακέμποροι, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ απο μηχανικοί βιομηχανίας και τεχνικοί και βιομηχανικοί εργάτες.
    Θυμάμαι με την κρίση, κοίταξα τις επενδύσεις σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα πρώτη στην κατοικία/καταστήματα, τελευταία σε μηχανολογικό εξοπλισμό.
    Δεν χρειάστηκαν πάνω απο δυό δεκαετίες για να μην μείνει ούτε λίθος επί λίθου.
    Έχει ενδιαφέρον όμως ο τρόπος με τον οποίο οι κυβερνήσεις δανείζονταν. Τρείς φάσεις.
    Στην 1η φάση απλά δανείζονταν, το έριχναν στην επένδυση ουίσκι και τσιπούρας, και συνεπώς ξέσκιζαν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα αυτό το καλύπτεις με διάφορους τρόπους, πχ ξεπουλώντας τα έπιπλα του σπιτιού, ή – η καλύτερη μέθοδος – δανειζόμενος προσθέτοντας στο χρέος. Και φυσικά κι αυτά τα δάνεια τα κάνεις τσιπούρες ωστε να «δείξουν» αμέσως τι καλή δουλειά κάνεις.
    Όπως όλα τα ωραία όμως φτάνει η στιγμή που απ τη συνεχή αιμορραγία και το νόμισμά σου υποτιμάται και σε δανείζουν όλο και με μεγαλύτερο επιτόκιο, οπότε αναγκάζεσαι να ρίξεις μια γερή υποτίμηση, να κόψεις τις αυξήσεις και να χάσεις τις εκλογές..
    Ο επόμενος ανακάλυψε την 2η φάση.
    Μπαίνουμε στο Ευρώ με το φτηνό κόστος δανεισμού, βγάζουμε την φοβερή θεωρία πως το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εντός µιας νομισματικής ένωσης δεν έχει σημασία γιατί δεν υπάρχει θέμα υποτίμησης, κι όσο κι αν αιμορραγείς απο έλλειψη ανταγωνιστικότητας θα στο καλύπτουν τα εισερχόμενα κεφάλαια απο τις πλεονασματικές χώρες που θα ψάχνουν ευκαιρίες να επενδύσουν. Να αγοράσουν δλδ τα έπιπλα, αφού δεν είσαι ανταγωνιστικός για να επενδύσουν σε παραγωγή. Όπερ και εγένετο. Μέχρι που το χρέος σου σαν κράτος (όχι σαν χώρα, σαν χώρα, είπαμε, δεν έχεις πρόβλημα…) έχει γίνει τόσο μεγάλο σε σχέση με τα φοροέσοδά σου που οι «επενδυτές» μπορεί να μην φοβούνται για υποτίμηση, αλλά αρχίζουν και λοξοκοιτάζουν, αναρωτόμενοι αν θα έχεις να τους τα δώσεις πίσω. Αναγκαστικά κόβεις τα δάνεια, κόβεις και τις αυξήσεις και χάνεις τις εκλογές
    Ο επόμενος ανακάλυψε την 3η φάση.
    Αν δεν μπορεί να δανειστεί το κράτος, ε, ας δανειστούν οι ιδιώτες κατευθείαν. Αρχίζουν λοιπόν οι τράπεζες να δανείζουν τον κάθε κακομοίρη χωρίς αύριο. Για σπίτια, καταστήματα, κι άλλα σπίτια, κι άλλα καταστήματα και λούσα, και διακοπές. Μέχρι να μην μπορούν να δανείσουν άλλο αφού οι μη παραγωγικοί πλέον καταναλωτές δεν έχουν λεφτά να αποπληρώσουν τα δάνεια. Κι αρχίζει το ξεπούλημα ων υπολοίπων επίπλων, και χάνεις και τις εκλογές, κι επειδή είσαι βλάξ και δεν μπορείς να πας ένα βήμα παραπέρα, χάνει κι ο επόμενος τις εκλογές, κι ο επόμενος κι ο επόμενος.
    Περιττό να πω οτι οι τράπεζες θα φαλίριζαν ακόμα κι αν δεν φαλίριζε το Ελληνικό Δημόσιο. Απλά ήταν τυχερές και κρύφτηκε η γύμνια τους. Αλλά βεβαίως όλοι τις αντιμετωπίζουν όπως αντιμετώπισε ο φίλτατος Χατζιδάκης την Ολυμπιακή. Σαν ΔΕΚΟ πολυτελείας δλδ.
    Αν όμως δεν είσαι τραπεζικός κι είσαι βιομηχανικός, την έβαψες. Θυμάμαι την γαγιά μου που μου έλεγε «γι αυτό σου λέω παιδί μου, γίνε τραπεζικός»..
    Να πω την 4η φάση. Δεν την έχουν σκεφτεί αλλά που θα τους πάει?
    Αφού τόσες δεκαετίες επένδυες στο ουίσκι (πάει αυτό, το έχεις κατουρήσει) στην τσιπούρα (πάει κι αυτή..) και στην κατοικία .. χμμ η κατοικία και τα καταστήματα υπάρχουν, απλά είναι κατα χιλιάδες τα αζήτητα κι ανοίκιαστα.. πεταμένη επένδυση που δεν γεννάει λεφτά, κρίμα δες είναι? αλλά αν φέρναμε μερικά εκατομμύρια ξένους?? Εντάξει, βορειοευρωπαίοι δεν θα έρθουν, τρελοί είναι να έρθουν σε μια χώρα που δεν έχεις ούτε πεζοδρόμιο να κάνεις μια βόλτα με το παιδί σου με το καροτσάκι? εδώ φεύγουν οι δικοί μας, μπορούμε όμως να φέρουμε μερικά εκατομμύρια Αφγανών, Πακιστανών, Μπαγκλαντεσιανών, Αφρικανών κλπ, τους δίνει κι η ΕΕ λεφτά να νοικιάζουν, τέλεια. Θα γκρινιάξει κόσμος λίγο, αλλά αν δουν .. γαύρους (τσιπούρες πλέον χλωμό) μας ξαναψηφίζουν, κι η μπίζνα συνεχίζεται.
    Αυτή είναι η οικονομική σχολή μας. Κι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της είναι στο τιμόνι της ΤΤΕ.
    Συγνώμη για το σεντόνι.

  4. @ npo

    Το «πώς φτάσαμε ως εδώ» είναι μία μεγάλη συζήτηση. Αλλού συμφωνούμε, αλλού διαφωνούμε.

    Όμως στο εξής:

    «Νομίζω πως δεν είναι δυνατόν να συντηρήσεις ή να φτιάξεις αμυντική βιομηχανία που να είναι έστω και λίγο ανταγωνιστική αν δεν έχεις καθόλου βιομηχανία. Δεν έχεις εμπειρία, δεν βρίσκεις ειδικότητες και δεν έχεις και δίκτυο πωλήσεων.»

    διαφωνώ ριζικά και κατηγορηματικά. Στην πραγματικότητα αυτό είναι από τα βασικά προσχήματα όσων δεν ξέρουν ή δεν θέλουν ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας.

    Για να το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν:

    (α) η αμυντική βιομηχανία είναι μία βιομηχανία κι αυτή. Δεν είναι κάτι «ειδικό» που προϋποθέτει ύπαρξη «άλλης», «κανονικής» βιομηχανίας για να αναπτυχθεί. Είναι βιομηχανικός κλάδος, για να το πούμε πιο απλά. (Φυσικά, δεν είναι ούτε «βιομηχανικός κλάδος», αφού είναι πολλοί «βιομηχανικοί κλάδοι» – μία από τις κρίσιμες επιλογές και αποφάσεις στρατηγικής είναι: «ποιους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας πρέπει να αναπτύξω; » ). Η αμυντική βιομηχανία αναπτύσσεται με τους ίδιους μηχανισμούς που αναπτύσσεται η «κανονική» βιομηχανία. Για την ακρίβεια, υπάρχουν παράγοντες που την ευνοούν έναντι της «κανονικής» βιομηχανίας».

    (β) «Δεν έχεις εμπειρία, δεν βρίσκεις ειδικότητες, δεν έχεις και δίκτυο πωλήσεων». Μα, αυτό ακριβώς είναι βασικό στοιχείο της βιομηχανικής πολιτικής. Αλλιώς, όποιος δεν έχει ήδη βιομηχανία, δεν αναπτύσσει ποτέ. Αυτοί που έχουν, την ανέπτυξαν με κάποιον θαυματουργό τρόπο, κι οι υπόλοιποι δεν θα αναπτύξουν ποτέ (ή δεν θα ανέπτυσσαν ποτέ, αλλά τελικά ανέπτυξαν).

    (γ) Ιστορικά, και για λόγους που δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, η αμυντική βιομηχανία (και εν γένει ο «στρατιωτικός βιοτεχνικός/βιομηχανικός τομέας») είναι από την αρχαιότητα ο κινητήρας της ανάπτυξης βιομηχανίας και τεχνολογίας, και όχι το αποτέλεσμά της – τουλάχιστον για τα περισσότερα κράτη.

    (δ) Δίκτυο πωλήσεων βρίσκει κανείς (στον βαθμό που μπορεί να βρει) μόνον ΑΦΟΥ έχει αναπτύξει βιομηχανία, ή εν πάση περιπτώσει, ώριμα προϊόντα σε χρήση από τις οικείες Ένοπλες Δυνάμεις.

    Γενικά, το σκεπτικό: «δεν μπορούμε να αναπτύξουμε αμυντική βιομηχανία επειδή δεν έχουμε ανεπτυγμένη βιομηχανία» αγνοεί το όλο ερώτημα της βιομηχανικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, είναι μία παραλλαγή του επιχειρήματος: «είναι πολύ αργά για να αναπτύξουμε βιομηχανία».

  5. npo says:

    @ Βελισαριος

    Φυσικά και μπορούμε να αναπτύξουμε αμυντική βιομηχανία, αυτό που δεν μπορούμε είναι να αναπτύξουμε αμυντική βιομηχανία μόνο, χωρίς να έχουμε υπόλοιπη βιομηχανία. Αυτό είναι φενάκη.

    Συνεπώς πρέπει πρώτα να αρθούν τα εμπόδια που καθιστούν την ανάπτυξη της βιομηχανίας δυσχερή γενικώς και μετά να επενδύσουμε στην αμυντική τεχνολογία, κάτι που πράγματι θα ωθήσει και την υπόλοιπη βιομηχανία. Αλλιώς όσα λεφτά και να ρίξουμε θα πάνε άκλαφτα.

    Γενικά στην Ελλάδα έχουμε μια τάση να βάζουμε το κάρο μπροστά απ τ’άλογα, το οποίο είναι μια μορφή βολονταρισμού. Πρέπει να γίνουμε πιο πραγματιστές, αλλιώς όλο θα αποτυγχάνουμε σ’ο,τι και να κάνουμε.

  6. @npo

    Εδώ διαφωνούμε ριζικά:

    Όχι απλώς δεν έχει νόημα το σχήμα «πρώτα «βιομηχανία» και μετά «αμυντική βιομηχανία» («βιομηχανία» είναι η «αμυντική βιομηχανία», δεν είναι κάτι διαφορετικό), αλλά λόγω του θεσμικού καθεστώτος που έχει πλέον επιβληθεί, είναι η μόνη περιοχή στην οποία υπάρχει σχετική ελευθερία για την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής.

    Τώρα, το «κάρο μπροστά από τα άλογα» και τα περί «βολονταρισμού» είναι οι κλασικές δικαιολογίες για να μην ασκείται βιομηχανική πολιτική – γενικώς και ειδικώς.

  7. npo says:

    @ Βελισαριος

    Εντάξει, προσωπικά θέλω αμυντική βιομηχανία συνεπώς δεν βάζω στο τραπέζι δικαιολογίες.

    Απλά η άποψή μου είναι πως χωρίς να αρθούν τα εμπόδια που οδήγησαν στην αποβιομηχάνιση, όσα λεφτά και να πέσουν στην αμυντική βιομηχανία θα πάνε στράφι.
    Η βιομηχανία είναι οικοσύστημα. Αν έχεις πετάξει παντού τοξικά απόβλητα που σκοτώνουν κάθε ζωή, αλλά φτιάχνεις μερικές νησίδες καθαρές και μεταφέρεις βατράχια, πιστεύεις πως θα ζήσουν τα βατράχια? Ή θα τα τινάξουν ή κάποια στιγμή θα φύγουν και θα πάν αλλού.

  8. @ Βελισάριε ποια «μικρά» κράτη που έχουν πολεμική βιομηχανία θεωρείς σαν παραδείγματα για την Ελλάδα (Ας αφήσουμε κήτος πυρηνικές δυνάμεις σαν το Ισραήλ, οπού το πυρηνικό οπλοστάσιο αλλάζει τα δεδομένα αμυντικού σχεδιασμού) ?

  9. Ένεκα τις συζήτησης, συγκέντρωσα μια μικρή βιβλιογραφία επιώ του θέματος πολεμική βιομηχανία και «μικρά» κράτη.

    https://absolutantiabsolut.blogspot.com/2020/06/literature-on-military-industry-in.html

  10. @ Κωνσταντίνος Τραυλός

    Ενδιαφέρων ο κατάλογος των άρθρων και βιβλίων.

    Σε σχέση με το ερώτημα: ποια «μικρά» κράτη που έχουν πολεμική βιομηχανία είναι (ή μπορούν να είναι) παραδείγματα για την Ελλάδα, η απάντηση είναι, προφανώς, τα κλασικά: Ισραήλ (δεν αντιλαμβάνομαι τι σχέση έχει το πυρηνικό οπλοστάσιο με το θέμα), Σιγκαπούρη, Ταϊβάν.

    Αλλά τα «παραδείγματα» είναι, στην περίπτωσή μας, πολύ περιορισμένης χρησιμότητας. Αυτό που μπορούμε να αντλήσουμε από το εξωτερικό ως δίδαγμα (θα επανέλθω συστηματικά σε πολλές πτυχές του ζητήματος) είναι:

    (α) Όποια χώρα επιθυμεί (το «επιθυμεί» μπορεί να σημαίνει ότι έχει βούληση ενώ τα αντικειμενικά δεδομένα δεν είναι ευνοϊκά) να έχει κάποια αξιοσημείωτη πολιτική αυτονομία, αναπτύσει στρατιωτική ισχύ, και η στρατιωτική ισχύς συνδέεται (με διαφόρους, όχι κατ’ ανάγκην «ευθείς» τρόπους) με την αμυντική της βιομηχανία.

    (β) Η βιομηχανική ανάπτυξη (κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένης, κατ’ εξοχήν της αμυντικής) αποτελεί προϊόν εντατικής βιομηχανικής πολιτικής.

    Κάθε περίπτωση είναι μοναδική. Η Ελλάδα έχει την εξής εξαιρετική ιδιαιτερότητα: είναι χώρα ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και η ένταξη αυτή θέτει βαρύτατους περιορισμούς στην άσκηση βιομηχανικής πολιτικής. Χαρακτηριστική, μείζων, και πολιτικά κρίσιμη εξαίρεση στους περιορισμούς αυτούς είναι η αμυντική βιομηχανία. Για πολύ θεμελιώδεις λόγους, που τυπικά έχουν σχέση με το άρθρο 346 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Χώρα κατ’ αρχήν, μπορεί να ασκήσει ανοικτά βιομηχανική πολιτική στον αμυντικό τομέα. Προφανώς μία τέτοια βιομηχανική πολιτική θα έπρεπε να ασκηθεί αφ’ ενός υπό το κράτος των ασφυκτικών μακροοικονομικών περιορισμών που υφίστανται μετά το 2010, αφ’ ετέρου υπό την πίεση της ΕΕ (δηλαδή της Γερμανίας κυρίως και της Γαλλίας δευτερευόντως) για περαιτέρω περιστολή του δικαιώματος αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής των μελών ώστε να ενισχυθούν οι εθνικές τους αμυντικές βιομηχανίες (δεν διατυπώνεται ρητώς έτσι, αλλά περί αυτού πρόκειται). Από την άλλη, ένα κράτος που λειτουργεί στο πλαίσιο της ΕΕ και μάλιστα έχει προνομιακή πρόσβαση στα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, ΕΦ’ ΟΣΟΝ είχε την πολιτική βούληση για ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας, έχει και πολλούς μηχανισμούς τους οποίους θα μπορούσε έμμεσα αλλά αποφασιστικά να εκμεταλλευτεί. Αυτό, προφανώς, στην φανταστική περίπτωση που οι ηγεσίες της χώρας είχαν πολιτική πρόθεση ανάπτυξης πολεμικής βιομηχανίας.

    Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι μία ιδιαιτερότητα της Ελλάδας – και φυσικά ΚΑΘΕ χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της, έτσι ώστε να μην έχει νόημα να «μιμηθούμε ένα μοντέλο» αλλά να καταλάβουμε πώς λειτουργούν ή λειτούργησαν διάφορες καταστάσεις που έχουν κάποια συνάφεια με τη δική μας και να κάνουμε εμείς ό,τι απαιτείται.

  11. Γ.Κασσωτάκης says:

    Οι ανάγκες των ΕΔ σε εξοπλισμό και η εγχώρια αμυντική βιομηχανία είναι δύο διαφορετικά θέματα. Οι ΕΔ πρέπει να προμηθεύονται το υλικό που έχουν ανάγκη για την εκπλήρωση της αποστολής τους ανεξάρτητα αν αυτό είναι προϊόν εγχώρειας ή ξένης βιομηχανίας.
    Ευχής έργον,βέβαια, είναι οι ανάγκες αυτές να καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από ελληνικές εταιρίες για λόγους οικονομίας (θέσεις εργασίας κλπ) και ανάπτυξης (εξαγωγές κλπ).
    Όμως, η ανυπαρξία σημαντικής εγχώρειας αμυντικής βιομηχανίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση άλλοθι για την περιστολή των εξοπλισμών των ΕΔ σε σύγχρονο υλικό και την συντήριση/αναβάθμιση του υπάρχοντος, ειδικά σε μία περίοδο που τους χρειάζεται για προβολή ισχύος.
    Μπορεί να ζηλεύουμε (και σωστά ζηλέυουμε την Τουρκία ή το Ισραήλ) για την αμυντικής τους βιομηχανία αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αν θέλουμε δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε το καλύτερο υλικό για τις ΕΔ μας. Ευτυχώς, δεν ανήκουμε στις χώρες που τελούν σε εμπάργκο (Β.Κορέα, Ιράν) και αναγκάζονται να αυτοσχεδιάζουν (reverse engineering κλπ). Αντίθετα, έχουμε την παγκόσμια προτοτυπία αυτο-επιβολής εμπάργο στις προμήθειες αμυντικού υλικού και μάλιστα με νομοθετικές ρυθμίσεις…

  12. @ Γ. Κασσωτάκης

    Έχετε, σε μεγάλο βαθμό, δίκιο στο ότι δεν φταίει η έλλειψη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας που εμείς δεν εξοπλιζόμαστε.

    Όμως, αν είναι ακριβώς έτσι, τότε ποια η «στρατηγική» σημασία της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας; Πρόκειται απλώς για «υποκατάσταση εισαγωγών», όπως λέγεται στην οικονομική ορολογία; Δηλαδή, έτσι κι αλλιώς τα πάντα μπορούμε να τα αγοράσουμε απ’ έξω, απλά συμφέρει οικονομικά να παράγουμε και μερικά απ’ αυτά εδώ; (Επειδή αφ’ ενός θα είναι «λίγο φθηνότερα», αφ’ ετέρου μέρος, τουλάχιστον, του κύκλου εργασιών θα γίνεται εντός της χώρας, με τα σημαντικά πρόσθετα πλεονεκτήματα που αυτό αποφέρει; ) Αν μόνον αυτή είναι η σημασία της αμυντικής βιομηχανίας, τότε δεν έχει κανέναν «στρατηγικό» ρόλο, είναι αποκλειστικά οικονομικό θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί το Υπουργείο Οικονομίας.

    Όμως η αμυντική βιομηχανία έχει κρίσιμο στρατηγικό ρόλο, τον οποίον στην Ελλάδα ΔΕΝ έχουμε προσδιορίσει, γι’ αυτό και είμαστε τόσο αόριστοι κι αμήχανοι όταν αναφερόμαστε σ’ αυτήν. Κι επιπλέον, δεν ξέρουμε τι ακριβώς ζητάμε απ’ αυτήν, και άρα τι να επιδιώξουμε.

    Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι είναι κάπως αόριστα τα παραπάνω, σκοπεύω να επανέλθω σύντομα με τις δικές μου θέσεις σχετικά μ’ αυτό.

    Πάντως, συμφωνώ απολύτως μαζί σας ότι το εξοπλιστικό μας χάλι δεν έχει καμία σχέση με την κατάσταση της αμυντικής μας βιομηχανίας.

  13. Γ.Κασσωτάκης says:

    Βελισάριε,
    θα συμφωνήσω ότι η αμυντική βιομηχανία έχει και Στρατηγικό ρόλο πέραν από τον οικονομικό και αναπτυξιακό.
    Πιστεύω όμως, ότι ο Στρατηγικός ρόλος είναι πιο εμφανής και πιο σημαντικός για τις χώρες που έχουν την βιομηχανική δυνατότητα να παράγουν το σύνολο ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού των ΕΔ των.
    Μπορούν δηλαδή να εξοπλίζουν τις ΕΔ τους με υλικό για το οποίο δεν δίνουν άδεια εξαγωγής σε άλλους ή εξάγουν μόνο υποδιέστερες εκδόσεις. Με αυτό τον τρόπο όντως αποκτούν και Στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι δυνητικών τους αντιπάλων.
    Η Ελλάδα δεν νομίζω ότι έχει την δυνατοτητα να φτάσει σε αυτό το επίπεδο (δηλ.παραγωγής κυρίως οπλικών συστημάτων: αφη , πλοία άρματα κλπ), ακόμη και αν το επιδίωκε λόγω μεγέθους, εκτός της περίπτωσης που η εξοπλιστική επάρκεια ήταν ο Βασικός Εθνικός Στόχος, αν και πάλι αμφιβάλλω.
    Πιστεύω όμως, ότι είναι εντός των δυνατοτήτων της ελληνικής βιομηχανίας να αναπτύξει εξοπλιστική επάρκεια σε δευτερεύοντα συστήματα τα οποία θα μπορούσαν όμως να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος: Συστήματα Η/Π, τακτικών επικοινωνιών/δικτύωσης, κρυπτασφάλειας, κυβερνοπολέμου, αισθητήρων επιτήρησης κλπ, τα οποία απαιτούν μικρότερου μεγέθους επενδύσεις. Αν εννοείς αυτό ως στρατηγικό ρόλο, τότε συμφωνώ απόλυτα.

  14. @ Γ. Κασσωτάκης

    Αυτό ακριβώς εννοώ: είναι άνευ νοήματος (οικονομικού ή στρατηγικού) το να επιδιώκουμε «εξοπλιστική αυτοδυναμία» ή διάφορα άλλα που διακινούνται, συνήθως κι από επίσημα χείλη. Ούτε η «ασφάλεια εφοδιασμού» έχει νόημα.

    Όμως υπάρχουν κρίσιμοι τομείς, όπως αυτοί που αναφέρατε -κατά τη γνώμη και μερικοί ακόμη, αλλά αυτό είναι δευτερεύον- στο οποίο και εφικτό είναι και απολύτως κρίσιμο να έχουμε ίδια ερευνητική, τεχνολογική και παραγωγική ικανότητα, επειδή απλούστατα οι τομείς αυτοί αφορούν συστήματα που ποτέ κανείς δεν θα σου δώσει πραγματικά σημαντικά, και που αν δεν γνωρίζεις ο ίδιος από πρώτο χέρι την τεχνολογία τους, όχι ως χρήστης αλλά ως κατασκευαστής, δεν θα μπορέσεις ποτέ να είσαι επαρκής χρήστης. Κι ούτε ποτέ υπάρχουν έτοιμα (ή διαθέσιμα) αυτά που θέλεις, και που ενίοτε θέλεις να αναπτύξεις (ή να τροποποιήσεις) χωρίς να το ξέρει όλος ο κόσμος – πράγμα αδύνατον αν πρέπει να τα προμηθευτείς από τρίτους.

    Νομίζω ότι συμφωνούμε απολύτως.

  15. Konstantinos Zikidis says:

    Δεν ξέρω εάν μπορεί να χαρακτηρισθεί αφέλεια ή ρομαντισμός, αλλά η εντύπωσή μου είναι ότι δεν ήταν ανέκαθεν όλα χάλια. Αντιθέτως, στο 2ο μισό της δεκαετίας του ‘70, έγιναν ορισμένα σοβαρά πράγματα στην αμυντική βιομηχανία. Χωρίς να θέλω να προσδώσω κομματική χροιά, θα πρέπει να μνημονευθεί ο τότε υφυπουργός Αλέξανδρος Αβραμίδης, στον οποίο οφείλονται κάποια βήματα ανάπτυξης της κρατικής αμυντικής βιομηχανίας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται η εγχώρια κατασκευή των τυφεκίων G3 για τις ανάγκες όλων των ΕΔ, η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, καθώς σήμερα κάτι ανάλογο φαντάζει άθλος, παρότι δεν μιλάμε για κάποιο τεράστιο πρόγραμμα.
    Δυστυχώς, η συνέχεια τις επόμενες δεκαετίες δεν ήταν ανάλογη. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης, προγράμματος και οράματος, η κομματοκρατία, ο ασύδοτος διορισμός των “δικών μας παιδιών”, αλλά και ο απίστευτος ιδιάζων ελληνικός συνδικαλισμός, διέλυσαν την κρατική αμυντική βιομηχανία. Κρίμα, διότι μεταξύ άλλων, υπήρξαν και αξιόλογα στελέχη. Ουσιαστικά, η αμυντική βιομηχανία ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τη μοίρα της υπόλοιπης βιομηχανίας εν Ελλάδι. Και μετά άρχισε το παραμύθι, ότι «η βαρειά μας βιομηχανία είναι ο τουρισμός»… κάτι το οποίο μου προκαλεί ντροπή ως αντίληψη. Επί τούτων, παραθέτω ένα σύντομο συναφές σχόλιο που είδα προσφάτως: http://www.arxeion-politismou.gr/2020/05/vareia-viomixania-tis-Elladas-den-einai-o-Tourismos.html Αν και δεν αναφέρεται ειδικά στην αμυντική βιομηχανία, οι παραλληλισμοί είναι εμφανείς.
    Δυστυχώς, ακόμα και στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα που ακολούθησαν τα Ίμια, η κρατική και η ιδιωτική αμυντική βιομηχανία, εκτός εξαιρέσεων, περιορίστηκε κατά κανόνα σε μικρής βιομηχανικής αξίας ΑΩ, δρώντας κυρίως ως μεταπράτης, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

    Πέραν των εταιρειών που αναφέρθηκαν στο άρθρο, θα ήθελα να σημειώσω και την Intracom (με την οποία θα συνεργαστούμε ως ΕΤΗΜ στο πλαίσιο του EDIDP για το πρόγραμμα LOTUS – Low Observable Tactical Unmanned Air System), την Miltech (η οποία έχει σχεδιάσει και έχει κατασκευάσει, μαζί με την Teletel, τον ενδείκτη HDD – Head Down Display των Μ2000), την BOSA αλλά και άλλες μικρότερες ιδιωτικές εταιρείες, καθώς η ελπίδα θεωρώ ότι βρίσκεται ακριβώς εκεί: σε μικρές και ευέλικτες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα.

    Τέλος, να επισημάνω τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η εμμονική διατήρηση του ν. 3978/11, θέμα το οποίο είχε αναλυθεί προσφάτως στο παρόν ιστολόγιο: https://belisarius21.wordpress.com/2020/02/15/από-τον-αρχαίο-έλληνα-οπλίτη-στην-πολε/ Πέραν της γενικότερης προσπάθειας που εκφράζει η ευρωπαϊκή οδηγία 81/2009, η οποία ωθεί προς την κατεύθυνση των διαγωνισμών (όπου φυσικά δεν είναι εύκολο να τα βάλει μία ελληνική εταιρεία με ευρωπαϊκούς κολοσσούς), το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και η πιο μικρή απαίτηση αντιμετωπίζεται ως κύριο αμυντικό πρόγραμμα, με την ανάλογη (τεράστια) γραφειοκρατία. Έτσι, δεν είναι πρακτικά δυνατή η ανάθεση στην εγχώρια βιομηχανία η επισκευή ενός εξαρτήματος, το οποίο θεωρείται αμυντικό υλικό, ακόμα κι αν το όλο θέμα είναι χαμηλού κόστους. Και παρά τους κακούς οιωνούς, τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει επί της ουσίας…

  16. npo says:

    @ Konstantinos Zikidis says:

    Ένσταση. Η βαριά μας βιομηχανία θα είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες αποφοιτήσαντες γιατροί που θα έρχονται στην Κω να ορκιστούν στην αρχαία διάλεκτο στον Ελληνικό Όρκο του Ιπποκράτη?

    Κάτι τέτοια λέει κι ο φίλτατος Καραμπελιάς. Αλλά αυτά είναι για λαούς που έχουν εξαφανιστεί.

    Τέλος πάντων.. Εγώ άλλωστε είμαι σφόδρα πολέμιος της αρχαιολατρείας, καθότι πιστεύω πως έχει γίνει η άγκυρα και το άλλοθι για να μην γίνεται βήμα μπροστά σε αυτή την χώρα. Το είχε παρατηρήσει κι ο , Φάινμαν[*] Και οι εμπειρικές μου παρατηρήσεις δείχνουν πως η ισχύς μας βαίνει μειούμενη ευθέως ανάλογα με την αύξηση των μεγαλοπρεπών «Hellenic» αντί του ταπεινού «Greek» στην δημόσια σφαίρα. Να πω την αλήθεια δεν ξέρω ποιό είναι το αίτιο και ποιό το αιτιατό, αλλά ξέρω σίγουρα ένα πράγμα. Το μεγαλοπρεπές «Hellenic» αντί του ταπεινού «Greek» δείχνει γλαφυρά και το ψυχολογικό μας πρόβλημα, καθότι η αρχαιολατρεία μας δεν είναι καν γνήσια, είναι φτωχά μασκαρεμένη δυτικολαγνεία.

    100 χρόνια κοντισιονισμός είναι αυτός. Κλίνεται κατά το ψεκασμός.

    [*] https://physicsgg.me/2012/12/16/oι-εντυπώσεις-του-richard-feynman-από-την-ελλάδα/

  17. Γ.Κασσωτάκης says:

    Θα συμφωνήσω με τον Κο Ζηκίδη για το θέμα των ελληνικών αμυντικών εταιριών: η ελπίδα βρίσκεται στις ιδιωτικές δυναμικές εταιρίες που καινοτομούν. Οι κρατικές βιομηχανίες έχουν μεν αξιόλογο ανθρωπινο δυναμικό που παράγει έργο, αλλά έχουν και πολύ » dead meat» που τις τραβάει στον πάτο, που σημαίνει ότι μικρό μέρος του προσωπικού τους είναι πραγματικά παραγωγικό.
    Θα συμφωνήσω επίσης, ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι, και ότι όντως υπήρξαν πολύ καλύτερες μέρες για την αμυντική βιομηχανία αλλά και την αμυντική θωράκιση γενικότερα, ως αποτέλεσμα της Κυπριακής Τραγωδίας. Τραγωδία, η οποία δυστυχώς με τον καιρό ξεθώριασε στην μνήμη των κυβερνόντων αλλά και του ελληνικού λαού και μαζί με αυτή ξεθώριασε και η πεποίθηση ότι οι ισχυρές ΕΔ και η προβολή στρατιωτικής ισχύος πρεπει να αποτελούν εθνικούς στόχους.
    Οι νόμοι Σπηλιωτόπουλου (2006) και Βενιζέλου (2011) αποτέλεσαν την βάση του αυτο-επιβληθέντος εμπάργκο στις προμήθειες και υποστήριξη του αμυντικού εξοπλισμού. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι νομοθέτες ήταν αφελείς, το γεγονός ότι οι διάδοχοί τους συνεχίζουν να τους διατηρούν σημαίνει ότι συμερίζονται την άποψη ότι η στρατιωτική ισχύς δεν είναι εθνικός στόχος, όσο ακατανόητο και αν ακούγεται στο σημερινό διεθνές περιβάλλον.

  18. @ Κωνσταντίνος Ζηκίδης

    Χωρίς να είναι πρόθεσή μου να διαφωνήσω με αυτά που αναφέρονται για το παρελθόν, πρέπει αυτά να τα αξιολογήσουμε τόσο σε στρατηγικό επίπεδο όσο και ως στρατηγικές βιομηχανικές επιλογές. Το παράδειγμα του G-3 που αναφέρεται, αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα προς μελέτη.

    Πράγματι, λοιπόν, το G-3 -και εν γένει ο τομέας του ελαφρού οπλισμού- μεταπολιτευτικά κατασκευάστηκε εγχωρίως. Μιλάμε για την εγχώρια κατασκευή ενός τυφεκίου, κατόπιν αγοράς της τεχνογωσίας κατασκευής καθώς και του μηχανουργικού εξοπλισμού για την παραγωγή του. Επίσης, απαιτήθηκε μία στοιχειωδώς υγιής, μεσαίου (για τα ελληνικά δεδομένα) μεγέθους μηχανουργική εταιρεία. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο ή εντυπωσιακό, με την προϋπόθεση ότι έχεις να διαθέσεις τα χρήματα για την επένδυση.

    Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι:

    (α) Από στρατιωτικής πλευράς: η ανάπτυξη βιομηχανίας ελαφρού οπλισμού, ποιο «στρατηγικό» πλεονέκτημα παρείχε στη Χώρα και στις ΕΔ; Ποιο κρίσιμο πρόβλημα τους έλυνε, και ποιο στοιχείο υπεροχής τους εξασφάλιζε; Θα είχαμε έτσι «ανώτερα» τυφέκια από τους Τούρκους; Κι αν ναι (που δεν θα είχαμε, αλλά για να καταλάβουμε το πώς αντιμετωπίζεται το θέμα) πόσο σημαντικό ήταν το στοιχείο αυτό σε μία Ε/Τ αντιπαράθεση; Μας παρείχε κάποια αυτονομία στρατηγική, δηλαδή «απεξαρτόμασταν» σε κάποιον κρίσιμο τομέα από τρίτες χώρες; Αλλά τα τυφέκια και ο ελαφρύς οπλισμός είναι μάλλον το τελευταίο στοιχείο εξοπλισμού με το οποίο πιέζεται μία χώρα. Το μόνο πλεονέκτημα που, ίσως, σε κάποιον βαθμό διασφαλιζόταν, ήταν η δυνατότητα παραγωγής ποσοτήτων οπλισμού που τρίτες χώρες δεν γνώριζαν (αυτό σε περίπτωση που το G-3 παραγόταν 100% στην Ελλάδα, που δεν ξέρω αν επετεύχθη, αλλά για την οικονομία της συζητήσεως, ας υποθέσουμε ότι επετεύχθη, όπως δεν είναι απίθανο, άλλωστε). Άρα; Μπορούσαμε να παραγάγουμε 100.000 G-3 χωρίς να το καταλάβει κανένας, και να εξοπλίσουμε π.χ. την Εθνοφυλακή με G-3 χωρίς να το καταλάβει κανείς; Πέραν του ότι είναι αμφίβολο ότι δεν θα το μάθαινε κανείς… πόσο σημαντικό ήταν αυτό ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΑ Ε/Τ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ;

    (β) από οικονομικής πλευράς: η εγχώρια παραγωγή του τυφεκίου, σε αντιδιαστολή με την πλήρη εισαγωγή του, υπήρξε πιθανόν οικονομικά επωφελής βραχυπρόθεσμα, αφού πιθανότατα το κόστος παραγωγής (συμπεριλαμβανομένου του κόστους της αρχικής επένδυσης) υπήρξε μικρότερο από το κόστος αγοράς της ίδιας ποσότητας από το εξωτερικό, κι επιπλέον τα χρήματα για το ανθρώπινο κεφάλαιο παρέμειναν στην Ελλάδα. Όμως τίθεται το εξής ερώτημα: η επένδυση αυτή τι προοπτική βιωσιμότητας είχε – εξ αρχής; Μετά την προμήθεια της αρχικής μεγάλης παραγγελίας, πώς θα επεβίωνε μία βιομηχανία που είχε κάνει επένδυση στην παραγωγή ελαφρού οπλισμού; Θα ζητούσε συνεχώς καινούργια G-3 o Στρατός για να συντηρεί την ΕΒΟ; Θα ανέπτυσσε καινούργια τυφέκια η ΕΒΟ; Και αν ναι, ποιος θα τα απορροφούσε; Ο ΕΣ είχε καλυφθεί για 3-4 δεκαετίες. Χωρίς εγχώρια αγορά, το να προωθηθεί νέος οπλισμός στο εξωτερικό είναι ουτοπικό. Αλλά κι αν δεν ήταν εξ αυτού του λόγου ουτοπικό, με τι εμπειρία και τι τεχνογνωσία η ΕΒΟ θα ανέπτυσσε άμεσα ένα ανταγωνιστικό προϊόν σε έναν τομέα εξαιρετικά εξελιγμένο, όπου πρωταγωνιστούν κολοσσοί με τεχνογνωσία πολλών δεκαετιών και με συνεχή δραστηριότητα έρευνας και ανάπτυξης επί έναν αιώνα; Ο τομέας είναι τόσο ανταγωνιστικός, που κολοσσοί έχουν αναπτύξει εμπορικά καταστροφικές πατάτες. Μπορεί να φαίνεται αντίθετο με τη διαίσθηση, αλλά σε τομείς κορεσμένους από εξέλιξη, όπως τα ελαφρά όπλα, είναι πολύ πιο δύσκολο να εισέλθει κανείς απ’ ότι τομείς «εξωτικούς» σε έναν βαθμό, αλλά εν τη γενέση τους, ή εν πάση περιπτώσει σε αρχικά στάδια.
    Και μήπως η αρχική ίδρυση μίας εταιρείας ελαφρού οπλισμού άνοιγε τον δρόμο στην ανάπτυξη άλλων κατηγοριών εξοπλισμού; Ποιές θα ήταν αυτές; Είχε εκτιμηθεί ότι ο ΕΣ θα είχε ανάγκη γι’ αυτές τις κατηγορίες προσεχώς; Και πάλι, προσέδιδαν κάποιο στρατηγικό πλεονέκτημα στον ΕΣ; Με τι δυναμικό ανάπτυξης (και όχι απλής παραγωγής κατόπιν παραχώρησης τεχνογνωσίας) θα αναπτύσσονταν τα νέα όπλα;

    Και τέλος: εντάξει, αφού στη χειρότερη περίπτωση, έστω κι η αρχική παραγωγή G-3 κ.λπ. συναφούς εξοπλισμού «έβγαλε τα λεφτά της» σε σύγκριση με την αγορά από το εξωτερικό, τι πειράζει, ακόμη κι αν δεν είχε μέλλον;

    Η απάντηση είναι διπλή: (α) άφησε μία βιομηχανία-βρυκόλακα πίσω της, και μάλιστα κρατική. Η βιομηχανία έπαψε να είναι χρήσιμη και δεν είχε προοπτική επιβίωσης, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση και να κλείσει. Απλώς συνέχισε να απομυζά πόρους χωρίς να παράγει τίποτα.

    (β) τα χρήματα και το δυναμικό που διατέθηκε για την ίδρυση της ΕΒΟ αφαιρέθηκε από άλλες επενδύσεις αμυντικής βιομηχανίας που δεν έγιναν. Το καλάθι μας είναι πεπερασμένο. Κάθε τι που κάνουμε είναι και μία επιλογή σε σχέση με το τι δεν κάνουμε.

    Να το πω κάπως συμβολικά: Το να επένδυε το Ελληνικό Κράτος στην ανάπτυξη κατευθυνόμενων βομβών, όπως του έδινε τη δυνατότητα ο σμηναγός Χατζηαναστασίου, ήταν μία διαμετρικά αντίθετη επιλογή με την επένδυση που έκανε στα G-3. Με (λίγη, όχι τραγική) δυσκολία παραπάνω, θα μπορούσε να πάρει έναν δρόμο που θα του έδινε ένα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σημαντικότατο στρατηγικό και βιομηχανικό πλεονέκτημα. Αλλά το ένα τότε φάνταζε «εξωτικό» ενώ το άλλο «ασφαλές». Δυστυχώς, ήταν «τσαρουχο-επιλογή» αυτά που κάναμε.

  19. Konstantinos Zikidis says:

    @npo
    Μάλλον με παρεξηγήσατε. Τα κύρια σημεία της πρώτης παράθεσης στο σχόλιό μου, τα οποία επιβεβαίωναν τα αναγραφόμενα στο υπόψη σχόλιο, ήταν τα ακόλουθα:
    “… Εκείνη την περίοδο, όπου ο τουρισμός ήταν ακόμα ανύπαρκτος, η βιομηχανία ηλεκτρικών συσκευών στην Ελλάδα (ΙΖΟΛΑ, ΠΙΤΣΟΣ, ΕΣΚΙΜΟ) κάλυπταν το 90% της εγχώριας ζήτησης και πραγματοποιούσαν εξαγωγές σε Μ. Ανατολή, Β. Αφρική και σε κάποιες Βαλκανικές χώρες.
    Στα μέσα της 10ετίας του ’80 η εγχώρια βιομηχανία άρχισε να καταρρέει.
    Θυμάμαι έναν Κρητικό φωνακλά εργοδηγό που είχα στην γραμμή παραγωγής των πλυντηρίων και αργότερα εξελίχθηκε σε αρχισυνδικαλιστή, ο οποίος κατέβαζε κάθε τρεις και λίγο τους εργαζόμενους σε απεργία. Τα συνθήματα γνωστά, αυξήσεις, το μεγάλο κεφάλαιο, που ξεζουμίσει τον εργάτη κλπ….
    Το εργοστάσιο έκλεισε, οι εργάτες πήγαν σπίτι τους και ο συνδικαλιστής βρέθηκε μετά από λίγα χρόνια με ξενοδοχείο στην Κρήτη…
    Παράλληλα οι γερμανικές εταιρείες, Siemens, AEG, Telefounken, κλπ. έβαλαν πόδι και κυριάρχησαν στην Ελλάδα…”

    Δεν νομίζω ότι πάσχω από αρχαιολατρεία. Αντιθέτως, τα επιτεύγματα των προγόνων μας με αγχώνουν γιατί νιώθω άχρηστος εν συγκρίσει με αυτούς. Πέραν τούτου, ως εν ενεργεία Στρατιωτικός, οφείλω να είμαι πραγματιστής, οπότε δεν καταπιάνομαι με την αρχαιολατρεία αλλά με την καταμέτρηση: τόσα αεροπλάνα εγώ, τόσα αυτός, τόσες βόμβες εγώ, τόσες αυτός, τόσα UAV εγώ, τόσα αυτός, και ούτω καθεξής.

    Τέλος, όσον αφορά το Hellenic και το Greek, παραπέμπω σε αναλύσεις που αναφέρουν ότι το δεύτερο είναι αρχαιότερο του πρώτου, ενώ όλα συνδέονται με την παλαιότερη Μονάδα μου, την 114ΠΜ, στην Τανάγρα 🙂
    Par exemple: https://pheidias.antibaro.gr/Hellas_names/Pappa.html
    “Ο Παυσανίας μνημονεύει την άποψη των Ταναγραίων πως Γραία ήταν η αρχαιότερη ονομασία της Τάναγρας (σημερινής Τανάγρας). … Οι αρχαιότατοι Γραείς ή Γραίοι ευθύνονται λοιπόν, για τη λατινική ονομασία graji που έδωσε τα μεταγενέστερα Graecia και τα πολλά επίθετα (graecus, graecanicus, graeciensis, graecor, και το επίμαχο graeculus που ήταν απλό υποκοριστικό πριν να αποκτήσει την όντως υποτιμητική σημασία του γραικύλου, του εκφυλισμένου Έλληνα, που ουδέποτε ταυτίστηκε με το graecus). Αυτά για ό,τι αφορά τη λατινογενή ονομασία της χώρας μας και του λαού μας.”

    @Γ.Κασσωτάκης
    Συμφωνούμε σε όλα και ιδίως στο γεγονός ότι ό,τι κι αν ψήφισαν οι παλαιότεροι υπουργοί, η ευθύνη είναι σε εμάς σήμερα. Είναι φαιδρό να κατηγορήσει κάποιος τον Μπένυ σήμερα για κάτι που νομοθέτησε το 2010 και 2011.

    @Βελισάριος
    Δεν ανέφερα το G3 ως το υπέρτατο επίτευγμα που θα έκρινε μία Ε/Τ κρίση. Αντιθέτως, διευκρίνισα ότι “δεν μιλάμε για κάποιο τεράστιο πρόγραμμα”. Το ανέφερα κυρίως για να αναδείξω τον Αλ. Αβραμίδη. Στον οποίο πιστώνονται κι άλλα: https://taxalia.blogspot.com/2011/07/blog-post_752.html Και σε κάθε περίπτωση, είμαι περήφανος που το βασικό τυφέκιο των ΕΔ είναι κατασκευασμένο εγχωρίως, έστω και χρησιμοποιώντας τα γερμανικά σχέδια, και όχι αγορασμένο ατοφίως, από τη φίλη και σύμμαχο Γερμανία…

  20. @ Κωνσταντίνος Ζηκίδης

    Αγαπητέ, αλίμονο, δεν είπα ότι αυτό αναφέρατε: το G-3 ως υπέρτατο επίτευγμα που θα έκρινε μία Ε/Τ κρίση. Είπα απλώς ότι ως επίτευγμα της «αμυντικής βιομηχανίας» ήταν οριακής στρατηγικής σημασίας. Αντιθέτως, όμως, ανάλωσε -ως επιλογή- μεγάλο μέρος του διαθέσιμου – ας το πούμε «επενδυτικού δυναμικού» της αμυντικής βιομηχανίας.

    Εν πάση περιπτώσει, αυτά αφορούν 40 με 45 χρόνια πριν. Ίσως είναι καλό να διδαχτούμε κάτι για τα επόμενα.

  21. Zoomer says:

    FCAS. Όσο μεγαλύτερη ελληνική συμμετοχή γίνεται. Θέλουμε να πολεμήσουμε ή να κάνουμε αναχαιτίσεις? Για το δεύτερο υπάρχουν τα εκπαιδευτικά. Υπόψιν, δεν είναι ένα αεροσκάφος. Είναι σύστημα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη συντήρηση, τα αναλώσιμα και τα ανταλλακτικά. Ένα F35 κάνει 100m upfront και η καριέρα του κοστίζει τα δεκαπλάσια.

    Προέχει η καταστροφή της αντίπαλης αεροπορίας. Αν γίνει αυτό, τότε μπορείς άνετα να καταστρέψεις το στρατό και το ναυτικό του εχθρού ακόμα και αν δεν έχεις επενδύσει πολύ σε ΣΞ και ΠΝ. Μάλλον το παραπάνω δεν έχει γίνει κατανοητό. Συζητάμε ακόμα για AAW φρεγάτες και ελληνικό τυφέκιο. Είναι πασίγνωστο άλλωστε ότι τα AB και τα Μ16 κέρδισαν τους πολέμους του Κόλπου…

  22. @Βελισαριος says:
    27 Ιουνίου 2020 στο 22:28

    Εδώ, περιγράφεις ορθώς ένα από τα βασικά προβλήματα της παραγωγικής μας δραστηριότητας, αυτό της μονοκαλλιέργειας αλλά και του κράτους-επιχειρηματία, κρατικοδίαιτων βιομηχάνων, βιοτεχνών, εισαγωγέων κ.α.

    Ενδεικτικό παράδειγμα σε αντιδιαστολή της κακοδαιμονίας μας η https://www.yugoimport.com/en/proizvodi
    Επίσης, παραβλέπεις το εξίσου σημαντικό στοιχείο της αυτονομίας έστω και σε σίδερα και iron bombs. Ναι μεν υπάρχουν διαθέσιμα έξω και ίσως καλύτερα και φθηνότερα αλλά δεν συνεπάγεται πως θα μας είναι διαθέσιμα σε ποσότητα, τιμή και χρόνο παράδοσης σε κρίσιμες χρονικές συγκυρίες.

    Βασικά, ας καταργηθούν τα υπάρχοντα εμπόδια και ας μην μπαίνουν νέα στις υπάρχουσες εταιρείες και θα στρώσει το θέμα.

  23. Πρέπει να αναφερθεί ότι η Σερβία δεν έχτισε στρατιωτική βιομηχανία. Την κληρονόμησε από την Γιουγκοσλαβία που την κληρονόμησε από την Αυστροουγγαρία.

    Καλώς και την κράτησαν, αλλά δεν την δημιούργησαν εκ του μηδενός. Άλλοι κάναν την βαριά δουλειά . Για την Ελλάδα έχουν σημασία παραδείγματα δημιουργίας βιομηχανίας και στρατιωτικής βιομηχανίας από ουσιαστικά το μηδέν (Ν.Κορεα π.χ)

  24. @ Κωνσταντίνος Τραυλός

    Η Νότια Κορέα δεν είναι (πολύ) χρήσιμο παράδειγμα για την Ελλάδα για τον εξής λόγο:

    Η Ν. Κορέα ανέπτυξε «παρεμπιπτόντως» πολεμική βιομηχανία στο πλαίσιο της εξαιρετικά δραστήριας ανάπτυξης γενικής βιομηχανίας. Όμως μία τέτοια πολιτική είναι αδύνατη για την Ελλάδα. Ακόμη κι αν αντιπαρέλθει κανείς τον (δυστυχώς σημαντικό) παράγοντα που σχετίζεται με τον αυταρχικό χαρακτήρα του πολιτεύματός της κατά την περίοδο της γέννησης της βιομηχανίας, και ο οποίος σχετίζεται με την ικανότητα της χώρας να ακολουθήσει για μακρά περίοδο αυστηρή οικονομική πολιτική, μένει το πιο «τεχνικό» ζήτημα της βιομηχανικής πολιτικής που ακολουθήθηκε: η Ελλάδα είναι απολύτως αδύνατον να ακολουθήσει τέτοιου είδους πολιτική στο πλαίσιο της ΕΕ: της απαγορεύεται θεσμικά, και πολιτικά είναι απολύτως εξαρτημένη από χώρες (τη Γερμανία, πρακτικά) που προωθούν σκληρά τη δική τους βιομηχανική πολιτική, με συγκεκαλυμμένο τρόπο. (Σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, πρακτικά απαγορεύεται η χρήση λιγνίτη και προωθείται εντατικά η χρήση… ηλεκτρικών αυτοκινήτων – de facto γερμανικών.)

    Ο μόνος τομέας στον οποίον η χώρα θεσμικά και πρακτικά επιτρέπεται να ασκήσει βιομηχανική πολιτική είναι η αμυντική βιομηχανία. Προφανώς αυτό μπορεί να έχει πολύ πιο περιορισμένη έκταση, αλλά εξακολουθεί να μπορεί να είναι ουσιώδης, τόσο στρατιωτικά όσο και οικονομικά, ΕΦ’ ΟΣΟΝ ΣΧΕΔΙΑΣΤΕΙ ΣΩΣΤΆ. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΕ μπορεί να παρέχει, εν αγνοία της, πολλά σημαντικά εργαλεία.

    Φυσικά, από τη Νότια Κορέα μπορεί να μάθει κανείς πολλές κρίσιμες επί μέρους πρακτικές βιομηχανικής πολιτικής. Άλλωστε, μετά τον Β’ ΠΠ, λίγοι το έκαναν τόσο καλά όσο οι Νοτιοκορεάτες.

  25. Demetrios Rammos says:

    Καθώς φέρνουμε το G3 ως παράδειγμα δεν μπορώ παρά να ρωτήσω, το G3 ήταν παράδειγμα μέτριας έστω επιτυχίας ή στην πραγματικότητα παράδειγμα προς αποφυγήν; Τη δεκαετία του 1970 η χώρα ήδη είχε σε παραγωγή στην ΠΥΡΚΑΛ το FN FAL με τις πρώτες παραγγελίες να έχουν γίνει ήδη από το 1965. Δεν θα μπω στη λογική του κατά πόσον το FAL ήταν καλύτερο του G3 ή όχι, ας μείνουμε ότι τα δύο όπλα ήταν στην πράξη ισοδύναμα και είχαν αναπτυχθεί την ίδια εποχή για να καλύψουν την ίδια ακριβώς ανάγκη. Οπότε στην πράξη το 1976 απλώς αποφασίσαμε αντί να συνεχίσουμε με την ευρείας κλίμακας παραγωγή ελαφρού οπλισμού που ήδη είχαμε επιλέξει και θέσει σε υπηρεσία να διαθέσουμε κεφάλαια για να δημιουργήσουμε μια δεύτερη βιομηχανία που θα έκανε ακριβώς το ίδιο με την υφιστάμενη και να εισάγουμε μια δεύτερη οικογένεια οπλισμού στον ΕΣ που το μόνο που προσέφερε ήταν αύξηση της πολυτυπίας. Πολύ περισσότερο παράδειγμα της παθογένειας της Ελληνικής πολιτικής εξοπλισμών θα το χαρακτήριζε κανείς.

    Βέβαια σε σύγκρισή με παραδείγματα όπως την επιλογή δύο τύπων μαχητικού τη δεκαετία του 1980 ή τη μη συμμετοχή είτε στο πρόγραμμα του Eurofighter είτε κατά προτίμηση στο πρόγραμμα του Rafale την ίδια εποχή, όταν ήταν δεδομένο ότι η ΠΑ θα χρειαζόταν στο μέλλον νέα αεροσκάφη σε σοβαρούς αριθμούς και η Γαλλία μετά τη διάσπαση των δύο προγραμμάτων προσέφερε σημαντικά ποσοστά βιομηχανικής συμμετοχής σε όποια χώρα εντασσόταν στο δικό της πρόγραμμα αυτό του G3 ίσως είναι απλό πταίσμα…

  26. Χρήστος says:

    @Demetrios Rammos

    δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για το πώς οδηγηθήκαμε στην παραγωγή του G3 έναντι του FAL, αλλά από όσο γνωρίζω πραγματική πραγωγή του FAL δεν υπήρχε αλλά απλά κάποιου είδους συναρμολόγηση. Για να γίνει κανονική παραγωγή ενός όπλου έπρεπε να αγοραστεί ο αναγκαίος εξοπλισμός, και κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει με δημόσια χρήματα για όφελος ιδιωτικής επιχείρισης. Τώρα γιατί επιλέξαμε την ΗΚ αντί την FN αυτό μάλλον έχει να κάνει με τις προσφορές πυο κάναν οι δύο εταιρείες. Από αυτά που διαβάζω στο ίντερνετ φαίνεται πως γενικά η ΗΚ ήταν πιο δεκτική στο να δίνει άδεια παραγωγής για τα όπλα της σε διάφορες χώρες.
    Νομίζω πως όταν κοιτάμε τα δύο πρότζεκτ, αυτό του G3 είναι το ουσιαστικό και μακροπρόθεσμο και του FAL απλά μια προσωρινή κατάσταση χωρίς περεταίρω προοπτική. Η δε γραμμή της ΕΒΟ δεν απέδωσε μόνο G4, αλλά και χιλιάδες MG3 και MP5. Με τον εξοπλισμό και την τεχνογνωσία που απέκτησε η ΕΒΟ/ΕΑΣ θα μπορούσε να κάνει μεγάλα πράγματα.
    Κρατάω πάντως πάντα μια επιφύλαξη, γιατί για την πρόσφατη προμήθεια ΜΙΝΙΜΙ παραγωγής ΕΑΣ διάβασα ότι στην πραγματικότητα έρχονται έτοιμα από το Βέλγιο και απλά ξανασυσκευάζονται στην Ελλάδα. Οπότε ποτέ δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε στην Ελλάδα και τι είναι αέρας κοπανιστός.

  27. @Κωνσταντίνος Τραυλός 28 Ιουνίου 2020 στο 12:50

    Κάνετε λάθος σχεδόν σε όλα. Ουδεμία σχέση έχει η διάδοχη κατάσταση της Αυστροουγγαρίας με την Yugoimport η οποία ιδρύθηκε το 1949 βλ. https://www.defenceprocurementinternational.com/Content/Profiles/yugoimport-sdpr/yugoimport-company-profile.pdf αφότου τα έσπασε ο Τίτο με τον Στάλιν και εξαιτίας αυτού.
    Οι Σέρβοι την δημιούργησαν, την στελέχωναν και την διοικούσαν. Άλλωστε, ένα-δύο εργοστάσια εκτός Σερβίας ήταν σε περιοχές όπου πλειοψηφία διέθεταν οι Σέρβοι (το εργοστάσιο πυρομαχικών που λειτουργούσε στο Ουρόσεβατς ήταν από τους πρώτους στόχους που κατεστράφησαν από το ΝΑΤΟ μαζί με την μονάδα της Σερβίας. Το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού μετά τον πόλεμο είτε δεν βρίσκονταν εν ζωή είτε μετανάστευσε (κυρίως στην Γερμανία) είτε απέκτησε αναπηρία είτε βρίσκονταν σε μεγάλη ηλικία. Ελάχιστες δεκάδες είχαν απομείνει αλλά αρκούσα για να την ξαναστήσουν από την αρχή και με καλύτερη προοπτική (άσχετο αν γίνονται και άλλες δουλειές παράλληλα…).

  28. Μιας και ακούγονται πολλές εταιρείες για την ανασύσταση της πολεμικής και ουχί αμυντικής βιομηχανίας, για ναυπηγεία, ΕΛΒΟ, ΕΑΒ και φυσικά όλοι προσδοκούν σε προγράμματα των Εν.Δυν., αλγεινή εντύπωση προκαλεί η μη συμμετοχή ασιατικών εταιρειών και συγκεκριμένα Ν.Κορεατικών και Ιαπωνικών.
    Κυκλοφόρησαν φήμες για εθνικά φορτηγά, τζιπάκια, καναδέζες, τυφέκια αλλά ειδικά στην περίπτωση της ΕΛΒΟ όπου σημειωτέον σχεδόν όλο το προσωπικό της έχει μεταταχθεί σε ευαγείς υπηρεσίες και ιδρύματα του Ελληνικού Δημοσίου Τομέα και ουχί σε ΠΕΒ, εργοστάσια βάσης, ναυστάθμους, ΔΑΑΥ, ΕΑΒ δεν θα ήταν σώφρον ο επενδυτής να δημιουργήσει και μονάδα για την συναρμολόγησης και επισκευών πολιτικών προϊόντων όπως φορτηγά κάθε είδους, αγροτικά οχήματα, λεωφορεία και minibus?
    Εδώ μπαίνουν δηλαδή οι ασιατικές εταιρείες ανεγνωρισμένου κύρους διεθνώς και με εξαιρετικά αξιόπιστα προϊόντα, όπου ως δέλεαρ, θα συνδέαμε και την υποχρέωση κατασκευής μονάδας παραγωγής ελαστικών οχημάτων κάθε είδους (μιας και δεν υπάρχει Goodyear & Pirelli εδώ και πάρα πολλά χρόνια) με εξασφαλισμένο συμβόλαιο για την κάλυψη των αναγκών των κρατικών οχημάτων.

  29. Καλησπέρα
    @Βελισάριος, κατανοώ.
    @Προβοκάτωρ, έχετε δίκαιο και εγώ άδικο. Ευχαριστώ για την διόρθωση.

  30. Αρματιστής says:

    Μη ξεχνάτε ότι κερδήθηκε (πρακτικά δεν κερδήθηκε τίποτε) από την παραγωγή του G3 φαγώθηκε στο μεγαλεπήβολο «πρόγραμμα» των Άρτεμις.
    Ίλαρχος το 1985, παρακολουθούσα το σχολείο διοικητών Μονάδων στη Σχολή Τεθωρακισμένων. Πήγαμε επίσκεψη στο εργοστάσιο του Αιγίου για να δούμε τα «θαύματα» της Ελληνικής Πολεμικής Βιομηχανίας. Οι «ειδικοί» του πασόκ μας ενημέρωσαν ότι ετοίμαζαν ένα Α/Α αυτοκινούμενο σύστημα με δίδυμα πυροβόλα, πυραύλους, ραντάρ έρευνας και κατάδειξης, υπολογιστές κ.λπ. Ο αφελής ρώτησα πως θα τα φτιάξουν αυτά όταν ακόμη δεν φτιάχναμε ούτε τηλέφωνα και εισέπραξα την απάντηση ότι είναι σε θέση να τα φτιάξουν.
    Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Αφού φαγώθηκαν κάποια πολλά δις κατασκευάστηκαν κάποιος αριθμός διδύμων πυροβόλων που ένας Θεός γνωρίζει σε ποια αποθήκη βρίσκονται αραχνιασμένα σήμερα.

  31. Κ/Δ ΚΒ says:

    Το G-3 ουσιαστικά υποστηρίχθηκε από το γεγονός ότι το ‘χε προμηθευθεί η Χωροφυλακή και μετά θα έπεσε και το απαραίτητο βαλιτσάκι από την Η&Κ. Τα Minimi κατασκευάζονται κανονικά στο Αίγιο. Έχει γίνει και προμήθεια κατάλληλων μηχανών και τόρνων που κόστισαν εκατομμύρια.

  32. @ Χρήστος

    «Με τον εξοπλισμό και την τεχνογνωσία που απέκτησε η ΕΒΟ/ΕΑΣ θα μπορούσε να κάνει μεγάλα πράγματα.»

    Αυτό είναι μία συνήθης παρεξήγηση: τι ακριβώς «εξοπλισμό και τεχνογνωσία» απέκτησε η ΕΒΟ με την παραγωγή των G-3/HK-11/MP-5; Εξοπλισμό και τεχνογνωσία παραγωγής, ασφαλώς. Απέκτησε τεχνογνωσία ανάπτυξης νέου φορητού οπλισμού; Ανέπτυξε εξοικείωση με τους διαφορετικούς μηχανισμούς λειτουργίας; Ανέπτυξε τεχνογωσία για τη μακρά κι επίπονη διαδικασία ανάπτυξης νέου τύπου; Και για ποια ακριβώς αγορά θα ανέπτυσσε τα νέα προϊόντα φορητού οπλισμού; Για τον ΕΣ που μόλις είχε εξοπλιστεί πλήρως με το G-3; Για το εξωτερικό; Θα ανταγωνιζόταν με νέο προϊόν, που δεν θα το είχε αγοράσει ο ΕΣ, τις μεγάλες, εδραιωμένες εταιρείες στο εξωτερικό; Έχουμε ιδέα πόση προσπάθεια, εμπειρία στον σχεδιασμό καθώς και δοκιμές απαιτεί η εξέλιξη ενός (σοβαρού) νέου τύπου τυφεκίου; Αξίζει όλη αυτή η επένδυση για το τυφέκιο;

    Ούτε καν αυτό: η ΕΒΟ, αφού… έμαθε τη μηχανουργία του G-3, αποφάσισε, ως επόμενο βήμα, να γίνει… system integrator: να ενοποιήσει σε ένα σύστημα μονάδα πυροβόλων, πυραύλους, αισθητήρες και σύστημα ελέγχου πυρός. Πάλι καλά που δεν επέλεξε να εκτοξεύσει πυραύλους για τη Σελήνη. Αλλά κι αν δεν έκανε αυτό, τι ακριβώς θα έκανε; Αντί να επιμείνει στην εξέλιξη του ARIS IV, κι αντί ο ΕΣ να αποκτήσει το ARIS IV, κι αντί το Υπουργείο Αμύνης να αναγκάσει τον ΕΣ να αποκτήσει το ARIS IV, κι αντί το ARIS IV να αποτελέσει την έναρξη εξέλιξης τεχνογνωσίας σε βασικούς ειδικότερους τομείς, που θα η εταιρεία θα μπορούσε να τους εκμεταλλεύεται για να διευρύνει σταδιακά τα (ανταγωνιστικά) προϊόντα που θα μπορούσε να προσφέρει στον ΕΣ και στο εξωτερικό… αποφάσισαν όλοι μαζί να γεμίζουν με νερό τον πίθο των Δαναΐδων.

    Και φυσικά, οι επιλογές της ΕΒΟ υπήρξαν… εταιρική επιλογή της ΕΒΟ, χωρίς κανέναν σχεδιασμό ή συντονισμό από το Υπουργείο Αμύνης. Μη μας πουν και «κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία» – προς Θεού! Λες και στη Μέκκα του καπιταλισμού οι αμυντικές εταιρείες σχεδιάζουν ό,τι τους έρθει στο μυαλό, και μετά πάνε στο Υπουργείο Αμύνης για να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

  33. Zoomer says:

    Καταρχάς έγινε λάθος επιλογή στο διαμέτρημα. Η σωστή επιλογή θα έπρεπε να είναι η σειρά 5.56 της ΗΚ, δλδ ΗΚ13/23/33(+ SG variant με Hensoldt scope + GP variant με HK79)/43/53 και VP70. Αλλά όχι στην ΕΒΟ. Έπρεπε να δημιουργηθεί η ΗΚ Hellas. Μόνο έτσι θα ερχόταν (πέραν των εργαλειομηχανών) το R&D και τα σχέδια στην Ελλάδα για ανάπτυξη νεώτερων εκδόσεων στο μέλλον, καθώς και τα αποκλειστικά δικαιώματα πωλήσεων της παραπάνω ολοκληρωμένης σειράς (σαφώς η μαμά ΗΚ θα έπαιρνε μερίδιο από τα κέρδη). Σήμερα, μετά τα γεγονότα του Έβρου, ο ΕΣ θα παραλάμβανε τα πρώτα HK416 (με ΗΚ269 και Hensdolt ZO) και MG4 από την ΗΚ Hellas.

    Αυτά στα σοβαρά κράτη όμως.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s