Ένδεκα Θέσεις για την Ελληνική Αμυντική Πολιτική

Εισαγωγή

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Πρωθυπουργός της Χώρας προέβη από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης σε σημαντικές εξαγγελίες για την Άμυνα, «εμβληματικές» όπως (άστοχα) ο ίδιος τις χαρακτήρισε. Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται να αντιστοιχούν σε πραγματικές προθέσεις, αφού η υλοποίησή τους είτε έχει ήδη ξεκινήσει, όπως στην περίπτωση της απόκτησης των δέκα οκτώ μαχητικών αεροσκαφών Rafale, είτε έχουν δρομολογηθεί, όπως η παράταση της στρατιωτικής θητείας στους δώδεκα μήνες. Η όλη προσπάθεια για ενίσχυση της σημαντικά αποδυναμωμένης ελληνικής στρατιωτικής ισχύος έχει πυροσβεστικό χαρακτήρα, καθώς κυρίως επιχειρεί να δώσει λύσεις στα πλέον πιεστικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δέκα πέντε έτη. Από πλευράς χρηματικών πόρων, ο σχεδιασμός φαίνεται ότι βασίζεται στην πρόβλεψη για διάθεση δέκα (ή ένδεκα) δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τα επόμενα πέντε (ή επτά) έτη. Το ποσό αυτό φαίνεται να αφορά τις δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων και κατασκευής στρατιωτικών υποδομών, αν και ο σχεδιασμός συμπεριλαμβάνει εξαγγελίες μέτρων που θα έχουν και αύξηση των λειτουργικών δαπανών.

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχουν πυροδοτήσει εντονότατες συζητήσεις στον ημερήσιο και ειδικό τύπο σχετικά με επιμέρους πτυχές τους, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τεχνικά ή επιχειρηματικά ζητήματα.

Στο παρόν κείμενο θα διατυπωθούν ορισμένες βασικές ανησυχίες σχετικά με την ακολουθούμενη από την Ελλάδα πολιτική εθνικής άμυνας σε βάθος χρόνου. Η πολιτική εθνικής άμυνας που ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, με σαφέστερα ευδιάκριτο και εντεινόμενο χαρακτήρα από τη δεκαετία του 1990, έχει βασικά, εγγενή στοιχεία που οδηγούν την Ελλάδα σε αδιέξοδο στο περιβάλλον της.

Οι θέσεις που θα διατυπωθούν δεν αποτελούν κριτική στις εξαγγελθείσες πολιτικές, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές στην πλειοψηφία τους αποτελούν πυροσβεστικές ενέργειες. Όμως η στρατιωτική ισχύς δεν χτίζεται σε μία πενταετία (ή επταετία), αλλά -όποτε προκύπτει- είναι αποτέλεσμα επαρκούς πολιτικής σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από την άλλη, ακόμη και σε μικρό χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να διαφανεί εάν ακολουθείται πολιτική άμυνας η οποία μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, ή εάν απλώς μπαλώνονται βραχυπρόθεσμα οι ανάγκες που έχουν καταστεί ανυπερθέτως πιεστικές, και μάλιστα υπό την πίεση κάποιου συμβάντος.

Καθώς οι εξαγγελίες της ΔΕΘ άπτονται γενικότερων ζητημάτων αμυντικής πολιτικής, οι θέσεις που θα διατυπωθούν αφορούν ακριβώς την αμυντική πολιτική, δηλαδή το επίπεδο στο οποίο οι πολιτικές ηγεσίες διευθύνουν, διαχειρίζονται και εμπλέκονται με τα στρατιωτικά ζητήματα.

Οι ανησυχίες που θα διατυπωθούν ακολούθως διατυπώνονται μόνον ως θέσεις, χωρίς να τεκμηριώνονται. Η τεκμηρίωση μίας εκάστης εξ αυτών απαιτεί μία ανάλυση από μόνη της, και θα γίνει εν καιρώ.

Εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, ενώ η στρατιωτική ισχύς της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, στην πράξη καμία πολιτική απόφαση ή πορεία στο διεθνές πεδίο στην πράξη δεν οφείλεται σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατιωτική ισχύ ή το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος.

Οι Εγγενείς Αδυναμίες της Ελληνικής Αμυντικής Πολιτικής

1. Η ελληνική αμυντική πολιτική ασκείται αναποτελεσματικά εξ αιτίας της πάγιας, βαθιά εδραιωμένης ιδεολογικής απροθυμίας της Ελληνικής πολιτικής τάξης να ασκήσει αμυντική πολιτική

Για να επεκτείνουμε την περίφημη και συνήθως παρεννοούμενη φράση του Κλαούζεβιτς «ο πόλεμος αποτελεί συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», και η στρατιωτική ισχύς αποτελεί οργανικό μέρος της πολιτικής, ασχέτως της διεξαγωγής πολέμου· ακόμη και σε συνθήκες ειρήνης. Η άσκηση αμυντικής πολιτικής εξαρτάται πρωτίστως από την αντίληψη που έχει ένα πολιτικό υποκείμενο -ο συγκερασμός ηγετικών τάξεων και κοινωνίας- σχετικά με τη φύση της πολιτικής και της θέσης του στο διεθνές σύστημα. Η άσκηση συνεπούς και συστηματικής αμυντικής πολιτικής δεν εξαρτάται τόσο από την ικανότητα των ηγετικών τάξεων στην άσκηση της αμυντικής πολιτικής καθ’ εαυτής. Πολύ περισσότερο, εξαρτάται από την (πραγματική και όχι θεωρητική και διακηρυσσόμενη) αντίληψη και τη σημασία που οι ηγετικές τάξεις και η κοινωνία αποδίδουν στη σημασία και την ακριβή λειτουργία της στρατιωτικής ισχύος. Η άσκηση αποτελεσματικής αμυντικής πολιτικής, δηλαδή σοβαρής και συνεπούς αμυντικής πολιτικής, προϋποθέτει ρεαλιστική αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις και τον ρόλο της στρατιωτικής ισχύος. Πιο απλά, προϋποθέτει την αντίληψη ότι η εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα εξαρτάται ουσιωδώς (και) από τη στρατιωτική ισχύ και  δεν διασφαλίζεται, κυρίως έστω, από άλλους μηχανισμούς όπως η πολιτική «προστασία» από τρίτες ισχυρές χώρες ή από το «διεθνές δίκαιο» και την εν γένει πρόοδο του ανθρωπίνου πολιτισμού. Οι πολιτικές και ιδεολογικές προκείμενες της αμυντικής πολιτικής είναι ίσως η κρισιμότερη παράμετρος για τη σοβαρότητα και την αποτελεσματικότητά της, ασχέτως των ρητορικών και εθιμοτυπικών διακηρύξεων. Η ελληνική πολιτική τάξη (και εδώ δεν συμπεριλαμβάνονται οι νεήλυδες του ΣΥΡΙΖΑ[i]) από το 1922 και μετά, αντιλαμβάνονται τη Χώρα ως αδύναμη πολιτική οντότητα που στην καλύτερη περίπτωση οφείλει να διασφαλίζει, με διάφορα ανταλλάγματα, επαρκή «διεθνή προστασία». Από την περίοδο πολιτικής κυριαρχίας του Κ. Σημίτη και μετά, η ενστικτώδης αυτή στάση εκλογικεύτηκε ψυχολογικά, επενδύθηκε με ιδεολογικά και επιστημονικά ψιμύθια και κατέστη επίσημη ιδεολογία του πολιτικού συστήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, η αμυντική πολιτική δεν αποτελεί παρά ένα υποχρεωτικό -προς το εσωτερικό και το εξωτερικό- πρόσχημα και πεδίο διασπάθισης δημοσίου χρήματος και πολιτικών εκδουλεύσεων. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί ένα υποχρεωτικό αλλά προσχηματικό αστυνομικό μηχανισμό, δευτερεύουσας σημασίας στο διεθνές πεδίο. Κανείς δεν αντιμετωπίζει σοβαρά κάτι στο οποίο δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία.

Η σπουδή περί την άσκηση αμυντικής πολιτικής εκδηλώνεται μόνον κάθε φορά που μία κυβέρνηση πανικοβάλλεται από μία «αναπάντεχη» έμπρακτη άσκηση στρατιωτικής απειλής, οπότε αναλώνεται σε σπασμωδικές κινήσεις· ως συνήθως, «του γκιαούρη το γινάτι τρεις μέρες κρατάει».

2. Η άσκηση αμυντικής πολιτικής περιορίζεται εκ των πραγμάτων σοβαρά, και συνεχώς περισσότερο, από τη φθίνουσα πορεία της ελληνικής οικονομίας και την αντίστροφη πορεία της τουρκικής οικονομίας

Η στρατιωτική ισχύς από τη βιομηχανική εποχή και μετά είναι σύμφυτη με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Η ελληνική οικονομία καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, ακολουθεί φθίνουσα πορεία με συνεχώς εντεινόμενη χρέωση, αποβιομηχάνιση και συνεχώς αυξανόμενο χάσμα έναντι της τουρκικής οικονομίας τόσο σε ό,τι αφορά τον συνολικό παραγόμενο πλούτο όσο και, ειδικότερα, τη βιομηχανική και τεχνολογική παραγωγή.

Όσες εξηγήσεις και να δοθούν σχετικά με «ειδικότερες συνθήκες» ή συγκυρίες της κάθε χώρας (στη μεγάλη τους πλειοψηφία παραπειστικές), το βασικό δεδομένο είναι ότι η Τουρκία -με την οποία υφίσταται η ιστορική σύγκρουση- ασκεί αμυντική πολιτική αντλώντας πόρους από μία ολοένα και μεγαλύτερη πίτα, ενώ η Ελλάδα ασκεί αμυντική πολιτική αντλώντας από μία ολοένα συρρικνούμενη πίτα. Όσο το βασικό αυτό δεδομένο -που δεν έχει απολύτως τίποτα το εγγενές και αναπόφευκτο- επιμένει, οι προοπτικές της ελληνικής ασφάλειας είναι εξαιρετικά σκοτεινές.

Έχει σημασία να τονιστεί ότι οι απαιτήσεις των δύο αντιπάλων στρατιωτικών οργανισμών δεν είναι ευθέως ανάλογες ούτε της γεωγραφικής εκτάσεώς τους ούτε του πληθυσμού τους. Πιο απλά, η «κατά κεφαλήν αμυντική δαπάνη» κάθε χώρας δεν είναι καλός δείκτης της στρατιωτικής ισορροπίας.

3. Η εξοπλιστική πολιτική της Χώρας είναι εγγενώς αναποτελεσματική, επειδή ασκείται σπασμωδικά από τις ελληνικές κυβερνήσεις, λόγω της γενικότερης αποστροφής τους προς τη ρεαλιστική αντίληψη της διεθνούς πολιτικής

Η αμυντική πολιτική εν καιρώ ειρήνης συνίσταται, σε σημαντικό βαθμό, στη διαχείριση των πόρων που το Κράτος θέτει στη διάθεση των Ενόπλων Δυνάμεων για εκμετάλλευση και μετατροπή σε στρατιωτική ισχύ: ανθρωπίνων πόρων, χρηματικών πόρων και βιομηχανικών-τεχνολογικών πόρων. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, δηλαδή το σύστημα που εκμεταλλεύεται τους πόρους αυτούς, είναι ένας εκπληκτικής πολυπλοκότητας οργανισμός· είναι με διαφορά ο πιο πολύπλοκος οργανισμός, δημόσιος ή ιδιωτικός, που υφίσταται στην Ελλάδα. Η πολυπλοκότητα αυτή απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό για την αξιοποίηση των διατιθέμενων πόρων.

Επειδή οι ελληνικές κυβερνήσεις -γενικώς- δεν θεωρούν ότι η στρατιωτική ισχύς έχει ουσιώδη πολιτική σημασία (εκτός από τις στιγμές που τελούν σε καθεστώς πανικού, κατόπιν της επίδειξης της… πρακτικής σημασίας της στρατιωτικής ισχύος), δεν διαθέτουν στις Ένοπλες Δυνάμεις πόρους παρά μόνον συγκυριακά. Ακόμη και τότε, οι πόροι διατίθενται υπό περιορισμούς (ενδεικτικά: εξοπλισμοί με πολιτικά κριτήρια, πολιτική προσωπικού με κρίσιμους περιορισμούς κομματικής δημοφιλίας) οι οποίοι καθιστούν οποιονδήποτε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των ΕΕΔ αδύνατο: Κανείς μακροπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός δομής δυνάμεων, αντικατάστασης και εκσυγχρονισμού υλικού, πολιτικής επάνδρωσης κ.λπ. δεν μπορεί να γίνει όταν οι ΕΕΔ δεν γνωρίζουν ποτέ πόσοι χρηματικοί και ανθρώπινοι πόροι θα τους διατεθούν. Κατά πάγια πρακτική, μία μακρά πορεία επιδείνωσης της κατάστασης σε όλους τους τομείς ακολουθείται από ένα πανικόβλητο, συγκυριακό και βραχυχρόνιο «ξέσπασμα» παροχής πόρων, με τους οποίους οι ΕΕΔ τρέχουν να μπαλώσουν τρύπες που δημιουργούνται επί δεκαετίες.

Το να αναμένει κανείς αποτελεσματικότητα υπό αυτές τις συνθήκες, είναι τουλάχιστον παράδοξο.

4. Η εξοπλιστική πολιτική της Χώρας πλήττεται ουσιωδώς από την αντίληψη ότι δια της εξοπλιστικής πολιτικής πρωτίστως εξαγοράζεται «πολιτική εύνοια» και δευτερευόντως μόνον δημιουργείται στρατιωτική ισχύς

Αν κανείς κάνει την υπόθεση εργασίας ότι οι εξοπλιστικές πολιτικές δεν επηρεάζονται από τρίτα μέρη μέσω της επιρροής τους στην εσωτερική πολιτική της χώρας, αλλά διαμορφώνονται αποκλειστικά με γνώμονα την εθνική ασφάλεια, έρχεται αντιμέτωπος με την αντίληψη -ειλικρινή ή προσχηματική- ότι η εξοπλιστική πολιτική πρέπει να έχει ως βασικό κριτήριο τον επιμερισμό των δαπανών μεταξύ σημαντικών ξένων χωρών εν είδει πληρωμής «προστασίας», ασχέτως του αν οι σχετικές συμβάσεις αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή από τεχνικής και οικονομικής απόψεως. Η επιλογή υποδεέστερων οικονομοτεχνικά λύσεων και η κατάτμηση των αγορών οδηγούν σε ουσιώδη μείωση της πραγματικής στρατιωτικής ισχύος που θα μπορούσε να επιτυγχάνεται με τους ίδιους πόρους.

Προφανώς, η πολιτική διάσταση έχει πάντοτε μεγαλύτερη σημασία από τη στρατιωτική, εν προκειμένω όμως έχουμε μία στρεβλή αντίληψη της «πολιτικής» διάστασης, κατά δύο βασικούς τρόπους:

(α) μία εξοπλιστική δαπάνη που δίνεται στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση, σταθμίζεται από τον αποδέκτη της ως μέρος της συνολικής οικονομικής σχέσης αυτός έχει με εμάς, όσο και τον οποιονδήποτε δυνητικό αντίπαλο. Αν δώσεις εξοπλιστικές συμβάσεις «x» ύψους σε μία χώρα, αλλά η χώρα αυτά έχει οικονομικές σχέσεις ύψους 10x ή 20x με τον δυνητικό σου αντίπαλο -και όχι απλώς εξοπλιστικές συμβάσεις αλλά συνολικά οικονομικές σχέσεις- η ανάθεση των συμβάσεων δεν σου εξασφαλίζει και πολιτική εύνοια. Με απλά λόγια, οι εξοπλιστικές δαπάνες μπορεί να είναι δημοσιονομικά οδυνηρές για εμάς, αλλά δεν είναι τόσο μεγάλο οικονομικό μέγεθος ώστε να επηρεάσει πολιτικές σχέσεις και ισορροπίες.

(β) οι πολιτικές σχέσεις, οι πολιτικές συμμαχίες και η πολιτική υποστήριξη επηρεάζεται και εξαρτάται από παράγοντες πολύ υπέρτερους της ανάθεσης του ενός ή του άλλου συμβολαίου της τάξεως μεγέθους που μπορεί να αναθέσει, ακόμη και στα πιο τολμηρά της όνειρα η Ελλάς. Αν κανείς πιστεύει ότι η πολιτική των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ρωσίας, του Ισραήλ ή οποιουδήποτε άλλου τρίτου μέρους στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο θα επηρεαστεί από την ανάθεση ή μη ανάθεση της μίας ή της άλλης σύμβασης, είναι αφελής. Προφανώς στο πλαίσιο της προώθησης του ενός ή άλλου (ακριβού) βιομηχανικού προϊόντος, η κάθε χώρα προέλευσής του μπορεί να λέει διάφορα συμπαθή και αόριστα, αυτά όμως δεν εκφεύγουν από το όριο της πολιτικής προώθησης πωλήσεων (marketing). Αντιθέτως, πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για τη στάση κάθε τρίτου μέρους έχει η αντίληψη του σχετικά με τη βαρύτητα και την ποιότητα της στρατιωτικής ισχύος της κάθε χώρας της περιοχής· η ποιότητα αυτή διασφαλίζεται με την επιλογή και απόκτηση εξοπλισμών με κριτήριο αυστηρά την επιχειρησιακή τους αξία.

5. Τόσο λόγω του εκτάκτου και εμβαλωματικού χαρακτήρα τους, όσο και λόγω αδυναμίας και ανεπάρκειας του στρατιωτικού μηχανισμού, η εξοπλιστική πολιτική δεν ασκείται βάσει συνεκτικού σχεδιασμού και συγκροτημένων αντιλήψεων δόγματος και επιχειρήσεων, αλλά αποσπασματικά και βάσει διαισθητικών προτιμήσεων

Πέραν των εξωτερικών, δηλαδή πολιτικών, παραγόντων που δεν επιτρέπουν μακροχρόνιο σχεδιασμό, οι ΕΕΔ έχουν εμφανή αδυναμία να σχεδιάσουν τη δομή δυνάμεών τους μακροπρόθεσμα επί μίας συνεκτικής βάσεως.

Αυτό θα απαιτούσε παράγοντες όπως μία συγκροτημένη αντίληψη για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων καθώς και μία συγκροτημένη αντίληψη για την πολιτική εξοπλισμού· οι πολιτικές φυσικά μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο και τις κινήσεις του αντιπάλου, αλλά δεν παύουν να βασίζονται σε μία συγκροτημένη ιδία αντίληψη για το δόγμα, τον τρόπο διεξαγωγής επιχειρήσεων και τη διαχείριση του υλικού.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα της αδυναμίας αυτής είναι οι συνεχείς παλινωδίες του Πολεμικού Ναυτικού κατά τα τελευταία έτη γύρω από τον τύπο των κυρίων μονάδων που επιθυμεί να αποκτήσει και η εμμονή της Πολεμικής Αεροπορίας στην αγορά του F-35.

6. Οι βασικοί μηχανισμοί του ελληνικού συστήματος στρατιωτικής ισχύος να εκτελέσουν την όποια εξοπλιστική πολιτική αποφασίζεται είναι απολύτως ανεπαρκείς ως προς αυτό

Η αναφορά αυτή αφορά κατά βάσιν -αλλά όχι αποκλειστικά- το βασικό όργανο για την εκτέλεση της εξοπλιστικής πολιτικής, τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (sic).

Το όργανο αυτό συνεστήθη κατόπιν εισηγήσεως του πρόσφατα εκλιπόντος καθηγητή του MIT Κωνσταντίνου Τσίπη, ο οποίος διετέλεσε σύμβουλος υπουργών αμύνης. Η σύλληψη του καθηγητή Τσίπη ήταν, στη βάση της, εύλογη: επειδή οι διαδικασίες προμηθειών εξοπλισμού είναι πολύπλοκες καθ’ εαυτές και εκτός του βασικού αντικειμένου των Ενόπλων Δυνάμεων, και επίσης διακριτές από τον καθορισμό των απαιτήσεων και προδιαγραφών εξοπλισμού (που είναι, πράγματι, βασικό αντικείμενο των Ενόπλων Δυνάμεων), θα έπρεπε να θεσμοθετηθεί ένα όργανο το οποίο να εξειδικευτεί στο, εξαιρετικά σύνθετο και δύσκολο, αντικείμενο των σύναψης και εκτέλεσης συμβάσεων προμηθειών -τουλάχιστον των μεγάλων και πολύπλοκων.

Όπως συχνά συμβαίνει, ειδικά στην Ελλάδα, ορθές στη σύλληψη ιδέες καταλήγουν σε «ατυχείς», για να διατυπωθεί πολύ ευγενικά, υλοποιήσεις. Η ΓΔΑΕΕ, το «εξειδικευμένο» όργανο που συνεστήθη, λειτουργεί με βασικό πυρήνα στελέχη των ΕΕΔ τα οποία δεν έχουν το υπόβαθρο και την προετοιμασία για να ανταπεξέλθουν στο ειδικό αντικείμενο της. Επιπλέον, εκ του νόμου, παραμένουν στις θέσεις αυτές για σύντομο χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο μίας ευήθους αντίληψης για την «πρόληψη της διαφθοράς». Η ΓΔΑΕΕ, από την άλλη, στην εκτέλεση του ρόλου της «αντιπαρατίθεται» με τους εξαιρετικής εξειδίκευσης και εμπειρίας μηχανισμούς πωλήσεων μεγάλων εταιρειών στρατιωτικού υλικού.

Φυσικά, για το πρόβλημα δεν ευθύνεται η ίδια η ΓΔΑΕΕ. Η παταγώδης αποτυχία διαδοχικών πολιτικών κυβερνήσεων και υπουργών αμύνης να δημιουργήσουν έναν στιβαρό μηχανισμό για να διαχειριστεί τις μεγάλες, κρίσιμες και συνεχείς απαιτήσεις του στρατιωτικού μηχανισμού, είναι μία χαρακτηριστική ένδειξη της πολιτικής και διοικητικής ανεπάρκειας του πολιτικού προσωπικού της Χώρας. Η δημιουργία ικανών κρατικών μηχανισμών είναι από τις πλέον κεντρικές αρμοδιότητες της πολιτικής τάξης.

7. Στο κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής προσωπικού, το κεντρικό στοιχείο των δημογραφικών εξελίξεων δεν αντιμετωπίζεται

Όπως και σε άλλα κρίσιμα θέματα, οι ΕΕΔ παραμένουν αγκιστρωμένες σε βασικές οργανωτικές αρχές και δομές που θέσπισαν οι Αμερικανοί αμέσως μετά τον πόλεμο, και τις οποίες αδυνατούν να μεταβάλουν, παρά το γεγονός οι προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται έχουν από πολύ καιρό ανατραπεί. Η πολιτική στρατιωτικού προσωπικού είναι χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα. Ο Ελληνικός Στρατός, που είναι και ο πιο ανθρωποβόρος οργανισμός, βασίστηκε στην αρχή της καθολικής υποχρεωτικής στράτευσης των αρρένων πολιτών. Όταν καθιερώθηκε το σύστημα αυτό, ο πληθυσμός της Ελλάδας και η κοινωνική της κατάσταση επέτρεπαν την άνετη επάνδρωση του συστήματος, ακόμη και με μικρή επιστρατευτική προσπάθεια· η επιστράτευση μεταπολεμικά ούτως ή άλλως υπήρξε αποπαίδι του Ελληνικού Στρατού. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, τα βασικά δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε ο σχεδιασμός έχουν ανατραπεί ριζικά: ο πληθυσμός δεν επιτρέπει ούτε στοιχειώδη επάνδρωση του θεωρητικού οργανισμού (όχι την πολεμική σύνθεση αλλά την ειρηνική), και η κοινωνία, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, φαίνεται να μην είναι διατεθειμένη, ούτως ή άλλως, να επανδρώσει τον οργανισμό.

Η λύση στο πρόβλημα αυτό είναι μία ελληνική «ιδιοκατασκευή»: ο «ημιεπαγγελματικός» στρατός. Το σύνολο του οργανισμού στελεχώνεται οριζόντια από ένα μείγμα κληρωτών και επαγγελματιών οπλιτών, εκ των οποίων στην πράξη οι επαγγελματίες οπλίτες επωμίζονται τα «πολεμικά» καθήκοντα και οι οπλίτες εκτελούν τις απαιτούμενες υποστηρικτικές εργασίες, ενώ προσδίδουν και κάποιον –«άτονο»- όγκο στο σύνολο. Το σύνολο, δε, των επαγγελματιών οπλιτών απασχολείται με καθεστώς μόνιμης, δια βίου απασχόλησης, πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, μόνον έναν κλάσμα (μικρό) του ονομαστικού τους αριθμού τους εκτελεί (και είναι σε θέση να εκτελέσει) καθήκοντα «οπλίτη».

Για την επαγγελματική αξία των επαγγελματιών οπλιτών, και αν εξαιρέσει κανείς συγκεκριμένους απαιτητικούς θύλακες με, όντως, υψηλή ποιότητα, ούτε κουβέντα.

8. Τα βασικά στοιχεία της πολιτικής προσωπικού που εφαρμόζεται οδηγούν σε Ένοπλες Δυνάμεις που, ειδικά σε ό,τι αφορά τον χερσαίο πόλεμο, είναι όχι απλώς αναποτελεσματικές αλλά εύθραυστες

Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο, ο ΕΣ δημιουργεί ένα μείγμα από: οπλίτες στρατευμένους στο πλαίσιο της (σχετικά καθολικής) υποχρεωτικής θητείας, επαγγελματίες οπλίτες -διαφόρων ηλικιών και ποικίλων κινήτρων και επαγγελματικής ευσυνειδησίας, και σημαντικό αριθμό γυναικών. Αυτή η τελευταία κατηγορία έχει εισαχθεί στις τάξεις των ΕΔ δυνάμει του τρέχοντος νομικού και πολιτικού δικαιωματισμού, δια του οποίου έχει περιέργως κατοχυρωθεί το δικαίωμα των γυναικών να γίνονται στελέχη, χωρίς καμία νύξη για την υποχρέωση καθολικής στράτευσης.

Το όλο μείγμα είναι, στην πράξη όχι απλώς δυσλειτουργικό αλλά εκρηκτικό: οι επαγγελματίες οπλίτες, έχοντας κατοχυρώσει το δικαίωμα να υπηρετούν εφ’ όρου ζωής στις τάξεις των ΕΔ, στην καλύτερη περίπτωση μπορούν για μικρό χρονικό διάστημα να ενεργούν ως οπλίτες, ακόμη και βαθμοφόροι οπλίτες. Κατά συνέπεια, ο πραγματικός αριθμός οπλιτών είναι πολύ μικρότερος του ονομαστικού. Οι επαγγελματίες οπλίτες και οι στρατεύσιμοι οπλίτες, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία συνυπηρετούν σε μεικτές μονάδες, χωρίζονται από ένα ψυχικό χάσμα -κι αυτή είναι η πιο ήπια έκφραση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι το χάσμα αυτό υφίσταται μεταξύ των επαγγελματιών και των στρατευσίμων οπλιτών, και όχι μεταξύ των στρατευσίμων και των μονίμων υπαξιωματικών των παραγωγικών σχολών και των αξιωματικών· οι λόγοι είναι μάλλον προφανείς. Η προσθήκη των γυναικών δίνει τη χαριστική βολή στην ποιότητα του μείγματος αυτού: οι μεν στρατεύσιμοι δυσφορούν έντονα γιατί πρέπει να υπηρετούν ως υφιστάμενοι γυναικών ενώ οι γυναίκες, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο δεν υποχρεούνται σε καθολική υποχρεωτική στράτευση, ενώ μεταξύ των στελεχών υφίσταται έντονη δυσφορία για τη συστηματική εύνοια προς τις γυναίκες στην υπηρεσιακή τους αντιμετώπιση. Επιπλέον, στην πράξη και παρά τα υποχρεωτικώς δηλούμενα επισήμως και μπροστά στις κάμερες, αυτές θεωρούνται και αντιμετωπίζονται επαγγελματικά ως συστηματικά αναξιόπιστο προσωπικό. Το δε συνολικό μείγμα έχει τόσο δραματικά χαμηλή επάνδρωση που συχνά έννοιες όπως «εκπαίδευση» και «επιχειρησιακή ετοιμότητα» είναι όροι που δεν αντιστοιχούν σε κάποια πραγματικότητα.

Το εάν το σύστημα αυτό αντέχει στην ψυχική πίεση πραγματικών επιχειρήσεων, όχι προκειμένου να αποδώσει ικανοποιητικά, αλλά ακόμη και να αποφύγει τη διάλυση, αποτελεί μεγάλο ερωτηματικό.

9. Η ελληνική στρατιωτική ισχύς περιορίζεται δραματικά από την πλήρη απουσία πολεμικής («αμυντικής») βιομηχανίας

Παρά τη συνεχή αναφορά στη «στρατηγική σημασία» της πολεμικής βιομηχανίας, η ακριβής και συγκεκριμένη σημασία της παραμένει απροσπέλαστη στις διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες: οι αναφορές των επισήμων και των αρμοδίων που συνοδεύουν κάθε δήλωση ή ανάλυση περί πολεμικής βιομηχανίας αφορούν την «εγχώρια προστιθέμενη αξία», το «κατασκευαστικό έργο» ή την «ασφάλεια εφοδιασμού».

Η πολεμική βιομηχανία δεν υφίσταται ως κλάδος ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την άμυνα επειδή εξασφαλίζει «εγχώρια προστιθέμενη αξία» στην ελληνική οικονομία. Αν αυτός ήταν ο λόγος, θα αποτελούσε αντικείμενο αποκλειστικά οικονομικού ενδιαφέροντος και δεν θα απασχολούσε τα υπουργεία αμύνης ανά τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας, όμως, δεν μπορεί να παρατεθεί, ούτε καν σε επίπεδο δηλώσεων, κάποιο στρατιωτικό πλεονέκτημα που η πολεμική βιομηχανία παρέχει στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Η βασική χρησιμότητα της πολεμικής βιομηχανίας στη σύγχρονη εποχή δεν έγκειται στην «αυτονομία» σε οπλικά συστήματα ή πυρομαχικά. Μία σχετική αυτάρκεια σε συμβατικά πυρομαχικά είναι επιθυμητή, παραμένει πολύ δύσκολη, και πάντως είναι δευτερεύουσας σημασίας. Η βασική χρησιμότητα της πολεμικής βιομηχανίας είναι η δυνατότητα εκμετάλλευσης, και μάλιστα άμεσης (αυτό έχει σημασία), της τεχνολογίας για την επίτευξη στρατιωτικού πλεονεκτήματος· οι τρόποι που αυτό επιτυγχάνεται σχετίζονται με τη δυνατότητα πρωτογενούς παραγωγής συστημάτων ή παρέμβασης σε υφιστάμενα συστήματα τα οποία θα έχουν έτσι, εγγενώς ή κατόπιν τροποποιήσεως, επιχειρησιακά χαρακτηριστικά που αγνοεί ο αντίπαλος ή που δεν έχει χρόνο να προσαρμοστεί σε αυτά.

Αυτό που στον Β’ ΠΠ αποτέλεσε τον «Πόλεμο των Μάγων» στην αεροπορική σύγκρουση, ογδόντα χρόνια αργότερα είναι η κεντρική πτυχή της πολεμικής βιομηχανίας, εξ ίσου για τις μικρές όσο και για τις μεγάλες χώρες. Στη μικρή μας, δυστυχώς, χώρα, η αντίληψη περί της σημασίας της πολεμικής βιομηχανίας συνεχίζει να έγκειται στην «εγχώρια προστιθέμενη αξία» – ή «δείξτε μας πώς κατασκευάζονται πλαίσια θυρών και δώστε μας και μία σχετική παραγγελία, για να παριστάνουμε ότι κάτι κάνουμε».

10. Η ανάπτυξη ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας δεν είναι εφικτή εξ αιτίας των κεντρικών πολιτικών αντιλήψεων και επιλογών που εφαρμόζονται

Η ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας, όπως άλλωστε και κάθε βιομηχανίας, απαιτεί την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής εκ μέρους του κράτους. Μάλιστα, δεδομένου ότι στην περίπτωση της πολεμικής μηχανίας το κράτος ελέγχει άμεσα τους βασικούς πελάτες της βιομηχανίας, η άσκηση μίας τέτοιας πολιτικής καθίσταται σχετικά πιο εύκολη απ’ ότι για βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται στην «ελεύθερη αγορά».

Σε μία χώρα που δεν ασκεί βιομηχανική πολιτική, η οποία έχει περίπου ρητώς παραιτηθεί από την άσκησή της, και στην οποία δεν υφίστανται, καν, παραστάσεις βιομηχανικής πολιτικής -τουλάχιστον κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, αφού κατά την περίοδο 1950-1974 ασκήθηκε δραστήρια βιομηχανική πολιτική η οποία απέδωσε κάποια απτά αποτελέσματα- θα ήταν παράδοξο να ασκείται βιομηχανική πολιτική στον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας. Άλλωστε, θεσμικά η άσκηση πολιτικής για την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας έχει ανατεθεί αφ’ ενός σε μία διεύθυνση του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης (Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων και Τεχνολογικών Ερευνών (ΔΑΕΤΕ) της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ)) και στο Υπουργείο Οικονομικών. Η μεν ΔΑΕΤΕ έχει πλήρη αδυναμία σχεδιασμού και εκτέλεσης βιομηχανικής πολιτικής, η δε ανάθεση της αρμοδιότητας της πολεμικής βιομηχανίας στο Υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή στο υπουργείο που έχει ως αρμοδιότητα την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, και όχι καν στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που είναι τυπικά αρμόδιο για θέματα βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής, είναι εύγλωττη για την αντίληψη που επικρατεί σχετικά με τον τομέα αυτόν.

Στην πράξη, η άσκηση πολιτικής για την αμυντική βιομηχανία αφορά την εκχώρηση των πέντε-έξι δεινοσαύρων της αμυντικής βιομηχανίας (ΕΑΒ, ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και Ελευσίνας) σε κάποιους ιδιώτες «επενδυτές» με την ταυτόχρονη διασφάλιση σε αυτές έργου χαμηλής προστιθέμενης αξίας (και μηδαμινής στρατηγικής χρησιμότητας) προκειμένου να προσελκυσθούν αυτοί οι «επενδυτές» και να «διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας». 

Το θεσμικό κείμενο που θεωρητικά διέπει την πολιτική της Χώρας περί πολεμικής βιομηχανίας, η Εθνική Αμυντική Βιομηχανική Στρατηγική είναι εύγλωττης ανεπάρκειας και, τελικά, αμηχανίας γύρω από το θέμα.

Το πώς αναμένεται ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας υπ’ αυτές της συνθήκες, προκαλεί πραγματικά απορία. Το μόνο που μας απομένει είναι τα σχετλιαστικά σχόλια σχετικά με την ανάπτυξης της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας (και βιομηχανίας γενικότερα).

11.  Υφίσταται συστηματική, κρίσιμη αμηχανία σχετικά με την προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων στην πραγματικότητα του σύγχρονου πολέμου

Για το τέλος αφήνεται μία μείζων, συστηματική αδυναμία των ΕΕΔ: η αδυναμία προσαρμογής στον σύγχρονο πόλεμο.

Ο πόλεμος διέπεται τόσο από αμετάβλητα και σταθερά χαρακτηριστικά (τον χαρακτήρα του πολέμου και τις «αρχές του πολέμου», δηλ. όσα σχετίζονται με τη φύση του πολέμου) όσο και από συνεχώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά. Αυτά τα τελευταία, με τη σειρά τους, έχουν σχέση αφ’ ενός με τα τεχνικά μέσα αφ’ ετέρου με τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες που μεταβάλλονται. Τα μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά του πολέμου επιβάλλουν συνεχή εξέλιξη και προσαρμογής ενός στρατιωτικού οργανισμού κατά τρόπο που να διατηρούνται τα κρίσιμα πάγια χαρακτηριστικά ενός καλού στρατού και να  μεταβάλλονται αυτά που χρήζουν προσαρμογής. Πρόκειται για μία εγγενώς εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία στην οποία κανείς στρατός δεν είναι ποτέ απολύτως επιτυχής.

Στην περίπτωση των ΕΕΔ, η δυσκολία της μετεξέλιξης είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού: οι μεταπολεμικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι βασικά οργανωμένες γύρω από μία βασική δομή που οργάνωσαν αμέσως μετά τον πόλεμο οι Αμερικανοί. Η εξαιρετικά μεγάλη εμπειρία του ΕΣ στο τακτικό επίπεδο, εμπειρία που υπήρχε εξ αιτίας των πολεμικών του εμπλοκών, έχει από πολλού καιρού απωλεσθεί, επιχειρησιακού επιπέδου εμπειρία ή δεξιότητα δεν αναπτύχθηκε ποτέ, ενώ βασικά προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης που αφορούν ειδικά τις ΕΕΔ δεν έχουν επιλυθεί ποτέ ικανοποιητικά (ενδεικτικά: η οργάνωση της άμυνας του Αρχιπελάγους). Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις φαίνεται να είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ο Παναγιώτης Κονδύλης περιέγραφε πριν από τριάντα πέντε χρόνια:

[..] η ίδια η ποιότητα και ποσότητα του υλικού έχει σε κάθε χώρα διαφορετική αξία, καθοριζόμενη από τον πολιτισμικό παράγοντα υπό την ευρύτερη έννοια· και από αυτή τη σκοπιά, λοιπόν, η προτεραιότητα του ανθρώπινου παράγοντα παραμένει ακέραια. Χώρες εξαρτημένες αποκλειστικά ή κυρίως από εισαγωγές προηγμένης οπλικής τεχνολογίας εισάγουν και χειρίζονται μ’ επιτυχία τμήματά της μόνο, όχι όμως και το γενικό πλαίσιο, μέσα στο  οποίο αυτά τα τμήματα φθάνουν στην ύψιστη απόδοσή τους. Αντίστοιχα, οι ένοπλες δυνάμεις τους χωρίζονται σε επίλεκτες μονάδες, εξοικειωμένες με τη σύγχρονη τεχνολογία, και στη μεγάλη μάζα, που συχνά οφείλει τις καλύτερες ιδιότητές της, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία, ακριβώς σε νοοτροπίες παραδοσιακές και συχνά ασυμβίβαστες με τη στενά τεχνολογική ορθολογικότητα.

Δυστυχώς, η χώρα μετεωρίζεται στο κενό ανάμεσα στις δύο αυτές αρχετυπικές περιπτώσεις που αναφέρει ο Κονδύλης: δεν έχει καταφέρει να εισέλθει στην περίοδο της ορθολογικής οργάνωσης και της τεχνολογίας, ενώ έχει χάσει πνεύμα της αλκής που έχει μία κατά βάσιν αγροτική και παραδοσιακή κοινωνία και το οποίο ήταν ακμαίο μέχρι και τη δεκαετία του 1970 ή 1980.

Η Ελλάδα, όμως, ως χώρα, αντιμετωπίζει αντιπάλους που αποτελούν μείγμα τεχνολογικά προηγμένων χωρών όπως και καθυστερημένων, και ως εκ τούτου μεγάλης σκληρότητας αντιπάλων -ενίοτε και στον ίδιο στρατό. Και δυστυχώς, το τεχνολογικό χάσμα της χώρας με τις προηγμένες τεχνολογικά χώρες διευρύνεται ραγδαία, όπως ραγδαία εντείνεται και η πλαδαρότητα και η πνευματική και πολιτική παραζάλη της ελληνικής κοινωνίας.

Επίλογος

Σε όσους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στον χώρο της ελληνικής άμυνας, οι πρόσφατες εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης αλλά και όσα έχουν μέχρι σήμερα ακολουθήσει, ιδίως η απόκτηση των γαλλικών μαχητικών, η αύξηση της στρατιωτικής θητείας και η ενεργοποίηση συμβάσεων συντήρησης και προμήθειας ανταλλακτικών για πληθώρα συστημάτων που είχαν εγκληματικά τεθεί εκτός ενεργείας κατά τα τελευταία έτη, προκαλούν αναμφισβήτητα ανακούφιση. Καλό είναι όμως να μην τρέφουμε αυταπάτες: εκ της φύσεώς τους, δεν αποτελούν παρά πυροσβεστικές ενέργειες που αντιμετωπίζουν απλώς τα πιο επείγοντα και πιεστικά προβλήματα. Κανένα από τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος δεν επιλύεται -και δεν θα ήταν δυνατόν να επιλύεται- από τα μέτρα αυτά. Σοβαρές λύσεις σε βασικά προβλήματα απαιτούν βάθος χρόνου. Από την άλλη, η δρομολόγηση σοβαρών λύσεων διαφαίνεται και άμεσα, πολύ πριν αρχίσει να αποδίδει. Το αν κάτι τέτοιο συμβαίνει αυτή τη στιγμή, είναι στην κρίση του καθενός.


[i] O ΣΥΡΙΖΑ διαχωρίζεται από την υπόλοιπη πολιτική τάξη γιατί αποτελεί ένα ειδικό πολιτικό φαινόμενο· πρόκειται για ένα «αυτοάνοσο νόσημα» της ελληνικής κοινωνίας: για τον πολιτικό και ιδεολογικό αυτόν χώρο, δεν έχει σημασία η ακριβής αντίληψή του για τον τρόπο εξασφάλισης της εθνικής ακεραιότητας και εθνικής ανεξαρτησίας, καθώς εγγενώς, συντακτικά και προγραμματικά αντιμάχεται τις έννοιες αυτές.

25 Responses to Ένδεκα Θέσεις για την Ελληνική Αμυντική Πολιτική

  1. npo says:

    Συμφωνώ. Δυστυχώς 🙂

  2. anast says:

    ἔπρεπε νά εἴμαστε 30000000 πληθυσμός ἐξ Ἑλλήνων. Δυστυχῶς ὁ χῶρος μας καταλαμβάνεται ἀπό πακιστανοβασιβουτζουκους καί ἄλλοι. ἕνας τρόπος 1500-2000 εὐρώ τόν μῆνα γιά τό 5ο παιδί. ἀπό γνήσιους Ἕλληνες γονεῖς

  3. Προβοκάτωρ says:

    Εύγε! Προσυπογράφω μέχρι κεραίας!

    2 μόνον διορθώσεις, φιλολογικού χαρακτήρα: στο (4) ..τουλάχιστον αφελής, στο (5) συγκεκριμένη μερίδα στελεχών της ΠΑ ορέγεται την πρόσκτηση του κουβά (εις εκ των οποίων φέρει μύστακα και τυγχάνει συνταξιούχος ενώ διαφεύγει όλως περιεργώς το εδώλιο του κατηγορουμένου και ευτυχώς για αυτόν διέφυγε έκτακτου Στρατοδικείου…).

  4. @ Προβοκάτωρ

    «εις εκ των οποίων φέρει μύστακα και τυγχάνει συνταξιούχος ενώ διαφεύγει όλως περιέργως το εδώλιο του κατηγορουμένου και ευτυχώς για αυτόν διέφυγε έκτακτου Στρατοδικείου…»

    Για πες…

  5. Zoomer says:

    Κάποτε υπήρχαν τρία κόμματα. Αγγλικό, Γαλλικό, Ρωσικό. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι το Αγγλικό έχει αντικατασταθεί από το Αμερικανικό.

    Το Ελληνικό κόμμα που είναι ρε παιδιά?

  6. blackpeteg says:

    Η ρίζα όλων των προβλημάτων άσκησης πολιτικής είναι η εκλογή ατόμων παντελώς άσχετων με την έννοια της διοίκησης οργανισμών.Τον στρατηγικό κ επιχειρησιακό σχεδιασμό δεν τον γνωρίζουν ούτε ως ορισμό.
    Στο δια ταύτα, πιστεύω πως η μόνη άμεση λύση είναι η δημιουργία ανεξάρτητων/αυτόνομων μη-κερδοσκοπικών δομών με συγκρότηση από άτομα της αγοράς, στελεχών των ΕΕΔ (εν ενεργεία και εν αποστρατεία) καθώς και με εμπειρογνωμόνων που θα προσφέρουν κρίσιμο έργο σε όλους τους τομείς της Αμυντικής Πολιτικής και Δόγματος των ΕΕΔ. (δεν μιλάμε για Αβέρωφ 2,3,4 και άλλα φαιδρά).

  7. NK says:

    Σωστός.

    Θα έβαζα κι ένα 2α.

    2α. Οι όποιοι πόροι του προϋπολογισμού πετάγονται στην πλουσιοπάροχη κοινωνική πολιτική υπό μορφήν διορισμών (οι ανίκανοι για κάθε παραγωγική εργασία διορίζονται σε δημόσιο και ΔΕΚΟ) κι επιδομάτων σε βαθμό παραλογισμού: Ήδη είχαμε το παράλογο οι μισθοί στο δημόσιο να είναι υψηλότεροι από αντίστοιχη θέση στον ιδιωτικό τομέα.

    Αλλά με τις 3 κρατικές χρεωκοπίες (μνημόνια) της τελευταίας δεκαετίας και την υπαρξιακή κρίση της λαθρομετανάστευσης/ΜΚΟ -και την σύνθλιψη του ιδιωτικού τομέα για να μην αγγιχτεί ούτε τρίχα πλαστογράφου στο δημόσιο- φτάσαμε στην καταθλιπτική κατάντια, η μέση κρατική σύνταξη και το μέσο επίδομα (για να μην πούμε για τα πλουσιοπάροχα λαθροεπιδόματα) να είναι ανώτερα του βασικού μισθού, ενώ και οι εργαζόμενοι πλέον είναι λιγότεροι από τους επιδοματίες και συνταξιούχους που τρέφουν.

    Πέρα από την απλή αριθμητική, λόγοι και ηθικής τάξεως επιβάλουν το κράτος να ορίσει ότι κανένα επίδομα και καμία κρατική σύνταξη δεν θα είναι ανώτερη από τον βασικό μισθό (όλα αυτά τα μεγέθη τα ορίζει το κράτος), δεν νοείται ο εργαζόμενος να πληρώνει από τις εισφορές του περισσότερα λεφτά από όσα απομένουν στον ίδιο*. Το αντίθετο, αυτό που ζούμε δηλαδή, αποτελεί αντικίνητρο για την εργασία και κίνητρο για επιδοματισμό/διορισμό/αποδημία. Ιδανική συνταγή για την συνέχιση του πολιτικού συστήματος αλλά όχι για την επιβίωση του έθνους και την ύπαρξη οικονομίας.

    Τελευταίο κρούσμα, 2 Rafale δώρο στους εκλεκτότερους εκ των αφισοκολλητών για να μας κάνουν την χάρη να πάρουν πρόωρη σύνταξη από ΔΕΚΟ:

    https://www.capital.gr/epixeiriseis/3523370/elta-stis-70-000-euro-i-mesi-apozimiosi-tis-ethelousias

    *Κάτι ανάλογο είχε κάνει στην Βρετανία η May. Εκεί οι κρατικές συντάξεις ήταν ούτως ή άλλως μετρημένες σε σχέση με τους μισθούς, οπότε η πρωθυπουργός περιέκοψε τα πλουσιοπάροχα επιδόματα

  8. Προβοκάτωρ says:

    @Βελισαριος

    Τί να πω αγαπητέ; Δεν είναι γνωστό, το ποιος ευθύνεται για την κατάντια της ΠΑ; Για την παράταξη της στον θερινό αγώνα; Μια απλή ανάγνωση στις συμβάσεις τις οποίες ανακοινωθήκαν, τεκμαίρεται ευκόλως από τον ερασιτέχνη του στρατιωτικού χώρου (sic) η απάντηση. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι οι αθρόες αποχωρήσεις (Ι) με δυσβάστακτο κόστος και δεν έχει γίνει κάτι ώστε να θεραπευθεί η κατάσταση (π.χ. επανείσοδος με μπόνους)

  9. evmeniskardianos says:

    Εξαιρετικό και άκρως βαρυσήμαντο κείμενο! To the point, ή treffend!

    Συγχαίρω τον συγγραφέα!

    Θα προσπαθήσω να εκφέρω την ταπεινή μου προσφορά, ως ένας από όσους βρισκόντουσαν δύο μέτρα από τον Καραμανλή, κατά τα εγκαίνια της Ε.Α.Β.

  10. Evmeniskardianos πρέπει να ξέρεις τον πάτερα μου. Σπυρίδων Κ. Τραυλό. Ήταν στην ΕΑΒ από το 1981 μέχρι το 2010.

  11. UltraGreen Thessaloniki says:

    Κύριε καθηγητά, άσχετο με το παρόν ποστ αλλά μιας και ειναι στην επικαιρότητα θα ήθελα αν θέλετε να μας πείτε την γνώμη σας για τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Είναι η ΔΔΟ μια καλή λύση? Μήπως θα ήταν καλύτερη η διατήρηση του υπάρχοντος status-quo, όπως το Ισραήλ με το Παλαιστινιακό? Επίσης υπάρχει κάποια εξήγηση για την φιλοτουρκική στάση των Άγγλων?

  12. Ασβος says:

    Διαφωνω με την σημειωση για το ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ειναι ενα απλο αυτοανοσο νοσημα, ειναι το 50% του ελληνοφωνου πληθυσμου…

  13. evmeniskardianos says:

    Αγαπητέ κύριε Τραυλέ,

    [Κωνσταντίνος Τραυλός says:
    7 Φεβρουαρίου 2021 στο 19:44]

    Το 1976 έπαψα να έχω σχέση με την εταιρεία The Austin Company» η οποία είχε το Project Management για τα κτηριακά έργα.

    Έτσι δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τον κ. Πατέρα σας που υποθέτω ότι θα ήταν πολύ καλό στέλεχος της ΕΑΒ.

  14. npo says:

    Αϊ κουρέψου ρε Ασβέ.
    Αποφάνθηκες εσύ ο τρισμέγιστος μέσα στην απέραντη σοφία σου οτι το 50% είναι ελληνόφωνοι εν αντιθέσει με σένα τον γνήσιο.
    Θες και βήμα για να χύσεις το δηλητήριο σου. Σούργελο ε, σούργελο.

  15. Ασβος says:

    Ευχαριστω για τις φιλοφρονησεις αγαπητε. Παραθετεις αποστοματικα επιχειρηματα ειναι η αληθεια. Επιφυλασσομαι για την απαντηση

  16. Προφανώς αυτή η ανταλλαγή σταματά εδώ – εκτός αν κανείς έχει κάτι να σχολιάσει επί της ουσίας.

  17. evmeniskardianos says:

    Πρόσφατα δημοσίευσε το site http://www.defence-point.gr ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Υποναυάρχου ε.α. κ. Κ. Κυριακίδη,

    https://www.defence-point.gr/news/proin-epikefalis-gdaee-na-giati-epikratei-mpachalo-me-toys-exoplismoys-to-maximoy-akoyei

    ,ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Επενδύσεων και Εξοπλισμών.

    Ίσως αυτή η έκθεση πραγματικών γεγονότων να δίδει μιά ιδέα για το γίγνεσθαι των εξοπλισμών και την εν γένει στάση των πολιτικών για το κατεπείγον θέμα της Άμυνας.

    Ο αείμνηστος ειδικός αναλυτής θεμάτων Αμύνης Μάνος Ηλιάδης, είχε γράψει πριν από πολλά χρόνια στο φύλλο του στον ΕΠΕΝΔΥΤΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ότι στην Ελλάδα, περιέργως, υποκείμενα τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο αυτό και δεν είναι διόλου ειδικοί, έχουν γνώμη και το πραγματεύονται!

  18. Evmeniskardianos
    Οπότε κατά ένα τρόπο ήσουν στην ομάδα που δημιούργησε την δουλειά του πατερά μου. Οπότε ένα ευχαριστώ, διότι από αυτή την δουλειά μας έζησε.

    UltraGreen Thessaloniki
    Προσωπικά μόνο δυο λύσεις βλέπω σταθερές και ασφαλείς για τον Ελληνισμό στο Κυπριακό. Είτε απελευθέρωση (που θεωρώ απίθανο να μπορεί να γίνει χωρίς καταστάσεις εμφυλίου ή κατοχής της Τουρκίας) και σκληρό σύνορο χωρίς εκπτώσεις κυριαρχίας για την Κύπρο (με ή χωρίς συμφωνία). Η ΔΔΟ δεν βοηθάει είτε στο ένα είτε στο άλλο.
    Το αν η υπάρχουσα καθεστηκυία κατάσταση συμφέρει εξαρτάται από τι θα κάνει η Τουρκική κυβέρνηση όταν καταρρεύσουν οι συνομιλίες (που θεωρώ θα καταρρεύσουν). Αν μπορέσει να κερδίσει αναγνώριση της ΤΔΒΚ από αρκετά κράτη είναι κάτι προβληματικό για εμάς. Μπορεί κάλλιστα να δοκιμάσει να πάρει ψήφισμα στην ΓΣ του ΟΗΕ. Από την άλλη δεν νομίζω να καταφέρει να πάρει απόφαση του ΣΑ του ΟΗΕ που να προδικάζει αναγνώριση. Οπότε κατ’ ένα τρόπο δεν αλλάζει τίποτα (όσον αγορά ΕΕ και «Δυτικό Σύστημα») και κατ’ έναν άλλο αλλάζουν όλα (σε σχέση με τα κράτη που ίσως αναγνωρίσουν την ΤΔΒΚ). Αν δεν μπορέσει να πέτυχει κάτι τέτοιο λογικά θα πάει για προσάρτηση για να μπορεί να πει «εγώ όπως υποσχέθηκα μεγάλωσα την Τουρκιά» το 2023.
    Στην πραγματικότητα λόγω ΗΠΑ και Γαλλίας δεν μπορεί να πάρει αλλαγή του νομικού πλαισίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη λόγω κατοχικού στρατού ούτε ο Ελληνισμός μπορεί να αλλάξει κάτι. Οπότε είτε θα έχουμε μια κατάσταση Κίνας – Ταιβάν είτε την παρούσα (είτε με την τωρινή μορφή είτε με επίσημη διχοτόμηση).
    Η Μεγάλη Βρετάνια θεωρεί τις βάσεις στην Κύπρο κεντρικό σημείο για την ικανότητα της να είναι περιφερειακή δύναμη. Κακός ή καλώς θεωρεί ότι μια λύση του Κυπριακού στην ελληνική λογική θα θέσει αυτές της βάσεις υπό αίρεση. Τέλος με την έξοδο από την ΕΕ, η Βρετανική κυβέρνηση ψάχνει για ερείσματα για να κρατήσει έναν ρολό οιονεί μεγάλης δυνάμεως. Μια ειδική σχέση με Τουρκιά παίζει αυτόν τον ρολό. Τέλος όσο χειροτονούν οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, τόσο υπάρχει πιθανότητα για εύκαιρα εισόδου της Μ.Β στην Τουρκική αγορά.

  19. Προβοκάτωρ says:

    Για να το κάνουμε τάληρα το άρθρο, διαβάζουμε τις παρακάτω 2 ειδήσεις:
    Ναυπηγεία Ελευσίνας: Δραματική επιστολή διευθύνοντος συμβούλου προς τον πρωθυπουργού (http://www.dealnews.gr/roi/item/311540-%CE%9D%CE%B1%CF%85%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%94%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%85%CE%B8%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CF%81%CF%89%CE%B8%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%8D)

    Ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση της ΕΛΒΟ στην ισραηλινή κοινοπραξία (https://www.liberal.gr/economy/oloklirothike-i-metabibasi-tis-elbo-stin-israilini-koinopraxia/356174)

    Με την δεύτερη να ανησυχεί περισσότερο καθώς μάλλον πρόκειται για επανάληψη του πλαισίου Μυτηλιναίου με τα Leo (εθνικό φορτηγό, λεωφορείο, τζιπ…) ενώ η πρώτη αναδύει την «ολιστική προσέγγιση και το πλαίσιο» καθώς και οι δύο ειδήσεις περιγράφουν τον κρατικοδίαιτο καπιταλισμό.

  20. Ενδιάμεση Λύση says:

    Κρατικοδίαιτη οικονομία εκφράζουν ΟΛΑ τα ελληνικά κόμματα. Άλλά λιγότερο, άλλα περισσότερο. Οι μόνοι που είναι ενάντια σε αυτό το μοντέλο είναι ο Τζήμερος και ο Κρανιδιώτης και η συνεργασία τους με όνομα «Δημιουργία». Υπάρχουν και κάποια άλλα μικρότερα σχήματα, με ακόμα πιο αστεία ποσοστά όμως.
    Δεν είναι πολιτικό σχόλιο. Είναι απλά η πραγματικότητα. Από τη στιγμή λοιπόν που υπάρχουν λύσεις, μην παραπονιέστε με το κλισέ «και ποιόν να ψηφίσουμε? όλοι ίδιοι είναι». Ο καθένας κάνει τις επιλογές του και ψηφίζει ανάλογα. Ο ελληνικός λαός αποδεδειγμένα ΘΕΛΕΙ να είναι κρατικοδίαιτος.

  21. evmeniskardianos says:

    Νομiζω ότι θα πρέπει να αναφερθεί εν ολίγοις η ιστορία της ίδρυσης της Ε.Α.Β. ή στα Αγγλικά Hellenic Aerospace Industry (H.A.I.);

    Κατά την διάρκεια της κυβέρνησης Κέντρου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου, επειδή οι σχέσεις μας με την Τουρκία είχαν ενταθεί, – τότε το 1964 είχε βομβαρδιστεί η Κύπρος από τους Τούρκους με βόμβες Νάπαλμ -, και διαπιστώθηκε η ανάγκη της ύπαρξης μιας ανεξάρτητης από τους ξένους δυνατότητας εφοδιασμού/εξοπλισμού της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

    Όπως είναι γνωστό, όταν έχεις ανάγκη εφοδιασμού από το εξωτερικό και την ελεύθερη αγορά, τότε όλα γίνονται, είτε για λόγους πολιτικής απηγορευμένα (διότι ο από Ανατολάς κίβδηλος και άτιμος γείτονας, αλλά και «πεφιλημένος» για τους αλλοδαπούς, είτε λόγω συμφερόντων είτε λόγω μπαξισίου, = βλέπε USA ), είτε ακριβότερα από ότι εν καιρώ ειρήνης.

    Η τότε κυβέρνηση Κέντρου διερεύνησε διεθνώς τις διάφορες εταιρείες και διεπίστωσε πως η πιο συμφέρουσα για την Ελλάδα πρόταση προερχόταν από την εταιρεία Λοκχηντ, ή οποία αναλάμβανε την Διεύθυνση του Έργου, το λεγόμενο Project Management, του μεγάλου αυτού Έργου.

    Αργότερα, με την έλευση της επταετίας ή χούντας, έγινε πάλι η σχετική διερεύνηση και πάλι η εταιρεία Λόκχηντ ήταν η πιο συμφέρουσα επιλογή.

    Αργότερα, όταν με την μεταπολίτευση, πάλι προέκυψε η ανάγκη και πάλι η Λόκχηντ ήταν η πλέον καλή προσφορά προς το Ελληνηκό Δημόσιο.

    Τότε ιδρύθηκε η Ε.Α.Β. με Πρόεδρο τότε τον κ. Ιάσσονα Στράτο και άλλα στελέχη της Λόκχηντ. Τα κτιριακά έργα τα ανέλαβε η εταιρεία “The Austin Company-Cleveland Ohio” με το σχετικό Project Management, που ήταν ειδικευμένη σε παρεμφερή έργα και είχε πρόσφατα κατασκευάσει το μεγάλο εργοστάσιο της Boing στο Εβερετ, σε έναν μικρό χρονικό διάστημα.

    Η Ε.Α.Β. μπορούσε να φτιάξει από μία βίδα ( οι βίδες των αεροπλάνων δεν υπάρχουν στο ελέυθερο εμπόριο όπως οι λεγόμενες στα γερμανικά HV Schrauben των Κατασκευών από Χάλυβα) μέχρι ένα αεροπλάνο στο εργοστάσιό της.

    Το έργο του Σχεδίου Πόλεως το ασκούσε η Διεύθυνση Στρατιωτικών Έργων της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, δεν είχε γίνει νέος νόμος για την εκτέλεση του Έργου.

    Τώρα πως απαξιώθηκε ένα τόσο σημαντικό έργο, τόσο για την Ελληνική Άμυνα όσο και για την Ελληνική Οικονομία, θα πρέπει να ερωτηθούν οι Έλληνες (sic!) πολιτικοί, ως οι κατ΄εξοχήν χειριζόμενοι τα διάφορα θέματα αμύνης και οικονομίας της χώρας μας, τα οποία θίγει καιρίως το άρθρο του Βελισαρίου.
    Φιλικά
    Ευμένης Καρδιανός

  22. Όχι μόνο. Η ΕΑΒ ήταν το κύριο όργανο μέσω του οποίου χτίσαμε σχέσεις με της ΕΔ αραβικών κρατών. Το μεγάλο πρόγραμμα τεχνικής εκπαίδευσης με την Ιορδανία (ο πατέρας μου ήταν κύριο μέλος), με το Κατάρ, με τα ΗΑΕ κτλ. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι η στρατιωτικές σχέσεις μας με ΗΑΕ σε μεγάλο βαθμό χτίστηκαν στην σκληρή δουλειά αποστολών της ΕΑΒ.

  23. evmeniskardianos says:

    Εάν δεν κάνω λάθος, η σύμβαση με το Ελληνικό Κράτος προέβλεπε ότι το Κονσόρτσιουμ της Λόκχηντ δεν θα κατασκεύαζε ένα αντίστοιχο έργο στην Τουρκία.

    Όμως με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας Παπανδρέου ακύρωσε την εν λόγω σύμφωνία και επέτρεψε εις την Λόκχηντ να εδραιωθεί στην Τουρκία και μάλιστα να κατασκευάζει τα F16 τα οποία σήμερα παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματά μας στο Αιγαίο!
    Φιλικά
    Ευμένης Καρδιανός

  24. Γιώργος. says:

    Είναι απολύτως παράλογη η εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ και φαντάζομαι του ΚΚΕ και του ΜΕΡΑ25, δηλ. 40-42% του Ελληνικού λαού. Αν τους εξαιρέσεις αυτούς, για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάμε; Για κάτι που δεν υπάρχει, αφού με την εξαίρεση του 42% ( και με τα ορφανά του Αδόλφου μέσα στο υπόλοιπο 58%), Ελλάδα δεν υπάρχει. Και αφού δεν υπάρχει, τι νόημα έχει το παραπάνω άρθρο.
    Επίσης πως γίνεται, αν μπουμε στην λογική της εθνικοφροσύνης, να περιλαμβάνονται στον εθνικό κορμό όσοι διάλυσαν τις ένοπλες δυνάμεις , κατέφευγαν αιώνες στην ξένη πατρωνία, διέλυσαν τον παραγωγικό ιστό κλπ; Πως αυτοί, οι όπως τους περιγράφετε Ελλαδέμπορες, εντάσσονται εντός » εθνικού κορμού»; Και αν εξαιρέσεις αυτούς τι μένει; Ο συντάκτης και οι αναγνώστες του;
    Είναι πιθανό να προβληθεί ο διαφορισμός στελεχών και ψηφοφόρων. Αυτό γιατί δεν είναι κριτήριο και για τους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους; Στην λογική που παρουσιάζετε πόσο απέχει ο Φίλης και ο Δρίτσας από τον Βενιζέλο και τον Σημίτη ή τον Ντόκο και Καιρίδη; Να μην πω και άλλους…
    Κρίμα γιαυτό το τεράστιο ατόπημα, διότι κατά τα άλλα το άρθρο είναι αυτό που θα έπρεπε να έχει στο νου της η ηγεσία του τόπου αν αποφάσιζε να προσφέρει στο έθνος την ισχύ που διακιωματικά, αυτό, μπορεί να έχει.

  25. Είναι πολύ απλό.

    Ο ΣΥΡΙΖΑ (και το ΚΚΕ, και το ΜΕΡΑ25) τάσσονται από την ιδεολογία τους, τόσο την επίσημη όσο και την πραγματική, καταστατικά εναντίον του εθνικού κράτους. Αυτό για τον ΣΥΡΙΖΑ ισχύει για τον κομματική του πυρήνα, για το ΚΚΕ προφανώς ισχύει για τη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του.

    Άρα, τι να συζητάμε για τον ΣΥΡΙΖΑ όταν ο κομματικός και ιδεολογικός του πυρήνας απεχθάνονται το έθνος και το εθνικό κράτος, και τάσσονται εναντίον του επί της αρχής; Γιατί δεν ενισχύουν την εθνική άμυνα; Είναι κι αστείο.

    Τα υπόλοιπα κόμματα μπορεί κανείς να τα κατακρίνει για ασυνέπεια, ανικανότητα, φαυλότητα – ό,τι θέλει ο καθείς. Θεμιτές οι κατηγορίες, αφού διακηρύσσουν αρχές και δεν τις υποστηρίζουν εμπράκτως. Αλλά σ’ αυτόν που επί της αρχής, καταστατικά και δομικά, είναι αντίθετος στην ίδια την ύπαρξη του έθνους και κατά μείζονα λόγο με το εθνικό κράτος, τι κριτική να ασκηθεί; Συνεπείς είναι οι άνθρωποι. Υποκριτές βέβαια, επειδή για να υποδεχτούν τους δυσαρεστημένους άλλων χώρων σε στιγμή αναμπουμπούλας χαμήλωσαν τους τόνους γι’ αυτό το θέμα, αλλά δεν αλλάζει η ουσία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s