Ο Πόλεμος που Μπορούσε να Κερδηθεί

Τα Λάθη της Ανώτατης Διεύθυνσης των Επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την Κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ [1]

Άρθρο του Ταξίαρχου ε.α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΟΥΜΙΩΤΗ δημοσιευθέν στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  της 14ης – 15ης Αυγούστου 2021 [2]

Το αποτέλεσμα των πολέμων και των πολεμικών επιχειρήσεων κρίνεται πάντοτε στο στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο

Την 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου.[3] Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δ. Γούναρης που ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία  της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος.

Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες Αντιστράτηγο Α. Παπούλα. Ο Παπούλας στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς Συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο Μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του Τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο Τουρκικός στρατός ήταν μία κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθος του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα Μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του Ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως Τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Από την άλλη πλευρά η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 4.370 αξιωματικούς, 116.500 οπλίτες, οκτώ Μεραρχίες, μία Ταξιαρχία Ιππικού, 85 Τάγματα Πεζικού, 260 πυροβόλα και 636 πολυβόλα. Προφανώς ήταν πολύ ισχυρότερη του Τουρκικού στρατού. Υπήρχαν όμως και σοβαρά προβλήματα: α) Η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών υπολειπόταν σημαντικά της προβλεπόμενης από τους πίνακες συνθέσεως.[4] β) Η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση νέων ευρέων επιχειρήσεων πέντε μόνο Μεραρχίες. Επομένως για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων επιβαλλόταν να ενισχυθεί η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών και να συγκροτηθούν νέα Συντάγματα Μετόπισθεν για να αναλάβουν τις αποστολές κάλυψης και ασφάλειας, ώστε και οι οκτώ Μεραρχίες να διατεθούν στις επιχειρήσεις.[5]

Η Διάσκεψη του Λονδίνου           

Στις αρχές του 1921 οι σύμμαχοι της ΑΝΤΑΝΤ αποφάσισαν να συνέλθει στο Λονδίνο, στις 9  Φεβρουαρίου, διάσκεψη με σκοπό την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος. Στη διάσκεψη προσκλήθηκε και το Κεμαλικό κράτος και επομένως αυτό αναγνωρίστηκε εμμέσως ως κρατική οντότητα. Στην κυβέρνηση επικράτησε η σκέψη για την εκτέλεση από τη Στρατιά μίας επιχείρησης πριν την έναρξη της διάσκεψης προκειμένου να καταδειχθεί στους συμμάχους η ισχύς του Ελληνικού Στρατού. Ασφαλώς οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν διεξάγονται για εντυπωσιασμό φίλων και αντιπάλων αλλά για την επίτευξη σκοπών που θα προσφέρουν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα.    

Ο Αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ), Υποστράτηγος Κ. Γουβέλης, εισηγήθηκε στο Γούναρη την άμεση επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, τον εφοδιασμό της Στρατιάς με τα αναγκαία μέσα και την έναρξη επιχειρήσεων στις αρχές Μαρτίου με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού στρατού. Ο Γούναρης δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ.    

Επίσης και η Στρατιά δια του επιτελάρχη της μελέτησε την εκτέλεση μίας επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις επιτυχούς εκτέλεσής της ήταν να ενισχυθεί η Στρατιά δια τριάντα χιλιάδων ανδρών και να εκτελεστεί την άνοιξη. Ο Παπούλας έστειλε τον Πάλη στην Αθήνα για να ζητήσει τις ενισχύσεις.     

Ο Γούναρης στον οποίο παρουσιάστηκε ο Πάλης αρνήθηκε να διαθέσει τη ζητούμενη ενίσχυση. Ο Γούναρης ενημέρωσε τον Πάλη επί των σκέψεων της Κυβέρνησης για την εκτέλεση της προαναφερθείσας επιχείρησης, ο δε Πάλης χωρίς να διαβουλευθεί με τον Παπούλα του πρότεινε την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Είναι προφανές ότι ο Γούναρης δεν αντιλαμβανόταν ότι για να επιτύχει η επιχείρηση που ζητούσε επιβαλλόταν να υπάρχουν οι αναγκαίες και ικανές δυνάμεις που θα την εκτελέσουν, ο δε Πάλης για να ικανοποιήσει τον Γούναρη παραιτήθηκε των προϋποθέσεων που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης που του πρότεινε.         

Την επομένη 17η Ιανουαρίου ο Παπούλας ανέφερε στον Υπουργό Στρατιωτικών ότι η Στρατιά θα εκτελούσε την επιχείρηση με τις δυνάμεις που διέθετε. Η ανακολουθία του Παπούλα, όπως και του Πάλη, είναι προφανής. Επίσης ο Παπούλας ανέφερε ότι σε πρώτο χρόνο θα καταλάμβανε ταυτόχρονα με το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια και στη συνέχεια όταν θα το επέτρεπε ο ανεφοδιασμός το Αφιόν Καραχισάρ.[6] Με την εν λόγω αναφορά ο Παπούλας περιέγραφε τη γενική ιδέα ενεργείας της επιχείρησης. Σύμφωνα με αυτή θα συνέκλιναν προς το Εσκή Σεχήρ οι επιθέσεις του Γ΄ Σώματος Στρατού που θα εξορμούσε από την Προύσα και του Α΄ Σώματος Στρατού που θα ενεργούσε από το Ουσάκ προς την Κιουτάχεια και θα απειλούσε τα πλευρά και τα νώτα των Τουρκικών δυνάμεων που θα αμύνονταν κατά του Γ΄ Σώματος Στρατού. Προς το σκοπό αυτό εκδόθηκαν οι αναγκαίες διαταγές και άρχισε η μετακίνηση των δυνάμεων επιθέσεως προς τους χώρους εξορμήσεως. Η σύλληψη αυτού του άριστου σχεδίου που η εκτέλεσή του ήταν δυνατή από τις διατιθέμενες δυνάμεις ανήκε στον Υπαρχηγό του επιτελείου της Στρατιάς Συνταγματάρχη Πτ. Σαρρηγιάννη.     

Ο Παπούλας στην ίδια αναφορά ζητούσε να του διατεθούν 3.600 άνδρες και 200 χωροφύλακες, έναντι των αρχικώς 30.000 αιτηθέντων. Η απάντηση του Γούναρη ήταν ηχηρή: «Ενίσχυσις δι’ ανδρών αδύνατος, πιθανώς αποσταλώσι κατά μέγιστον εκατόν χωροφύλακες». Ο Γούναρης δεν ήταν διατεθειμένος να μεταφέρει στη Μικρά Ασία ούτε ένα άνδρα από τους 3.970 Αξιωματικούς και 79.800 Οπλίτες που υπηρετούσαν στην κυρίως Ελλάδα και την Ανατολική Θράκη. Ο σύμβουλος του Γούναρη Υποστράτηγος Ξ. Στρατηγός αναφέρει ότι «κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου οι Λόχοι Πεζικού δεν ηδυνήθησαν να παρατάξωσι πλέον των 80 τυφεκίων (έναντι των 200 προβλεπομένων). Εν τούτοις η Σμύρνη και αι Αθήναι έβριθον απεσπασμένων ανδρών εις όλα τα Υπουργεία και όλας τας Κρατικάς και μη Κρατικάς υπηρεσίας και επιχειρήσεις».   

Στη συνέχεια ο Σαρηγιάννης αποσπάστηκε στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος της Ελληνικής αντιπροσωπείας, η δε εκτέλεση της επιχείρησης μεταφέρθηκε για αργότερα. Ο Πάλης στις 20 Φεβρουαρίου, κατόπιν εξωθεσμικής παρέμβασης του Αρχηγού της ΕΥΣ, τροποποίησε το σχέδιο του Σαρηγιάννη. Ο Παπούλας ενέκρινε το νέο σχέδιο χωρίς να αντιληφθεί της επελθούσες κρίσιμες τροποποιήσεις στο «σχέδιο Σαρηγιάννη». Σύμφωνα με αυτό η Στρατιά θα επιτίθετο ταυτόχρονα για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Θα εκτελούνταν δηλαδή δύο παράλληλες επιθέσεις για την κατάληψη δύο απομεμακρυσμένων μεταξύ τους αντικειμενικών σκοπών. Είναι προφανές ότι η δευτερεύουσα επίθεση προς το Αφιόν δεν μπορούσε, λόγω αποστάσεως, να υποστηρίξει την κυρία επίθεση προς το Εσκή Σεχήρ. Αυτό ήταν ένα κακό σχέδιο και σε συνδυασμό με τις περιορισμένες δυνάμεις που διατίθονταν για την εκτέλεσή του αποτελούσε συνταγή αποτυχίας.

Στο σχεδιάγραμμα παρουσιάζονται: α) Η γενική διάταξη των δυνάμεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας στις αρχές του 1921. β) Η γενική ιδέα ενεργείας του σχεδίου επιχειρήσεων Σαρηγιάννη για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας. Σημειώνονται με μπλε διακεκομμένα βέλη οι άξονες επιθέσεως των Γ΄ και Α΄ Σωμάτων Στρατού προς το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια αντίστοιχα. γ) Η ενίσχυση του Γ΄ Σώματος Στρατού δια της ΙΙΙ Μεραρχίας και της Ταξιαρχίας Ιππικού για την εκτέλεση του σχεδίου Σαρηγιάννη. δ) Η επελθούσα από τον επιτελάρχη της Στρατιάς Συνταγματάρχη Πάλη κατάργηση της επίθεσης προς την Κιουτάχεια και αντ’ αυτής η εκτέλεση επίθεσης για την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ – σημειώνεται με μπλε βέλος. 

Μέχρι το τέλος της εκστρατείας ο Γούναρης και η Στρατιά θα πρεσβεύουν  ότι αυτό που τους παρείχε σοβαρά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα ήταν η κατοχή μεγάλων πόλεων και όχι η ύπαρξη επαρκούς στρατιωτικής ισχύος, άμεσα διαθέσιμης στο σύνολο της για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων.

Ληφθείσης τελικά στο Λονδίνο, με τη συγκατάθεση και της Βρετανικής κυβέρνησης, της απόφασης εκτέλεσης της σχεδιασθείσας επιχείρησης, το κακό θα ολοκληρωθεί με την κλήση υπό τα όπλα στις 6 Μαρτίου τριών κλάσεων εφέδρων, οι οποίοι όμως ορίστηκε να παρουσιαστούν στις 14 Μαρτίου. Στις 10 Μαρτίου η Στρατιά επιτέθηκε για να καταλάβει το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ. Κανένας έφεδρος δεν θα συμμετάσχει στις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις κακώς συλληφθείσες και σχεδιασθείσες στο ανώτατο επίπεδο απέτυχαν. Οι απώλειες ήταν τρομακτικές.[7] Το Κεμαλικό κράτος εξήλθε πολλαπλώς ωφελημένο από την Ελληνική «αποτυχία».

Η αποτυχία ήταν κομβικής σημασίας και τούτο διότι το Μάρτιο του 1921 η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να επιβληθεί άνετα του Τουρκικού στρατού. Δυστυχώς η Κυβέρνηση και οι διοικούντες τη Στρατιά σκέφτονταν και ενεργούσαν ανορθολογικά.

Συμπεράσματα

Κατόπιν των όσων αναφέρθηκαν οι κύριες αιτίες της αποτυχίας είναι προφανείς: 1) Η αδυναμία της κυβέρνησης να κατανοήσει ότι η λύση του Μικρασιατικού ζητήματος θα δινόταν δια των όπλων και όχι δια των διαπραγματεύσεων, όπως και τελικά συνέβη. 2) Η αδυναμία του διοικητή της Στρατιάς να λαμβάνει αποφάσεις επί των επιχειρησιακών ζητημάτων, με αποτέλεσμα αυτές να λαμβάνονται και να τροποποιούνται ελεύθερα από τους ανεύθυνους θεσμικά επιτελείς του. 3) Η δυνατότητα παραγόντων εκτός της Στρατιάς να παρεμβαίνουν στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων. 4) Το λανθασμένο επιχειρησιακό σχέδιο δια του οποίου εκτελέστηκε η επιχείρηση. 5) Η παραίτηση του διοικητή της Στρατιάς και του επιτελάρχη του από τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρηση• ήτοι η επιχείρηση να διεξαχθεί την άνοιξη και αφού προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς διά τριάντα χιλιάδων ανδρών. 6) Η διάθεση πέντε μόνο Μεραρχιών εκ των οκτώ της Στρατιάς για την εκτέλεση του σχεδίου και η μειωμένη μάχιμη δύναμη αυτών έναντι της προβλεπομένης εκ των πινάκων συνθέσεως. 7) Η σημαντικά μειωμένη έναντι της προβλεπόμενης μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών που θα διεξήγαγαν τις επιχειρήσεις. 8) Η κατηγορηματική άρνηση του Γούναρη να ενισχύσει τη Στρατιά με τις αναγκαίες δυνάμεις για να εκτελέσει τις επιχειρήσεις, μολονότι στην ηπειρωτική Ελλάδα υπήρχε διαθέσιμη μεγάλη στρατιωτική δύναμη. 9) Η εντελώς ανορθολογική απόφαση της κυβέρνησης να αρχίσουν οι επιχειρήσεις πριν την κατάταξη των εφέδρων και τη διάθεσή τους στις Μονάδες της Στρατιάς. 

Στην αποτυχία συνέβαλαν επίσης ενέργειες και παραλείψεις της Στρατιάς, των Σωμάτων Στρατού και των Μεραρχιών κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] https://www.kathimerini.gr/politics/561465976/o-polemos-poy-mporoyse-na-kerdithei/

[2] Το άρθρο αποτελεί μία περιορισμένη σύνοψη πλήρως τεκμηριωμένου επί πρωτογενών πηγών άρθρου μου με τίτλο «Η Ανώτατη διεύθυνση των Επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας του Δεκεμβρίου 1920 και του Μαρτίου 1921» που δημοσιεύτηκε το 2019 στο τεύχος 1 του ηλεκτρονικού περιοδικού ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΝ.

[3] Οι αναγραφόμενες ημερομηνίες είναι με το παλαιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε. Για το νέο θα πρέπει να προστεθούν 13 ημέρες.

[4] Η Μάχιμη δύναμη της κάθε Μεραρχίας αποτελούνταν από τη συνολική δύναμη των εννέα Ταγμάτων της. Η προβλεπόμενη δύναμη του Τάγματος ανερχόταν σε 25 αξιωματικούς και 949 οπλίτες. Στη μάχη εμπλέκονταν οι 3 Λόχοι κάθε Τάγματος προβλεπόμενης δύναμης το Μάρτιο του 1921 (3 Χ 198 άνδρες) και ο Λόχος Πολυβόλων προβλεπόμενης δύναμης 176 ανδρών.

[5] Εκ των υπολοίπων τριων Μεραρχιών η Ι Μεραρχία κάλυπτε τη γραμμή από το Ναζλί επί του ποταμού Μαιάνδρου μέχρι το Γκιουμπέκ, η V Μεραρχία κάλυπτε το εσωτερικό της κατεχόμενης ζώνης από επιδρομές ατάκτων από την ορεινή περιοχή του Σιμάβ και η ΧΙ Μεραρχία είχε τεθεί υπό Βρετανικό έλεγχο και κάλυπτε τη χερσόνησο της Νικομήδειας από την κατεύθυνση του Αδάρ Παζάρ.

[6] Μεταξύ Ουσάκ και Αφιόν Καραχισάρ δεν υφίσταντο σκυρόστρωτοι οδοί παρά μόνο καροποίητοι που τη χειμερινή περίοδο ήταν αδιάβατοι σε τροχό. Όλως αντιθέτως η Προύσα συνδεόταν με το Εσκή Σεχήρ δια σκυροστρώτου οδού καλής καταστάσεως, όπως και το Ουσάκ με την Κιουτάχεια. Ομοίως υπήρχε σύνδεση δια σκυροστρώτου οδού μεταξύ Γενή Σεχήρ – Μπιλετζίκ μέχρι την πόλη Σεϊγούντ (γενέτειρα του Οσμάν) λίγο βόρεια του χωριού Αβγκίν.

[7] Απώλειες. Αξιωματικοί: Νεκροί 63, τραυματίες 190, αγνοούμενοι 7, σύνολο 260. Οπλίτες: Νεκροί 809, τραυματίες 3.472, αγνοούμενοι 511, σύνολο 4.792. Οι αγνοούμενοι ήταν κατά βάση νεκροί που δεν αναγνωρίστηκαν. [διαχρονικά ήμασταν ελεεινοί με το ζήτημα της αναγνώρισης, περισυλλογής και ταφής των νεκρών]. Σοβαρός, πλην άγνωστος εκ των τραυματιών κατέληξαν είτε κατά τη διακομιδή τους, είτε στα στρατιωτικά νοσοκομεία.

[8] Οι υποσημειώσεις δεν συμπεριλαμβάνονταν στο δημοσιευθέν στην εφημερίδα άρθρο.

16 Responses to Ο Πόλεμος που Μπορούσε να Κερδηθεί

  1. Χαίρομαι που το έργο σου αγαπητέ ταξίαρχε αναγνωρίζετε τώρα και μέσω Καθημερινής. Αλλά δυο ερωτήσεις? Α) Γιατί δεν αναφέρατε το όνομα του Γουβέλη. Είναι θεωρώ μια σχετικά άγνωστη αλλά σημαντική προσωπικότητα σε μια κρίσιμη περίοδο του πολέμου. Ήταν μια ευκαιρία να τον ανασύρουμε από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Β) Πάλης ή Πάλλης?

  2. Αρματιστής says:

    Αγαπητέ μου φίλε Κωνσταντίνε αφού το αναφέρεις δεν έχω κανένα πρόβλημα να το συμπεριλάβω. Ασφαλώς το άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ δεν μπορεί να τροποποιηθεί.

  3. 88nkb says:

    Excellent article. I don’t understand how the Royalist governments could appoint such unqualified men like Papoulas to operational command. If that was the best they could do, they would’ve needed to seriously reasses the scope of their objectives.

  4. Papulas was a personal choice of Gounares as Minister of Military Affairs. He was chosen for the same reason Aristoteles Vlachopoulos (the only man Papulas called incompetent) was chosen as Chief of the Army Staff Service. They both were his political creatures. Per Skrip coverage they had the most frequent meetings with Gounares in the first crucial period in November 1920. The cause of this choice can be debated, but my argument is that it was about intra-coalition politics. Gounares did not want the army led by officers with ties with Dusmanes and the old general headquarters clique. This is the same reason why he did not give Metaxas a position in that early period. He wanted to have close control of the army for the main reason of pursuing his cleintelistic personnel policies. The King was kept out of the decision making.

  5. 88nkb says:

    Thank you Mr. Travlos. It still astonishes me that unproven men could be tasked with such important positions and responsibilities. Greece was at a serious disadvantage in senior command and staff experience and capabilities compared to the Turks.

  6. That was structural to a point ,see this article by Konstantinos Vlassis. For example there were just three available people with the seniority to be made immediately Lieutenant Generals in November 1920 (Papulas, Gennadis, and Soteles). This number increased by two more in January 1921 (Bairas and Mompheratos), Only in Fall 1921 did you have the increase in rank of Chadzanestes, Kontoules, Prince Andrew, Polymenakos, and later Trikoupes. Due to army regulations Army level commands had to be commanded by Liutenant Generals. For political reasons Soteles and Gennadis were kept in all Greece (overseeing the sensitive Macedonia Military Zone and the Gendarme) while Bairas and Mompheratos were given Epirus and Thrace.

    There were any officers that remained in service from 1917-1920 (Trikoupes, Gargalides, Leornadopoulos, Nider) and most regimental commanders were people serving in 1917-1920 (for example in 2nd Inonu most of the units of C Corps was commanded by officers who had fought in 1917-1920). The problem was the higher command. Papulas and Vlachopoulos (and his mate Petmezas) were incompetents but political clients of Gounares.

    By the time Gounares was disillusioned by Papulas (between March and July 1921) it was too late as they did not want to change horse in the middle of the race. And Papulas was not willing to resign despite knowing he was inadequate (by his own words).

    https://www.kathimerini.gr/culture/561471199/megali-empeiria-ftoches-gnoseis/

  7. 88nkb says:

    Konstantinos, the article by Mr. Vlassis was very telling. I had no idea there were so few men trained in command/staff, although it is not entirely surprising given that the Greeks did not establish their own school until 1925. The fact that Trikoupis was selected based upon nepotism rather than merit is also disappointing. So Papoulas started out as an enlisted man?
    In the US Army and Marine Corps, most senior leaders/general officers are selected from the infantry branch. The Greek Army seemed to prefer artillerymen. Can you help explain this peculiarity? I am aware that infantry was not considered a viable career path for newly commissioned officers compared to say, engineer or artillery. This was the case even here in the USA throughout much of the 19th century, although it had largely changed by the time of World War I.
    It seems that Col. Sarrigiannis was quite a capable staff officer. Given his relative youth, it is interesting to see how he would’ve affected the trajectory of the Greek Army in the 1930s had he not retired, not withstanding his politics. If I recall, he was nearly the same age as Papagos and seemingly far more qualified than him or his other peers.

  8. Bill Kalivas says:

    Fascinating article by Mr. Vlassos. It is inconceivable that a man such as Papoulas could be given command. What had he done prior to this?
    Regarding the staff education, it’s disappointing to see Trikoupis given an opportunity to train abroad based on nepotism, rather than merit. One thing I’ve noticed is the preference for artillery officers in the Greek army for promotion and senior leadership positions. Here in the US Army and Marine Corps, infantry officers are the main source of general officers and senior command positions. This has been the case since the early 20th Century (formerly engineer officers were preferred).
    It seems that there were still a good number of division/regimental commanders serving in 1921 who had experience in the 1918 battles. It looks corps level and above were lacking in relevant experience, given the advancement in technology and tactics since World War I.
    Col. Sarrigiannis seems to have been quite capable and intelligent. I wonder how different the trajectory of the Greek Army would have been had he remained in service through the 1930s. He was about the same age as Papagos and seemingly far more qualified and experienced.

  9. Papulas highest command was the command of a two division group during the presence of the Greek Army in North Epirus in 1913-1914. Venizelos actually commended him in a Parliamentary speech.

    Education and even experience were not guarantee of competence. Both Leonardopoulos (who preceded Pangalos as Chief of Staff of the National Defence Force in 1917-1918) and Trikoupis were educated, experiences commanders, with Leornadopoulos having staff level experience. But both were unimaginative divisional commander, and the two of them are jointly responsible for the collapse of X Division. On the other hand the Constantinist commander of VII Division in 1921 did very well.

    To understand why Artillery Officers tended to reach higher command see this study. They had more technical education, bigger exposure to staff work (geographical service etc) and so on.

    http://mikrasiatikhekstrateia.gr/stratoi/ellines_aksiomatikoi

    The problem was not the technology and the doctrines at the tatcical level. You only really had a bad situation there at Sakarya and after due to the expansion of the army which meant regimental commanders that had little experience in the 1917 French Doctrine we used.

    The problem was that we just did not have enough officers that could run a large scale operational action. And that was indeed an education issue.

    Sarrigianis became a creature of Pangalos (well he was his protege) and chose all the wrong political sides between 1924-1945. He also was not perfect. At first Inonu he was present with Petmezas at C Corps HQ. One of the few times higher command was close to the first line. Neither of them could get the 1917-1920 veteran Boukouvalas to show alarcity with the detachment of X Division, and neither of them were able to grasp exactly how good a result Karakalos of VII had achieved. They let him withdraw per orders, instead of ordering holding the Metris Tepe-Kovlitsa line and thus forcing Inonu to pull back to Eski-Sehir (as the Inonu valley as dominated by the heights we had taken).

    The problem was a collective failure of high command. Mind you mistakes and such happened under Paraskevopoulos and Pangalos, but the unity of command, and the iron character of Pangalos meant that he could make up for them in ways were a easy going Papulas, and divided staff could not.

  10. Bill Kalivas says:

    This is all very interesting and also tragic. After reading all of these articles it is apparent that not enough of the Greek leadership understood the urgency of the situation they were in especially from 1921. There was a lack of focus and a failure to marshal and concentrate forces for a decisive attack – or defense. Instead there seemed to have been needless delays, improper dispersion of divisions and an unwillingness to accept reality.

  11. Κ/Δ ΚΒ says:

    Ας εξετάσουμε την διαδοχή των γεγονότων από την κυβερνητική αλλαγή σε σχέση με την μικρασιατική πολιτική και τις στρατιωτικές επιλογές.
    Όταν ανέλαβαν την εξουσία τον Νοέμβριο του 1920 οι νέοι υπουργοί δεν είχαν υπ’ όψιν τους την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η μικρασιατική υπόθεση (και σε διπλωματικό και σε στρατιωτικό επίπεδο). Δεν είχαν υπ’ όψιν τους ότι ο Βενιζέλος σχεδίαζε με αγγλική βοήθεια να εκστρατεύσει προς Άγκυρα και είχε ζητήσει βοήθεια από τον Λόυδ Τζωρτζ. Η άμεση ανάγκη ήταν η αντικατάσταση του Παρασκευόπουλου με έναν νέο αρχηγό που θα μπορούσε όμως να κατασιγάσει και συμβιβάσει τα πάθη στο σώμα των αξιωματικών στην Μικρά Ασία. Ο Παπούλας ήταν κατά γενική ομολογία ήπιος και αγαθός χαρακτήρας, ενώ π.χ. ο Δούσμανης γενικώς αντιπαθής. Ο στόχος του διορισμού Παπούλα για την συγκεκριμένη αποστολή επετεύχθη και σχετικά σύντομα. Η κυβέρνηση μόλις τον Ιανουάριο του 1921 ετέθη ενώπιον του ενδεχομένου της αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών ή της επιβολής αυτής με δυναμικά μέσα. Να σημειωθεί ότι την συγκεκριμένη περίοδο η οικονομία δεν ήταν και ιδιαίτερα καλή. Τον Οκτώβριο μόλις, η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε καταφύγει στην έκδοση 400 εκατομμυρίων δραχμών τα οποία δανείστηκε το κράτος.
    Η εισήγηση του Γουβέλη τον Ιανουάριο του 1921 για επιστράτευση, ίσως από στρατιωτικής άποψης ήταν ορθή (εφ’ όσον γνωρίζουμε σήμερα πως εξελίχθηκαν τα πράγματα) αλλά νομίζω ότι η κυβέρνηση σκέφθηκε ότι έπρεπε πρώτα να αντιληφθεί και να δει ποια θα ήταν η σε διπλωματικό επίπεδο τροπή των συζητήσεων στο Λονδίνο. Με δεδομένη και την ανακοίνωση των Συμμάχων ότι δεν θα συνεχίσουν την παροχή οικονομικής βοήθειας (εξαιτίας της επιστροφής του Κωνσταντίνου) τυχόν απόφαση για επιστράτευση, συνεπαγόταν και νέα ανάγκη κρατικού δανεισμού, κάτι που δεν θα μπορούσε να αποφασισθεί παρά μόνο μετά από πολλή σκέψη. Δεν ήταν γνωστό στην κυβέρνηση αν θα εξευρίσκετο κάποια συμβιβαστική λύση ή αν θα ασκούντο πιέσεις σοβαρές στην κεμαλική πλευρά για να επιτευχθούν ικανοποιητικά αποτελέσματα ως προς τις εδαφικές διεκδικήσεις (π.χ. ο Γούναρης δήλωσε στους Άγγλους ότι εν ανάγκη θα δεχόταν την αποχώρηση από την Μικρά Ασία, αν παραχωρείτο στην περιοχή αυτονομία υπό την υψηλή κυριαρχία του Σουλτάνου). Η κυβέρνηση άρχισε να έχει εικόνα από τις αρχές Φεβρουαρίου και χρειάστηκε να καταναλωθεί ολόκληρος ο μήνας για να αποφασίσει τελικά την καταφυγή στα όπλα.
    Εν τω μεταξύ εκτός του Γουβέλη, η κυβέρνηση άκουγε και τον Σαρρηγιάννη που ενημέρωνε πως τα σχέδια για την σε α΄ φάση κατάληψη Εσκή Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ ήσαν έτοιμα και άμεσα εκτελέσιμα, ενώ η υπόθεση για συνέχιση προς Άγκυρα κ.λπ. μπορούσε να ακολουθήσει και να ολοκληρωθεί σε 3 μήνες, με άνεση, έχοντας επιστρατεύσει όσο το δυνατόν λιγότερες Κλάσεις (γι’ αυτό και τον Μάρτιο που δεν είχε πλήρη αντίληψη, η κυβέρνηση κάλεσε μόνο 3 ηλικίες, ενώ χρειάστηκε να κληθούν άλλες 4 τον Απρίλιο). Με τέτοιες διαβεβαιώσεις που να σκεφθούν για αντικατάσταση του Παπούλα με έναν πραγματικό στρατηγό που να καταλαβαίνει από διοίκηση Στρατιάς; Κι ο Παπούλας, περιοριζόταν σε μασημένη τροφή από Πάλη και Σαρρηγιάννη. Το ότι η Στρατιά ζητούσε ενισχύσεις και από 30.000, αρκέστηκε στο τέλος σε 3.600 άνδρες, είναι μάλλον αυτό που έδωσε στην κυβέρνηση την εντύπωση ότι δεν ήταν και άκρως απαραίτητο κάτι τέτοιο. Αυτό άλλωστε ισχυρίστηκαν μετά. Ότι ενώ τηλεγραφούσαμε στην Στρατιά και ρωτούσαμε για την εκτέλεση κι αυτή μας υπενθύμιζε για τις ενισχύσεις, ωστόσο δήλωνε ετοιμότητα έναρξης επιχειρήσεων, οπότε δεν βιαστήκαμε ιδιαίτερα να στείλουμε έγκαιρα το σύνταγμα ευζώνων (που κι αυτό ήταν υποεπανδρωμένο). Εν τω μεταξύ ο Γουβέλης που ήταν Α/ΕΥΣ και είχε εικόνα των 80.000 που παρέμεναν στην Ελλάδα, τι έκανε ή τι εισηγήθηκε για αυτές τις αιτήσεις περί ενισχύσεων, είναι άγνωστο. Ο Γούναρης που απάντησε αρνητικά στον Παπούλα για αποστολή ενισχύσεων, δεν νομίζω να το αποφάσισε ο ίδιος. Κάποια εισήγηση ή εξήγηση θα του έδωσαν ο Γουβέλης ή ο Σαρρηγιάννης. Αυτό το σημείο φαντάζει κάπως ανεξήγητο, γιατί ναι μεν τον Νοέμβριο υπήρχε η διαρροή από την Κλάση 1915 που απολύθηκε, αλλά από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο, η Στρατιά σιγά αλλά σταθερά ελάμβανε ενισχύσεις (π.χ. εστάλη το 5ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, το Σύνταγμα Κυδωνιών, το 1ο και 3ο Συντάγματα Ιππικού, το Ανεξάρτητο Τάγμα Θράκης, μεταφέρθηκαν μονάδες της ΙΧ ΜΠ, ενώ σημειώνονταν και αποστολές από τα έμπεδα και τα τάγματα προσκολλήσεως στην Ελλάδα).
    Πάντως, είναι γεγονός ότι η διαχείριση των δυνάμεων δεν ήταν και ιδιαίτερα επιτυχημένη, αφού η Ι Μεραρχία δεν χρησιμοποιήθηκε, παρά αφέθηκε ουσιαστικά σε εντελώς τριτεύοντα τομέα να εκτελέσει μια παραπλανητική κρούση. Όσον αφορά τον σχεδιασμό για την παράλληλη κατάληψη του Αφιόν με το Εσκή μου κάνει εντύπωση το εξής. Το Α΄ ΣΣ ουσιαστικά είχε 5 συντάγματα για να προωθηθεί σε τόσο βάθος και το 1 σύνταγμα το άφησε (ορθώς) στο Τουμλού Μπουνάρ. Είναι δυνατόν με 4 συντάγματα να κρατήσει το Αφιόν και παράλληλα να στραφεί προς βοήθεια στο Εσκή; Με το ζόρι αυτά θα μπορούσαν να εκτελέσουν άμυνα σε ενδεχόμενη έλευση ενισχύσεων από την Κιλικία (όπως φοβόταν ο Γουβέλης κι ο Πάλης). Σε σχέση με το Γ΄ ΣΣ σου λέει, εδώ στην αναγνώριση του Δεκεμβρίου στείλαμε 1 1/2 μεραρχία, τώρα στέλνουμε 3 μεραρχίες και 1 ταξιαρχία Ιππικού, τι διάολο θα επαναλάβουν άνετα τα ίδια και θα καταλάβουν τώρα το Εσκή Σεχίρ. Από την άλλη, το Α΄ ΣΣ δεν αντελήφθη ότι οι δυνάμεις που αντιμετώπισε δεν κατευθύνθηκαν προς Ικόνιο, αλλά κυρίως προς Εσκή Σεχίρ, όπου και ενίσχυσαν την εκεί άμυνα. Παράλληλα, η ΧΙ Μεραρχία βόρεια, ουσιαστικά δεν χρησίμευσε σε τίποτα. Συνεπώς νομίζω ότι το κύριο αίτιο της αποτυχίας ήταν ένα μείγμα ανυπομονησίας, προχειρότητας, έλλειψης επαγγελματισμού και πάνω απ’ όλα απόλυτης υποτίμησης του αντιπάλου (κυρίως από την πλευρά των στρατιωτικών παραγόντων).

  12. Αγαπητέ ΚΔ/ΚΒ
    Εξαιρετική ανάλυση. Θα διαφωνήσω σε μερικά σημεία.
    1) Ο Σαρηγίαννης ήταν σίγουρος για το σχέδιο του, που προέβλεπε συγκλίνουσες επιθέσεις σε Κιουτάχεια και Εσκίσεχιρ. Προσωπικά θεωρώ ότι οι δυνάμεις του ΕΣ τον Μάρτιο του 1921 ακόμα και με τα προβλήματα που έχει αναδείξει ο Αρματιστής, μπορούσαν να πέτυχουν αυτό τον στόχο. Στο Λονδίνο όλοι ανάμεναν ότι η Στρατιά θα εκτελούσε το σχέδιο Σαρηγίαννη. Αυτό αποδεικνύεται από την έκπληξη το Θεοτόκη όταν έλαβε την αναφορά της Στρατιάς για το τι ήθελε να κάνει, από το ότι όταν την διαβίβασε σε Λονδίνο σημείωσε ότι έπρεπε οπωσδήποτε ο Σαρηγίαννης να την δει, και από το γεγονός ότι το απαντητικό τηλεγράφημα από Λονδίνο προς Στρατιά ανέφερε επιχειρήσεις καταλήψεις Εσκισεχιρ – Κιουτάχειας.

    2) O Γουβέλης, τουλάχιστον με τα δικά του γραφόμενα και λεγόμενα όπως τα αναπαρήγαγε ο Ρόδας, δεν σταμάτησε στιγμή να τυραννάει τον Γούναρη και μετά τον Θεοτόκη για το θέμα τον ενισχύσεων. Αλλά έπαιξε και έναν καταστροφικό ρολό που ανάδειξε ο Αρματιστής, και έχω κοιτάξει παραπάνω κατά την συγγραφή του πονήματος μου. Κατά τα ιδιά του τα λογία αυτός έπεισε τον Πάλλη να αγνοήσει το σχέδιο Σαρηγίαννη και να επιστρέψει στο αρχικό σχέδιο που είχε προτείνει στον Γούναρη για επιχειρήσεις προς Αφιον Καραχισαρ και Εσκισεχιρ.

    Ο ίδιος δικαιολόγησε αυτή του την παρέμβαση στην βάση ότι θεωρούσε πιο σωστή την ταυτόχρονη κατάληψη τον δυο πάρα της Κιουτάχειας και του Εκσισεχιρ. Φυσικά αυτό ήταν και το Α σκέλος της δίκης του ιδέας Στρατηγικής. Όμως πιστεύω, και επιχειρηματολογώ, ότι η παρέμβαση είχε άλλο σκοπό. Ο Γουβέλης δεν πίστευε ότι έπρεπε να γίνουν επιχειρήσεις πριν την επιστράτευση. Παραιτήθηκε για αυτό τον λόγω (αν και τον ελπίσαν να μείνει μέχρι το πέρας τον επιχειρήσεων, και μετα χολώθηκε που δέχτηκαν την προηγουμένη παραίτηση του και τον αντικατέστησαν με τον Δουσμάνης). Θεωρώ ότι στόχος του ήταν να κάνει έναν πολικό ελιγμό κατά του Γούναρη, φέροντας τον μπροστά σε ένα ενιαίο Μέτωπο Στρατιάς και ΕΥΣ σε υποστήριξη της δίκης του στρατηγικής ιδέας. Απέτυχε, και φυσικά θα αποτύγχανε καθότι δεν μου αλλάζεις γνώμη ότι ο Παπούλας του 1920-1921 ήταν τελείως απρόθυμος να αντιταχτεί στον Γούναρη. Όταν είδε ότι η Στρατιά θα επιτίθονταν προς Αφιον Καραχισαρ και Εσκισεχιρ πριν λάβει ενισχύσεις, έκανε, κατά τα λεγόμενα του πάντα, ότι μπορούσε για να αναβληθεί η επιχείρηση.

    3) Για την Μάχη Κοβαλίτσας – Αβκγιν (2ο Ινονού). Κατά τον Καράσσο στην βάση της έκθεσης πεπραγμένων του ΓΣΣ, ο Βλαχόπουλος κάθε άλλο πάρα εύκολη θεωρούσε την επιχείρηση, και είχε τρομερούς φόβους ότι το δεξιό της Τουρκικής τοποθεσίας (Αβγκιν-Γκουντουζμεπυ) ήταν τόσο ισχυρό που η Χ Μεραρχία δεν θα μπορούσε να το διασπάσει. Εξου και η επικίνδυνη απόφαση να διασταυρωθούν οι άξονες προέλασης των Χ και ΙΙΙ Μεραρχιών στον Μπιλετζικ, μια απόφαση που ο Καράσσος στηλιτεύει αγρία. Ο Βλαχόπουλος ναι μεν είναι ίσως ο χειρότερος σωματάρχης που πέρασε από Μικρά Ασία, αλλά τον Μάρτιο 1921 ανησυχούσε για την Τουρκική άμυνα.

  13. Κ/Δ ΚΒ says:

    Αγαπητέ κύριε Τραυλέ,
    Έχω κάποιες επιφυλάξεις για την σοβαρότητα του Γουβέλη.
    Τον Ιανουάριο εισηγείται την κλήση 4 Κλάσεων (70.000 άνδρες) για μια ριζική λύση και η κυβέρνηση αρνείται. Εκείνη την περίοδο συνεννοείται με τον Πάλη στην Αθήνα για το σχέδιο προς Εσκή-Αφιόν και τον πείθει ότι πρέπει να επιχειρηθεί ταυτόχρονη κατάληψη αυτών. Όταν τον Φεβρουάριο προωθείται και από την κυβέρνηση η ιδέα επίθεσης η Στρατιά ζητεί περί τους 3.500 άνδρες ως ενίσχυση, αλλά τότε ακριβώς αρχίζει να ωριμάζει στην κυβέρνηση η σκέψη κλήσης 2-4 Κλάσεων εφέδρων.
    Ο Γουβέλης που έχει πείσει τον Πάλη για ένα σχέδιο που μόνο την αρχή της οικονομίας δυνάμεων δεν εμπεριέχει, επιχειρεί όπως διατείνεται να πείσει την κυβέρνηση να εκτελεσθεί η επίθεση μετά την προσέλευση των εφέδρων. Και γράφει κι όλας ότι η Στρατιά είχε ζητήσει 3.500 άνδρες, αλλά δεν λέει τίποτα για τυχόν ευθύνες της ΕΥΣ στην έγκαιρη αποστολή τους.
    Από την κυβέρνηση και συγκεκριμένα τον Γούναρη ή τον Θεοτόκη εξαρτιόταν αν θα εστέλοντο ενισχύσεις στην Στρατιά; Η ενημέρωση ότι η Στρατιά μπορούσε να ενισχυθεί («άμεσα» όπως έγραφε χαρακτηριστικά) με έως 2.900 άνδρες, έγινε στις 22 Φεβρουαρίου, δηλαδή 15 μέρεις πριν την εκτόξευση της επίθεση. Η αποστολή του 3/40 ΣΕ υποτίθεται καθυστέρησε γιατί έπρεπε να αντικατασταθεί στα στατικά καθήκοντα εσωτερικής τάξης από ναύτες. Αυτό δεν μπορούσε να το συντονίσει έγκαιρα η ΕΥΣ με τον ΓΕΝ; Ο Θεοτόκης φταίει;
    Εκεί όμως που ο Γουβέλης φαίνεται αμετανόητος, είναι που διατείνεται, ότι η κατάληψη του Αφιόν που επετεύχθη (σύμφωνα με τις σκέψεις του) έσωσε την Στρατιά από όλεθρο, αφού απέτυχε εν τω μεταξύ η κατάληψη στο Εσκή. Δηλαδή κατά ποιόν τρόπο εννοεί το σώσιμο; Δεν το καταλαβαίνω. Αφού ακριβώς η φυγή των κεμαλικών δυνάμεων του νότιου τομέα προς Βορρά, ενίσχυσε την κεμαλική δύναμη στο Εσκί πως μπορεί να σώθηκε μετά η κατάσταση; Ούτε κάνει μνεία του γεγονότος ότι τελικά η κατάληψη του Αφιόν δεν απέτρεψε καμμία αποστολή ενίσχυσης από την Κιλικία, η οποία άλλωστε υποτίθεται ήταν ο κυριότερος φόβος που τον έκανε να σκεφθεί την ιδεά για κατάληψη του Αφιόν σε πρώτο χρόνο κι όχι εκ των υστέρων (πτώση Εσκί). Γνωρίζουμε σήμερα, ότι η Στρατιά σώθηκε από την κατάληψη του Τουλού Μπουνάρ και καμμία σχέση δεν είχε με την κατάληψη του Αφιόν. Μήπως πρόκειται τελικά για φωτοβολίδα του Γουβέλη;

  14. Αγαπητέ ΚΔ/ΚΒ δεν διαφωνώ καθόλου με εσάς. Όπως είπα εξηγώ την πολιτική Γουβέλης με την λογική ότι πήγε να παίξει τον πολιτικό με τον Γούναρη. Φυσικά και έχασε και πηρέ στον λαιμό του την Στρατιά. Απλά τον θεωρώ καλύτερο ΕΥΣ από τον Βλαχόπουλο, και από τον Δουσμάνη. Ειδικά ο Δουσμάνης ίσως ήταν καλυτέρα καταρτισμένος αλλά ήταν και τελείως απρόθυμος να ρισκάρει την καριέρα του. Όσο προβληματικός και να είναι ο Γουβέλης τουλάχιστον παραιτήθηκε (πριν τις επιχειρήσεις) σε διαμαρτυρία για την παραγκώνιση της ΕΥΣ. Αυτό είναι σημαντικό θεωρώ και εκεί θεωρώ ότι είστε άδικος. Εμένα από τα κείμενα μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι ο Γούναρης την ΕΥΣ την παραγκώνισε τελείως σε αγαστή συνεργασία με τον Παπούλα και το επιτελείο της Στρατιάς. Δεν νομίζω ότι μπορούσε να κάνει πολλά ο Γουβέλης, και δέξου η γρήγορη παραίτηση του. Θεωρώ ότι η προσπάθεια του να πάρει η ΕΥΣ τον έλεγχο του πολέμου ήταν σωστή στην σκέψη αλλά λάθος στο πως το προσπάθησε. Αυτή είναι η γνώμη μου. Φυσικά ο Γουβέλης κέρδισε και αυτός σε υστεροφημία από την εμπλοκή του με την Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (μαζί με Κοντούλη) οπού έγινε μια προσπάθεια να επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο ανάγνωσμα του τι έγινε.

    Πάντως καμία διαφωνία ότι φέρει και αυτός μεγάλη ευθύνη για την αποτυχία των επιχειρήσεων Μάρτιου 1921. Αλλά μπροστά στον Βλαχόπουλο όλοι ήταν λιγότερο υπεύθυνοι. Πραγματικά ένας ανίκανος άνθρωπος. Τον θάβει ο Καράσσος, αλλά έχει δίκιο.

  15. Κ/Δ ΚΒ says:

    Αγαπητέ κύριε Τραυλέ,
    εγώ αμφιβάλλω για την σοβαρότητα του Γουβέλη, γιατί ισχυρίζεται ότι η κατάληψη του Αφιόν (βάσει και του σχεδίου του) έσωσε την κατάσταση όταν το Γ΄ ΣΣ εκάμφθη προ του Εσκή. Πως μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, από που προκύπτει κάτι τέτοιο, με ποιό σκεπτικό το λέει, δεν μπορώ να το καταλάβω.
    Ο Γουβέλης όπως και ο Δούσμανης είχαν εξ αρχής χάσει το παιχνίδι της επιβολής της ΕΥΣ έναντι της ΣΜΑ. Διορίζοντας τον Παπούλα στην ΣΜΑ με τον βαθμό του αντιστρατήγου και τον Βλαχόπουλο ή τον Γουβέλη με τον βαθμό του υποστρατήγου, δεν ήταν δυνατόν να έχει τα πρωτία η ΕΥΣ. Ο Παπούλας υπήρχε περίπτωση να υπακούει σε κατώτερούς του; Τόσο απλά. Η ΕΥΣ τότε δεν ήταν το απώτατο σκαλί στην οργάνωση γι’ αυτό και έβλεπες να αναλαμβάνουν διοικητές της ΕΥΣ συνταγματάρχες και μετά να μετατίθενται ως μέραρχοι ή σωματάρχες και φυσικά προαγόμενοι.
    Ο Γουβέλης επιχείρησε την αναδιοργάνωση της ΕΥΣ, αλλά ο Δούσμανης έκανε έναν ελιγμό επιδιώκοντας την εμπλοκή του Βασιλιά. Με την εμπλοκή του Βασιλιά και την σύσταση του επιτελείου των Βαλκανικών Πολέμων θεωρούσε ότι αυτός θα επιβαλλόταν. Ο Παπούλας και ο Πάλλης είχαν φαίνεται ξεκαθαρίσει στην κυβέρνηση ότι τους ήταν ιδιαίτερα απεχθής η υπαγωγή τους υπό τον Δούσμανη και η κυβέρνηση δέχθηκε την άποψη. Ο ρόλος της ΕΥΣ θα ήταν γι’ αυτούς απλώς υποστηρικτικός ως προς τα εφόδια και το προσωπικό. Υπήρχε άλλωστε αρχικά και το επιχείρημα ότι δεν θα έπρεπε να εμπλακεί ο Βασιλιάς στις επιχειρήσεις καθώς ο αγώνας θεωρείτο (στις αρχές του 1921) ότι διεξαγόταν ακόμα εναντίον ατάκτων.
    Μήπως λοιπόν ο Γουβέλης δεν παραιτήθηκε εξαιτίας της παραγκώνισης της ΕΥΣ, αλλά εξαιτίας της μη υιοθέτησης της πρότασής του από τον Γούναρη; Η παραγκώνιση της ΕΥΣ ήταν γεγονός από το 1918 ήδη και βάσει της προαναφερόμενης υπεροχής του Παπούλα ιεραρχικά, δεν νομίζω ότι μπορούσε να ανατραπεί. Άλλωστε η κατάσταση αυτή παγιώθηκε έως και το 1923 με τους Πάγκαλο και Πιερράκο Μαυρομιχάλη οπότε έληξε η πολεμική περίοδος. Καλώς ή κακώς οι Δαγκλής, Παρασκευόπουλος, Παπούλας, Χατζηανέστης, Πάγκαλος, Μαυρομιχάλης θεωρούντο «Αρχηγοί του Στρατού».

  16. Ilias says:

    Αυτό που έλειπε από την στρατιά δεν ήταν ούτε ένα Μεγάλο Επιτελείο ούτε ένας Ρόμελ. Σε κάθε φάση της εκστρατείας είτε ιουνιος του 21, είτε Σαγγαριο είτε ακόμα τον Αύγουστο του 22 έλειπαν 2 ή το πολύ 3 μεραρχιες. Το θέμα είναι ότι η Ελλάδα διέθετε αυτές τις μεραρχιες αλλά σε λάθος σημείο. Η μόνη περίπτωση που μια καλύτερη Διοίκηση της Στρατιάς θα έκανε την διαφορά ήταν στην επιθετική επιστροφή των Τούρκων στο σειντη Γαζή. Αν υπήρχαν οι μεραρχιες αυτές στην διάθεση της Στρατιάς η εκστρατεία θα είχε κριθεί υπέρ της ακόμα και με τον Παπούλα διοικητη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s