Η Ανώτατη διεύθυνση των Επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας του Δεκεμβρίου 1920 και του Μαρτίου 1921

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

(Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά, σε ελαφρώς διαφορετική μορφή, στο περιοδικό «Στρατηγείν», 2019, τ.1.)

Σύνοψη

Η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 βρέθηκε αντιμέτωπη με το ζήτημα της επιβολής, δια των Ελληνικών Όπλων, των όρων της Συνθήκης των Σεβρών στην Κεμαλική Τουρκία, υποχρέωση που είχε αναλάβει ο απελθών Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έναντι της Βρετανικής Κυβέρνησης.[1] Με εντολή της νέας Κυβέρνησης εκτελέστηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 1920 Επιθετική Αναγνώριση προς το Εσκή Σεχήρ από το Γ΄ Σώμα Στρατού. Η επιχείρηση αυτή, κακώς συλληφθείσα, μελετηθείσα και εκτελεσθείσα, είχε σαν αποτέλεσμα τη de facto αναγνώριση του Κεμαλικού κράτους από τους Συμμάχους. Η Κυβέρνηση για να ενισχύσει τη θέση της Χώρας στις διαπραγματεύσεις ειρήνης, διέταξε την εκτέλεση επιχειρήσεων για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας, αλλά αρνήθηκε να διαθέσει στη Στρατιά Μικράς Ασίας τους αναγκαίους πόρους για την εκτέλεση της επιχείρησης υπό συνθήκες που να εξασφαλίζουν την επιτυχία της. Στην πορεία οι καθορισθέντες σκοποί της επιχείρησης διαφοροποιήθηκαν κατ’ ανορθόδοξο τρόπο, και εν αγνοία της Κυβέρνησης και του διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας, σε άλλους ευρύτερους. Οι επιχειρήσεις απέτυχαν.


ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1.Σκοπός

2. Εισαγωγή

3. Η ανωτάτη διεύθυνση του πολέμου και των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου

4. Ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία

4.1 Η αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη και τα πρώτα προβλήματα

4.2 Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει να επιβάλει στην Τουρκία διά του Ελληνικού Στρατού τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης

4.3 Οι θερινές επιθετικές επιχειρήσεις του 1920

4.4 Νέες προκλήσεις

4.5 Η ενίσχυση του στρατού της Μικράς Ασίας για την ανάληψη ευρέων επιθετικών επιχειρήσεων

5. Η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και οι πρώτες αποφάσεις της

5.1 Η νέα Κυβέρνηση δηλώνει προς τους συμμάχους ότι θα ακολουθήσει την πολιτική Βενιζέλου στη Μικρά Ασία

5.2 Ο διορισμός νέου Αρχηγού των Στρατευμάτων Μικράς Ασίας

5.3 Η αποκατάσταση των αξιωματικών που είχαν αποταχθεί από το καθεστώς Βενιζέλου λόγω των φιλοβασιλικών φρονημάτων τους

6. Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση και τα εξ αυτής αποτελέσματα

6.1 Οι συνθήκες υπό τις οποίες αποφασίστηκε από τη νέα Κυβέρνηση η εκτέλεση της πρώτης επιχείρησης

6.2 Η εκτέλεση της επιχείρησης της επιθετικής αναγνώρισης

6.3 Οι πληροφορίες που προέκυψαν από την επιθετική αναγνώριση

6.4 Αποτίμηση των επιχειρήσεων της επιθετικής αναγνώρισης

6.5 Συμπεράσματα εκ της επιθετικής αναγνώρισης

7. Η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση αρχομένου του έτους 1921

7.1 Η κατάσταση στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής και στο αντίστοιχο επιχειρησιακό

7.2 Οι μόνες δυνατές λύσεις του Μικρασιατικού ζητήματος

7.3 Οι προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ

8. Η Κυβέρνηση αποφασίζει την εκτέλεση μίας επιχείρησης δια της οποίας να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της χώρας

8.1 Ο επιτελάρχης της Στρατιάς προτείνει στον Υπουργό των Στρατιωτικών την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Χισάρ

8.2 O διοικητής της Στρατιάς αποδέχεται να εκτελέσει την επιχείρηση

8.3 Ο τρόπος που ο διοικητής της Στρατιάς αποφάσισε να εκτελεστεί η επιχείρηση

8.4 Οι αντιλήψεις του Γούναρη σχετικά με τη διαχείριση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας

8.5 Η προβληματική διαχείριση των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση

8.6 Σύγκριση των τρόπων διαχείρισης της στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

8.7 Διαπιστώσεις επί της διαχείρισης της δύναμης του ελληνικού στρατού

8.8 Το πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο εντός του οποίου αποφασίστηκαν η επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ

9. Η Σχεδίαση της Επιχείρησης

9.1 Το αρχικό σχέδιο

9.2 Τροποποίηση του αρχικού σχεδίου

10. Διαπιστώσεις εκ των μέχρι τούδε εκτεθέντων

10.1 Στο πολιτικό επίπεδο

10.2 Στο πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο

10.3 Στο επιχειρησιακό επίπεδο

11. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να επιστρατεύσει τρεις κλάσεις εφέδρων

12. Το σχέδιο επιχειρήσεων – οι δυνάμεις των αντιπάλων στρατιών

13. Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων

13.1 Γενικές πληροφορίες επί της διεύθυνσης και διεξαγωγής των επιχειρήσεων από τους δύο αντιπάλους

13.2 Οι επιχειρήσεις του Α΄ Σώματος Στρατού

13.3 Οι επιχειρήσεις του Γ΄ Σώματος Στρατού

13.4 Η δεύτερη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ

14. Σχολιασμός των επιχειρήσεων του Μαρτίου

14.1 Στο πολιτικό επίπεδο

14.2 Στο επιχειρησιακό επίπεδο

15. Γενικές διαπιστώσεις

16. Συμπεράσματα


1. Σκοπός

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η παρουσίαση, η αξιολόγηση και η κριτική της ανώτατης διεύθυνσης του διεξαγομένου στη Μικρά Ασίας πολέμου και των πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήχθησαν το Δεκέμβριο του 1920 και το Μάρτιο του 1921, στο πλαίσιο του Ελληνοτουρκικού Πολέμου 1919-1922, του αποκαλούμενου από τη στρατιωτική ιστορία μας Μικρασιατική Εκστρατεία. Ιδιαίτερα, θα εξεταστούν οι επιχειρήσεις υπό το πρίσμα των εξής κριτηρίων πολιτικής διεύθυνσης του πολέμου, που αποτελούν πάγια ζητήματα όλων των πολεμικών αντιπαραθέσεων: Η πολιτική ηγεσία έθεσε με σαφήνεια και ορθότητα τους στόχους και ενδεχομένως τους περιορισμούς των πολεμικών επιχειρήσεων; Η πολιτική ηγεσία έθεσε στη διάθεση του ελληνικού στρατού που μαχόταν στην Μικρά Ασία πόρους αντίστοιχους με τους σκοπούς στους οποίους απέβλεπαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις; Η πολιτική ηγεσία επέλεξε ορθά τη στρατιωτική ηγεσία που θα ηγούταν των επιχειρήσεων; Και τέλος, η στρατιωτική ηγεσία συμβούλευσε ορθά την πολιτική ηγεσία σε σχέση με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του Στρατού να ανταποκριθεί στους

2. Εισαγωγή

Ο πόλεμος από τη φύση του είναι πολιτικό ζήτημα και η ευθύνη της διεξαγωγής του ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική ηγεσία. Η προετοιμασία μίας χώρας στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής και αυτό της στρατιωτικής στρατηγικής για να διεξαγάγει ένα πόλεμο είναι κυρίαρχα πολιτικό ζήτημα. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η Ελλάδα ενεπλάκη σε πολλούς πολέμους και πολεμικές κρίσεις, άλλοτε με ευτυχή και άλλοτε με ατυχή κατάληξη. Από τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο το 1912, μέχρι την κρίση των Ιμίων το 1996, η αλυσίδα υπήρξε πυκνή. Ο κύριος παράγοντας που καθόρισε την έκβαση είτε των πολέμων που διεξήγαγε η χώρα, είτε των σοβαρών κρίσεων που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε πολεμική αναμέτρηση, υπήρξε αναπόφευκτα η διεύθυνση τους από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Η κυβέρνηση είχε επίσης τον αποφασιστικό λόγο και ευθύνη για τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο πεδίο αυτό, το επιχειρησιακό οι σχέσεις μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας διαπλέκονται ισχυρά. Τα σχετικά γεγονότα με τις σχέσεις αυτές δεν ήταν πάντοτε γνωστά ώστε να μπορέσει κάποιος να κατανοήσει τη σημασία τους.

3. Η ανωτάτη διεύθυνση του πολέμου και των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου

Η Ελλάδα στη διάρκεια του 19ου αιώνα καθυστέρησε υπερβολικά να αναπτύξει το στρατό της σε σύγχρονες για την εποχή βάσεις. Όργανα που στα τέλη του 19ου αιώνα θεωρούνταν δεδομένα στην Ευρώπη, έλλειπαν από τον ελληνικό στρατό. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Στρατηγεία Σωμάτων Στρατού, Μεραρχίες, Σχολή Πολέμου, σχολές παραγωγής αξιωματικών (πέραν της ΣΣΕ) και μόνιμων υπαξιωματικών, καταρτισμένοι σε σχολές πολέμου επιτελείς, αμυντικά σχέδια, οργανωμένη εκπαίδευση και επιστράτευση, μεταγωγικό σώμα και επιμελητεία, καθώς και πολλά άλλα απουσίαζαν από τον ελληνικό στρατιωτικό οργανισμό. Απουσίαζαν δηλαδή εκείνα τα θεσμοθετημένα όργανα και τα καταρτισμένα στελέχη που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης και θα υπηρετούσαν την κυβέρνηση στη διεύθυνση ενός πολέμου.

Με τον οργανισμό του στρατού του 1877 ιδρύονται Γενικό Επιτελείο Στρατού και ιδρύονται δύο Μεραρχίες, η Μεραρχία Στερεάς Ελλάδος και η Μεραρχία Πελοποννήσου, που αποτελούνταν από δύο Ταξιαρχίες η κάθε Μεραρχία και αριθμό Συνταγμάτων Πεζικού και Ευζώνων εκάστη Ταξιαρχία. Οι Μεραρχίες καταργήθηκαν το 1878 και στη θέση τους θα οργανώθηκαν τέσσερα Αρχηγεία, τα οποία και αυτά θα καταργηθούν το 1880. Το ίδιο έτος καταργήθηκε και το Γενικό Επιτελείο και στη θέση του συστάθηκε το Γραφείο της Επιτελικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Στρατιωτικών.  Το 1881 η διοίκηση του Στρατού θα περάσει και πάλι σε τρία Αρχηγεία, των οποίων οι Αρχηγοί ήταν ταυτόχρονα και επιθεωρητές Στρατού. Η «Διεύθυνση της Επιτελικής Υπηρεσίας» του Υπουργείου Στρατιωτικών, όπως ήταν ο επίσημος τίτλος της το 1893, διέθετε ένδεκα τμήματα, αλλά κανένα εξ αυτών δεν είχε ως αρμοδιότητα την εκπαίδευση, την οργάνωση, τα σχέδια και τις επιχειρήσεις. Τουλάχιστον δεν προκύπτει  κάτι τέτοιο από τις ονομασίες τους.[2]

Ο Πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης ήταν αυτός που πρώτος αντιλήφθηκε ότι για να αποκτήσει η χώρα αξιόμαχο στρατό επιβαλλόταν να συγκροτηθεί μια κρίσιμη μάζα επαρκώς εκπαιδευμένων επαγγελματιών αξιωματικών και υπαξιωματικών. Πέραν της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της μόνης από την οποία εξέρχονταν μόνιμοι αξιωματικοί, ο Τρικούπης  ίδρυσε τη Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών, το περίφημο Σχολείο Υπαξιωματικών, στην οποία εισέρχονταν κατόπιν εξετάσεων μόνιμοι υπαξιωματικοί και μετά τριετή φοίτηση εξέρχονταν ανθυπολοχαγοί. Επίσης ίδρυσε τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών δωδεκάμηνης φοίτησης, καθώς και το Προπαρασκευαστικό Υπαξιωματικών Σχολείο για τη παραγωγή των Μόνιμων Υπαξιωματικών.[3] Όμως ο στρατός συνέχιζε να στερείται κεντρικής διοίκησης, δηλαδή του οργάνου που θα τον διοικούσε κατά την ειρήνη και ενδεχομένως και στον πόλεμο. Κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 όχι μόνο δεν υφίστατο ανώτατη διεύθυνση του πολέμου, αλλά ούτε καν επιχειρησιακή διεύθυνση. Στη πραγματικότητα απουσίαζε όχι μόνο η κουλτούρα ανωτάτης διεύθυνσης πολέμου, αλλά και εκείνη η πολιτική ηγεσία που θα μπορούσε να διευθύνει ένα πόλεμο. Άλλωστε η αποτελεσματική διεύθυνση του πολέμου ήταν πάντα συνυφασμένη με τις ηγετικές ικανότητες των πολιτικών.

Η ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897 θα αποτελέσει την αφορμή για να αναληφθούν από τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη σοβαρές προσπάθειες για την οργάνωση Στρατού σε πλέον σύγχρονες βάσεις.[4] Το 1900 συγκροτήθηκε η Γενική Διοίκηση του Στρατού, διοικητής της οποίας ανέλαβε ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Το 1904 ανασυστάθηκε το Σώμα των Γενικών Επιτελών και συστάθηκε το Γενικό Επιτελείο Στρατού της Γενικής Διοίκησης Στρατού, με αποστολή την οργάνωση των πολεμικών δυνάμεων, την επιστράτευση, την κινητοποίηση, την οχύρωση, τις συγκοινωνίες κ.λπ.[5] Ο Θεοτόκης τον Ιούνιο του 1904 ίδρυσε το Ταμείο Εθνικής Αμύνης με σκοπό τον εξοπλισμό του στρατού.[6] Ο Θεοτόκης παρά τους περιορισμούς του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, διαθέτοντας πόρους του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, προμηθεύτηκε τον οπλισμό του στρατού δια του οποίου διεξήχθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (100.000 τυφέκια Μάνλιχερ – Σενάουερ, 15.000 αραβίδες Μάνλιχερ, 144 πεδινά πυροβόλα Σνάιντερ, 36 ορειβατικά πυροβόλα Σνάιντερ – Δαγκλή, καθώς και άλλα πολεμικά μέσα. Προφανώς ο Γ. Θεοτόκης υπήρξε ένας σημαντικός πολιτικός που εκτίμησε ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν σύντομα να πολεμήσει και έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να προετοιμάσει το στρατό να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη διεξαγωγή ενός πολέμου.[7] Το θετικό για την Ελλάδα αποτέλεσμα των Βαλκανικών Πολέμων δεν θα επιτυγχανόταν αν δεν υπήρχε το έργο του Θεοτόκη.

Η Ελλάδα την περίοδο 1910-1913 είχε την «καλή τύχη» να έχει ως Πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ένα πολιτικό οξυδερκή, ευφυή, πολυπράγμονα, φιλόπατρι, οραματιστή, τολμηρό, αποφασιστικό, που διέθετε ισχυρή βούληση, που αντιλαμβανόταν τη σημασία και της διπλωματίας, αλλά και της στρατιωτικής ισχύος, που έδινε έμφαση στην ανάπτυξη αυτής της ισχύος, που κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και μπορούσε να ηγείται, να θέτει στόχους, να αποφασίζει και να διευθύνει.[8]Στους Βαλκανικούς Πολέμους για πρώτη φορά στην νεώτερη ιστορία μας υπήρξε πραγματική Ανώτατη Διεύθυνση του πολέμου και την ασκούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Διηύθυνε στρατηγικά τον πόλεμο, αλλά και τις επιχειρήσεις διά του Γενικού Στρατηγείου της Στρατιάς Θεσσαλίας και του Στρατηγείου Ηπείρου. Είναι σημαντική η συμβολή του μεγάλου εκείνου πολιτικού και στη διεύθυνση του πολέμου, αλλά και στη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Γεγονός ιδιαίτερης σημασίας ήταν η αποφασιστικότητα με την οποία επέβαλε τη βούληση του στον Αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο να στρέψει τη Στρατιά Θεσσαλίας από την Κοζάνη προς τη Θεσσαλονίκη, επειδή «σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσιν να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις Θεσσαλονίκην». Έτσι αποφεύχθηκε ο τεράστιος εθνικός κίνδυνος κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τις Βουλγαρικές δυνάμεις.[9]

Ο Βενιζέλος είχε επίσης σαφέστατη, ρεαλιστική και ισχυρή άποψη περί της ένταξης της Ελλάδας στην παράταξη των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ και της συμμετοχής της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι η θέση της Ελλάδας ήταν με τις Δυνάμεις που κυριαρχούσαν στους ωκεανούς και ήλεγχαν τις θαλάσσιες οδούς και επίσης ότι η Ελλάδα όφειλε την εδαφική της επέκτασή στην Αγγλία και τη Γαλλία. Τα όσα μεγάλα πέτυχε η Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους κατοχυρώθηκαν στο Λονδίνο και όχι στο Βουκουρέστι.[10] Στην περίπτωση που Κωνσταντίνος μπορούσε να αντιληφθεί ότι όφειλε να προστατεύει τα συμφέροντα της χώρας του και όχι να στηρίζει τα συμφέροντα του Κάιζερ, η θέση της Ελλάδας θα ήταν διαφορετική σήμερα.

Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την 14η Ιουνίου 1917, δεν προδίκαζε και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων των ελληνικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο από την ελληνική κυβέρνηση. Οι επιχειρήσεις διευθύνονταν από τον Γάλλο Αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων της Μακεδονίας, με βάση οδηγίες ή αποφάσεις που λαμβάνονταν από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ, ύστερα από εισηγήσεις της διασυμμαχικής στρατιωτικής και διπλωματικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων που έδρευε στις Βερσαλλίες.[11] Το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, αλλά και τα Α΄ και Β΄ Σώματα Στρατού που επιστρατεύτηκαν σταδιακά μετά την επικράτηση του Βενιζέλου τέθηκαν —κατόπιν συμφωνίας των κυβερνήσεων Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ελλάδας— υπό τη διοίκηση συμμάχων διοικητών Στρατιών, Σωμάτων Στρατού ή Μεραρχιών. Ήταν μια σχεδιασμένη κίνηση του Βενιζέλου που είχε ληφθεί επί τη βάσει πολιτικών και επιχειρησιακών σκοπιμοτήτων.

4. Ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία

4.1 Η αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη και τα πρώτα προβλήματα

Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα βρέθηκε στο πλευρό των νικητών και στις διαπραγματεύσεις ειρήνης των Παρισίων επιδίωξε την εθνική της ολοκλήρωση διά της προσάρτησης στον εθνικό κορμό της γης της Ιωνίας στη Μικρά Ασία, της Θράκης, της Βορείου Ηπείρου και των Δωδεκανήσων.[12] Την 2α Μαΐου 1919 η Ι Μεραρχία του ελληνικού στρατού αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, κατόπιν εντολής των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ. Η Μικρασιατική Εκστρατεία μόλις είχε αρχίσει.

Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί, αλλά και κάποιοι άλλοι που ο λόγος τους έχει απήχηση στο δημόσιο διάλογο, αποφαίνονται ότι η Μικρασιατική πολιτική του Βενιζέλου και η αποδοχή της εντολής των Συμμάχων να αποβιβαστεί ο Ελληνικός Στρατός στη Σμύρνη για να επιβάλει την ειρήνευση στη δυτική Μικρά Ασία, ήταν λάθος. Συνήθως στηρίζουν τη θέση τους στο επελθόν καταστροφικό αποτέλεσμα και στις διατυπωθείσες εγγράφως απόψεις του Ιωάννη Μεταξά περί της Μικρασιατικής πολιτικής του Βενιζέλου, που διατυπώθηκαν σε προγενέστερο χρόνο από την έναρξή της εκστρατείας και υπό άλλες συνθήκες. Κάποιοι άλλοι με κομματικό πρόσημο επαίρονται που αγωνίστηκαν εκ των έσω για την αποτυχία της εκστρατείας είτε στο εσωτερικό της Ελλάδας, είτε και το σημαντικότερο στο Μικρασιατικό μέτωπο. Η σοβαρότερη απάντηση σε όσους κρίνουν λανθασμένη την Μικρασιατική πολιτική του Βενιζέλου και την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασίας, καθώς και σε όσους καθ’ οιονδήποτε τρόπο την πολέμησαν, ενεργώντας στο μέτωπο ως πέμπτη φάλαγγα είναι η ακόλουθη:

«Από απόψεως υψηλής στρατηγικής το εγχείρημα ήταν ακραίο. Οι πόροι που ήταν διαθέσιμοι – εξοπλισμός, ανθρώπινο δυναμικό, χρηματικά διαθέσιμα, παραγωγική ικανότητα, συσχετισμός διεθνών δυνάμεων – ήταν οριακά. Όμως, ιστορικά, δεν υπήρξε ποτέ εναλλακτική λύση για το Ελληνικό Έθνος: το θέμα του Ανατολικού Ζητήματος τέθηκε εκείνη τη στιγμή, τέθηκε παρά τη θέλησή μας, και δε μπορούσε να αποφευχθεί. Εναλλακτική λύση από την εντολή για τη Μικρασία δεν υπήρξε ποτέ. Για την ακρίβεια: η μόνη εναλλακτική λύση ήταν η εκ των προτέρων, αμαχητί αποδοχή της Μικρασιατικής Καταστροφής, δηλαδή της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού, χωρίς απόπειρα υπεράσπισής του από το Ελλαδικό Κράτος. Η πορεία είχε ξεκινήσει, ήδη από το 1914, και δεν αφορούσε, φυσικά, μόνον τους  Έλληνες Μικρασιάτες. Οι Αρμένιοι της Ανατολίας σφαγιάσθηκαν ακόμη μαζικότερα, και δεν είχαν ποτέ να προσβλέπουν κάπου»[13]

Η αποβίβαση της Ι Μεραρχίας στη Σμύρνη σημαδεύτηκε από σοβαρές συγκρούσεις με τμήματα του οθωμανικού στρατού και ατάκτους. Επομένως η εκστρατεία δεν άρχισε υπό καλούς οιωνούς. Η κύριοι λόγοι που συνέβη τούτο ήταν ότι παρ’ όλο που ο Βενιζέλος ζητούσε από τους συμμάχους την περιοχή της Σμύρνης και της ενδοχώρας της, δεν υπήρξε και ανάλογη στρατιωτική προετοιμασία προς τούτο.

Το Γενικό Στρατηγείο του ελληνικού στρατού δεν είχε σχεδιάσει την επιχείρηση για την κατάληψη της Σμύρνης και της ενδοχώρας της και ούτε είχε καθορίσει και προετοιμάσει κατάλληλα τις δυνάμεις που θα αναλάμβαναν να εκτελέσουν την επιχείρηση. Όταν τελικά έφρασε η ώρα για την πραγμάτωση πόθων αιώνων, η εντολή της κατάληψης της Σμύρνης δόθηκε στο Συνταγματάρχη μίας Μεραρχίας και στη Μεραρχία του. Μικρός ο βαθμός του διοικητή που θα αναλάμβανε την εκτέλεση αυτής της επιχείρησης και θα συνδιαλέγονταν με του Ναυάρχους των συμμάχων, τα θωρηκτά των οποίων ελλιμενίζονταν στο λιμάνι της Σμύρνης, και εξαιρετικά περιορισμένου μεγέθους η δύναμη που θα την εκτελούσε και που πλέον της Σμύρνης θα έπρεπε να επεκτείνει την κατοχή και στην ενδοχώρα της. Τελικά η Ι Μεραρχία αντί να εκτελέσει μία επιχείρηση για την περίσχεση της πόλης από κάθε κατεύθυνση και στη συνέχεια να προβεί στην εκκαθάρισή της αποφάσισε να παρελάσει στην προκυμαία της Σμύρνης.

Στη συνέχεια η επέκταση της κατοχής εκτός της Σμύρνης αντιμετώπισε τη σκληρή ένοπλη αντίσταση ομάδων ατάκτων, υπό τη διοίκηση πολλές φορές αξιωματικών του οθωμανικού στρατού, που είχαν οργανωθεί και εξοπλιστεί, από την επομένη της ανακωχής του Μούδρου, από το κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος».[14] Η αναφερόμενη αντίσταση, που με την πάροδο του χρόνου λάμβανε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, ακόμη και αν δεν διέθετε την ανοχή της οθωμανικής κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης, διέθετε την υποστήριξη διαφόρων επίσημων προσώπων ή αρχών που ενίσχυαν τις προσπάθειες για την οργάνωση επαναστατικών πυρήνων και μυστικών οργανώσεων.[15]Πολύ σύντομα προέκυψαν και τα πρώτα αιματηρά ατυχήματα του Ελληνικού Στρατού στην Πέργαμο, στη Μαινεμένη και στο Αϊδίνιο, που οφείλονταν αφ’ ενός μεν στη μη κατάλληλη προετοιμασία των μονάδων για την εμπέδωση της κατοχής υπό συνθήκες που θα εγγυόνταν την αποφυγή προβλημάτων και αφ’ ετέρου δε στη περιορισμένη δύναμη που ανέλαβε να εκτελέσει την όλη επιχείρηση.[16] Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ότι η Ι Μεραρχία δεν ήταν μία εμπειροπόλεμη δύναμη, δεδομένου ότι δεν έλαβε μέρος σε μάχες στο Μακεδονικό Μέτωπο. Κρίσιμος παράγοντας σε όλα τα ατυχήματα ήταν η ύπαρξη αδύναμων διοικήσεων και η έλλειψη υπευθυνότητας και τόλμης. Οι αδυναμίες του ανώριμου ελληνικού στρατιωτικού οργανισμού, που η συμμετοχή του στον παγκόσμιο πόλεμο δεν του προσέφερε πολεμική εμπειρία άρχισαν να παρουσιάζονται. Η ανώτατη διοίκηση του ελληνικού στρατού και αυτή της Ι Μεραρχίας δεν επέδειξαν σπουδαίες ηγετικές και επιχειρησιακές ικανότητες κατά τις πρώτες ημέρες της αποβίβασης του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Τα ατυχήματα αυτά ερευνήθηκαν από ορισθείσα προς τούτο Διασυμμαχική Επιτροπή αποτέλεσαν την αφορμή για τον περιορισμό στις αρχές Αυγούστου 1919 του Στρατού Κατοχής Μικράς Ασίας, όπως ονομάστηκε ο ευρισκόμενος στη Μικρά Ασία Ελληνικός Στρατός, όπισθεν της αποκληθείσας «Γραμμής Μιλν», που περιελάμβανε τις πόλεις Κυδωνίες (Αϊβαλή), Πέργαμος, Μαγνησία, Αχμετλί, Οδεμήσιο και Αϊδίνιο.[17]

Την ίδια ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, αναχωρούσε από την Κωνσταντινούπολη με εντολή του Σουλτάνου ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς και την 6η Μαΐου αποβιβαζόταν στη Σαμψούντα. Είχε οριστεί Στρατιωτικός Επιθεωρητής της Ανατολίας, περιβεβλημένος με ευρύτατες αρμοδιότητες και με την αποστολή να επιβάλει την τάξη και τη νομιμότητα. Αυτός όμως μετέβαινε για την εφαρμογή του δικού του σχεδίου, που αποσκοπούσε στη σωτηρία της Ανατολίας από το διαμελισμό και την καταστροφή.[18]

4.2 Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει να επιβάλει στην Τουρκία διά του Ελληνικού Στρατού τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης

Τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 1920 συνήλθε στο Λονδίνο η Διάσκεψη της ειρήνης προκειμένου να κανονίσει τους όρους της μετά της Οθωμανικής Τουρκίας Συνθήκης Ειρήνης. Την 9η Μαρτίου 1920 ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος συναντήθηκε με τον Υπουργό Στρατιωτικών της Μ. Βρετανίας Ουίνστον Τσώρτσιλ, παρόντος και του Αρχηγού του Επιτελείου Στρατάρχη Ουίλσων, ο οποίος ενεργώντας κατ’ εντολή του Πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Λόϋδ Τζώρτζ ρώτησε το Βενιζέλο αν είναι διατεθειμένος σε περίπτωση άρνησης της Τουρκίας να αποδεχθεί του όρους ειρήνης, να επιβάλλει αυτούς διά των στρατιωτικών μέσων της Ελλάδας, για τα αφορώντα την Ελλάδα τμήματα της Θράκης και της Μικράς Ασίας; Ο Βενιζέλος απάντησε «ότι αναλαμβάνομεν, όσον αφορά τα επιδικαζόμενα ημίν μέρη, την επιβολήν των όρων της Συνθήκης».[19]

Την 15η Απριλίου 1920 η συγκληθείσα στο Σαν-Ρέμο διάσκεψη των Συμμάχων επικύρωσε τους όρους στης συνθήκης ειρήνης που θα επιβάλλονταν στην Τουρκία.

Την 1η Ιουνίου 1920 ο Βενιζέλος μετέβη στο Λονδίνο και συναντήθηκε με το Λόϋδ Τζώρτζ ο οποίος του δήλωσε τα εξής:

«η μεν Ιταλία πρέπει να μη υπολογίζεται περαιτέρω, διότι ου μόνον δεν θα συντρέξει την επιβολήν της συνθήκης αλλά και θα χαρή να μη εκτελεσθή αύτη … Ο κ. Μιλεράν είναι ειλικρινής, αλλά και η εν Γαλλία Κοινή Γνώμη δυσκόλως θα εδέχετο αποστολήν νέου στρατού εις την Τουρκίαν προς επιβολήν όρων Συνθήκης. Και αυτός δε ο Άγγλος Πρωθυπουργός ευρίσκεται απέναντι δυσχερειών, προερχόμενων εξ Υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών κύκλων οίτινες τελευταίως ιδίως εμπνέονται από Τουρκικόν πνεύμα … Με ηρώτησεν επομένως αν η Ελλάς έχη την θέλησιν να κάμη την αναγκαίαν στρατιωτικήν προσπάθειαν δια την επιβολήν της ειρήνης και αν νομίζω ότι έχει και την δύναμιν … Απήντησα, χωρίς να δείξω ενδοιασμόν τινα, ότι η Ελλάς έχει την αναγκαίαν δύναμιν, ότι πιστεύω ότι θα δείξη και την θέλησιν να κάμη την αναγκαίαν προσπάθειαν, εφ’ όσον θα συνειργάζετο προς τούτο μετά των δύο Δυτικών Δυνάμεων, ή τουλάχιστον της Αγγλίας».[20]

Κατόπιν τούτων προκύπτει ότι ο Βενιζέλος είχε αναλάβει την υποχρέωση έναντι της Μεγάλης Βρετανίας να επιβάλει διά του Ελληνικού Στρατού τους όρους της συνθήκης ειρήνης στην κεμαλική Τουρκία, για τα αφορώντα την Ελλάδα ζητήματα στη Μικρά Ασία και στη Θράκη. Είναι προφανές ότι η αναληφθείσα υποχρέωση εξυπηρετούσε σπουδαίως τα Βρετανικά συμφέροντα.

4.3 Οι θερινές επιθετικές επιχειρήσεις του 1920

Ο Ελληνικός Στρατός μέχρι και τον Ιούνιο του 1920 δεν είχε εμπλακεί σε μάχες με δυνάμεις του τακτικού τουρκικού/οθωμανικού στρατού, επί των οποίων άλλωστε θα κατίσχυε ευχερώς, αφού αυτές βρίσκονταν σε κατάσταση μέγιστης αδυναμίας και αποσύνθεσης. Οι επιχειρήσεις που μέχρι τότε διεξήγαγε αφορούσαν την ασφάλεια της κατεχόμενης ζώνης από επιθέσεις σωμάτων ατάκτων.  

Τούτο οφειλόταν αφ’ ενός μεν στη συντριβή των οθωμανικών Στρατιών στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στη Μεσοποταμία και στον Καύκασο και αφ’ ετέρου δε στους όρους περί αποστράτευσης και αφοπλισμού του Οθωμανικού Στρατού και ειδικότερα στον αριθμό των διατηρούμενων Μεραρχιών, την επάνδρωση αυτών και τον αριθμό των πυροβόλων τους. Οι όροι αυτοί επιβλήθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία με την ανακωχή του Μούδρου και με ιδιαίτερες συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ της Βρετανικής Αρμοστείας και της οθωμανικής κυβέρνησης.[21]

Την 9η Ιουνίου 1920 κατόπιν εντολής των Συμμάχων ο Ελληνικός Στρατός εξήλθε της Ζώνης Κατοχής, προέλασε προς Βορρά και Ανατολικά, κατέβαλε ευχερώς τις ασθενείς δυνάμεις του Τουρκικού Στρατού που επιχείρησαν να αντισταθούν και επεξέτεινε διαδοχικά τη ζώνη κατοχής μέχρι τη Φιλαδέλφεια, την Πάνορμο την Προύσα και στη συνέχεια μέχρι το Ουσάκ και την Τζεντίζ.[22]Οι επιχειρήσεις αυτές, ως σύλληψη και ως εκτέλεση δεν μπορούν να κριθούν ως ικανοποιητικές από στρατιωτικής πλευράς και τούτο επειδή κατά την εκτέλεσή τους δεν εγκλωβίστηκαν και δεν καταστράφηκαν σημαντικές εχθρικές δυνάμεις.

Οι αναφερόμενες επιχειρήσεις πέραν της εθνικής ευφορίας που προκάλεσαν λόγω της επέκτασης της ζώνης κατοχής και της κατάληψης σημαντικών πόλεων, με «βαριά» Ελληνική κληρονομιά, είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην ηγεσία του Στρατού, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών η ιδέα ότι ο Τουρκικός Στρατός ήταν μία μη αξιόμαχη δύναμη που θα διαλυόταν στην πρώτη κρούση, μία ιδέα που είχε τις ρίζες της στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο και οδήγησε το Στρατό μας στη συνεχή υποτίμηση των δυνατοτήτων του Τουρκικού Στρατού.

4.4. Νέες προκλήσεις

Η διάταξη του Στρατού στο νέο εκτεταμένο μέτωπο που προέκυψε από τις θερινές επιχειρήσεις του 1920 είχε σαν αποτέλεσμα το διαχωρισμό του σε δύο μεγάλες ομάδες, τη μία περί την περιοχή της Προύσας και την άλλη περί την περιοχή της Φιλαδέλφειας και του Ουσάκ, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονταν το όρος Όλυμπος και η ορεινή περιοχή του Σιμάβ (βλέπε Σχεδιάγραμμα 1). Οι περιοχές αυτές στερούνταν παντελώς συγκοινωνιών, κυρίως εγκαρσίων, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η επικοινωνία μεταξύ των δύο μεγάλων Ομάδων του Στρατού και η παροχή αμοιβαίας υποστήριξης. Κατόπιν τούτου πρόεκυψε η επιχειρησιακή απαίτηση της συνένωσης των δύο αυτών Ομάδων διά της προελάσεως του Στρατού μέχρι τη σιδηροδρομική γραμμή της Βαγδάτης (Νικομήδεια – Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ – Ικόνιο).

Σχεδιάγραμμα 1: Σχεδιάγραμμα Διάταξης των Αντιπάλων Δυνάμεων το Νοέμβριο του 1920

Η λύση αυτού του προβλήματος εξετάστηκε από το Γενικό Στρατηγείο,[23] και η πρόθεση για την κατάληψη αυτής της γραμμής ανιχνεύεται σε τηλεγράφημα που απέστειλε τη 18η Ιουνίου 1920 ο Αρχηγός του Στρατού, Αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, προς τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, στο οποίο ανέφερε ότι:

«Έχω την γνώμην ότι εάν επιχειρήσεις αύται εκταθώσι μέχρι των κύριων εχθρικών κέντρων Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ το (Κεμαλικό ) κίνημα θα εκπνεύση οριστικώς. Θεωρώ και υπάρχουσας έτι δυνάμεις ενταύθα επαρκείς δια τοιαύτην επιχείρησιν εάν Στρατηγός Μιλν εξακολουθήση διαθέτων ημίν την Μεραρχίαν Ξάνθης».

Συνεχίζοντας ο Αρχηγός του Στρατού ανέφερε ότι η εκτέλεση της αναφερόμενης επιχείρησης θα διεξαγόταν διά της Βορείας Ομάδας στην κατεύθυνση Προύσα – Εσκή Σεχήρ και διά μίας ισχυρής φάλαγγας που θα ενεργούσε στην κατεύθυνση Φιλαδέλφεια – Ουσάκ – Αφιόν Καραχισάρ.[24]

Την 20η Ιουνίου του 1920 ο Ελληνικός Στρατός διέθετε στη Μικρά Ασία δύο Σώματα Στρατού, έξι Μεραρχίες Πεζικού και μία Ταξιαρχία Ιππικού, ενώ την 8η Ιουλίου 1920 συγκροτήθηκε η Μεραρχία Μαγνησίας, που μεταφέρθηκε αμέσως στη Νικομήδεια και παρεμβλήθηκε μεταξύ των Βρετανικών και των Κεμαλικών δυνάμεων. Η Μεραρχία Ξάνθης που είχε διατεθεί προσωρινά στη Μικρά Ασία, στο τέλος Ιουνίου επέστρεψε στη Θράκη.[25]

Η δεύτερη αναφορά περί της κατάληψης της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, βρίσκεται σε τηλεγράφημα του Βενιζέλου της 29ης Ιουνίου 1920 προς το Γενικό Στρατηγείο, στο οποίο αναφέρει:

«Στρατάρχης Wilson μοι ανεκοίνωσε τηλεγράφημα Μιλν όστις εκθέτει ό,τι του εζητήσατε. … Προς τον σκοπόν τούτον εμείναμεν σύμφωνοι μετά Στρατάρχου (Wilson)[26] να τηλεγραφήση προς Στρατηγό Μιλν όπως ετοιμάση από τούδε σχέδιον επιχειρήσεως προς κατάληψιν της γραμμής Ισμίτ – Εσκή Σεχήρ, τηλεγραφήσω δε και εγώ εις υμάς όπως μελετήσετε σχέδιον καταλήψεως γραμμής Φιλαδελφείας – Αφιόν Καραχισάρ προς τον σκοπόν του να συναντηθώσιν αι δύο προελάσεις εις το τελευταίον σημείον είτε εις Εσκή Σεχήρ»[27]

Συνεχίζοντας ο Βενιζέλος στο ίδιο τηλεγράφημα, διέτασσε τον Αρχηγό του Στρατού να συνταχθεί αμέσως σχέδιο επιχειρήσεων και ότι θα χρειαζόταν να κινητοποιηθούν τρεις Μεραρχίες για να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις, οι οποίες θα τίθονταν υπό τις διαταγές του Στρατηγού Μιλν, προκειμένου με τις διατιθέμενες απ’ αυτόν τρεις Αγγλικές Ταξιαρχίες να προελάσει προς Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ προς το οποίο θα προήλαυναν και οι δυνάμεις του ελληνικού στρατού υπό τη διοίκηση Παρασκευόπουλου.

Στο τηλεγράφημα δεν καθοριζόταν ρητώς ποίος θα ήταν ο επιχειρησιακός διοικητής της όλης επιχείρησης, αλλά αυτό που ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή το Βενιζέλο ήταν να υλοποιηθεί η αποφασισθείσα μάλλον ενεργή στρατιωτική εμπλοκή της Αγγλίας στον πόλεμο που διεξήγαγε η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, πέραν της πολιτικής στήριξης που αυτή παρείχε. Υπό τις διαταγές του Στρατηγού Miln, που διέθετε τρεις Ταξιαρχίες, ο Βενιζέλος θα έθετε ένα Ελληνικό Σώμα Στρατού αποτελούμενο από τρεις Μεραρχίες και θα ήταν αυτό που κατά την άποψη του υπογράφοντος θα διεξήγαγε την επιχείρηση στην κατεύθυνση από Προύσα – Νικομήδεια προς το Εσκή Σεχήρ. Όπως προκύπτει από το τηλεγράφημα ο Στρατάρχης Wilson παρέλαβε από το Στρατηγό Μιλν την κατάσταση με τα απαιτούμενα πολεμικά μέσαγια τον εξοπλισμό των τριών Ελληνικών Μεραρχιών, που υποβλήθηκε στον Miln από το  Γενικό Στρατηγείο του ελληνικού στρατού. Τα πολεμικά μέσα που ζητήθηκαν ήταν τα εξής:

«50.000 αρβύλες, συνδυασμούς χειμερινού ιματισμού, αντίστοιχο αριθμό κλινοσκεπασμάτων, 50.000 τυφέκια πεζικού, 10.000 αραβίδες, 750 οπλοπολυβόλα, 300 ολομερή πολυβόλα, 600 φυσίγγια για κάθε τυφέκιο, 10.000 φυσίγγια για κάθε οπλοπολυβόλο, 30.000 φυσίγγια για κάθε πολυβόλο, 100.000 επιθετικές χειροβομβίδες, είδη μαγειρικής και εστίασης για 40.000 άνδρες, 150 κωνικές σκηνές, 15.000 συλλογές ειδών ιπποκομίας, 800 ίπποι κέλητες, 8.000 φορτηγοί ίπποι ή ημίονοι, 8.000 υποσάγματα, 4.000 πτυοσκαπάνες, 3.000 σκαπάνες πεζικού, τηλεγραφικό υλικό, 9 ορειβατικά χειρουργεία, 3 νοσηλευτικά τμήματα και 3 Μοίρες τραυματιοφορέων που η κάθε μία να διαθέτει 100 τραυματιοφορεία και 60 φορτηγά»[28] 

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτουν τα εξής:

α) Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι οι κανόνες του «παγκόσμιου παιχνιδιού» άσκησης επιρροής και ελέγχου καθορίζονταν από τους «μεγάλους παίκτες» και ότι η επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος κατά τρόπο που να ικανοποιεί την Ελλάδα εξαρτιόταν από τους Συμμάχους και κυρίως από τη Μ. Βρετανία. Κατόπιν τούτων η παραμονή της Ελλάδας στην Μ. Ασία έπρεπε να εξυπηρετεί και τα Βρετανικά συμφέροντα και οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού έπρεπε να έχουν και την υποστήριξη της Μ. Βρετανίας. Κινούμενος σε αυτή την κατεύθυνση ο Βενιζέλος φαίνεται ότι ήθελε, και είχε μάλλον συμφωνήσει με τον Αρχηγό του Βρετανικού Γενικού Επιτελείου , να εμπλέξει στην Ελληνική υπόθεση και στρατιωτικά τους Βρετανούς θέτοντας υπό τις διαταγές του Μιλν τρεις ελληνικές Μεραρχίες για να διεξαγάγει η ίδια η βρετανική στρατιωτική διοίκηση της Κωνσταντινούπολης τις επιχειρήσεις προς το Εσκή Σεχήρ, στις οποίες θα συμμετείχαν και τρις Βρετανικές Ταξιαρχίες. Ο καθείς μπορεί να έχει τις «εθνικές αντιρρήσεις του» επ’ αυτού, αλλά αυτοί ήταν πάντοτε οι όροι άσκησης του ηγεμονισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Αντιρρήσεις επί του καθαρά στρατιωτικού πεδίου είχε και ο Αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, αλλά ο Βενιζέλος έβλεπε πολιτικά το ζήτημα και μάλιστα πολύ καθαρά.

β) Ο Βενιζέλος διέθετε βαρύνουσα άποψη επί των επιχειρησιακών ζητημάτων. Κατά το Βενιζέλο η επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ θα έπρεπε να εκτελεστεί από δύο στρατεύματα που θα ενεργούσαν επί δύο συγκλινουσών κατευθύνσεων. Μπορεί αυτό να ακούγεται απλό, αλλά όπως φαίνεται από το τηλεγράφημα του Παρασκευόπουλου προς τον Βενιζέλο της 18ης Ιουνίου 1920, αλλά και όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, δεν ήταν και αυτονόητο από την ελληνική ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και ειδικά από αυτή της μετά το Βενιζέλο περιόδου, που θα αποφασίσει την εκτέλεση της επιχείρησης.

γ) Ο Βενιζέλος διέθετε ανώτερη αντίληψη, ανώτερη μάλλον και από τον Αρχηγό του Στρατού, περί των αρχών του πολέμου και των κανόνων διεξαγωγής των επιχειρήσεων και ειδικότερα αντιλαμβανόταν ότι οι επί μέρους επιθετικές προσπάθειες θα πρέπει να συνδυάζονται, να αλληλοϋποστηρίζονται και να συγκλίνουν. Ο τρόπος διά του οποίου καθόρισε ότι έπρεπε να εκτελεστεί η επιχείρηση αποτελούσε την αφετηρία για τη σύνταξη του επιχειρησιακού σχεδίου. Αντιθέτως το Γενικό Στρατηγείο φαίνεται ότι σχεδίαζε την εκτέλεση μίας επιχείρησης κατά την οποία δύο ομάδες Μεραρχιών που θα εξορμούσαν από τις περιοχές Προύσας και Φιλαδέλφειας – Ουσάκ θα προήλαυναν επί δύο παράλληλων αξόνων, κειμένων σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, με τις δύο ενέργειες να μη συνδυάζονται και να μην αλληλοϋποστηρίζονται. 

δ) Ο Βενιζέλος για τα μείζονα επιχειρησιακά ζητήματα επικοινωνούσε απ’ ευθείας με τον Αρχηγό του Στρατού χωρίς την παρεμβολή του Υπουργείου Στρατιωτικών. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Παρασκευόπουλος συνδιαλεγόταν απ’ ευθείας με το Βενιζέλο.[29]

ε) Το Γενικό Στρατηγείο του Ελληνικού Στρατού είχε μελετήσει από πολύ νωρίς την επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ και την ενδεχομένη προέλαση μέχρι την Άγκυρα και το Ικόνιο. Η επιτυχής εκτέλεση της αναφερόμενης επιχείρησης, πλην της συνένωσης των δύο ομάδων Μεραρχιών του στρατού κατοχής Μικράς Ασίας, θα είχε ως αποτέλεσμα και την αφαίρεση από τους Τούρκους της δυνατότητας που τους παρείχε η σιδηροδρομική γραμμή της Βαγδάτης να ελίσσονται κατά εσωτερικές γραμμές.

Η τρίτη αναφορά για την επιχείρηση κατάληψης της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ βρίσκεται σε υπόμνημα που υπέβαλε ο Παρασκευόπουλος προς το Βενιζέλο την 22α Αυγούστου 1920, διά του οποίου ανέφερε ότι η κατάληψη των σημαντικών κέντρων συγκοινωνιών και εφοδιασμού του εχθρού Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραρχισάρ και Άγκυρας θα είχε σαν αποτέλεσμα την εκμηδένιση του κινήματος του Κεμάλ και την επαναφορά της ηρεμίας στη Μ. Ασία. Στη συνέχεια ανέφερε ότι: «Η στρατιωτική επιχείρησις προς τον σκοπόν τούτον δύναται να εξελιχθή εις δύο περιόδους: Πρώτη περίοδος η κατάληψις των πόλεων Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ και δεύτερη τοιαύτη διά της προελάσεως προς Άγκυραν και ενδεχομένως προς Ικόνιον».[30]

4.5 Η ενίσχυση του στρατού της Μικράς Ασίας για την ανάληψη ευρέων επιθετικών επιχειρήσεων

Για την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ μεταφέρθηκαν στις αρχές Αυγούστου του 1920 (από την Παλαιά Ελλάδα) στη Μικρά Ασία το Στρατηγείο του Β΄ Σώματος Στρατού και η ΙΙΙ Μεραρχία Πατρών, των οποίων άρχισε η ανασυγκρότηση στην εμπόλεμη σύνθεσή τους. Την 22α Σεπτεμβρίου μεταφέρθηκε από την Αθήνα στη Σμύρνη η Μεραρχία Κρήτης, εξαιρετικά ελαττωμένης συνθέσεως. Την ίδια περίοδο και με σκοπό την απελευθέρωση των Μεραρχιακών Μονάδων από τις υποχρεώσεις εσωτερικής ασφάλειας της ζώνης κατοχής και της κάλυψης των πλευρών, συγκροτήθηκαν τρία Συντάγματα Μετόπισθεν, καθώς και το 18ο Σύνταγμα Πεζικού στο οποίο ανατέθηκε η κάλυψη της σιδηροδρομικής γραμμής Σμύρνης – Αϊδινίου.[31] Επίσης η Μεραρχία Κυδωνιών μεταφέρθηκε στην Παλαιά Ελλάδα για την κάλυψη των υποχρεώσεων ασφάλειας των εκλογών.

 Οι εκλογές που προκηρύχθηκαν από το Βενιζέλο στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1920 και η μακρά προεκλογική περίοδος που ακολούθησε μετέθεσαν για αργότερα την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ταυτόχρονα έδωσαν και τον απαραίτητο χρόνο στην κεμαλική Τουρκία να προωθήσει την οργάνωση του Στρατού της.

5. Η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και οι πρώτες αποφάσεις της

5.1 Η νέα Κυβέρνηση δηλώνει προς τους συμμάχους ότι θα ακολουθήσει την πολιτική Βενιζέλου στη Μικρά Ασία

Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ανέδειξαν νικητή την Ηνωμένη Αντιπολίτευση.[32]Δηλαδή την αντιβενιζελική φιλοβασιλική πολιτική παράταξη, η οποία στάθηκε εχθρικά απέναντι στην πολιτική του Βενιζέλου που υποστήριζε τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, και η οποία αναλαμβάνοντας την εξουσία θα έπρεπε να διαχειριστεί τα αποτελέσματα μιας πολιτικής που πολέμησε και να συνεργαστεί με τους Βρετανούς και τους Γάλλους.

Ηγετική μορφή της νέας πολιτικής κατάστασης ήταν ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος Δημήτριος Γούναρης,[33] ο οποίος για να μη προκαλέσει προβλήματα στις σχέσεις της Χώρας με τους συμμάχους, λόγω της σθεναρής αντίδρασης του στην φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου, δεν ανέλαβε την Πρωθυπουργία, αλλά το Υπουργείο Στρατιωτικών.[34]

Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε υπό το Δημήτριο Ράλλη έδωσε διαβεβαιώσεις στους συμμάχους ότι θα ακολουθούσε την πολιτική του Βενιζέλου.[35] Παρά ταύτα η κυβέρνηση προειδοποιήθηκε από τους συμμάχους ότι η επαναφορά του Βασιλιά Κωνσταντίνου στο θρόνο θα συνιστούσε εχθρική ενέργεια. Το προκηρυχθέν όμως δημοψήφισμα για την επάνοδο στο θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου θεωρήθηκε από τους συμμάχους εχθρική ενέργεια, με αποτέλεσμα να απευθύνουν προς της Ελληνική κυβέρνηση ένα ιδιαίτερα αυστηρό, αλλά προσχηματικό διάβημα, αφού η μεν Ιταλία από την πρώτη ημέρα της αποβίβασης του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη στάθηκε εχθρική έναντι της Ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, η δε Γαλλία και πριν την πτώση αλλά κυρίως μετά την πτώση του Πρωθυπουργού Κλεμανσώ, το Φεβρουάριο του 1920, επιδίωκε την αποκατάσταση σχέσεων με την κεμαλική Τουρκία και τον τερματισμό του διεξαγομένου ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρά Ασία, με σκοπό την υποστήριξη των οικονομικών συμφερόντων της στην Ανατολή.[36]

5.2 Ο διορισμός νέου Αρχηγού των Στρατευμάτων Μικράς Ασίας

Η επιλογή του Αρχηγού του στρατού σε περίοδο πολέμου αποτελεί κορυφαία πολιτική πράξη επειδή διά του επιλεγέντος προσώπου η κυβέρνηση θα επιδιώξει να διεξαγάγει νικηφόρα τις πολεμικές επιχειρήσεις. Επομένως ο Αρχηγός του στρατού θα πρέπει να διαθέτει σπουδαία ηγετικά προσόντα, κύρος, μόρφωση, υψηλή επαγγελματική κατάρτιση, αποφασιστικότητα, θάρρος, να έχει διακριθεί σε θέσεις υψηλής ευθύνης και να διακρίνεται για την ικανότητά του να λαμβάνει ορθές αποφάσεις και λελογισμένα ρίσκα.

Η Κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Αρχιστράτηγου του ελληνικού στρατού, Αντιστράτηγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου,[37] που είχε υποβάλει την παραίτησή του, ανέθεσε τη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας, όπως μετονομάστηκε η δύναμη των στρατευμάτων της Μικράς Ασίας, στον Αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα. Ο Παπούλας μέχρι το βράδυ της 1ης Νοεμβρίου εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης στις φυλακές Αβέρωφ λόγω της καταδίκης του από έκτακτο στρατοδικείο, για την οργάνωση αντιστρατιωτικών ενεργειών κατά τη διεξαγωγή της επιστράτευσης για τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο.[38] Η δύναμη του ελληνικού στρατού της ηπειρωτικής Ελλάδας τέθηκε υπό την απ’ ευθείας διοίκηση του Υπουργείου των Στρατιωτικών. Το Γενικό Στρατηγείο του Ελληνικού Στρατού καταργήθηκε και τις αρμοδιότητες του τις ανέλαβε η Επιτελική Υπηρεσία Στρατού (ΕΥΣ).[39]

Ασφαλώς η Κυβέρνηση επέλεξε ένα δικό της Κωνσταντινικό αξιωματικό, που διώχθηκε για τους αγώνες του κατά της φιλοαντατικής πολιτικής του Βενιζέλου. Η επιλογή όμως ήταν η χειρότερη δυνατή. Ο Αντιστράτηγος Παπούλας διέθετε σπουδαίο εθνικό φρόνημα, αλλά στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης,[40] λόγω της μη φοίτησής του σε κάποια στρατιωτική σχολή.[41]Κατά την περίοδο που διοίκησε τη Στρατιά Μικράς Ασίας θα αποδειχθεί ότι δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει αποφάσεις επ’ αυτών, ή να δώσει κατευθύνσεις στο Επιτελείο του για την επιχειρησιακή σχεδίαση. Κατόπιν τούτου οι αποφάσεις λαμβάνονταν από το ανεύθυνο θεσμικά επιτελείο του.

Η αδυναμίες αυτές του Παπούλα ήταν, λίγο-πολύ, γνωστές στην νέα πολιτική ηγεσία της χώρας, αλλά η επιλογή του σχετιζόταν με την πεποίθηση ότι αυτός ήταν από τους διαλλακτικούς αντιβενιζελικούς ανωτάτους αξιωματικούς, τουλάχιστον τους έντονα πολιτικοποιημένους, και άρα θα μπορούσε να αναλάβει το έργο της μετάβασης της Στρατιάς Μικράς Ασίας στη νέα πολιτικοστρατιωτική κατάσταση, χωρίς να επέλθει ρήξη στη συνοχή του Στρατού. Ο Παπούλας κατέβαλε προσπάθειες για τη συμφιλίωση του Στρατού και την απάλειψη των τραγικών συνεπειών του διχασμού στο στράτευμα. Δυστυχώς, όπως ο ίδιος αναφέρει στον Υπουργό των Στρατιωτικών,[42] οι προσπάθειες αυτές δεν τελεσφόρησαν επειδή υπονομεύτηκαν από τα σκοτεινά και αδιάλλακτα φιλοβασιλικά κέντρα των Αθηνών.[43] 

Εν όψει της εγνωσμένης αδυναμίας του Παπούλα να ασκήσει επιχειρησιακή διοίκηση,[44] του δόθηκε ως Επιτελάρχης ο Συνταγματάρχης του Πυροβολικού Κωνσταντίνος Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου,[45]ενώ ως Υπαρχηγός του Επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας και Διευθυντής του ΙΙΙ Επιτελικού Γραφείου διατηρήθηκε ο (αμυνίτης) Συνταγματάρχης Μηχανικού Πτολεμαίος Σαρηγιάννης. Ομοίως διατηρήθηκε στη θέση του και ο Διευθυντής του IV Επιτελικού Γραφείου Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Γεώργιος Σπυρίδωνος.

Στην πράξη υιοθετήθηκε, άτυπα, η εξής πρωτοφανής διευθέτηση: Ο μεν Αντιστράτηγος Παπούλας θα ασκούσε τη διοικητική διοίκηση της Στρατιάς, τη δε επιχειρησιακή διοίκηση θα την ασκούσε ατύπως ο θεσμικά ανεύθυνος Επιτελάρχης του.[46]

Τα κρίσιμα και προφανή προβλήματα που δημιουργούσε αυτή η διευθέτηση ήταν ότι την ευθύνη των λαμβανομένων αποφάσεων επί των επιχειρησιακών ζητημάτων θα την έφερε ο υπεύθυνος Διοικητής της Στρατιάς, που θα τις επικύρωνε με την υπογραφή του χωρίς να κατανοεί την ουσία τους. Το μείζονος σημασίας αυτό πρόβλημα το αναφέρει ο ίδιος ο Παπούλας στην αυτοβιογραφία του που συνέγραψε ο Ιωάννης Πασάς.[47]

Ο διοικητής της Στρατιάς λόγω της αδυναμίας του να χειριστεί τα επιχειρησιακά ζητήματα βρισκόταν σε αδυναμία να παρουσιάσει ο ίδιος στην πολιτειακή και την πολιτική ηγεσία τις απόψεις της Στρατιάς επί των εν λόγω ζητημάτων, ή τη γενική ιδέα των σχεδίων επιχειρήσεων. Αντί αυτού η παρουσίαση γινόταν πάντοτε από τον επιτελάρχη του και αυτός ήταν που απαντούσε στις ερωτήσεις που τίθονταν.[48] Ο Παπούλας βρισκόταν επίσης σε αδυναμία να διευθύνει τις επιχειρήσεις συνδιαλεγόμενος απ’ ευθείας και προφορικά με τους υφισταμένους του διοικητές των Σωμάτων Στρατού και των Συγκροτημάτων, όταν τούτο επιβαλλόταν από την επικρατούσα τακτική κατάσταση, οι οποίοι ήταν μορφωμένοι και διέθεταν άποψη. Κατόπιν τούτου έστελνε στους διοικητές των Σωμάτων Στρατού ως συνδέσμους επιτελείς του στρατηγείου του, συνήθως τους Συνταγματάρχες Σαρρηγιάννη και Βερνάρδο, οι οποίοι επεδίωκαν να κατευθύνουν τους Υποστράτηγους Σωματάρχες εκδίδοντας προς αυτούς διαταγές «εν ονόματι» του διοικητή της Στρατιάς. Όμως αυτό δεν ήταν επιτρεπτό δεοντολογικά και ήταν και αδύνατο. Η απουσία της διοίκησης της Στρατιάς από τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ήταν σε κάθε περίπτωση προφανής. Το ζήτημα αυτό, που εξ αρχής δημιουργεί μείζονα προβλήματα, θα αποδειχθεί ολέθριο για την πορεία της Εκστρατείας.

5.3 Η αποκατάσταση των αξιωματικών που είχαν αποταχθεί από το καθεστώς Βενιζέλου λόγω των φιλοβασιλικών φρονημάτων τους

Η Κυβέρνηση αποφάσισε να επανέλθουν όλοι οι αποστρατευθέντες ή αποταχθέντες αξιωματικοί από το καθεστώς Βενιζέλου στην ενεργό υπηρεσία χωρίς καμία αξιολόγηση.[49]  Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δύναμη των αξιωματικών του ελληνικού στρατού τη 10η Οκτωβρίου 1920 ανερχόταν σε 6.257,[50] και ότι την 1η Μαρτίου 1921 η δύναμη των αξιωματικών ανερχόταν 8.343,[51] προκύπτει ότι επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία 2.080 αξιωματικοί. Ίσως και περισσότεροι αν ληφθεί υπόψη ότι ένας σημαντικός αριθμός αξιωματικών βενιζελικών φρονημάτων αποχώρησε από το στρατό. Τα σημαντικότερα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τη μαζική επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία 2.080 και πλέον αξιωματικών ήταν τα εξής:

α) Προέκυψαν σοβαρά προβλήματα στην επετηρίδα, αφού οι επανερχόμενοι ήταν κατώτεροι σε βαθμό από τους πρώην κατωτέρους τους. Αυτό επιλύθηκε με την προαγωγή των αποκαθισταμένων αξιωματικών στο βαθμό στον οποίο θα είχαν προαχθεί αν δεν είχαν απομακρυνθεί από το στράτευμα. Οι υπηρετούντες αξιωματικοί (φιλοβενιζελικοί, φιλοβασιλικοί, ή ουδέτεροι) παρέμειναν σε αναμονή στους βαθμούς που ήδη κατείχαν.

β) Οι περισσότεροι εκ των επανελθόντων αρνήθηκαν να αναλάβουν υπηρεσία στη Στρατιά Μικράς Ασίας. Με βάση τις καταστάσεις δυνάμεως του ελληνικού στρατού της 10ης Οκτωβρίου 1920 και της 1ης Μαρτίου 1921, καθώς και την αποχώρηση εκ της Στρατιάς Μικράς Ασίας πολλών βενιζελικών αξιωματικών, προκύπτει ότι στη Μικρά Ασία διατέθηκαν πλέον των 300 αξιωματικών. Ίσως πλέον των 500. Στο Ε΄ Σώμα Στρατού διατέθηκαν 225 αξιωματικοί περίπου. Οι υπόλοιποι διατέθηκαν σε Μονάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όχι όμως στις Μονάδες της Στρατιάς Θράκης, της οποίας η δύναμη των αξιωματικών μειώθηκε σε σχέση με αυτή της 10ης Οκτωβρίου 1920. Κατόπιν τούτου δημιουργήθηκε στον πίνακα δυνάμεων του ελληνικού στρατού μία νέα ομάδα μονάδων υπό την ονομασία Έμπεδα και Υπηρεσίες Ζώνης Εσωτερικού που την 1η Μαρτίου 1921 διέθετε αθροιστικά 1.649 αξιωματικούς και 18.044 οπλίτες.[52]

γ) Η επιχειρησιακή ικανότητα των επανερχομένων στην ενεργό υπηρεσία αξιωματικών ήταν μειωμένη δεδομένου ότι αυτοί είχαν στερηθεί την εμπειρία των πολεμικών επιχειρήσεων της περιόδου 1917 – 1920. Η μεταφορά πολλών εξ αυτών απ’ ευθείας στη Μικρά Ασία και η ανάθεση σε αυτούς θέσεων υψηλής ευθύνης, χωρίς να προηγηθεί εκπαίδευση και ο αναγκαίος χρόνος για τον εγκλιματισμό τους στις νέες συνθήκες, ασφαλώς και δημιούργησε σοβαρά προβλήματα. Εξ ου και οι πυκνές αντικαταστάσεις διοικητών και επιτελών που θα ακολουθήσουν. Πλέον τούτων η αποκατάσταση των στελεχών χωρίς καμία αξιολόγηση επέτρεψε την επαναφορά στην ενέργεια ατόμων άχρηστων επαγγελματικά.[53]

Παράλληλα ένας σημαντικός αριθμός προβεβλημένων αξιωματικών βενιζελικών πεποιθήσεων, εν πολλοίς αδιάλλακτων ή ασυμβίβαστων, πάντως ικανότατων και εμπειροπόλεμων, είδε το δρόμο της παραίτησης, της φυγής, ή της υποχρεωτικής τοποθέτησής του σε ανενεργές θέσεις του εσωτερικού της χώρας.[54] Μέχρι το Μάρτιο του 1921 είχαν αντικατασταθεί όλοι οι Σωματάρχες και οι Μέραρχοί (πλην του Τρικούπη), ως επίσης και 19 διοικητές Συνταγμάτων εκ των 23 Συνταγμάτων Πεζικού της Στρατιάς. Ανάλογες αλλαγές έγιναν και στα επιτελεία των Σωμάτων Στρατού και των Μεραρχιών. Γενικά υπήρξε μια τεράστια αναστάτωση στις διοικήσεις και στα επιτελεία των Σωμάτων Στρατού, των Μεραρχιών, των Συνταγμάτων και των Ταγμάτων, που θα συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, λόγω της συχνότατης μετάθεσης του ιδίου προσώπου σε διάφορες μονάδες και καθήκοντα.

Η αποκατάσταση βεβαίως των αποτάκτων αξιωματικών αποτελούσε μονόδρομο μετά την επελθούσα πολιτική μεταβολή, δεδομένου ότι οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν αποστρατευθεί αυτεπάγγελτα, ή είχαν αποταχθεί και μεταφερθεί στη τάξη του στρατιώτη λόγω των φιλοβασιλικών, ή αντιβενιζελικών φρονημάτων τους. Η καθολική όμως αντικατάσταση των ανώτατων και ανώτερων διοικήσεων της Στρατιάς εντός ελαχίστου χρόνου μείωσε την μαχητική ικανότητα της Στρατιάς.[55] Οι επανερχόμενοι αναλάμβαναν διοικήσεις για τις οποίες δεν είχαν προετοιμαστεί μέσω της φυσιολογικής εξέλιξης τους στο στράτευμα. Οι Ταγματάρχες τους 1917 επέστρεφαν ως Συνταγματάρχες και αναλάμβαναν διοικήσεις Συντάγματος Πεζικού. Όλοι ήταν αμέτοχοι των εξελίξεων που είχαν επισυμβεί στην τακτική κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα Τάγματα Πεζικού ήταν πλέον εφοδιασμένα με πολλά αυτόματα όπλα και βομβιδοβόλα και οι μάχες δεν διεξάγονταν με την ξιφολόγχη όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τον νέο τρόπο διεξαγωγής του αγώνα δεν τον γνώριζαν οι επανελθόντες στην ενεργό δράση πρώην απότακτοι αξιωματικοί. Παρά ταύτα πολλοί εξ αυτών επέδειξαν εξαιρετικές ικανότητες κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, όπως π.χ. οι Συνταγματάρχες Αθανάσιος Φράγκου, Ιωάννης Τριλίβας, Ανδρέας Πλατής, διοικητές των Ι, V και VII Μεραρχιών αντίστοιχα, αλλά και πολλοί άλλοι.

6. Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση και τα εξ αυτής αποτελέσματα

6.1 Οι συνθήκες υπό τις οποίες αποφασίστηκε από τη νέα Κυβέρνηση η εκτέλεση της πρώτης επιχείρησης

Το Δεκέμβριο του 1920 αποφασίστηκε η εκτέλεση μιας Επιθετικής Αναγνώρισης προς το Εσκή Σεχήρ προς διαπίστωση της οργάνωσης και της μαχητικής κατάστασης του εχθρού.[56] Οι συνθήκες υπό τις οποίες αποφασίστηκε και διατάχθηκε η εκτέλεση αυτής της επιχείρησης, που οι συνέπειές υπήρξαν καταστροφικές, δεν είναι αρκετά σαφείς.

Κατά τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού η επιχείρηση προτάθηκε από τον Διοικητή της Στρατιάς στην κυβέρνηση με σκοπό να διαπιστωθεί ο βαθμός της οργάνωσης και της μαχητικότητας του Τουρκικού Στρατού και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι απέναντι των ελληνικών δυνάμεων βρίσκονταν ομάδες ατάκτων και ελάχιστος τακτικός κεμαλικός στρατός, να μειωθεί η υπό τα όπλα δύναμη του Ελληνικού Στρατού.[57]

Περί της κατάστασης και της μαχητικότητας του κεμαλικού στρατού διέθεταν σαφή άποψη ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Νίδερ και ο Συνταγματάρχης Σαρρηγιάννης, αμυνίτες και οι δύο, που είχαν παραμείνει στις θέσεις τους. Και οι δύο γνώριζαν ότι μετά λήξη του εμφυλίου μεταξύ των σουλτανικών στρατευμάτων και των εθνικιστών υπό τον Κεμάλ, ο πρώην οθωμανικός στρατός είχε αναγεννηθεί ως ο τουρκικός εθνικός στρατός και το υψηλό επίπεδο της μαχητικότητάς του είχε διαπιστωθεί την 11η Οκτωβρίου 1920, όταν επιτέθηκε αιφνιδιαστικά δια δύο ενισχυμένων Μεραρχιών και τμημάτων ατάκτων, υπό τον Ετέμ μπέη, κατά της ΧΙΙΙ Μεραρχίας που τηρούσε την προκάλυψη στη περιοχή της κωμόπολης Τζεντίζ. Ήταν η πρώτη μεγάλη επιθετική επιχείρηση του Τουρκικού Στρατού από την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919. Οι μάχες διήρκεσαν μέχρι και το τέλος Οκτωβρίου και είχαν σαν τελικό αποτέλεσμα την υποχώρηση της ΧΙΙΙ Μεραρχίας από την Τζεντίζ σε μία γραμμή βόρεια του Ουσάκ.[58] Επομένως υπήρχαν σαφείς πληροφορίες για την κατάσταση του τουρκικού στρατού και ως εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη να εκτελεστεί η επιχείρηση της επιθετικής αναγνώρισης.

Ο πρώην Υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς Μ. Ασίας, Υποστράτηγος Πτολεμαίος Σαρηγιάννης, κατά την κατάθεσή του στην Ανακριτική Επιτροπή Ελέγχου Δοσιλόγων Μικράς Ασίας (Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α.) υπό τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μοσχόπουλο, ανέφερε ότι ο σκοπός της επιχείρησης ήταν πολιτικός. Ειδικότερα κατέθεσε ότι ο διοικητής της Στρατιάς ευρισκόμενος στην Αθήνα έλαβε προφορική εντολή από τον Πρωθυπουργό «να ενεργήσει τι» -δηλαδή να κάνει κάτι η Στρατιά- ώστε να πειστεί η Αγγλία ότι το ελληνικό κράτος συνέχιζε την πολιτική Βενιζέλου απέναντι των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως (ΑΝΤΑΝΤ).[59]

Ο Σαρρηγιάννης κατέθεσε επίσης στην Ανακριτική Επιτροπή ότι υπέβαλε στον Επιτελάρχη της Στρατιάς τη γνώμη ότι διά των δυνάμεων που διέθετε η Στρατιά δεν ήταν δυνατή η μόνιμη κατάληψη εδάφους πέραν της κατεχόμενης γραμμής και ότι το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν η εκτέλεση μίας επιθετικής αναγνώρισης σε μεγάλο βάθος και μετά το πέρας αυτής η επάνοδος της δύναμης αναγνώρισης στις αρχικές θέσεις της, τονίζοντας όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ότι η αποχώρηση αυτή θα έδινε τη δυνατότητα στον Κεμάλ να την εκμεταλλευθεί προς εξύψωση του γοήτρου του, που ακόμη βρισκόταν σε εμβρυώδη κατάσταση. Προφανώς εννοούσε ότι θα την εκμεταλλευόταν προβάλλοντάς την ως ήττα της Στρατιάς. Το τελευταίον τούτο μειονέκτημα (όπως αναφέρει) παραμερίστηκε απέναντι της γενικότερης πολιτικής σημασίας  που είχε ο δια του εγχειρήματος τούτου επιδιωκόμενος σκοπός.[60] Η κατάθεση του Σαρρηγιάννη αναφορικά με το ότι η δύναμη που θα διεξήγαγε την επιθετική αναγνώριση θα έπρεπε να αποχωρήσει από τα εδάφη που θα καταλάμβανε, παραβλέποντας τα πλεονεκτήματα που η αποχώρησή της θα προσέφερε στον Κεμάλ, όπως ο ίδιος αναφέρει, αποδεικνύει ότι η διαδικασία που ακολουθούσε η Στρατιά για τη λήψη απόφασης ήταν επιεικώς χαμηλού επιπέδου. Ο διοικητής της Στρατιάς και το επιτελείο του αδυνατούσαν να εκτιμήσουν όλα τα πιθανά μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα  που θα προέκυπταν για την Ελλάδα στο στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο διεξαγωγής του πολέμου, λόγω της αποχώρησης της δύναμης που θα εκτελούσε την επιθετική αναγνώριση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε. Όπως π.χ. η αποχώρηση της να εκληφθεί το πιθανότερο από τις Δυνάμεις της Συνεννοήσεως ως ήττα της Στρατιάς. Δηλαδή τα ενδεχόμενα μειονεκτήματα της «αποχώρησης» ήταν τουλάχιστον δύο: Πρώτο να ερμηνευτεί από τους άμεσα ενδιαφερόμενους παίκτες ως ήττα της Στρατιάς και δεύτερο ο Κεμάλ να την προβάλει ως ήττα της Στρατιάς στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και στο εξωτερικό, προκειμένου να εξυψώσει το κύρος του. Επομένως είναι προφανές ότι ο σκοπός της ενέργειας που ζήτησε ο Πρωθυπουργός δεν θα επιτυγχανόταν με την αποχώρηση της δύναμης που θα διεξήγαγε την επιχείρηση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε. Η αδυναμία της Στρατιάς να εκτιμήσει με ρεαλισμό τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των τρόπων ενεργείας δια των οποίων μπορούσε να επιτύχει τους σκοπούς της και δια της συγκρίσεως των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων εκάστου τρόπου να επιλέξει αυτόν που παρείχε τα σπουδαιότερα πλεονεκτήματα και τα ολιγότερα μειονεκτήματα, παρατηρείται σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις της εκστρατείας. Ως ένα άλλο παράδειγμα θα αναφέρω ότι η Στρατιά αποφάσισε να μην επιχειρήσει προς την Άγκυρα επιτιθέμενη επί του άξονα της σιδηροδρομικής γραμμής Εσκή Σεχήρ – Άγκυρα, επειδή θεωρούσε ότι ήταν αδύνατη η βιαία διάβαση του ανατολικού κλάδου Σαγγάριου και η διάσπαση της ανατολικά τούτου αμυντικής τοποθεσίας και ότι εκ της ενεργείας αυτής θα προέκυπταν μεγάλες απώλειες. Κατόπιν τούτου αποφάσισε να επιτεθεί διά της Αλμυράς Ερήμου παραβλέποντας, την εισήγηση του αρμόδιου επιτελή της για τις μεταφορές και τον εφοδιασμό, ότι δια του ελιγμού αυτού θα στερούνταν τα αναγκαία για τη διεξαγωγή της μάχης και τη συντήρησή της, όπως και συνέβη.

Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει από την κατάθεση του Σαρρηγιάννη είναι ότι εισηγήθηκε στον επιτελάρχη της Στρατιάς την αποχώρηση της δύναμης που θα εκτελούσε την επιθετική αναγνώριση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε  επειδή διά των δυνάμεων που διέθετε η Στρατιά δεν ήταν δυνατή η μόνιμη κατάληψη εδάφους πέραν της κατεχόμενης γραμμής. Όμως διά των ιδίων δυνάμεων που διέθετε η Στρατιά το Δεκέμβριο του 1920 εκτελέστηκαν και οι επιθετικές επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, που απέβλεπαν στη μόνιμη κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, το σχέδιο των οποίων συνέταξε αρχικά ο Σαρρηγιάννης. Η Ανακριτική Επιτροπή όφειλε να ζητήσει διευκρινίσεις για αυτό το ζήτημα από το Σαρρηγιάννη, αλλά δεν το έπραξε. Δηλαδή για ποιο λόγο το Δεκέμβριο του 1920 οι δυνάμεις της Στρατιάς δεν ήσαν επαρκείς για τη μόνιμη κατάληψη εδάφους και μετά ένα δίμηνο ήσαν, ενώ στο διαρρεύσαν διάστημα δεν έτυχαν ενισχύσεως;

Από τα παραπάνω αναφερθέντα προκύπτει ότι διατάχθηκε από την Κυβέρνηση η εκτέλεση μιας επιχείρησης για την επίτευξη ενός απροσδιόριστου σκοπού. Η διαταγή της κυβέρνησης στο διοικητή της Στρατιάς να εκτελεστεί μία επιχείρηση από την οποία να αντιληφθούν οι σύμμαχοι ότι αυτή ακολουθούσε την πολιτική Βενιζέλου ήταν εντελώς αόριστη. Εφόσον η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια κάποιο στρατιωτικό σκοπό που θα υπηρετούσε την πολιτική της έναντι των συμμάχων, όφειλε να διαβουλευτεί με τον Διοικητή της Στρατιάς και τον Αρχηγό της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ) για τον προσδιορισμό του σκοπού η επίτευξη του οποίου αφ’ ενός μεν θα αποδείκνυε στους συμμάχους ότι η νέα κυβέρνηση συνέχιζε την πολιτική του Βενιζέλου, αφ’ ετέρου δε θα προσπόριζε στη Στρατιά σημαντικά και μόνιμα στρατιωτικά οφέλη.Η διοίκηση της Στρατιάς και εμμέσως η κυβέρνηση αποδέχθηκαν αβασάνιστα την πρόταση του Υπαρχηγού του Επιτελείου της Στρατιάς, χωρίς να μελετήσουν σε βάθος τις συνέπειες από την εκτέλεση μιας επιχείρησης που δεν θα απέβλεπε στην επίτευξη σημαντικών και μόνιμων πολιτικών και στρατιωτικών ωφελημάτων.

6.2 Η εκτέλεση της επιχείρησης της επιθετικής αναγνώρισης

Η εκδοθείσα από τη Στρατιά Μικράς Ασίας διαταγή επιχειρήσεων προέβλεπε ότι η επιχείρηση θα διεξαγόταν από Γ΄ Σώμα Στρατού (πρώην Σώμα Στρατού Σμύρνης)[61] διά της VII Μεραρχίας Πεζικού (πρώην Αρχιπελάγους) ενισχυμένης με το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΙΙ Μεραρχίας και διά ενός ενισχυμένου Αποσπάσματος της Χ Μεραρχίας (πρώην Σμύρνης).[62]Σκοπός της επιχείρησης ήταν η διά επιθέσεως διάλυση και αποσύνθεση των περί τις περιοχές Μπιλετζίκ – Μποζ Εγιούκ συγκεντρωμένων εχθρικών δυνάμεων. Η επίθεση θα μπορούσε να φθάσει, εφόσον θα κρινόταν αναγκαίο, μέχρι το χωριό Ιν Εϋνού (Ινονού). Μετά το πέρας της αποστολής τα στρατεύματα θα παρέμεναν στην περιοχή μέχρι την περισυλλογή και τη μεταφορά προς τα πίσω των υλικών που θα κυριεύονταν και στη συνέχεια θα αποχωρούσαν στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξορμήσει.[63]

Παράλληλα προς την κυρία επίθεση του Γ΄ Σώματος Στρατού προς Ινονού, το Α΄ Σώμα Στρατού θα επιτίθετο επιδεικτικά προς Σιβασλί και Μπανάζ προκειμένου να παρεμποδίσει τη μεταφορά τουρκικών δυνάμεων από την Κιουτάχεια και το Αφιόν Καραχισάρ κατά του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Η αποστολή που ανατέθηκε στο Α΄ Σώμα Στρατού ήταν άστοχη και τούτο επειδή αντί να επιτεθεί προς Βορρά, δηλαδή από το Ουσάκ διά της Τζεντίζ προς την Κιουτάχεια, ώστε να καθηλώσει τις περί την Κιουτάχεια τουρκικές δυνάμεις, θα επιτίθετο προς βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά, όπου δεν υπήρχαν τουρκικές δυνάμεις, όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που διέθετε η Στρατιά περί του εχθρού.[64] Αντιθέτως στην περιοχή της Τζεντίζ επιχειρούσαν τέσσερις Τουρκικές Μεραρχίες Πεζικού και επτά Συντάγματα Ιππικού με σκοπό την καταστροφή της δύναμης ατάκτων του Κιρκάσιου Ετέμ μπέη, που είχε επαναστατήσει κατά του Κεμάλ. Η Στρατιά Μικράς Ασίας στερούταν πληροφοριών περί των επιχειρήσεων που διεξήγαγε ο τουρκικός στρατός κατά του Ετέμ, γνώριζε όμως ότι ο Ετέμ είχε επαναστατήσει και είχε ζητήσει από το Α΄ Σώμα Στρατού την παροχή πυρομαχικών για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του Κεμάλ. Ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγος Κ. Νίδερ του υποσχέθηκε την παροχή βοήθειας, αλλά η Στρατιά από την οποία ζήτησε την έγκριση δεν την ενέκρινε.[65] Κατόπιν των παραπάνω αποδεικνύεται ότι η διοίκηση της Στρατιάς και το επιτελείο της δεν κατανοούσαν τις αρχές του πολέμου και τους κανόνες διεξαγωγής των επιθετικών αγώνων και δεν σχεδίασαν την επιθετική αναγνώριση με βάση αυτές τις αρχές.[66] Βασικές αρχές του πολέμου είναι η οικονομία των δυνάμεων, η ενότητα των προσπαθειών και η συγκέντρωση. Βασικός κανόνας των επιθετικών επιχειρήσεων είναι η συνταύτιση των προσπαθειών, με τις δευτερεύουσες επιθέσεις να υποστηρίζουν την ευόδωση της κυρίας επίθεσης και όχι να κατευθύνονται στο κενό. Η Στρατιά δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της επανάστασης του Ετέμ ώστε το μείζον μέρος των περί το Ουσάκ ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχιών του Α΄ Σώματος Στρατού να επιτεθούν προς την Κιουτάχεια.  

Η διαταγή επιχειρήσεων ήταν μία κλασσική διαταγή επιθέσεως που διαφέρει από τις άλλες επειδή προέβλεπε την αποχώρηση της δύναμης που θα εκτελούσε την επιθετική αναγνώριση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε. Η επανάκαμψη της δύναμης επιχειρήσεων στις αρχικές θέσεις της ήταν μία ενέργεια που η Στρατιά είχε προβλέψει ότι θα την εκμεταλλευόταν ο αντίπαλος προς όφελός του, όπως ήδη αναφέραμε. Βεβαίως ο Σαρρηγιάννης που την πρότεινε, και η Στρατιά που υιοθέτησε την πρότασή του, είδαν μόνο το ένα μέρος της εκμετάλλευσης που θα τύχαινε από τον Κεμάλ η αποχώρηση της δύναμης επιθέσεως από τα εδάφη που θα καταλάμβανε και όχι το όλο.

Η εξόρμηση των δυνάμεων του Γ΄ Σώματος Στρατού άρχισε την 24η Δεκεμβρίου. Την 28η Δεκεμβρίου καταλήφθηκε η τουρκική αμυντική τοποθεσία που κάλυπτε το Εσκή Σεχήρ από την κατεύθυνση της Προύσας.[67] Η εν λόγω αμυντική τοποθεσία στοιχιζόταν στα υψώματα του χωριού Αβγκίν, του Μετρές Τεπέ και της Κοβαλίτσας (βλέπε Σχεδιάγραμμα 1).[68] Η κεντρική φάλαγγα της VII Μεραρχίας προωθήθηκε μέχρι το χωριό Ποριά. Την 29η Δεκεμβρίου 1920 οι δυνάμεις του Γ΄ Σώματος Στρατού αποχώρησαν από την τοποθεσία Αβγκίν – Κοβαλίτσα και επέστρεψαν στην οχυρωμένη τοποθεσία ανατολικά της Προύσας.

6.3 Οι πληροφορίες που προέκυψαν από την επιθετική αναγνώριση

Εκ της αναγνωρίσεως διαπιστώθηκε ότι «εκ της πράγματι λυσσώδους αμύνης των υψωμάτων κοβαλίτσας και του τρόπου ενεργείας εν γένει του Κεμαλικού Στρατού ότι ούτος έκαμε σημαντικότατας προόδους από απόψεως οργανώσεως και εκπαιδεύσεως προσλαμβάνων ούτω πλήρη μορφήν τακτικού Στρατού». Στα υψώματα της Κοβαλίτσας η 11η τουρκική Μεραρχία που επέστρεψε από την Τζεντίζ, όπου συμμετείχε στις επιχειρήσεις κατά του Ετέμ μπέη, αντέταξε άμυνα μετά φανατισμού εκτοξεύοντας διαδοχικά μεταξύ της 12ης και 14ης ώρας της 28ης Δεκεμβρίου, επτά αντεπιθέσεις κατά των επιτιθεμένων φαλάγγων της VII Μεραρχίας, με δύναμη 400 ανδρών την κάθε φορά.[69] Ο Τουρκικός Στρατός είχε σταματήσει πλέον να υποχωρεί «άνευ βολής τυφεκίου», όπως συνέβη κατά τις θερινές επιχειρήσεις του 1920 και διεκδικούσε το έδαφος σπιθαμή προς σπιθαμή. Εκτιμήθηκε ότι η δύναμη του ανερχόταν σε 10 Μεραρχίες Πεζικού με μέση δύναμη 2.000 – 3.000 ανδρών, 20 πολυβόλα και 4-6 πυροβόλα κατά Μεραρχία.[70] Συγκριτικά η μέση παρούσα δύναμη των οκτώ Μεραρχιών της Στρατιάς ανερχόταν σε 285 Αξιωματικούς και 9.000 Οπλίτες κατά Μεραρχία περίπου. Η κάθε ελληνική Μεραρχία διέθετε 216 οπλοπολυβόλα, 72 πολυβόλα και 16 πυροβόλα.[71]

Όσο αφορά τους νέους, αποκατασταθέντες απότακτους, διοικητές του Γ΄ Σώματος Στρατού και των VII και Χ Μεραρχιών, Συνταγματάρχες Κωνσταντίνο Πετμεζά,[72] Πολυχρόνη Καράκαλο,[73] και Κωνσταντίνο Μπουκουβάλα αντίστοιχα,[74] αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του 1921 αντικαταστάθηκαν.

Η σημαντικότερη πληροφορία εκ της γενομένης αναγνωρίσεως ήταν ότι ο τουρκικός στρατός «δεν απετελείτο πλέον από συμμορίας απειθάρχων ανταρτών αλλά από στρατιωτικάς μονάδας τελείως πειθαρχούσας πλαισιωμένας από άφθονα πεπειραμένα και φρονηματισμένα στελέχη και με οπλισμόν άρτιον δια την εποχήν του πολέμου εκείνου».[75]

6.4 Αποτίμηση των επιχειρήσεων της επιθετικής αναγνώρισης

Η Επιθετική Αναγνώριση αποδείχθηκε μία στρατηγικής σημασίας αποτυχία της ανώτατης διεύθυνσης του πολέμου και των επιχειρήσεων για τους εξής λόγους:

α) Δεν απέβλεπε στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού που θα προσπόριζε μόνιμα πολιτικά και επιχειρησιακά πλεονεκτήματα στην ελληνική διπλωματία και στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων, τα οποία θα υπηρετούσαν την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος κατά τρόπο θετικό για την Ελλάδα και τον Μικρασιατικό Ελληνισμό.

β) Δεν μελετήθηκαν αναλυτικά και ρεαλιστικά οι συνέπειες από την αποχώρηση της δύναμης που  θα διεξήγαγε την επιθετική αναγνώριση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε.

γ) Η αποχώρηση του Γ΄ Σώματος Στρατού, και μάλιστα εσπευσμένα, από την καταληφθείσα τοποθεσία Αβγκίν – Μετρές Τεπέ – Κοβαλίτσα – Ακ Μπουνάρ και η επιστροφή του στην περιοχή της Προύσας αποδείχθηκε καταστροφική. Η Τουρκική προπαγάνδα και διπλωματία την διαφήμισαν ως νίκη του τουρκικού στρατού. Αυτό είχε δυσμενείς συνέπειες για την Ελληνική υπόθεση στο πεδίο της πολιτικής διαπραγμάτευσης και ευεργετικές επιπτώσεις στην οργάνωση και τη μεγέθυνση του τουρκικού στρατού, αφού πλήθος αξιωματικών του πρώην οθωμανικού στρατού έσπευσε να πλαισιώσει το στρατό που οργάνωνε ο Κεμάλ.

δ) Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν ότι το ενδιαφέρον της ελληνικής Στρατιάς επικεντρωνόταν στην κατάληψη του σπουδαίου συγκοινωνιακού κόμβου του Εσκή Σεχήρ και κατόπιν τούτου οχύρωσαν ισχυρά την τοποθεσία Αβγκίν – Κοβαλίτσα και προώθησαν την οργάνωση του στρατού τους.

ε) Το πρώτο και άμεσο δυσμενές αποτέλεσμα για το Μικρασιατικό ζήτημα στο πεδίο της πολιτικής διαπραγμάτευσης, σε συνδυασμό με τη φανερά εχθρική στάση της Γαλλίας και της Ιταλίας έναντι της Ελληνικής παρουσίας στη Μ. Ασία, προέκυψε κατά τη διάσκεψη των συμμάχων που συνήλθε στο Παρίσι την 12η Ιανουαρίου 1921, όταν οι αναφερόμενες δύο Χώρες υπέβαλαν πρόταση για την αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών, που απορρίφθηκε όμως από τον Βρετανό Πρωθυπουργό Λόϋδ Τζώρτζ. Κατόπιν τούτου αποφασίστηκε να συνέλθει νέα διάσκεψη την 9η Φεβρουαρίου 1921 στο Λονδίνο, στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν πλέον της Ελλάδας και της κυβέρνησης του σουλτάνου και η κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας.[76] Κατόπιν αυτής της εξέλιξης το κεμαλικό κράτος αναγνωρίστηκε de facto και από τους Βρετανούς ως επίσημος συνομιλητής, δεδομένου ότι οι Ιταλοί πρώτοι και οι Γάλλοι στη συνέχεια είχαν αποκαταστήσει με τον Κεμάλ διαύλους επικοινωνίας για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

ζ) Στη σκληρή πραγματικότητα της σύγκρουσης των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή των Στενών και της Εγγύς Ανατολής, η Επιθετική Αναγνώριση προς το Εσκή Σεχήρ και τα εξ αυτής παραχθέντα αποτελέσματα αποτέλεσαν μείζονος σημασίας ελληνική ήττα, της οποίας ακόμη και σήμερα οι δυσμενείς επιπτώσεις της στην επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος παραγνωρίζονται.

6.5 Συμπεράσματα εκ της Επιθετικής Αναγνώρισης

Η διεύθυνση του διεξαγόμενου στη Μικρά Ασία πολέμου από τη νέα Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 αποδείχθηκε ανεπιτυχής στα εξής ζητήματα:

α) Η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας στον Αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα, αξιωματικό που στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιχειρησιακής και επιτελικής κατάρτισης, αποτέλεσε λάθος κολοσσιαίας σημασίας και θα βλάψει στη συνέχεια σπουδαίως την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων. Η Κυβέρνηση μολονότι γνώριζε τις αδυναμίες του Παπούλα δεν αναλογίστηκε τους κινδύνους που περιέκλειε ο διορισμός του ως Αρχιστράτηγου της Στρατιάς Μικράς Ασίας.

β) Ο Πρωθυπουργός Δ. Ράλλης και ο Υπουργός των Στρατιωτικών Δ. Γούναρης ενώ έδωσαν στη Στρατιά την εντολή να εκτελέσει μία επιχείρηση διά της οποίας θα πείθονταν οι Δυνάμεις της Συνεννοήσεως ότι αυτή ακολουθούσε την πολιτική της προκατόχου της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν σε συνεργασία με τη Στρατιά τον στρατιωτικό σκοπό της επιχείρησης, που η επίτευξή του θα υπηρετούσε τους πολιτικούς σκοπούς της Κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση επιβαλλόταν να συνεργαστεί στενά με τη Στρατιά για τον καθορισμό του σκοπού της επιχειρήσεως και να μην αφήσει την πρωτοβουλία στη Στρατιά να αποφασίσει μόνη αυτή. Αν υπήρχε μία γόνιμη διαβούλευση μεταξύ της Κυβέρνησης και της Στρατιάς, όπου θα εξετάζονταν αναλυτικά όλα τα δεδομένα και οι πιθανές συνέπειες της κάθε επί μέρους ενέργειας, θα μπορούσε να αποφευχθεί η αποχώρηση της δύναμης που της επιθετικής αναγνώρισης από τα εδάφη που κατέλαβε.[77] 

γ) Η νέα πολιτική ηγεσία της χώρας δεν αντιλήφθηκε, όπως και ο διοικητής και ο επιτελάρχης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, τις δυσμενείς συνέπειες που θα προέκυπταν για την πολιτική διαπραγμάτευση, αλλά και για την ίδια την εκστρατεία, από την αποχώρηση της δύναμης που θα εκτελούσε την επιθετική αναγνώριση από τα εδάφη που θα καταλάμβανε.

δ) Η αποχώρηση του Γ΄ Σώματος Στρατού από την τοποθεσία της Κοβαλίτσας αποτέλεσε ένα τραγικό λάθος. Η Στρατιά Μικράς Ασίας ήταν πολύ ισχυρότερη του τότε τουρκικού στρατού και αν η διοίκησή της διέθετε προβλεπτικότητα θα μπορούσε να κινητοποιήσει μεγαλύτερες δυνάμεις για να εκτελέσει την επιχείρηση και να τηρήσει ισχυρά υπό την κατοχή της τα εδάφη που θα καταλάμβανε.

ε) Η ανάθεση των διοικήσεων του Γ΄ Σώματος Στρατού και των VII και Χ Μεραρχιών σε αποκατασταθέντες απότακτους αξιωματικούς αποδείχθηκε ατυχής. Στην πραγματικότητα οι επιχειρήσεις διευθύνθηκαν από τον Υπαρχηγό του επιτελείου της Στρατιάς Συνταγματάρχη Σαρρηγιάννη, που είχε αποσπαστεί στην VII Μεραρχία ως σύνδεσμος της Στρατιάς.[78] Ο διοικητής μάλιστα της X Μεραρχίας επέδειξε πλήρη ανικανότητα κατά τη διάρκεια της προελάσεως, παρ’ όλο που προ του μετώπου του υπήρχαν μόνο ασθενείς τουρκικές δυνάμεις. Το Μικτό Απόσπασμα της Χ Μεραρχίας δεν συμμετείχε σε μάχη.[79]

ζ) Μολονότι κατά την επιθετική αναγνώριση οι δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου του τουρκικού στρατού ηττήθηκαν, αυτός που τελικά αναδείχθηκε νικητής στο εσωτερικό της Τουρκίας, όσο και στο πεδίο της πολιτικής διαπραγμάτευσης ήταν  ο Κεμάλ.

(Σημείωση: Στην ηπειρωτική Ελλάδα και ειδικά στην Ανατολική Θράκη υπήρχαν δυνάμεις πέραν των αναγκαίων, που μπορούσαν να διατεθούν για την εκτέλεση της επιθετικής αναγνώρισης. Αλλά και η ίδια η Στρατιά μπορούσε να κάνει οικονομία δυνάμεων σε μη ενεργά μέτωπα προκειμένου να ενισχύσει τις δυνάμεις που θα εκτελούσαν την επιθετική αναγνώριση. Στη συνέχεια της εκστρατείας, όταν η δύναμη του ελληνικού στρατού και της Στρατιάς Μικράς Ασίας ενισχύθηκε με την επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων, συνέχισαν να παραμένουν στην ηπειρωτική Ελλάδα και σε δευτερεύοντα μέτωπα της Μικράς Ασίας μεγάλες δυνάμεις, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις που διεξήγαγαν τις κύριες επιχειρήσεις. Όμως για έναν ακατανόητο λόγο η Κυβέρνηση και η Στρατιά δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τη σημασία των όσων διακυβεύονταν στη Μικρά Ασία, όχι μόνο για τον Μικρασιατικό Ελληνισμό, αλλά για την ιστορική πορεία της Ελλάδας στο μέλλον,[80] και κατόπιν τούτου δεν κινητοποιούσαν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις και τα διαθέσιμα μέσα της χώρας ώστε οι πολεμικές επιχειρήσεις να διεξαχθούν υπό συνθήκες που να εγγυώνται τη νίκη. Οι επιχειρήσεις που θα ακολουθήσουν την επιθετική αναγνώριση θα διεξαχθούν με περιορισμένες δυνάμεις και άνευ στρατηγικών εφεδρειών. Άνευ εφεδρειών ακόμη και στο επίπεδο των Σωμάτων Στρατού. Σε συνδυασμό δε με την ανεπαρκή ηγεσία της Στρατιάς και τα πάντοτε λανθασμένα σχέδια θα αποτύχουν).

7. Η πολιτική και η στρατιωτική κατάσταση αρχομένου του έτους 1921

7.1 Η κατάσταση στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής και στο αντίστοιχο επιχειρησιακό

Η Μ. Βρετανία και ειδικά ο Πρωθυπουργός της Λόϋδ Τζώρτζ συνέχιζε να υποστηρίζει διπλωματικά την Ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία, για όσο τουλάχιστο χρόνο αυτή εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα στην περιοχή της εγγύς ανατολής και ειδικά τον βρετανικό έλεγχο επί των στενών. Η Ελλάδα διά των στρατιωτικών δυνάμεων που διατηρούσε στην Ανατολική Θράκη και στις περιοχές της Προύσας και της Νικομήδειας, υποστήριζε αυτόν τον έλεγχο. Παρά ταύτα η Μ. Βρετανία δεν ήταν διατεθειμένη να ενισχύσει την Ελλάδα με τη διάθεση οικονομικών και πολεμικών μέσων.

Η Γαλλία και η Ιταλία είχαν ανοίξει από πολύ νωρίς διαύλους επικοινωνίας με τον Κεμάλ,[81] προς υποστήριξη των συμφερόντων τους στην Ανατολή και με πρόσχημα την επάνοδο του Βασιλιά Κωνσταντίνου στέκονταν πλέον εχθρικά απέναντι στη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Η Γαλλία είχε επιδιώξει από το 1919 να συνθηκολογήσει με τον Κεμάλ και να διαπραγματευθεί μαζί του την επιστροφή της Κιλικίας έναντι ανταλλαγμάτων.

Η Σοβιετική Ρωσία αποκήρυξε το 1917 τις εδαφικές εξασφαλίσεις επί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που είχε πετύχει διά μυστικών συνθηκών η τσαρική Ρωσία με τις Δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ και το φθινόπωρο του 1920 επέστρεψε στην κεμαλική Τουρκία τις περιοχές του Καρς, και του Αρδαχάν. Επίσης είχε τοποθετηθεί εχθρικά έναντι της Ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, δεδομένου ότι αυτή εξυπηρετούσε το βρετανικό έλεγχο στα στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου. Κατόπιν τούτου αφ’ ενός μεν αποκατέστησε σύντομα διαύλους επικοινωνίας με τον Κεμάλ, στον οποίο παρείχε αφειδώς βοήθεια σε χρήμα και πολεμικό υλικό και αφ’ ετέρου δε υπονόμευσε την Ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία.[82] 

Η συνθήκη των Σεβρών παρέμενε νεκρό γράμμα, αφού κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν την επικύρωσε και κανένας ασφαλώς από τους συμμάχους δεν ήταν διατεθειμένος να πολεμήσει για την επιβολή της. Κατόπιν τούτων την επιβολή της συνθήκης των Σεβρών στην κεμαλική Τουρκία, τουλάχιστον κατά το μέρος που αφορούσε τα Ελληνικά συμφέροντα, έπρεπε να την αναλάβει η Ελλάδα διά του Στρατού της. Άλλωστε αυτή ήταν μία υποχρέωση που είχε αναλάβει ο Βενιζέλος προς τους Βρετανούς, πολύ πριν την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, όπως ήδη έχουμε αναφέρει.

Η πρώτη μετανοεμβριανή κυβέρνηση είχε δηλώσει προς τους συμμάχους ότι θα ακολουθούσε την πολιτική Βενιζέλου και τις υποχρεώσεις που αυτή είχε αναλάβει στη Μικρά Ασία.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ν. Καλογερόπουλος, που είχε αντικαταστήσει το Δ. Ράλλη, δήλωσε στην Εθνοσυνέλευση ότι η συνθήκη των Σεβρών θα αποτελούσε τη μόνη βάση των διαπραγματεύσεων που θα διεξάγονταν στο Λονδίνο, με την Εθνοσυνέλευσή να παραχωρεί ομόφωνα την εμπιστοσύνη της στις δηλώσεις του πρωθυπουργού. Επομένως η Εθνοσυνέλευση και η κυβέρνηση, η επίσημη Ελλάδα δηλαδή, θεωρούσαν ότι τα παραχωρηθέντα, διά της συνθήκης των Σεβρών, δικαιώματα στην Ελλάδα επί της Μικράς Ασίας, ήταν αδιαπραγμάτευτα.[83]

Η δύναμη του ελληνικού στρατού στις αρχές του 1921 ανερχόταν σε 200.000 περίπου άνδρες και της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε 120.000 οπλίτες περίπου.[84] Οι Μεραρχίες της Στρατιάς δεν ήταν συμπληρωμένες στην προβλεπόμενη εκ των πινάκων συνθέσεως δύναμη, η δε μάχιμη δύναμη αυτών, δηλαδή η συνολική δύναμη των εννέα Ταγμάτων της κάθε Μεραρχίας, υπολειπόταν σημαντικά της προβλεπομένης. Ειδικότερα η δύναμη των Λόχων Πεζικού, που ήταν αυτοί που εμπλέκονταν δια πυρών με τον εχθρό, ήταν μειωμένη πέραν του 50%. Ήτοι επί προβλεπομένης δυνάμεως 198 ανδρών διατίθονταν κατά Λόχο 100 άνδρες περίπου. Πέραν τούτου οι ανάγκες κάλυψης των εκτεταμένων πλευρών και φρούρησης του εσωτερικού της κατεχόμενης ζώνης, των σιδηροδρομικών γραμμών και των τεχνικών τους έργων απορροφούσαν σημαντικές σε μέγεθος μάχιμες δυνάμεις.

Η Κεμαλική Τουρκία απέρριπτε αναφανδόν τη συνθήκη των Σεβρών και πολεμούσε για την απομάκρυνση όλων των ξένων στρατευμάτων (και ειδικά των Ελληνικών) από τη Μικρά Ασία. Μετά τις επιχειρήσεις του Δεκεμβρίου 1920, χωρίς ακόμη να έχει αναγνωριστεί ως κυρίαρχο κράτος, κλήθηκε στη διάσκεψη που θα συνερχόταν στο Λονδίνο και επομένως αναγνωρίστηκε de facto η ύπαρξή της ως  διεθνώς δρώσας οντότητας.

Ο Τουρκικός Στρατός στις αρχές του 1921 ήταν μια πολύ περιορισμένη σε μέγεθος δύναμη που διαρκώς ενισχυόταν διά της εντατικής στρατολογίας στην οποία δεν ανταποκρινόταν με ιδιαίτερη προθυμία ο Μουσουλμανικός πληθυσμός.

7.2 Οι μόνες δυνατές λύσεις του Μικρασιατικού ζητήματος

Με βάση τα όσα ήδη αναφέρθηκαν οι μόνες δυνατές λύσεις του Μικρασιατικού ζητήματος ήταν τρεις, όπως τις προσδιόρισε ο Αρχηγός της ΕΥΣ Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Γουβέλης,[85] σε υπόμνημά που υπέβαλε την 18η Ιανουαρίου 1921 στον Υπουργό των Στρατιωτικών Δ. Γούναρη:[86] 

1η) Η αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Μ. Ασία.

2η) Η επιδίωξη κατοχύρωσης διπλωματικώς της ζώνης των Σεβρών.

3η) Η εξακολούθηση της Εκστρατείας επιθετικά με σκοπό την πλήρη συντριβή και διάλυση του Τουρκικού Στρατού.

Οι δύο πρώτες λύσεις ανέφερε ο Γουβέλης στο Υπόμνημά του ήταν αλυσιτελείς. Τους λόγους τους ανέφερε προφορικά στον Υπουργό, αλλά είναι εύκολο να τους προσδιορίσουμε.

Όσον αφορά την πρώτη λύση, είναι βέβαιο ότι καμία ελληνική κυβέρνηση, και πολύ περισσότερο αυτή που επέλεξε ο λαός την 1η Νοεμβρίου και ανέλαβε την ευθύνη να λύσει το πρόβλημα, δεν μπορούσε να αποφασίσει την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Μικρά Ασία, που κατά πάσα βεβαιότητα θα την ακολουθούσε και η αποχώρηση του ελληνικού και γενικά του χριστιανικού πληθυσμού από τις πατρογονικές του εστίες. Το βάρος της ιστορικής ευθύνης που συνεπαγόταν αυτή η απόφαση ήταν αδύνατο να το διαχειριστεί και η ισχυρότερη πολιτική βούληση. Επίσης κανένας πολιτικός δεν ήταν σε θέση και πρόθυμος να διαχειριστεί ένα τεραστίων διαστάσεων προσφυγικό πρόβλημα, ο δε κρατικός οργανισμός δεν διέθετε τις απαιτούμενες δυνατότητες για τη διαχείριση του. Στην περίπτωση που ο Ελληνικός πληθυσμός, αλλά και ο λοιπός χριστιανικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας εγκαταλειπόταν συνειδητά στη μάχαιρα των Τούρκων, η Κυβέρνηση θα βρισκόταν αντιμέτωπη με την αιώνια εθνική κατακραυγή. Τα διλλήματα επομένως ήταν τρομακτικά.

 Όσον αφορά τη δεύτερη λύση, τη διπλωματική κατοχύρωση της ζώνης των Σεβρών στην Ελλάδα, προκειμένου αυτή να επιτευχθεί θα έπρεπε να συμφωνήσουν η Γαλλία και η Ιταλία, πράγμα αδύνατο. Βεβαίως σε αυτή τη λύση ουδέποτε θα συμφωνούσε η υπό τον Κεμάλ εθνικιστική Τουρκία. Διακηρυγμένος σκοπός των τούρκων εθνικιστών, όπως αυτός διατυπώθηκε στις εθνοσυνελεύσεις του Ερζερούμ και της Σεβάστειας, την επαύριο της αποβίβασης του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη,[87] ήταν η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Μικρά Ασία.

Η περιχαράκωση του ελληνικού στρατού στη ζώνη των Σεβρών, που υποστηρίζεται από πολλούς σήμερα ότι αποτελούσε τη μόνη λογική επιλογή, ήταν μία αλυσιτελής ενέργεια. Ο τουρκικός στρατός θα οργανωνόταν, θα ισχυροποιούταν πολύ σύντομα και θα επιτίθετο. Η ζώνη των Σεβρών δεν παρείχε κανένα απολύτως σοβαρό εδαφικό πλεονέκτημα που θα διευκόλυνε την άμυνα και ουδεμία οχύρωση μπορούσε να μειώσει τα τεράστια εδαφικά μειονεκτήματα. Επίσης και η Ελλάδα δεν μπορούσε να παραμείνει εσαεί επιστρατευμένη για να προστατεύει τη Ζώνη των Σεβρών. Άλλωστε η άμυνα αποτελεί μία προσωρινή πολεμική ενέργεια. Ο αμυνόμενος θα πρέπει να επιδιώξει να αναλάβει την πρωτοβουλία και να επιτεθεί.

Πέραν των όσων αναφέραμε υπήρχε και η απόφαση της Εθνοσυνέλευσης που όριζε ότι τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα διά της συνθήκης των Σεβρών στη Μικρά Ασία ήταν αδιαπραγμάτευτα. Επομένως υπό τις επικρατούσες συνθήκες στις αρχές του 1921, επιβαλλόταν η συνέχιση της Εκστρατείας επιθετικά για την πλήρη συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

7.3 Οι προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ

Ο Αρχηγός της ΕΥΣ στο υπόμνημα που υπέβαλε στον Υπουργό των Στρατιωτικών εισηγούνταν την άμεση, «από της προχθές» έγραφε, επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, που θα απέδιδε 70.000 άνδρες, τον εφοδιασμό της Στρατιάς διά των αναγκαίων πολεμικών μέσων και υλικών και στις αρχές Μαρτίου ο πανίσχυρος πλέον ελληνικός στρατός να επιτεθεί για την κατάληψη σε πρώτη περίοδο της σιδηροδρομικής γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ και σε δεύτερη περίοδο να προελάσει μέχρι την Άγκυρα και ενδεχομένως μέχρι το Ικόνιο για να συντρίψει και να διαλύσει τα διασωθέντα υπολείμματα του Τουρκικού Στρατού. Κατά τον Αρχηγό της ΕΥΣ όλα τα ανωτέρω έπρεπε να γίνουν με απόλυτη μυστικότητα ως προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς, με ταχύτητα και τόλμη και τούτο επειδή δια της άφρονος επιθετικής αναγνώριση η Στρατιά Μικράς Ασίας φανέρωσε στον εχθρό τις προθέσεις της και αυτός ενεργούσε δραστήρια για να αντιμετωπίσει μελλοντική ελληνική επίθεση.

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ.

Ο Γουβέλης καταθέτοντας αργότερα στην ανακριτική επιτροπή υπό τον Υποστράτηγο Πάγκαλο που διερευνούσε τις ευθύνες των πολιτικών προσώπων που διαχειρίστηκαν το Μικρασιατικό ζήτημα, ανέφερε σχετικά με την προταθείσα από αυτόν επιστράτευση τεσσάρων ηλικιών, ότι:

«Ο κ. Πρόεδρος επί των ακούσματι της προσκλήσεως τεσσάρων ηλικιών εξανέστη και ηρώτα τι θα είπη ο Ελληνικός λαός αν κάμωμεν επιστράτευσιν; Απήντησα … ότι βεβαίως δεν θα ενθουσιασθή εν αρχή, αλλά … θα προσήρχετο αθρόως ως πέποιθα. Και προσέθηκα: Αλλά και τι θα είπη ο Ελληνικός λαός κύριε Πρόεδρε, εάν ο Κεμάλ μας ρίξη εις την θάλασσαν … εάν αδρανώμεν; … παρά την διαρκή επιμονήν μου προς επιστράτευσιν, δεν ηδυνήθη να πείσω τον Πρόεδρον, όπως διατάξη ταύτην εν καιρώ.».[88]

Ο Δημήτριος Γούναρης ήταν ένας απαράμιλλος ρήτορας, ιδεολόγος και καλός πατριώτης, αλλά δεν διέθετε τη «στόφα» του ηγέτη.[89] Στην αντίληψή του η επιστράτευση δεν ήταν αποδεκτή. Ασφαλώς η τρίτη στη σειρά επιστράτευση, μετά από αυτή των Βαλκανικών Πολέμων, θα γινόταν δεκτή με δυσφορία από τον ελληνικό λαό και οι επιπτώσεις της στην οικονομία, και κυρίως στην αγροτική οικονομία και στα αγροτικά νοικοκυριά, θα ήταν σοβαρές και  δυσάρεστες. Όταν όμως έχει έρθει η ώρα για να μιλήσουν τα όπλα είναι αδύνατο να αποφύγει ένας κυβερνήτης την επιστράτευση, όπως δεν την απέφυγε και ο Γούναρης και πολλοί άλλοι στην ιστορία των εθνών. Όμως την κήρυξε πολύ αργά και κατά ανορθόδοξο τρόπο, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, η δε μεταφορά των εφέδρων στη Μικρά Ασία καθυστέρησε καταπληκτικά. Η αλλεργία του Γούναρη με την επιστράτευση θα διατηρηθεί. Τη 17η Ιουλίου 1921 κατά την τελετή απονομής πολεμικών μεταλλίων από το Βασιλιά Κωνσταντίνο στις Πολεμικές Σημαίες των Συνταγμάτων στο Εσκή Σεχήρ, ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγος Αλέξανδρος Κοντούλης ρωτήθηκε από το Γούναρη ποια ήταν η γνώμη του για την εκστρατεία προς την Άγκυρα. Ο Κοντούλης του είπε ότι η εκστρατεία δεν έπρεπε να γίνει αλλά αντιλαμβανόμενος ότι η προς την Άγκυρα εκστρατεία είχε πλέον αποφασιστεί υπέβαλε την πρότασή να επιστρατευτούν τρεις ακόμη κλάσεις εφέδρων ώστε να επαρκέσουν για την κάλυψη των αναγκών της επικείμενης μάχης. Ο Πρωθυπουργός «επί τω ακούσματι της γνώμης μου ταύτης εταράχθη και μου εδήλωσεν, ότι τούτο είναι απολύτως αδύνατον και σκέπτεται αντιθέτως κατά Σεπτέμβριον να απολύση ηλικίας τινάς».[90]

Ασφαλώς η επιστράτευση θα ήταν δυσβάστακτη οικονομικά για την Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Αλλά δύο ήταν οι δρόμοι που είχε μπροστά του ο ισχυρός άνδρας της Κυβέρνησης Δ. Γούναρης στις αρχές τους 1921. Ή θα συμπλήρωνε και θα ενίσχυε ισχυρά διά επιστρατεύσεως, ή και με όποιο άλλο τρόπο ήταν δυνατό, τη δύναμη της Στρατιάς, και ειδικά τη μάχιμη, για να δυνηθεί να καταβάλει τον τουρκικό στρατό, ή θα έπρεπε να αποσύρει το στρατό από τη Μικρά Ασία. Η αποδοχή των προτάσεων που του υπέβαλε ο Αρχηγός της ΕΥΣ αποτελούσε τη μόνη απόφαση που μπορούσε να λάβει η Κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων. Ήτοι να κινητοποιήσει αστραπιαία την εφεδρεία της χώρας και όλους τους αναγκαίους οικονομικούς και υλικούς πόρους και να επιτεθεί το συντομότερο δυνατό με σκοπό τη συντριβή του τουρκικού στρατού, πριν προλάβει ο Κεμάλ να προωθήσει έτι περισσότερο την οργάνωση του στρατού του. Ήδη η Κυβέρνηση του Βενιζέλου και αυτή της φιλοβασιλικής παράταξης είχαν παραχωρήσει στον Κεμάλ, από την προκήρυξη των εκλογών, τη 10η Σεπτεμβρίου 1920, ένα αδιατάρακτο «ειρηνικό» τετράμηνο για να εμπεδώσει την εξουσία του και να προωθήσει την οργάνωση του στρατού του. Κάθε παρερχόμενη ημέρα, άνευ της λήψεως σοβαρών αποφάσεων, απέβαινε σε βάρος του εθνικού ζητήματος.

Στις αρχές Ιανουαρίου του 1921 συνέχιζε να υπάρχει ανοικτό ένα παράθυρο ευκαιρίας για να επιβληθεί η Στρατιά Μικράς Ασίας του τουρκικού στρατού, όχι ότι δεν υπήρξαν άλλες ευκαιρίες, και επιβαλλόταν η Κυβέρνηση να το εκμεταλλευτεί όσο το δυνατόν ταχύτερα, επειδή όπως σημείωνε ο Αρχηγός της ΕΥΣ στο υπόμνημά του, «τουρκικός στρατός, κύριε πρόεδρε, δεν υφίσταται σχεδόν ειπείν ταύτην την στιγμήν».

Δυστυχώς η αλήθεια των πραγμάτων δεν είναι ιδιαίτερα εύπεπτη από τους έχοντες την ευθύνη να λάβουν τις μεγάλες αποφάσεις, οι οποίοι ενώ είναι εξαιρετικά ευφυείς και κατανοούν τα κύρια ζητήματα, αρνούνται να υπακούσουν στην ανάγκη των πραγμάτων και συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η διπλωματία είναι η μόνη οδός που πρέπει να ακολουθηθεί, ενώ έχει φθάσει η ώρα των όπλων.

8. Η Κυβέρνηση αποφασίζει την εκτέλεση μίας επιχείρησης δια της οποίας να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της χώρας 

8.1 Ο επιτελάρχης της Στρατιάς προτείνει στον Υπουργό των Στρατιωτικών την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ

Μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης δεν φαίνεται ότι διεξήχθη συζήτηση μεταξύ της Κυβέρνησης και της Στρατιάς επί των αποτελεσμάτων και διαπιστώσεων που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα επιχείρηση, ώστε ληφθούν οι ενδεδειγμένες αποφάσεις επί των μελλοντικών ενεργειών. Φαίνεται όμως ότι λόγω της πρόσκλησης στη μέλλουσα να συνέλθει διάσκεψη στο Λονδίνο και της κεμαλικής Τουρκίας, η κυβέρνηση θορυβήθηκε και συζητούσε στους κόλπους της την εκτέλεση μίας επιχείρησης, πριν τη διάσκεψη του Λονδίνου, εκ των αποτελεσμάτων της οποίας θα αποδεικνυόταν η ισχύς του ελληνικού στρατού έναντι του κεμαλικού, ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της χώρας στη αναφερομένη διάσκεψη. Ούτε όμως και στο επίπεδο της Στρατιάς αναφέρεται κάποια σύσκεψη στην οποία να δόθηκαν κατευθύνσεις ή εντολές από το διοικητή της Στρατιάς για τη σύνταξη μελετών για τις μελλοντικές επιχειρήσεις. Με βάση τα όσα αναφέραμε περί του Παπούλα προφανώς τούτο ήταν ανέφικτο.

Ο πρώην Επιτελάρχης της Στρατιάς μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης μελέτησε την εκτέλεση περί τα μέσα της άνοιξης μίας επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ και έφθασε στο συμπέρασμα ότι για να έχει αυτή σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας έπρεπε να ενισχυθεί η Στρατιά διά 30.000 οπλιτών.[91] Η εν λόγω ενίσχυση ήταν αναγκαία, τουλάχιστον, για τη συμπλήρωση της δύναμης των οκτώ Μεραρχιών της Στρατιάς στην προβλεπόμενη των 13.300 οπλιτών περίπου, από τους πίνακες συνθέσεως.[92] Ασφαλώς η αναφερόμενη δύναμη ενισχύσεων μπορούσε να εξευρεθεί μόνο διά της επιστράτευσης δύο τουλάχιστον κλάσεων. Η τοποθετημένη δύναμη οπλιτών στις μονάδες της ηπειρωτικής Ελλάδας ανερχόταν σε 80.000 περίπου, αλλά οι παρόντες ήταν ολιγότεροι. Επομένως η ενίσχυση που μπορούσε να διατεθεί στη Μικρά Ασία από την ηπειρωτική Ελλάδα θα μπορούσε να ήταν σημαντική, αλλά πάντως περιορισμένη.

Η ενίσχυση της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών και η εκτέλεση της επιχείρησης στα μέσα της άνοιξης αποτελούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση της επιχείρησης υπό συνθήκες που να εγγυώνται την επιτυχία της.

Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Επιτελάρχης της Στρατιάς προέβη στην σύνταξη της μελέτης μιας μελλοντικής επιχείρησης ερήμην του Υπαρχηγού του Επιτελείου Συνταγματάρχη Π. Σαρηγιάννη, που είχε μελετήσει την επιχείρηση αυτή το καλοκαίρι του 1920, δημιουργεί μελαγχολικές σκέψεις για το επίπεδο διεξαγωγής της επιτελικής εργασίας στη Στρατιά, αλλά και σοβαρά ερωτηματικά για το επίπεδο των σχέσεων του Επιτελάρχη και του Υπαρχηγού του Επιτελείου, ώστε ο πρώτος να θέτει εκτός της επιχειρησιακής σχεδίασης τον δεύτερο, που ήταν και ο διευθυντής των επιχειρήσεων. Αργότερα από την εξέταση των δύο στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. θα φάνει ότι μεταξύ των δύο ανδρών υπήρχε μία υποκρυπτόμενη (μάλλον) αντιζηλία.

Ο Συνταγματάρχης τότε Πάλλης ενημέρωσε, σύμφωνα με την κατάθεσή του, το διοικητή της Στρατιάς περί των συμπερασμάτων της μελέτης του και αυτός τον διέταξε να μεταβεί στην Αθήνα για να ζητήσει από τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δ. Γούναρη τη διάθεση των αναγκαίων ενισχύσεων.

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών Δ. Γούναρης, στον οποίο παρουσιάστηκε ο Επιτελάρχης της Στρατιάς την 15η Ιανουαρίου 1921, τον κατέστησε κοινωνό των σκέψεων της Κυβέρνησης περί της εκτέλεσης μίας επιχείρησης πριν τη διάσκεψη που θα συνερχόταν στο Λονδίνο την 8η Φεβρουαρίου από την οποία θα αποδεικνυόταν ότι η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε ισχύ ανώτερη του τουρκικού στρατού. Επίσης ο Πάλης τον ενημέρωσε ότι και η Στρατιά μελετούσε την εκτέλεση μιας επιχείρησης περί την άνοιξη για τη μόνιμη κατάληψη της γραμμής Νικομήδεια – Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ότι η εκτέλεση αυτής εντός των 22 ημερών που απέμεναν μέχρι την έναρξη της διάσκεψης του Λονδίνου προσέκρουε στον περιορισμένο χρόνο που απέμενε για την προετοιμασία της επιχείρησης, στις επικρατούσες χειμερινές καιρικές συνθήκες και στη μη παροχή της απαιτούμενης ενισχύσεως ανδρών και υλικού και ειδικά τηλεγραφικού. Είναι πρόδηλο από τον παραπάνω διάλογο ότι ο Γούναρης αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της Στρατιάς για την ενίσχυση της δύναμής της διά 30.000 ανδρών.[93]

Παρά ταύτα ο Επιτελάρχης χωρίς να συνεννοηθεί με το διοικητή της Στρατιάς δήλωσε στον Υπουργό ότι αν η Κυβέρνηση είχε ανάγκη την εκτέλεση μίας επιχειρήσεως, η Στρατιά θα προσπαθούσε να την εκτελέσει, ίσως πιο περιορισμένη.

Κατόπιν των παραπάνω είναι προφανές ότι ο επιτελάρχης της Στρατιάς προτείνοντας στον Υπουργό των Στρατιωτικών την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ στην καρδιά του χειμώνα και άνευ της ενίσχυσης της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών παραιτήθηκε από τις προϋποθέσεις που ο ίδιος είχε θέσει προκειμένου η εκτέλεση της επιχείρησης να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Τούτο δεν αποδεικνύει σοβαρότητα. Πλέον αυτού ο επιτελάρχης της Στρατιάς παρέκαμψε το διοικητή του και προκατέλαβε τη βούλησή του. Αυτό δεν είναι μόνο αντιδεοντολογικό, αλλά και βαρύ πειθαρχικό ολίσθημα.

Την ίδια ημέρα ο Επιτελάρχης ενημέρωσε τηλεγραφικά τον διοικητή της Στρατιάς περί των σκέψεων της Κυβέρνησης και εισηγήθηκε την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ διά της επιθέσεως τριών Μεραρχιών προς το Εσκή Σεχήρ και μιάμισης Μεραρχίας και της Ταξιαρχίας Ιππικού προς το Αφιόν Καραχισάρ. Επομένως ο Επιτελάρχης της Στρατιάς είχε διαμορφώσει μία γενική ιδέα περί του τρόπου εκτέλεσης της επιχείρησης.[94] Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο ενεργείας η Στρατιά θα επιτίθετο ταυτοχρόνως για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Επομένως θα διεξάγονταν συγχρόνως δύο παράλληλες επιθέσεις, που θα απέβλεπαν στην επίτευξη δύο κύριων σκοπών, που βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους και διαχωρίζονταν από ορεινούς όγκους, με αποτέλεσμα οι δύο δυνάμεις που θα εκτελούσαν την επιχείρηση να ενεργήσουν σε απόσταση εκτός αμοιβαίας υποστήριξης. Ο τρόπος αυτός ενεργείας παρέβλεπε τις αρχές του πολέμου περί της επιλογής του σκοπού και της εμμονής σε αυτόν, της συγκέντρωσης, της ενότητας της διοικήσεως, της οικονομίας των δυνάμεων και της συνταύτισης των επιθετικών ενεργειών για την επίτευξη επίτευξη του κύριου σκοπού, που δεν ήταν άλλος από το μεγάλης στρατηγικής σημασίας συγκοινωνιακό κόμβο του Εσκή Σεχήρ. Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ κατ’ ουδέν θα υποβοηθούσε την ευόδωση της κύριας επίθεσης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ. Ακόμη και ο μη σχετικός με τα επιχειρησιακά ζητήματα θα παρατηρούσε ότι ο επιτελάρχης της Στρατιάς, που ατύπως ήταν ο μόνος αρμόδιος για τις επιχειρήσεις, σκεπτόταν να επαναλάβει το ίδιο λάθος που έκανε και με τη σχεδίαση της διεξαγωγής της επιθετικής αναγνώρισης· ήθελε να αναθέσει στο Α΄ Σώμα Στρατού να εκτελέσει μία επίθεση που δεν θα υποστήριζε ισχυρά την επίτευξη του κυρίου σκοπού της επιχείρησης, δηλαδή την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ.

8.2 Ο διοικητής της Στρατιάς αποδέχεται να εκτελέσει την επιχείρηση

Τη 17η Ιανουαρίου ο Διοικητής της Στρατιάς διά του υπ’ αριθ. 282 κρυπτογραφημένου τηλεγραφήματός του ανέφερε στον Υπουργό των Στρατιωτικών ότι μολονότι η εκτέλεση της επιχείρησης δυσχεραινόταν λόγω της μη διάθεσης ενισχύσεων προς εξασφάλιση των συγκοινωνιών, «εν τούτοις η εκτέλεσή της είναι δυνατή εντός ταχθείσης προθεσμίας με διαφοράν ότι αντί καταλήψεως Αφιόν Καραχισάρ θα προβώμεν πρώτο και συγχρόνως μετά καταλήψεως Εσκή Σεχήρ εις κατάληψιν Κιουτάχειας και είτα εφ’ όσον ανεφοδιασμός επιτρέψη εις κατάληψιν Αφιόν Καραχισάρ».[95] Στη συνέχεια του τηλεγραφήματος ανέφερε ότι η ταυτόχρονη κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ με αυτή του Εσκή Σεχήρ ήταν αδύνατη επειδή η καροποίητη οδός Ουσάκ – Αφιόν Καραχισάρ ήταν μη βατή σε τροχό, η σιδηροδρομική γραμμή ήταν κατεστραμμένη και οι εφοδιοπομπές καμηλών ήταν ανεπαρκείς και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε εκείνα τα μέρη λόγω του επικρατούντος ψύχους. Επιπλέον ανέφερε ότι το Σώμα ανταρτών του Ετέμ Μπέη είχε διαλυθεί και επομένως δεν θα υπήρχε σύνδεσμος μεταξύ των στρατευμάτων που θα ενεργούσαν προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ. Τέλος ζητούσε να διατεθούν στη Στρατιά τρία Τάγματα Πεζικού από την Στρατιά Θράκης συνολικής δύναμης τουλάχιστον 2.800 ανδρών, 800 άνδρες από το εσωτερικό της χώρας, 200 χωροφύλακες, φορτηγά και νοσοκομειακά αυτοκίνητα από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Παλαιά Ελλάδα, καθώς και διάφορα άλλα μέσα και υλικά. Βεβαίως τα αναφερόμενα περί του Ετέμ ήταν περιττά. Ο Ετέμ ζήτησε τη βοήθεια της Στρατιάς αλλά αυτή απέφυγε να τον συνδράμει.

Προφανώς ο διοικητής της Στρατιάς παραιτήθηκε και αυτός ελαφρά τη καρδία των προϋποθέσεων που είχαν τεθεί για την επιτυχία των επιχειρήσεων.

8.3 Ο τρόπος που ο διοικητής της Στρατιάς αποφάσισε να εκτελεστεί η επιχείρηση

Στο υπ’ αριθ. 282 κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα της 17ης Μαρτίου του διοικητή της Στρατιάς προς τον Υπουργό των Στρατιωτικών περιγράφεται και η γενική ιδέα ενεργείας διά της οποίας αποφάσισε να διεξαχθεί η επιχείρηση. Σύμφωνα με αυτή η Στρατιά θα καταλάμβανε αρχικά το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια διά δύο δυνάμεων, που θα εκκινούσαν από την Προύσα και το Ουσάκ και θα επιτίθονταν συγκλινόντως προς το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια αντίστοιχα (βλέπε Σχεδιάγραμμα 2 παρακάτω). Σε δεύτερο χρόνο και όταν θα μπορούσε να λειτουργήσει ο ανεφοδιασμός, η Στρατιά θα καταλάμβανε το Αφιόν Καραχισάρ. Ασφαλώς αυτός ο τρόπος εκτέλεσης της επιχείρησης αποτελούσε πρόταση του Σαρρηγιάννη που υιοθέτησε ο Παπούλας.

Οι διαφορές μεταξύ του τρόπου ενεργείας που πρότεινε ο Πάλλης και του τρόπου ενεργείας που πρότεινε ο Σαρρηγιάννης και υιοθέτησε ο Παπούλας είναι μεγάλες και σημαντικές. Ο μεν Πάλης πρότεινε την ταυτόχρονη κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ δια δύο παράλληλων και μη συνδυαζόμενων μεταξύ τους επιθέσεων που θα εκτοξεύονταν ταυτόχρονα, ο δε διοικητής της Στρατιάς αποφάσισε να καταλάβει πρώτα το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια διά συγκλινουσών επιθέσεων των Α΄ και Γ΄ Σωμάτων Στρατού και στη συνέχεια, όταν θα το επέτρεπε ο ανεφοδιασμός, το Αφιόν Καραχισάρ. Λαμβάνοντας υπόψη αφ’ ενός μεν ότι η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση της νέας επιχείρησης το μέγιστο τεσσεράμισι Μεραρχίες,[96] εκ των οκτώ που διέθετε, και ότι η μάχιμη δύναμη αυτών υπολειπόταν πλέον του 50% της προβλεπομένης εκ των πινάκων συνθέσεως και αφ’ ετέρου δε τις αρχές του πολέμου, ο τρόπος ενεργείας που αποφάσισε ο διοικητής της Στρατιάς να εκτελεστεί η επιχείρηση, ήταν ο μόνος ενδεδειγμένος. Ο τρόπος αυτός υποστήριζε ισχυρά την ευόδωση της κυρίας επίθεσης του Γ΄ Σώματος Στρατού για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ. Η δύναμη που θα επιτίθετο προς την Κιουτάχεια θα απειλούσε τα πλευρά και τα νώτα των τουρκικών δυνάμεων που θα αμύνονταν επί της αμυντικής τοποθεσίας Ινονού και με την κατάληψη της Κιουτάχειας θα καθιστούσε αδύνατη τη σιδηροδρομική μεταφορά δυνάμεων από το Αφιόν Καραχισάρ για την ενίσχυση του μετώπου του Εσκή Σεχήρ.

Σχεδιάγραμμα 2: Η αρχική Ιδέα Ενεργείας που προέβλεπε σε πρώτη περίοδο την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας και δεύτερη την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ

8.4 Οι αντιλήψεις του Γούναρη σχετικά με τη διαχείριση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας

Η απάντηση της Κυβέρνησης στον διοικητή της Στρατιάς για τη διάθεση 3.600 ανδρών εκ της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν αρνητική και διαβιβάστηκε στον διοικητή της Στρατιάς διά του επιτελάρχη της:

«Επί υπ’ αριθμόν 282 τηλεγραφήματος υμών … ενίσχυσις δι’ ανδρών αδύνατος, πιθανώς αποσταλώσι κατά μέγιστον εκατόν χωροφύλακες»[97]

Η απάντηση αυτή φανερώνει ότι ο Υπουργός των Στρατιωτικών δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι κατόπιν των δυσμενών για την Ελλάδα αποτελεσμάτων της επιθετικής αναγνώρισης, η επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος οδηγούνταν σε κρίσιμο σημείο και ότι κατόπιν τούτου επιβαλλόταν η γενναία ενίσχυση της Στρατιάς για να εκτελέσει τη νέα επιχείρηση υπό συνθήκες που να εγγυώνται την επιτυχία της.

Είναι βέβαιο ότι η διγλωσσία της Στρατιάς δημιούργησε στρεβλώσεις και ο Υπουργός των Στρατιωτικών βρέθηκε να αποφασίσει μεταξύ των αντικρουόμενων απόψεων θεσμικών συμβούλων του. Βεβαίως αυτό δεν το απαλλάσσει των ευθυνών του για την έλλειψη ευθυκρισίας. Ο Πάλης ζήτησε από τον Υπουργό την ενίσχυση της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών για να εκτελέσει την επιχείρηση στα μέσα της άνοιξης και αμέσως στη συνέχεια, παρά την άρνηση του Υπουργού να διαθέσει τις ενισχύσεις, του δήλωσε ότι αν η κυβέρνηση είχε ανάγκη να εκτελεστεί η επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, η Στρατιά θα προσπαθήσει να την εκτελέσει — στην καρδιά του χειμώνα. Ο Παπούλας στη συνέχεια παρέλαβε τη σκυτάλη από τον επιτελάρχη του και δήλωσε στον Υπουργό ότι μπορούσε να εκτελέσει την επιχείρηση διά των δυνάμεων που ήδη διέθετε η Στρατιά και ζήτησε ως μόνη ενίσχυση 3.600 άνδρες και 200 χωροφύλακες. Επίσης ο Αρχηγός της ΕΥΣ τη 18η Ιανουαρίου πρότεινε στον Υπουργό των Στρατιωτικών την επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων. Η πρότασή του δεν έγινε αποδεκτή και υπέβαλε την παραίτησή του, μολονότι είχε αναλάβει καθήκοντα την 12η Ιανουαρίου. Ο Γουβέλης διέθετε ισχυρή γνώμη για τη διεξαγωγή του πολέμου, τη μόνη ρεαλιστική, και προφανώς δεν ήταν «γαντζωμένος στην καρέκλα του». Ο διοικητής της Στρατιάς και ο επιτελάρχης του δεν διέθεταν ισχυρή γνώμη για τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, αδυνατούσαν να υποστηρίξουν τις αποφάσεις τους και προφανώς ήταν «γαντζωμένοι στις καρέκλες τους». Εάν στη θέση του Γούναρη βρισκόταν ένας άλλος πολιτικός άνδρας με ισχυρή βούληση θα αποστράτευε αμέσως το διοικητή και τον επιτελάρχη της Στρατιάς επειδή δεν ήταν σταθεροί στις απόψεις τους και τον κατεύθυναν σε ολισθηρά μονοπάτια. Όμως και οι δύο αποτελούσαν δική του επιλογή. Εν πάση περιπτώσει επιβάλλεται να εξεταστεί αν ήταν δυνατή η ενίσχυση της Στρατιάς από τις δυνάμεις της ηπειρωτικής Ελλάδας.

                      

Πίνακας 1: Δύναμη Ελληνικού Στρατού την 1η Μαρτίου 1921

Την 1η Μαρτίου 1921 η συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού  που υπηρετούσε στη Μικρά Ασία και στην ηπειρωτική Ελλάδα ανερχόταν σε 8.343 αξιωματικούς και 196.325 οπλίτες, εκ των οποίων 3.969 αξιωματικοί και 79.798 οπλίτες υπηρετούσαν στην ηπειρωτική χώρα. Η κατανομή αυτής της δύναμης φαίνεται στον πίνακα 1.[98] Κατά την άποψη του γράφοντος η Κυβέρνηση μπορούσε να διαθέσει στη Στρατιά Μικράς Ασίας όχι μόνο 3.600 άνδρες, αλλά πολύ περισσότερους. Ειδικότερα θα μπορούσε να διαθέσει:

1ο) Δύο πλήρη Τάγματα Πεζικού, εκ 1.800 οπλιτών, από τη IV Μεραρχία του Ναυπλίου.

2ο) Ένα πλήρες Σύνταγμα Πεζικού, εκ 3.000 οπλιτών, από τη IX Μεραρχία που βρισκόταν στην Παλαιά Ελλάδα και στη Θράκη, αν όχι ολόκληρη την ΙΧ Μεραρχία.

3ο) Ένα Σύνταγμα Πεζικού μειωμένης συνθέσεως, εκ 2.200 οπλιτών, από την VI Μεραρχία που τηρούσε την προκάλυψη προς τη Βουλγαρία στη Δυτική Θράκη.

4ο) Ένα Σύνταγμα Πεζικού πλήρους εκ 2.400 οπλιτών, από τη ΧΙΙ Μεραρχία, δηλαδή τα τρία Τάγματα Πεζικού που ζήτησε η Στρατιά από την Ανατολική Θράκη.

Οι παραπάνω δυνάμεις βρίσκονταν στο Εσωτερικό της χώρας άνευ ουσιώδους λόγου, ή σε ανενεργά μέτωπα στα οποία δεν υπήρχε στρατιωτική απειλή, εκτός από Αλβανικές και Βουλγαρικές συμμορίες ατάκτων. Η Αλβανία δεν διέθετε στρατό, η δε Βουλγαρία είχε καταστραφεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που δεν μπορούσε να αποτελέσει απειλή. Επομένως, και κατά την άποψη του υπογράφοντος το παρόν άρθρο, ο Υπουργός των Στρατιωτικών μπορούσε να διαθέσει στη Μικρά Ασία τις παραπάνω δυνάμεις, συγκείμενες από ένδεκα Τάγματα Πεζικού εξ  9.000 περίπου ανδρών. Όμως ο Υπουργός των Στρατιωτικών Δ. Γούναρης δεν ήταν σε θέση, ή δεν ήθελε, να λάβει την απόφαση για τη σοβαρή ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς, ώστε η αποφασισθείσα επιχείρηση να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Δεν ήταν επίσης διατεθειμένος να ενισχύσει τη Στρατιά ακόμη και με την περιορισμένη δύναμη των 3.600 ανδρών για να εξασφαλίσει την Προύσα και τις συγκοινωνίες του Γ΄ Σώματος Στρατού που θα επιχειρούσε προς το Εσκή Σεχήρ. Ακόμη και η διάθεση 100 χωροφυλάκων δεν ήταν βεβαία.

Η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας επιβαλλόταν να ενισχυθεί, και τους λόγους τους αναφέραμε. Η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση της επιχείρησης το μέγιστο τεσσεράμισι Μεραρχίες, η μάχιμη δύναμη των οποίων υπολειπόταν της προβλεπόμενης. Ειδικότερα οι Λόχοι Πεζικού διέθεταν δύναμη κατώτερη κατά 50% της προβλεπόμενης των 198 ανδρών κατά Λόχο Πεζικού. Αυτό αναφέρεται από το στρατιωτικό σύμβουλο του Γούναρη, Υποστράτηγο ε.α. Ξενοφώντα Στρατηγό, ο οποίος γράφει ότι «κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου οι Λόχοι Πεζικού δεν ηδυνήθησαν να παρατάξωσι πλέον των 80 τυφεκίων, κατά μέγιστον όρον. Εν τούτοις η Σμύρνη και αι Αθήναι έβριθον απεσπασμένων ανδρών εις όλα τα Υπουργεία και όλας τας Κρατικάς και μη Κρατικάς υπηρεσίας και επιχειρήσεις».[99] Η προβλεπόμενη από τους πίνακες συνθέσεως δύναμη του Λόχου Πεζικού ανερχόταν το Μάρτιο του 1921 σε 198 οπλίτες. Εξ αυτών οι 166 ήταν οπλισμένοι διά τυφεκίου, οι 16 διά οπλοπολυβόλου και οι υπόλοιποι 16 αποτελούσαν τους προμηθευτές των οπλοπολυβόλων και ήταν άοπλοι. 

Επίσης ο Υποστράτηγος ε.α. Βίκτωρ Δούσμανης αναφέρει ότι μετά την επιστροφή του Γούναρη από το Λονδίνο επιδίωξε να συναντηθεί μαζί του. Την 27η Μαρτίου έγινε η συνάντηση στην οικία του υπουργού εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή στην οποία παραβρέθηκε και ο υπουργός Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης. Ο Δούσμανης αναφέρει ότι οι υπουργοί βρίσκονταν σε απορία επειδή η δύναμη που οι Μεραρχίες παρέταξαν στις μάχες του Μαρτίου ήταν τόσο μικρή σε σχέση με τη δύναμη της Στρατιάς. Την επομένη συναντήθηκαν πάλι οι τέσσερις και Δούσμανης με βάση νέες πληροφορίες που έλαβε ανέφερε στους υπουργούς την κατάσταση της Στρατιάς και τους κινδύνους που προέρχονταν από την κακή διάθεση των δυνάμεών της και της δύναμης των 40 ανδρών που διέθεταν οι Λόχοι του Γ΄ Σώματος Στρατού.[100]

Παρά την άρνηση του Υπουργού Στρατιωτικών να ενισχύσει τη Στρατιά ακόμη και διά 100 χωροφυλάκων, η Στρατιά ανέφερε στον Υπουργό των Στρατιωτικών, την 20η Ιανουαρίου, ότι θα εκτελούσε την επιχείρηση με τις δυνάμεις που διέθετε. Σημείωνε ότι λόγω της μη διάθεσης τριων Ταγμάτων εκ της Στρατιάς Θράκης θα μετέφερε στην περιοχή της Προύσας ένα Σύνταγμα του Α΄ Σώματος Στρατού, προκειμένου δι’ αυτού να εξασφαλίσει την περιοχή της Προύσας και τις συγκοινωνίες του Γ΄ Σώματος Στρατού.[101] Ασφαλώς ο Υπουργός των Στρατιωτικών θα ικανοποιήθηκε που η Στρατιά τον έβγαλε από τη «δυσχερή θέση να λάβει δύσκολες αποφάσεις», χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται την ουσία του πράγματος. Ο ίδιος δεν μπορούσε να διαθέσει στη Μικρά Ασία ούτε ένα στρατιώτη από τη δύναμη των 80.000 οπλιτών των ειρηνικών μετώπων της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Ζώνης Εσωτερικού, αλλά η Στρατιά Μικράς Ασίας μπορούσε να αποσύρει ένα Σύνταγμα Πεζικού δυνάμεως 2.500 ανδρών από το ενεργό μέτωπο του Α΄ Σώματος Στρατού και να το μεταφέρει στην Προύσα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να γίνει συζήτηση για το εάν η νέα Κυβέρνηση ήταν ικανή, ή δεν ήταν, να διεξαγάγει τον πόλεμο. Προφανώς ο ισχυρός άνδρας της νέας πολιτικής κατάστασης, Δ. Γούναρης δεν διέθετε την απαιτούμενη ισχυρή βούληση για να διεξαγάγει τον πόλεμο.

8.5 Η προβληματική διαχείριση των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση

Μετά την πολιτική μεταβολή της 1ης Νοεμβρίου σημειώνονται σοβαρές μεταβολές στη δύναμη του ελληνικού στρατού και στην κατανομή της στη Στρατιά Μικράς Ασίας και στις δυνάμεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των μεταβολών είναι η ενδυνάμωση των δυνάμεων της ηπειρωτικής Ελλάδας σε βάρος της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Ειδικότερα:

Τη 10η Οκτωβρίου 1920 η δύναμη του ελληνικού στρατού ανερχόταν σε 201.760 οπλίτες, του δε Στρατού Μικράς Ασίας σε 130.721 οπλίτες, εκ των οποίων 13.434 ήταν απόντες.[102]

Την 1η Μαρτίου 1921 η δύναμη του ελληνικού στρατού ανερχόταν σε 196.325 οπλίτες,[103] της δε Στρατιάς Μικράς Ασίας σε 119.546 οπλίτες, εκ των οποίων 15.360 ήταν απόντες.[104]

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω στοιχεία ενώ η δύναμη του Ελληνικού Στρατού την 1η Μαρτίου είχε μειωθεί κατά 5.435 οπλίτες έναντι αυτής της 10ης Οκτωβρίου 1920, η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας είχε μειωθεί κατά 11.175 οπλίτες έναντι αυτής της 10ης Οκτωβρίου. Επίσης, οι απόντες οπλίτες από τη δύναμη της Στρατιάς την 1η Μαρτίου είχαν αυξηθεί κατά 1.920 περίπου έναντι αυτών της 10ης Οκτωβρίου. Τούτο επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί ως χρηστή διαχείριση.

Τη 10η Οκτωβρίου 1920 στην Ήπειρο βρισκόταν μόνο η VIII Μεραρχία η οποία διέθετε 231 αξιωματικούς και 7.816 οπλίτες.[105] Την 1η Μαρτίου στην Ήπειρο είχε επανιδρυθεί το Ε΄ Σώμα Στρατού, το οποίο διοικούσε μόνο την VIII Μεραρχία, που η δύναμη της είχε αυξηθεί σε 281 αξιωματικούς και 8.673 οπλίτες. Επίσης το Ε΄ Σώμα Στρατού απέκτησε Μη Μεραρχιακές Μονάδες που διέθεταν 175 αξιωματικούς και 1.900 οπλίτες (βλέπε στοιχεία πίνακα 1). Συγκριτικά προς το Ε΄ Σώμα Στρατού την 1η Μαρτίου οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες του Β΄ Σώματος Στρατού στη Μικρά Ασία διέθεταν τοποθετημένη δύναμη 114 αξιωματικών και 1.869 οπλιτών.[106] Η ίδρυση ενός Σώματος Στρατού σε ένα ανενεργό μέτωπο για να διοικεί μία μόνο Μεραρχία, αποτελούσε μία εντελώς αδικαιολόγητη πολυτέλεια με τη χώρα να βρίσκεται σε πόλεμο. Εκείνη την ώρα δεν περίσσευαν αξιωματικοί και στρατιώτες για να διατίθενται σε πανηγύρια!

Στην κατάσταση δυνάμεως του ελληνικού στρατού της 10ης Οκτωβρίου 1920 σημειώνονται η ύπαρξη στις δυνάμεις της ηπειρωτικής Ελλάδας μίας Αναπληρωματικής Διοίκησης του Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης με τοποθετημένη δύναμη 298 αξιωματικών και 11.707 οπλιτών και οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες της Στρατιάς Θράκης με τοποθετημένη δύναμη 228 αξιωματικών και 6.541 οπλιτών. Συνολικά 526 αξιωματικοί και 18.248 οπλίτες. Όλοι οι υπόλοιποι αξιωματικοί και οπλίτες που υπηρετούσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, πλην της Ηπείρου που ήδη αναφέραμε, ήταν ενταγμένοι στις Μεραρχίες Πεζικού των οποίων  η συνολική δύναμη ανερχόταν σε 1.128 αξιωματικούς και 44.975 οπλίτες. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η ΙΧ Μεραρχία.

Στην κατάσταση δυνάμεως της 1ης Μαρτίου 1921 σημειώνεται η ύπαρξη στις δυνάμεις της ηπειρωτικής Ελλάδας των Εμπέδων και των Υπηρεσιών της Ζώνης Εσωτερικού με δύναμη 1.649 αξιωματικών και 18.094 οπλιτών, των Μη Μεραρχιακών Μονάδων του μη υπάρχοντος Δ΄ Σώματος Στρατού με δύναμη 260 αξιωματικών και 4.552 οπλιτών και τα Έμπεδα και οι Υπηρεσίες της Στρατιάς Θράκης με δύναμη 448 αξιωματικών και 12.321 οπλιτών (βλέπε πίνακα 1). Οι μη μάχιμες αυτές δυνάμεις διέθεταν συνολικά 2.357 αξιωματικούς και 34.987 οπλίτες. Το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου αριθμού των αξιωματικών ανήκε κυρίως στην κατηγορία των επανελθόντων αποτάκτων, που απέφυγαν να αναλάβουν υπηρεσία στη Μικρά Ασία. Την 1η Μαρτίου η δύναμη της Στρατιάς Θράκης και της ΙΧ Μεραρχίας είχε μειωθεί σε 969 αξιωματικούς και 31.751 οπλίτες. Δηλαδή κατά 159 αξιωματικούς και 13.224 οπλίτες.

Σε σχέση με την παραπάνω δύναμη των μη μάχιμων μονάδων, Εμπέδων και Υπηρεσιών της ηπειρωτικής Ελλάδας, την 1η Μαρτίου η τοποθετημένη δύναμη των Μη Μεραρχιακών Μονάδων των Α΄, Β΄ και Γ΄ Σωμάτων Στρατού της Στρατιάς Μικράς Ασίας ανερχόταν σε 600 αξιωματικούς και 13.574 οπλίτες. Στη δύναμη αυτή περιλαμβάνεται και η δύναμη του Συντάγματος Πεζικού του Α΄ Σώματος Στρατού που είχε διατεθεί στο Γ΄ Σώμα Στρατού. Η τοποθετημένη δύναμη των Σχηματισμών της Στρατιάς Μικράς Ασίας ανερχόταν σε 1.060 αξιωματικούς και 20.784 οπλίτες. Οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες των Σωμάτων Στρατού και οι σχηματισμοί και οι μονάδες που διοικούνταν απ’ ευθείας από τη Στρατιά διέθεταν συνολικά 1.660 αξιωματικοί και 34.358 οπλίτες. Ίδια περίπου δύναμη οπλιτών με αυτή των «βοηθητικών» της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πλην όμως η δύναμη αυτή περιελάμβανε μάχιμες δυνάμεις. Ήτοι τα Α΄, Β΄ και Γ΄ Συντάγματα Πεδινού Πυροβολικού των Σωμάτων Στρατού αποτελούμενα από 7 Μοίρες Πεδινού Πυροβολικού των 3 Πυροβολαρχιών η κάθε Μοίρα, συνολικά 84 πυροβόλα, καθώς και οι αντίστοιχες 5 Μοίρες Συζυγαρχιών που μετέφεραν τα εφεδρικά βλήματα. Επίσης Τάγματα Μηχανικού, Λόχοι Τηλεγραφητών, Ορεινά Χειρουργεία, Μοίρες Τραυματιοφορέων κ.α.. Στους σχηματισμούς της Στρατιάς πλέον των άλλων βοηθητικών μονάδων περιλαμβάνονταν η Στρατιωτική Διοίκησις Σμύρνης, οι Βάσεις Σμύρνης και Πανόρμου, το Σύνταγμα Βαρέος Πυροβολικού, το 18ο Σύνταγμα Πεζικού που τηρούσε την προκάλυψη στον ποταμό Μαίανδρο μέχρι το Ναζλί, δύο Συντάγματα Μετόπισθεν, το Ανεξάρτητο Τάγμα Στρατιάς, το Τάγμα Γεφυροποιών, το Τάγμα Σιδηροδρόμων, καθώς και οι Υγειονομικοί Σχηματισμοί της Στρατιάς. Η δύναμη των αναφερομένων Μονάδων που διοικούνταν απ’ ευθείας από τη Στρατιά ανερχόταν σε 667 αξιωματικούς και 17.233 οπλίτες.

Η παράθεση αριθμών ασφαλώς δεν είναι παραγωγική, αλλά στο παρόν άρθρο γίνεται αναλυτικά για να αιτιολογηθεί η ακόλουθη διαπίστωση:

Επί της νέας διακυβέρνησης ευημερούσαν από υπεράριθμους αξιωματικούς και οπλίτες τα στρατεύματα της ηπειρωτικής Ελλάδας και ειδικά τα Έμπεδα και οι Υπηρεσίες της Ζώνης Εσωτερικού, τα αντίστοιχα της Στρατιάς Θράκης και οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες των Δ΄ και Ε΄ Σωμάτων Στρατού. Αργότερα η δύναμη των Μη Μεραρχιακών Μονάδων του Ε΄ Σώματος Στρατού θα ανέλθει σε 7.000 περίπου οπλίτες. Αυτές οι ούτως ή άλλως απαράδεκτες «πολυτέλειες», και μάλιστα σε καιρό πολέμου, είχαν σαν αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της ισχύος της Στρατιάς Μικράς Ασίας, της οποίας οι Λόχοι Πεζικού διέθεταν 80 τυφέκια κατά Λόχο έναντι των 166 προβλεπομένων. Η κατάσταση αυτή σε καιρό πολέμου δεν αποτελούσε μόνο μία αχρείαστη πολυτέλεια, αλλά αποδεικνύει ότι η νέα φιλοβασιλική κυβέρνηση, και ο Δ. Γούναρης ειδικότερα, δεν αντιλαμβάνονταν ότι η διατιθέμενη από την Ελλάδα στρατιωτική ισχύς στη Μικρά Ασία ήταν ο κύριος παράγοντας για την επίτευξη της νίκης.

8.6 Σύγκριση του τρόπου διαχείρισης της στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

Το Ανατολικό Μέτωπο, του τουρκικού στρατού, ήτοι του Καυκάσου, διέθετε τη 2α/15η Ιουνίου 1921 τις 9η και 11η Μεραρχίες Καυκάσου, τις νεοσυγκροτηθείσες 12η και 13η Μεραρχίες Πεζικού, καθώς και την 6η Μεραρχία Ιππικού. Η δύναμη του ανερχόταν σε 1.373 αξιωματικούς, 15.412 οπλίτες, 10.744 τυφέκια, 140 πολυβόλα, 72 πυροβόλα και 2.721 ίππους.[107]

Η Κεντρική Στρατιά, που είχε την ευθύνη της ασφάλειας των επαρχιών της Σεβάστειας και του Ερζερούμ, διέθετε τις νεοσυγκροτηθείσες 10η και 16η Μεραρχίες Πεζικού και την 27η Ταξιαρχία Ιππικού. Η δύναμη της ανερχόταν σε 316 αξιωματικούς, 10.947 οπλίτες, 6.679 τυφέκια, 18 πολυβόλα, 16 πυροβόλα και 526 ίππους.[108]

Το Μέτωπο της Μεσοποταμίας είχε την ευθύνη των περιοχών που κατοικούνταν από Κούρδους και διέθετε την 2α Μεραρχία μεταξύ Diyarbakir – Mardin, την 5η  Μεραρχία μεταξύ Gaziantep –  Ballık και το 1ο Σύνταγμα Ιππικού. Η δύναμη του ανερχόταν σε 712 αξιωματικούς, 11.574 οπλίτες, 8.408 τυφέκια, 56 πολυβόλα, 27 πυροβόλα και 736 ίππους.[109]

Το 2ο Σώμα Στρατού κάλυπτε από βορρά την κατεχόμενη από τη Γαλλία επαρχία της Κιλικίας. Διέθετε την 9η Μεραρχία  με έδρα το Μαράς (Kahramanmaras) κα την 41η Μεραρχία που λόγω της προσέγγισης της Γαλλίας με την Τουρκία διατέθηκε στο Νότιο Μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ. Τη 15η Ιουνίου η δύναμη του 2ου Σώματος Στρατού ανερχόταν σε 416 αξιωματικούς, 9.244 οπλίτες, 4.820 τυφέκια, 43 πολυβόλα, 10 οπλοπολυβόλα, 19 πυροβόλα και 580 ίππους.[110]

Συγκριτικά με τις δυνάμεις των 4 Μεραρχιών Πεζικού, των 3.969 αξιωματικών και των 79.798 οπλιτών που τηρούσε ο ελληνικός στρατός στην ηπειρωτική Ελλάδα την 1η Μαρτίου 1921, ο τουρκικός στρατός τηρούσε τη 15η Ιουνίου 1921 στα λοιπά μέτωπα της αχανούς Τουρκίας 9 Μεραρχίες Πεζικού, 1 Μεραρχία Ιππικού, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 1 Σύνταγμα Ιππικού, 2.816 αξιωματικούς και 47.177 οπλίτες. Προφανώς το Μάρτιο ο τουρκικός στρατός θα διέθετε στα αναφερθέντα μέτωπα ολιγότερες δυνάμεις. Είναι βέβαιο ότι οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες των παραπάνω Μετώπων θα διέθεταν εξαιρετικά περιορισμένη δύναμη αξιωματικών και οπλιτών.

8.7 Διαπιστώσεις επί της διαχείρισης της δύναμης του Ελληνικού Στρατού

Μολονότι ο πόλεμος διεξαγόταν στη Μικρά Ασία, στην ηπειρωτική Ελλάδα διατηρούνταν άνευ ουσιώδους λόγου υπερβολικά επανδρωμένες με αξιωματικούς και οπλίτες μάχιμες και μη μάχιμες δυνάμεις.

Οι επανελθόντες στην ενεργό υπηρεσία απότακτοι αξιωματικοί απέφυγαν να αναλάβουν υπηρεσία στη Μικρά Ασία.

Η Κυβέρνηση, το παλάτι, οι νέοι βουλευτές και οι επανελθόντες απότακτοι είχαν να εξαργυρώσουν πολλά γραμμάτια προς φίλους και οπαδούς.

Ο Δ. Γούναρης μολονότι ήθελε να εκτελεστεί μία επιχείρηση από τα αποτελέσματα της οποίας να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, αδυνατούσε ταυτόχρονα να αντιληφθεί ότι για να συμβεί αυτό επιβαλλόταν η Στρατιά να διαθέτει την αναγκαία και ικανή ισχύ για να εκτελέσει της επιχείρηση υπό συνθήκες που να παρέχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Κατόπιν τούτου απέφυγε να διαθέσει στη Στρατιά Μικράς Ασίας της ενισχύσεις που αυτή ζήτησε για να εκτελέσει την επιχείρηση.

Ο διοικητής και ο επιτελάρχης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, με την παραίτησή τους από τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει προκειμένου η εκτέλεση της επιχείρησης να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, βραχυκύκλωσαν το Δ. Γούναρη και του έδωσαν το δικαίωμα να αποφύγει να ενισχύσει τη Στρατιά.

Οι Τούρκοι πολιτικοστρατιωτικοί διοικητές γνώριζαν τη μεγάλη σημασία της αρχής του πολέμου «οικονομία δυνάμεων» για επιτυχή γι’ αυτούς έκβαση του πολέμου και κατόπιν τούτου στα σχετικώς μη ενεργά μέτωπα της αχανούς χώρας τους τηρούσαν περιορισμένες σε μέγεθος μάχιμες μόνο δυνάμεις και όχι έμπεδα, υπηρεσίες και Μη Μεραρχιακές δυνάμεις.

Η Ελληνική πολιτική και στρατιωτική διοίκηση αγνοούσε την αρχή του πολέμου οικονομία δυνάμεων και σκανδαλωδώς δεν την εφάρμοζε.

8.8 Το πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο εντός του οποίου αποφασίστηκε η επιχειρήση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ

Τα αναφερθέντα μέχρι τώρα στοιχεία προσδιορίζουν το γενικό πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο εντός του οποίου αποφασίστηκε η εκτέλεση των νέων επιθετικών επιχειρήσεων, οι οποίες διεξήχθησαν τελικά στις αρχές Μαρτίου.

Η Κυβέρνηση επιθυμούσε την εκτέλεση μιας επιχείρησης από τα αποτελέσματα της οποίας θα διαπιστωνόταν η ανώτερη ισχύς της Στρατιάς Μικράς Ασίας έναντι του κεμαλικού στρατού, ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της χώρας στη διάσκεψη που θα συνερχόταν στο Λονδίνο, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίσει κάτι περισσότερο. Ο Επιτελάρχης της Στρατιάς ανέφερε στον Υπουργό τη μελέτη της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, ο Υπουργός συμφώνησε με την εκτέλεση αυτής της επιχείρησης αλλά δεν ικανοποίησε το αίτημα της Στρατιάς για τη διάθεση 30.000 ανδρών αφού αυτή τη δύναμη μόνο διά της επιστράτευσης δύο κλάσεων εφέδρων μπορούσε να εξευρεθεί.

Ο Επιτελάρχης της Στρατιάς, χωρίς να ενημερώσει το διοικητή του, δήλωσε στον Υπουργό ότι αν η Κυβέρνηση ήθελε να εκτελεστεί η επιχείρηση η Στρατιά θα προσπαθούσε να την εκτελέσει, πράγμα που σήμαινε ότι διέγραφε τις βασικές προϋποθέσεις που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχία της επιχείρησης· δηλαδή να προηγηθεί της επιχείρησης η ενίσχυση της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών και αυτή να εκτελεστεί στα μέσα της άνοιξης που θα είχαν βελτιωθεί οι καιρικές συνθήκες και η κατάσταση του οδικού δικτύου.

Ο διοικητής της Στρατιάς συμφώνησε με την εκτέλεση της επιχείρησης, παραιτούμενος και αυτός των δύο βασικών προϋποθέσεων που είχε αποδεχθεί για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης. Αντί της ενίσχυσης της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών ζήτησε να ενισχυθεί μόνο 3.600 ανδρών.

Η Στρατιά συνέχισε να συμφωνεί με την εκτέλεση της επιχείρησης ακόμη και όταν έλαβε την ηχηρή απάντηση του Υπουργού ότι καμία ενίσχυση δεν θα της αποστελλόταν, εκτός ίσως από 100 χωροφύλακες.

Υπόψη ότι αυτή η ανταλλαγή μηνυμάτων δεν διεξαγόταν μεταξύ του Υπουργείου Στρατιωτικών και της Στρατιάς, αλλά μεταξύ του ευρισκόμενου στην Αθήνα Επιτελάρχη της Στρατιάς και της Στρατιάς. Ο Γούναρης απέφυγε να διαβουλευθεί ο ίδιος με επίσημο και υπεύθυνο τρόπο με τον Διοικητή του μεγαλύτερου στρατιωτικού σχηματισμού που συγκρότησε μέχρι τότε το ελληνικό κράτος και χρησιμοποίησε προς τούτο ένα ενδιάμεσο και θεσμικά ανεύθυνο πρόσωπο.

Ο Γούναρης ζήτησε από τη Στρατιά να εκτελέσει μια επιχείρηση για να εντυπωσιάσει τους συμμάχους με την ισχύ του Ελληνικού Στρατού, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να μεταφέρει στην Μικρά Ασία ούτε ένα άνδρα από τις πολλές δεκάδες χιλιάδες που «αργούσαν» στο Εσωτερικό, ή ήταν απεσπασμένοι σε κρατικές και μη κρατικές υπηρεσίες, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η επιχείρηση που ζητούσε θα εκτελεστεί επιτυχώς.

Δυστυχώς σε αυτή την κατεύθυνση δεν κινήθηκε μόνο η πολιτική ηγεσία, αλλά και η Στρατιά Μικράς Ασίας η οποία δεν κινητοποίησε το μέγιστο του δυναμικού της που μπορούσε να διατεθεί για την εκτέλεση της επιχείρησης.

Η Κυβέρνηση, και ειδικότερα ο ισχυρός άνδρας της Δ. Γούναρης, δεν αντιλαμβάνονταν ότι η διατήρηση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων στην ηπειρωτική Ελλάδα λειτουργούσε σε βάρος του πολέμου που διεξαγόταν στη Μικρά Ασία.

9. Η σχεδίαση της επιχείρησης

9.1 Το αρχικό σχέδιο

Η αναφορά της Στρατιάς προς τον Υπουργό των Στρατιωτικών της 17ης Ιανουαρίου διά της οποίας αναλάμβανε να εκτελέσει την επιχείρηση, συμπεριελάμβανε και την γενική ιδέα ενεργείας της συζητούμενης επιχείρησης που ήταν τελείως διάφορος του τρόπου που πρότεινε ο επιτελάρχης της Στρατιάς στον Παπούλα. Η ακριβής διατύπωση της εν λόγω ιδέας ενεργείας ήταν:

«αντί καταλήψεως Αφιόν Καραρχισάρ προβώμεν πρώτον και συγχρόνως μετά καταλήψεως Εσκή Σεχήρ εις κατάληψιν Κιουταχείας και είτα εφ’ όσον ανεφοδιασμός επιτρέψη εις κατάληψιν Αφιόν Καραχισάρ»

Η παραπάνω ιδέα ενεργείας, που ήταν σύλληψη του Συνταγματάρχη Σαρηγιάννη, δεδομένου ότι ο Πάλης βρισκόταν στην Αθήνα, προέβλεπε ότι η εκτέλεση της επιχείρησης θα διεξαγόταν σε δύο Περιόδους και στη μεν πρώτη Περίοδο διά συγκλινουσών επιθέσεων που θα εκτοξεύονταν από την Προύσα και το Ουσάκ θα καταλαμβάνονταν το Εσκή Σεχήρ και η Κιουτάχεια, στη δε δεύτερη Περίοδο, όταν θα είχαν ανοίξει οι καρόδρομοι μεταξύ Ουσάκ και Αφιόν και θα διευκολύνονταν οι μεταφορές και ο ανεφοδιασμός, θα καταλαμβανόταν το Αφιόν Καραχισάρ (βλέπε εικόνα 2).

Είναι άγνωστο αν υπήρξε γραπτό κείμενο σχεδίου για την υλοποίηση αυτού του τρόπου εκτέλεσης της επιχείρησης. Ο Υποστράτηγος ε.α. τότε Σαρηγιάννης εξεταζόμενος από την Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. ισχυρίστηκε ότι υπήρξε σχέδιο,[111]ο πρώην επιτελάρχης της Στρατιάς καταθέτοντας στην ίδια Επιτροπή το αρνήθηκε κατηγορηματικά, μολονότι είναι βέβαιο ότι είχε λάβει γνώση του τρόπου εκτέλεσης της επιχείρησης που είχε αναφέρει ο διοικητής της Στρατιάς στο Υπουργείο Στρατιωτικών.  Ο Πάλης μπορεί να μην ήταν αποδέκτης της αναφοράς της Στρατιάς προς τον Υπουργό των Στρατιωτικών της 17ης Ιανουαρίου, όμως τη διάβασε. Τούτο προκύπτει από το ότι ο διοικητής της Στρατιάς στην εν λόγω αναφορά του ζητούσε την διάθεση από το Υπουργείο την ενίσχυση των 3.600 ανδρών και των 200 χωροφυλάκων, καθώς φορτηγών αυτοκινήτων, ατμόπλοιων και άλλων μέσων και υλικών.[112] Ο Πάλης όπως ήδη αναφέρθηκε απάντησε, κατόπιν εντολής του Υπουργού, στα αιτήματα του Παπούλα ότι «επί υπ’ αριθμόν 282 τηλεγραφήματος υμών … ενίσχυσις δι’ ανδρών αδύνατος, πιθανώς αποσταλώσι κατά μέγιστον εκατόν χωροφύλακες» και συνέχισε απαριθμώντας τα μέσα που θα αποστέλλονταν στη Στρατιά.[113]

Αυτό που είναι βέβαιο, και προκύπτει από το πολεμικό ημερολόγιο της ΙΙ Μεραρχίας, είναι ότι η Στρατιά κοινοποίησε τις προθέσεις της για την επικείμενη επιχείρηση στα Σώματα Στρατού και εξέδωσε σχετικές διαταγές για την εκτέλεση της επιχείρησης κατά τον τρόπο που ανέφερε στον Υπουργό των Στρατιωτικών τη 17η Ιανουαρίου. Από το ημερολόγιο της ΙΙ Μεραρχίας:

«Την 21ην Ιανουαρίου ελήφθη η υπ’ αριθ. 318/306/5 κρυπτ. Δ/γή Α΄ Σ.Σ. περί προσεχούς επιχειρήσεως της ΧΙΙΙης Μεραρχίας προς Κιουτάχειαν ενισχυμένης υπό ενός Συν/τος Πεζικού ημών και μιας Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού. Την 22αν ιδίου ελήφθη η υπ’ αριθ. 112/3 Δ/γή Α΄ Σ.Σ. περί προσεχούς επιχειρήσεως της ΧΙΙΙης Μεραρχίας προ Κιουτάχειαν ως άνω και του Γ΄ Σ.Σ. ενισχυμένου προς Εσκή Σεχήρ. Εξεδόθη η υπ’ αριθ. 207/3 προσωπική απόρρητος Διαταγή Μεραρχίας προς 34ον Σ.Π. δι’ ης εντέλλεται τούτο όπως λάβη παν μέτρον προς συμπλήρωσιν των πάσης φύσεως αναγκών του προκειμένου διατεθή εις ΧΙΙΙην Μεραρχίαν δι’ άνω επιχείρησιν.».[114]

Με βάση το παραπάνω τεκμήριο προκύπτει ότι η Στρατιά Μικράς Ασίας από την επομένη της υποβολής της αναφοράς της της 17ης Ιανουαρίου 1921 προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, το οποίο ενημέρωνε για τον τρόπο που είχε αποφασίσει να εκτελέσει την επιχείρηση, ενήργησε δραστήρια και άρχισε να εκδίδει διαταγές προς τα Σώματα Στρατού και αυτά προς τις Μεραρχίες τους για την εκτέλεση των προσεχών επιχειρήσεων, προκειμένου οι εκτελεστές να προβούν έγκαιρα στη λήψη των αναγκαίων προπαρασκευαστικών μέτρων. Από τα αναφερόμενα για τα Α΄ και Γ΄ Σώματα Στρατού προκύπτει ότι η Στρατιά σκόπευε να εκτελέσει την όλη επιχείρηση διά δύο συγκλινουσών επιθέσεων που η μεν μία θα διεξαγόταν διά του ενισχυμένου Γ΄ Σώματος Στρατού από την Προύσα προς το Εσκή Σεχήρ και η δε δεύτερη θα διεξαγόταν διά της ενισχυμένης ΧΙΙΙ Μεραρχίας στον άξονα Ουσάκ – Κιουτάχεια.

Για την εκτέλεση της επιχείρησης προς το Εσκή Σεχήρ, η Στρατιά άρχισε να μετακινεί προς την περιοχή της Προύσας τις ακόλουθες δυνάμεις (βλέπε Σχεδιάγραμμα 2):[115]

1) Την Ταξιαρχία Ιππικού που μεταφέρθηκε την 20η Ιανουαρίου από την περιοχή Κασαμπά – Φιλαδέλφεια στη Σμύρνη και στη συνέχεια διά πλοίων στα Μουδανιά.

2) Την ΙΙΙ Μεραρχία του Β΄ Σώματος Στρατού, που είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή Πανόρμου – Κρεμαστής. Αυτή κινήθηκε την 22α Ιανουαρίου προ την περιοχή ανατολικά της Προύσας, όπου έφθασε την 29η Ιανουαρίου.

3) Το 5ο Σύνταγμα Πεζικού της Ι Μεραρχίας, το οποίο συγκεντρώθηκε μέχρι την 22α Ιανουαρίου στην Ορτάντζα, την 23η μεταφέρθηκε σιδηροδρομικά στη Σμύρνη και εκείθεν ατμοπλοϊκά στα Μουδανιά.

4) Επίσης μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Προύσας η ΙΙΙ Μοίρα Βαρέος Πυροβολικού, το 1ο Τάγμα Μηχανικού Μετόπισθεν και το Τάγμα Σιδηροδρόμων.

Κατόπιν των παραπάνω προκύπτει ότι οι μετακινήσεις των αναφερόμενων δυνάμεων απέβλεπαν στην εκτόξευση μίας επίθεσης από το Γ΄ Σώμα Στρατού με τις ΙΙΙ, VII και X Μεραρχίες, συν την Ταξιαρχία Ιππικού από την Προύσα προς το Εσκή Σεχήρ και μίας δεύτερης από το Α΄ Σώμα Στρατού με την ΧΙΙΙ Μεραρχία, ενισχυμένη με το 34ο Σύνταγμα Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας και μίας Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, από το Ουσάκ προς την Κιουτάχεια. Το 5ο Σύνταγμα Πεζικού της Ι Μεραρχίας που μεταφέρθηκε στα Μουδανιά θα αναλάμβανε την ασφάλεια της περιοχής της Προύσας και των συγκοινωνιών του Γ΄ Σώματος Στρατού, λόγω της μη διάθεσης από τον Υπουργό των Στρατιωτικών των τριων Ταγμάτων (2.800 άνδρες) που είχε ζητήσει η Στρατιά Μ. Ασίας να της διατεθούν από τη Στρατιά Θράκης.

Ανεξάρτητα του αν υπήρξε γραπτό κείμενο σχεδίου, η Στρατιά λάμβανε έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση δύο συγκλινουσών επιθέσεων με σκοπό την κατάληψη αρχικά του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας, κατά τον τρόπο που είχε αποφασίσει η Στρατιά και ενημέρωσε επ’ αυτού τον Υπουργό των Στρατιωτικών. Η επίθεση προς την Κιουτάχεια θα διευκόλυνε σπουδαίως τις κύριες επιχειρήσεις προς το Εσκή Σεχήρ, δεδομένου ότι θα κατευθυνόταν προς τα νώτα των Τουρκικών δυνάμεων που θα αμύνονταν επί της τοποθεσίας Αβγκίν – Κοβαλίτσα (βλέπε Σχεδιάγραμμα 2 για κατανόηση). Οι διαταγές για τις μετακινήσεις των διαφόρων μονάδων εκδόθηκαν πριν επιστρέψει ο Πάλης στη Σμύρνη και πριν ο Σαρρηγιάννης αναχωρήσει από τη Σμύρνη για το Λονδίνο για να συμμετάσχει στη διάσκεψη ως στρατιωτικός σύμβουλος της Ελληνικής αντιπροσωπείας. Ο Πάλης επέστρεψε στη Σμύρνη μετά την 30η Ιανουαρίου.[116]

9.2 Τροποποίηση του αρχικού σχεδίου επιχειρήσεων

Την 20η Φεβρουαρίου η Στρατιά Μικράς Ασίας υπέβαλε στο Υπουργείο Στρατιωτικών/Επιτελική Υπηρεσία (σε εκτέλεση μάλλον τηλεγραφικής εντολής της ΕΥΣ) αναφορά με την οποία το ενημέρωνε επί των νέων διευρυμένων προθέσεών της επί της επικείμενης επιχείρησης, οι οποίες συνίσταντο στην προέλαση μέχρι την γραμμή Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ προς κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής και διάσπαση της εχθρικής παράταξης και αμέσως στην συνέχεια ή μετά από κάποιον χρόνο, ανάλογα με την τακτική κατάσταση, ενέργεια της Στρατιάς για την κατάληψη της βάσης του εχθρού στην Άγκυρα και διάλυση αυτής, χωρίς να αποκλείεται και ενέργεια προς το Ικόνιο.

«Στρατιά Μικράς Ασίας. Εν Σμύρνη τη 20 Φεβρουαρίου 1921. Προς Υπουργείον Στρατιωτικών (Επιτελ. Υπηρ. Στρατού. Γραφ. ΙΙΙ). … πρόθεσίς μου είναι: α) Προέλασις μέχρι γραμμής Αφιόν Καραχισάρ και Εσκή Σεχήρ, προς κατάληψιν της μοναδικής παραλλήλως των μετώπω σιδηροδρομικής γραμμής εφοδιασμού του εχθρού και διάσπασις της παρατάξεως αυτού. β) Άμεσος, ή μετά τινα χρόνον αναλόγως της τακτικής καταστάσεως ενέργεια της Στρατιάς προς κατάληψιν της εις Άγκυραν βάσεως του εχθρού και διάλυσιν αυτού, χωρίς να αποκλείω ενδεχομένην προχώρησιν προς Ικόνιον»[117]

Κατόπιν των παραπάνω προκύπτει ότι η απόφαση της Στρατιάς, της 17ης Ιανουαρίου, για την κατάληψη αρχικά του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας και στη συνέχεια, όταν θα το επέτρεπε ο ανεφοδιασμός, να ακολουθήσει η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ, τροποποιούταν ριζικά. Διά του νέου τρόπου ενεργείας καθοριζόταν η επίτευξη ευρύτερων σκοπών κατά την πρώτη περίοδο των επιχειρήσεων, ήτοι η ταυτόχρονη κατάληψη των πόλεων Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ και ως εκ τούτου και μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης. Η κατάληψη σημαντικών πόλεων φαίνεται ότι αποτελούσε προτεραιότητα της νέας Κυβέρνησης, επειδή πίστευε ότι της πρόσφερε πολιτικά πλεονεκτήματα. Επίσης καθορίζονταν αποκλίνουσες κατευθύνσεις επιθέσεως, ήτοι από Προύσα προς Εσκή Σεχήρ και από το Ουσάκ προς Αφιόν Καραχισάρ, που λόγω της τεράστιας απόστασης που τις χώριζε, ήταν αδύνατο η δευτερεύουσα επίθεση προς το Αφιόν Καραχισάρ να υποστηρίξει την ευόδωση της κυρίας επίθεσης προς το Εσκή Σεχήρ. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο κύριες επιθέσεις, διακεκριμένες μεταξύ τους, που απέβλεπε η κάθε μία στην κατάληψη ενός κύριου σκοπού.

Ο νέος τρόπος διά του οποίου η Στρατιά αποφάσισε να εκτελέσει την επιχείρηση συνιστούσε  πλήρη παράβλεψη όλων των αρχών του πολέμου και των κανόνων διεξαγωγής των επιθετικών επιχειρήσεων, όπως η εκλογή του σκοπού και η εμμονή σε αυτόν, η ενότητα της διοικήσεως, της συγκέντρωσης, της οικονομίας δυνάμεων, του ελιγμού και της συνταύτισης προσπαθειών. Η παραβίαση των αρχών του πολέμου αποτελούσε ανέκαθεν τη συνταγή της αποτυχίας, αν όχι της καταστροφής.

Η επιτυχία αυτού του σχεδίου ήταν αδύνατη. Τον Φεβρουάριο του 1920 η Στρατιά Μικράς Ασίας, μολονότι ήταν ισχυρότερη του Δυτικού Μετώπου του τουρκικού στρατού, μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση της επιχείρησης, όπως αποφασίστηκε αυτή να εκτελεστεί, κάτι περισσότερο από το μισό των Μεραρχιών της και ήδη αναφέραμε τους λόγους για τους οποίους τρεις Μεραρχίες δεν μπορούσαν να λάβουν μέρος στη διεξαγωγή της. Όταν οι προς επίτευξη σκοποί μίας επιχείρησης βρίσκονται σε μεγάλο βάθος και οι διατιθέμενες δυνάμεις για τη διεξαγωγή της επιχείρησης είναι περιορισμένες επιβάλλεται να ορίζονται ενδιάμεσοι σκοποί και η επιχείρηση να διεξάγεται τμηματικά.

Ο υποβολέας του νέου τρόπου ενεργείας δεν ήταν όπως μπορεί να υποτεθεί ο Επιτελάρχης της Στρατιάς, που τον είχε προτείνει τη 15η Ιανουαρίου στο διοικητή της Στρατιάς, αλλά ο Αρχηγός της ΕΥΣ. Αυτός έπεισε τον Επιτελάρχη της Στρατιάς να μεταβάλει τον αρχικό σχεδιασμό, την ύπαρξη του οποίου αρνήθηκε στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α.. Η παρεμβολή του Αρχηγού της ΕΥΣ στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Στρατιάς Μ. Ασίας ανιχνεύεται σε υπόμνημα που υπέβαλε αυτός την 28η Μαρτίου 1921 στον Υπουργό των Στρατιωτικών:

«ήρξατο, δια της γενομένης από 10ης Μαρτίου 1921 επιθέσεως της στρατιάς Μικράς Ασίας, η εκτέλεσις και εφαρμογή του άριστου, όντως, στρατηγικού σχεδίου, προβλέποντος δια την πρώτην περίοδον του όλου μελετηθέντος αγώνος ταυτόχρονον κατ’ αμφοτέρων των σημαντικωτάτων στρατηγικών σημείων Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ επίθεσιν, σχεδίου δε, ούτινος κατ’ ευτυχίαν υπήρξα ο υποφήτης και θερμότατος υποστηρικτής»[118]

Ο διοικητής της Στρατιάς ήταν εξαιρετικά εύκολο να βάλει την υπογραφή του στο νέο σχέδιο, όπως έκανε πάντα. Ο Αρχιστράτηγος Παπούλας στη βιογραφία του, που συνέγραψε ο Ι. Πασσάς, δικαιολογήθηκε ότι αυτός ήταν αρμόδιος επί των διοικητικών ζητημάτων και ο Επιτελάρχης του επί των επιχειρησιακών. Τα αναφερόμενα στο βιβλίο του Ι. Πασσά «Η Αγωνία ενός Έθνους» για το διοικητή της Στρατιάς είναι πολύ θλιβερά, μολονότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να δικαιολογήσει τον Παπούλα και να τον απαλλάξει των ευθυνών του για την αποτυχία των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921.[119]

Μετά την καταστροφή ο Υποστράτηγος Γουβέλης κλήθηκε από τον Πρόεδρο της Ανακριτικής Επιτροπής που διενεργούσε την ανάκριση για την παραπομπή των πολιτικών ηγετών και του Αρχιστράτηγου Χατζανέστη στο στρατοδικείο και ερωτώμενος σχετικά με τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 επιβεβαίωσε ότι ήταν αυτός που έπεισε τον επιτελάρχη της Στρατιάς Μικράς Ασίας ότι όφειλαν κατά την νέα επίθεση «να επιτεθώσιν ταυτοχρόνως κατ’ αμφοτέρων των στρατηγικών σημείων του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ, ίνα δια της ταυτοχρόνου καταλήψεως του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ παρακωλυθή πάσα διοχέτευσις στρατευμάτων εξ Ικονίου προς Εσκή Σεχήρ».[120]

Ο Πάλλης απαντώντας δια υπομνήματος σε ερωτήματα που του υπέβαλε η Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. υποστήριξε ότι κανένα σχέδιο δεν του υποβλήθηκε προ των επιχειρήσεων του Μαρτίου από το Συνταγματάρχη Σαρρηγιάννη.[121] Συνεχίζοντας ανέφερε «ότι αν το αναφερόμενον σχέδιον εβασίζετο επί της σκέψεως όπως η εις Ουσάκ 1½ περίπου Μεραρχία διευθυνθή δια Κιουταχείας προς Εσκή Σεχήρ περιφρονούσα την προ αυτής εχθρικήν δύναμιν υπολογιζομένην εις 13 περίπου χιλιάδας, δεν θα με εύρισκε σύμφωνον». Από αυτό το απόσπασμα καθίσταται προφανές ότι ο Πάλης όχι μόνο είχε λάβει γνώση των διαταγών της Στρατιάς για την ενίσχυση της ΧΙΙΙ Μεραρχίας δια ενός Συντάγματος Πεζικού και μίας Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού, προκειμένου αυτή η Μεραρχία  να επιτεθεί για να καταλάβει την Κιουτάχεια, αλλά ότι μέχρι την 20η Φεβρουαρίου οι ενισχύσεις που δόθηκαν στη ΧΙΙΙ Μεραρχία παρέμεναν ακόμη υπό τη διοίκησή της. Ασφαλώς τα όσα είχαν γίνει μέχρι τότε δεν ήταν σκέψεις του Σαρηγιάννη, αλλά η υλοποίηση της απόφασης του διοικητή της Στρατιάς να καταληφθεί αρχικά το Εσκή Σεχήρ και η Κιουτάχεια και στη συνέχεια το Αφιόν Καραχισάρ, περί της οποίας ενημερώθηκε τη 17η Ιανουαρίου το Υπουργείο των Στρατιωτικών διά αναφοράς της Στρατιάς και περί της οποίας ο Πάλης έλαβε γνώση. Προφανώς από την επιστροφή του Πάλη στη Σμύρνη στις αρχές μάλλον Φεβρουαρίου και μέχρι την 20η Φεβρουαρίου δεν είχε τροποποιηθεί η απόφαση της Στρατιάς να εκτελέσει την επιχείρηση διά του τρόπου που περιγράφεται. Όλως αιφνιδίως ο Πάλης την 20η Φεβρουαρίου ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό κατόπιν των πιέσεων που δέχθηκε από τον Αρχηγό της ΕΥΣ. Όλα αυτά αποδεικνύουν το πόσο σαθρό ήταν το δίπολο σχήμα διοίκησης της Στρατιάς και διεύθυνσης των επιχειρήσεων, που είχε εγκαθιδρυθεί από την Κυβέρνηση στη Στρατιά Μικράς Ασίας εξ αιτίας της απόφασής της να αναθέσει τη διοίκησή της σε ένα αξιωματικό που δεν αντιλαμβανόταν τα επιχειρησιακά ζητήματα. Αλλά ούτε και ο Πάλης τα αντιλαμβανόταν, μολονότι είχε φοιτήσει στην ακαδημία πολέμου του Βερολίνου. Ο Αρχηγός της ΕΥΣ μπορούσε να παρεμβαίνει στην επιχειρησιακή σχεδίαση της Στρατιάς διά του επιτελάρχη της, ο διοικητής της Στρατιάς να το αγνοεί, ο επιτελάρχης του να μην τον προστατεύει και να τροποποιεί την απόφασή του.

Όσον αφορά την Τουρκική δύναμη των 14 χιλιάδων ανδρών που ο Πάλης αναφέρει ότι βρισκόταν στην περιοχή της Κιουτάχειας, από πουθενά δεν προκύπτει αυτή. Η Στρατιά δεν διέθετε τέτοια πληροφορία.[122] Άλλωστε η δύναμη των 14.000 ανδρών ήταν εξωπραγματική. Με βάση τις πληροφορίες που προέκυψαν από την επιθετική αναγνώριση οι Τουρκικές Μεραρχίες διέθεταν δύναμη 2.000 έως 3.000 ανδρών. Εμμέσως πλην σαφώς ο Πάλης αναφέρει ότι στην Κιουτάχεια είχαν συγκεντρωθεί τουλάχιστον οι τέσσερις από τις δέκα Μεραρχίες του Δυτικού Μετώπου.

10. Διαπιστώσεις εκ των μέχρι τούδε εκτεθέντων

Η Ανώτατη Διεύθυνση του πολέμου και των πολεμικών επιχειρήσεων που διεξάγονταν στη Μικρά Ασία τόσο στο πολιτικό επίπεδο της υψηλής στρατηγικής (Κυβέρνηση – Υπουργός των Στρατιωτικών), όσο και στο πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο (Υπουργός των Στρατιωτικών – Αρχηγός της ΕΥΣ – Διοικητής της Στρατιάς Μ. Ασίας) και τέλος στο καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, Διοικητής Στρατιάς και το Επιτελείο του κρίνεται ως μη αξιόπιστη και αναποτελεσματική. Όσο αφορά ειδικά το επιχειρησιακό επίπεδο, στερείται επαγγελματισμού. Ειδικότερα:

10.1 Στο πολιτικό επίπεδο

Η Κυβέρνηση που προήλθε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ανέθεσε σε λάθος πρόσωπο τη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Στον Αντιστράτηγο Α. Παπούλα. Η Κυβέρνηση για να καλύψει τις μειονεξίες του Παπούλα επέλεξε για επιτελάρχη της Στρατιάς το Συνταγματάρχη Κ. Πάλη. Εν γνώσει της δημιούργησε ένα άτυπο δίπολο στη διοίκηση της Στρατιάς σύμφωνα με το οποίο ο Παπούλας θα ασκούσε τη διοικητική διοίκηση, ο δε Πάλης την επιχειρησιακή, με τον Παπούλα να αποδέχεται και να επικυρώνει τις προτάσεις/αποφάσεις του Πάλη επί των επιχειρησιακών ζητημάτων. 

Αμέσως μετά η Κυβέρνηση επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία όλους ανεξαιρέτως τους αξιωματικούς που είχαν αποστρατευθεί ή αποταχθεί από το καθεστώς Βενιζέλου. Σύντομα πολλοί εξ αυτών ανέλαβαν θέσεις υψηλής ευθύνης στη Στρατιά Μικράς, χωρίς να προηγηθεί κάποια προετοιμασία για την ομαλή ένταξή τους στη Στρατιά και στο επιχειρησιακό περιβάλλον της Μικράς Ασίας. Συγχρόνως πολλοί ανώτατοι και ανώτεροι βενιζελογενείς αξιωματικοί, όλοι σχεδόν οι διοικητές των Σωμάτων Στρατού, των Μεραρχιών και των Συνταγμάτων Πεζικού, που ανδρώθηκαν στις μάχες του Μακεδονικού Μετώπου, της Ουκρανίας και σε αυτές της Μικράς Ασίας, έμπιστοι στο Βενιζέλο και ικανοί πάντως, επειδή η ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος είχε κεντρική σημασία στον πολιτικό σχεδιασμό του Βενιζέλου, αποχώρησαν από τη Στρατιά είτε οικειοθελώς, είτε επειδή τους απομάκρυναν. Οι επανελθόντες πρώην απότακτοι λόγω της μακράς απουσίας τους από το στράτευμα δεν διέθεταν την πολεμική εμπειρία αυτών που αντικατέστησαν και κυρίως αγνοούσαν την εξέλιξη της τακτικής που επισυνέβη κατά το Μεγάλο Πόλεμο. Τα γεγονότα αυτά και οι συχνότατες αντικαταστάσεις διοικητών και επιτελών, πολλοί εκ των οποίων ανακυκλώνονταν επανειλημμένα σε διάφορες διοικητικές ή επιτελικές θέσεις, δημιούργησαν αναστάτωση στη λειτουργία της Στρατιάς. Στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν πολλοί εκ των επανελθόντων απέτυχαν και απομακρύνθηκαν. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το μεγαλύτερο μέρος των επανελθόντων απέφυγε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Στρατιά Μικράς Ασίας και παρέμεινε στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Κυβέρνηση στη συνέχεια αποφάσισε την εκτέλεση δύο μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς να προηγηθεί σοβαρή μελέτη και διαβούλευση με τους υπεύθυνους στρατιωτικούς της συμβούλους, δηλαδή το Διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας και τον Αρχηγό της ΕΥΣ.

Η πρώτη επιχείρηση της επιθετικής αναγνώρισης, κακώς συλληφθείσα και εκτελεσθείσα, απέτυχε με αποτέλεσμα το Κεμαλικό κράτος να αναγνωριστεί ως επίσημος συνομιλητής των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ, ο Κεμάλ να αναγνωριστεί ως αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Τουρκίας και μεγάλος αριθμός αξιωματικών του πρώην οθωμανικού στρατού να σπεύσει να ενταχθεί στο στρατό του.

Ο ισχυρός πολιτικός άνδρας της Κυβέρνησης και Υπουργός των Στρατιωτικών Δ. Γούναρης αποφάσισε, διαβουλευόμενος μόνο με τον Επιτελάρχη της Στρατιάς, την εκτέλεση μιας μείζονος επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας με σκοπό  την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας στη διάσκεψη του Λονδίνου. Τον στρατιωτικό σκοπό της επιχείρησης τον πρότεινε στο Γούναρη ο επιτελάρχης της Στρατιάς και αυτός τον αποδέχθηκε. Ο Γούναρης όμως δεν δέχθηκε να διαθέσει στη Στρατιά τις ενισχύσεις σε προσωπικό που ζήτησε για να διεξαγάγει την επιχείρηση ώστε να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος από την Κυβέρνηση πολιτικός σκοπός της επιχείρησης.

Ο Γούναρης αρνήθηκε να διαθέσει στη Στρατιά όχι μόνο τους 30.000 άνδρες που αρχικά ζήτησε διά του επιτελάρχη της, αλλά ούτε και τους 3.600 άνδρες με τους οποίους συμβιβάστηκε η Στρατιά για να εκτελέσει την επιχείρηση. Ούτε καν τους 200 χωροφύλακες που ζήτησε. Ο Γούναρης δεν ήθελε να μεταφέρει στη Μικρά Ασία ούτε ένα Στρατιώτη από τους ογδόντα χιλιάδες οπλίτες που βρίσκονταν στην ηπειρωτική χώρα, αλλά ούτε και να ενισχύσει τη Στρατιά δια των απεσπασμένων «εις όλα τα Υπουργεία και όλας τας κρατικάς και μη κρατικάς υπηρεσίας και επιχειρήσεις». Αδυνατούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες της ενδεχόμενης αποτυχίας της επιχείρησης λόγω της μη ενίσχυσης της δύναμης της Στρατιάς.

Την ενίσχυση δια επιστρατεύσεως της δύναμης της Στρατιάς την πρότεινε και μάλιστα με έντονο τρόπο και ο Αρχηγός της ΕΥΣ, αλλά ο Γούναρης δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι η ενίσχυση της Στρατιάς είναι υπέρ παν άλλο αναγκαία.

Ο Γούναρης δεν μπόρεσε να αντιληφθεί επίσης ότι άλλο σχέδιο και άλλους προς επίτευξη σκοπούς του πρότεινε ο επιτελάρχης της Στρατιάς τη 15η Ιανουαρίου, άλλους σκοπούς και άλλο σχέδιο η Στρατιά μετά από δύο ημέρες και άλλο πάλι σχέδιο και σκοπούς η Στρατιά μετά από ένα μήνα.

Η Κυβέρνηση, ο Γούναρης και η Εθνοσυνέλευση αδυνατούσαν να αντιληφθούν ότι συνεχίζοντας την πολιτική Βενιζέλου, όπως δήλωσαν στους συμμάχους, αυτό σήμαινε ότι η χώρα έπρεπε να διεξαγάγει πόλεμο και έντονες επιθετικές επιχειρήσεις για να επιβάλει τη συνθήκη των Σεβρών στην Κεμαλική Τουρκία. Δεδομένου ότι ο Κεμάλ και ο στρατός του είχαν πλέον ενισχυθεί, για να κερδίσει η Ελλάδα αυτό τον πόλεμο επιβαλλόταν η Κυβέρνηση να κινητοποιήσει ταχύτατα και με αποφασιστικότητα όλους τους διαθέσιμους πόρους τους κράτους.

Τέλος με τις ευλογίες της Κυβέρνησης και του ιδίου του Γούναρη ως Υπουργού των Στρατιωτικών μειώθηκε η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας, αυξήθηκαν οι απόντες της, μειώθηκε η δύναμη των Μεραρχιών της ηπειρωτικής Ελλάδας, δημιουργήθηκαν διοικήσεις που δεν χρειάζονταν και αυξήθηκε καταπληκτικά η δύναμη των Εμπέδων και Υπηρεσιών της Ζώνης Εσωτερικού, της Στρατιάς Θράκης και των Μη Μεραρχιακών Μονάδων της μη υφιστάμενης διοίκησης του Δ΄ Σώματος Στρατού. Όλα αυτά σε βάρος της ισχύος και της αποτελεσματικότητας της Στρατιάς Μικράς Ασίας.

10.2 Στο πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο

Ο Αρχηγός της ΕΥΣ ήταν σε θέση να διατυπώσει τη 17η Ιανουαρίου 1921 μία σοβαρή και μελετημένη πρόταση για το τι θα πρέπει να γίνει στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε αυτό της στρατιωτικής στρατηγικής προκειμένου ο πόλεμος να ολοκληρωθεί σύντομα υπέρ της Ελλάδας. Η βάση της πρότασης του ήταν ότι τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία του όρου δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή, πράγμα που αποδείχθηκε από την επιθετική αναγνώριση.

Πρότεινε στον Υπουργό των Στρατιωτικών την άμεση επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων που θα διατίθονταν αμέσως στη Στρατιά Μικράς Ασίας. Επίσης θα έπρεπε η Στρατιά να εφοδιαστεί με τα αναγκαία πολεμικά μέσα και υλικά για να διεξαγάγει τις επιχειρήσεις. Στο επίπεδο της στρατιωτικής στρατηγικής πρότεινε την διεξαγωγή επιχειρήσεων για την κατάληψη σε πρώτη Περίοδο της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ και σε δεύτερη της Άγκυρας. Βασικός σκοπός των επιχειρήσεων θα είναι η καταστροφή του εχθρού. Οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να αρχίσουν το Μάρτιο πριν προλάβει ο αντίπαλος να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του. Ο νέος χειμώνας δεν θα έπρεπε να βρει την Ελλάδα επιστρατευμένη στη Μικρά Ασία.

Το υπόμνημα του Υποστράτηγου Κ. Γουβέλη αποτελεί ένα σημαντικό κείμενο Στρατιωτικής Στρατηγικής, που άπτεται και της Υψηλής Στρατηγικής, και αξίζει να μελετηθεί.

Ο Διοικητής της Στρατιάς ήταν απών από τις διεργασίες του πολιτικοστρατιωτικού επιπέδου. Ο Υπουργός των Στρατιωτικών τον παρέκαμψε και διαβουλεύτηκε με τον επιτελάρχη της Στρατιάς. Ο Παπούλας μη διαθέτοντας επιχειρησιακή κατάρτιση και ισχυρή βούληση αποφάσισε να εκτελέσει την επιχείρηση που πρότεινε ο επιτελάρχης του στον Υπουργό των Στρατιωτικών, παραιτούμενος από τις προϋποθέσεις, που ο ίδιος είχε εγκρίνει, ως τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες προκειμένου η επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Ήτοι να εκτελεστεί την άνοιξη και αφού προηγουμένως η Στρατιά ενισχυθεί διά 30.000 ανδρών. 

10.3 Στο επιχειρησιακό επίπεδο

Ο διοικητής της Στρατιάς ήταν ουσιαστικά απών από το επιχειρησιακό επίπεδο. Τη 17η Ιανουαρίου ανέφερε στον Υπουργό των Στρατιωτικών ότι θα εκτελέσει την επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά σε πρώτο χρόνο θα καταλάμβανε το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια και στη συνέχεια το Αφιόν Καραχισάρ. Για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας θα διεξάγονταν δύο συγκλίνουσες επιθέσεις που θα εκτοξεύονταν από την Προύσα προς το Εσκή Σεχήρ και από το Ουσάκ προς την Κιουτάχεια. Προς τούτο η Στρατιά εξέδωσε διαταγές για την ενίσχυση του Γ΄ Σώματος Στρατού που θα επιτίθετο προς το Εσκή Σεχήρ και της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του Α΄ Σώματος Στρατού που θα επιτίθετο προς την Κιουτάχεια.

Ο διοικητής της Στρατιάς την 20η Φεβρουαρίου 1921 τροποποίησε το σχέδιο της επιχείρησης και καθόρισε την επίτευξη ευρύτερων σκοπών. Με βάση το νέο σχέδιο η Στρατιά θα επιτίθετο επί αποκλινουσών κατευθύνσεων για να καταλάβει ταυτόχρονα το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ. Όπως θα διαπιστωθεί αργότερα ο διοικητής της Στρατιάς δεν είχε αντιληφθεί το τι ακριβώς υπέγραφε και θα κατηγορήσει τον επιτελάρχη του ότι τον παραπλάνησε.

Ο διοικητής της Στρατιάς αδυνατούσε να αντιληφθεί τις χαοτικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ των δύο τρόπων ενεργείας που είχε υποβάλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών τη 17η Ιανουαρίου και 20η Φεβρουαρίου αντίστοιχα και ότι η επιχείρηση δια τη σύγχρονη κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ δεν υποστηριζόταν από τις προϋποθέσεις που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της όλης επιχείρησης. Ήτοι: α) να προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς δια 30.000 ανδρών. β) η επιχείρηση να εκτελεστεί στα μέσα της άνοιξης που θα είχαν βελτιωθεί οι καιρικές συνθήκες. Η Στρατιά μολονότι ήταν ισχυρότερη ως σύνολο του τουρκικού στρατού δεν διέθετε τις απαιτούμενες δυνάμεις για να εκτελέσει αυτό το σχέδιο.

Ο επιτελάρχης της Στρατιάς που διέθετε τη δοτή «αυθεντία» επί των επιχειρησιακών ζητημάτων πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τις προϋποθέσεις που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης της σύγχρονης κατάληψης του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ, παρέκαμψε το διοικητή της Στρατιάς, αντί να τον προστατεύσει και δήλωσε στο Γούναρη ότι αν η Κυβέρνηση θέλει μία επιχείρηση θα την έχει. Σοβαρότητα, υπευθυνότητα και τη τήρηση για τα προσχήματα της δεοντολογίας, μηδέν. 

Στο επιχειρησιακό επίπεδο αυτός που φαίνεται ότι διαθέτει ορθολογισμό, είναι ο Υπαρχηγός του Επιτελείου της Στρατιάς Συνταγματάρχης Σαρηγιάννης. Ένα πρόσωπο εξαιρετικά παρεξηγημένο, αν και πρόκειται για έναν αξιωματικό με τεράστια μόρφωση και σοβαρές επιτελικές και επαγγελματικές ικανότητες. Είναι αυτός που απόντος στην Αθήνα του επιτελάρχη της Στρατιάς πρότεινε, και έγινε αποδεκτό από το διοικητή της Στρατιάς, την εκτέλεση της επιχείρησης δια δύο συγκλινουσών επιθέσεων για την κατάληψη αρχικά του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας.[123]

Δυστυχώς όμως στο επιχειρησιακό επίπεδο εισήλθε παράτυπα και ερήμην του διοικητή της Στρατιάς ο Αρχηγός της ΕΥΣ, ο υποφήτης, που έπεισε τον επιτελάρχη της Στρατιάς, απόντος του Σαρηγιάννη, να τροποποιήσει τον αρχικό τρόπο ενεργείας. Ο Διοικητής της Στρατιάς ήταν εύκολο να θέσει την υπογραφή του.

11. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να επιστρατεύσει τρεις κλάσεις εφέδρων

Την 19η Φεβρουαρίου 1921 ο Γούναρης ενημέρωσε τον ευρισκόμενο στο Λονδίνο πρωθυπουργό, ότι για την συμπλήρωση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας, πιθανόν να απαιτηθεί η επιστράτευση δύο έως τεσσάρων κλάσεων εφέδρων και ότι αυτό έπρεπε να δικαιολογηθεί κατάλληλα στην βρετανική κυβέρνηση για την αποφυγή παρερμηνειών.

Ο πρωθυπουργός απάντησε ότι η επιστράτευση θα έπρεπε να κηρυχθεί μετά την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, διότι στη διάσκεψη του Λονδίνου η ελληνική αντιπροσωπεία και ο Συνταγματάρχης Σαρηγιάννης είχαν δηλώσει ότι ο ελληνικός στρατός μπορούσε να εκτελέσει τις επιχειρήσεις με τις δυνάμεις που διέθετε στη Μικρά Ασία δια απλής και μόνο διαταγής που θα δινόταν από το Λονδίνο.[124] Οι δηλώσεις όμως του Σαρηγιάννη προς τους Συμμάχους είχαν γίνει με βάση την πεποίθησή του ότι η επιχείρηση θα εκτελεστεί σύμφωνα με τον τρόπο που είχε υποβληθεί στο Υπουργείο Στρατιωτικών την 17η Ιανουαρίου, που προέβλεπε αρχικά την κατάληψη διά συγκλινουσών επιθέσεων του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας και σε δεύτερο χρόνο του Αφιόν Καραχισάρ. Τούτο προκύπτει σαφέστατα από τηλεγράφημα που οι Καλογερόπουλος και Γούναρης απέστειλαν την 25η Φεβρουαρίου από το Λονδίνο προς το Διοικητή της Στρατιάς Μ. Ασίας και τον διέτασσε:

«Σημερινή κατάστασις εδώ επιβάλλει άμεσον εκτέλεσιν επιχειρήσεως προς κατάληψιν Εσκή Σεχήρ και Κιουταχείας, περί ής Ελληνική αποστολή, στηριζομένη εις ασφαλείς πληροφορίας Σαρρηγιάννη ενταύθα και Πάλλη εν Αθήναις, επανειλημμένως εβεβαιώθη, ότι δύναται να αρχίσει αμέσως».[125]

Είναι πρόδηλο ότι ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός των Στρατιωτικών έδιναν εντολή στη Στρατιά να εκτελέσει το σχέδιο για την ταυτόχρονη κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας. Δηλαδή διά του τρόπου που η Στρατιά είχε αποφασίσει και είχε ενημερώσει τον Υπουργό των Στρατιωτικών τη 17η Ιανουαρίου. Πολύ πιθανόν το παραπάνω μήνυμα να συντάχθηκε από το Σαρρηγιάννη, επειδή μόνο αυτός μπορούσε να γνωρίζει τις ακριβείς παραμέτρους του σχεδίου. Όμως ο Γουβέλης και ο Πάλης είχαν συνεννοηθεί η επιχείρηση να εκτελεστεί διά άλλου τρόπου, τον οποίο απεδέχθη ο άβουλος διοικητής της Στρατιάς και τον ανέφερε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών/Επιτελική Υπηρεσία την 20η Ιανουαρίου. Ήτοι η Στρατιά θα επιτίθετο ταυτοχρόνως για να καταλάβει το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια. Κατόπιν τούτων προκύπτει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι την τροποποίηση του αποφασισθέντος την 17η Ιανουαρίου τρόπου εκτέλεσης της επιχείρησης την αγνοούσε ο Συνταγματάρχης Σαρρηγιάννης. Ασφαλώς ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός των Στρατιωτικών δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τη σοβαρότητα αυτών των «άνευ σημασίας» για αυτούς λεπτομερειών.

Το σοβαρότερο ζήτημα όμως που προκύπτει από τα παραπάνω εκτεθέντα είναι ότι παρά τη ρητή εντολή που δόθηκε στη Στρατιά από τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό των Στρατιωτικών περί καταλήψεως του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας, ο Πάλης δεν την εκτέλεσε. Δεν τροποποίησε δηλαδή τον τρόπο ενεργείας που υπέβαλε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών την 20η Φεβρουαρίου. Επρόκειτο δηλαδή περί καθαρής ανυπακοής. Ο Παπούλας ήταν βέβαιο ότι δεν αντιλήφθηκε το τι διατάχθηκε να εκτελέσει.

Την 26η Φεβρουαρίου ο Διοικητής της Στρατιάς ανέφερε στο Υπουργείο Στρατιωτικών «επιχειρήσεις άρξονται προσεχή εβδομάδαν. Δευτέραν αναχωρώ Προύσαν. Παπούλας».

Την 6η Μαρτίου ο Πρωθυπουργός και ο Γούναρης, που είχε μεταβεί στο Λονδίνο, έγιναν δεκτοί από το Βρετανό πρωθυπουργό και μεταξύ των άλλων τον ενημέρωσαν ότι η Ελλάδα θα επιστράτευε τρεις κλάσεις εφέδρων. Ο Λόϋδ Τζώρτζ τους είπε ότι «ουδέν πρέπει να αφεθεί εις την τύχην, διότι εν αποτυχία των στρατιωτικών επιχειρήσεων, θα καθίσταντο οι Τούρκοι ανοικονόμητοι».[126] Όμως τα λόγια του δεν κατανοήθηκαν από τις κεφαλές της Κυβέρνησης.

Την ίδια ημέρα κλήθηκαν υπό τα όπλα οι κλάσεις 1913β, 1914 και 1915.[127]Πρώτη ημέρα παρουσίασης των εφέδρων ορίστηκε η 14η Μαρτίου. Η 10η Μαρτίου όμως είχε οριστεί από την Στρατιά η έναρξη της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ. Είναι ευνόητο ότι οι έφεδροι που κλήθηκαν υπό τα όπλα, ήταν αδύνατο να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις.[128]

Η επιστράτευση του Μαρτίου 1921 και η έναρξη των επιχειρήσεων πριν την κατάταξη των εφέδρων και την ένταξη τους στις μονάδες της Στρατιάς δεν είχε θετικό αποτέλεσμα στην έκβαση των επιχειρήσεων.

12. Το Σχέδιο Επιχειρήσεων – οι δυνάμεις των αντιπάλων στρατευμάτων

12.1 Το σχέδιο επιχειρήσεων

Το σχέδιο επιχειρήσεων συντάχθηκε με βάση τον τρόπο ενεργείας που υπέβαλε η Στρατιά στο Υπουργείο Στρατιωτικών την 20η Φεβρουαρίου 1921. Τούτο προέβλεπε τα εξής:[129]

α) Η Στρατιά θα επιτίθετο διά των Α΄ και Γ΄ Σωμάτων Στρατού για να συντρίψει τις έναντι του μετώπου της τουρκικές δυνάμεις και να καταλάβει τη γραμμή Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ.

β) Το Α΄ Σώμα Στρατού θα καταλάμβανε με τις ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχίες (μείον Σύνταγμα) τη διάβαση του Τουμλού Μπουνάρ. Στη συνέχεια:

Αν ο εχθρός διά των κυρίων του δυνάμεων υποχωρούσε προς το Αφιόν Καραχισάρ, το Σώμα θα καλυπτόταν από την κατεύθυνση της Κιουτάχειας, θα καταδίωκε τον εχθρό προς το Αφιόν Καραχισάρ, το οποίο και θα καταλάμβανε. Ακολούθως θα καλυπτόταν από την κατεύθυνση του Ικονίου και δια των διαθέσιμων δυνάμεών του θα προήλαυνε προς Βορρά για να υποστηρίξει το Γ΄ Σώμα Στρατού που θα επιχειρούσε προς το Εσκή Σεχήρ.

Αν ο εχθρός διά των κυρίων δυνάμεών του υποχωρούσε προς την Κιουτάχεια το Σώμα θα καταλάμβανε το Αφιόν Καραχισάρ, θα καλυπτόταν από την κατεύθυνση του Ικονίου και δια του μεγαλύτερου μέρους των δυνάμεών του θα καταδίωκε τον εχθρό προς την Κιουτάχεια.

γ) Το Γ΄ Σώμα Στρατού με τις III, VII, Χ Μεραρχίες και την Ταξιαρχία Ιππικού θα προήλαυνε προς το Εσκή Σεχήρ, θα επιτίθετο κατά των έναντι του μετώπου του εχθρικών δυνάμεων με σκοπό να τις συντρίψει και θα καταλάμβανε το Εσκή Σεχήρ. Τη κυρία του προσπάθεια θα την κατέβαλε στο αριστερό του, από το Μπιλετζίκ προς την κατεύθυνση του χωριού Αβγκίν, με σκοπό να ωθήσει τις εχθρικές δυνάμεις νότια του Εσκή Σεχήρ. Διά του 5ου Συντάγματος Πεζικού της Ι Μεραρχίας θα εξασφάλιζε την περιοχή της Προύσας και τις συγκοινωνίες του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Οι υπόλοιπες δυνάμεις της Στρατιάς θα διατίθονταν ως εξής: Η Ι Μεραρχία (μείον Σύνταγμα), το 18ο Σύνταγμα Πεζικού, και το 3ο Σύνταγμα Πεζικού της ΧΙΙΙ Μεραρχίας θα κάλυπταν το δεξιό της Στρατιάς από το Αιγαίο μέχρι και το Ουσάκ. Το Β΄ Σώμα Στρατού θα κάλυπτε τις κατευθύνσεις από την ορεινή περιοχή του Σιμάβ προς το εσωτερικό της κατεχόμενης ζώνης. Τα τρία Συντάγματα Μετόπισθεν θα εξασφάλιζαν το εσωτερικό της κατεχόμενης ζώνης. Η ΧΙ Μεραρχία κάλυπτε την χερσόνησο της Νικομήδειας.

Η περιορισμένη δύναμη που διέθεσε η Στρατιά για την εκτέλεση των επιθέσεων προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ, οι οποίες ήταν αδύνατο να συνδυαστούν και να αλληλοϋποστηριχθούν μεταξύ τους, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την περιορισμένη ούτως ή άλλως ισχύ της κάθε επιθέσεως. Ειδικότερα η αποστολή που ανατέθηκε στο Α΄ Σώμα Στρατού ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εκτελεστεί. Το Σώμα με τις δύο Μεραρχίες που διέθετε, με τη ΧΙΙΙ Μεραρχία να αποτελείται από δύο μόνο Συντάγματα Πεζικού, θα έπρεπε να καταλάβει οπωσδήποτε το Αφιόν Καραχισάρ, να το διατηρήσει, να καλύψει την κατεύθυνση από το Ικόνιο δια της ΧΙΙΙ Μεραρχίας και στη συνέχεια να προελάσει με τη ΙΙ Μεραρχία προς Βορρά για να υποβοηθήσει την ενέργεια του Γ΄ Σώματος Στρατού. Η απόσταση μεταξύ του Αφιόν Καραχισάρ και του Ινονού ανέρχεται σε 120 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και το Α΄ Σώμα ήταν αδύνατο να φθάσει έγκαιρα στο Ινονού.

Σχεδιάγραμμα 3: Απεικόνιση του σχεδίου επιχειρήσεων. Περιλαμβάνονται και στοιχεία επί της διεξαγωγής της επιχείρησης. Σημειώνεται η ενίσχυση του Δυτικού Μετώπου δια δυνάμεων του Νοτίου Μετώπου και των 1ης και 2ης Μεραρχιών Ιππικού.

12.2 Οι διατιθέμενες για τις επιχειρήσεις δυνάμεις από τις δύο στρατιές

Η δύναμη που διατέθηκε από τη Στρατιά Μικράς Ασίας για την εκτέλεση των επιχειρήσεων προς το Εσκή Σεχήρ αποτελούνταν από τρεις Μεραρχίες, των τριών Συνταγμάτων Πεζικού εκάστη, και την Ταξιαρχία Ιππικού. Ήτοι 9 Συντάγματα Πεζικού έναντι των 28 που διέθετε η Στρατιά.[130] Επομένως το Γ΄ Σώμα Στρατού διέθετε συνολικά 27 Τάγματα Πεζικού. Η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών του Γ΄ Σώματος Στρατού, δηλαδή η συνολική δύναμη των 27 Ταγμάτων Πεζικού και των Λόχων Επιτελείου των 9 Συνταγμάτων ανερχόταν σε 16.190 οπλίτες. Η δύναμη αυτή σημειώνεται στη στήλη «τυφέκια» του πίνακα 2.[131] Εκτιμάται ότι εξ αυτών οι 15.000 οπλίτες ανήκαν στα Τάγματα Πεζικού και οι 1.190 περίπου στους Λόχους Επιτελείου των Συνταγμάτων. Κατόπιν τούτου η μέση δύναμη των 27 Ταγμάτων Πεζικού του Γ΄ Σώματος Στρατού ανερχόταν σε 555 οπλίτες/τάγμα περίπου έναντι της προβλεπόμενης των 900 οπλιτών. Αφαιρούμενων από τη δύναμη των 555 οπλιτών του Τάγματος της δύναμης του Λόχου πολυβόλων, του επιτελείου και των Μεταγωγικών Μάχης κάθε Τάγματος προκύπτει ότι η μέση δύναμη κάθε Λόχου Πεζικού ανερχόταν σε 100 οπλίτες περίπου.

Πίνακας 2: Σύγκριση αντιπάλων δυνάμεων στην τοποθεσία Ινονού.[132]

Το Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού στρατού διέθετε στην τοποθεσία Ινονού, κατά την έναρξη της μάχης, πέντε Μεραρχίες Πεζικού, μία Ιππικού και δύο Συντάγματα Πεζικού που ήρθαν από το Σώμα Koca Eli, από την περιοχή του Αδάρ Παζάρ. Κατόπιν τούτων το Δυτικό Μέτωπο διέθετε 17 Συντάγματα Πεζικού και συνολικά 58 Τάγματα Πεζικού.[133] Η δύναμη των Ταγμάτων Πεζικού του Δυτικού Μετώπου ήταν μικρότερη των αντιστοίχων Ταγμάτων της Στρατιάς Μικράς Ασίας, αλλά το μειονέκτημα αυτό εξαφανιζόταν λόγω της μεγάλης ευκινησίας που διέθεταν. Η ευκινησία των μονάδων του τουρκικού στρατού έδινε τη δυνατότητα στους Τούρκους διοικητές να κινούν και να εμπλέκουν ταχέως στη μάχη πολύ μεγαλύτερο όγκο δυνάμεων από αυτόν που ενέπλεκαν οι Έλληνες διοικητές. Στον πίνακα 2 στη συνέχεια παρουσιάζεται και συγκρίνεται η ισχύς των αντιπάλων στρατευμάτων στην τοποθεσία Ινονού.

Με βάση τα στοιχεία του πίνακα 2 αποδεικνύεται ότι η ανώτατη τουρκική διοίκηση συγκέντρωσε στη γραμμή Ινονού οποιουδήποτε μεγέθους δυνάμεις μπορούσε να εξεύρει από το σύνολο της χώρας της. Ελισσόμενη κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων κατ’ εσωτερικές γραμμές ενίσχυσε το Δυτικό Μέτωπο με δυνάμεις που απέσυρε από το μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ. Αποδεικνύεται επίσης ότι η τουρκική ηγεσία δεν ήταν αγκιστρωμένη στο έδαφος και προκειμένου να αμυνθεί προ του μεγίστης σημασίας συγκοινωνιακού κόμβου του Εσκή Σεχήρ εγκατέλειπε μεγάλες εκτάσεις και σημαντικές πόλεις για να συγκεντρώσει τη διατιθέμενη ισχύ της προ των πυλών του Εσκή Σεχήρ. 

Όλως αντιθέτως προς τους Τούρκους η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία δεν αντιλαμβάνονταν τι σημαίνει οικονομία δυνάμεων. Η ελληνική κυβέρνηση, ο Γούναρης δηλαδή, διότι αυτός ήταν η κυβέρνηση, απέφυγε επιμελώς να μεταφέρει δυνάμεις από την ηπειρωτική Ελλάδα για να ενισχύσει τη Στρατιά Μικράς Ασίας. Αλλά και η Στρατιά Μικράς Ασίας έστεργε να τηρεί σημαντικές δυνάμεις σε δευτερεύοντα μέτωπα για να αντιμετωπίσουν δυνάμεις ατάκτων. Σε υπόμνημα που συντάχθηκε από τον επιτελάρχη της Στρατιάς Πάλη και παραδόθηκε στον Υπουργό των Στρατιωτικών την 22α Μαρτίου αναφέρονται επί του ζητήματος της μη ενίσχυσης της Στρατιάς τα εξής:

«Την 15 Ιανουαρίου είχε ζητηθή παρά της στρατιάς ενίσχυσις 30 χιλιάδων ανδρών προς ανάληψιν επιθέσεως προς κατάληψιν της γραμμής Αφιόν Καραχισάρ – Εσκή Σεχίρ. … Προκειμένου να συνέλθη το Συνέδριον Λονδίνου, η Κυβέρνησις εζήτησε παρά της Στρατιάς αν δύναται να εκτελέση επιχείρησιν αμέσως με τα τας υπάρχουσας δυνάμεις. Η Στρατιά απήντησεν ότι θα την εκτελέση και ητοιμάσθη προς τούτο. Εζήτησεν όμως ν’ αποσταλώσι 3500 άνδρες και διάφορα υλικά, κυρίως αυτοκίνητα. Και οι μεν άνδρες δεν απεστάλησαν, αλλά μόνον μέρος αιτηθέντων αυτοκινήτων. … Τελευταίως διετάχθη η εκτέλεσις ταύτης … χωρίς ουδεμία ενίσχυσις εν τούτοις να αποσταλή, ουδέ καν εν αυτοκίνητον παρά επικλήσεις Στρατιάς, ενώ το ορθόν ήτο ν’ αναμείνωμεν την έλευσιν των εφέδρων προς έναρξιν επιχειρήσεων. Και αυτό το υπάρχον ευζωνικόν Σύνταγμα,[134] εκ μόνον 1080 ανδρών, έφθασεν εις Μουδανιά 8 ημέρας μετά έναρξιν επιχειρήσεων, ενώ ηδύνατο να είναι 8 ημέρας προς των επιχειρήσεων»[135] 

Από το παραπάνω απόσπασμα προκύπτει ότι ουδεμία ενίσχυση έλαβε η Στρατιά μέχρι της έναρξη των επιχειρήσεων από την ηπειρωτική Ελλάδα, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις που υπέβαλε προς τον Υπουργόν των Στρατιωτικών. Ακόμη και το 3/40 Ευζώνων που βρισκόταν στην Ανατολική Θράκη και ζητήθηκε από τη Στρατιά η μεταφορά του στα Μουδανιά μετά τμήματος των Εμπέδων της Ζώνης Εσωτερικού,[136] διατέθηκε στη Στρατιά την 18η Μαρτίου, όταν ο αγώνας στη γραμμή Αβγκίν – Κοβαλίτσα είχε κριθεί υπέρ των Τούρκων. Το τμήμα Εμπέδων της Ζώνης Εσωτερικού δεν διατέθηκε. Επίσης και το Ανεξάρτητο Τάγμα εξ εννιακοσίων ανδρών που βρισκόταν στο Μπέϊκος της Κωνσταντινούπολης έφθασε στα Μουδανιά την 18η Μαρτίου.

Επιβάλλεται να σημειώσουμε ότι ο διοικητής και ο επιτελάρχης της Στρατιάς φέρουν βαριές ευθύνες για τη μη ενίσχυση της Στρατιάς, επειδή και οι δύο παραιτήθηκαν των προϋποθέσεων που είχαν θέσει για να διεξαχθούν οι επιχειρήσεις υπό συνθήκες που να εγγυώνται την επιτυχία τους. Η κύρια προϋπόθεση ήταν να προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς διά 30.000 ανδρών. Στη συνέχεια ο διοικητής της Στρατιάς δέχθηκε να εκτελέσει την επιχείρηση μολονότι και η ελάχιστη ενίσχυση των 3.600 ανδρών που ζήτησε δεν του διατέθηκε. Προφανώς το υπόμνημα του επιτελάρχη δεν αναφέρει όλη την αλήθεια.

13. Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων

13.1 Γενικές πληροφορίες επί της διεύθυνσης και διεξαγωγής των επιχειρήσεων από τους δύο αντιπάλους

Η κύρια μάχη των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 διεξήχθη στην περιοχή δυτικά του Εσκή Σεχήρ, από το Αβγκίν μέχρι την Κοβαλίτσα. Οι δύο αντίπαλοι ήσαν σχετικά ισοδύναμοι στο Πεζικό. Το Γ΄ Σώμα Στρατού υπερτερούσε του Δυτικού Μετώπου σε αριθμό πυροβόλων και αυτομάτων όπλων (βλέπε πίνακα 3). Το πλεονέκτημα αυτό εξουδετερωνόταν από τον προβληματικό ανεφοδιασμό του ελληνικού πυροβολικού σε πυρομαχικά, τον τρόπο που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν το πυροβολικό τους και της ισχυρής οχύρωσης της κύριας τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας.

Το κύριο όμως στοιχείο που, κατά την άποψη του γράφοντος, καθόρισε το αποτέλεσμα της επιχείρησης ήταν ο τρόπος που οι αντίπαλοι ανώτατοι διοικητές διηύθυναν και διεξήγαγαν τη μάχη. Κατ’ αρχάς οι διοικητές για να διευθύνουν αποφασιστικά τη διεξαγωγή της μάχης απαιτείται να διαθέτουν:

1) Συνεχώς ανανεούμενη εικόνα της επικρατούσας τακτικής κατάστασης. Για να μπορεί να συμβεί αυτό απαιτούνται: α) Η ύπαρξη αξιόπιστων επικοινωνιών που να επιτρέπουν τη συνεχή ροή πληροφοριών, αναφορών και διαταγών, β) Τα στρατηγεία ή οι σταθμοί διοικήσεως να εγκαθίστανται όσο το δυνατόν εγγύτερα προς το πεδίο της μάχης. γ) Οι διοικητές να εγκαθιστούν προωθημένους τακτικούς σταθμούς διοικήσεως επί δεσποζόντων εδαφικών σημείων, από τα οποία να είναι δυνατή η παρατήρηση του πεδίου της μάχης.

2) Εφεδρικές δυνάμεις και πυρά υποστηρίξεως για να επεμβαίνουν στη διεξαγωγή της μάχης. Βεβαίως ο κάθε διοικητής επεμβαίνει στη μάχη διά διαταγών και με την αλλαγή των ορίων εντός των οποίων ενεργούν οι υφιστάμενες διοικήσεις του.

Όσον αφορά την ακολουθούμενη διαδικασία από τη Στρατιά Μικράς Ασίας και τα Σώματα Στρατού για τη διεύθυνση των επιχειρήσεων αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο παθητική και αναποτελεσματική. Η Στρατιά διηύθυνε τις επιχειρήσεις με διαταγές που εξέδιδε καθημερινά περί το μεσονύκτιο, διά των οποίων καθορίζονταν οι αποστολές των υφισταμένων της διοικήσεων για την επομένη ημέρα. Κατόπιν τούτου η Στρατιά ανέμενε μέχρι αργά το βράδυ να λάβει τα ημερήσια δελτία στρατιωτικής κατάστασης των Σωμάτων Στρατού, τα οποία συντάσσονταν μετά τη λήψη των αντιστοίχων δελτίων των Μεραρχιών τους, προκειμένου να ενημερωθεί για την εξέλιξη των επιχειρήσεων ώστε να αποφασίσει για το πώς θα συνεχιστούν την επομένη ημέρα. Στη συνέχεια εξέδιδε τη διαταγή επιχειρήσεων για τις ενέργειες της επομένης ημέρας. Μετά την έκδοση της νέας διαταγής σπανιότατα η Στρατιά και τα Σώματα Στρατού επενέβαιναν στη διεξαγωγή της μάχης και τούτο επειδή δεν υφίστατο συνεχής σύνδεσμος μεταξύ της Στρατιάς και των Σωμάτων Στρατού και αυτών με τις Μεραρχίες τους. Επομένως δεν υφίστατο συνεχής ενημέρωση των Σωμάτων Στρατού και της Στρατιάς για την επικρατούσα τακτική κατάσταση. Το Στρατηγείο της Στρατιάς εγκαθίστατο σε μεγάλη απόσταση από τα Στρατηγεία των Σωμάτων Στρατού και γενικά των υφισταμένων της διοικήσεων, και αυτών σε μεγάλη απόσταση από τα αντίστοιχα των Μεραρχιών τους. Η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των ανώτατων διοικήσεων δεν ήταν πάντοτε δεδομένη εξ αιτίας της αποκοπής των τηλεφωνικών γραμμών από χωρικούς και τμήματα επιδρομών (Akinci), ή και άλλες αιτίες. Οι διατιθέμενοι ασύρματοι δεν διέθεταν μεγάλη εμβέλεια, παρουσίαζαν συχνές βλάβες και η παρεμβολή μεγάλων ορεινών όγκων μεταξύ των ανταποκριτών δυσχέραινε την ασύρματη επικοινωνία. Οι αναφορές και οι διαταγές θα έπρεπε πριν διαβιβασθούν να κρυπτογραφηθούν, στη συνέχεια να αποκρυπτογραφηθούν από τον παραλήπτη τους, με συνέπεια να επιμηκύνεται ο χρόνος αντίδρασης.

Κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου το στρατηγείο της Στρατιάς εγκαταστάθηκε στην Προύσα, ήτοι σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από το πεδίο της μάχης, ο δε διοικητής της Στρατιάς μη διαθέτοντας εφεδρικές δυνάμεις και πυρά ήταν αδύνατο να επέμβει αποφασιστικά στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων των Α΄ και Γ΄ Σωμάτων Στρατού.

Ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Παζαρτζίκ, ήτοι σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη γραμμή της μάχης, στερούταν και αυτός συνεχούς εικόνας της επικρατούσας τακτικής κατάστασης και επιπλέον στερούταν εφεδρείας και πυρών για να επέμβει αποφασιστικά στη διεξαγωγή της μάχης.

Η μη τήρηση εφεδρειών από τη Στρατιά και τα Σώματα Στρατού κατά τις επιχειρήσεις που διεξήχθησαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία είχε αναχθεί κατά κάποιο τρόπο σε δόγμα. Η μορφή της μάχης που διεξήγαγε το Γ΄ Σώμα Στρατού στην τοποθεσία Αβγκίν – Μετρές Τεπέ – Κοβαλίτσα ήταν μία κλασική μάχη των Βαλκανικών Πολέμων χωρίς ιδιαίτερη φαντασία. Οι τρεις Μεραρχίες του Σώματος προήλασαν και επιτέθηκαν συμπαρατεταγμένες για να αλώσουν την τουρκική αμυντική τοποθεσία. Στοιχεία ελιγμού διέθετε μόνο η μάχη που διεξήχθη από την VII Μεραρχία, που επιτέθηκε στο δεξιό του Σώματος. Η Μεραρχία κατέλαβε τα υψώματα της Κοβαλίτσας, το δε άκρο δεξιό της ενεργώντας υπερκερωτικά απείλησε με υπερκέραση τις περί το χωριό Ινονού τουρκικές δυνάμεις. Κατόπιν τούτου ο διοικητής του Δυτικού Μετώπου Ισμέτ Πασάς μετέφερε το στρατηγείο του από το χωριό Ινονού ανατολικότερα, στο χωριό Τσουκούρ. Η διεύθυνση της μάχης ειδικά στο κέντρο όπου επιτέθηκε η Χ Μεραρχία δεν ήταν δραστήρια.

Όσον αφορά την τουρκική πλευρά η διεύθυνση της αμυντικής μάχης από το τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού και το Δυτικό Μέτωπο ήταν δραστήρια και συνεχής. Ο διοικητής του Δυτικού Μετώπου Ισμέτ Πασάς είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στο χωριό Ινονού, ήτοι εγγύτατα στο πεδίο της μάχης, διέθετε αδιατάρακτη τηλεφωνική επικοινωνία με τους διοικητές του και ισχυρές εφεδρείες, οι οποίες μετά την είσοδο των δυνάμεων καλύψεως στην κύρια αμυντική τοποθεσία αποτελούνταν από δύο Μεραρχίες Πεζικού και μία Ιππικού. Επίσης διέθετε ως εφεδρεία και δύο Συντάγματα Πεζικού του Σώματος Στρατού Συγκρότημα (Koca Eli), που ήρθαν στο Ινονού από την περιοχή του Αδάρ Παζάρ – ανατολικά της Νικομήδειας. Κατά την εξέλιξη του αγώνα το Δυτικό Μέτωπο ενισχύθηκε με δυνάμεις πεζικού, ιππικού και πυροβολικού από το Νότιο Μέτωπο, του Αφιόν Καραχισάρ. Επομένως ο Ισμέτ Πασάς διέθετε τη δυνατότητα να επέμβει στη μάχη αποφασιστικά διά ισχυρών εφεδρειών. Όσον αφορά τη διεξαγωγή της αμυντικής μάχης αυτή είχε τη μορφή της κινητής και ενεργητικής άμυνας. Σε τούτο διευκόλυναν σπουδαίως οι ευκίνητες λόγω μεγέθους Μεραρχίες Πεζικού και Ιππικού που διέθεταν οι Τούρκοι. Το Δυτικό Μέτωπο είχε αναπτύξει ισχυρές δυνάμεις καλύψεως και γενικές προφυλακές εμπρός και σε μεγάλη απόσταση από την κύρια αμυντική τοποθεσία Αβγκίν – Μετρές Τεπέ – Κοβαλίτσα. Οι δυνάμεις καλύψεως αποτελούμενες από μία Μεραρχία Πεζικού και μία Ιππικού παρέλαβαν τις προελαύνουσες φάλαγγες του Γ΄ Σώματος Στρατού από μία γραμμή δυτικά αυτής  Αϊνεγκιόλ – Γενή Σεχήρ και παρενοχλούσαν και επιβράδυναν  την κίνησή τους, ενώ ταυτόχρονα πληροφορούσαν τη διοίκηση του Δυτικού Μετώπου για το μέγεθος των ελληνικών δυνάμεων και τις κατευθύνσεις επί των οποίων αυτές κινούνταν. Στη συνέχεια το Δυτικό Μέτωπο διεξήγαγε διά της 24ης τουρκικής Μεραρχίας Πεζικού άμυνα γενικών προφυλακών προ του κέντρου της κυρίας αμυντικής τοποθεσίας τους, στη γραμμή Γιουρούκ Αλή Μπέη – Ακτσέ Μπουνάρ – Κουγιούν Τεπέ, ενώ ταυτόχρονα αντεπιτέθηκε διά της 11ης Μεραρχίας του κατά του δεξιού της VII Μεραρχίας. Η τουρκική αντεπίθεση, πριν καν αρχίσει η αμυντική μάχη, απέτυχε με κατάλληλο ελιγμό της VII Μεραρχίας. Τα τμήματα καλύψεως και οι γενικές προφυλακές μετά το πέρας της αποστολής τους εισήλθαν στην κύρια αμυντική τοποθεσία. Ακολούθως το Δυτικό Μέτωπο ενίσχυσε διά των εφεδρειών του τη Δεξιά (βόρεια) Ομάδα Μεραρχιών του επειδή αντιλήφθηκε ότι η κύρια ελληνική επίθεση κατευθυνόταν από το Αβγκίν μέχρι το Μετρές Τεπέ.

Η αμυντική μάχη επί της κύριας τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας ήταν απολύτως ενεργητική, χαρακτηριζόμενη από συνεχείς αντεπιθέσεις, δημιουργία ισχυρών γραμμών αναχαίτισης για το κλείσιμο επισυμβάντων ρηγμάτων και την εκτέλεση στη συνέχεια σφοδρών αντεπιθέσεων υποστηριζόμενων από δραστικά πυρά πυροβολικού. Η διεύθυνση της μάχης ασκούταν δραστήρια από τους Τούρκους διοικητές που βρίσκονταν επί της γραμμής μάχης. Οι Τούρκοι διοικητές όταν διέθεταν την εφεδρεία τους συγκροτούσαν άλλη εκ των ενόντων.     

13.2 Οι επιχειρήσεις του Α΄ Σώματος Στρατού

Το Α΄ Σώμα Στρατού εξόρμησε τη 10η Μαρτίου από το Ουσάκ και τη 12η Μαρτίου κατέλαβε τη διάβαση του Τουμλού Μπουνάρ – πρώτη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ. Τη 14η Μαρτίου κατέλαβε κατόπιν μάχης το Αφιόν Καραχισάρ. Οι τουρκικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν νοτιοανατολικά προς τη περιοχή του χωριού Τσάι, ενώ το ισχυρότερο μέρος τους, υπό τη διοίκηση του Νοτίου Μετώπου, συμπτύχθηκε βόρεια, προς την περιοχή των χωριών Ισχανιέ και Ντουγκέρ. Οι δυνάμεις αυτές διατάχθηκαν από το Τουρκικό Γενικό Επιτελείο να καλύψουν τις κατευθύνσεις που οδηγούσαν προς το Εσκή Σεχήρ. Το Α΄ Σώμα Στρατού εκτίμησε ότι η κύρια δύναμη του αντιπάλου υποχώρησε προς το Τσάι και κατόπιν τούτου εγκαταστάθηκε αμυντικά πέριξ του Αφιόν ενώ διά της ΧΙΙΙ Μεραρχίας καταδίωξε τον εχθρό προς την κατεύθυνση του Ικονίου.[137]

Κατόπιν των παραπάνω προκύπτει ότι το Α΄ Σώμα Στρατού δεν εξετέλεσε το μέρος της αποστολής του που προέβλεπε ότι μετά τη κατάληψη του Αφιόν θα καλυπτόταν προς τη κατεύθυνση του Ικονίου και θα συνέκλινε με τις διαθέσιμες δυνάμεις του προς το Εσκή Σεχήρ. Το Α΄ Σώμα αντί να καλυφθεί από την κατεύθυνση του Ικονίου και να προελάσει με τις διαθέσιμες δυνάμεις του προς την Κιουτάχεια και το Ινονού, επιτέθηκε κατά των τουρκικών δυνάμεων που υποχώρησαν προς το χωριό Τσάι. Η παρέκκλιση του Α΄ Σώματος Στρατού από την αποστολή του, με την οποία συμφώνησε η Στρατιά, και η παραμονή του σε αδράνεια στο Αφιόν Καραχισάρ, επέτρεψε στο Τουρκικό Γενικό Επιτελείο να μεταφέρει διά του σιδηρόδρομου στην τοποθεσία Ινονού τις περί το Ντουγκέρ δυνάμεις, για την ενίσχυση του Δυτικού Μετώπου.[138]

13.3 Οι επιχειρήσεις του Γ΄ Σώματος Στρατού

Το Γ΄ Σώμα Στρατού εξόρμησε τη 10η Μαρτίου από την περιοχή ανατολικά της Προύσας και προήλασε προς το Εσκή Σεχήρ. Το πρωί της 14ης Μαρτίου η ΙΙΙ Μεραρχία έλαβε την επαφή με την τουρκική αμυντική τοποθεσία στην περιοχή του χωριού  Αβγκίν, επιτέθηκε και κατέλαβε διά του 12ου Συντάγματος Πεζικού το ύψωμα Κανλησίρτ δυτικά του χωριού Αβγκίν. Οι αμυνόμενες τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν στο ύψωμα Ουτς Σεχιτλέρ. Το 12ο Σύνταγμα αντικαταστάθηκε από το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων. Τη 15η Μαρτίου ενώ συνεχιζόταν η μάχη στο Αβγκίν η Χ Μεραρχία ανέτρεψε τις τουρκικές δυνάμεις στο Ακτσέ Μπουνάρ και έλαβε την επαφή με την τουρκική αμυντική τοποθεσία στο Μετρές Τεπέ. Επίσης και η VII Μεραρχία που ενεργούσε στο δεξιό έλαβε την επαφή με την οχυρωμένη τοποθεσία του χωριού Κοβαλίτσα.

Τη 15η Μαρτίου, αλλά και τις επόμενες ημέρες, επί των υψωμάτων Κανλησίρτ και Ουτς Σεχιτλέρ, δυτικά και νότια του χωριού Αβγκίν, διεξήχθη η αγριότερη ίσως μάχη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Οι Τούρκοι την 15η Μαρτίου εκτόξευσαν διαδοχικά 22 αντεπιθέσεις για να ανακαταλάβουν το Κανλησίρτ. Τέσσερις αξιωματικοί ανέλαβαν διαδοχικά τη διοίκηση του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων εκ των οποίων οι δύο φονεύθηκαν και οι άλλοι δύο τραυματίστηκαν. Τελικά την διοίκηση ανέλαβε ένας Λοχαγός. Το σύνολο σχεδόν της δύναμης των αξιωματικών του 2/39 Συντάγματος τέθηκε εκτός μάχης από την 15η Μαρτίου, όπως και 800 Εύζωνοι.

Λίγο νοτιότερα η Χ Μεραρχία κατέλαβε τα υψώματα Χαϊριέ και Μετρές Τεπέ, όπου σήμερα υψώνεται το Τουρκικό μνημείο της νίκης. Η Τούρκοι δημιούργησαν νέα γραμμής άμυνας επί της ράχης Ουλουκλού Σιρλαρί όπου έταξαν πέντε Συντάγματα Πεζικού και το Τάγμα της Εθνοσυνέλευσης, καθώς και πέντε Πυροβολαρχίες για να αναχαιτίσουν την προέλαση της Χ Μεραρχίας. 

Την 17η Μαρτίου καταλήφθηκε από την VII Μεραρχία το οχυρωμένο συγκρότημα της Κοβαλίτσας.

Τη 17η Μαρτίου το ενισχυμένο 28ο Σύνταγμα Πεζικού της Χ Μεραρχίας επιτέθηκε και εισχώρησε στην τουρκική αμυντική τοποθεσία στην περιοχή του χωριού Χαϊριέ. Το Σύνταγμα υπέστη μεγάλες απώλειες σε αξιωματικούς και οπλίτες και εξ αρχής βρέθηκε σε δυσχερή κατάσταση λόγω του ότι περιβαλλόταν πανταχόθεν από τουρκικές δυνάμεις. Ο διοικητής του 28ου Συντάγματος απέστειλε αλληλοδιαδόχως τρεις αξιωματικούς του για να αναφέρουν στο διοικητή της Χ Μεραρχίας Υποστράτηγο Λεοναρδόπουλο τη δυσχερή κατάσταση του Συντάγματος, αλλά κανένας δεν μπόρεσε να βρει τη θέση του στρατηγείου της Μεραρχίας. Τελικά η θέση του στρατηγείου της Μεραρχίας ανευρέθηκε περί το μεσονύκτιο της 17ης προς τη 18η Μαρτίου από τον τέταρτο στη σειρά αξιωματικό που απεστάλη προς τούτο.[139] Ο διοικητής της Μεραρχίας έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η άμεση επέμβασή του και ότι τα «προσήκοντα μέτρα» για την αντιμετώπιση της κατάστασης θα λαμβάνονταν το πρωί. Την 5η πρωινή ώρα απεστάλη στο στρατηγείο της Μεραρχίας ένας ακόμη Λοχαγός του 28ου Συντάγματος για να αναφέρει τη δυσχερή θέση του Συντάγματος, αλλά ήταν πλέον αργά.[140] Την 6η πρωινή ώρα της 18ης Μαρτίου άρχισε ο βομβαρδισμός των θέσεων του 28ου Συντάγματος από 25 πυροβόλα και την 0640 ώρα εκτοξεύτηκε η τουρκική αντεπίθεση διά επτά Ταγμάτων. Το 28ο Σύνταγμα άντεξε για είκοσι λεπτά. Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής του Συντάγματος Συνταγματάρχης Χρήστου, φονεύτηκαν. Άλλοι τραυματίστηκαν και δεν διακομίστηκαν.[141] Η διασωθείσα δύναμη του Συντάγματος αναστράφηκε και υποχώρησε άτακτα. Στη συνέχεια υποχώρησε και η υπόλοιπη Μεραρχία και τέλος ακολούθησε και η σύμπτυξη των υπολοίπων Μεραρχιών του Γ΄ Σώματος Στρατού.

13.4 Η δεύτερη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ

Η Τουρκική διοίκηση αμέσως μετά την σύμπτυξη του Γ΄ Σώματος Στρατού, άρχισε να μεταφέρει δια του σιδηροδρόμου σημαντικές δυνάμεις στη περιοχή του χωριού Αλτουντάς, με σκοπό να προσβάλει και να αποκόψει τις συγκοινωνίες του Α΄ Σώματος Στρατού, στην περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ, το οποίο παρέμενε σε αδράνεια στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Ταυτόχρονα δύο τουρκικές Μεραρχίες Ιππικού κινούμενες δια των διαβάσεων του Μουράτ Νταγ θα απέκοπταν ευρέως τις συγκοινωνίες του Α΄ Σώματος στην περιοχή του χωριού Μπανάζ  (βλέπε Σχεδιάγραμμα 4).

Σχεδιάγραμμα 4: Η δεύτερη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ κατά την οποία το Α΄ Σώμα Στρατού απέκρουσε την επίθεση του τουρκικού στρατού κατά των συγκοινωνιών του

Η καταστροφή του Α΄ Σώματος Στρατού από την απειλή που διαγραφόταν στην περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ απετράπη λόγω της έγκαιρης διάγνωσης αυτής από τη Στρατιά και των μέτρων που έλαβε έγκαιρα ο διοικητής του Σώματος για τη ταχεία επιστροφή των δυνάμεών του στο Τουμλού Μπουνάρ. Κυρίως όμως στην ηρωική αντίσταση του Αποσπάσματος του 34ου Συντάγματος Πεζικού, υπό το Συνταγματάρχη Δημοσθένη Διαλέτη, που διατάχθηκε να καλύψει την από Αλτουντάς προς το Τουμλού Μπουνάρ κατεύθυνση.

Η αποχώρηση των Μεραρχιών του Α΄ Σώματος Στρατού από το Αφιόν Καραχισάρ άρχισε την 25η Μαρτίου. Τις πρωινές ώρες της 26ης Μαρτίου εμφανίστηκαν προ του μετώπου του Αποσπάσματος Διαλέτη τουρκικά τμήματα ιππικού και τη 12η μεσημβρινή ώρα άρχισε η τουρκική επίθεση. Κατά του Αποσπάσματος επιτέθηκαν δύο τουρκικές Μεραρχίες Πεζικού που εκτέλεσαν και δύο ισχυρές νυκτερινές επιθέσεις που αποκρούστηκαν με δυσκολία. Το Απόσπασμα Διαλέτη μάχονταν μόνο κατά πολύ υπερτέρων εχθρικών δυνάμεων, ενώ η δύναμή του ήταν μειωμένη. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία που έφθασε τις απογευματινές ώρες της 26ης Μαρτίου στην περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ δεν ενίσχυσε το Απόσπασμα Διαλέτη, παρά τη ρητή εντολή του Α΄ Σώματος Στρατού. «Τις πρωινές ώρες της 27ης Μαρτίου η μάχη διεξάγεται κραταιά στον τομέα του 34ου Συντάγματος Πεζικού κατά του οποίου επιτίθεται η 4η Τουρκική Μεραρχία με εκατέρωθεν επιθέσεις και αντεπιθέσεις. Περί τη μεσημβρία δημιουργήθηκε κρίσιμη κατάσταση για την έκβαση του αγώνα. Ο διοικητής του Συντάγματος Συνταγματάρχης Δημοσθένης Διαλέτης επικεφαλής της μοναδικής εφεδρείας του, αποτελούμενης εξ ουλαμού του 11/34 Λόχου, του Λόχου Μικρού Επιτελείου του Συντάγματος μετά ημιονηγών και μαγείρων, θέσας σε πρώτη γραμμή τον ιερέα με αναπεπταμένη τη σημαία του Συντάγματος αντεπιτίθεται και αναγκάζει του Τούρκους σε υποχώρηση».[142] Δικαίως σήμερα η 34η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία του ελληνικού στρατού φέρει το όνομα «Απόσπασμα Συνταγματάρχου Διαλέτη». Αποτελεί το μοναδικό Σχηματισμό του Ελληνικού Στρατού που φέρει το όνομα πρώην διοικητή του.

Παρά ταύτα και ενώ η κατάσταση κρεμόταν από μία κλωστή, η Στρατιά παρότρυνε το Α΄ Σώμα Στρατού να μη εγκαταλείψει πλήρως το Αφιόν Καραχισάρ, αλλά να αφήσει ένα ελαφρύ Απόσπασμα κατοχής στην πόλη.[143] Η Στρατιά θεωρούσε ότι η κατάληψη και η κατοχή μίας μεγάλης πόλης του αντιπάλου, που διέθετε σπουδαίο όνομα και ιστορία –το Ακροϊνό των Βυζαντινών- αποτελούσε σπουδαίο πλεονέκτημα.

14. Σχολιασμός των επιχειρήσεων του Μαρτίου

14.1 Στο πολιτικό επίπεδο

Η απόφαση της νέας Κυβέρνησης που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 να ακολουθήσει την πολιτική Βενιζέλου, σήμαινε ότι αποδεχόταν την ευθύνη να επιβάλλει δια των ελληνικών όπλων τους όρους της Σύνθηκης των Σεβρών στην κεμαλική Τουρκία κατά το μέρος που αφορούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.

Παρά ταύτα ο Υπουργός των Στρατιωτικών Δ. Γούναρης, που διέθετε «άτυπα» και την αποφασιστική αρμοδιότητα στην Κυβέρνηση, φαίνεται ότι δεν αντιλαμβανόταν ότι οι υποχρεώσεις που προέκυπταν από τη συνέχιση της πολιτικής του απελθόντος Πρωθυπουργού επέβαλαν τη λήψη άμεσων και σοβαρών μέτρων για την διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων με σκοπό τον εξαναγκασμό του Κεμάλ να αποδεχθεί τους όρους της συνθήκης των Σεβρών.

Η έναρξη αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούσε να καθυστερήσει και η πολεμική προσπάθεια δεν μπορούσε να συνεχίζεται στο διηνεκές. Η Ελλάδα βρισκόταν επιστρατευμένη σχεδόν από το 1915 και επιβαλλόταν να επιστρέψει όσο το δυνατόν συντομότερα στην κατάσταση της ειρήνης. Επομένως η Κυβέρνηση όφειλε να κινητοποιήσει άμεσα τους διαθέσιμους ανθρώπινους και άλλους πόρους προκειμένου οι προς εκτέλεση επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ να διεξαχθεί υπό συνθήκες που να εξασφαλίζουν την επιτυχία της. Αυτή την απλή αλήθεια που την παρουσίασε ο Αρχηγός της ΕΥΣ στον Γούναρη, ο δεύτερος δεν την συμμεριζόταν.

Μολονότι η Κυβέρνηση επιζητούσε την εκτέλεση μίας επιχείρησης εκ των θετικών αποτελεσμάτων της οποίας θα πείθονταν οι Σύμμαχοι ότι ο ελληνικός στρατός είναι αξιόμαχος και ικανός να επιβάλει τους όρους της συνθήκης των Σεβρών στην Κεμαλική Τουρκία, δεν διαβουλεύθηκε υπεύθυνα με τους στρατιωτικούς της συμβούλους, δηλαδή το Διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας και τον Αρχηγό της ΕΥΣ, για να προσδιορίσει το είδος και το εύρος της ζητούμενης επιχείρησης, τους σκοπούς τους όποιους έπρεπε αυτή να επιτύχει και τους αναγκαίους πόρους που θα έπρεπε η Κυβέρνηση να θέσει στη διάθεση της Στρατιάς Μικράς Ασίας για να εκτελέσει την επιχείρηση υπό συνθήκες που θα εγγυόνταν την επιτυχία της. 

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών αντί να διαβουλευτεί με το Διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας σχετικά με την εκτέλεση της επιχείρησης, διαβουλεύτηκε με τον επιτελάρχη της Στρατιάς. Μολονότι η Στρατιά δια του Επιτελάρχη της ζήτησε από τον Υπουργό των Στρατιωτικών 30.000 άνδρες και διάφορα άλλα υλικά μέσα για να εκτελεστεί η επιχείρηση κατάληψης της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ τον Απρίλιο, υπό συνθήκες που να εγγυώνται την επιτυχία της, αυτός αρνήθηκε να διαθέσει αυτή τη δύναμη και το αναγκαίο τηλεγραφικό υλικό. Όταν ο επιτελάρχης της Στρατιάς του ανέφερε ότι εφόσον η Κυβέρνηση επιθυμούσε την εκτέλεση αυτής της επιχείρησης, η Στρατιά θα προσπαθήσει να την εκτελέσει, αλλά ίσως πιο περιορισμένη, ο Γούναρης το αποδέχθηκε χωρίς να αντιλαμβάνεται τις ανακολουθίες του επιτελάρχη της Στρατιάς. Με την πρόταση του επιτελάρχη θα συμφωνήσει και ο Διοικητής της Στρατιάς. Ο Διοικητής της Στρατιάς θα συνεχίσει να συμφωνεί ακόμη και όταν ο Υπουργός θα αρνηθεί να του διαθέσει και την ελάχιστη ενίσχυση των 3.600 ανδρών που ζήτησε.

Αν στη θέση του Υπουργού των Στρατιωτικών βρισκόταν όχι ένα δεινός ρήτορας, αλλά ένας στιβαρός πολιτικός ηγέτης που αντιλαμβανόταν τα στρατιωτικά ζητήματα, αλλά και το δυσμενές περιβάλλον που έτεινε να διαμορφωθεί σε βάρος της εθνικής υπόθεσης και τις εξ αυτής της κατάστασης ευθύνες του, θα απέλυε πάραυτα τον διοικητή της Στρατιάς και τον επιτελάρχη του. Και τούτο επειδή οι δύο αυτοί άνδρες παραιτήθηκαν εύκολα από τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει ώστε η συζητούμενη επιχείρηση να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.

Κατόπιν των παραπάνω ήταν επόμενο ότι ο Γούναρης θα απέρριπτε και τις προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ για την επιστράτευση από της προχθές τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, οι οποίες του υποβλήθηκαν δύο ημέρες μετά τις διαβουλεύσεις του με τον επιτελάρχη της Στρατιά. Για ποιο λόγο άλλωστε να αποδεχθεί την «ακραία πρόταση» του Αρχηγού της ΕΥΣ όταν είχε την διαβεβαίωση του διοικητή της Στρατιάς και του επιτελάρχη της ότι η επιχείρηση μπορούσε να εκτελεστεί δια των δυνάμεων που διέθετε η Στρατιά;

Είναι προφανές ότι ο Γούναρης απέφυγε να υπεισέλθει σε δύσκολες αναλύσεις και επιθυμούσε εύπεπτες λύσεις, παρ’ όλο που η αρχική πρόταση της Στρατιάς, αλλά και η πρόταση του Αρχηγού της ΕΥΣ, διέθεταν ένα κοινό παρανομαστή, του οποίου τη σημασία όφειλε να λάβει υπόψη του. Η επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ για να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, θα έπρεπε να διεξαχθεί Μάρτιο-Απρίλιο και αφού θα είχε προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς διά σοβαρών δυνάμεων και των αναγκαίων πολεμικών μέσων και υλικών.

Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα στο επίπεδο της Πολιτικής Διεύθυνσης του Πολέμου που διεξαγόταν στη Μικρά Ασία. Η Κυβέρνηση επέλεξε το λάθος πρόσωπο για να του αναθέσει τη διοίκηση της Στρατιάς, ενώ γνώριζε την επιτελική και επιχειρησιακή του ανεπάρκεια.[144] Τοποθέτησε ως επιτελάρχη της Στρατιάς έναν επιτελικά μορφωμένο αξιωματικό για να καλύπτει την επιχειρησιακή ανεπάρκεια του διοικητή της Στρατιάς και έτσι δημιούργησε ένα σχήμα διοικήσεως και διεύθυνσης των επιχειρήσεων εκ των πραγμάτων καταστροφικό. Τις αποφάσεις επί των επιχειρησιακών ζητημάτων θα τις λάβανε ο θεσμικά ανεύθυνος επιτελάρχης της Στρατιάς και θα τις επικύρωνε ο υπεύθυνος διοικητής της. Με αυτό το διοικητικό-επιχειρησιακό δημιούργημα του Γούναρη θα πορευτεί η Στρατιά Μικράς Ασίας μέχρι και τον Μάιο του 1922.

Ο υπεύθυνος Διοικητής της Στρατιάς βρισκόταν σε αδυναμία να αρθρώσει επιχειρησιακό λόγο και να αποφασίσει. Γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι σε τρεις μεγάλες συσκέψεις, οι δύο παρουσία του Βασιλιά Κωνσταντίνου,[145]αντί του Παπούλα μίλησε μόνο  ο επιτελάρχης του,[146] με τον Παπούλα να παρίσταται σιωπών.[147]

Οι σημαντικότερες αιτίες της αποτυχίας των επιχειρήσεων του Μαρτίου ανιχνεύονται αφ’ ενός μεν στο διοικητικό-επιχειρησιακό δίπολο διοίκησης της Στρατιάς και διεύθυνσης των επιχειρήσεων, που δημιούργησε η Κυβέρνηση στη Στρατιά Μικράς Ασίας και αφ’ ετέρου δε και στην αδυναμία του Γούναρη να λάβει δύσκολες αποφάσεις.

14.2 Στο επιχειρησιακό επίπεδο

Η Στρατιά διέθετε ως Υπαρχηγό του Επιτελείου της και Διευθυντή Επιχειρήσεων έναν ικανότατο αξιωματικό, ο οποίος συνέλαβε μία εξαιρετική Ιδέα Ενεργείας για την εκτέλεση της επιχείρησης κατάληψης της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ, που εξουδετέρωνε εμμέσως το πρόβλημα των περιορισμένων δυνάμεων που μπορούσε να διαθέσει η Στρατιά για την εκτέλεση της εν λόγω επιχείρησης και προσέφερε μία λύση που διέθετε μεγάλες πιθανότητες να πετύχει. Δυστυχώς η ιδέα αυτή που εγκρίθηκε από το διοικητή της Στρατιάς και εμμέσως από την Κυβέρνηση, ανατράπηκε από τον επιτελάρχη της Στρατιάς, χωρίς να το αντιληφθούν ο διοικητής της και η Κυβέρνηση.

Η νέα Ιδέα Ενεργείας, υποφήτης της οποίας ήταν ο Αρχηγός της ΕΥΣ, επί της οποίας δομήθηκε και το επιχειρησιακό σχέδιο, παρέβλεπε τις αρχές του πολέμου και το βασικό κανόνα διεξαγωγής των επιθετικών επιχειρήσεων, της συνταύτισης των προσπαθειών. Κατόπιν τούτου ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

Η περιορισμένη δύναμη της Στρατιάς που διατέθηκε για τις επιχειρήσεις, η υποεπάνδρωση αυτής της δύναμης, η αναποτελεσματική διαδικασία διεύθυνσης των επιχειρήσεων, η μη τήρηση εφεδρειών, ο μη έλεγχος των επιχειρήσεων του Α΄ Σώματος Στρατού από τη Στρατιά, θα οδηγήσουν τις επιχειρήσεις σε αποτυχία με εκατόμβες απωλειών μάχης.

15. Γενικές διαπιστώσεις

Η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 αποδεικνύεται ότι δεν ήταν έτοιμη να δώσει αμέσως σοβαρές λύσεις στις κρίσιμες προκλήσεις με τις οποίες θα βρισκόταν αντιμέτωπη αναλαμβάνοντας την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας.

Το πρώτο ζήτημα που ήταν βέβαιο ότι θα καλούνταν να δώσει αμέσως απάντηση, ήταν αυτό της τοποθέτησης νέου διοικητή στα στρατεύματα της Μικράς Ασίας. Παρά ταύτα η μετανοεμβριανή κυβέρνηση δεν είχε μελετήσει το υπόψη ζήτημα, κατά την προ των εκλογών περίοδο, και δεν είχε καταλήξει στο πρόσωπο του ικανού εκείνου αξιωματικού, στον οποίο θα ανέθετε τη διοίκηση της Μικρασιατικής Στρατιάς. Ωθούμενη σαφέστατα από κομματικές και πολιτικές σκέψεις και ιδεοληψίες και πιεζόμενη από την παραίτηση του Παρασκευόπουλου, ανέθεσε τη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας στον Αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα που αποδεδειγμένα στερούνταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής και επιχειρησιακής κατάρτισης, μολονότι υπήρχαν άλλοι ικανοί, μορφωμένοι και με βαριές περγαμηνές ανώτατοι αξιωματικοί που επέδειξαν μεγάλες ικανότητες στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπως π.χ. οι Στρατηγοί Κ. Μοσχόπουλος, Δ. Καλλάρης, Στ. Γεννάδης, Γ. Πολυμενάκος.

Στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής η νέα κυβέρνηση φαίνεται ότι δεν έχει μελετήσει εκ των προτέρων το Μικρασιατικό ζήτημα και κατόπιν τούτου δεν αντιλαμβάνεται:

Πρώτο: Ότι οι φραστικές διαβεβαιώσεις της προς τους συμμάχους «να εκτελέση εντελώς πάσας τας υπό του προκατόχου υπουργείου αναληφθείσας υποχρεώσεις», σημαίνουν ότι αναλαμβάνει, όπως και ο Βενιζέλος, να επιβάλει δια της ισχύος των Ελληνικών όπλων τους όρους της συνθήκης των Σεβρών, κατά το μέρος που αφορούσαν την Ελλάδα, στην κεμαλική Τουρκία. Αυτό καθόριζε ότι η νέα κυβέρνηση επιβαλλόταν να προετοιμάσει άμεσα το έθνος, τον κρατικό μηχανισμό και το στρατό για να κάνει επιθετικό πόλεμο. Διαφορετικά οι διαβεβαιώσεις της ήταν άνευ αντικρίσματος.

Δεύτερο: Τη δυσμενή κατάσταση που έτεινε να διαμορφωθεί σε βάρος της Ελλάδας μετά την ατυχή επιχείρηση της Επιθετικής Αναγνώρισης, που η ίδια διέταξε να εκτελεστεί, και η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη de facto αναγνώριση του Κεμαλικού κράτος από τους συμμάχους. Ο Κεμάλ είχε καταστεί πλέον επίσημος συνομιλητής των συμμάχων.

Τρίτο: Ότι οι διαπραγματεύσεις, ακόμη και αν τα αποτελέσματά τους ήταν ευμενή για την Ελλάδα, δεν επρόκειτο να δώσουν λύση στο Μικρασιατικό ζήτημα από τη στιγμή που η κεμαλική Τουρκία απέρριπτε αναφανδόν τη συνθήκη των Σεβρών. Αργά ή γρήγορα τα προβλήματα θα λύνονταν δια των όπλων.

Τέταρτο: Ότι στις αρχές του 1921 ο μόνος παράγοντας που συνέχιζε να είναι ευμενής για την Ελλάδα, από όσους υπεισέρχονταν αμέσως η εμμέσως στην εξίσωση του Μικρασιατικού ζητήματος, ήταν ότι η ισχύς του Τουρκικού στρατού ήταν ακόμη εξαιρετικά περιορισμένη.

Πέμπτο: Ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της Ελλάδας. Ο Κεμάλ στηριζόμενος στα πλέον ικανά και εμπειροπόλεμα, από τα πολυάριθμα, στελέχη του πρώην Οθωμανικού στρατού, θα ήταν σε θέση να παρατάξει πολύ σύντομα ένα μεγάλο και ισχυρό στρατό άριστα στελεχωμένο.

Τις παραπάνω αλήθειες που αμέσως ή εμμέσως τις παρουσιάζει και αναλύει δια ενός εμπεριστατωμένου υπομνήματος ο Αρχηγός της ΕΥΣ στον ισχυρό άνδρα της κυβέρνησης, Δημήτριο Γούναρη, ο δεύτερος αρνείται να τις αποδεχθεί.

Στο επίπεδο της στρατιωτικής στρατηγικής η κυβέρνηση αποφασίζει να εκτελέσει μία επιχείρηση, από τα θετικά αποτελέσματα της οποίας ελπίζει ότι θα ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας στη διάσκεψη του Λονδίνου. Αδυνατεί όμως να κατανοήσει ότι η αποτυχία επίτευξης αυτού του πολιτικού σκοπού, λόγω ενδεχόμενης  αποτυχίας των επιχειρήσεων, θα έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας και ειδικά στις σχέσεις της με τους Βρετανούς, που συνέχιζαν να υποστηρίζουν «πλατωνικά» πλέον την ελληνική υπόθεση, ενώ από την άλλη πλευρά οι Τούρκοι θα καθίσταντο ανοικονόμητοι.

Αυτό το απλό ζήτημα «πρακτικής αριθμητικής» είναι πρόδηλο ότι ο Γούναρης δεν μπορεί να το κατανοήσει, ή ενδεχομένως δεν θέλει να το κατανοήσει, και έτσι αρνείται να διαθέσει στη Στρατιά Μικράς Ασίας έστω και κάποιες ελάχιστες ενισχύσεις, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιτυχία των επιχειρήσεων.

Ο Γούναρης πείθεται πολύ αργά ότι επιβάλλεται να καλέσει εφέδρους για να ενισχύσει τη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, που ενημερώνεται σχετικά, του επισημαίνει (τον προειδοποιεί) ότι τίποτε δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη του, αλλά ο Πρωθυπουργός Καλογερόπουλος και ο Γούναρης αποφασίζουν οι έφεδροι να προσέλθουν προς κατάταξη πέντε ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων.

Στο επιχειρησιακό επίπεδο τα πράγματα είναι κάπως φαιδρά. Αποφασίζεται από τη Στρατιά και ενημερώνεται η κυβέρνηση ότι θα εκτελεστεί ένα σχέδιο που πολύ σωστά «σαλαμοποιεί» τους προς επίτευξη σκοπούς της επιχείρησης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξή τους. Σε πρώτη περίοδο θα καταλαμβάνονταν ταυτόχρονα το Εσκή Σεχήρ και η Κιουτάχεια και σε δεύτερη περίοδο το Αφιόν Καραχισάρ. Το σχέδιο αυτό, με βάση τη δύναμη της Στρατιάς διέθετε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Στην πορεία ένα αναρμόδιο με το επιχειρησιακό επίπεδο πρόσωπο, ο Αρχηγός της ΕΥΣ, έπεισε τον επιτελάρχη της Στρατιάς να αλλάξουν οι σκοποί της επιχείρησης σε άλλους ευρύτερους. Το αρχικό σχέδιο γρήγορα τροποποιήθηκε. Ο διοικητής της Στρατιάς ήταν εύκολο να υπογράψει το νέο σχέδιο. Ο Πρωθυπουργός, ο Υπουργός των Στρατιωτικών και ο Σαρρηγιάννης (που βρίσκονται στο Λονδίνο) αγνοούσαν την τροποποίηση του αρχικού σχεδίου. Ειδικά ο Σαρρηγιάννης που συνέλαβε την γενική ιδέα του σχεδίου.

Οι επιχειρήσεις που θα διεξαχθούν υπό τις παραπάνω συνθήκες, ήταν πλέον ή βέβαιο ότι θα αποτύγχαναν.

16. Συμπεράσματα

Κατόπιν των όσων αναφέρθηκαν και απαντώντας στα ερωτήματα που τέθηκαν στο σκοπό του κειμένου, η ανώτατη διεύθυνση του πολέμου από την κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 απέτυχε επειδή αυτή:

Δεν μπόρεσε να μελετήσει και να ερμηνεύσει με ρεαλισμό όλους τους παράγοντες που επηρέαζαν την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος, καθώς και τις προκλήσεις που αυτοί έθεταν, ώστε να λάβει έγκαιρα τις κάθε φορά αναγκαίες αποφάσεις.

Δεν επέλεξε με κριτήρια επιχειρησιακής αξιοσύνης το διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Όλως αντιθέτως και για να καλύψει την εγνωσμένη επιχειρησιακή ανεπάρκεια του νέου διοικητή της Στρατιάς, δημιούργησε ένα άτυπο «διοικητικό/επιχειρησιακό»  δίπολο, που ο μεν ένας πόλος διοικούσε τη Στρατιά ο δε έτερος, και θεσμικά ανεύθυνος, σχεδίαζε και διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Το σχήμα αυτό πολλαπλώς έβλαψε την εξέλιξη της όλης εκστρατείας.

Δεν καθόρισε με σαφήνεια τους στρατιωτικούς σκοπούς κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις του Δεκεμβρίου 1920 και του Μαρτίου 1921, που η επίτευξή τους θα εξυπηρετούσε την πολιτική της στο Μικρασιατικό ζήτημα. Αδυνατώντας να προσδιορίσει τους στρατιωτικούς σκοπούς, δεν διαβουλεύθηκε επίσημα και υπεύθυνα με τους κατά το νόμο θεσμικούς της συμβούλους για να τους προσδιορίσει.

Δεν έθεσε, απέφυγε μάλλον να θέσει στη διάθεση της Στρατιάς τους αναγκαίους πόρους για να διεξαχθούν οι επιχειρήσεις, που η ίδια ζήτησε, υπό συνθήκες που να εξασφαλίζεται η επιτυχία τους.

Δεν αποκατέστησε αποτελεσματικό έλεγχο επί της σχεδίασης των επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να τροποποιηθεί εν αγνοία της ο αρχικός σχεδιασμός.

Το άτυπο δίπολο διοίκησης της Στρατιάς και σχεδίασης και διεύθυνσης των επιχειρήσεων, παραιτούμενο αυτοβούλως των προϋποθέσεων που το ίδιο είχε θέσει προκειμένου οι επιχειρήσεις για την κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ να διαθέτουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, υπονόμευσε την κρίση της πολιτικής ηγεσίας.

Κύριες αιτίες της αποτυχίας των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 ήταν η προβληματική διεύθυνση του πολέμου από την κυβέρνηση, για τους λόγους που ήδη προσδιορίσαμε, η ατυχής επιλογή του αξιωματικού στον οποίο ανατέθηκε η διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας, η έναρξη των επιχειρήσεων πριν την συμπλήρωση της δύναμης των Μονάδων δια των εφέδρων που κλήθηκαν υπό τα όπλα, το λανθασμένο σχέδιο δια του οποίου εκτελέστηκαν οι επιχειρήσεις, η μειωμένη μάχιμη δύναμη των μονάδων σε σχέση με την προβλεπομένη, η απουσία εφεδρειών και η προβληματική διεύθυνση των επιχειρήσεων από κάποιους εκ των ανώτατων διοικητών.

Υπήρξαν ασφαλώς και άλλες σημαντικές αιτίες που αναφέρονται στα της διεξαγωγής των επιχειρήσεων, στον εφοδιασμό των μονάδων και ειδικά του πυροβολικού δια πυρομαχικών, πλην όμως η αναφορά τους εκφεύγει της παρούσας παρουσίασης.

         

Πίνακας 3: Τα σημαντικότερα γεγονότα της Μικρασιατικής Εκστρατείας

[148]


[1] Οι ημερομηνίες αναφέρονται στο παλαιό ημερολόγιο που ίσχυε στην Ελλάδα την περίοδο που εξετάζουμε. Η αναγωγή στο νέο ημερολόγιο γίνεται δια της πρόσθεσης 13 ημερών.

[2] Εμμανουήλ Μανσόλας, Ιωάννης Καφετζόπουλος, Δημήτριος Γεδεών, Η Ιστορία της Οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού 1821-1954, (Αθήνα, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Έκδοση Δεύτερη, 2005)

[3] Στο ίδιο, 196-198. Βλέπε επίσης Κλεάνθης, Το Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 – Μέρος Α΄, https://belisarius21.wordpress.com/

[4] Ο Γεώργιος Θεοτόκης την περίοδο 1899 – 1909 ανέλαβε ουσιαστικά τρεις φορές τη διακυβέρνηση της χώρας: 2 Απριλίου 1899 – 10 Νοεμβρίου 1901, 6 Δεκεμβρίου 1903 – 16 Δεκεμβρίου 1904 και 20 Μαρτίου 1906 – 7 Ιουλίου 1909.  Κατά την πρωθυπουργία του αναλήφθηκε ένα ευρύ πρόγραμμα αναδιοργάνωσης και επαναξοπλισμού του Στρατού.

[5] Μανσόλας, Καφετζόπουλος και Γεδεών Η Ιστορία της Οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού 1821-1954,

[6] Ιωάννης Καφετζόπουλος, Κωνσταντίνος Πολυζώης, Νικόλαος Δεπάστας, Αγγελική Δήμα Δημητρίου, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, Τόμος Α΄, Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου, (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1988),

[7]  Την περίοδο της διακυβέρνησης Θεοτόκη άρχισε ο Μακεδονικός Αγώνας για την απόκρουση της Βουλγαρικής απειλής κατά της Μακεδονίας.

[8]  Michael Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας, η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2009, β΄ ανατύπωση),

«Ο διεκδικητής αυτός εμφανίστηκε το 1910. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος εισόρμησε στην ελληνική πολιτική σκηνή από το ακμαίο επαρχιακό σχολείο της κρητικής πολιτικής, και μέσα σε λίγους μήνες κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική ζωή με τρόπο πρωτοφανή. Ήρθε μετά από πρόσκληση για να βρει λύση στα αδιέξοδα. Όταν έφθασε στην Αθήνα ήταν ένας άντρας με μεγάλη φήμη επαναστάτη και εθνικιστή που είχε διαδοχικά αγωνιστεί εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, των Μεγάλων Δυνάμεων και του πρίγκιπα Γεωργίου … Μέσα από τους αγώνες αυτούς που έγιναν στο όνομα της ένωσης με την Ελλάδα, είχε αποκτήσει προσωπική φήμη στην ευρύτερη ελληνική σκηνή … Μέσα σε λίγους μήνες είχε παρακάμψει το πολιτικό αδιέξοδο, είχε πείσει τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο να αυτοδιαλυθεί και είχε επιβληθεί και στον βασιλιά και στον πολιτικό κόσμο. Ο Βενιζέλος αναδείχθηκε ηγέτης σε μια ενθουσιώδη εποχή συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, κοινωνικής νομοθεσίας και στρατιωτικής αναδιοργάνωσης. … Ο Βενιζέλος έσπευσε στη δυτική Ευρώπη για ν’ αρχίσει την εκστρατεία του υπέρ των Ελληνικών διεκδικήσεων … προσπαθώντας να προσεταιρισθεί Βρετανούς πολιτικούς, δημοσιογράφους και φιλέλληνες και οργανώνοντας τον ελληνικό μηχανισμό προπαγάνδας για τον μακροχρόνιο αγώνα που είχε μπροστά του. … Ο Βενιζέλος αναγνώριζε πλήρως τη σημασία που είχε η μάχη της προπαγάνδας … Ωστόσο, το καλύτερο επιχείρημα και η καλύτερη διαφήμιση της Ελλάδας ήταν ο ίδιος ο Βενιζέλος και ο σεβασμός που απολάμβανε ως σημαντική πολιτική προσωπικότητα. Ήταν διατεθειμένος να αφιερώσει απεριόριστο χρόνο και ενεργητικότητα στην προσπάθειά του να προβάλει στον έξω κόσμο μια θετική εικόνα της χώρας του. … ο Βενιζέλος ήταν ένας από τους αστέρες της συνδιάσκεψης … Δεν μπορώ να σου περιγράψω το κύρος που έχει εδώ ο Βενιζέλος, έγραφε ο Χάρολντ Νίκολσον στον πατέρα του. … Η ομιλία του είναι ένα περίεργο κράμα από γοητεία, ληστρικό πνεύμα, πολιτική διεθνούς εμβέλειας, πατριωτισμό, θάρρος, φιλολογία … Ο Βενιζέλος γρήγορα απέκτησε φήμη για τη μετριοπάθεια, τη σοφία και την ηγετική του φυσιογνωμία. Η φήμη αυτή θεμελιωμένη σε φλογερή ειλικρίνεια και ισχυρή θέληση, που συνδυαζόταν με γοητεία στη συμπεριφορά και διπλωματικότητα στην πολιτική του, επέτρεπε να ασκήσει τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων. … Η ιδιοφυΐα αυτής της πολιτικής θυμίζει σχεδόν Μπίσμαρκ.»

[9] Καφετζόπουλος, Πολυζώης, Δεπάστας, και Δήμα-Δημητρίου, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, Επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου, «…Εγώ έλεγε το τηλεγράφημα (του διαδόχου) έχω καθήκον να στραφώ προς το Μοναστήριον, εκτός αν το απαγορεύσετε. Και του απήντησα. Σου το απαγορεύω …»

[10] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου, Ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Λόϋδ Τζώρτζ κατά τις συνομιλίες που είχε με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Ν. Καλογερόπουλο τη 19η Φεβρουαρίου στο Λονδίνο του συνέστησε «η Ελλάς να συνεννοηθή μετά των Συμμάχων, διότι την εδαφικήν της επέκτασιν την οφείλει εις αυτούς»

[11] Αριστείδης Ομηρίδης Σκυλίτσης Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον 1914-1918. Τόμος 2: Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918

[12]  Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας,

[13] Βελισάριος, 13 Αυγούστου 1922, Εξέχουσα Αφιόν Καραχισάρ: Η Αρχή του Τέλους, (Εισαγωγικό σημείωμα στην παρουσίαση του άρθρου του τότε Επιλάρχου και νυν Αρχηγού ΓΕΣ Χαράλαμπου Λαλούση «Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία», https://belisarius21.wordpress.com/, 13 Αυγούστου 2012). Όσοι αποφαίνονται ότι ήταν μεγάλο λάθος η στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στη Μικρά Ασία μοιάζουν κατά τις ιδέες με αυτούς που στην Ελλάδα και στην Κύπρο υποστηρίζουν από το 1974 και μετά ότι η Κύπρος είναι μακριά και έτσι η μεν Ελλάδα αποποιήθηκε των ευθυνών της για την υποστήριξη ενόπλως του Κυπριακού Ελληνισμού, οι δε Ελληνοκύπριοι αποποιήθηκαν την ένοπλη στήριξη της Ελλάδας και επιδιώκουν να αποτελέσουν ένα οιονεί προτεκτοράτο της Τουρκίας. 

[14] Ιωάννης Δρακόπουλος, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922 Τόμος 1: Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη (Μάιος 1919 – Μάιος 1920),

[15] Δρακόπουλος, Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη (Μάιος 1919 – Μάιος 1920), Στον κύκλο των επισήμων προσώπων που ενίσχυαν την οργάνωση επαναστατικών πυρήνων ανήκαν ο Υφυπουργός Στρατιωτικών Ισμέτ (Ισμέτ Ινονού), ο Αρχηγός του Επιτελείου Στρατηγός Φεβζή, ο Υπουργός των Ναυτικών Πλοίαρχος Ραούφ και ο Υπουργός Εσωτερικών Φετχή, που αποτέλεσαν αργότερα σημαντικά στελέχη του Κεμαλικού Κράτους, και Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας, «…και υπάρχουν στοιχεία που μοιάζουν να δείχνουν ότι στο υπουργείο Στρατιωτικών εδώ στην Κωνσταντινούπολη βρίσκεται το οργανωτικό κέντρο των ταραχών»

[16] Δρακόπουλος, Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη (Μάιος 1919 – Μάιος 1920),

[17] Στο ίδιο

[18] Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας,

19 Στρατηγός Ξενοφών, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, (Αθήνα: Δημιουργία, Τετάρτη Έκδοση)

20 Στο ίδιο

21 Δρακόπουλος Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη (Μάιος 1919 – Μάιος 1920), και Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος, Η Μικρασιατική Ήττα Αύγουστος 1922, (Ελεύθερη Σκέψις, Μάρτιος 2009), Κατά τον Κανελλόπουλο αποφασίστηκε ο οθωμανικός στρατός να διατηρήσει 20 Μεραρχίες δυνάμεως εκάστη 2.020 ανδρών, αποτελούμενη από 3 Συντάγματα των 3 Ταγμάτων και 1 Τάγμα Πυροβολικού με 2 Πυροβολαρχίες. Ο βαρύς οπλισμός των Μεραρχιών θα αποτελούταν από 12 πολυβόλα και 8 πυροβόλα.

[22] Δεν είναι σαφές αν οι Τουρκικές δυνάμεις που αντιστάθηκαν στην προέλαση του Ελληνικού Στρατού ελέγχονταν από την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης ή τον Κεμάλ.

[23] Ομηρίδης Σκυλίτσης Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον 1914-1918. Τόμος 2, Στις αρχές Ιουνίου 1918 συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Γενικό Στρατηγείο του Ελληνικού Στρατού επικεφαλής του οποίου τοποθετήθηκε την 11η Ιουνίου 1918 ο πρόσφατα διορισθείς Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού στη ζώνη των πρόσω, Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής. Στην δικαιοδοσία του Δαγκλή υπάγονταν οι Ελληνικές μονάδες του Μακεδονικού Μετώπου από άποψη διοικητική, εκπαίδευσης και πειθαρχίας, ενώ μπορούσε να διενεργεί επιθεωρήσεις. Ουδεμία όμως ανάμιξη είχε στα αφορώντα τα επιχειρησιακά ζητήματα. Την 8η Νοεμβρίου 1918 ανέλαβε την Αρχιστρατηγία του Στρατού ο Αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, με τον Ελληνικό Στρατό να επανέρχεται πλέον υπό την πλήρη διοίκηση του νέου Αρχηγού. Την 15η Φεβρουαρίου 1920 το Α΄ Τμήμα του Γενικού Στρατηγείου υπό τον Αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη. Για τα αφορώντα τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία και τη Θράκη, ο Ελληνικός Στρατός ενεργούσε με βάση όσα συμφωνούνταν μεταξύ του Βενιζέλου και των συμμάχων, των επιχειρήσεων εκτελουμένων με διαταγές του Γενικού Στρατηγείου. Πληροφορίες για τον Αντιστράτηγο Π. Δαγκλή: εξήλθε της Σχολής Ευελπίδων  το 1877 ως ανθυπολοχαγός  Πυροβολικού και μετεκπαιδεύτηκε στο Βέλγιο με δικά του έξοδα στο πυροβολικό. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο  του 1897 ως επιτελάρχης της 1ης Ταξιαρχίας Ιππικού του Στρατού Ηπείρου και στη συνέχεια ανέλαβε διάφορα καθήκοντα υψηλής ευθύνης. Υπήρξε εφευρέτης του λυόμενου ορειβατικού πυροβόλου των 75 χλστ Σνάιντερ Δαγκλή, που χρησιμοποιούσε ο Ελληνικός Στρατός, καθώς και πολλοί άλλοι στρατοί. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, έχοντας το βαθμό του Υποστράτηγου, διετέλεσε Αρχηγός του Επιτελείου του Αρχιστράτηγου Διαδόχου Κωνσταντίνου. Αποστρατεύτηκε το 1915, πολιτεύθηκε και στην κυβέρνηση Βενιζέλου ανέλαβε το 1915 το Υπουργείο Στρατιωτικών. Το Σεπτέμβριο του 1916 προσχώρησε στο βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης και ορίστηκε μέλος της υπό το Βενιζέλο τριμελούς Επαναστατικής Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης.

[24] Κωνσταντίνος Νερούτσος, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922 Τόμος 2: Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1920, (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήναι Ανατύπωση 1991),

22 Τον Ιούνιο του 1920  Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία διέθετε τις ακόλουθες Μεγάλες Μονάδες: Το A΄ Σώμα Στρατού (Ι και ΙΙ Μεραρχίες), το Σώμα Στρατού Σμύρνης (Μεραρχίες Αρχιπελάγους, Σμύρνης και ΧΙΙΙ Μεραρχία), τη Μεραρχία Κυδωνιών και την Ταξιαρχία Ιππικού. Η παρούσα δύναμη ανερχόταν σε 3.143 Αξιωματικούς και 89.154 Οπλίτες.

23  Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Μεγάλης Βρετανίας

24 Νερούτσος Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου

[28] Σωτήριος Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, (Καστανιώτης, Αθήναι 2015)

[29] Νερούτσος, Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1920

25 Στο ίδιο

27 Νερούτσος, Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1920

28 Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας «Το Μάρτιο του 1920 οι αντιβενιζελικοί πολιτικοί αρχηγοί είχαν σχηματίσει μια δεκαεξαμελή επιτροπή, την Ηνωμένη Αντιπολίτευση, καρπό πολύμηνης προσπάθειας του Καλογερόπουλου, του Στράτου, του Τσαλδάρη και άλλων για να ενώσουν τις διάφορες φατρίες εκείνων που είχαν αντιβενιζελικά και φιλοβασιλικά αισθήματα σε ένα ευρύ μέτωπο. Ο ηλικιωμένος Δ. Ράλλης και ο εξόριστος Δ. Γούναρης αντιπροσωπεύονταν από άλλους. Κύριοι στόχοι αυτού του πολιτικού συνασπισμού ήταν η κατάργηση της «τυραννίας» του Βενιζέλου και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου στο θρόνο. Επίσημες δηλώσεις περί αποστράτευσης δεν υπήρξαν»

[33] Στο ίδιο, «Η κύρια δύναμη του νέου καθεστώτος ήταν ο Γούναρης»

[34]  Ο Γούναρης μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Χώρας από τον Βενιζέλο την 14η Ιουνίου 1917, εξορίστηκε μαζί με άλλες σημαντικές προσωπικότητες της αντιβενιζελικής παράταξης στην Κορσική, από όπου διέφυγε στη Σαρδηνία, με την Ιταλική κυβέρνηση να του παραχωρεί άδεια παραμονής. Επανήλθε στην Ελλάδα την 10η Οκτωβρίου 1920.

[35] Πρωθυπουργός Δ. Ράλλης, Η Ελλάς θα εκτελέσει τας υποχρεώσεις της, ΣΚΡΙΠ «Ο κ. Πρωθυπουργός επέδωκε, κατά τα ειωθότα, μετά το πέρας των προφορικών αυτού δηλώσεων έγγραφον υπομνησιν αυτών προς τον κ. πρεσβευτήν (της Γαλλίας), έχουσα εν κειμένω ως ακολουθώς: Η Ελληνική κυβέρνησις … αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να εκτελέση εντελώς πάσας τας προς την κυβέρνησιν της Γαλλικής Δημοκρατίας υπό του προκατόχου υπουργείου αναληφθείσας υποχρεώσεις. … Ομοίαν υπόμνησιν των δηλώσεων τούτων, μετέβη αυτοπροσώπως ο κ. Δ. Ράλλης και επέδωκεν και εις τας πρεσβείας Αγγλίας, Ιταλίας και Ρωσίας»

34 Στρατηγός, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία

[37] Ο Αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος διοικούσε το σύνολο της δύναμης του ελληνικού στρατού

[38] Ο Αναστάσιος Παπούλας κατετάγη εθελοντής στο Στρατό το 1878. Το 1885 ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897 με το βαθμό του Υπολοχαγού και στον Μακεδονικό Αγώνα ως Λοχαγός. Το 1909 έχοντας το βαθμό του ταγματάρχη διοικούσε το Σύνταγμα Πεζικού της Κέρκυρας και ήταν και πρόεδρος του εκεί παραρτήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Στους Βαλκανικούς Πολέμους ήταν διοικητής του 10ου Συντάγματος Πεζικού της ΙΙΙ Μεραρχίας. Το 1913 προήχθη σε Υποστράτηγο και ανέλαβε τη διοίκηση για μικρά χρονικά διαστήματα τις Μεραρχίες ΙΙΙ, VIII, IX, ή αντικαθιστούσε στα καθήκοντά  του το διοικητή του Ε΄ Σώματος Στρατού, τη διοίκηση του οποίου ανέλαβε πλήρως τον Οκτώβριο του 1916. Τον Νοέμβριο του 1917 αποστρατεύτηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε ισόβια και αποτάχθηκε του στρατεύματος για αντισυμμαχικές ενέργειες.

[39] Μανσόλας, Καφετζόπουλος και Γεδεών Η Ιστορία της Οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού 1821-1954, Η Επιτελική Υπηρεσία Στρατού (ΕΥΣ) αποτελεί τον πρόδρομο του Γενικού Επιτελείου Στρατού και για αυτό το λόγο διατελέσαντες διοικητές της, όπως οι Υποστράτηγοι Γουβέλης και Δούσμανης, την αποκαλούσαν Γενικό Επιτελείο. Με τον Οργανισμό του Στρατού του 1877 συγκροτείται για πρώτη φορά Γενικό Επιτελείο Στρατού. Με τον Οργανισμό του Στρατού του 1880 καταργείται το Γενικό Επιτελείο Στρατού και συστήνεται «Γραφείο Επιτελικής Υπηρεσίας» στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Το 1893 στο Υπουργείο Στρατιωτικών υφίσταται η Διεύθυνση Επιτελικής Υπηρεσίας αποτελούμενη από ένδεκα τμήματα, από τα οποία κανένα δεν είναι Εκπαιδεύσεως, Οργάνωσης, Σχεδίων και Επιχειρήσεων. Το 1904 η Διεύθυνση της Επιτελικής Υπηρεσίας καταργήθηκε και το έργο της ανέλαβε το νεοσύστατο Γενικό Επιτελείο της Γενικής Διοίκησης Στρατού. Γενικός Διοικητής Στρατού είχε οριστεί από το 1900 ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Τον Οκτώβριο του 1909 καταργείται η Γενική Διοίκηση Στρατού και επανιδρύεται υπό το Υπουργείο Στρατιωτικών η Επιτελική Υπηρεσία Στρατού με δικό της Αρχηγό βαθμού Υποστράτηγου και τμήματα Επιστράτευσης, Οργανισμού, Εκπαίδευσης, Επιχειρήσεων, Ιστορίας και Στατιστικής. Ακόμη: Ιωάννης Γεμενετζής  Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Τόμος Α΄: Η αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού (1913-1914), (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 2017), 106. Με ΒΔ την 10η Ιανουαρίου 1914 αναδιοργανώνεται η ΕΥΣ και περιλαμβάνει το Γραφείο Αρχηγού και τις Διευθύνσεις: Α΄ Διεύθυνση (Τμήματα: Πολεμικών Επιχειρήσεων και Οχυρώσεων), Β΄ Διεύθυνση (Τμήματα: Οργανισμού, Επιστράτευσης και Μεταφορών), Γ΄ Διεύθυνση (Τμήματα: Εκπαίδευσης, Κανονισμών και Ιστορίας) και Δ΄ Διεύθυνση (Τμήματα: Πληροφοριών περί Ξένων Στρατών και Πολιτικών Υποθέσεων). Κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας η ΕΥΣ ουδεμία διοικητική ή επιχειρησιακή αρμοδιότητα διέθετε επί των Μεγάλων Μονάδων του Ελληνικού Στρατού, οι οποίες διοικούνταν πλήρως από το Υπουργείο Στρατιωτικών.

[40] Ιωάννης Πασσάς, Η Αγωνία ενός Έθνους, «Αλλ’ εκτός τούτου ήτο παγκοίνως γνωστόν ότι ο τότε Αρχιστράτηγος δεν είχε σπουδάσει εις πολεμικάς Ακαδημίας ως ο υπεύθυνος επιτελάρχης του.»

[41] Κλεάνθης Μπουλαλάς, Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22, (Αθήναι, Οκτώβριος 1959), Αναφέρει ότι ο Παπούλας δεν είχε εκπαιδευθεί σε κάποια σχολή, στερούταν σχετικής μόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης στην πολεμική τέχνη. Καταλήγει: «ότι ο Παπούλας δεν ήτο κύριος της αποφάσεώς του, ή μάλλον ήτο ανίκανος να συλλάβη μίαν στρατηγικήν απόφασιν και ήτο απλούς εκτελεστής των σχεδίων του επιτελείου του … Διό και απέτυχεν»

[42] Κωνσταντίνος Νερούτσος, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922 Τόμος 6: Τα προ της Τουρκικής Επιθέσεως Γεγονότα Σεπτέμβριος 1921 – Αύγουστος 1922, (Αθήνα: Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1959), Κύριε Υπουργέ. … Πέραν τούτου έδειξα και λόγω και έργω ότι εννοώ να διοικήσω αμερολήπτως και μετά δικαιοσύνης … εις ουδέν άλλον αποβλέπων ή εις το συμφέρον του Στρατεύματος και εν ενί λόγω εις την εξασφάλισιν της νίκης. … Εάν ήδη εις ταύτα προσθέσητε 1ον, την ροπήν ην έδειξαν οι πλείστοι απότακτοι αξιωματικοί να μη αναλάβωσιν υπηρεσίαν, … 2ον την ιδιοσυστασίαν ην έλαβε το Κέντρον αποτελεσθέν αποκλειστικώς εξ αποτάκτων, 3ον το πνεύμα αδιαλλακτικότητος όπερ ήρξατο αναπτυσσόμενον εις το Κέντρον τούτο και εις τους αξιωματικούς εν γένει της φρουράς Αθηνών … θα έχετε τον ειρμόν των περισσοτέρων αιτίων, άτινα συνετέλεσαν να υποσκάψουν και να εκριζώσουν τας αναπτυχθείσας ελπίδας και πεποιθήσεις. Ο Αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστ. Παπούλας, Εν Σμύρνη τη 10 Μαΐου 1922»

[43] Μπουλαλάς, Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, «Είναι αληθές ότι παρ’ όλον ότι διετέλεσεν εγκάθειρκτος επί ολόκληρον σχεδόν τριετίαν εκυριάρχησε των παθών του και έκανε καθυχησυχαστικάς διαβεβαιώσεις εις τους αξιωματικούς … Δυστυχώς αι συμφιλιωτικαί διαθέσεις του Παπούλα θα μείνουν ατελέσφοροι. Διότι ως απεδείχθη αμέσως, τα νήματα της καταστάσεως εκίνουν αι σκοτειναί δυνάμεις, αι οποίαι είχον βραχυκλώσει, Βασιλέα, Κυβέρνησιν, Υπουργούς, Αρχιστράτηγον και Στρατηγούς με αποτέλεσμα να μη δεσπόζει το πνεύμα της λήθης τους παρελθόντος»

[44] Βίκτωρ Δούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής, (Αθήνα: ΠΥΡΣΟΣ, 1928), Ο Δούσμανης αναφέρει ότι αφού απέτυχε να πείσει τον Γούναρη να μη τοποθετήσει τον Παπούλα Διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας, παρακάλεσε το Γούναρη «να μειώση τα μειονεκτήματα της στρατιωτικής αμάθειας του Παπούλα δια του διορισμού αξιωματικού μαθήσεως και πείρας πολεμικής, ως τοιούτον δ’ επροτείναμεν, και ο Γούναρης απεδέχθη τον αντισυνταγματάρχην Κ. Πάλλην, πρώην αξιωματικόν του υφ’ ημάς Γενικού του Στρατού Επιτελείου. Ο συμβιβασμός αυτός άστοχος από αυστηράς στρατιωτικής εννοίας, ήτο αναγκαίος και απαραίτητος»

[45]  Ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης εξήλθε της Σχολής Ευελπίδων το 1893 ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού. Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της Κρήτης με το εκστρατευτικό σώμα του Βάσου. Ήταν απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στο τμήμα επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου, ενώ στη συνέχεια και μέχρι το 1917 υπηρετούσε στην ΕΥΣ. Την περίοδο 1917-1920 ήταν εκτός στρατεύματος.

[46] Δούσμανης, Η Εσωτερική Όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής, «Δεν διορθώνεται το σφάλμα του διορισμού ακατάλληλου και αγνοούντος τα στοιχεία της στρατιωτικής επιστήμης και της πολεμικής τέχνης δια της παρ’ αυτώ προσκολλήσεως επιτελείου έστω ικανού. … Η διοίκησις της Στρατιάς Μικράς Ασίας σχετικώς με τας πολεμικάς επιχειρήσεις από Δεκεμβρίου 1920 μέχρι Σεπτεμβρίου 1921 υπήρξεν απολύτως ξένη των διαταχθεισών κινήσεων και ληφθεισών και εκτελεσθεισών αποφάσεων. … Ο Αρχηγός ήτο απολύτως ακατάλληλος δια να διευθύνη πολεμικήν επιχείρησιν, όχι ηθικώς, διότι είχε ηθικό σθένος και επιβολήν χαρακτήρος, αλλά διότι ηγνόει και τα στοιχειωδέστερα θέματα της στρατιωτικής επιστήμης και της πολεμικής τέχνης»

[47] Πασσάς, Η Αγωνία ενός Έθνους, «Και είναι επίσης γνωστόν ότι ο Αρχιστράτηγος ενός Στρατού υπό τα τελευταίας ιδίως πολεμικάς συνθήκας περισπάται περισσότερον από το διοικητικόν μέρος … Αλλ’ εκτός τούτου … ο τότε Αρχιστράτηγος δεν είχε σπουδάσει εις πολεμικάς Ακαδημίας … Κατά συνέπειαν δε ευρισκόμενος διά πρώτην φοράν εις την ανάγκην να αντιμετωπίση επιτελικά σχέδια μιας ολόκληρης Στρατιάς, δεν ήτο δυνατόν παρά να ενδόση εις τας υποδείξεις του Επιτελάρχου του ο οποίος εκέκτητο την απαιτουμένην επιτελικήν μόρφωσιν ως φοιτήσας εις την Ακαδημίαν του Βερολίνου»

[48] Δούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής, Παρουσίαση στο Βασιλιά Κωνσταντίνο από τον επιτελάρχη της Στρατιάς των ιδεών και σκέψεων επί τη βάσει των οποίων συντάχθηκε το σχέδιο επιχειρήσεων για την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ, της Κιουτάχειας και του Εσκή Σεχήρ. Και Ξενοφών, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, Παρουσίαση από τον επιτελάρχη της Στρατιάς στο Βασιλιά και στον Πρωθυπουργό, στο συμβούλιο που συνήλθε στην Κιουτάχεια, των προθέσεων της Στρατιάς για την εκστρατεία προς την Άγκυρα και των γενικών γραμμών του σχεδίου επιχειρήσεων.

[49] ΣΚΡΙΠ, Όλα τα ονόματα των επαναφερομένων εις τας τάξεις του στρατεύματος τέως αποτάκτων αξιωματικών Ξηράς, Δημοσιεύονται τα ονόματα τέως απότακτων αξιωματικών που επαναφέρονταν στις τάξεις του Στρατού. Και ΣΚΡΙΠ, Στρατιωτικαί μεταβολαί επαναφορά εφέδρων αξιωματικών, και Δημοσιεύονται τα ονόματα αξιωματικών που επαναφέρονταν στην ενεργό υπηρεσία, μεταξύ των οποίων ιατροί και έφεδροι αξιωματικοί που είχαν μεταφερθεί στην τάξη του στρατιώτη. Κάποιοι εκ των επαναφερομένων διατίθενται στη Στρατιά Μικράς Ασίας.

[50] Γενικό Στρατηγείο, Δύναμις 10ης Οκτωβρίου 1920

[51] Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Δελτίον δυνάμεως 1ης Μαρτίου 1921

[52] Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Δελτίον δυνάμεως 1ης Μαρτίου 1921

[53] Νερούτσος, Τα προ της Τουρκικής Επιθέσεως Γεγονότα Σεπτέμβριος 1921 – Αύγουστος 1922, «Ούτως είχον τα πράγματα … οπότε ήρξατο πραγματοποιούμενον το πρόγραμμα της Κυβερνήσεως διά την αποκατάστασιν των αδικηθέντων. Το καταλυθέν καθεστώς … εδράξατο της ευκαιρίας ταύτης όπως θέση εκποδών, αν όχι πάντα, τουλάχιστον τα πλείστα εκ των αχρήστων και ανίκανων μελών του Σώματος των αξιωματικών. … Παραδόξως όμως υπό του μεταβληθέντος καθεστώτος ήρξατο η αθρόα επαναφορά τούτων ανεξαιρέτως, ως ει ενηργείτο εκταφή και ανάστασις νεκρών»

[54] Llewellyn Smith, Το Όραμα της Ιωνίας, Αναβιβάζει τους αξιωματικούς αυτούς σε 500 περίπου.

[55] Πτολεμαίος Σαρρηγιάννης, Ένορκος κατάθεσις Υποστρατήγου Π. Σαρρηγιάννη ενώπιον επιτροπής δοσιλόγων, «Ούτω επανήλθαν πολλοί ως Διοικηταί μονάδων και Συν/των τελείως απειροπόλεμοι ένιοι δε μηδέποτε διοικήσαντες τμήμα πεζικού ή μικτόν Απόσπασμα έστω και εν καιρώ ειρήνης. Εν τω συνόλω ο μέσος όρος της ποιότητος των στελεχών και ιδία των ανωτέρων κατήλθε πολύ. Εκ του ανωτέρω λόγου η απόδοσις του Στρατεύματος κατά τας επιχειρήσεις εν τω συνόλω εμειώθη τα μέγιστα»

[56] Κωνσταντίνος Νερούτσος, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922 Τόμος 3: Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, (Αθήνα: Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ανατύπωση 2007)

[57] Στο ίδιο

[58] Νερούτσος,  Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας – Προύσης – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1920, Η Τουρκική επίθεση αποκρούστηκε, αλλά η ΧΙΙΙ Μεραρχία υποχώρησε άνευ πιέσεως στο Χαν. Την 14η Οκτωβρίου απέκρουσε και δεύτερη τουρκική επίθεση και προώθησε τη διάταξή της βορειότερα. Τη 18η Οκτωβρίου η Μεραρχία ανακατέλαβε την Τζεντίζ, άνευ τουρκικής αντιστάσεως. Τελικά συμπτύχθηκε άνευ εχθρικής πιέσεως νοτιότερα, στη γραμμή Σελά Ογλού.

[59] Σαρρηγιάννης, Ένορκος κατάθεσις Υποστρατήγου Π. Σαρρηγιάννη ενώπιον επιτροπής δοσιλόγων

[60] Στο ίδιο

[61] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, «Στρατιά Μικράς Ασίας/Επιτελείον/Γραφείον ΙΙΙ, 20 Δεκεμβρίου 1920, Απόρρητος Διαταγή Επιχειρήσεων»

[62] Στο ίδιο, Την 24η Δεκεμβρίου 1920 το Σώμα Στρατού Σμύρνης και οι Μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης μετονομάστηκαν δια Βασιλικού Διατάγματος, που εκδόθηκε την 22α Δεκεμβρίου, σε Γ΄ Σώμα Στρατού και VII και Χ Μεραρχίες αντίστοιχα. Την ίδια ημερομηνία τα 4ο, 5ο και 6ο Συντάγματα Αρχιπελάγους μετονομάστηκαν σε 22ο, 23ο και 37ο Συντάγματα Πεζικού αντίστοιχα. Ακολούθως τον Ιανουάριο οι Μεραρχίες Κρήτης και Μαγνησίας μετονομάστηκαν σε V και ΧΙ Μεραρχίες αντίστοιχα, τα δε 7ο και 8ο Συντάγματα Κρητών μετονομάστηκαν σε 43ο και 44ο Συντάγματα Πεζικού. Η Μεραρχία Κυδωνιών καταργήθηκε και η δύναμή της ενσωματώθηκε στην V Μεραρχία. Την ίδια εποχή η Μεραρχία Σερρών μετονομάστηκε σε VI Μεραρχία, τα δε 1ο, 2ο και 3ο Συντάγματα Σερρών μετονομάστηκαν σε  19ο, 20ο και 21ο Συντάγματα Πεζικού. Τέλος η Μεραρχία Ξάνθης με έδρα τις Σαράντα Εκκλησίες στην Ανατολική Θράκη μετονομάστηκε σε ΧΙΙ Μεραρχία.  Ότι στον ελληνικό στρατό θύμιζε το Βενιζέλο και την Εθνική Άμυνα διαγραφόταν.

[63] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, «Μετά το πέρας της αποστολής του τα στρατεύματα θα παραμείνωσι τον απαραίτητον μόνον χρόνον δια την περισυλλογήν και μεταφοράν προς τα οπίσω του κυριευθησομένου πολεμικού υλικού, μεθ, ό θα επανακάμψουσιν εν τη ζώνη του Σώματος Στρατού Σμύρνης»

[64] Στο ίδιο

[65] Στο ίδιο

[66] Οι αρχές του πολέμου αποτελούν θεμελιώδεις αλήθειες (αξιώματα) με βάση τις οποίες σχεδιάζεται και διεξάγεται ο πόλεμος και οι πολεμικές επιχειρήσεις.

[67] Για την ακρίβεια ο αγώνας κρίθηκε υπέρ των Ελληνικών όπλων στα υψώματα της Κοβαλίτσας και σε αυτά αμέσως ανατολικά του χωριού Μποζ Εγιούκ, υψώματα Γιουρούκ – Τσεπνί, κατά των οποίων επιτέθηκε η VII Μεραρχία. Η Χ Μεραρχία κακώς διοικουμένη ουδεμία συμμετοχή είχε στη μάχη. Η Χ Μεραρχία έφθασε προ των υψωμάτων του χωριού Αβγκίν χωρίς να τα καταλάβει. Η 24η τουρκική Μεραρχία που τα κατείχε υποχώρησε εξ αυτών επειδή ο αγώνας είχε κριθεί στο αριστερό της.

[68] Η τοποθεσία Αβγκίν – Μετρές Τεπέ – Κοβαλίτσα  ονομάστηκε στη συνέχεια Ινονού από το όνομα του χωριού Ιν Εϋνού, που βρίσκεται λίγο νοτιοανατολικά των υψωμάτων της Κοβαλίτσας, και στο οποίο είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο διοικητής του Δυτικού Μετώπου του τουρκικού στρατού Ισμέτ Πασάς, αποκληθείς αργότερα Ινονού.

[69]  Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[70] Αναστάσιος Παπούλας, Έκθεσις περιληπτική επί της μεγάλης επιθετικής αναγνωρίσεως Γ΄ Σώματος Στρατού προς Εσκή Σεχήρ

[71] Στρατιά Μικράς Ασίας/Ι Επιτελικόν Γραφείον,Κατάστασις δυνάμεως 1ης Ιανουαρίου 1921

[72] Συνταγματάρχης Πυροβολικού Κωνσταντίνος Πετμεζάς. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1887. Στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο διοικούσε την Ι Μοίρα του 4ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού και ως Αντισυνταγματάρχης στο Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο ανέλαβε τη διοίκηση της Β΄ Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού της VI Μεραρχίας. Η εν λόγω μετάθεση δικαιολογείται μόνο αν απέτυχε στη διοίκηση της Ι Μοίρας. Το 1917 τέθηκε εκτός στρατεύματος. Επαναφέρθηκε στις τάξεις του Στρατού την 5η Νοεμβρίου 1920 και την 9η Νοεμβρίου ανέλαβε τη διοίκηση του Σώματος Στρατού Σμύρνης (Γ΄ Σώμα Στρατού). Το Δεκέμβριο προήχθη σε Υποστράτηγο. Την 30η Ιανουαρίου 1921 ανέλαβε τη διοίκηση του Β΄ Σώματος Στρατού, τη 19η Μάρτιου 1921 τη διοίκηση της V Μεραρχίας, τον Απρίλιο τη διοίκηση της Γενικής Στρατιωτικής Διοίκησης Ενδιάμεσης Ζώνης και τον Ιούνιο του 1922 τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Όπως γίνεται αντιληπτό εντός τεσσάρων μηνών ανέλαβε διαδοχικά τη διοίκηση τεσσάρων διοικήσεων: Αρχικά ως Συνταγματάρχης και αμέσως μετά ως Υποστράτηγος διοίκησε το Γ΄ Σώμα Στρατού. Λόγω της ανεπάρκειας που επέδειξε κατά την επιθετική αναγνώριση μετατέθηκε στο Β΄ Σώμα Στρατού του οποίου ανέλαβε τη διοίκηση.  Ακολούθως ανέλαβε τη διοίκηση της V Μεραρχίας που την διοικούσε ως Σωματάρχης του Β΄ Σώματος Στρατού. Στη συνέχεια ανέλαβε τη διοίκηση μίας Στρατιωτικής Διοίκησης. Αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αποκατασταθέντος πρώην απότακτου αξιωματικού που δεν απέδωσε, αλλά διέθετε ισχυρή υποστήριξη. 

[73] Συνταγματάρχης Πυροβολικού Καράκαλος Πολυχρόνης. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1887. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στο Γενικό Στρατηγείο ως Ταγματάρχης. Αργότερα ανέλαβε τη διοίκηση του Φρουρίου Καβάλας και ακολουθώντας την τύχη του αυτοπαραδοθέντος στους Γερμανοβουλγάρους Δ΄ Σώματος Στρατού, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του Σώματος μετά το θάνατο του διοικητή του Σώματος Χατζόπουλου. Επανελθών στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε φυλάκιση. Μετά την πολιτική μεταβολή της 1ης Νοεμβρίου 1920 αποφυλακίστηκε και επανήλθε στο στράτευμα. Την 10 Νοεμβρίου 1920 ανέλαβε τη διοίκηση της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (VII Μεραρχία) μέχρι και τον Ιανουάριο του 1921.

[74] Συνταγματάρχης Πεζικού Κωνσταντίνος Μπουκουβάλας. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1898. Έλαβε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς πολέμους. Από το Δεκέμβριο του 1919 μέχρι τη 11η Νοεμβρίου του 1920 διετέλεσε διοικητής Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης (Χ Μεραρχία), της οποίας ανέλαβε τη διοίκηση την 12η Νοεμβρίου 1920. Τον Ιανουάριο του 1921 παρέδωσε τη διοίκηση της Μεραρχίας στον Υποστράτηγο Λεοναρδόπουλο και ανέλαβε και πάλι διοικητής Πεζικού της Χ Μεραρχίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι την 31 Μαρτίου 1921.

[75] Γεώργιος Σπυρίδωνος, Η Μικρασιατική Εκστρατεία όπως την είδα (Πόλεμος και Ελευθερίαι)

[76] Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία

[77] Μιχαήλ Ροδά, Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν 1919-1922, Παρατίθεται διάλογος του Υπουργού των Στρατιωτικών Γούναρη με τον Αρχηγό της ΕΥΣ Υποστράτηγο Κωνσταντίνο Γουβέλη σχετικά με την επιχείρηση τις Επιθετικής Αναγνώρισης, όπου ο πρώτος λέει στο δεύτερο ότι «λόγοι πολιτικοί υπηγόρευσαν την επιχείρησιν ταύτην», με τον Γουβέλη να ανταπαντά ό,τι «οι πολιτικοί σκοποί εξυπηρετούνται πολλάκις δια των στρατιωτικών ενεργειών, αλλά πάντως επιτυχών. Η αποτυχία των στρατιωτικών επιχειρήσεων συντελεί, τουναντίον, έτι μάλλον, εις δυσχέρανσιν της επιτυχίας των πολιτικών σκοπών»

[78] Σαρρηγιάννης, Ένορκος κατάθεσις Υποστρατήγου Π. Σαρρηγιάννη ενώπιον επιτροπής δοσιλόγων, Ο Σαρρηγιάννης αναφέρει στην κατάθεσή του ότι αμέσως μετά την έναρξη της προελάσεως λόγω ανεπάρκειας της διοικήσεως της VII Μεραρχίας (Συνταγματάρχης Καράκαλος) και απειρίας του επιτελείου της ανέλαβε τη σύνταξη όλων των διαταγών επιχειρήσεων. Αναφέρει επίσης ότι την παραμονή της μάχης της Κοβαλίτσας, 27η Δεκεμβρίου, έφθασε στο στρατηγεί της Μεραρχίας και ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού Συνταγματάρχης Πετμεζάς. Το ηθικό του Σωματάρχη και του Μεράρχου ήταν καταπεπτωκός και ζήτησαν από τη Στρατιά να επιτεθεί το Α΄ Σώμα Στρατού προς το Αφιόν, πράγμα βεβαίως ανέφικτο. Κατά τη διάρκεια της μάχης την 28η Δεκεμβρίου είχαν χάσει τελείως το ηθικό τους και ανέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνσή της.

[79] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[80] Βελισάριος, 13 Αυγούστου 1922, Εξέχουσα Αφιόν Καραχισάρ: Η Αρχή του Τέλους,

https://belisarius21.wordpress.com/, «Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε κάτι πολύ βαθύτερο για την Νεώτερη Ελλάδα: σήμανε την εσωτερίκευση της ήττας, της εξάρτησης και της αδυναμίας. Η Καταστροφή έπεισε τις έκτοτε διαδοχικές ελληνικές ηγετικές ομάδες ότι χωρίς την πατρωνία «Μεγάλων» ξένων δυνάμεων «η Ελλάς ασφαλώς και δεν είναι σοβαρό Κράτος», όπως έλεγε ο Γούναρης. Αφαίρεσε από τις ηγετικές ομάδες της χώρας την αίσθηση ιστορικής ευθύνης για την πορεία και το μέλλον της. Εγκατέστησε στις πολιτικές συνειδήσεις την πεποίθηση ότι η παρουσία στο διεθνή χώρο είναι κάτι που δεν εξαρτάται από εμάς τους ιδίους αλλά από εξωγενείς παράγοντες, από τις διαθέσεις άλλων, από τις συγκυρίες και την τύχη. Και επέτρεψε, έτσι, στους πολιτικούς να πολιτεύονται στη χώρα ως καιροσκόποι βλαχοδήμαρχοι, χωρίς καμία συναίσθηση ιστορικής ευθύνης και χωρίς κανέναν ιστορικό ορίζοντα. Η Καταστροφή εγκαθίδρυσε και στον απλό λαό μια βαθιά αίσθηση ήττας, μιζέριας και ανικανότητας σε όλα τα επίπεδα – και όχι μόνον της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είναι το κρυφό νήμα που ενώνει τη Μικρασιατική Καταστροφή με το παρόν μας»

[81] Η Ιταλία έδειξε εχθρική στάση προς την παρουσία του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία από την επομένη της αποβίβασης του στη Σμύρνη και βοήθησε ποικιλοτρόπως την Τουρκία. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η Ιταλία ως κράτος ουδέποτε στάθηκε φιλικά προς την Ελλάδα. Η δημιουργία της Αλβανίας και η προσάρτηση σε αυτή της περιοχής της Βορείου Ηπείρου, που είχε απελευθερωθεί από τον Ελληνικό Στρατό κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, αποτελεί κατά ένα μεγάλο μέρος δικό της έργο. Η Ιταλία ένα χρόνο μετά την Μικρασιατική καταστροφή βομβάρδισε και κατέλαβε την Κέρκυρα. Η Ιταλική κατοχή διήρκεσε δεκατρείς μήνες περίπου. Ακολούθησε η Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1941 και στη συνέχεια η Ιταλική κατοχή μεγάλου μέρους της χώρας μέχρι το 1943. Η Ιταλία ακόμη και σήμερα στέκεται αλληλέγγυα σε πολλά ζητήματα προς την Τουρκία.

[82] Βελισάριος, Μικρασιατική Εκστρατεία: Ο Ρόλος των Σοβιετικών, https://belisarius21.wordpress.com/

[83] Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία

[84] Στρατιά Μικράς Ασίας/Ι Επιτελικόν Γραφείον, Κατάσταση Δυνάμεως Στρατιάς Μικράς Ασίας της 1ης Ιανουαρίου 1921, Η Στρατιά Μικράς Ασίας στις αρχές του 1921 διέθετε τα Στρατηγεία τριών Σωμάτων Στρατού (Α΄, Β΄, Γ΄), οκτώ Μεραρχίες Πεζικού (I, II, III, V, VII, X, XI, XIII), μία Ταξιαρχία Ιππικού, 25 Συντάγματα Πεζικού, 3 Συντάγματα Μετόπισθεν, 4.000 αξιωματικούς, 110.000 οπλίτες, 636 πολυβόλα και 260 πυροβόλα.

[85] Ο Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Γουβέλης ήταν αξιωματικός του Πυροβολικού προερχόμενος από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ήταν από τους ιδρυτές του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Κατά τον Εθνικό Διχασμό τάχθηκε εναντίον του Βενιζέλου και για αυτό το λόγο διώχθηκε και εξορίστηκε. Ανέλαβε Αρχηγός της ΕΥΣ στις 12 Ιανουαρίου 1921 και παραιτήθηκε στις 31 Μαρτίου 1921 λόγω διαφωνίας του με τον Υπουργό των Στρατιωτικών και μετέπειτα Πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη. Το 1925 ορίστηκε μέλος της Ανακριτικής Επιτροπής Ελέγχου Δοσιλόγων Μικράς Ασίας (Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α.).

[86]  Ροδάς Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν, Υπόμνημα Υποστράτηγου Κ. Γουβέλη.

[87] Ξενοφών, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, Η εθνοσυνέλευση στο Ερζερούμ συνήλθε τη 10η Ιουλίου 1919 και στη Σεβάστεια την 19η Αυγούστου του ιδίου.

[88]  Ροδάς, Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν

[89] Μπουλαλά, Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922

[90] Αλέξανδρος Κοντούλης, Η εκστρατεία της Μικράς Ασίας, Περίοδος Β΄1921, Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια

[91] Κωνσταντίνος Πάλης, Προς τον Πρόεδρο της Ανακριτικής Επιτροπής Ελέγχου Δοσιλόγων Μικράς Ασίας, Έγγραφη απάντηση του Υποστράτηγου ε.α. Κ. Πάλη σε ερώτημα που του υποβλήθηκε από την Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. σχετικό με τις συνθήκες που λήφθηκε η απόφαση για την εκτέλεση των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921

[92] Η μέση παρούσα δύναμη των 8 Μεραρχιών της Στρατιάς ανερχόταν σε 9.000 περίπου οπλίτες και υπολειπόταν της προβλεπομένης κατά 4.000 περίπου οπλίτες

[93] Πάλης, Αριθ 58/15-1-21 Τηλεγράφημα Πάλη προς Παπούλα της 15/28 Ιανουαρίου 1921

[94] Στο ίδιο

[95] Παπούλας, Μετάφρασις κρυπ/κού τηλ/τος εκ Σμύρνης αριθ. 282 απολύτως προσωπικό Υπουργόν Στρατιωτικών

[96] Εκ των οκτώ Μεραρχιών της Στρατιάς η Ι Μεραρχία κάλυπτε το δεξιό πλευρό της Στρατιάς από το Ναζλί μέχρι το Ουσάκ, η ΧΙ Μεραρχία κάλυπτε τη χερσόνησο της Νικομήδειας, επ’ ωφελεία της Βρετανικής διοίκησης της Κωνσταντινούπολης, και η V Μεραρχία δεν είχε ακόμη συμπληρώσει τη δύναμή της.

[97] Πάλης, Αριθ 337/19-1-21 Τηλεγράφημα Πάλη προς Διοικητήν Στρατιάς Μ. Ασίας

[98] ΕΥΣ, Δελτίο Δυνάμεως 1ης Μαρτίου 1921

[99] Στρατηγός Η Ελλάς εν Μικρά Ασία

[100] Δούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής

[101] Παπούλας, Εκ Σμύρνης αρ 6-362 Υπουργόν Στρατιωτικών απολύτως προσωπικόν

[102] Γενικό Στρατηγείο/ Επιτελικόν Γραφείον Ι, Δύναμις 10ης Οκτωβρίου 1920

[103] Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Δελτίον δυνάμεως 1ης Μαρτίου 1921

[104] Στρατιά Μικράς Ασίας, Κατάστασις εμφαίνουσα την δύναμιν των παρόντων και τοποθετημένων αξιωματικών και οπλιτών την 1ην Μαρτίου 1921

[105] Γενικό Στρατηγείο, Δύναμις 10ης Οκτωβρίου 1920

[106] Στρατιά Μικράς Ασίας, Κατάστασις εμφαίνουσα την δύναμιν των παρόντων και τοποθετημένων αξιωματικών και οπλιτών την 1ην Μαρτίου 1921

[107] Atıf Ercikan Korgeneral, Πόλεμος Τουρκικής Ανεξαρτησίας, Μάχες Κιουτάχειας, Εσκή Σεχήρ (15 Μαΐου 1921 – 25 Ιουλίου 1921),(Τόμος II, Δυτικό Μέτωπο, Μέρος 4, Άγκυρα 1974)

[108] Στο ίδιο

[109] Στο ίδιο

[110] Στο ίδιο

[111]  Σαρρηγιάννης, Ένορκος κατάθεσις Υποστρατήγου Π. Σαρρηγιάννη ενώπιον επιτροπής δοσιλόγων

[112]  Παπούλας, Μετάφρασις κρυπ/κού τηλ/τος εκ Σμύρνης αριθ. 282 απολύτως προσωπικό Υπουργόν Στρατιωτικών, 1

[113] Πάλης, Αριθ 337/19-1-21 Τηλεγράφημα Πάλη προς Διοικητήν Στρατιάς Μ. Ασίας

[114] Απόσπασμα από το ημερολόγιο της ΙΙ Μεραρχίας, περί διαθέσεως του 34ου Συντάγματος Πεζικού μετά μίας Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού στη ΧΙΙΙ Μεραρχία προκειμένου να συμμετάσχει στην επιχείρηση προς κατάληψη της Κιουτάχειας». Η αναφερόμενη υπ’ αριθ. 318/306/5 διαταγή της Στρατιάς δεν βρίσκεται στο σωζόμενο αρχείο της Στρατιάς. Στο Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, σημειώνεται ότι η διαταγή «ήρθη κατόπιν νεωτέρας διαταγής της Στρατιάς»

[115] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[116] Πάλης, Προς τον Πρόεδρο της Ανακριτικής Επιτροπής Ελέγχου Δοσιλόγων Μικράς Ασίας, «εγώ δε τότε ευρισκόμην εις Αθήνας και έχω τηλεγράφημα του Διοικητού της Στρατιάς της 30 Ιανουαρίου προς εμέ ληφθέν εις Αθήνας»

[117] Δούσμανης, Η Εσωτερική Όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής

[118] Ροδάς, Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν

[119] Πασσάς, Η Αγωνία ενός Έθνους, «Ο Στρατηγός Παπούλας ευθύς ως έλαβεν γνώσιν του σχεδίου εκείνου έσπευσεν να παρατηρήση εις τον επιτελάρχην του ότι κατ’ αρχήν είχεν αντίθετον γνώμην πλην όμως ο κ. Πάλης επέτυχεν εν τέλει να πείση και τον Αρχιστράτηγον, ότι αυτό ήτο το μάλλον ενδεικνυόμενον σχέδιο των επιχειρήσεων … Είναι γνωστόν … ότι συνήθως τα σχέδια των επιχειρήσεων καταρτίζονται από τα υπεύθυνα επιτελεία και τίθενται υπό την κρίσιν του Αρχιστράτηγου τυπικώς και μόνον, ιδίως μάλιστα όταν ο Αρχιστράτηγος δεν έχει ευρυτέρας επιτελικάς γνώσεις. Και είναι επίσης γνωστόν ότι ο Αρχιστράτηγος ενός Στρατού υπό τα τελευταίας ιδίως πολεμικάς συνθήκας περισπάται περισσότερον από το διοικητικόν μέρος … Αλλ’ εκτός τούτου ήτο παγκοίνως γνωστόν ότι ο τότε Αρχιστράτηγος δεν είχε σπουδάσει εις πολεμικάς Ακαδημίας ως ο υπεύθυνος επιτελάρχης του. Κατά συνέπειαν δε ευρισκόμενος διά πρώτην φοράν εις την ανάγκην να αντιμετωπίση επιτελικά σχέδια μιας ολόκληρης Στρατιάς, δεν ήτο δυνατόν παρά να ενδόση εις τας υποδείξεις του Επιτελάρχου του ο οποίος εκέκτητο την απαιτουμένην επιτελικήν μόρφωσιν ως φοιτήσας εις την Ακαδημίαν του Βερολίνου»

[120] Ροδάς, Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν

[121] Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α., Υπόμνημα Υποστρατήγου κ. Πάλη Κωνσταντίνου,

[122] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[123] Επειδή ο Σαρρηγιάννης ενοχοποιήθηκε από πολλούς ως ο υπεύθυνος για την αποτυχία της όλης Εκστρατείας, επιβάλλεται να σημειώσουμε ότι ο επιτελής αξιωματικός είναι θεσμικά ανεύθυνος για τις αποφάσεις που λαμβάνει ο διοικητής του. 

[124]  Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, 80, 85, 107-108

[125]  Στο ίδιο, 109-110

[126] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, 92-93

[127] Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ Διάταγμα Επιστρατεύσεως, 4

[128] Νερούτσος Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921, 339

[129] Στο ίδιο, 337-338

[130] Οι 8 Μεραρχίες της Στρατιάς διέθεταν συνολικά 24 Συντάγματα Πεζικού. Διατίθονταν επίσης το 18ο Σύνταγμα Πεζικού που κάλυπτε το μέτωπο του ποταμού Μαιάνδρου μέχρι το Ναζλή και 3 Συντάγματα Μετόπισθεν.

[131] Ο όρος «τυφέκια» προερχόταν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν τα Τάγματα Πεζικού δεν διέθεταν αυτόματα όπλα. Δι’ αυτού σημειωνόταν η προβλεπόμενη – τοποθετημένη – παρούσα δύναμη των οπλιτών των Λόχων Πεζικού που ήταν οπλισμένοι δια τυφεκίου. Δηλαδή σχεδόν όλοι. Πολλοί διοικητές, και συγγραφείς αργότερα, συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν και το 1920-1922 αντί του προβλεπόμενου «μάχιμη δύναμη» ή «οπλίται», που αναφερόταν στη συνολική δύναμη των Ταγμάτων Πεζικού που διέθεταν πλέον κατά Τάγμα 24 οπλοπολυβόλα, 8 πολυβόλα και 120 τυφέκια Λεμπέλ -20 κατά Λόχο Πεζικού- στα οποία μπορούσε να προσαρμοστεί χοάνη για να βάλουν οπλοβομβίδες. Η προβλεπόμενη δύναμη των Λόχων Πεζικού το Μάρτιο του 1921 ήταν 198 οπλίτες και εξ αυτών οπλισμένοι διά τυφεκίου ήταν 182. Εκ των υπολοίπων οι 8 ήταν οπλισμένοι με οπλοπολυβόλο και οι 8 ήταν άοπλοι προμηθευτές οπλοπολυβόλων. Για περισσότερες πληροφορίες περί των όρων μάχιμη δύναμη και δύναμη τυφεκίων βλέπε: Λουμιώτης, Η Ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε Αξιωματικούς και Οπλίτες από το Μάρτιο μέχρι την 21η Ιουνίου 1921 για την εκτέλεση των επιχειρήσεων κατάληψης του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ – Η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων, https://belisarius21.wordpress.com/ 

[132] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[133] Η κάθε τουρκική Μεραρχία διέθετε 3 Συντάγματα Πεζικού των τριών Ταγμάτων έκαστο και ένα Τάγμα Εφόδου. Συνολικά 10 Τάγματα.

[134] Αναφέρεται στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΧ Μεραρχίας που βρισκόταν στην Ανατολική Θράκη

[135] Δούσμανης, Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής Εμπλοκής

[136] Παπούλας, Υπουργείο Στρατιωτικών/Επιτελικήν Υπηρεσίαν, Η Στρατιά ζήτησε τη διάθεση του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων την 4η, 5η και 7η Μαρτίου

[137] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921

[138] Στο ίδιο

[139] Νερούτσος, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920, Μαρτίου 1921

[140] Στο ίδιο

[141] Στο ίδιο

[142] Στο ίδιο

[143] Στο ίδιο  

[144] Δούσμανης, Η Εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής, Ο Δούσμανης αναφέρει διάλογο που είχε με τον Γούναρη επί του θωρηκτού «Λήμνος» την 30η Μαΐου 1921, όπου ο Γούναρης φέρεται να του λέει: «Έχω παράπονα μαζί σου, διότι είπες ότι εγώ απεκάλεσα τον Παπούλα αστυνόμον, αγράμματον και (ο Γούναρης επρόσθεσε βαρύν χαρακτηρισμόν λεγόμενον κοινώς δι’ άνθρωπον περιελθόντα εις άκραν ανυποληψίαν.) … Διατί;». Ο Δούσμανης  απαντά: «Διότι τον χαρακτηρισμόν αυτόν έκαμες εν υπουργική συσκέψει επισήμως ως Πρωθυπουργός.»

[145] Στο ίδιο, Η πρώτη σύσκεψη είναι αυτή που έλαβε χώρα στο ανάκτορο του Κορδελιού στη Σμύρνη, την 3η Ιουνίου 1921, κατά την οποία η Στρατιά ενημέρωσε το Βασιλιά Κωνσταντίνο επί του σχεδίου των επιχειρήσεων του Ιουλίου 1921 προς την Κιουτάχεια και το Εσκή Σεχήρ.

[146] Στρατηγός, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία», Η δεύτερη είναι η σύσκεψη της Κιουτάχειας την 15η Ιουλίου 1921 υπό την προεδρία του Βασιλιά Κωνσταντίνου, κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για την εκτέλεση των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα. Ο Παπούλας παραβρέθηκε σιωπών και αντ’ αυτού μίλησε ο Επιτελάρχης της Στρατιάς.

[147] Γεωργίου Σπυρίδωνος Η Μικρασιατική Εκστρατεία όπως την είδα, Η τρίτη σύσκεψη ήταν αυτή που έλαβε χώρα στο επιτελείο της Στρατιάς την 13η Ιουλίου 1921 για να συζητηθεί η δυνατότητα προέλασης της Στρατιάς προς την Άγκυρα, ώστε να γίνει αντίστοιχη εισήγηση στην κυβέρνηση. Η μόνη παρέμβαση του Παπούλα στη σύσκεψη ήταν να ζητήσει τις απόψεις των επιτελών του και αφού τις άκουσε διέταξε τον επιτελάρχη του να συντάξει την εισήγηση. Δεν υπήρξε ούτε παρέμβαση του στη συζήτηση, ούτε απόφαση του.

 

59 Responses to Η Ανώτατη διεύθυνση των Επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας του Δεκεμβρίου 1920 και του Μαρτίου 1921

  1. Vestung Breslau says:

    Εξαιρετική ανάλυση, συγχαρητήρια. Σάς προτείνω και το «Δορύλαιον – Κιουτάχεια» τού Πρίγκιπος Ανδρέου

  2. ilias says:

    τελικα ο αμορφωτος επιτελικα, πλην ομως ευφυής Παπουλας, ειχε πολυ καλυτερη κριση επι των επιχειρησεων απο οτι οι «αποφοιτοι» ως υπολοχαγοί, μια φορα και εναν καιρό, βερολινειου ακαδημιας πολεμου. Απλως αφου ολοι τους θεωρουσαν »γκουρου» της στρατηγικήε σκεψης του ηταν αδυνατο να ξαποστειλει. Συγχαρητηρια για την θεληση να συνταχθει η αξιολογοτατη εργασια.

  3. Κρίτων says:

    Και ο Βενιζέλος και ο Μεταξάς υπέδειξαν στούς βασιλικούς, αρχές του 1921, να οχυρωθούν στη ζώνη της συνθήκης των Σεβρών. Έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αυτή φαινόταν ως η πιο ρεαλιστική επιλογή. Άλλωστε προς το τέλος της εκστρατείας είχε ληφθεί η απόφαση για σύμπτυξη του μετώπου.

  4. Bill Kalivas says:

    I agree that contracting the front was a wise choice. How many divisions would required to man these fortifications? I believe that time was always on the side of Kemal, so I do not know how long Greece could sustain mobilization while awaiting an inevitable assault. Unless of course the front was considerably short. Plus there is the negative effect on morale of staying on the defensive for a prolonged period of time.

    A reduction in the front line could also have freed up resources for permanent fortifications in Eastern Thrace.

  5. Κ/Δ ΚΒ says:

    Θα ήθελα να εκφράσω την ένστασή μου, ως προς το σημείο που αναφέρεται ότι: «Ο Βενιζέλος διέθετε ανώτερη αντίληψη, ανώτερη μάλλον και από τον Αρχηγό του Στρατού, περί των αρχών του πολέμου και των κανόνων διεξαγωγής των επιχειρήσεων».
    Όταν ο Παρασκευόπουλος στις 18 Ιουνίου 1920 επικοινωνεί με τον Βενιζέλο, απλά του αναφέρει την εκτίμησή του ότι «εάν επιχειρήσεις αύται εκταθώσι μέχρι των κύριων εχθρικών κέντρων Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ το (Κεμαλικό ) κίνημα θα εκπνεύση οριστικώς». Στην προκειμένη περίπτωση δεν αναλύει κάποιο σχέδιο επιχειρήσεων ή ιδέα ελιγμού, απλά θέτει τον ΑΝΣΚ (όπως π.χ. θα φθάσουμε έως Άγκυρα). Συνεπώς, δεν είναι παράξενο που δεν προσθέτει λεπτομέρεις μη αναφερόμενος π.χ. σε σύγκλιση μεταξύ των 2 ομάδων που θα κατευθύνονταν σε Εσκή και Αφιόν. Ούτε ο Βενιζέλος τηλεγραφώντας στις 29 Ιουνίου 1920 και αναφέρει στο τέλος «. . . προς τον σκοπόν του να συναντηθώσιν αι δύο προελάσεις εις το τελευταίον σημείον είτε εις Εσκή Σεχήρ», εκφράζει πρωτότυπη άποψη που δεν είναι σε θέση να συλλάβουν άλλοι επιτελικοί. Τώρα γιατί ο Βενιζέλος αναφέρεται σε αυτήν την λεπτομέρεια, μπορούμε πιστεύω να το αποδώσουμε στο γεγονός ότι αρέσκετο συχνά να αναφέρεται σε λεπτομέρειες στα θέματα στα οποία ενεπλέκετο. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το τηλεγράφημα το στέλνει έπειτα από την συζήτηση που έκανε με τον Στρατάρχη Wilson, ο οποίος το πιθανότερο είναι ότι εκείνος του είχε περιγράψει τον ελιγμό. Εν πάση περιπτώσει, της γενικής ιδέας αυτής της σύγκλισης, είχε γίνει κοινωνός ο Βενιζέλος, ήδη από τον Μάρτιο του 1920. Τότε ο Συνταγματάρχης Ρακτιβάν από το Παρίσι τον είχε ενημερώσει ότι σύμφωνα με γαλλικές σκέψεις οι αγγλογάλλοι μπορούσαν να κινηθούν από Νικομήδεια προς Εσκή και να ενωθούν με τους Έλληνες που θα κινούνταν από Αϊδίνιο προς Αφιόν (ακόμα δεν είχε καταληφθεί η Φιλαδέλφεια και το Ουσάκ).
    Νομίζω ότι ακόμα και ο αστοιχείωτος Παπούλας θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι καταλαμβάνοντας το Εσκή και το Αφιόν που συνδέονται σιδηροδρομικώς, δεν υπάρχει δυσκολία ή κάποιος λόγος αντίθετος στην λογική που να αποτρέπει τους επιτελικούς σχεδιαστές από το να μην επιδιώξουν την συνένωση των δύο ομάδων. Αυτό άλλωστε είναι όταν αναφέρεται ως κατάληψη της γραμμής Εσκή-Αφιόν. Αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός αυτών των επιθετικών επιχειρήσεων: να εξαλειφθεί το μειονέκτημα της απομόνωσης των 2 σωμάτων στρατού, από τον παρεμβαλόμενο μεταξύ τους ορεινό όγκο του Σιμάβ που τα διαχώριζε. Είναι δυνατόν οι δύο ομάδες να βγουν σε πεδινό έδαφος και να μην επιδιώξουν την συνένωσή τους (ιδίως όταν υπάρχει και σιδηροδρομική σύνδεση);
    Αν τον Μάρτιο του 1921 ο Κοντούλης δεν έστρεψε το Α΄ ΣΣ προς Εσκή γιατί νόμιζε ότι ο όγκος των αντίπαλων δυνάμεων είχε στραφεί προς Ικόνιο, ή αν το Γ΄ ΣΣ δεν κατάφερε να καταλάβει το Εσκή και κατόπιν να κατευθυνθεί στο Αφιόν, νομίζω είναι άλλο πράγμα.
    Άλλωστε, στο παραπάνω τηλεγράφημα του Βενιζέλου, έχουμε και μια αχνή ένδειξη της «ασχετοσύνης» του περί των στρατιωτικών, όταν αναφέρεται σε σχέδιο επιχειρήσεων «προς κατάληψιν της γραμμής Ισμίτ – Εσκή Σεχήρ» και «γραμμής Φιλαδελφείας – Αφιόν Καραχισάρ». Είναι προφανώς ότι δεν έχει αντιληφθεί την διαφορά της στρατιωτικής ορολογίας και συγχέει τον άξονα κίνησης/επίθεσης/προέλασης με την γραμμή, η οποία γραμμή συνήθως αναφέρεται σε γραμμή αμύνης (μετώπου).

  6. Γιώργος. says:

    Δεν αποτελεί θέμα του άρθρου αλά αναφέρεται.
    Είναι πραγματικά αδιανόητη η διαιώνιση του μυθεύματος πως ο Κωνσταντίνος πήγαινε προς το Μοναστήρι και όχι προς την Θεσσαλονίκη! Τέτοιο τηλεγράφημα δεν υπήρξε ποτέ.
    Αντιθέτως στα ψηφιοποιημένα αρχεία του Ιδρύματος Βενιζέλου υπάρχουν δύο τηλεγραφήματα του Βενιζέλου προς τον Βασιλέα Γεώργιο στα οποία, εκείνες τις ώρες, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, υμνεί τον Κωνσταντίνο για την όλη κίνησή του και το αποτέλεσμα αυτής και κανένα τηλεγράφημα που θα διατάζει τον Κωνσταντίνο να του αναφέρει, επεδή ο τελευταίος επί 24ωρο δεν του απαντούσε. Και λέει ο Ε.Β, » ευτυχώς τελικά δεν το έστειλα, διότι ο αρχιστράτηγος επικοινώνησε και ήταν υπέροχος, λυπάμαι που Σας στενοχώρησα.»
    Το 1917, από το Βήμα της Βουλής των Λαζάρων, σημείο ακριβώς που μπράβος του και μελλοντικός φονιάς του Δραγούμη ξυλοφόρτωσε τον Μακεδονομάχο βουλευτή Κοζάνης Μπούσιο, το πρωτοξεστόμισε ο Βενιζελος. Σε μια Βουλή που μόνη αντιπολίτευση ήταν ο ξυλοφορτωθείς Μπούσιος, και που απέξω γύριζαν Σενεγαλέζοι Σπαχήδες και Κρήτες χωροφύλακες. Οι Κωνσταντινικοί αρνήθηκαν την ύπαρξη του, και ποτέ μα ποτέ δεν παρουσιάστηκε τέτοιο τηλεγράφημα του Βενιζέλου, να «διατάζει».
    Παρόλα αυτά ο μύθος καλά κρατάει. Εδώ μαθαίνουμε στα σχολεία μας πως στρατό και στόλο ικανό κάναμε στους 20 μήνες που κυβέρνησε ο Βενιζέλος.
    Αν σε κάποιο αρχείο, όχι βιβλίο, υπάρχει το τηλεγράφημα να το δεχτώ.

  7. Γιώργος. says:

    Ούτε ισχύει πως η εδαφική επέκταση της χώρας, στο βαθμό που οφειλόταν στους ξένους προφανώς, ήταν έργο της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η Καβάλα έγινε Ελληνική το 1913, με τους Βούλγαρους να τα χουν στυλώσει και τον στρατό να χει εξαντληθεί, με παρέμβαση του Κάιζερ. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια.
    Δεν ήταν «φίλοι» μας οι Γερμανοί, ούτε οι Ρώσοι, ούτε οι Άγγλοι ήταν όμως. Το τι συνέβη μέτά ( για όσο συνέβη…) είναι άλλο θέμα.

  8. Ανώνυμος says:

    Ο Μεταξάς θεωρούσε άσχετο τον Βενιζέλο με τα στρατιωτικά . Στην αρθρογραφία τους το 1934 λέει τα εξής :
    Δεν ενθυμείται ο κ. Βενιζέλος το 1912 όταν ηττήθη η ημετέρα 5η μεραρχία εις το Σόροβιτς , του όγκου του ημετέρου στρατού νικήσαντος εις Γιαννιτσά και προελαύνοντος προς Θεσ/νίκην , ότι κατελήφθη η εν Αθήναις κυβέρνησις υπό τοιούτου πανικού μήπως ο Δζαβήτ προελάση εκ Σόροβιτς προς Λάρισαν ! και Αθήναις !! … ώστε ο κ. Βενιζέλος εζήτησε δια τηλεγραφήματός του προς τον Διάδοχον, όπως δύο μεραρχίαι εκ του προελαύνοντος προς Θεσσαλονίκην στρατού αποσταλώσι ταχέως εις Κατερίνην , επιβιβασθώσι και μεταφερθώσι θαλασσίως εις Βόλον , και εκείθεν δια ξηράς προς Λάρισαν δια να καλύψωσιν από τον Δζαβήτ την οδόν της πρωτευούσης : Εννοείται ότι τοιούτος φόβος εκίνησε το μειδίαμα ημών εις Γιαννιτσά και δεν εδώσαμεν καμμίαν προσοχήν εις την διαταγήν ταύτην του κ. Βενιζέλου.

    Μάλιστα αν θυμάμαι ο Βενιζέλος είχε και προτίμηση. Ήθελε να μεταφερθεί η 1η Μεραρχία «ένεκα πολλών λόγων.» . Πάει περίπατο η Θεσσαλονίκη για την οποία καιγόταν υποτίθεται ο Βενιζέλος.

  9. armatistis says:

    Κατ’ αρχάς το θέμα του άρθρου είναι άλλο. Ευκαιρίας όμως δοθείσης επιστρέφουμε στον εθνικό διχασμό. Κατόπιν τούτου οφείλω να τοποθετηθώ παραθέτοντας τα ακόλουθα:

    «Αρχηγόν Στρατού Θεσσαλίας. Αρ. 80099. Αναμένω να μοι γνωρίσητε περαιτέρω διεύθυνσιν ην θα ακολουθήση η προέλασις του Στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ’ όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσιν να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις Θεσσαλονίκην. Αθήναι 12-10-1912 ώρα 10.20΄ μ.μ. Βενιζέλος»[1]

    Ο Διάδοχος ταραχθείς εκ της ανοικείου και θλιβεράς ταύτης επεμβάσεως του Πρωθυπουργού αναμιχθέντος εις αλλότρια καθήκοντα, απήντησε δια τηλεγραφήματος, όπερ συνέταξε ιδία χειρί και εις ό τηλεγράφημα ανέφερεν ότι:
    «Η κατεύθυνσις της υποχωρήσεως και οι προθέσεις του πολεμίου θα κανονίσωσι και την κατεύθυνσιν και της υπ’ εμέ Στρατιάς». Προσθέσας συν τοις άλλοις: «Να παύση του λοιπού η Κυβέρνησις αναρμοδίως γνωματεύουσα και εκ του μακρόθεν αναμιγνυομένη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις» [2]
    Προφανώς στο τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου αναφέρονται και άλλα («συν τοις άλλοις») που ο Δούσμανης παραλείπει να σημειώσει. Για ποιον λόγο άραγε;

    Η αφήγηση από τον Βενιζέλο του επίμαχου διαλόγου μεταξύ αυτού και του Κωνσταντίνου έγινε κατά τη συνεδρίαση της Βουλής την 13/26 Αυγούστου 1917, όπου ο Βενιζέλος απάντησε σε ερώτηση του Ράλλη.[3]

    Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο εκλεγμένος από τον λαό, και δις απολυμένος από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ανέφερε τα αληθή γεγονότα. Τα δύο παραπάνω τηλεγραφήματα το επιβεβαιώνουν. Το ποιος συμπεριφέρθηκε ανοίκεια επαφίεται στη λεπταισθησία της κρίσης ενός εκάστου. Ενδιαφέρον τυγχάνει ότι ο Πρωθυπουργός καθόριζε ρητώς στον Αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο τον πολιτικό σκοπό του πολέμου και ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να τον αποδεχθεί. Και όχι μόνο. Ο νεοκαίσαρας Κωνσταντίνος απαντά στον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας ωσάν να είναι ο ιπποκόμος του. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Βενιζέλος υποστήριξε σθεναρά την ανάθεση στον Κωνσταντίνο της Γενικής Επιθεώρησης του Στρατού, πράγμα που προσδιόριζε και την ανάθεση σε αυτόν και της αρχιστρατηγίας σε περίοδο πολέμου, παρά τις αντιδράσεις που αντιμετώπισε.

    Βεβαίως όλοι μας βλέπουμε τα τότε γεγονότα από διαφορετική οπτική. Είτε αυτή της δημοκρατικής αρχής, δηλαδή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, είτε της μοναρχικής. Σύμφωνα με την μοναρχική αρχή η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσίες ασκούνται «κληρονομικώ δικαιώματι» από τον εκάστοτε βασιλιά, και επομένως ο βασιλιάς μπορεί να αναθέσει την πρωθυπουργία ακόμη και στον κηπουρό του, ή στον ιπποκόμο του. Πράγμα που συνέβη πολλές φορές από τη δυναστεία. Μέχρι και την περίοδο 1965-1967.

    Προσωπικά βλέπω τα τότε γεγονότα από την πλευρά της δημοκρατικής αρχής, δηλαδή αυτής της λαϊκής κυριαρχίας, κατά την οποία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται υπέρ αυτού. Στις δημοκρατίες προβλέπεται ότι ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του είναι οι μόνοι υπεύθυνοι να καθορίζουν την πορεία της χώρας στην ειρήνη και στον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός είναι ο μόνος υπεύθυνος να καθορίσει τον πολιτικό σκοπό του πολέμου και ο αρχιστράτηγος όφειλε να υπακούσει.

    Όσον αφορά το ζήτημα ότι «την εδαφική της επέκταση η Ελλάδα την οφείλει εν πολλοίς στους συμμάχους», αυτό κατά την άποψή μου είναι αληθές. Τα Επτάνησα και η Θεσσαλία παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα άνευ πολέμου. Κατόπιν της ήττας του 1897 χάσαμε τη Θεσσαλία. Μας επεστράφη κατόπιν παρέμβασης των «προστάτιδων δυνάμεων» δια της καταβολής πολεμικής αποζημίωσης στους Τούρκους και του ελέγχου των οικονομικών της χώρας από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου επικυρώθηκε στο Λονδίνο. Τα νησιά του Αιγαίου κατακυρώθηκαν στην Ελλάδα· αρχικά κατόπιν αποφάσεως της πρεσβευτικής διάσκεψης του Λονδίνου της 31ης Ιανουαρίου/13ης Φεβρουαρίου 1914 και τελεσίδικα διά της Συνθήκης της Λωζάνης, που επικύρωσε την απόφαση της πρεσβευτικής διάσκεψης του Λονδίνου του 1914. Δεν παραγνωρίζω ότι οι φυσικοί σύμμαχοι της Ελλάδας, και ειδικά η Αγγλία, ενήργησαν πάντα με βάση τα συμφέροντά τους.

    Η άποψή μου σε τίποτε δεν μειώνει τους αγώνες του ελληνικού λαού για την εθνική του ολοκλήρωση.

    Υποσημειώσεις:

    [1] Ιωάννης Καφετζόπουλος – Κωνσταντίνος Πολυζώης – Νικόλαος Δεπάστας – Αγγελική Δήμα Δημητρίου, Ο Ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, Τόμος Α΄, (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1988), σ. 64. και Βίκτωρ Δούσμανης «Ιστορικαί σελίδες τας οποίας έζησα, σ. 49.
    [2] Βίκτωρ Δούσμανης, Ιστορικαί σελίδες τας οποίας έζησα, σ. 49-50
    [3] Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1900-1920 τόμος Α΄, και Καφετζόπουλος – Πολυζώης –Δεπάστας Δήμα Δημητρίου, Ο Ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, σ. 68. Αναφέρεται ότι ο διάλογος είναι καταχωρημένος στην «εφημερίδα συζητήσεων της Βουλής της συνεδρίασης της 20ης ή 12ης Αυγούστου 1917».

  10. Καλά Χριστούγεννα
    Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πάντα σε αυτές τις συζητήσεις γίνονται αναφορές στον πρότερο υποτίθεται καλό βίο του Βασιλέα Κωνσταντίνου. Που για να είμαι σκληρός εμένα δεν μου γεμίζει το μάτι. Σε Σαραντάπορο και Γιαννιτσά αντιμετώπισε ένα τουρκικό στρατό στο 1/3 του μεγέθους των δυνάμεων του υπό την διοίκηση φιλέλληνα συνταξιούχου χωροφύλακα (γιατί αυτό ήταν ο Χασαν Ταχσιν). Στο Κιλκίς είχε αριθμητική υπεροχή, και δεν ήταν ο Ιβανωφ ακριβώς στρατιωτικός φωστήρας. Μόνο στο Μπήζανι και στα Στενά της Κρέσνας αντιμετώπισε σοβαρή μάχη. Στο Μπιζανι η καθήλωση του Ελληνικούς Στράτου για σχεδόν όλον τον πόλεμο εκεί, επέτρεψε στο τέλος τον μακροχρόνιο σχεδιασμό της ποιο καλά σχεδιασμένης ελληνικής μάχης ίσως της σύγχρονης ιστορίας του ΕΣ. Στα Στενά της Κρενσας είναι συζητήσιμο αν έπαιξε καλό ρολό. Αλλά ας του την δώσουμε.

    Καλά και ωραία αυτά, αλλά τι σχέση έχουν με το 1920-1922? Αν ήταν πραγματικά φιλέλληνας δεν θα επέστρεφε δημοψήφισμα ή όχι. Κοτζάμ ανατας ήταν και ανεύθυνο άρχων, μπορούσε να πει στον Γούναρης και Ράλλη «Κυρίοι με τιμάει η απόφαση του Ελληνικούς λαού, αλλά παίρνοντας υπόψη την πολεμική κατάσταση και την ανάγκη για την αρμονία Ελλάδος και Συμμάχων, εγώ δεν θεωρώ ότι είναι πρέπον και σωστό να επιστρέψω πάρα μετρά το ευτυχές πέρας τον επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού». Αντίθετα άφηνε τον Γούναρη να τον περιφέρει σαν τοτέμ, και τον άφησε να κάνει ότι θέλει στο στρατιωτικό.

    Δεν δικαιολογείται το Κωνσταντίνος για το 1920-1922. Απλά δεν δικαιολογείται. Και την Πόλη να είχε πάρε το 1913, δεν δικαιολογείται.

  11. npo says:

    @ Κωνσταντίνος Τραυλός

    Πέστα επιτέλους.
    Τρομερή εμμονή κάποιων, και απαράδεκτος οπαδισμός, απαράδεκτος.

    Απαράδεκτος γιατί αυτή η διχαστική νοοτροπία στοίχισε διάολε, κι ακόμα δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς στοίχισε, αυτό θα το πεί η ιστορία σε 50 ή 100 χρόνια. Μπορεί να «στοίχισε» και τα πάντα, την ύπαρξη του έθνους. Απλά δεν ξέρουμε ακόμα.

  12. Τώρα για την οχύρωση της Ζώνης Σμύρνης, ο Καράσσος, διοικητής Πληροφοριών της Στρατιάς την περίοδο Νοέμβριο 1920-Απριλιο 1921, σημείωνε ότι το κόστος σε χρόνο και χρήμα ήταν τέτοιο που είτε ο Ελληνικός στρατός θα εκστράτευε για να επιβάλλει την Συνθήκη των Σέρβων (και οποίες αλλαγές υπερ. Ελλάδος θα επέφερε μια στρατιωτική νίκη), είτε θα κάθονταν στην Σμύρνη και θα έκανε οχυρωματικά έργα. Και τα δυο δεν μπορούσαν να γίνουν. Λόγο του ότι η ελληνική παρουσία στην Σμύρνη ήταν στα πλαίσια Συμμαχικής εντολής που εκ των πράγματών αφορούσε καταδίωξη των αντίπαλων στης Συνθήκης, του ότι η Οθωμανική κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση (και η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε να έρθει σε κάποια συμφωνία συνεργασίας πριν την αποπομπή του Σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη), αποφασιστικέ η επιλογή εκστρατείας πάρα οχύρωσης. Μια επιλογή λογική με τα διπλωματικά και στρατιωτικά δεδομένα που αντιμετώπιζε ο Βενιζέλος, και μια επιλογή που δεν άφηνε άλλες επιλογές για τους Μετα-Νοεμβριανους. Ένας ελληνικός στρατός στην Σμύρνη σημαίνει ότι ο Κέμαλ έχει στην διάθεση του την δημογραφική και οικονομική ισχύ της περιοχής μεταξύ Φιλαδέλφειας και Αγκύρας, που είχε ελάχιστα επηρεασθεί από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, συν τον κρίσιμο σιδηροδρομικό άξονα Κιουταχεια-Εσκισεχιρ-Αφυονκαραχισαρ. Και αν ο ελληνικός στρατός επέλεγε παθητική στάση δεν είναι απίθανο οι Σύμμαχοι να έπαυαν πληρωμές θεωρώντας ότι δεν εξυπηρετούν πια τους σκοπούς τους. March or Die

  13. Bill Kalivas says:

    Fascinating, thank you for the comprehensive response Mr. Travlos.

  14. Νικολαος says:

    Συγχαρητήρια για την όλη προσπάθεια και την απόλυτα τεκμηριωμένη και αντικειμενική παρουσίαση .Δυστυχώς γίνεται σαφές ποσό εγκληματικά λάθη έχουν γίνει στην διαχείριση του πολέμου και στις επιτελικές αποφάσεις. Το άσχημο βέβαια ήταν ότι τα λάθη γινόταν κατά συρροήν και κατά επανάληψη. Είχαμε στα χέρια μας την δυνατότητα της επιτυχίας με συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές. Δυστυχώς ο προηγηθέν διχασμός, η λαθος επιλογή ατόμων σε θέσεις κομβικές (αρχηγός στρατιάς, επιτελείο),η κομματική συμπεριφορά στις γενναιες αποφασεις και η επιπολαιότητα χειρισμού του πολέμου έναντι της μεγαλύτερης ευκαιρίας της ελληνικής ιστορίας ήταν παράμετροι που διάβρωσαν αργά-αργά τα αρχικά δεδομένα της επιτυχίας. Τα άτομα που διαχειρίστηκαν την μικρασιατική εκστρατεία είτε πολιτικά είτε στρατιωτικά (μετά τον Βενιζέλο) ήταν μεν πατριώτες αλλά ανίκανοι να διαχειριστούν και να συλλάβουν το μέγεθος του εγχειρήματος ώστε να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
    Δεν αφορά την συγκεκριμένη παρουσίαση αλλά εάν θα θέλατε θα ήθελα την τοποθέτηση σας σε δύο ερωτήματα
    1) Ισχύει ότι ο Βενιζελος λίγο πριν τις χαμενες εκλογές του Νοέμβρη είχε εισηγηθεί θετικά για απόβαση ελληνικού τμηματοσ στρατού και δημιουργία δεύτερου μέτωπο στον Πόντο;;; ( μετά τις τοποθετήσεις Καθενιώτη, αποδοχη Βρετανίας)
    2) Ήταν στρατιωτικά εφικτή μια τέτοια απόβαση;;; π.χ στην Αμισσο του Δυτικού Πόντου και προέλαση προς Αμασεια δεδομένο της εκμετάλλευσης του ποντιακού στοιχείου – αντάρτικου της περιοχης που ήταν σκληραγωγημένοι πληθυσμοί (Τόπ-Τσαμ, Μερζιφουντα και άλλες εστίες), την δημιουργία δεύτερου μέτωπο στα νώτα του Κεμαλ την διακοπή ή τον περιορισμό της στρατιωτικησ ενισχυσης του κεμαλικού κινήματος από τους Σοβιετικούς. Το δευτερο μετωπο θα είχε τεράστιο ψυχολογικο αντίκτυπο στον Κεμαλ και επιπλεον ανάλογα με τις προϋποθέσεις θα μπορούσε να αναστείλει την δυνατότητα υποχωρησης Του κεμαλικού στρατού στα βάθη της Μικρσιατικης ενδοχώρας.
    Από το παραπάνω κείμενο σας γινεται σαφές ότι έμψυχο δυναμικό είχε η χώρα απλά(εμπέδωση, ΜΜΜ ) και δυστυχώς έγινε εγκληματικη διαχείριση αυτού.
    Συγχαρητήρια για ακόμη μια φορά

  15. Καλημέρα και Χρονιά Πολλά
    1) Ο Καθενιώτη στις εισήγησεις του (μπορεί κάποιος να διαβάσει τα τηλεγραφήματα του στο διαδικτυακό αρχείο του Ιδρύματος Ελευθέριου Βενιζέλου) πάντα αναφέρονταν στην αδυναμία του Ποντιακού Αντάρτικου να πέτυχει στρατηγικούς στόχους χωρίς Αγγλο-Ελλαδικη παρουσία, και στην αντίθεση της τοπικής κοινοτικής ηγεσίας σε ένοπλες επιλογές. Αναφέρονταν και στην πληθυσμιακή πλειοψηφία του μουσουλμανικού στοιχείου. Αυτά το 1919, το 1920 η κατάσταση ήταν χειρότερη.
    2) Από το 1920 και μετά χωρίς ενεργή αγγλική βοήθεια οποιασδήποτε ελληνικές δυνάμεις στελνόταν στον Πόντο θα βρίσκονταν σε εξαιρετικά επικίνδυνή κατάσταση με την θάλασσά πίσω τους με μικρός βάθος μετόπισθέν, δύσκολο έδαφος κρατούμενο από εχθρικό και οργανωμένο πληθυσμό (ο Πόντος δεν ήταν μόνο κέντρο του Ποντιακού ανταρτικού, ήταν και κέντρο του Τουρκικού εθνικιστικού κινήματος με μεγάλους αριθμούς ανταρτών υποστηριζόμενων από τις τακτικές δυνάμεις του Καρεμπεκιρ ) και με μεγάλα εφόδιά κωλύματα που θα έπρεπε να υπερκεραστούν ενάντια σε λυσσαλέα εχθρική αντίσταση ανταρτών με υποστήριξη τακτικών δυνάμεων με βάθος μετόπισθεν. Ποντιακός τακτικός στρατός δεν υπήρχε και θα έπαιρνε τουλάχιστον 2 χρονιά να χτιστεί βάση των γραφομένων του Καθενιώτη.
    3) Αρά το όλο εγχείρημα θα ήταν στρατηγική επισφαλές, θα αφαιρούσε μεγάλες μονάδες από το κέντρο βάρους του μετώπου που ήταν η δυτική Μικρά Ασία, θα τις τοποθετούσε σε στρατηγική επισφαλή θέση (με την πλάτη στην θάλασσά και χωρίς βάθος μετόπισθεν, δηλαδή ένα ατύχημα ισον καταστροφή) και θα μπορούσε να γίνει μόνο με την πλήρη υποστήριξη των βρετανών οι οποίοι οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσαν να το κλείσουν. Θα ήταν Βρετανική και όχι Ελλαδικοί επιχείρηση.
    4) Αν ο Παρασκευόπουλος ήταν τελείως αντίθετος με το να δώσει σε αγγλικό έλεγχο τρεις ελληνικές μεραρχίες για επιχειρήσεις προς Εσκισεχιρ (το τηλεγράφημα του το παραθέτει ο Καράσσος) όπως είχε συμφωνήσει ο Ουίλσον με τον Βενιζέλο, φρονώ τι θα ήταν ακόμα πιο αντίθετος στο να το κάνει για μια επισφαλή επιχείρηση στον Πόντο.
    5) Χρονικά η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να γίνει πριν το θέρος του 1921. Τον Ιανουάριο – Μάρτιο του 1921 ο Παρασκευόπουλος σκόπευε να εκστρατεύσει κατά ΕσκιΣεχιρ-Αφιον Καραχισαρ, και τον Απρίλη – Μάιο λογικά θα πηγαίνανε προς Άγκυρα. Οπότε ήθελε όλες τις δυνάμεις στο κεντρικό μέτωπο. Το θέρος του 1921 η κατάσταση σε Ανατολική Μικρά Ασία ήταν ήδη χαμένη. Ναι μεν υπήρχαν αντάρτικες ομάδες χωρίς συνοχή, συνεργασία και κεντρική διοίκηση, αλλά 1) οι Σοβιετικοί ήταν στην Γεωργία και Αρμένια, 2) Ο Καραμπεκιρ ήταν εδραιωμένος στην περιοχή με εμπειροπόλεμο και πρόσφατά νικηφόρο τακτικό στρατό 3) όλες οι αντικελαμικες κινήσεις είχαν λίγο πολύ νικηθεί. Η απόβαση ενός διοικούμενο από τους Βρετανούς ελληνικού σώματος θα προκαλούσε Σοβιετική αντίδραση, και άμεση συγκέντρωση διανέμων ενάντια του. Ακόμα και η κατάληψη της Αγκύρας δεν θα άλλαζε την ισορροπία, καθότι όπως θα ήταν αδύνατο για τον Τουρκικοί στρατό να κάνει μεγάλες επιχειρήσεις προς τα δυτικά χωρίς την Άγκυρα, το ίδιο ίσχυε και για τον Ελληνικοί στρατό προς τα ανατολικά από Άγκυρα (εξου και στόχος ήταν απλά να καταστραφεί η πόλη και μετά ο ελληνικός στρατός θα αποχωρούσε προς τα δυτικά) . Δεν έχει σημασία αν την εξουσία την έχει ο Κέμαλ ή ο Καραμπεκιρ (ο ποιο πιθανός αντικαταστατής του) , δυνάμεις υπήρχαν για την αντιμετώπιση της και με Σοβιετική υποστήριξη. Θα ήταν κλασσική κατάσταση defeat in detail, και παρόντας υπόψη ότι την περίοδο οι Βρεττανοί ήταν πιο πρόθυμοι να τα βρουν με ΕΣΣΔ (Εξου και η άρνηση τους στην πρόταση Καθενιώτη για Ποντο-Μουσουλμανικο κράτος υπό βρετανική προστασία σε Αμπχαζία) το πιο πιθανό θα κατέληγε σε φιάσκο.

    Επειδή έχω διαβάσει αρκετά για την Κεμαλικό στρατηγική και πολιτική κατάσταση, ο Κέμαλ θα τράβαγε τον στρατό πίσω αν επιτίθονταν ο ΕΣ την περίοδο Ιανουάριου – Απρίλιου 1921.Κεντρο βάρος του ήταν ο τακτικός στρατός και με τίποτα δεν θα τον θυσίαζε για να κρατήσει οτιδήποτε δυτικά της Αγκύρας. Οπότε μαζί με τις δυνάμεις του Καραμπεκιρ και το τοπικό πλειοψηφούν μουσουλμανικό στοιχείο (αυτά με βάση τις αναφορές Καθενιώτη και του τι του έλεγαν οι τοπικοί προύχοντες) ο οποιοσδήποτε Τούρκος εθνικιστής αρχηγός θα είχε υπεραρκετές δυνάμεις για να κλείσει το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στα παράλια μέχρι οι Μπολσεβίκοι να τα βρουν με Βρετανούς και οι Βρετανοί να το εγκαταλείψουν.

    6) Φυσικά μια τέτοια επιχείρηση θα έσωζε ζωές δημιουργώντας μια ασφαλή ζώνη για μεταφορά των Ποντίων σε Αν. Θράκη και Δυτική Μικρά Ασία (που στο κάτω κάτω ήταν και ο στόχος του Βενιζέλου) αλλά για αυτό θα αρκούσε μια μεραρχία, ίσως και μόνο ένα αποσπάσμα συντάγματος.

    Όλη η στρατηγική του Βενιζέλου για Πόντο το 1919-1920 βασίζονταν στην Αρμένια. Ακόμα και να κέρδιζε της εκλογές, ακόμα και να πήγαιναν καλά όλα στα σχέδια Παρασκευοπούλου -Παγκάλου όταν ο Ελληνικός στρατός θα έφτανε στον Πόντο η Αρμένια θα ήταν ήδη Σοβιετική, και το ίδιο και η Γεωργία.

  16. sira says:

    αντι για καταληψη σμυρνης υπηρχε πιθανοτητα καταληψη κωσταντινουπολης;;;;;;;;;;;

  17. Μόνο με πόλεμο της Ελλάδος με την Αγγλία, Ιταλία και Γαλλία που την είχαν υπό κατοχή την περίοδο 1918-1922. Αυτός ο πόλεμος θα ήταν σύντομος, και μετά σύνορα στον Αξιό.
    Ακόμα και η επιχείρηση του 1922 ήταν επιχείρηση απελπισίας με στόχο όχι να καταλάβει την Πόλη, αλλά να εξαναγκάσει της Μεγάλες Δυνάμεις να κάνουν κάτι στην Μικρά Ασία.
    Ο Βενιζέλος σκόπευε να ασχοληθεί με την Πόλη μετρά από νίκη στην Μικρά Ασία. Στόχος ήταν τμηματικά 1) εγκατάσταση Ελλήνων στα Στενά από Πόντο και Ρωσία 2) πολιτική πίεση σε Μεγάλες Δυνάμεις να διώξουν την Οθωμανική Δυναστεία από την Πόλη (με στόχο να μεταφερθεί σε Προύσα) 3) πολιτικό πραξικόπημα στην Πόλη από Ελληνική κοινότητα 4) Ανακήρυξη ανεξαρτησίας 5) ένωση Ελλάδος με Πόλη. Πάνω κάτω θεωρούσε ότι όλη η διαδικασία θα έπαιρνε 5 με 10 χρονιά.

    Η καλύτερη ευκαιρία να καταληφθεί η Πόλη ήταν πιθανόν ο πόλεμος που ετοίμαζε ο Πάγκαλος το 1924. Κινήσεις το 1922-1923 θα ήταν πάντα υπό την αίρεση των Μεγάλων Δυνάμεων.

  18. Γιάννης Γ. says:

    Χρόνια πολλά με κάθε καλό!!!

    Δεν καταλαβαίνω γιατί κατηγορείται για έλλειψη ευθυκρισίας ο Γούναρης όταν από το ίδιο το άρθρο φαίνεται να κάνει την καλύτερη επιλογή εξ όσων είχε στη διάθεσή του επιλέγοντας το σχέδιο Σαρηγιάννη που τροποποιήθηκε τελικώς εν αγνοία του και όσο εκείνος βρισκόταν στον Λονδίνο και μάλιστα απο τον παράγοντα εκείνον (Γουβέλης) που φέρεται καλώς να έχει επιλέξει και τοποθετήσει.

    Τρεις εισηγήσεις φαίνεται να έχει στα χέρια του ο Γούναρης. Η μία ζητάει επιστράτευση 4 κλάσεων που θα αποδώσουν 70.000. Η δευτερη ζητάει ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας με 30.000 άνδρες που απαιτούν την επιστράτευση τουλάχιστον 2 κλάσεων για επιχειρήσεις που θα ξεκινήσουν την άνοιξη. Η τρίτη ισχυρίζεται πως χάρη στο κατάλληλο σχέδιο οι επιχειρήσεις μπορούν να ξεκινήσουν άμεσα και να επιφέρουν μια πρώτη σημαντική στρατιωτική επιτυχία με τις υπάρχουσες διαθέσιμες δυνάμεις καταλαμβάνοντας το Εσκί Σεχήρ. Ηδη η απόκλιση μεταξύ των δύο πρώτων εισηγήσεων όσον αφορά τον απαιτούμενο βαθμό ενίσχυσης της Στρατιάς για την ευόδωση του πρώτου στάδιου των επιχειρήσεων δημιουργεί προβληματισμό. Η τρίτη επιλογή (σχέδιο Σαρηγιάννη) ανταποκρίνεται στην αρχή της οικονομίας των δυνάμεων αφού δύναται να πετύχει τον αντικειμενικό σκοπό χωρίς περαιτέρω ενισχύσεις χάρη στη σωστή διαχείριση των δυνάμεων που ήδη υπάρχουν. Επιπλέον μια στρατιωτική επιτυχία χωρίς προηγούμενη επιστρατευση και ενίσχυση της Στρατιάς διακηρύσσει εντονώτερα και σε μεγαλύτερο βαθμό τη στρατιωτική ανωτερότητα της Ελλάδας έναντι των Κεμαλικών. Τέτοιο επιχείρημα είχε χρησιμοποιήσει και ο Βενιζέλος για τις θερινές επειχειρήσεις του 20. Οπότε ο Γούναρης σωστά δίνει εντολή για την έναρξη των επιχειρήσεων και διατάσσει και την επιστράτευση για τη συνέχισή τους.

    Σημειωτέον πως από τους 70.000 άνδρες που αναμένει από την προτεινόμενη επιστράτευση των τεσσαρων κλάσεων ο Γουβέλης προτίθεται να διαθέσει στη Μικρά Ασία τους 50.000 ενώ τους υπόλοιπους τους προορίζει για Θράκη, Ήπειρο και το εσωτερικό. Συνεπώς ο Γουβέλης αναγνωρίζει πως οι υπάρχουσες δυνάμεις στα ειρηνικά μέτωπα όχι μόνο δεν είναι επαρκείς αλλά χρειάζονται και ενίσχυση κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων του ελληνικού στρατού στα βάθη της Μικρά; Ασίας. Παρόμοια ανησυχία, ειδικότερα για τη Θράκη, επειδεικνύουν στα γραπτά τους και πολλοί άλλοι παραγοντες μεταξύ των οποιών και ο Βενιζέλος. Οπότε δεν ξέρω πόσο έυκολο και ασφαλές θα ήταν να αποσύρει δυνάμεις ο Γούναρης από τα άλλα «μέτωπα» όταν μάλιστα έχει διαβεβαιωθεί επανειλημμένως από τους αρμοδίους στρατιωτικούς πως οι δυνάμεις της Στρατιάς είναι επαρκείς για την κατάληψη του Εσκί Σεχήρ. Ο δε Παπούλας τον πιέζει μάλιστα με τηλεγράφημά του, εν όψει της ενίσχυσης των έναντι της Στρατιάς κεμαλικών λόγω της γαλλοτουρκικής συμφωνίας, να δώσει άμεσα την εντολή από το Λονδίνο για έγκαιρη έναρξη των επιχειρήσεων.

  19. Εδώ έχουμε ένα πρόβλημα και είναι το εξής. Ο Γούναρης δεν στάθμισε τις τρεις εισηγήσεις την ιδιά περίοδο. Του ήρθε πρώτα η πρόταση της Στρατιάς, μετά ήρθε η συνομιλία με Γουβέλη, μετά ο Πάλλης. Ο Γούναρης χρησιμοποίησε την αρχική τοποθέτηση της Στρατιάς για να ακυρώσει τις αιτήσεις Πάλλη, και μετρά τον Πάλλη για να ακυρώσει τον Γουβέλης, και μετρά την νέα πρόταση Πάλλη για να ακυρώσει τις νέες μειωμένες απαιτήσεις του Παπούλα. Έπαιζε καθαρά πολικό παιχνίδι με σκοπό να αποφύγει την επιστράτευση. Αυτό δεν φαίνεται από το κείμενο αλλά είναι ξεκάθαρο αν συνδυάσει κάποιος τι γραφεί ο τόμος τις ΔΙΣ με το τι αναφέρει ο Γουβέλης. Στην συνέχεια ο Γουβέλης προσπάθησε να την «φέρει» στον Γούναρη, δουλεύοντας επι του Πάλλη ώστε Στρατιά και ΕΥΣ σαν ένα μέτωπο να απαιτήσουν επιστράτευση, αλλά υποτίμησε ποσό πιστός στον Γούναρης ήταν ο Παπούλας. Με άλλο όνομα ο Γούναρης ουδέποτε στάθμισε την ιδιά στιγμή τις τρεις εισηγήσεις (εκ των πραγμάτων του ήρθαν σε διαφορετικό χρόνο) και από την αρχή προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την Στρατιά κατά της ΕΥΣ. Ο στόχος ήταν πάντα να αποφύγει επιστράτευση.

  20. Κ/Δ ΚΒ says:

    Δεν νομίζω ότι ο Γούναρης έπαιζε με την Στρατιά και την ΕΥΣ.
    Αν προσέξουμε θα δούμε ότι ο Συνταγματάρχης Πάλης έφθασε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 1921 (έχοντας υπ’ όψιν του αίτημα για 30.000 άνδρες ως ενίσχυση) ο δε Υποστράτηγος Γουβέλης μίλησε στον Γούναρη στις 17 Ιανουαρίου (για επιστράτευση 70.000). Όμως, δεν ήταν μόνο αυτές οι εισηγήσεις που είχε ενώπιόν της η ελληνική κυβέρνηση για να χαράξει πολιτική.
    Ήδη η κυβέρνηση γνώριζε ότι στις 12 Ιανουαρίου οι Σύμμαχοι είχαν συνδιάσκεψη για να συζητήσουν και τις ελληνικές υποθέσεις και πράγματι στις 13 Ιανουαρίου απηύθυναν πρόσκληση στην Ελλάδα για να μεταβεί αντιπροσωπεία της στο Λονδίνο στις 8 Φεβρουαρίου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Ράλλης αποδέχθηκε την πρόταση αυθημερόν.
    Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, υπήρχε ποτέ περίπτωση οποιοσδήποτε πολιτικός να εγκρίνει Επιστράτευση;
    H ελληνική κυβέρνηση μόνο από τις 16 Φεβρουαρίου και μετά άρχισε να αντιλαμβάνεται την ανάγκη και μάλιστα να δέχεται και τις αγγλικές ενθαρρύνσεις προς μια στρατιωτική ενέργεια. Τι είχε λοιπόν ενώπιόν της εκείνη την στιγμή; Τις σκέψεις των Πάλη και Γουβέλη για γενική κινητοποίηση; Όχι, είχε ενώπιόν της τον υπεύθυνο στρατιωτικό σύμβουλο Συνταγματάρχη Σαρρηγιάννη ο οποίος ενημέρωνε υπεύθυνα ότι (βάσει και των σκέψεων και ιδεών που είχε όταν μελέτησε ένα τέτοιο ενδεχόμενο), μπορούσε η Στρατιά Μικράς Ασίας να αναλάβει σχεδόν αμέσως δράση. Η Στρατιά Μικράς Ασίας που κλήθηκε να απαντήσει, απάντησε θετικά και ζήτησε ενισχύσεις 3.600 ανδρών ενώ αρχικά φάνηκε ότι υιοθετούσε την ιδέα ενεργείας προς Εσκή – Κιουτάχεια (σε α΄ φάση, δηλαδή τις ιδέες Σαρρηγιαννη).
    Τώρα αν σε Αθήνα και Σμύρνη οι Γουβέλης, Πάλης, Θεοτόκης κάναν τα δικά τους (αλλαγή σχεδίου επιχειρήσεων, μη αποστολή ενισχύσεων), ο Γούναρης και ο Καλογερόπουλος ως πολιτικές κεφαλές δεν νομίζω πως μπορούσαν να κάνουν και πολλά από το Λονδίνο.
    Η τοποθέτηση του φίλου Γιάννη μου φαίνεται στην «σωστή» κατεύθυνση.
    Ταυτόχρονα όμως, αντιλαμβάνομαι ότι οι «ενστάσεις» του φίλου Αρματιστή εστιάζονται και στο γεγονός ότι ο Γούναρης δεν θέλησε να κάνει το πιο απλό -ίσως- να ενισχύσει την Στρατιά με τις χιλιάδες των ανδρών που βρίσκονταν στην Παλαιά και Νέα Ελλάδα.

  21. Ενδιάμεση Λύση says:

    Κωνσταντίνος Τραυλός σε 2 Ιανουαρίου 2022 στις 12:04

    Δηλαδή αυτά λάθος;
    https://www.google.com/amp/s/www.protothema.gr/stories/article/1004721/borouse-i-stratia-tou-evrou-na-ftasei-stin-konstadinoupoli-to-1923/AMP/

  22. Γιάννης Γ. says:

    Για ποιο λόγο να κάνει επιστράτευση ο Γούναρης αν μπορεί να πετύχει αποτέλεσμα χωρίς αυτήν; Παραθέτω απόσπασμα του τηλεγραφήματος του Βενιζέλου με το οποίο ανακοινώνει την ανάληψη των θερινών επιχειρήσεων του 20 όπου γράφει «…θα εννοήσητε διατί εκ παντός τρόπου προσπαθώ ν’ αποφύγω πρόσκλησιν άλλων ηλικιών και επιτύχω υπογραφήν και εκτέλεσιν ειρήνης με υπάρχοντα μόνον στρατόν. Κατά γνώμην μου θα αρκέση ούτος ευκολώτερον εις επιτυχίαν υπογραφής και εκτελέσεως ειρήνης, και εις την πρόσκλησιν νέων ηλικιών θα προβώμεν μόνον όταν παρουσιασθή ουσιαστική διάλυσις Τουρκίας και αφού τότε επιτύχωμεν προηγουμένως όλην την αναγκαίαν έξωθεν οικονομικήν βοήθειαν ώστε να μη ευρεθώμεν επάυριον ειρήνης προ ανυπερβλήτων οικονομικών δυσχερειών.»

    Συνεπώς, εφαρμόζοντας τη λογική αυτή του Βενιζέλου, α) αν θέλει ο Γούναρης να εντυπωσιασει τους συμμάχους με μια πρώτη νίκη, περισσότερο θα το επιτύχει της νίκης επερχομένης άνευ επιστρατεύσεως, από τη στιγμή που οι στρατιωτικοί τον διαβεβαιώνουν για το εφικτό του πράγματος, παρά κατόπιν αυτής και β) αν ο Βενιζέλος έχει να σκεφτεί για τις οικονομικές δυσχέρειες που θα προκύψουν και που τις θεωρεί ανυπέρβλητες πόσο μάλλον ο Γούναρης ο οποίος καλείται να δράσει επτά κοστοβόρους μήνες μετά και δεδομένου πως δεν έχει τίποτα να περιμένει μετά και τη δεύτερη διακοίνωση των συμμάχων που ξεκαθαρίζουν πως θα απέχουν κάθε οικονομικής βοήθειας μετά την επιστροφή του Κωνσταντίνου. Εξάλλου κι ο Γουβέλης λέει στην Ανακριτική Επιτροπή πως στην ερώτηση του γιατί δεν έκανε νωρίτερα επιστράτευση ο Γούναρης του απαντησε πως δεν υπήρχαν χρήματα και πως πλέον θα αναγκαζόταν να κόψει.

    Ωστόσο ο Γούναρης κάνει επιστράτευση. Δεν είναι ότι δεν κάνει. Αν δεν ήθελε δε θα έκανε. Απλώς την εννοεί για τη συνέχιση των επιχειρήσεων μετά την κατάληψη του Εσκί Σεχήρ και σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της επίθεσης ξεκινά και την επιστράτευση. Αν δεν ήθελε να κάνει θα μπορούσε να περιμένει το επιτυχές αποτέλεσμα της κατάληψης του Εσκί Σεχήρ για το οποίο τον είχαν διαβεβαιώσει και να αναβάλει την απόφαση του μέχρι τότε εξετάζοντας τα νέα δεδομένα.

    Τώρα με τον Γουβέλη συμβαίνει το εξής αντιφατικό. Στην Ανακριτική Επιτροπή μέμφεται τη Στρατιά που πίεζε τον Γούναρη να δώσει εντολή για έναρξη της επίθεσης πρίν ενισχυθούν οι Κεμαλικοί με στρατό από την Κιλικία χωρίς να περιμένει (η Στρατιά) την ενίσχυση από την επιστρατευση των νέων κλάσεων. Κι ενώ λοιπόν θεωρεί ο ίδιος ο Γουβέλης ανεπαρκείς τις ελληνικές δυνάμεις για το εγχείρημα της κατάληψης του Εσκί Σεχήρ, επιμένει ο ίδιος και πείθει τους Πάλλη και Παπούλα να διευρύνουν τους αντικειμενικούς σκοπούς της επίθεσης επιδιώκοντας την κατάληψη ταυτόχρονα και του Αφιόν καθιστώντας τις δυνάμεις που επιχειρούν προς Εσκί Σεχήρ ακόμα πιο ανεπαρκείς. Καυχιέται δε πως χάριν σ΄αυτόν και την αναπροσαρμογή του σχεδίου η Στρατιά απέφυγε τον όλεθρο ακριβώς διότι θεωρούσε εκ των προτέρων δεδομένη την αποτυχία της κατάληψης του Εσκί Σεχήρ.

    Μετα τι φταίει ο Γούναρης;

    Και κατόπιν όλης αυτής της σύγχυσης και ασυνεννοησίας μεταξύ των υπευθύνων αξιωματικών είναι να μην απευθυνθεί στον Μεταξά; Στον οποίο εκθέτει την κατάσταση όπως παρουσιάζεται και από τα τεκμήρια, πως δηλαδή παρασύρθηκε από τους αρμόδιους που τον διαβεβαίωναν για γρήγορη και επιτυχημένη εκστρατεία και πως πιεζόταν από τον Παπούλα να διατάξει την επίθεση πριν ενισχυθούν οι κεμαλικοί από την Κιλικία.

    Κι αν πει κάποιος πως δεν έκανε απολύτως τίποτα μετά ο Γούναρης, μήπως δεν έβγαλε τον Γουβέλη από αρχηγό του επιτελείου; Του οποίου Γουβέλη, αφού κατάφερε να διασώσει τον ελληνικό στρατό από τον όλεθρο, θίχτηκε, όπως λέει ο ίδιος, η φιλαυτία του που θα έμπαινε υπό τις διαταγές του Δούσμανη και παραιτήθηκε.

  23. Γιάννης Γ. says:

    Συμφωνώ και με την άποψη του φίλου Κ/Δ ΚΒ. Σωστά θέτει τα γεγονότα στη χρονολογική τους βάση. Οι τοποθετήσεις μας δεν αλληλοαναιρούνται. Πράγματι θα έδειχνε έλλειψη πολιτικότητας η απόφαση για επιστράτευση ενώ αναμενόταν η συνδιάσκεψη (αν τον ερμηνεύω σωστά.). Ωστόσο επειδή ο Γούναρης δεν ήταν άνθρωπος που θα δίσταζε να βάλει τον διεθνή παράγοντα σε δεύτερη μοίρα, όπως άλλωστε έκανε το καλοκαίρι του 21, αν το έκρινε επωφελέστερο για τη χώρα, (αν και υπουργός και όχι πρωθυπουργός στις αρχές του έτους) και να διενεργήσει επιστράτευση παρά την πρόσκληση στη συνδιάσκεψη και την αποδοχή της, οφείλουμε να εξετάσουμε και γιατί έκρινε καλύτερο να πράξει όπως έπραξε πέραν του δεδομένου της συνδιασκέψεως. Οπότε πιστεύω πως οι τοποθετήσεις μας λειτουργούν συμπληρωματικά.

  24. Ενδιάμεση Λύση. Μέχρι Οκτωβρίου 4, 1923 η Κωνσταντινούπολη ήταν υπό Αγγλική Κατοχή. Οπότε οποιαδήποτε κατάληψη θα γίνονταν είτε υπό την ευλογιά τους στα πλαίσια κατάρρευσης της ειρήνης, οπότε είμαστε πίσω στο 1919-1920 με πλήρη Αγγλική συμμετοχή στον πόλεμο, είτε ενάντια τους με συνακολουθά σύνορα στον Αξιό.

  25. όδα (που αποτέλεσε κατά έναν τρόπο την φωνή του Γουβέλη στην ιστοριογραφία), η εικόνα είναι σαφέστατα διαφορετική. Αλλά αυτή η συζήτηση μου δίνει ενέργεια να επιστρέψω στην συγγραφή του βιβλίου μου, και εν τελεί μόνο στα πλαίσια αντιπαραθέσεων επιώ βιβλίων μπορούν αυτά να λυθούν σωστά. Ο Γουβέλης παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1921, πριν τις επιχειρήσεις. Του ζήτησαν απλά να παραμείνει μέχρι το πέρας τους. Ναι μεν η αντίδραση του στην ολοκλήρωση της παραίτησης του ήταν παιδαριώδεις, αλλά την ιδιά διαγωγή επέδειξε ο Νιδερ, που είχε ζητήσει παραίτηση, τον έπεισε να μείνει λίγο παραπάνω ο Παπούλας, και οντά τελικά πραγματοποίησαν την αίτηση του θίχτηκε! Αυτό κάτι λέει για το σώμα των αξιωματικών τότε.
    Θεωρώ ότι με βάση τα κείμενα που παρέθεσε ο Ρόδας, πάρα τις οποιαδήποτε μετέπιπτε δικαιολογείς του Γουβέλη, ότι στόχος του ήταν να αναγκάσει τον Γούναρη/ Θεοτόκη να κηρύξει επιστράτευση φέρνοντας τον μπροστά σε ενιαίο μέτωπο Στρατιάς-ΕΥΣ. Όπως ο ίδιος λέει, όταν πηρέ χαμπάρι ότι ο Πάλλης και Παπούλας θα προσχωρούσαν στην επίθεση έκανε τα πάντα να την ματαίωση γενόμενος φορτικώς.
    Για τον Ε. Βενιζέλο, εγώ ανήκω στην σχολή που θεωρεί ότι μετρά το θέρος του 1920 κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει επιστράτευση και έξου και οι εκλογές. Οπότε το τι νόμιζε το θέρος του 1920 δεν έχει τόση σημασία όσο τη νόμιζε την περίοδο μεταξύ θέρους και εκλογών, οπού είναι ξεκάθαρη για εμένα, η μετάβαση σε μια λογική εντατικοποίησης στρατιωτικής προσπάθειάς.

  26. Νικολαος says:

    Σύμφωνα με τα παραπανω καταληγω στα εξης
    1 )εάν υπήρχε μια λογική διαχείριση του έμψυχου στρατιωτικού δυναμικού ( ακομη και χωρις την ύπαρξη μιας επιστράτευσης ομοιας με αυτής του 1915) της χώρας. Εαν γινόταν Ελάττωση της δυναμης ή και κατάργηση των εμπεδων και των ΜΜΜ στην μητροπολιτική Ελλάδα και αποστολή των ανδρών αυτών σε μάχιμες μονάδες στο μικρασιατικό μέτωπο Θα αυξανοταν αριθμητικά η μάχιμη δύναμη της στρατιάς με ουσιαστικά αποτελέσματα
    2) εάν υπήρχε μια οργανωμένη καλά μελετημένη και συντονισμένη κεραυνοβόλος εαρινή επιχείρηση της στρατιάς την Άνοιξη του 21 με κατεύθυνση προς Εσκί-Σεχίρ και Αφιον και στη συνέχεια προς Άγκυρα (Εφόσον επανδρωνόταν με τις 70 ή ακόμη και τις 30000 άνδρες που ζητούσε η στρατιά πριν καταφύγει στο επισφαλές σχέδιο Σαρηγιάννη ή στο αποτυχημένο εκ της πράξεως του Γουβέλη.)
    Καθώς και απο την άλλη πλευρά 3) η υπαρξη Μη επαρκών αριθμητικά κεμαλικών δυνάμεων ή τουλάχιστον υποδεεστερων σε αριθμό συγκριτικα με τον ελληνικό στρατό σε εκείνο το κρίσιμο χρονικό διάστημα απο Ιανουάριο του 1921 έως και Απρίλιο. Καθως και η προβληματικη επιστράτευση του μουσουλμανικού πληθυσμού.
    Άρα βάση αυτών των τριών προϋποθέσεων υπήρχαν πολλές πιθανότητες επιτυχίας και κατάληψης των αντικειμενικών στόχων έως και την Άγκυρα.
    Μετά την Άγκυρα όμως τι;;
    Οι Τουρκοι θα υποχωρούσαν ανατολικότερα και όταν έβρισκαν ξανά δυνάμεις θα επανερχόταν.
    Υπήρχε σχέδιο οριοθέτησης ΑΣΦΑΛΩΝ συνόρων στην Μ.Ασία με το νέο τουρκικό κράτος που θα δημιουργούνταν ή θα αποδεχόμασταν απλά τα όρια της ζώνης της Σμύρνης βάση της συνθήκης των Σεβρών;;;
    Διότι η γεωμορφολογία της Δυτικής Μικρας Ασίας είναι ιδιαίτερη με τους ποταμούς που εκβάλλουν στο Αιγαίο και τις οροσειρές που τέμνουν αριζοντια την χερσόνησο (δύσκολη για τους αμυνόμενους)
    Θεωρώ ότι χωρίς ισχυρά αμυντικά ερείσματα (βουνά ποταμοί) στην Μ.Ασια θα ήταν επισφαλής η διατήρηση των κεκτημένων διότι το χερσαία σύνορα με τους Τούρκους θα άγγιζαν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα και ο ελληνικός στρατός θα ήταν μόνιμα σε επιφυλακή.
    Επίσης εάν συνεχιζε να ήταν ο Κεμαλ στην εξουσία αλλά και χωρις Αυτόν στο τιμόνι της Τουρκιας το μετωπο δεν θα ηρεμούσε ποτέ και θα υπήρχε μια διαρκή ανησυχία.

  27. Γιάννης Γ. says:

    Ίσως δεν έκανα κατανοητό γιατί παρέθεσα το απόσπασμα από το τηλεγράφημα του Βενιζέλου. Όχι για να πω πως η κατάσταση ήταν ίδια. Κάθε άλλο. Και οι Τούρκοι είχαν ενισχυθεί και συσπειρωθεί λόγω της συνθήκης των Σεβρών και η ελληνική οικονομία είχε χειροτερέψει εν τω μεταξύ με αποτέλεσμα να εγκαλείται ο Γούναρης γιατί δεν έκανε έγκαιρα εκείνο που ο πιο κατάλληλος καιρός για να γίνει ήταν επί Βενιζελου. Ο λόγος που το παρέθεσα είναι ώστε να φανεί η διπλωματική λογική του Βενιζελου όταν προκρίνει την επιλογή της μη επιστρατευσης. Γιατί ο Βενιζελος, του οποίου το διαπραγματευτικό αισθητήριο χαίρει αναγνώρισης, λέει πως ο υπάρχον στρατός θα του αρκέση «ευκολώτερον εις επιτυχίαν υπογραφής και εκτελέσεως ειρήνης»; Επειδή όταν κανείς επιστράτευση και όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο ισχυρότερο και συνεπώς περισσότερο υπολογίσιμο παρουσιάζεις τον εχθρό που έχεις απέναντι σου έναντι εκείνων από τους οποίους επιδιώκεις διπλωματικό αποτέλεσμα. Αναφέρομαι δηλαδή συγκεκριμένα στο επιχείρημα που εκφράζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο του κυρίου Ταξίαρχου πως αφού ο Γούναρης επιδίωκε διπλωματικό αποτέλεσμα έπρεπε οπωσδ’ήποτε να κάνει επιστρατευση. Αν δεν μπορούσε να έχει στρατιωτικό αποτέλεσμα χωρίς επιστράτευση, ναι, έπρεπε να την κάνει, αν όμως μπορούσε να έχει στρατιωτικό αποτέλεσμα εν όψει της συνδιάσκεψης χωρίς επιστράτευση ήταν προτιμότερο διπλωματικά να μην την κάνει. Και οι υπέυθυνοι της Στρατιάς τον διαβεβαίωναν πως μπορούσε.

    Ο Γουβέλης υπέβαλε παραίτηση στις 2 Φεβρουαρίου, όταν δεν είχε αποφασιστεί ακόμα κάποια επιχείρηση. Την υπέβαλε στην επιτελική υπηρεσία αλλά όχι στο υπουργείο επειδή άλλαξε γνώμη και συνέχισε να εκπληρώνει κανονικά τα καθήκοντά του. Στις 28 Μαρτίου υπέβαλε μάλιστα και εκτενέστατο υπόμνημα στον Θεοτόκη σχετικά με τη στρατιωτική κατάσταση. Παραιτήθηκε οριστικά δύο μερές μετά στις 30 όταν πληροφορήθηκε πως λόγω της ανασύστασης του επιτελείου στα πρότυπα των Βαλκανικών (εκείνα δηλαδή που αναλύει ο Γούναρης και στον Μεταξά την προηγούμενη μέρα) θα περιπέσει στην υπαρχηγία του επιτελείου λόγω αρχαιότητας του Δούσμανη. Συνεπώς ο υποβιβασμός του Γουβέλη από τον Γούναρη προηγείται της παραίτησής του και την προκαλεί. Ο λόγος που τα αναφέρω αυτά είναι για να ρωτήσω. ‘Εκανε ή δεν έκανε καλά ο Γούναρης να υποβιβάσει και ίσως να εξαναγκάσει έτσι σκοπίμως και σε παραίτηση (χωρίς να τον εκθέσει ωστόσο) τον κύριο υπεύθυνο, όπως παραδέχεται άλλωστε και καυχάται ο ίδιος ο Γουβέλης, για την τροποποίηση του σχεδίου και την αποτυχία κατάληψης του Εσκί Σεχήρ; Έκανε τελικά κάτι και μάλιστα στοχευμένο ο Γούναρης μετά την αποτυχία της επιχείρησης του Μαρτίου; Φαίνεται πως έκανε.

  28. Γιάννης Γ. says:

    Ίσως δεν έκανα ξεκάθαρο γιατί παρέθεσα το απόσπασμα από το τηλεγράφημα του Βενιζέλου. Όχι για να πω πως η κατάσταση ήταν ίδια. Κάθε άλλο. Και οι Τούρκοι είχαν ενισχυθεί και συσπειρωθεί λόγω της συνθήκης των Σεβρών και η ελληνική οικονομία είχε χειροτερέψει εν τω μεταξύ με αποτέλεσμα να εγκαλείται ο Γούναρης γιατί δεν έκανε έγκαιρα εκείνο που ο πιο κατάλληλος καιρός για να γίνει ήταν μάλλον επί Βενιζελου. Ο λόγος που το παρέθεσα είναι ώστε να φανεί η διπλωματική λογική του Βενιζελου όταν προκρίνει την επιλογή να μην κάνει επιστράτευση. Γιατί ο Βενιζελος, του οποίου το διαπραγματευτικό αισθητήριο χαίρει αναγνώρισης, λέει πως ο υπάρχον στρατός θα του αρκέση «ευκολώτερον εις επιτυχίαν υπογραφής και εκτελέσεως ειρήνης»; Επειδή όταν κάνεις επιστράτευση και όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο ισχυρότερο και συνεπώς περισσότερο υπολογίσιμο παρουσιάζεις τον εχθρό που έχεις απέναντι σου έναντι εκείνων από τους οποίους επιδιώκεις διπλωματικό αποτέλεσμα. Αναφέρομαι δηλαδή συγκεκριμένα στο επιχείρημα που εκφράζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο του κυρίου Ταξίαρχου πως αφού ο Γούναρης επεδίωκε διπλωματικό αποτέλεσμα έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει επιστρατευση. Αν δεν μπορούσε να έχει στρατιωτικό αποτέλεσμα χωρίς επιστράτευση, ναι, έπρεπε να την κάνει, αν όμως μπορούσε να έχει στρατιωτικό αποτέλεσμα εν όψει της συνδιάσκεψης χωρίς επιστράτευση ήταν προτιμότερο διπλωματικά να μην την κάνει. Και οι υπέυθυνοι της Στρατιάς τον διαβεβαίωναν πως μπορούσε.

    Ο Γουβέλης υπέβαλε παραίτηση στις 2 Φεβρουαρίου, όταν δεν είχε αποφασιστεί ακόμα κάποια επιχείρηση. Την υπέβαλε στην επιτελική υπηρεσία αλλά όχι στο υπουργείο επειδή άλλαξε γνώμη και συνέχισε να εκπληρώνει κανονικά τα καθήκοντά του. Στις 28 Μαρτίου υπέβαλε μάλιστα και εκτενέστατο υπόμνημα στον Θεοτόκη σχετικά με τη στρατιωτική κατάσταση. Παραιτήθηκε οριστικά δύο μερές μετά στις 30 όταν πληροφορήθηκε πως λόγω της ανασύστασης του επιτελείου στα πρότυπα των Βαλκανικών (εκείνα δηλαδή που αναλύει ο Γούναρης και στον Μεταξά την προηγούμενη μέρα) θα περιπέσει στην υπαρχηγία του επιτελείου λόγω αρχαιότητας του Δούσμανη. Συνεπώς ο υποβιβασμός του Γουβέλη από τον Γούναρη προηγείται της παραίτησής του και την προκαλεί. Ο λόγος που τα αναφέρω αυτά είναι για να ρωτήσω. ‘Εκανε ή δεν έκανε καλά ο Γούναρης να υποβιβάσει και ίσως να εξαναγκάσει έτσι σκοπίμως και σε παραίτηση (χωρίς να τον εκθέσει ωστόσο) τον κύριο υπεύθυνο, όπως παραδέχεται άλλωστε και καυχάται ο ίδιος ο Γουβέλης, για την τροποποίηση του σχεδίου και την αποτυχία κατάληψης του Εσκί Σεχήρ; Έκανε τελικά κάτι και μάλιστα στοχευμένο ο Γούναρης μετά την αποτυχία της επιχείρησης του Μαρτίου; Φαίνεται πως έκανε.

  29. armatistis says:

    Η επιθετική αναγνώριση προς το Εσκή Σεχήρ αποφασίστηκε επειδή η κυβέρνηση (Γούναρης) ήθελε μία επιχείρηση διά της οποίας να πείσει τους συμμάχους ότι συνεχίζει την πολιτική του Βενιζέλου. Η επιχείρηση εκτελέστηκε και το αποτέλεσμά της ήταν να κληθεί και το κεμαλικό κράτος στη διάσκεψη που θα συνερχόταν στο Λονδίνο στις 8 Φεβρουαρίου, πράγμα που αποτέλεσε την ντε φάκτο αναγνώρισή του από τους συμμάχους.

    Η μετανοεμβριανή κυβέρνηση αποδέχθηκε να παραστεί στη διάσκεψη, που θα είχε σαν σκοπό την τακτοποίηση του Μικρασιατικού ζητήματος, και ταυτόχρονα επιθυμούσε η στρατιά να εκτελέσει μία επιχείρηση από την οποία οι σύμμαχοι να διαπιστώσουν ότι ο ελληνικός στρατός ήταν ισχυρός και μπορούσε να επιβάλει την ειρήνη στη Μικρά Ασία. Δηλαδή να επιβληθεί επί του μέχρι τότε κεμαλικού κρατικού μορφώματος. Τούτο επέβαλε στην κυβέρνηση να πράξει παν ότι ήταν δυνατό προκειμένου η επιχείρηση να επιτύχει. Δεύτερη αποτυχία θα αποδείκνυε έλλειψη σοβαρότητας, τεράστιες αδυναμίες και θα επέβαλε στη Μ. Βρετανία, που ήταν η μόνη που υποστήριζε την Ελλάδα, να επανεξετάσει τη θέση της. Η νέα κυβέρνηση έπρεπε να μην αφήσει τίποτε στην τύχη του.

    Υπήρχε αιτιώδης ανάγκη να ενισχυθεί η Στρατιά πριν την ανάληψη μίας ευρείας επιχείρησης; Αναντίρρητα ΝΑΙ. Την ανάγκη αυτή την έχω αναδείξει επανειλημμένα.

    Η πρώτη εισήγηση που είχε ο Γούναρης ήταν της Στρατιάς, που παραδόθηκε σε αυτόν διά του Πάλη την 15η Ιανουαρίου. Η Στρατιά ζητούσε από το Γούναρη 30.000 άνδρες για να εκτελέσει, στα μέσα της άνοιξης, την επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής της Βαγδάτης. Ο Γούναρης ενημέρωσε τον Πάλη ότι η κυβέρνηση επιθυμεί την εκτέλεση μίας επιχείρησης πριν την 8η Φεβρουαρίου, που θα άρχιζε η διάσκεψη, από την οποία να πειστούν οι σύμμαχοι ότι η ελληνικός στρατός μπορούσε να επιβληθεί του κεμαλικού στρατού. Ο Πάλης πρότεινε στον Γούναρη την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη της γραμμής της Βαγδάτης. Ο Γούναρης όμως αρνήθηκε να διαθέσει στη Στρατιά την ενίσχυση των 30.000 ανδρών. Ο Πάλης συμφώνησε να εκτελεστεί η επιχείρηση άνευ της ενίσχυσης της στρατιάς διά 30.000 ανδρών.

    Απ’ αυτό και μόνο το γεγονός αποδεικνύεται ότι ο Γούναρης ήταν άνθρωπος των εύκολων λύσεων. Επιθυμούσε την επίτευξη σπουδαίων αποτελεσμάτων χωρίς όμως να διαθέσει τους αναγκαίους προς τούτο πόρους. Μολονότι ως μορφωμένος και έμπειρος πολιτικός και δικηγόρος αντιλήφθηκε τις παλινωδίες του Πάλη —κατά την άποψη μου είναι αδύνατο να μην τις αντιλήφθηκε— αποδέχθηκε την πρόταση του να εκτελέσει η Στρατιά την επιχείρηση άνευ των ενισχύσεων που ζήτησε. Η απόσταση μεταξύ των 30.000 ανδρών και του μηδέν είναι τεράστια.

    Ο διοικητής της Στρατιάς αποδέχθηκε και αυτός με τη σειρά του να εκτελέσει την επιχείρηση για την κατάληψη της γραμμής της Βαγδάτης και ζήτησε απλώς τη διάθεση τεσσάρων ταγμάτων. Όμως ο Γούναρης ήταν κάθετος. Δεν ήθελε να διαθέσει στη Στρατιά ούτε 100 χωροφύλακες. Ο διοικητής της Στρατιάς συμφώνησε να εκτελέσει την επιχείρηση χωρίς τη διάθεση και αυτών των ελάχιστων ενισχύσεων.

    Επομένως ο διοικητής της Στρατιάς και ο επιτελάρχης του παραιτήθηκαν των προϋποθέσεων, που οι ίδιοι είχαν θέσει, προκειμένου η εκτέλεση της επιχείρησης να διαθέτει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει έλλειψη σοβαρότητας εκ μέρος των δύο στρατιωτικών ανδρών, αλλά και του Γούναρη που τους ανέχθηκε.

    Προκειμένου να διαπιστώσουμε αν ήταν δυνατή η ενίσχυση της Στρατιάς με δυνάμεις από την ηπειρωτική Ελλάδα, από τον πίνακα 1 του άρθρου προκύπτει ότι τούτο ήταν δυνατό. Οι δυνάμεις που βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν μεγάλες, πλην όμως χρησιμοποιούνταν για την εξόφληση κομματικών προεκλογικών γραμματίων, όπως προκύπτει από την κατανομή τους:

    α) Έμπεδα – Υπηρεσίες Εσωτερικού: αξιωματικοί 1.649, οπλίτες 18.094
    β) Μ.Μ.Μ. Δ΄ Σ. Στρατού: αξιωματικοί 260, οπλίτες 4.552
    γ) Μ.Μ.Μ. Ε΄ Σ. Στρατού: αξιωματικοί 175, οπλίτες 1.900
    δ) Έμπεδα Υπηρ. Στρ Θράκης: αξιωμ. 448, οπλίτ. 12.321
    ε) Σύνολο Μη Μαχίμων: αξιωματικοί 2.532, οπλίτες 36.867
    ζ) IV Μεραρχία: αξιωματικοί 148, οπλίτες 2.507
    η) ΙΧ Μεραρχία: αξιωματικοί 187, οπλίτες 5.474 [2]
    θ) VI, VIII, XII, XIV Μεραρχίες: αξιωμ. 1.102, οπλίτες 34.606
    ι) Δύναμη Μεραρχιών: αξιωματικοί 1.437, οπλίτες 42.587

    Ποιος εχέφρων μπορεί να υποστηρίξει ότι απ’ αυτή την τεράστια δύναμη ήταν αδύνατο να διατεθούν στη Μ.Α. κάποιες χιλιάδες άνδρες; Τι δουλεία είχαν στο εσωτερικό της χώρας οι 335 αξιωματικοί και οι 7.980 οπλίτες των IV και ΙΧ Μεραρχιών; Και αν έχρηζε η δύναμη προς την Αλβανία και τη Θράκη ενίσχυσης –όπως αναφέρεται από σχολιαστές- για ποιο λόγο αντί την ενίσχυσης αυτή μειώθηκε; Πάντως είναι ενδιαφέρον να γίνει μία σύγκριση της παραπάνω δύναμης της ηπειρωτικής Ελλάδας το Μάρτιο του 1921 με τη αντίστοιχη της 10ης Οκτωβρίου 1920 που παρουσιάζεται παρακάτω:

    α) Στρατιά Θράκης Μ.Μ.Μ.: αξιωματικοί 292, οπλίτες 6.541
    β) Αναπληρ. Διοίκησις Σ.Σ.Ε. Αμύνης: αξιωμ. 228, οπλίτες 11.707
    γ) Μεραρχία Σερρών: αξιωματικοί 307, οπλίτες 12.674
    δ) Μεραρχία Ξάνθης: αξιωματικοί 292, οπλίτες 14.232
    ε) ΙΧ Μεραρχία: αξιωματικοί 316, οπλίτες 10.779
    ζ) XIV Μεραρχία: αξιωματικοί 184, οπλίτες 6.069
    η) VIII Μεραρχία: αξιωματικοί 221, οπλίτες 7.816
    θ) Τάγμα Μπέϊκος: αξιωματικοί 35, οπλίτες 1.221
    ι) Δύναμη Μεραρχιών: αξιωματικοί 1.355, οπλίτες 52.791
    ια) Δύναμη ηπειρ. Ελλάδας: αξιωμ. 1.875, οπλίτες 71.039

    Μολονότι η δύναμη που υπηρετούσε στην ηπειρωτική Ελλάδα τη 10η Οκτωβρίου 1920 ήταν μικρότερη της αντίστοιχης του Μαρτίου 1921, το μεγαλύτερο μέρος της ήταν ενταγμένο στις Μεραρχίες.

    Η άποψή μου είναι ότι ο Γούναρης ως Υπουργός επί των Στρατιωτικών και ισχυρός άνδρας της κυβέρνησης αφ’ ενός μεν δεν διέθετε σαφή άποψη περί των υποχρεώσεων που του επέβαλε η γενικότερη πολιτικοστρατιωτική κατάσταση περί το Μικρασιατικό ζήτημα και αφ’ ετέρου δε δεν αντιλαμβανόταν ότι η ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς ήταν εκ των πραγμάτων αναγκαία. Για αυτούς τους λόγους αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα τις παλινωδίες του Παπούλα και του επιτελάρχη του. Δηλαδή την εύκολη παραίτησή τους από τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης.

    Η δεύτερη εισήγηση (προφορική) περί της ενίσχυσης διά επιστράτευσης της δύναμης της Στρατιάς υποβλήθηκε στο Γούναρη στις 16 Ιανουαρίου, την επομένη της συνάντησης του με τον επιτελάρχη της Στρατιάς, από τον άρτι διορισθέντα αρχηγό της ΕΥΣ Υποστράτηγο Γουβέλη. Επομένως ο Γούναρης είχε δύο εισηγήσεις, που του υποβλήθηκαν στον ίδιο χρόνο, για την ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς, τις οποίες όμως δεν αποδέχθηκε. Πολλοί ισχυρίζονται ότι καλά έκανε αφού η Στρατιά αποδέχθηκε να εκτελέσει την επιχείρηση άνευ ενισχύσεως. Αυτό είναι βολικό κατά την άποψη κάποιων σχολιαστών επειδή απαλλάσσει το Γούναρη από τις ευθύνες του. Λησμονούν όμως ότι η ευθύνη της απόφασης ανήκει πάντα στον προϊστάμενο πολιτικό ή στρατιωτικό ηγέτη ανεξάρτητα των εισηγήσεων που δέχεται. Ο Γούναρης ήταν ένας ευφυής πολιτικός, αλλά ανατρίχιαζε και μόνο στην ιδέα της διάθεσης πόρων για την αύξηση της ισχύος της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Όπως ανατριχιάζουν διαχρονικά όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις στις απαιτήσεις ενίσχυσης της στρατιωτική ισχύος της χώρας και για αυτό το λόγο αφ’ ενός μεν «τρώμε καρπαζιές» και αφ’ ετέρου δε άπαντες μας εκλαμβάνουν ως κράτος αδύναμο και ανυπόληπτο, που ψάχνει διαρκώς να βρει νταβατζήδες για να το προστατεύσουν.

    Τελικά ο Γούναρης θα αποδεχθεί την ανάγκη ενίσχυσης της Στρατιάς διά επιστρατεύσεως, μόνο που η κηρυχθείσα επιστράτευση ουδόλως θα συνεισφέρει στην επίτευξη των σκοπών της αναληφθείσας επιχείρησης, παρ’ όλο που ο βρετανός πρωθυπουργός επεσήμανε στους Καλογερόπουλο και Γούναρη ότι τίποτε δεν έπρεπε να αφεθεί στη τύχη του.

    Όσον αφορά τους δύο τρόπους ενεργείας που υποβλήθηκαν στον Γούναρη έχω τη γνώμη ότι ο Γούναρης δεν αντιλήφθηκε τις διαφορές τους. Ειδικότερα όσον αφορά τον δεύτερο τρόπο ενεργείας, αυτόν που εκτελέστηκε, υπάρχει ζήτημα αν πληροφορήθηκε την τροποποίηση. Η Στρατιά απαντώντας στις 20 Φεβρουαρίου σε διαταγή του Υπουργείου Στρατιωτικών (ΕΥΣ) -που εκδόθηκε τη 13η Φεβρουαρίου- ανέφερε ότι θα εκτελέσει την επιχείρηση δια του τρόπου (2ου) που τελικά εκτελέστηκε. Δεν υπάρχει η διαταγή της 13ης Φεβρουαρίου για να διαπιστωθεί αν αυτή την υπέγραψε ο Γούναρης ή ο Γουβέλης. Εν πάση περιπτώσει η παρουσία του Γούναρη στο Λονδίνο ζητήθηκε από το Βρετανό πρωθυπουργό κατά τη συνάντηση που είχε με τον πρωθυπουργό Καλογερόπουλο τη 19η Φεβρουαρίου. Ο Γούναρης πρέπει να αναχώρησε από την Αθήνα την 20η ή την 21η Φεβρουαρίου. Ο Θεοτόκης που ανέλαβε Υπουργός των Στρατιωτικών έστειλε το τηλεγράφημα της Στρατιάς στο Λονδίνο: «21 Φεβρουαρίου 1921. Προς Πρωθυπουργόν. Απόρρητον: Να αναγνωσθή υπό Συνταγματάρχου Σαρηγιάννη. Αρχιστράτηγος Παπούλας ανακοινοί ότι, αν αποφασισθή παρά της Κυβερνήσεως ενέργεια της Στρατιάς Μικράς Ασία κατά Κεμαλικών, πρόθεσίς του είναι: α) Προέλασις μέχρι γραμμής Αφιόν Καραχισάρ και Εσκή Σεχήρ, προς κατάληψιν της μοναδικής παραλλήλως των μετώπω σιδηροδρομικής γραμμής εφοδιασμού του εχθρού και διάσπασις της παρατάξεως αυτού. β) Άμεσος, … κ.λπ..». Είναι άγνωστο αν αυτό αναγνώστηκε από τους Γούναρη και Σαρρηγιάννη. Ο Σαρρηγιάννης αναφέρει στην κατάθεσή του στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. ότι πληροφορήθηκε την τροποποίηση του σχεδίου κατά την επιστροφή του από το Λονδίνο στην Αθήνα.

    Ότι τέλος πάντων και αν συνέβη υπεύθυνος για το μπάχαλο που επικρατούσε στην ανώτατη διοίκηση του Στρατού και της Στρατιάς ήταν ο Γούναρης. Αυτός ήταν η πολιτική εξουσία που εγκαθίδρυσε στη Στρατιά ένα δίπολο διοικητικής και επιχειρησιακής διοίκησης, όπου ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τη διοίκηση, ο δε επιτελάρχης για τα επιχειρησιακά. Και όχι μόνο το εγκαθίδρυσε, αλλά παρ’ όλο που αντιλήφθηκε από το Μάρτιο ότι ήταν η κορωνίδα της αποτυχίας το διατήρησε επί ένα έτος ακόμη.

    Η Στρατιά μολονότι αποδέχθηκε τη 17η Ιανουαρίου να εκτελέσει τις επιχειρήσεις με τις δυνάμεις που διέθετε, παρερχομένου του χρόνου, και μετάθεσης της εκτέλεσης της επιχείρησης για αργότερα, απευθύνθηκε επανειλημμένα στην κυβέρνηση ζητώντας ενισχύσεις.

    Για να ολοκληρώσω. Ο πόλεμος είναι πολιτικό ζήτημα. Η ευθύνη της διεύθυνσής του ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική ηγεσία. Όλα τα άλλα είναι απλώς για να γίνεται κουβέντα.

  30. Μα και να δεχτούμε όλα τα ελαφρυντικά που επισυνάπτουν στον Γούναρη, το θέμα παραμένει ότι η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις επιχειρήσεις ήταν επιλογή προσωπική του. Ο Παπούλας και ο Βλαχόπουλος (που έφερνε πακέτο και τον Πετμέζα) ήταν προσωπικές επιλογές του Γούναρη. Ήταν άνθρωποι του. Στα φύλλα του Σκριπ από Νοέμβριο 1920 μέχρι Δεκέμβριο 1920 οι αναφορές στις συνέχεις προσωπικές επαφές Γούναρη με Παπούλα και Βλαχόπουλο είναι συνέχεις, και οι δυο είναι οι πρώτοι αξιωματικοί που συνάντησε. Και οι δυο ήταν ανεκδιήγητοι, με τον Βλαχόπουλο ειδικά να είναι πιθανόν ο χειρότερος διοικητής μεγάλης μονάδας που πέρασε από τον Στρατό. Και να μπορούσε η ΣΜΑ να νικήσει με τις υπάρχουσες δυνάμεις (ένα μεγάλο αν, αλλά ας δεχτούμε υπήρχε δυνατότητα) με τέτοιους διοικητές, προσωπικές επιλογές του Γούναρη, ήταν δύσκολο. Δεν δικαιολογιέται.

  31. Ανώνυμος says:

    Ο Γουναρης αποδειχθηκε πολυ λιγος πολιτικος ηγετης κατα τη διαρκεια της εκστρατειας. Επηρεασμενος απο την μικροπολιτικη της οποιας ηταν ειδικος Ουτε καταλαβε τι γινοταν στην μικρα ασια ουτε τι διακυδευονταν εκει για τον ελληνισμο. Δουλεια του ηταν να καθοριση τον πολιτικο σκοπο του πολεμου να εμμεινει σε αυτον και να διαθεσει τα καταλληλα μεσα στην στρατια. Μεσα σε αυτα ηταν η κινητοποιηση του κρατους ειτε εμπνεοντας τον λαο ειτε επιβαλλοντας την θεληση του. Δεν ειχε την θέληση, ουτε την δυναμη να την επιβαλλει. συνεπως εναποθεσε τις ελπίδες του στο ελληνικο, αυτοδιαφημιζόμενο, Μεγάλο Επιτελείο που επροσωπούσε ο Πάλλης, ο Δούσμανη και αλλοι, προσδοκώντας ένα νεο Τανεμπεργκ ή την εκπόνηση ενος σχεδίου Σλήφφεν, απο αξιωματικούς που δεν ήξεραν να συντάξουν μια πληρη και σωστη Διαταγή Επιχειρήσεων πόσο μάλλον να εκδώσουν Τμηματικές διαταγες. Οταν ο ελληνικος στρατος επιστρατευονταν για τον α ππ ο βενιζελος προχωρησε σε εκτελεσεις ακομα επιβαλλοντας την επιστρατευση. Δουλεια του γουναρη δεν ηταν να καταλαβει ποιο σχεδιο ηταν το καλυτερο. Οταν καθοριζε τι ηθελε θα ακουγε τις εισηγησεις του υπευθυνου στρατιωτικου αρχηγου, ουτε του επιτελαρχη του ουτε του αρψηγου της ΕΥΣ. Αν υπηρχαν αλληλοσυγκρουομενες αποφασεις τους φερνει ολους ενωπιων ενωπιω και τους αφηνει να αποφασισουν. Τους δινει αυτα που θελουν και ενδεχομενη αποτυχια οδηγει στο στρατοδικειο. Τετοια συμπεριφορα σαν του γουναρη θα δικαιολογουνταν πριν τον α ππ αλλα οχι μετα. Αντιθετα ο βενιζελος είδε καθαρά τοσο κατα τον βαλκανικο οπου αν και δεν υπαρχουν στα αρχεία τα επιμαχα τηλεγραφηματα υπαρχουν οι απαντησεις του κωνσταντινου οι οποιες μονο σε περιεχομενο αναλογο των ελλειποντων τηλεγραφηματων συναδουν. Το ιδιο συνεβηκε στον αππ. Οσον αφορα για την παρουσιαση εκτιμησεων πχ για το πως ο βενιζελος σκοπευε να κανει ελληνικη την κωνσταντινουπολη καλο ειναι αυτο να αναφερεται οτι δηλαδη προκειται για εκτιμησεις και μαλιστα προσωπικες και οχι σαν πληροφοριες που βασιζοντσι σε στοιχεια ειτε προφορικα ειτε γραπτα.

  32. 1) Ο Γούναρης μια χαρά ήξερε τι διακυβεύονταν. Απλά είχε άλλες προτεραιότητες.

    2) «Όσον αφορά για την παρουσίαση εκτιμήσεων πχ για το πως ο Βενιζέλος σκόπευε να κάνει ελληνική την Κωνσταντινούπολη καλό είναι αυτό να αναφέρεται ότι δηλαδή πρόκειται για εκτιμήσεις και μάλιστα προσωπικές και όχι σαν πληροφορίες που βασίζονται σε στοιχεία είτε προφορικά είτε γραπτά.» Επειδή αυτό θεωρώ ότι είναι ψόγος προς εμένα και μάλιστα ανώνυμο, ας το ξεκαθαρίσουμε. Η αναφορές για τους στόχους Βενιζέλου όσον αφορά την Πόλη βασίζονται σε κείμενο που συνέταξε ο Ευάγγελος Μελιγκουνάκης, μέλος της αποστολής στο Παρίσι, οπού υποστηρίζει ότι μεταφέρει κατ’ ίδιαν συζήτηση του με τον Βενιζέλο. Το κείμενο προδημοσιεύτηκε στην Βίβλο Ελευθέριου Βενιζέλου, τόμος 4ος, σελίδα 458 (Ιστορικαι Εκδόσεις 1964), και επανα- δημοσιεύτηκε στο «Η Ελληνική Στρατηγική στην Μικρά Ασία» από τον Διονύσιο Τσιριγώτη (Ποιότητα, 2010, σελίδα 199-200). Μπορεί ο Μελιγκουνάκης να το εφηύρε? Ποιος ξέρει. Αλλά φιλο- Βενιζελίκες πήγες το θεωρούν αξιόπιστο, οπότε ναι εκεί ο Βενιζέλος λέει τι θα ήθελε να κάνει στο θέμα τις Πόλης. Οπότε ούτε εκτιμήσεις, ούτε προσωπικές απόψεις. Επειδή η βιογραφία για το θέμα είναι τεράστια, ποτέ δεν έχει οργανωθεί επιστημονικά, είναι απίθανο οι συνδαιτημόνες σε μια σοβαρή συζήτηση να γνωρίζουν όλες τις πήγες. Καλυτέρα να κάνουμε συγκεκριμένες ερωτήσεις για πήγες πάρα αφορισμούς προκαταλαμβάνοντας απαντήσεις.

    3) Η μονή εκτίμηση που έγραψα, και την είπα εκτίμηση είναι η σκέψη μου για το κίνητρο του Γουβέλης για την αλλαγή του σχεδίου δράσης. Αυτό ναι είναι εκτίμηση.

  33. anast says:

    ἀπό τά παραπάνω σχόλια βγαίνει συμπέρασμα ὅτι ὁ ἐκάστοτε πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος ἄριστο εἶναι νά ἔχη καί πτυχίο τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Ἐπίσης νά πλαισιώνεται ἀπό ἔμπειρους στρατιωτικούς γιά λήψη ἀποφάσεων καί δύσκολα νά τούς παραβλέψη!

  34. Όχι, το θέμα ήταν με τις παλινωδίες τις περιόδου 1908-1920 δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος ήταν ο υπεύθυνος για τι. Η κατάργηση του Γενικού Στρατηγείου το 1920 ήταν καταστροφικό λάθος. Ο Γουβέλης για εμένα καλώς έκανε ότι έκανε και ας έφερε κακό αποτέλεσμα, καθότι για εμένα έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να επιβάλλει την ΕΥΣ σαν ανώτατη στρατιωτική αρχή (Στον ρολό του παλιού Γενικού Στρατηγείου) αλλά ατύχησε. Και ο Δουσμάνης το καταλάβαινε αλλά ποτέ δεν είχε τα κότσια να τα κανείς όλα λίμπα σαν τον Γουβέλη. Μόνο γκρίνιαζε.

  35. ilias says:

    Αν ο γουναρης ηξερε τι διακυβευονταν στην μικρα ασια, δηλαδη το μελλον του ελληνισμου, και επραξε οπως επραξε καλως εκτελεστηκε για προδοσια γιατι οι παραλείψεις του σε αυτη την περιπτωση ειναι σκοπιμες. Παραλειψεις οι οποίες καθιστουν ενα τμημα ανικανο να εκτελεσει την αποστολη του τιμωρουνται βαρυτατα απο τον ΣΠΚ ακομα και σε καιρο ειρηνης. Ο Γουναρης σαν πολιτικος περιορισμενου βεληνεκους και παλαιοκομματικος μεχρι εκει εφτανε το μυαλο του. Δικαιως βεβαια τιμωρηθηκε και θα επρεπε η τιμωρια του να συνετισει αυτους που οταν κερδιζουν τις εκλογες πανηγυριζουν με τοση ελαφροτητα. Το τι γραφει ενας καποιος οπαδος του βενιζελου η αξιοπιστια του οποιου δεν εχει δοκιμασθει πουθενα, ο οποιος γραφει κατι το οποιο μονο αυτος ακουσε και παραλληλα δεν υπαρχει καμμια ενεργεια που να υποστηριζει τα λεγομενα του , θα ελεγα μαλλον το αντιθετο, ειναι σαφως ενα στοιχειο, πλην ομως σε καμμια περιπτωση δεν ειναι ικανο να υποστηριξει ενα υποτιθεμενο σχεδιο καταληψης η ελληνοποιησης της Κωνσταντινουπολης και μαλιστα απο εναν πραγματιστη όπως ο Βενιζέλος.

  36. Κ/Δ ΚΒ says:

    @ Κωνσταντίνος Τραυλός, να ρωτήσω, αυτά που λέει ο Βενιζέλος για την Κωνσταντινούπολη, όπως μεταφέρονται στην Βίβλο Βενιζέλου, προσδιορίζονται χρονολογικά (ημερομηνία ή έτος) και σε ποιόν τα λέει;
    Επίσης μια άσχετη ερώτηση: ο Κεμάλ το 1919 τι βαθμό έφερε; Συνταγματάρχη;

  37. @Κ/Δ ΚΒ

    Δυστυχώς τα βιβλία μου είναι καταχωνιασμένα στο πανεπιστήμιο. Αν θυμάμαι σωστά η χρόνοι ήταν 1920 μετρά την υπογραφή της συνθήκης των Σέρβων και ο Μελιγκουνάκης ισχυρίστηκε ότι η συζήτηση έγινε στο Παρίσι. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι αν ισχυρίζεται ότι η συζήτηση έγινε κατ’ιδιαν (το πιο πιθανόν) ή μετέφερε αναφορά τρίτου. Πάντως ο Μελιγκουνάκης ήταν μέλος του κοντινού κύκλου του Βενιζέλου από τον Θερίσο. Αλλά δεν ξέρω αν ήταν Παρίσι. Λογικά έχετε αντίτυπο του Τσιριγώτη ευκαιρώ οπότε κοιτάξτε την αναφορά εκεί.

  38. Ο Κέμαλ στην Σαμψούντα έφτασε με τον βαθμό του υποστράτηγου

  39. Διόρθωση

    Με βάση την καλύτερη πηγή για αυτά (https://www.msb.gov.tr/Content/Upload/Docs/askeritariharsiv/13_turk_istiklal_harbi_komutan_biyografileri.pdf ) ήταν μιριλιβα που στο ΝΑΤΟικο σύστημα θεωρείται ταξίαρχος, αλλά στο Οθωμανικό ήταν διοικητής μεραρχίας (τουμγκενεραλ). Οπότε αντιστοιχία είτε σε ταξίαρχο είτε υποστράτηγο.

  40. placebo says:

    Ένός πολιτικάντη μύριοι επόνται.

    Παρέδωσαν μαθήματα εκείνοι οι ηγετίσκοι σε στρατό και πολιτική πως μπορούν έναν εφικτό θρίαμβο απέναντι σε έναν ημιθανή στρατό να τον μετατρέψουν σε πανωλεθρία και καταστροφή.
    Στο μόνο στο οποίο φανερώσαν κάποια ικανότητα είναι στην εύρεση δικαιολογιών,τα γνωστά κρεμαστάρια δηλαδή στα οποία από τότε διακρίνονται σχεδόν όλοι οι πολιτικοί μας(και όχι μόνο) έναν αιώνα τώρα.
    Η Ελλάδα ακόμα να συνέλθει,η μοιρολατρία ,η μιζέρια ο ενδοτισμός είναι ακόμα εδώ και μόνο με νίκη μπορούν να (εξ)οστρακιστούν ή με την δημιουργία ενός κράτους ισχυρού σαν του Ισραήλ.φευ

  41. harryst says:

    Μου κάνει εντύπωση όλη η φιλολογία περί Μικράς Ασίας – έφταιγε ο ένας, ο άλλος, και πόσο.

    Τη στιγμή που είναι – στο δικό μου το μυαλό (αλλά και σε πολλών άλλων – πχ του κ Τραυλού, αν κατάλαβα καλά) – σχεδόν νομοτελειακή η τελική επικράτηση του Κεμάλ (αν όχι το 22, λίγο αργότερα. Να έμενε ελληνικός στρατός, σε ικανούς αριθμούς, ¨για πάντα» στη Μικρά Ασία, ώστε να επιβάλλει την ελληνική κυριαρχία, δεν υπήρχε περίπτωση).

    Φταίει ο Γούναρης/Πλαστήρας/Παπούλας/… Δηλαδή αν τα είχαν κάνει αλλιώς (πχ αν είχαν κάνει την επιστράτευση, και έφθαναν και μέχρι την Άγκυρα…) τι θα είχε αλλάξει; Θα ήταν τώρα η Σμύρνη ελληνική; Μη βαυκαλιζόμαστε.. Αν το 1921 κάποιος bookmaker στο Λονδίνο σας είχε ζητήσει να στοιχηματίσετε για το πως θα καταλήξει η φάση, που θα ποντάρατε (ανεξάρτητα κυβέρνησης, και με το Μέγα Αλέξανδρο για αρχιστράτηγο);

  42. Αν κάποιος bookmaker στο Λονδίνο σας είχε ζητήσει στις 7 Οκτωβρίου 1912 να στοιχηματίσετε για το πως θα καταλήξει η φάση, που θα ποντάρατε;

  43. Κ/Δ ΚΒ says:

    @ Κωνσταντίνος Τραυλός σας ευχαριστώ πολύ. Δεν έχω ούτε του Τσιριγώτη, ούτε την Βίβλο Βενιζέλου.

  44. Κάθε άλλο, δεν θεωρώ ότι ήταν νομοτελειακή η ελληνική στρατιωτική ήττα. Πιο πιθανόν ήταν στρατιωτική νίκη – Ο Γουβέλης τα εξήγησε όλα ωραία. Ακόμα και το 1922 μπορούσαμε να νικήσουμε στρατιωτικά με τη έννοια να αναγκάσουμε παύση των επιχειρήσεων με εμάς σε έλεγχο της δυτικής Μικράς Ασίας. Ο ίδιος ο Κέμαλ στην συζήτηση στην τουρκικά στρατιωτική ηγεσία για επιχειρήσεις το 1922 ήταν ξεκάθαρος ότι η στρατός μόνο μια ακόμη επίθεσή ευρείας κλίμακάς μπορούσε να κάνει ,πριν αναγκαστεί να παύσει τις μεγάλες επιχειρήσεις για τέτοιο χρονικό διάστημα που εκ των πραγμάτων ο πόλεμος θα σταμάταγε. Ούτε η γενοκτονία του Ελληνισμού ήταν νομοτελειακή. Υπήρχαν παμπολές ευκαιρίες την περίοδο 1919-1922 για να νικήσει στρατιωτικά η Ελλάδα και τουλάχιστον να διασφάλιση τον ελληνισμό δυτικά της γραμμής Κιουταχειας-Αφιον. Ακόμα και μέχρι το 1920 ήταν δυνατές πολίτικες συμμαχίες που θα έσωζαν τουλάχιστον κομμάτι του Ποντιακού Ελληνισμού.
    Τώρα μετά από εκεί, πως θα μεταφράζονταν η στρατιωτική νίκη πολιτικά, αν θα μπορούσε η Ελλάδα να πάρει την Πόλη, αν θα μπορούσε να κρατήσει την περιοχή της Σμύρνης είναι άλλα ερωτήματα δύσκολο να απαντηθούν διότι δεν είναι στενά στρατιωτικά αλλά πολιτικά θέματα. Ξέρουμε ότι είχαν σκέψεις. Ο Βενιζέλος πρόσβλεπε σε συμφωνία με νια συντηρητική – ισλαμιστή – φεουδαρχική Οσμανική Τουρκιάς με πρωτεύουσα στην Προύσα. Ο Γούναρης και ο Δουσμάνης μιλάγανε για να στήσουν ισλαμιστικο συντηρητικό κράτος με έδρα το Ικόνιο σαν ενδιάμεσο χώρο με την Κεμαλικη Τουρκιά. Τώρα αν αυτά θα τους κάθονταν, αν η Ελλάδα των Σέβρων θα μπορούσε αν ανταπεξέλθει σε μια ανθελληνική συμμαχία σε Βαλκάνια και Ανατολία με κέντρο την Ιταλία κτλ. είναι ωραίες συζητήσεις του καφέ, αλλά όχι επιστημονικές αναλύσεις.
    Γενικά δεν ήταν χαμένη υπόθεση από χέρι η εκστρατεία και ούτε ο μικρασιάτικος ελληνισμός (τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι του), και για αυτό έχει απολυτή σημασία νηφάλια να μιλάμε για το τι κάναμε στραβά στρατιωτικά, διότι εν τελεί από την στιγμή που η Αντάντ δεν ήθελε λύση Γερμανίας 1945, μόνο αυτό το εργαλείο είχαμε.
    Η μονή μου μομφή προς την ελληνική ηγεσία συλλογικά το 1919-1922 ήταν ότι κυνηγάγανε τα πάντα την ιδιά ώρα. Είχαν μια οπτική που ενώ έλεγαν ψόφησε η Τουρκιά θεωρούσαν ότι το μέλλον ήταν δυσοίωνο και ότι έπρεπε να πιάσει ότι μπορούσε η Ελλάδα τώρα γιατί μετα θα χάνονταν οι ευκαιρίες. Οπότε είχες την ιδιά στιγμή προσπάθειες για Σμύρνη, για Πόλη για Πόντο, για εσωτερική νίκη στο Διχασμό που αλληλο-υπομονένυονταν. Π.Χ. ο Βενιζέλος. Δεν μπορείς να θες να σώσεις του Ποντίους όταν την ιδιά στιγμή αντιμάχεσαι εκείνες τις πολίτικες δυνάμεις στην αυλή του Σουλτάνου που ήταν πρόθυμες να δώσουν ευρεία αυτονομία (Μεγάλος Βεζίρης Νταματ Φεριτ Πασας και η φιλο- αγγλική δοσιλογικη κλίκα του) γιατί είχες την ψύχωση να διώξεις του Οσμανίδες από την Πόλη, με τους οποίους Οσμανιδές μετρά θεωρούσες ότι θα έπρεπε να κάνεις συμφωνία για να ασφαλίσεις το αποτέλεσμα του πολέμου. Εκεί έχεις μια αντινομία σκοπών που αλληλουπομονευονταν. Οπότε χάνεις την χρυσή ευκαιρεί του 1920 όταν αντι-Κεμαλικες Οσμανικές δυνάμεις είχαν φτάσει στα πρόθυρα της Αγκύρας και ο Ελληνικός στρατός κάθονταν στα αυγά του. Και την έχεις γιατί θεωρείς, ενώ είσαι ρεαλιστής πολιτικός, ότι μες τά στα επόμενα 5-10 χρονιά όλα θα τελειώσουν, ωσάν να έρχεται το τέλος της ιστορίας.
    Ούτε στήνεις όλη την στρατηγική σου πάνω στην λογική ότι το απαραίτητο ανατολικό κομμάτι, δηλαδή η επιβίωση της Αρμένιας, είναι δεδομένο, όταν εσύ ο ίδιος ξέρεις και το δηλώνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις οτιδήποτε για αυτό!
    Τώρα στο σχόλιο του Βελισάριου αν μιλάμε για 1914 πιθανόν να ήταν υπερ. Τουρκίας τα στοιχήματα-ότι θα ξανάπαιρνε κάποια από τα νησιά, αν δε μεσολαβούσε ο Α.Π.Π.

  45. Εγώ για τις 7 Οκτωβρίου 1912 είπα.

  46. Κ/Δ ΚΒ says:

    @ Κωνσταντίνος Τραυλός ως προς τον Βενιζέλο που όπως γράφετε προσέβλεπε σε συμφωνία με νια συντηρητική – ισλαμιστή – φεουδαρχική Οσμανική Τουρκία, υπήρχε/αν κάποιο/α πρόσωπο/α συγκεκριμένα Τούρκων αξιωματούχων που ας πούμε είχε επαφές ή κρούσεις;

  47. Όχι, δεν υπάρχει κάτι επι του συγκεκριμένου, και όπως είπαν ήταν ιδέα του όχι κάτι συγκεκριμένο. Θα ήταν ενδιαφέρον να γίνει μια ερευνά για επαφές από την πίσω πόρτα μεταξύ Ελληνικής κοινότητας στην Πόλη και διάφορων αξιωματούχων στην πρώτη και δεύτερη Βεζυρια του Νταματ Φεριτ. Ήξερε μεν ποιοι ήταν οι αγγλόφιλοι στο σαραϊ αλλά τους θεωρούσε ανταγωνιστές μέχρι να εκδιωχθεί ο Σουλτάνος από την Πόλη (διότι προσέφεραν στην Αγγλία την επιλογή για φιλο βρετανική ΟΕ αντί της Ελλάδος). Όσο η Πόλη ήταν στόχος, δεν μπορούσε να γίνει κάποια συμφωνία με τους Οθωμανούς ακόμα και τους πιο σφοδρά (και αποδεδειγμένα σφοδρά) αντι-κεμαλικους αντι-νεοτουρκους
    Βελισάριε, εννοούσα το ποιος ήταν κάτω και ποιος πάνω άλλαζε με ταχύ ρυθμούς εκείνη την περίοδο. Η ψοφοδεής Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1912, το 1914 είναι τόσο επικίνδυνη που οδηγεί το ελληνικό επιτελείο και κυβέρνηση σε κινήσεις απελπισίας κοκ

  48. harryst says:

    Αγαπητέ κε Βελισάριε, το 1912 θα πόνταρα υπέρ της Ελλάδας/συμμάχων (θα στοιχημάτιζα δηλαδή, και στις 2 περιπτώσεις, όπως ο Μεταξάς).
    Οπως το βλέπω, τα πράγματα στην ΜΑ το 1920 ήταν αντίστροφα από ότι ήταν στα Βαλκάνια πριν το 1912. Με την Ελλάδα στη θέση της οθωμανικής Τουρκίας.
    Υπήρχε, και στις 2 περιπτώσεις, η επιθυμία να προστατευθεί μια αχανής έκταση, κατοικούμενη από μη φίλα διακείμενους πληθυσμούς (σε σημαντικό ποσοστό), εναντίον συνεχώς ενδυναμούμενου αντιπάλου (-ων, στην περίπτωση του 1912), που επιπλέον θεωρεί ότι κάνει απελευθερωτικό αγώνα.
    Σίγουρα, μια στρατιωτική επιτυχία είναι πάντα δυνατή – την είχε και η Τουρκία το 1897! Θα μπορούσε να την έχει και η Ελλάδα το 1920-21. Και να υπογραφεί και ειρήνη! Αλλά αυτή θα ήταν, στα μάτια των Τούρκων, απλή ανακωχή – η Τουρκία θα επέστρεφε, αργά η γρήγορα (επανάληψη του έργου 1897-1912). Και αν αποτύγχανε πάλι, θα ξαναδοκίμαζε…
    Δε λέω ότι δεν πρέπει να συζητούνται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις – αλίμονο… Απλά νομίζω ότι τα λάθη… τελικά δεν είχαν σημασία…
    (σχετικά με τα πολιτικά σενάρια για buffer states… όπως λέει και ο κος Τραυλός… να είχαμε να λέγαμε…)

  49. Δεν γνωρίζω. Αυτή ήταν η ιδέα του. Πάνω σε τι δεδομένα την βάσιζε δεν ξέρω πέρα από την προσωπική του πιστή ότι λόγω Κρήτης και ειδικής σχέσης με Τουρκο κρητικούς μπορούσε να χτίσει δίαυλους επικοινωνίας με τους μουσουλμάνους προύχοντες. Βεβαίως δεν νομίζω ότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι αγγλόφιλοι στο σαραϊ. Αλλά μέχρι την έξωση των Οσμανιδων από την Πόλη τους θεωρούσε αντιπάλους

  50. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίον κάποιος θα στοιχημάτιζε στις 7 Οκτωβρίου 1912 ότι η Ελλάδα στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων θα είχε τα κέρδη που είχε, θα ήταν να είχε το κληρονομικό χάρισμα.

    Η σχετική ισχύς της Ελλάδας ήταν τόσο μικρή -πρακτικά αμελητέα- σε σχέση με τους υπόλοιπους εμπολέμους, εκατέρωθεν. Τόσο αμελητέα που οι μεν Τούρκοι δεν την λάμβαναν υπ’ όψιν, οι δε Σέρβοι και Βούλγαροι δεν αντιλαμβάνονταν για ποιον λόγο έπρεπε να μοιράσουν κάτι από τα ενδεχόμενα λάφυρά τους με κάποιον τόσο αμελητέο.

    Οι Σερβοβούλγαροι πειθαναγκάστηκαν να «φορτωθούν» την Ελλάδα ως σύμμαχο για το -καθόλου βέβαιο- ενδεχόμενο ο ελληνικός στόλος να κατορθώσει να διαταράξει την τουρκική στρατιωτική κινητοποίηση. Άλλωστε ο ελληνικός στόλος στα χαρτιά δεν είχε τέτοια ισχύ που να προδικάζει την επικράτησή του, και μάλιστα σαφή, έναντι του τουρκικού στόλου. Ο δε ελληνικός στρατός θεωρούνταν (ορθώς) μικρός και άπειρος.

    Τελικά η Ελλάδα ήταν αυτή που απέσπασε το κρίσιμο διακύβευμα, τη Μακεδονία, την οποία εποφθαλμιούσαν Σέρβοι και Βούλγαροι, καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Στρατιωτικά τα κέρδη αυτά ήταν, αντικειμενικά, περίπου πέραν των ορίων των ρεαλιστικών προσδοκιών της 7ης Οκτωβρίου 1912, από πολιτικής απόψεως ήταν σχεδόν ανέλπιστα. Από πλευράς «μακροπρόθεσμης γεωστρατηγικής ανάλυσης», τόσο η Μακεδονία είναι στρατηγικά ευάλωτη (όποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία, ας δει τι έγινε κατά τη γερμανική εισβολή στον Β’ ΠΠ και την ελληνο-βρετανική σύγκρουση για την ενδεικνυόμενη γραμμή άμυνας, ενώ η πάγια «αφηρημένη» γεωστρατηγική ανάλυση (κατά το πρότυπο του «Υπομνήματος 10» του Μεταξά) είναι ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ανήκουν «οργανικά» στην Ιωνία (και τον κάτοχό της). Όμως και η Μακεδονία και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι μια χαρά ελληνικά.

    Ο μόνος λόγος που η Μικρασιατική Εκστρατεία θεωρείται εκ των προτέρων «αντικειμενικά» χαμένη είναι η εκ των υστέρων γνώση και όχι τα αντικειμενικά δεδομένα. Όπως και το γεγονός ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι θεωρούνται a priori «εύλογη και ορθή πολιτική και στρατηγική επιλογή» είναι η εκ των υστέρων γνώση του αποτελέσματος, και όχι τα αντικειμενικά δεδομένα της 7ης Οκτωβρίου 1912. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (και οι δύο) κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική έκβαση, και τότε θα διαπιστώναμε εκ των υστέρων πόσο ανέφικτοι ήταν οι στόχοι τους, και πόσο σουρεαλιστική προσδοκία θα ήταν να είναι ελληνική η Καβάλα και η Λήμνος (ενδεχομένως και η Θεσσαλονίκη).

  51. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Το 1912 πήγαμε σε συμμαχικό πόλεμο οπού λίγο πολύ ξέραμε ότι δεν θα αντιμετωπίζαμε στην γη το βάρος του εχθρού (εχθρού που βρίσκονταν σε πολιτικό διχασμό) . Οι μεγάλες μάχες δεν έγιναν στο Ελληνικό μέτωπο. Έγιναν στα συμμαχικά μέτωπα. Δεν μειώνω τον αγώνα του ελληνικού στρατού αλλά άλλο Σαραντάπορο άλλο Κουμανοβο και Σαράντα Εκκλησίες, άλλο Γιαννίτσα, άλλο Λουλε-Μπουργκαζ. Το 1919 πήγαμε νομίζοντας ότι άλλοι θα έβγαζαν το φίδι από την τρυπά. Το 1920 πια ήταν ξεκάθαρο ότι πέρα από δευτερεύουσες κινήσεις, το φίδι έπρεπε να το βγάλει από την τρυπά η Ελλάδα.
    Και ενώ στα Βαλκάνια οι τοπικοί μας αντίπαλοι μπορούσαν να μπλοκαριστούν από τοπικούς συμμάχους (Βουλγαρία από Σερβία και Ρουμάνια) στην Μικρά Ασία αυτό δεν έπαιζε από το 1920 και μετά (ούτε πριν καθότι ούτε το Αρμενικό Κράτος του Ουίλσον, ούτε η Κουρδική αυτόνομη περιοχή των Σέβρων μπορούσαν αν επιβιώσουν άνευ άμεσης παρουσίας Ανταντικων δυνάμεων). Άμα βορειά μας το 1913 είχαμε ένα Βουλγαρικό Κράτος που να περιλάμβανε όλη την περιοχή μέχρι Αχρίδα, ίσως να μην μπορούσαμε να κρατήσουμε κομμάτια τον συνόρων του 1919. Τέλος πάντων, αυτά είναι για τον καφέ.

  52. Νικολαος says:

    Σίγουρα από το παραπάνω άρθρο διαπιστώνεται ότι η κυβέρνηση που προέκυψε μετά τις εκλογές του Νοέμβρη του 20 έκανε τεράστια λάθη τα οποία διέλυσαν οποίεςδηποτε προϋποθέσεις υπήρχαν για μια θετική εκβαση της Μικρασιατικής εκστρατείας.
    Σίγουρα η ευθύνη βαραίνει τον Γούναρη με την επιλογή του όσον αφορά τον διοικητή της στρατιάς αλλά και τον επιτελάρχη αυτής.Προφανώς ήθελε διοικητές του χεριού του.
    Επιπλέον καταστροφική ήταν η ολιγωρία για την ενίσχυση της στρατιάς όταν υπήρχαν χιλιάδες στρατιώτες στην μητροπολιτική Ελλάδα χωρίς σοβαρή εχθρική απειλή ( Αλβανία &Βουλγαρια)
    Διαβάζοντας όλα αυτά δίνεται η εντύπωση με τα τόσα λάθη που έγιναν στην πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της συγκεκριμένης περιόδου ότι η ανώτατη ελληνική ηγεσία εκείνης της περιόδου δεν ήθελε την νίκη.
    Απο την άλλη πάντοτε σου έρχεται σαν ερώτηση γιατί να γίνουν μεσουσης πολεμικής σύρραξης αυτες οι καταραμένες εκλογές.
    Δεν μπορούσε να περιμένει μερικούς μήνες ο Βενιζέλος;;
    Ο επαναστάτης της Κρήτης,της Θερισσου ο πολιτικός εκπρόσωπος της Κρητικής επανάστασης. Ο άνθρωπος που έκανε επαναστατική κυβέρνηση και δημιούργησε την εθνική άμυνα κατά την διάρκεια του Α παγκόσμιου στην Μακεδονία.
    Ο πολιτικός εκείνος που δεν φοβήθηκε μια πιθανή εμφύλια σύρραξη με στόχο να στήριξει το όραμα του που είχε για την επέκταση της Ελλαδοσ (κανοντας το Αιγαίο ελληνική λίμνη ) εκφραζοντας συγχρόνως και τα συμφέροντα της Ανταντ.
    Τελικά γιατί να παει για εκλογές;;; όταν στενοί πολιτικοί συνεργάτες του τον συμβούλευαν να τις αποτρέψει την ίδια δε άποψη περι των εκλογών ειχαν και ο Πάγκαλος με τον Οθωναίο.
    Σίγουρα οι πιέσεις της ενωμένης αντιπολίτευσης για την Βουλή των Λαζάρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο, σίγουρα ο θάνατος του βασιλεος Αλεξάνδρου ήταν καταλυτικός, σίγουρα η σκέψη μιας επιστράτευσης που είχε ωριμάσει πλέον στο μυαλό του και ήταν έτοιμη ήταν και αυτή ο πιο βασικός ισως λόγος των εκλογών ώστε να πάρει νωπή εντολή από τον ελληνικό λαό.
    Όμως θεωρώ ότι ο Βενιζέλος εμπιστεύθηκε το πολιτικό του αισθητηριο και εδώ ήταν το λάθος του. Θεωρώ ότι εάν πίστευε έστω και στο ελάχιστο ότι θα τις έχανε σε καμία περίπτωση δεν θα τις προκύρρησσε. Η συνθήκη των Σεβρών που έφερνε από την Γαλλία του δημιούργησε την απατηλή εικόνα της εύκολης εκλογικής νίκης . Εδώ το πολιτικό του άστρο στο πιο κρίσιμο σημείο της νεοελληνικής ιστορίας τον εγκατέλειψε . Όπως τον εγκατέλειψε και τον ίδιο αλλά και όλη την χώρα όταν δολοφονήθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος στην Θεσσαλονίκη . Εάν δεν είχε συμβεί δεν θα είχαμε τις θλιβερές επιπτώσεις του διχασμού. Με τα αν όμως δεν γράφεται ιστορία .
    Προσωπικά θεωρώ ένα από τα λάθη του Βενιζέλου στην κρίσιμη περίοδο 1918-20 ήταν ότι δεν πίστεψε στον ποντιακό Ελληνισμό. Σίγουρα οι αποστάσεις ήταν τεράστιες, σίγουρα σημαντικότερες ήταν η Θράκη και η Δυτ. Μικρά -Ασία. Θα μπορούσαν όμως να αποσταλούν στον Πόντο άτυπα μικρές ομάδες Ποντίων που υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό από το 1918 (συνθήκη Μούδρου), κάτι ανάλογο με τον Μακεδονικό αγώνα. Στον Πόντο υπήρχε ελληνική μειονότητα σημαντική. Χαρακτηριζόταν δε από μεγάλη οικονομική επιφάνεια και απαρτιζοταν από εκδότες εφημερίδων , επιχειρηματιες, δασκάλους ιεράρχες ( και χωρις τον Καραβαγγελη) ελληνοποντιους πολιτικούς που εκπροσωπούσαν τον Ποντιακό Ελληνισμό στο τουρκικό κοινοβούλιο. Υπήρχε λοιπόν ενας σκληρος Ελληνικός πυρήνας που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην κοινωνία αλλά και στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής. Επισησ εκτός των ποντιακών μητροπόλεων ( Αμισό, Κερασούντα, Τραπεζούντος) υπήρχαν σκληραγωγημένοι πληθυσμοί ικανοί στα όπλα ( ο Γερμανος Καραβαγγελης αναφέρει έναν αριθμό 20000 με 30000 ανταρτών ισως Υπερβολικός αλλά και ο μισος να ήταν άξιζε μια προσπάθεια αξιοποιησης τους και συντονισμού τους)
    Ύπαρξη λοιπόν μικρών ελληνικών σωμάτων σταλμένα άτυπα από την Ελλάδα θα γιγαντώναν την ελληνική συνείδηση της περιοχης θα οργάνωναν και θα συντόνιζαν καλύτερα το ποντιακό αντάρτικο και επιπλέον θα ελάττωναν κατά πολύ τα θύματα του ποντιακού ελληνισμού από τους τσέπες (Τοπαλ-Οσμάν κ.α)
    Η εμμονή του Βενιζέλου στην δημιουργία άρμενο ποντιακής ομοσπονδίας δεν είχε ρεαλιστικό υπόβαθρο διότι οι Σοβιετικοί δεν θα επέτρεπαν σε καμία περίπτωση την δημιουργία ενός τέτοιου κράτους ελεγχόμενο από την Βρεττανια τόσο κοντά στα ζωτικά τους συμφέροντα (πετρέλαια Μπακού). Έτσι πριν καν οργανωθεί η Αρμενία σε μια ανίερη συμμαχία με τους Κεμαλιστές την διέλυσαν.
    Επιπλέον τόσο οι Αρμένιοι όσο και οι Ελληνοποντιοι ποτέ δεν έδειξαν διάθεση να συνεργαστούν προς την δημιουργία ενός τέτοιου κρατικού μορφώματος.
    Η αποστολή τουλάχιστον μιας ελληνικής μεραρχίας στον Πόντο (μετά από μια σοβαρή επιστράτευση αρχές του 21) και στήριξη του βρετανικού στόλου στην αποβατική επιχείρηση έπρεπε να ήταν αυτοσκοπός. Ο αντιπερισπασμός στον Κεμαλ θα ήταν Ιδανικός. Ήδη ο Κεμαλ για να αποκρούσει τους Έλληνες στο δυτικό μέτωπο χρησιμοποίησε μονάδες από τον Καυκάσο (αν δεν απατώμαι ). Τόσο στην μάχη της Κιουταχειας όσο και στο Σαγγάριο. Οι δυνάμεις αυτές δεν θα υπήρχαν να ενισχύσουν τον Κεμαλ στον Σαγγάριο αν υπήρχε κάποιο ελληνικό τμήμα στον Πόντο.
    Εννοείται ότι όλη αυτή η επιχείρηση δεν θα μπορουσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την συνδρομή του βρετανικού στόλου αλλά και η συμμετοχή του ελληνικού θα ήταν πολύ σημαντική. Δεν γνωρίζω γιατί σε όλη αυτήν την μικρασιατική σύγκρουση ο ελληνικός στόλος ουσιαστικά ήταν αμέτοχος.
    Μηπως γνωρίζετε πόσες μεραρχίες ήταν δυνατόν το ελληνικό κράτος να επανδρώσει σε μια γενικευμένη επιστράτευση τις αρχες του 1921 (οι 15 μεραρχίες ήταν η κορυφή;;)
    για ποιον λόγο δεν έγινε ποτέ πράξη η συμφωνία Τιτονι-Βενιζέλου με την κατάληψη τουλάχιστον της Β.Ηπείρου απο την VIII μεραρχία;;;

  53. harryst says:

    (σε κανένα δεν αρέσουν οι ξεχυλωμένες συζητήσεις… αλλά ας μου επιτραπεί μια τελευταία παρατήρηση στα υπό του κου Βελισαρίου λεχθέντα)

    «Ο μοναδικός λόγος για τον οποίον κάποιος θα στοιχημάτιζε στις 7 Οκτωβρίου 1912 ότι η Ελλάδα στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων θα είχε τα κέρδη που είχε, θα ήταν να είχε το κληρονομικό χάρισμα»

    Σε ό,τι αφορά «τα κέρδη που είχε» – ναι, σαφώς. «Κάποια κέρδη» όμως, ανάλογα με την έκταση της πιθανής (λόγω τριπλασίων δυνάμεων των συμμάχων) νίκης, όχι – κανένα χάρισμα.

    Στη ΜΑ το 1919 είχαμε απέναντι μας συμμορίες. H ιδανική (όχι «πλέον πιθανή», αλλά ok) κατάληξη θα ήταν να παραμείνουν συμμορίες (ιδανικά αλληλοσφαζόμενες).

    Το 1921, είχαμε απέναντι οργανωμένο στρατό, ολοένα ενισχυόμενο, τον οποίο καλούμεθα να αντιμετωπίσουμε, ολοένα και βαθύτερα, σε εχθρική χώρα, χωρίς συμμάχους. Η πλέον πιθανή κατάληξη, ανεξάρτητα τακτικών και επιλογών προσώπων, ήταν, κατ’ εμέ, αυτή που είδαμε (δε νομίζω ότι χρειάζονταν μαντικές ικανότητες. Υπάρχουν κάμποσα ανάλογα παραδείγματα στην πρόσφατη ιστορία).

    Ευχαριστώ και πάλι για τη φιλοξενία…

  54. Γιάννης Γ. says:

    Νομίζω πως η Ελλάδα δεν ήταν καθόλου αμελητέα για την Τουρκία κάτα τον Α Βαλκανικό και γι αυτό άλλωστε της προτάθηκαν εδαφικά ανταλλάγματα από την Τουρκία μεγάλης έκτασης για να μη συμμετάσχει στη συμμαχία. Ο δε κρισιμότερος ρόλος του στόλου ήταν να αποτρέψει την ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνάμεων της Τουρκίας από την Ασία διευκολύνοντας τη Βουλγαρία να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Πλέον αυτών η Ελλάδα διέβλεπε πως και από μόνες τους Σερβία και Βουλγαρία ήταν ικανές να αντεπεξέλθουν στον αγώνα ενάντια στην Τουρκία, (γι αυτό άλλωστε και η Βουλγαρία δεν ήθελε τη συμμετοχή της Ελλάδας,) οπότε έσπευσε και η Ελλάδα να συμμετάσχει στη συμμαχία ώστε να αποκομίσει κι εκείνη κάποια από τα εδάφη που θα αποσπούνταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνεπως οι προβλέψεις για την έκβαση του Α Βαλκανικού ήταν γενικά ευοίωνες. Η Ελλάδα κατα πάσα πιθανότητα θα επεκτεινόταν και το θέμα ήταν πόσο.

    Είναι όμως άλλο πράγμα οι πιθανότητες θετικής έκβασης των δύο πολέμων, του Α Βαλκανικού και του ελληνοτουρκικού του 19-22, που εκεί μπορεί να γίνει σύγκριση, και άλλο το εύρος της εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας κατα τον Α Βαλκανικό. Όταν υπεισέρχεται το τελευταίο τότε συγκρίνονται ανόμοια πράγματα.

    Ενώ λοιπόν πριν τον Α Βαλκανικό υπήρχαν ευοίωνες προβλέψεις για την τελική νίκη των βαλκανικών κρατών, σε αντίθεση, πριν και κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας εκφράστηκαν και μάλιστα με απόλυτο τρόπο δυσοιωνες προβλέψεις από μια σειρά από σημαντικούς παράγοντες τόσο πολιτικούς όσο και στρατιωτικούς. Οι δε ευοίωνες προβλέψεις για θετική έκβαση υπέρ της Ελλάδας βασίστηκαν σε εκτιμήσεις που επίσης διαψεύστηκαν, όπως π.χ. ό,τι οι Τούρκοι θα επεδείκνυαν μόνο θρησκευτική και όχι εθνική συνείδηση και συνεπώς δε θα αντιδρούσαν στην επέκταση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Οπότε το θέμα στη Μικρα Ασία δεν ήταν μόνο, όπως στους Βαλκανικούς, πόσο θα επεκταθεί η Ελλάδα, αλλά αν μπορούσε καν να νικήσει και να σταθεί εκεί.

    Δε θέλω να πω με αυτό πως το εγχείρημα ήταν οπωσδήποτε καταδικασμένο εκ των προτέρων και ματαίως συζητείται και αναλύεται. Αλλά πως αυτή είναι για μένα η σωστή βάση της σύγκρισης μεταξυ της μικρασιατικής εκστρατείας και του Α Βαλκανικού.

  55. Ανώνυμος says:

    Κύριε Τραυλέ,
    Στο σχόλιο σας της 1ης Ιανουαρίου 2022
    στην §4 αναφέρετε «… για επιχειρήσεις προς Εσκισεχιρ … όπως είχε συμφωνήσει ο Ουίλσον με τον Βενιζέλο». Η συμφωνία αυτή είναι εκείνη στην οποία είχε αναφερθεί ο κ. Λουμιώτης στο άρθρο Κύριες Αιτίες της Αποτυχίας των Επιθετικών Επιχειρήσεων που Εκτέλεσε η Στρατιά Μικράς Ασίας τον Μάρτιο του 1921 προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ – Συμπλήρωμα και για την ύπαρξη της οποίας είχατε εκφράσει αμφιβολίες στα σχόλια σας της 24ης Οκτωβρίου 2019 και της 25ης Οκτωβρίου 2019; Βρέθηκαν στο μεταξύ στοιχεία που σας πείθουν ότι πράγματι υπήρξε τέτοια συμφωνία;
    Είναι γνωστό αν είχε εκπονηθεί σχέδιο για τις επιχειρήσεις αυτές και ποιός ο συντάκτης του;

  56. Αγαπητέ
    Ο Καράσσος στο δίτομο έργο του, παραθέτει την απάντηση του Παρασκευοπούλου στο τηλεγράφημα του Βενιζέλου οπού αναφέρει την πρόθεση του Ουίλσον για συμμετοχή τεσσάρων ή τριών αγγλικών ταξιαρχιών σε επιχειρήσεις για κατάληψη του Εσκισεχιρ, με τον όρο όμως ότι θα προστεθούν τρεις ελληνικές μεραρχίες υπό την άμεση διοίκηση των Βρετανών (συγκεκριμένα του Μιλν). Οπότε αυτό αποτελεί απόδειξη ότι ο Ουίλσον είχε υποσχεθεί κάτι στον Βενιζέλο. Δεν γνωρίζω όμως αν είχαν προχωρήσει σε συγκεκριμένο σχέδιο. Και αυτό διότι ο Παρασκευόπουλος ήταν ευθύς εξαρχής ενάντια στην παράδοση τριών ελληνικών μεραρχιών υπό Βρετανική διοίκηση, θεωρώντας ότι θα ήταν χαμένες από το χέρι όσον αφορά τον σχεδιασμό επιχειρήσεων. Εδώ θεωρώ ότι ο Παρασκευόπουλος σωστά μαντεύει ότι οι Βρετανοί θα προωθούνταν μόνο μέχρι Εσκισεχιρ και μετα θα κρατάγανε τις ελληνικές μεραρχίες εκτός περαιτέρω ελληνικών επιχειρήσεων προς Άγκυρα, σαν στρατό ασφάλειας για τις θέσεις τους. Αλλά αυτό είναι εικασία μου, δεν ξέρω αν ο Παρασκευόπουλος ήξερε κάτι παραπάνω, ή απλά σκέφτονταν όπως εγώ ότι οι Βρετανοί θα ήταν απρόθυμοι για περαιτέρω επιχειρήσεις. Υπόψη με βάση της τουρκικές πήγες 1) Η Άγκυρα θα γνώριζε άμεσα ότι επίκεινται επίθεση επειδή, όπως λέει και ο Παρασκευόπουλος, το Βρετανικό Αρχηγείο είναι διάτρητο σε θέμα πληροφοριών 2) Θα αποσύρε τα στρατεύματα χωρίς μάχη αν μπλέκονταν αγγλικές μονάδες. Ο Παρασκευόπουλος ήθελε να καταστρέψει τον πυρήνα τον Κεμαλικών Δυνάμεων , και όχι απλά να καταλάβει έδαφος. Ίσως μάντευε ότι βρετανική εμπλοκή θα οδηγούσε σε απαγκίστρωση των κεμαλικών, πριν προλάβει να τους πιάσει στην φάκα.

  57. Κ/Δ ΚΒ says:

    Αυτό που έχει συμβεί είναι το εξής:
    Στις 27 Ιουνίου 1920, ο Βενιζέλος είχε συνομιλία με τον Αρχιστράτηγο Wilson κατά την οποία ο Έλληνας πρωθυπουργός ανέφερε ενδεχόμενη ανάγκη προέλασης ανατολικότερα (Εσκή, Αφιόν). Ο Αρχιστράτηγος Wilson απάντησε πως αυτή θα ήταν μια απαιτητική επιχείρηση και πρότεινε οι δυνάμεις που θα είχαν ως βάση εξόρμησης τον τομέα Κωνσταντινούπολης, να έχουν διοικητή τον Αντιστράτηγο Milne, ενώ όσες εξορμούσαν από τον τομέα Σμύρνης να έχουν διοικητή τον Αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο.
    Ο μεν Wilson ενημέρωσε σχετικά τον Milne, ο δε Βενιζέλος τον Παρασκευόπουλο. Ως γνωστόν, ο Αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος εξέφρασε τις αντιρρήσεις του στις 5 Ιουλίου 1920.
    Όταν ο Βενιζέλος συζήτησε με τον Wilson το θέμα αυτό, αναφέρθηκε στην ανάγκη κινητοποίησης 3 νέων ελληνικών μεραρχιών και ζήτησε αγγλική βοήθεια για τον εξοπλισμό τους. Ο Wilson απάντησε καταφατικά ζητώντας να προωθηθεί σχετική λίστα με το απαραίτητο υλικό. Έως τα τέλη Ιουλίου η λίστα αυτή είχε προωθηθεί.
    Ωστόσο, το θέμα έμεινε σε εκκρεμότητα, δεδομένου ότι ο Βενιζέλος έπρεπε να αποφασίσει οριστικά αν θα υλοποιείτο αυτός ο σχεδιασμός. Γι’ αυτό όμως δεν αρκούσε να συνεννοηθεί με τον Wilson (που περιορίζετο μόνο ως προς το στρατιωτικό σκέλος της υπόθεσης), αλλά έπρεπε να συνεννοηθεί με τον πρωθυπουργό Lloyd George (κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για το πολιτικό, διπλωματικό αλλά και στρατιωτικό σκέλος του ζητήματος).
    Ο Βενιζέλος προφανώς έλαβε την απόφασή του με την επιστολή που έστειλε στον Lloyd George, μόλις στις 22 Σεπτεμβρίου 1920. Ως γνωστόν δεν υπήρξε απάντηση. Συνεπώς υπήρξε απλά μια κατ’ αρχήν συνεννόηση και δεν υπήρξε καμμία οριστική συμφωνία. Γι’ αυτό ακριβώς και επειδή δεν κινητοποιήθηκαν οι 3 νέες ελληνικές μεραρχίες, δεν παραδόθηκε το υλικό που ζήτησε η ελληνική πλευρά. Σε σχέση με τον στρατιωτικό σχεδιασμό, ο Παρασκευόπουλος ισχυρίζεται ότι είχε υπάρξει μελέτη από το επιτελείο της Στρατιάς Μικράς Ασίας (άγνωστο σε ποιό στάδιο είχε φθάσει). Άγνωστο επίσης είναι αν τελικά υπήρχε συμφωνία, κατά πόσο θα συμμετείχαν οι Άγγλοι, πόσω μάλλον αν ελληνικές μεραρχίες ετίθεντο υπό τον Milne.

  58. Ανώνυμος says:

    Σας ευχαριστώ πολύ κ. Τραυλέ.

  59. Ανώνυμος says:

    Σας ευχαριστώ πολύ κ. Κ/Δ ΚΒ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s