Η Ελλάδα ενώπιον της Ρητής Απειλής της Τουρκίας για την Κατάληψη Ελληνικού Εδάφους – Μέρος Α’

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Το ελληνικό αφήγημα περί εμπλοκής της χώρας σε πόλεμο με την Τουρκία περιέγραφε, μέχρι πρότινος, ότι αυτό το ενδεχόμενο ήταν αδύνατο να συμβεί, επειδή η όποια σοβαρή κρίση προέκυπτε μεταξύ των δύο χωρών θα ήταν σημειακή, δηλαδή κάτι αντίστοιχο με αυτή των Ιμίων, στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ηττηθήκαμε βαριά. Το ενδεχόμενο εξέλιξης μίας θερμής ελληνοτουρκικής κρίσης σε πόλεμο, και μάλιστα μεγάλης διάρκειας, δεν συγκέντρωνε σοβαρές πιθανότητες, επειδή, κατά τους «ειδικούς», ήταν και είναι αδιανόητο τον 21ο αιώνα να τίθενται υπό αμφισβήτηση οι συνθήκες και τα σύνορα, οι δε πόλεμοι έχουν εξοβελιστεί από την Ευρώπη. Επιπλέον ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν αδύνατο να συμβεί αφενός επειδή οι ΗΠΑ θα παρενέβαιναν και θα απέτρεπαν την πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των δύο νατοϊκών συμμάχων, αφετέρου επειδή η Ελλάδα διαθέτει σοβαρή αποτρεπτική ισχύ και συνεπώς η Τουρκία θα απέφευγε να εισέλθει σε ένα πόλεμο εξ αιτίας του οποίου θα υφίστατο μεγάλη ζημιά, ενώ θα αποκόμιζε ελάχιστο όφελος. Αυτά ισχυρίζονταν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, οι διεθνολόγοι και οι δημοσιολογούντες, με τους διαφωνούντες να αποτελούν θλιβερή μειοψηφία.

Η Μέχρι Σήμερα Ακολουθούμενη Ελληνική Πολιτική για την Αποτροπή ενός Ελληνοτουρκικού Πολέμου

Ο σημαντικότερος λόγος που απέκλειε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο μέχρι και σήμερα ήταν ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούσαν παγίως πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας, αποδέχονταν κάτω από πίεση να υποχωρήσουν στις προκλήσεις, στις απειλές και στις απαιτήσεις της (βλ. Σεπτεμβριανά 1954, αποχώρηση της Μεραρχίας από την Κύπρο, μη εγκατάσταση των S-300 στην Κύπρο, εγκατάλειψη του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου, μη επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., μη ανακήρυξη ΑΟΖ), ή να παραχωρήσουν κάποια μικρά ή μεγάλα φιλέτα των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, (συμφωνίες Βέρνης, Νταβός και Μαδρίτης) και τέλος η μεν Χούντα να παραδώσει στους Τούρκους την Κύπρο, έδαφος εθνικό, η δε Κυβέρνηση Σημίτη να αποδεχθεί ότι τμήμα της ελληνικής επικράτειας αποτελεί έδαφος ακαθόριστης κυριαρχίας επειδή, λέει,… δεν μπορούσαμε να αρχίσουμε πόλεμο για μία βραχονησίδα. Βεβαίως το ζήτημα των Ιμίων ήταν ευρύτερης σημασίας, αν και ο τότε πρωθυπουργός και οι περί αυτόν, αλλά και οι διάδοχες καταστάσεις, θέλησαν να καλύψουν το μέγεθος της ήττας. Η κατάληψη από τους Τούρκους της βραχονησίδας Δυτικά Ίμια αποτέλεσε το πρώτο βήμα για να ξεδιπλώσει η Τουρκία τη στρατηγική της για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας αρχικά επί των μικρονήσων και βραχονησίδων του Αιγαίου που δεν αναφέρονται ονομαστικά στη συνθήκη της Λωζάνης, πράγμα που το πέτυχε αφού αποφεύχθηκε ο πόλεμος(!), και αργότερα επί όλων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, μία στρατηγική που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη την παρούσα περίοδο.

Προφανώς το ζήτημα των Ιμίων δεν είναι ότι αποφεύχθηκε ο πόλεμος για μία βραχονησίδα. Το ζήτημα είναι ότι η Ελλάδα το 1996 δεν ήταν έτοιμη να διεξαγάγει πόλεμο με την Τουρκία, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ότι δηλαδή κατά την κρίση των Ιμίων χάσαμε την ευκαιρία να βουλιάξουμε τον τουρκικό στόλο και να κατατροπώσουμε τους Τούρκους. Η Ελλάδα, και πριν αλλά και μετά τη Μεταπολίτευση, ουδέποτε ήταν έτοιμη να διεξαγάγει πόλεμο. Την περίοδο μάλιστα 2010-2020 η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης, της εξοπλιστικής παραίτησης, της ελλιπούς συντήρησης των υπαρχόντων μέσων και όπλων, καθώς και άλλων παραγόντων, όπως η συνεχής αναστάτωση στην κορυφή της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων από τις συνεχείς αντικαταστάσεις των Αρχηγών, η μείωση της θητείας των κληρωτών κ.α.. [Σ.σ.: Υπόψη ότι την ευκαιρία να βάλουμε ένα τέρμα στην αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας την χάσαμε τις δύο πρώτες ημέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όταν αυτοί που οργάνωσαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και έφεραν τον Αττίλα (Ιωαννίδης, Μπονάνος, Γκιζίκης) αποφάσισαν -συνηγορούντων και των αρχηγών του ΠΝ και της ΠΑ- να μη στείλουν τα ελληνικά φτερά και υποβρύχια στην Κύπρο για να προσβάλουν το ευάλωτο αρχικό τουρκικό προγεφύρωμα δυτικά της Κερύνειας].

Δυστυχώς οι περισσότεροι των δημοσιολογούντων έχουν την τάση να εξετάζουν τη σχετική μαχητική ισχύ μεταξύ δύο αντιπάλων μόνο με βάση τη σύγκριση των πολεμικών μέσων και όπλων που διαθέτουν, και να παραβλέπουν όλους τους πολλούς άλλους μη μετρήσιμους παράγοντες που καθορίζουν το αποτέλεσμα του πολέμου. Ο κρατικός οργανισμός το 1996 έπασχε δραματικά στο επίπεδο που διευθύνεται ο πόλεμος. Και στο πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε αυτό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Πρωθυπουργός δεν είχε καμία σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις -και ουδέποτε απέκτησε- ούτε και με τα ζητήματα της στρατιωτικής ισχύος και της διεύθυνσης ενός πολέμου. Ο Υπουργός Εξωτερικών τις κρίσιμες ώρες της κρίσης των Ιμίων συνεντευξιαζόταν και ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ βρισκόταν στον προθάλαμο του Πρωθυπουργικού Γραφείου, μη διαθέτοντας καμία επικοινωνία με το επιτελείο του και τους Αρχηγούς των Κλάδων. Ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν μάλλον ανύπαρκτοι. Το Δ΄ Σώμα Στρατού -προφανώς και η ΑΣΔΕΝ, το ΠΝ και η ΠΑ- δεν διέθεταν εντολές και οδηγίες περί του πώς να ενεργήσουν. Οι Ένοπλες Δυνάμεις στην πραγματικότητα ήταν ακέφαλες. Δεν υπήρχε Αρχιστράτηγος για να διατάξει. Αν άρχιζε αιφνιδιαστικά πόλεμος από ένα ατύχημα δεν θα υπήρχε ενιαία διεύθυνση, πλέον της απουσίας κάθε ιδέας διακλαδικότητας από τον καιρό της ειρήνης. Ο κάθε Κλάδος θα έκανε το δικό του πόλεμο. Σχετικά βλέπε τη συνέντευξη του τότε Διοικητή του Δ΄ Σώματος Στρατού, Στρατηγού Μανούσου Παραγιουδάκη, στις 12/1/1921 στο ΚΡΗΤΗ TV:

«Την ίδια στιγμή που διαδραματίζονταν αυτά στα Ίμια είχε παραλύσει και η διοίκηση για να πούμε την αλήθεια. Δεν εύρισκες ούτε Διοικητή Στρατιάς, ούτε Αρχηγό του ΓΕΣ, τα έχει γράψει αυτά ο Λυμπέρης στο βιβλίο του, … και στη Θράκη έπρεπε εγώ να εφαρμόσω το πολεμικό σχέδιο αυτοβούλως, αλλά και με το μακαρίτη, έναν Δήμου, ήταν αντιστράτηγος, Α΄ Υπαρχηγός του ΓΕΣ , είχε επιχειρησιακή ευθύνη. Του ζητούσα λοιπόν: «Αποδεσμεύστε μου κανόνες (εμπλοκής)», τηλεφωνικά .. και μάλιστα «να κάνω επιστράτευση». Μου λέει «Τι να σου πω…» Ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ είναι ήδη … ήταν εγκλωβισμένος στη Βουλή».[1]

Προφανώς δεν έχουμε χρεία άλλων μαρτύρων προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι τη νύκτα των Ιμίων οι Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας ήταν ακέφαλες, δεν διέθεταν κεντρική διοίκηση και κανόνες εμπλοκής, και επομένως ήταν αδύνατο να εισέλθουν σε επιχειρήσεις ομαλά και σύμφωνα με τα σχέδια. Βεβαίως κατά τη διάρκεια της κρίσης διαπιστώθηκαν και πολλές άλλες αδυναμίες και ελλείμματα, που η αναφορά τους δεν είναι του παρόντος.

Η Έλλειψη Πολιτικής Συναίνεσης για την Αντιμετώπιση της Τουρκικής Απειλής

Μέχρι και σήμερα οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις και γενικά όλα τα πολιτικά κόμματα αρνήθηκαν να συναινέσουν στην αποτελεσματική προετοιμασία του κρατικού οργανισμού, των Ενόπλων Δυνάμεων και του λαού προκειμένου αφενός να παύσει να μειώνεται το κύρος της χώρας από τις μικρές ή μεγάλες ήττες που υφίσταται εδώ και δεκαετίες, και αφετέρου να αποφευχθεί ο πόλεμος -και αν μας επιβληθεί να νικήσουμε. Επιβάλλεται τα πολιτικά κόμματα, τουλάχιστον αυτά που διεκδικούν την εξουσία, να ασχοληθούν επιτέλους ουσιαστικά και σε βάθος για την ανάπτυξη της πολεμικής ισχύος της χώρας σε ισχυρές βάσεις, ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά και νικηφόρα οι προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η στρατιωτική ισχύς της χώρας δεν είναι μόνο ζήτημα προμήθειας πολεμικών μέσων, αλλά πολλών άλλων δυνατοτήτων, εν πολλοίς άυλων, που αποτελούν και τις κρισιμότερες συνιστώσες της στρατιωτικής ισχύος. Τέτοια συνεννόηση και σε αυτό το επίπεδο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει, επειδή τα κεντροαριστερής κυρίως ιδεολογίας κόμματα, οι πλείστοι των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, μεγάλο μέρος του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου και ισχνές μειοψηφίες που αποτελούν ισχυρές ομάδες πίεσης, δηλώνουν ότι τα προτεινόμενα συνιστούν στρατιωτικοποίηση. Παραδείγματος χάριν, η επιβαλλόμενη αύξηση της θητείας  τουλάχιστον μέχρι τους 18 μήνες, η καθολική επιβολή της για όλους χωρίς εξαιρέσεις, και η διεξαγωγή βασικής εκπαίδευσης μαχητή υψηλών απαιτήσεων για όλους, δεν θα βρει υποστηρικτές σε κανένα κόμμα. Τα κόμματα δεν θέλουν να πιέζονται, να κουράζονται και να ιδρώνουν οι πελάτες τους. Η Χώρα όμως βρίσκεται σε άτυπο ή ψυχρό πόλεμο με την Τουρκία από το 1954, υφίσταται συνεχώς μικρές ή μεγάλες ήττες χωρίς να πέσει τουφεκιά και κάποια στιγμή μπορεί να μας επιβληθεί ο πόλεμος και να ηττηθούμε λόγω της ελλιπούς προετοιμασίας του κράτους, των ενόπλων δυνάμεων και του λαού γενικότερα.

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις τουρκικές προκλήσεις, απαιτήσεις και απειλές με φοβία, σύνδρομο που μεταφέρθηκε στον λαό και, γιατί όχι, στις Ένοπλες Δυνάμεις. Πλέον τούτου ριζώθηκε στους πάντες -πολιτικούς και πολίτες- η πεποίθηση ότι πόλεμος δεν θα γίνει ποτέ, αφού κάποιοι άλλοι δεν θα το επιτρέψουν. Κατόπιν τούτων κυριάρχησε παντού η αδράνεια, η παθητικότητα, η αδιαφορία, η αναβλητικότητα και τέλος τα αντανακλαστικά αμβλύνθηκαν. Η μόνη αντρίκια και σοβαρή απάντηση στην τουρκική προκλητικότητα, παραμένει μέχρι σήμερα η αποστολή της Μεραρχίας στην Κύπρο από τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου, που την πήρε πίσω ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Η τραγική αυτή κατάσταση, που είναι γνωστή σε όλους, σώζεται κάπως -από το 1974 μέχρι και σήμερα- από του χειριστές των μαχητικών μας που φρουρούν το Αιγαίο, των οποίων όμως τα χέρια είναι δεμένα από τον κανόνα εμπλοκής «όπλα δεσμευμένα».

Μόλις τώρα τελευταία ακούγεται ότι σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, κατά το οποίο θα υπάρξει παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας από τη γείτονα, αυτό δεν θα παραμείνει στο επίπεδο μίας περιορισμένης σημειακής κρίσης, αλλά η Ελλάδα θα αντιδράσει με όλες τις δυνάμεις της. Για να είμαστε ακριβείς αυτό είχε δηλωθεί επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από τον ΥΕΘΑ Ναύαρχο Αποστολάκη,[2] και πρόσφατα από τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ Στρατηγό Κ. Φλώρο. Ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ σε συνέντευξη του σε δημοσιογράφους ανέφερε ότι: «δεν υπάρχει σημειακή κρίση, θα εξαπλωθεί αμέσως, δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι στο Καστελόριζο και να μην εξαπλωθεί παντού», και προειδοποίησε σε αυστηρό τόνο «όποιος αποπειραθεί να καταλάβει ελληνικό έδαφος πρώτα θα τον κάψουμε και μετά θα πάμε να δούμε ποιος ήτανε».[3] [Σ.σ.: Η ταπεινότητά μου προσυπογράφει αυτή τις δηλώσεις του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και εκατομμύρια Συνέλληνες]. Βεβαίως ο Ναύαρχος Αποστολάκης και ο Στρατηγός Φλώρος δεν θα μπορούσαν να κάνουν τέτοιες δηλώσεις χωρίς την έγκριση του πρωθυπουργού τους. Παρά ταύτα άλλη βαρύτητα θα είχε αν αυτό δηλωνόταν από τον κ. Τσίπρα τότε και τον νυν Πρωθυπουργό σήμερα, πράγμα που θα αποτελούσε πολιτική δέσμευση και θα σηματοδοτούσε την ύπαρξη κόκκινων γραμμών, που δεν θα μείνουν αναπάντητες σε περίπτωση που παραβιαστούν. Μέχρι και σήμερα αγνοούμε τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας, εν αντιθέσει με την Τουρκία που μας έχει καταστήσει σαφές ότι σε περίπτωση που επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ν.μ. θα μας επιτεθεί.

Η Αναβάθμιση της Τουρκικής Απειλής

Μετά το 2016 η Τουρκία χειραφετήθηκε σταδιακά από την επιρροή των ΗΠΑ και ακολουθεί σε πολλά ζητήματα ανεξάρτητη πολιτική, που βρίσκεται σε σύγκρουση με τα αμερικανικά συμφέροντα. Το πραγματικό αυτό γεγονός παροξύνεται λόγω της σημαντικής εξοπλιστικής αυτάρκειας που απέκτησε η Τουρκία, ακόμη και σε πολεμικά μέσα υψηλού τεχνολογικού επιπέδου, που παράγονται από τη δική της πολεμική βιομηχανία. Παράλληλα η επιθετική πολιτική της Τουρκίας κατά της Ελλάδας έχει διευρυνθεί και αναβαθμιστεί σε απίστευτα επίπεδα, τόσο όσον αφορά αθέμιτες διεκδικήσεις και απαιτήσεις, όσο και ρητορικά. Η Τουρκία από τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και τον έλεγχο του FIR του Αιγαίου, από τις γκρίζες ζώνες και την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί μη σαφώς προσδιορισμένου αριθμού νησιών του Αιγαίου, καθώς και από την απειλή κήρυξης πολέμου στην περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, έχει περάσει πλέον σε αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, επειδή τα έχει στρατιωτικοποιήσει, λόγω της επαπειλούμενης κατάληψή τους από την Τουρκία.

Η ρητορική που αναπτύσσεται πλέον εντός της Τουρκίας από κυβερνητικούς αξιωματούχους, τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης είναι δηλωτική της απειλής. Η Τουρκία πρέπει να καταλάβει τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπερθεματίζουν και παροτρύνουν τον Ερντογάν να τα καταλάβει και αυτά θα τον στηρίξουν. Όσο σαθρή και αν είναι η επιχειρηματολογία τους, όσο και αν αυτή είναι αντίθετη με τα καθοριζόμενα στη συνθήκη της Λωζάνης για το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου, ο ΑΝΣΚ έχει ρητώς προσδιοριστεί. Τα νησιά του Αιγαίου πρέπει να καταληφθούν. Η προσδιοριζόμενη ρητώς στη συνθήκη της Λωζάνης ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου, πλην εκείνων που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από τις ακτές της Τουρκίας, δεν ισχύει πλέον για την Τουρκία. Ο τουρκικός λαός μετά τις τόσες δηλώσεις περί παράνομης κατοχής των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα φαίνεται να ασπάζεται τα δηλούμενα, φανατίζεται και ετοιμάζεται ψυχικά να πολεμήσει κατά της Ελλάδας.

Σήμερα έχουμε φθάσει στο σημείο μηδέν. Η τουρκική πολεμική αεροπορία παραβιάζει καθημερινά άνευ θερμής αντίδρασης τα ελληνικά σύνορα και υπερίπταται των νησιών μας. Το τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», που αποβλέπει στον ολοκληρωτικό έλεγχο του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου από την Τουρκία, βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης. Το τουρκολιβυκό σύμφωνο υφίσταται και αφαιρεί από την Κρήτη οποιαδήποτε επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να το ακυρώσει με δηλώσεις και όχι με την ανακήρυξη ΑΟΖ, την οποία βεβαίως θα πρέπει να προστατεύσει στην περίπτωση που οι Τούρκοι επιδιώξουν να την ακυρώσουν εμπράκτως. Να υποθέσουμε ότι δεν μπορούμε να προστατεύσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ακόμη και νότια της Κρήτης που διαθέτει τέσσερα στρατιωτικά αεροδρόμια; Ο Ερντογάν, το υπουργικό του συμβούλιο και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Τουρκίας επιτίθενται καθημερινά με προκλητικές, προσβλητικές και αήθεις εκφράσεις κατά της Ελλάδας και του Πρωθυπουργού της Χώρας. Τα νησιά και η Κρήτη χρωματίζονται με τα χρώματα της τουρκικής σημαίας από τον κυβερνητικό εταίρο του Ερντογάν, αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμεί να κλείσει την πόρτα στη διπλωματία. Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες, τηρεί «στρατηγική ψυχραιμία». Στην πραγματικότητα φοβάται, όπως και όλες οι προηγούμενες, να σηκώσει το γάντι. Φοβάται να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα της χώρας, να ανακηρύξει ΑΟΖ, να κλείσει με γραμμές βάσης τους κόλπους και να καταρρίψει τα τουρκικά μαχητικά που υπερίπτανται των νησιών μας. Όμως η στάση αυτή φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο. Η ηττοπάθεια, ή επί το ευγενέστερο ο κατευνασμός, τρέφει την επιθετικότητα του αντιπάλου και τον παροτρύνει να ανεβάσει το επίπεδο της απειλής. Πιθανόν να βρισκόμαστε προ ενός πολέμου που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων. Κατόπιν τούτων τίθεται ευθέως το ερώτημα:

Είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε και να νικήσουμε;  

Τα Χαρακτηριστικά της Τουρκικής Απειλής

Η τουρκική απειλή έχει κατ’ αρχάς χαρακτήρα θρησκευτικής επέκτασης, κάτι που αποφεύγεται επιμελώς να αναφερθεί. Το Ισλάμ είναι μία θρησκεία που επιδιώκει την επέκταση των συνόρων της διά της κατάκτησης νέων εδαφών και του προσηλυτισμού, βίαιου ή εθελουσίου, των κατακτημένων «άπιστων» λαών στην «μόνη αληθινή πίστη». Αυτό συμβαίνει από την εμφάνιση του Ισλάμ στο ιστορικό προσκήνιο. Οι Άραβες και οι Τούρκοι χαλίφηδες και σουλτάνοι διά των οργανωμένων στρατευμάτων τους και τις ορδές των βασιβουζούκων που τα ακολουθούσαν, εκτελούσαν οργανωμένες εκστρατείες με σκοπό την κατάκτηση, τη λαφυραγώγηση και την επέκταση των συνόρων της Ισλαμικής πίστης. Επίσης διάφοροι «οπλαρχηγοί» με τους ακολούθους τους, που κινούνταν στην ακαθόριστη περιοχή των συνόρων με τη χριστιανική Ανατολική Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία, εκτελούσαν τολμηρές επιδρομές κατά της γης των «απίστων» με σκοπό τη λαφυραγώγηση και την κατάκτηση. Στους πολεμιστές αυτούς δινόταν ο τίτλος του Γαζή (Gazi), δηλαδή του μαχητή της πίστης. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι που φονεύονται στον πόλεμο ανακηρύσσονται μάρτυρες του Ισλάμ. Διάφορα χωριά της Μικράς Ασίας φέρουν δίπλα στο όνομά τους και τη λέξη gazi. Π.χ. βόρεια της Κιουτάχειας υπάρχουν τα χωριά Eyenegazi και Cihangazi, καθώς και Βόρεια του Εσκί Σεχίρ, στην κοιλάδα του Σαγγάριου, το χωριό Mihalgazi, από το όνομα του πρώτου Έλληνα εξωμότη και φίλου του εμίρη Οσμάν, του Μιχαήλ Κοσέ, που ήταν ο βυζαντινός κυβερνήτης της περιοχής του Μπιλετζίκ. Πολύ γνωστό επίσης είναι και το χωριό Σεϊντή Γαζή (Seyitgazi), όπου βρισκόταν η έδρα της Ανεξάρτητης Μεραρχίας. Επί του χωριού τούτου δεσπόζει το μνημειακό κτιριακό συγκρότημα που φιλοξενεί τον τάφο (τουρμπέ) του μουσουλμάνου αγίου Seyyyid και πολεμιστή Batalgazi. Τέλος γνωστός και ο Εβρενός Γαζή, ο εξισλαμισμένος Έλληνας που υπηρέτησε τρεις σουλτάνους και είναι αυτός που κατέκτησε τη Βαλκανική. Σε αυτόν αποδίδεται η επιδρομή κάποιων εκατοντάδων πολεμιστών στην Πελοπόννησο το 1397, η καταστροφή του Άργους και η αιχμαλωσία 30.000 κατοίκων της Αργολίδας που σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, ή έγιναν γενίτσαροι. Προς τιμή του η ελληνική πολιτεία αναστήλωσε το μαυσωλείο του στα Γιαννιτσά!!! Ο σουλτάνος Ορχάν σημείωσε στην είσοδο τζαμιού της Προύσας ότι ήταν Γαζής και γιός Γαζή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μία επεκτατική δύναμη και είναι αναρίθμητες οι μικρές και μεγάλες εκστρατείες που διεξήγαγε για την κατάκτηση της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, προκειμένου στη συνέχεια να επιτεθεί στη δυτική. Η Αγιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τους Πολωνούς και τους Ούγγρους στη Βιέννη, οι Ενετοί στο Χάνδακα, οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη στη Μάλτα και ο ενωμένος ευρωπαϊκός στόλος στη Ναύπακτο της έφραξαν τον δρόμο τους προς τη Δύση, όπως προηγουμένως η Ανατολική Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία έφραζε επί τέσσερις αιώνες στα αραβικά χαλιφάτα τον δρόμο τους προς την Βαλκανική. Εν πάση περιπτώσει η κατάκτηση και η επέκταση για τους Μουσουλμάνους βρίσκεται στην πίστη τους, αποτελεί ένδοξο γεγονός και τιμάται. Οι Τούρκοι ως γνήσιοι μουσουλμάνοι δεν αισθάνονται αμηχανία να γιορτάζουν κάθε χρόνο την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Πουθενά αλλού στον πολιτισμένο τουλάχιστον κόσμο δεν συμβαίνει να εορτάζονται κατακτήσεις.

Διατυπώνεται συχνά η θέση ότι η στάση του Τουρκικού Κράτους δεν απηχεί τη διάθεση του τουρκικού λαού αλλά ορισμένων ομάδων εξουσίας που επιβάλλονται επί του λαού και του επιβάλλουν τις θέσεις αυτές. Η θέση αυτή, αν δεν είναι υποκριτική, είναι τουλάχιστον ανόητη.

Κατ’ αρχάς, ακόμη και αν διάφορες «ομάδες εξουσίας» επιβάλλουν την πολιτική τους στο τουρκικό κράτος παρά την «πραγματική» θέληση του τουρκικού λαού, κατ’ αποτέλεσμα δεν υφίσταται καμία διαφορά για την Ελλάδα. Αν ο τουρκικός λαός τελικώς και εμπράκτως υποστηρίζει την πολιτική των ομάδων εξουσίας, είτε το κάνει εκών είτε άκων, είναι αδιάφορο. Κατ’ αποτέλεσμα, η πραγματική πολιτική -αυτή που μας ενδιαφέρει και αυτή που αντιμετωπίζουμε- είναι η επεκτατική πολιτική.

Δεν υφίσταται καμία πραγματική ένδειξη ότι ο «τουρκικός λαός» έχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση από τις «ομάδες εξουσίας» ως προς την ανθελληνική και επεκτατική πολιτική. Οι «ομάδες εξουσίας» της Τουρκίας είναι εμπεπλεγμένες σε θανάσιμους αγώνες εξουσίας από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας, και μέρος του αγώνα αυτού είναι η επίμονη προσπάθεια διασφάλισης της στήριξης λαϊκών στρωμάτων. Στην προσπάθεια αυτή (ολοένα εντεινόμενη προϊόντος του χρόνου) καμία «ομάδα εξουσίας» δεν έχει διακηρύξει κάποια αντίθεση ή έστω αποστασιοποίηση από τις επεκτατικές πολιτικές, προκειμένου να αποσπάσει την υποστήριξη λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, πάγιο χαρακτηριστικό του πολιτικού αγώνα είναι ο υπερθεματισμός σε ανθελληνικές και επεκτατικές θέσεις. Οι αντιμαχόμενες ομάδες εξουσίας, που προφανώς γνωρίζουν πολύ καλύτερα την τουρκική κοινωνία από αφελείς Έλληνες «αναλυτές», γνωρίζουν ποιος είναι ο τρόπος για να διασφαλίζουν λαϊκό έρεισμα.

Τέλος, είναι αξιοπερίεργο το πώς συστηματικά παραβλέπεται το εξής πολύ απλό εμπειρικό δεδομένο. Έλληνες τυγχάνει να συναντούν Τούρκους σε πάμπολλες περιστάσεις, κυρίως στο εξωτερικό. Οι συζητήσεις, σχεδόν πάντοτε φιλικές, κάποια στιγμή φτάνουν και στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η συντριπτική εμπειρία από ένα πολύ μεγάλο πλήθος τέτοιων συζητήσεων, είναι ότι σε όσο φιλικό κλίμα και αν γίνονται, ουδείς Τούρκος ποτέ αποστασιοποιείται από το «δίκαιο» των τουρκικών διεκδικήσεων, όσο ευγενικά και αν διατυπώνεται η συμφωνία αυτή· μιλάμε μάλιστα κατ’ εξοχήν για τους πλέον «μορφωμένους» και «λιγότερο φανατικούς» Τούρκους. Είναι απορίας άξιον από πού αντλείται από κάποιους η θεωρία περί «ειρηνόφιλου» τουρκικού λαού.

Η τουρκική απειλή κατά της εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της έχει αποκτήσει από την έναρξη του Συριακού εμφυλίου πολέμου διττό χαρακτήρα:

1ο. Η Τουρκία ωθεί προς τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, σχεδιασμένα και ακατάπαυστα, κύματα παράνομων μουσουλμάνων μεταναστών, που προέρχονται απ’ όλα σχεδόν τα μουσουλμανικά κράτη της Ασίας και Αφρικής. Τελικός προορισμός των περισσότερων εξ αυτών δεν είναι τα πλούσια Αραβικά βασίλεια αλλά η δυτική και βόρεια Ευρώπη, της οποίας σε βάθος χρόνου θα αναδιαμορφώσουν βίαια τον εθνοτικό χάρτη. Πολλοί επίσης εξ αυτών παραμένουν στην Ελλάδα και μεταβάλλουν την εθνοτική σύνθεση υποβαθμισμένων συνοικιών των μεγάλων πόλεων. Θα ήταν ασύγγνωστη έως εγκληματική αφέλεια να πιστεύεται ότι εντός αυτών των πληθυσμών δεν υπάρχουν θύλακες που ελέγχονται από την Τουρκία. Πως μπορεί να αντιδράσουν οι πληθυσμοί αυτοί σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου και με ποιον τρόπο αυτές οι αντιδράσεις θα ελεγχθούν;

Θα ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθεί από τους αρμοδίους αν σε ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει ως εμπροσθοφυλακές Σύριους ή άλλους φανατικούς ισλαμιστές μισθοφόρους, όπως στη Λιβύη, που επιζητούν να πεθάνουν στον πόλεμο εναντίον των απίστων για να ανακηρυχθούν μάρτυρες και να λάβουν επίζηλη θέση στον παράδεισο. Το μείζον, αν όχι το όλο, μίας τέτοιας δύναμης αποτελεί φυσικούς στρατιώτες, ενώ σε ένα καλά εκπαιδευμένο στράτευμα οι φυσικοί στρατιώτες αποτελούν συνήθως το 10-15% της συνολική δύναμης. Οι εμπειροπόλεμοι και φανατικοί αυτοί πολεμιστές δεν αντιμετωπίζονται από οπλίτες θητείας που έλαβαν εκπαίδευση κάποιων ελάχιστων ημερών, αλλά μόνο από στρατιώτες που έχουν λάβει σκληρή, απαιτητική, εντατική και μεγάλης διάρκειας εκπαίδευση και επιπλέον διαθέτουν υψηλό επίπεδο πειθαρχίας και ηθικού.

2ο. Η Τουρκία απειλεί και προετοιμάζεται να καταλάβει τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη. Τα καλύτερα και ισχυρότερα των στρατευμάτων της Τουρκίας βρίσκονται στην Ανατολική Θράκη και στη Δυτική Μικρά Ασία. Επίσης οι πολίτες της παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, φανατίζονται, πιστεύουν ως μουσουλμάνοι, είτε με την αυστηρά θρησκευτική έννοια είτε με την ευρύτερη πολιτιστική, ακόμη κι αν είναι κοσμικοί, στο δίκαιο της επέκτασης και προετοιμάζονται για πόλεμο.

Η Τουρκία έχει σαφώς προσδιορισμένη και ρητώς δηλωμένη στρατηγική στόχευση. Επιδιώκει να ανατρέψει σε βάρος της Ελλάδας είτε δια του καταναγκασμού, είτε με την απειλή πολέμου, την υπάρχουσα κατά την ίδια «ανορθογραφία» μεταξύ της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής της ισχύος από τη μία μεριά και των καθορισθέντων με συνθήκες συνόρων στο Αιγαίο και στη Θράκη από την άλλη. Η Τουρκία είναι μία μεγάλη χώρα σε έκταση, πληθυσμό και πολεμική ισχύ και ασφυκτιά, ως μουσουλμανικό άλλωστε κράτος, εντός των συνόρων της. Η πρόταξη από τον Ερντογάν και τους ισλαμιστές της Τουρκίας του νεοοθωμανικού μεγαλοϊδεατισμού παροξύνει τις ιδεοληψίες της. Η ανασύσταση της αυτοκρατορίας δια της κατάκτησης δεν αποκρύπτεται. Η Τουρκία θεωρεί ότι τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται εγγύτατα των ακτών της δεν τις επιτρέπουν να αναδειχθεί στη μεγάλη περιφερειακή δύναμη που ονειρεύεται. Έτσι το βλέπει αυτή (κυβέρνηση, κόμματα, στρατός, λαός, ΜΜΕ) και μας το έχει δηλώσει επανειλημμένα, και συνεχίζει να μας το δηλώνει, με πολλούς τρόπους:

Ντεμιρέλ περί το 1970: «Δεν μπορεί κάθε φορά που θα πάμε να πλύνουμε τα πόδια μας στο Αιγαίο να παίρνουμε την άδεια των Ελλήνων». Η Τουρκία τότε ήταν 40 εκατομμύρια άτομα.

Νταβούτογλου: «Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκύψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει επικυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλληλο έδαφος, για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοίκησης και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, από αυτά τα νησιά, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας».

Ερντογάν: Ζήτησε ρητώς κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα την αναθεώρηση της συνθήκης της Λοζάνης.

Τσαβούσογλου πρόσφατα: «Η Τουρκία δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στα σύνορα της».

Η Τουρκία ανέκαθεν δηλώνει τους στρατηγικούς σκοπούς της και το τι θα κάνει για την επίτευξή τους – Η Ελλάδα αντιθέτως δείχνει να μην αντιλαμβάνεται την απειλή

Οι στόχοι της υψηλής στρατηγικής της γείτονος ανακοινώνονται και κοινοποιούνται ευρέως, προετοιμάζοντας τη διεθνή κοινότητα για την αποδοχή τους, όταν «εν καιρώ» θα επιτευχθούν.

Στην Ελλάδα κυριαρχεί η εντύπωση ότι η ευρεία δημοσιοποίηση των επεκτατικών στόχων της Τουρκίας «κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου» την εκθέτει στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης. Δυστυχώς, αυτό δευτερευόντως μόνον, και πολύ βραχυπρόθεσμα λειτουργεί έτσι. Η ευρεία και, κυρίως, μακροχρόνια και σταθερή, προσεκτική αλλά σαφής, διατύπωση των επεκτατικών στόχων της Τουρκίας, τα καθιστά σταδιακά «υπαρκτά ζητήματα» για το διεθνές σύστημα, κατά τρόπο που οψέποτε υπάρξει τουρκική επιθετική ενέργεια, αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως κλιμάκωση ή έκρηξη υπαρκτών, μακροχρόνιων ζητημάτων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αυτό επιτείνεται από την ελληνική στάση, η οποία αποφεύγει να προβεί σε επιθετική και συγκεκριμένη ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, και καταφεύγει σε γενικόλογες και αόριστες καταδίκες της «τουρκικής επιθετικότητας». Όταν όμως το ένα μέρος προβάλλει μία συγκεκριμένη θεωρία των πραγμάτων, και το άλλο προβαίνει σε σχετλιαστικό μόνον σχολιασμό της, είναι προφανές ποιος επικρατεί στις εντυπώσεις.

Οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και εμείς οι πολίτες, κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο και υποκρινόμαστε ότι αγνοούμε το τι επιδιώκει η Τουρκία. Οι πολιτικές ηγεσίες είναι σε τέτοιο βαθμό κατώτερες των περιστάσεων, που ακόμη και μετά τις τόσες ήττες που έχει υποστεί η Χώρα μέχρι σήμερα από την Τουρκία, ελπίζουν ότι διά του κατευνασμού της τουρκικής επιθετικότητας, ή με την υποστήριξη της «εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ», μπορεί να εξημερωθεί το θηρίο και να αλλάξει η συμπεριφορά του. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας αποτελεί εγγενές στοιχείο του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος της χώρας, και δεν ανατρέπεται με πολιτικές που δεν ανατρέπουν το ίδιο το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της Χώρας. Άλλωστε, όλη η συζήτηση περί εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ – από καιρού υπόθεση νεκρή- έγινε πάντοτε με τη σιωπηρή αποδοχή της ΕΕ ότι στην πράξη θα σεβαστεί τον «ιδιαίτερο» πολιτικό χαρακτήρα της Τουρκίας (που δεν πλησίασε ποτέ, ούτε κατά διάνοια, την τυπική δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία) αλλά θα βρει έναν τρόπο να οικονομήσει τη συντήρηση του καθεστώτος ως έχει. Αδυνατούν επίσης να κατανοήσουν ότι η επιθετική, προκλητική και ιταμή πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας είναι σχεδιασμένη και αποβλέπει στην επίτευξη των στρατηγικών της στόχων, ανεξαρτήτως των κάθε φορά προσωρινής διάρκειας υφέσεων. Άπαντες, κυβερνώντες, αντιπολιτευόμενοι, ομάδες πιέσεως και πολίτες περί άλλων τυρβάζουμε επειδή δεν θέλουμε να σηκώσουμε το βάρος της ευθύνης μας, που δεν είναι άλλο από το εξασφαλίσουμε την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδας μας. Αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την ανάπτυξη της ισχύος του Κράτους μας, μέρος της οποίας είναι και η πολεμική, και την ηθική προετοιμασία του λαού να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Στην περίπτωση που η τουρκική απειλή για την κατάληψη ελληνικών εδαφών υλοποιηθεί με την εκτέλεση ευρέων αιφνιδιαστικών επιθετικών επιχειρήσεων, η προϊστορία, παρελθούσα και πρόσφατη, σε συνδυασμό με την εθελουσία εξοπλιστική παραίτηση της 15ετίας 2005-2020, που επεκτάθηκε στη συντήρηση των υπαρχόντων μέσων, και την τραγική μείωση της θητείας αρχικά στους 12 μήνες και στη συνέχεια στους 9, και η οποία καταβαράθρωσε την εκπαίδευση των οπλιτών θητείας και της εφεδρείας, προκαλούν ανησυχία σε κάθε σοβαρά σκεπτόμενο άνθρωπο για τις δυνατότητες αποτελεσματικής απόκρουσής της.

Ζητήματα που επηρέασαν αρνητικά την ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της Ελλάδας

Μολονότι η τουρκική απειλή ήταν και είναι δεδομένη και σαφώς προσδιορισμένη, η ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας για την αντιμετώπισή της ήταν πάντα αποσπασματική, χωρίς στρατηγική στόχευση και συνοδευόταν από οσμή σκανδάλων, συνήθως όχι αβάσιμα. Μέτρα για την προμήθεια κάποιων οπλικών μέσων λαμβάνονταν πάντοτε υπό την πίεση κάποιων έκτακτων σοβαρών γεγονότων και στη συνέχεια έπαυε κάθε ενέργεια, ακόμη και για τη συντήρηση των αποκτηθέντων, ή για την προμήθεια των όπλων που θα χρησιμοποιούσαν αυτά τα σύγχρονα μέσα (βλέπε απόκτηση συγχρόνων υποβρυχίων χωρίς τορπίλες, αρμάτων χωρίς βλήματα, μαχητικών άνευ συστημάτων αυτοπροστασίας και κατευθυνομένων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και πολλά άλλα που παρέλκει η αναφορά τους). Μετά τα τόσα εγκληματικά που συνέβησαν επί δεκαετίες σε βάρος της άμυνας της χώρας αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται να δαπανάς 3,5 δις ευρώ για την προμήθεια 24 υπερσύγχρονων μαχητικών Ραφάλ και να προμηθεύεσαι σύμφωνα με ανοικτές πληροφορίες μόνο 40 βλήματα Α-Α Μετεόρ, και κανένα κατευθυνόμενο βλήμα αέρος-επιφανείας μεγάλου βεληνεκούς, αν εξαιρέσει κάποιος τα ήδη υπάρχοντα Σκάλπ; Ή πως γίνεται να αποφασίζεται η διάθεση 300 εκατομμυρίων για την προμήθεια 75 μεταχειρισμένων αμφιβίων ερπυστριοφόρων, που ουδέν θα προσφέρουν στην αποτρεπτική ισχύ της χώρας (νησί που δεν είσαι ικανός να κρατήσεις δεν μπορείς να το ανακαταλάβεις εκτελώντας θαλάσσια έφοδο σε απόσταση πλέον των 100 χλμ.), και τα χρήματα αυτά να μην διατίθενται για την προμήθεια βαλλιστικών βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς, ή τον εκσυγχρονισμό των μέσων του συστήματος αεροπορικού ελέγχου της ΠΑ; Εν πάση περιπτώσει η προμήθεια υπερσύγχρονων και πανάκριβων μαχητικών αφήνει βαρύ στρατηγικό αποτύπωμα μόνο στην περίπτωση που αυτά θα διαθέτουν επαρκή φόρτο κατευθυνομένων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς αέρος – επιφανείας. Ομοίως και η απόκτηση βαλλιστικών βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς ενισχύσει το αποτύπωμα της αποτρεπτικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι αποφάσεις για τις δύο τραγικές μειώσεις της θητείας λήφθηκαν εν μία νυκτί, χωρίς οι κυβερνήσεις να διαβουλευθούν με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων. Εν μία νυκτί πολλές μονάδες αποψιλώθηκαν πλήρως από το προσωπικό τους. Μόνο στην Ελλάδα, που δέχεται απειλή κατά της εδαφικής της ακεραιότητας μπορεί να λαμβάνονται ατιμώρητα αυτές οι τραγικές και ανεύθυνες αποφάσεις. Ναι, περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Και δυστυχώς αυτοί που ενήργησαν ούτω αντί να εξωπεταχτούν στον Καιάδα της Ιστορίας αμείφθηκαν με την παραχώρηση υψηλών θέσεων εντός και εκτός Ελλάδας.

Όραμα και στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας ουδέποτε υπήρξε, με αποτέλεσμα από τα τεράστια ποσά που δαπανώνται ετησίως για την προμήθεια οπλικών συστημάτων να μην υπάρχουν βιομηχανικές επιστροφές με σκοπό τη μεταφορά τεχνογνωσίας για την ανάπτυξη εγχώριας πολεμικής βιομηχανικής υποδομής και παραγωγής. Άλλωστε τα κόμματα, κυβερνώντα και μη, είδαν τις μετρημένες στα δάκτυλα της μίας χειρός κρατικές πολεμικές βιομηχανίες, όπως και το σύνολο των κρατικών οργανισμών και υπηρεσιών, ως το χώρο για το βόλεμα των της εκλογικής πελατείας του. Ως γνωστό η ηγεσία των συνδικαλιστικών οργάνων των κρατικών οργανισμών, υπηρεσιών και επιχειρήσεων βρίσκεται συνήθως στα χέρια της αριστεράς, που διαθέτει το «ηθικό πλεονέκτημα»!

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα που οφείλονται αυτά τα χρόνια ελλείμματα που οδήγησαν τη χώρα σε αδυναμία να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα αποτελεσματικά; Πολλοί βεβαίως θα θεωρήσουν αιρετική αυτή την αναφορά, αφού οι ιθύνοντες δηλώνουν ότι «το μέτωπο ήταν και είναι ακλόνητο». Βεβαίως για να είμαστε ακριβείς δεν δηλώνουν ευθέως αυτό, αλλά αναφέρουν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να επιτεθούν επειδή γνωρίζουν ότι μπορούμε να τους κάνουμε μεγάλη ζημιά, ενώ το όφελος που θα αποκομίσουν θα είναι ελάχιστο. Προφανώς κατά τους ιθύνοντες παρά τη μεγάλη ζημιά που θα υποστούν οι Τούρκοι στην περίπτωση που επιτεθούν, στο τέλος θα αποκομίσουν κάποιο όφελος. Αποφεύγουν να προσδιορίσουν το τουρκικό όφελος. Μπορεί να χάσουμε κάποιο νησί και αν το χάσουμε αυτό θα ισοφαριστεί με τη ζημιά που θα έχουν πάθει οι Τούρκοι; Όσον αφορά την ουσία της δήλωσης του γράφοντος ασφαλώς αυτή έχει ισχυρή βάση. Η Ελλάδα από το 1967 μέχρι σήμερα υφίσταται μικρές και μεγάλες ήττες και βρίσκεται σε διαρκή υποχώρηση. Ακόμη και το 1987 που κατά πολλούς «νικήσαμε τους Τούρκους», ο Ανδρέας Παπανδρέου αποδέχθηκε στο Νταβός να μη προβούμε σε έρευνες για υδρογονάνθρακες σε κανένα σημείο του Αιγαίου. Αν το μέτωπο είναι ακλόνητο δεν μπορεί να υφίστασαι συνεχώς ήττες, να ανέχεσαι την παραβίαση των συνόρων σου και τις πτήσεις των τουρκικών μαχητικών ακόμη και πάνω από τα νησιά μας, ακόμη και τα μεγάλα, ή να φοβάσαι να ασκήσεις τα κυριαρχικά σου δικαιώματα. Το μέτωπο ποτέ δεν ήταν ακλόνητο και μας το είπε ο Στρατηγός Μ. Παραγιουδάκης. Όταν παραλύει η κεντρική διοίκηση κανένα μέτωπο δεν είναι ακλόνητο.

Η μη ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας στο επίπεδο που θα καθιστούσε αδύνατη την επιτυχία οποιασδήποτε πρόκλησης ή επίθεσης της Τουρκίας κατά της εδαφικής κυριαρχίας, ή κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας οφείλεται κατά την άποψη του γράφοντος στους εξής κυρίως παράγοντες:   

1ο. Στην μη αναγνώριση, περιγραφή και αξιολόγηση από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις κυρίαρχες ελίτ της σοβαρότητας της τουρκικής απειλής

Το σοβαρό αυτό έλλειμμα οφείλεται στη μη ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου οργάνου που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά. Το όργανο αυτό, που διαθέτουν όλες οι σοβαρές χώρες, υπό τον τίτλο συνήθως Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, αποτελεί τον άμεσο σύμβουλο του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης επί των ζητημάτων της εθνικής ασφάλειας. Είναι αυτό που ενεργώντας ανεξάρτητα από τα λοιπά υπουργεία αξιολογεί τις απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα και την επικινδυνότητα της κάθε μίας εξ αυτών και συντάσσει τις αναγκαίες εκτιμήσεις και εισηγήσεις προς τον πρωθυπουργό για την αντιμετώπισή τους. Όλοι οι σημαντικοί και σοβαροί άνθρωποι στην Ελλάδα που ασχολούνται με τα ζητήματα της εθνικής ασφάλεια προτείνουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια τη συγκρότηση αυτού του οργάνου. Τα πολιτικά κόμματα ζητούν τη συγκρότηση ενός πολυκομματικού οργάνου. Δηλαδή «χαβαλές να γίνεται». Η Ελλάδα που αποδεδειγμένα αντιμετωπίζει στρατιωτική απειλή κατά της εδαφικής της κυριαρχίας από της Τουρκία συνεχίζει να στερείται τις υπηρεσίες αυτού του σημαντικού εργαλείου. Η Τουρκία διαθέτει συμβούλιο εθνικής ασφαλείας. Ακόμη και ο σημερινός πρωθυπουργός που είχε ενστερνιστεί την ανάγκη συγκρότησής του, περιορίστηκε στο διορισμό ενός προσώπου ως συμβούλου του επί των ζητημάτων εθνικής ασφαλείας. Κατά τα φαινόμενα η θέση του βρίσκεται στον πάτο της ιεραρχίας του Μαξίμου.

Οι λόγοι για τη μη συγκρότηση μέχρι σήμερα συμβουλίου εθνικής ασφαλείας είναι κατά την άποψη του γράφοντος οι εξής:

* Οι εκάστοτε πρωθυπουργοί θέτουν σε πρώτη προτεραιότητα τα γενικά πολιτικά ζητήματα, τα κοινωνικά ζητήματα και αυτά της οικονομίας και στο τέλος των ενδιαφέροντός τους βρίσκονται τα ζητήματα της άμυνας και της ασφάλειας της χώρας, μολονότι η Ελλάδα είναι ίσως το μόνο κράτος παγκοσμίως που αντιμετωπίζει διακηρυγμένη απειλή κατά της εδαφικής της κυριαρχίας. Τούτο φαίνεται και από το χρόνο που διαθέτουν για να διαβουλευθούν με τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και για να επισκεφθούν σχηματισμούς και μονάδες της Θράκης και των νησιών προκειμένου να ενημερωθούν επί του πεδίου για τις δυνατότητες, τα προβλήματα και τις ελλείψεις τους και να τονώσουν με την παρουσία τους το ηθικό των στρατευμάτων. Πλέον τούτων οι πλείστοι των πρωθυπουργών της μεταπολίτευσης διακατέχονταν από μία μη αποκρυπτόμενη αλλεργία προς τις ένοπλες δυνάμεις.

* Οι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας, ίσως και δημόσιας τάξης, δεν επιθυμούν τη συγκρότηση ενός οργάνου που θα μειώσει το «κύρος της αυθεντίας τους» και τη δυνατότητα παρέμβασής τους στη λήψη των αποφάσεων.

* Η μη ύπαρξη στο εθνικό μας DNA συνείδησης/«κουλτούρας» συλλογικής ευθύνης και εργασίας. Όπως ο κάθε Έλληνας, έτσι και οι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας θέλουν να έχουν το δικό τους «καπετανάτο» και να ασκούν προσωποπαγή πολιτική. Πολλοί από αυτούς που πέρασαν απ’ αυτές τις θέσεις είχαν τη βεβαιότητα ότι κατείχαν τη μόνη αλήθεια. Ο πλέον πληθωρικός εξ αυτών, ο «σοφός ευρωπαίος» Ευάγγελος Βενιζέλος, καθόρισε ο ίδιος προσωπικά τη μορφή της τουρκικής απειλής και ως εκ τούτου και τη στρατηγική για την αντιμετώπισή της, και συνεπώς και την ισχύ που θα πρέπει να διαθέτουν οι ένοπλες δυνάμεις. Τον Νοέμβριο του 2009, κατά την ενημέρωση της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας, δήλωσε ότι «δεν πρέπει να περιμένουμε ούτε να ετοιμαζόμαστε για έναν γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία, αλλά για σημειακές στρατιωτικές κρίσεις μικρής διάρκειας που θα χρησιμοποιηθούν διπλωματικά στη συνέχεια», επισημαίνοντας πως σε αντίθετη περίπτωση «αμφισβητούμε το σύνολο των διεθνών σχέσεων και συμμαχιών της χώρας αλλά και τους διεθνείς οργανισμούς». Η αναβάθμιση της τουρκικής απειλής έρχεται να φανερώσει πόσο έωλη ήταν η στρατηγική που επεξεργάστηκε και επέβαλε.   

Τελικά ποιος ή ποιοι έχουν θεσμικά την αρμοδιότητα να περιγράψουν και να αξιολογήσουν την απειλή και να εισηγηθούν μέτρα αντιμετώπισης της στον πρωθυπουργό; Ο γράφων θεωρεί ότι η επιρροή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των Επιτελείων στην αποτύπωση της απειλής ήταν μειωμένο και τον κυρίαρχο λόγο τον είχαν και έχουν οι υπουργοί των Εξωτερικών και οι συνταγματολόγοι και διεθνολόγοι που συμβουλεύουν τον εκάστοτε πρωθυπουργό.

Να μη διαφύγει της προσοχής ότι η κυρίαρχη άποψη που μέχρι πρότινος διακινούταν από κυβερνώντες, διεθνολόγους, και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ήταν ότι η επιθετικότητα της Τουρκίας οφείλεται στη διαχείριση των εσωτερικών πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων της και ότι η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα της γείτονος εκφέρουν εθνικιστικό λόγο, στην επιδίωξή τους να κερδίσουν πόντους στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό. Προφανώς κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος είναι κάτι το αδιανόητο.

Όλοι οι παραπάνω «εκτιμητές» της απειλής αδυνατούν, ή και δεν ενδιαφέρονται, να εξηγήσουν για ποιον λόγο η Τουρκία διατηρεί στην Ανατολική Θράκη την πανίσχυρη 1η Στρατιά με 3 Σώματα Στρατού, και συνολικά 7 Μ/Κ Ταξιαρχίες, 4 Τεθωρακισμένες Ταξιαρχίες, 2 Ταξιαρχίες Καταδρομών επανδρωμένες με επαγγελματίες οπλίτες και 1 Μηχανοποιημένη Μεραρχία Πεζικού των 3 Μηχανοποιημένων Συνταγμάτων Πεζικού. Η 1η Στρατιά διαθέτει πολλές εκατοντάδες Τεθωρακισμένα Οχήματα (ΤΟΜΑ και ΤΟΜΠ), άρματα, Α/Κ Πυροβόλα, Συντάγματα Μηχανικού εξοπλισμένα με σύγχρονα μέσα ζεύξης υδάτινων κωλυμάτων και εκατοντάδες βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς; Οι τουρκικές Μ/Κ και ΤΘ Ταξιαρχίες είναι ενισχυμένες έναντι των αντίστοιχων ελληνικών σε Μ/Κ πεζικό, άρματα και Α/Κ πυροβόλα. Επίσης οι «εκτιμητές» αδυνατούν να εξηγήσουν για ποιον λόγο οι ταξιαρχίες πεζικού της Στρατιάς Αιγαίου μετέπεσαν σε ταξιαρχίες καταδρομών επανδρωμένες με επαγγελματικό προσωπικό και στο πώς αυτές μπορούν να αντιμετωπισθούν από οπλίτες μικρής θητείας (υπηρετούντες και εφέδρους) και εξαιρετικά προβληματικής εκπαίδευσης.

2ο. Στη δογματική «θρησκευτική» πεποίθηση των κυρίαρχων ελίτ της χώρας ότι τα σύνορα είναι αδύνατο να αλλάξουν κατά τη σημερινή εποχή

Δυστυχώς για όσους πρεσβεύουν τούτο τα σύνορα αυτοκρατοριών και κρατών μεταβλήθηκαν πολλές φορές στο παρελθόν, πάντα ύστερα από πολέμους, και θα συνεχίζουν να αλλάζουν και στο μέλλον. Τροποποιήθηκαν δραματικά τον 20ο αιώνα κατόπιν των δύο μεγάλων πολέμων. Πολύ πρόσφατα άλλαξαν στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Σερβία βομβαρδίστηκε άγρια από το ΝΑΤΟ (οι βομβαρδισμοί αυτοί έγιναν για καλό σκοπό) προκειμένου να αφαιρέσουν από την κυριαρχία της το Κόσσοβο. Άλλαξαν επίσης στην πρώην Σοβιετική Ένωση με την κατάλυση του κομμουνιστικού καθεστώτος και η πρώην αυτοκρατορία της Ρωσίας ακρωτηριάστηκε. Τα σύνορα της Κυπριακής Δημοκρατίας άλλαξαν με την τουρκική εισβολή και η Τουρκία με την ανοχή της Δύσης κατέχει το 40% της επικράτειάς της. Την παρούσα περίοδο θα αλλάξουν στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ουκρανία. Τα «παρανόμως» κτηθέντα κάποια στιγμή νομιμοποιούνται. Τα κτηθέντα με αίμα ανακαταλαμβάνονται μόνο με αίμα.

Ο νυν πρωθυπουργός δείχνει να μην αντιλαμβάνεται τα παραπάνω. Την 21η Ιουνίου δήλωσε σε συνέντευξή του ότι τα σύνορα είναι αδιανόητο να αλλάξουν. Αδιανόητο μεν, συμβαίνει δε. Τη 10η Ιουλίου ο κυβερνητικός συνέταιρος του Ερντογάν, παρουσίασε χάρτη με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και την Κρήτη να ανήκουν στην Τουρκία. Η Ελλάδα όπως πάντα αντέδρασε «κοσμίως» αντί να απελάσει το σύνολο του προσωπικού της τουρκικής πρεσβείας.

Το να πιστεύει κάποιος ότι μπορεί να γίνει συνεννόηση με την Τουρκία στη βάση των γενικών αρχών και αξιών που αποδέχονται οι κανονικές δημοκρατίες της Ευρώπης και πολλών άλλων χωρών, αποτελεί ουτοπία, αν όχι ανοησία. Η Τουρκία δεν αποδέχεται το διεθνές δίκαιο, τις συμφωνίες και τις συνθήκες που έχει υπογράψει, όταν θεωρήσει ότι αυτές δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της. Η κατάκτηση και η επέκταση βρίσκεται στο συλλογικό εθνικό/θρησκευτικό DNA της, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Η κατάληψη και η κατοχή του 37% της έκτασης της Κύπρου, εορτάζεται με μεγαλοπρεπείς παρελάσεις, μολονότι η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί εγγυήτρια δύναμη της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ερντογάν επαίρεται επειδή αύξησε την έκταση της Τουρκίας με την κατάληψη περιοχών της βόρειας Συρίας, εκμεταλλευόμενος τον Συριακό εμφύλιο, στον οποίο έχει βάλει το δάκτυλό του. Θεωρώ ότι ο Ερντογάν θα επιθυμούσε να ολοκληρώσει τον κύκλο του με τη μεγέθυνση της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας, ώστε να θεωρηθεί ο νέος Ατατούρκ. Στην περίπτωση που οι Τούρκοι κατορθώσουν να καταλάβουν κάποιο νησί εξ αιτίας της ανικανότητάς μας, ή της απρονοησίας μας, θα το γιορτάζουν ως ένδοξο γεγονός στο διηνεκές. Οι Τούρκοι, όπως και οι πρόγονοί τους Οθωμανοί, αποδείχθηκαν ειδικοί στην εκμετάλλευση των αδυναμιών των αντιπάλων τους. Το ελληνικό έθνος στην ιστορική του διαδρομή υπέστη ήττες και καταστροφές όταν ήταν διχασμένο, ή δεν διέθετε ικανή ηγεσία, ή υπήρχε ακυβερνησία, ή υπήρχε κυβέρνηση που δεν διέθετε δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως συνέβη της περίοδο 1967-1974. Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας δεν έχει την πολυτέλεια να σύρει τη Χώρα σε επαναλαμβανόμενες εκλογές με την κυβέρνηση να ανατίθεται σε υπηρεσιακά πρόσωπα.

3ο. Στην επαναλαμβανόμενη επίκληση του διεθνούς δίκαιου ως του υπερόπλου που κατοχυρώνει την εδαφική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας

Είναι ενδιαφέρον ότι τη στρατηγική της χώρας για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής την επηρέασαν, αν δεν την διαμόρφωσαν, συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι και οικονομολόγοι. Θα έρθει όμως η στιγμή που οι διεθνολόγοι και οι συνταγματολόγοι των «σημειακών κρίσεων και της στρατηγικής ψυχραιμίας» θα «κάψουν τα πτυχία τους».

Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, οι δημοσιολογούντες και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και κυρίως οι πολλοί-πολλοί διεθνολόγοι, επαναλαμβάνουν μονότονα τη θέση ότι η κυριαρχία της Ελλάδας επί των νήσων του Αιγαίου κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο. Η θέση αυτή είναι ανιστόρητη και αποδυναμώνει τη θέληση του λαού να πολεμήσει για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα οι συνθήκες, προϊόντα πάντα πολέμων, καθορίζουν τα σύνορα της εδαφικής κυριαρχίας και τα κυριαρχικά δικαιώματα μίας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν τα κατοχυρώνουν. Η προστασία των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της κάθε χώρας κατοχυρώνεται όταν αυτά απειλούνται μόνο από την ακατάβλητη βούληση του οργανωμένου κράτους και των πολιτών του να πολεμήσουν μέχρι την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους για την ακεραιότητα τους. Στο σημείο αυτό κερδίζουν οι Τούρκοι που έχουν κάνει σουρωτήρι με τις υπερπτήσεις της πολεμικής τους αεροπορίας τα σύνορα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, με τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην αντιδρούν δυναμικά, ακόμη και όταν ένα μαχητικό της γείτονος κλαδεύει -στην κυριολεξία- εσκεμμένα ένα ελληνικό μαχητικό και το χειριστή του. Εν πάση περιπτώσει η επίκληση του διεθνούς δικαίου από τις ελληνικές ελίτ τείνει να εκληφθεί, αν δεν έχει ήδη εκληφθεί από τους μη ενημερωμένους πολίτες, ως το απόλυτο όπλο που προστατεύει την εδαφική μας κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Οι περισσότεροι των πολιτών αγνοούν τις προβλέψεις της συνθήκης της Λοζάνης για την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου και τον περιορισμό της τουρκικής κυριαρχίας μόνο στα νησιά που βρίσκονται σε απόσταση μέχρι 3 ναυτικά μίλια από τις ηπειρωτικές ακτές της, με τους Έλληνες πολιτικούς να μη θεωρούν αναγκαίο να ενημερώσουν επ’ αυτού τους πολίτες ώστε να γνωρίζουν για ποιο λόγο θα πρέπει να πολεμήσουν. Προτιμούν να αναφέρονται αόριστα στο διεθνές δίκαιο. Πιθανόν και να μην γνωρίζουν τις προβλέψεις τις συνθήκης της Λοζάνης για τα νησιά του Αιγαίου και να μην ενδιαφέρονται να τις μάθουν.

Η ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών του Αιγαίου προβλέπεται ρητώς στα άρθρα 6, 12, 15 και 16 της συνθήκης της Λοζάνης, και αυτής των Παρισίων του 1947, και κατοχυρώνεται μόνο από το ένοπλο έθνος και την απόφασή του να την υπερασπιστεί χύνοντας το αίμα του. Καμία κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να εκχωρήσει έστω και μία σπιθαμή της εδαφικής μας κυριαρχίας. Αν το κάνει, ή δεν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να την εξασφαλίσει, τούτο αποτελεί προδοσία.

4ο. Στη μετ’ επιμονής καλλιέργεια στην ελληνική κοινή γνώμη της ψευδαίσθησης ότι η Ελλάδα διαθέτει συμμάχους

Τούτο αποτελεί το απόλυτο ψεύδος και επαναλαμβάνεται ηθελημένα εν γνώσει της αναλήθειάς του. Η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει συνθήκη συμμαχίας με κανένα κράτος, πλην του ΝΑΤΟ, που μας προτείνει να τα βρούμε με την Τουρκία. Μόνο με τη Γαλλία υπάρχει συμφωνία παροχής αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, και αυτή δεν είναι βέβαιο αν στηρίζεται σε ισχυρά θεμέλια και σε ποιο βαθμό η συμφωνία μπορεί να τηρηθεί. Όποιος πιστεύει ότι θα έρθουν οι Γάλλοι να πολεμήσουν για λογαριασμό μας, μπορεί να κοιμάται ήσυχος! Η Ελλάδα σε έναν πόλεμο με την Τουρκία δεν θα έχει κανέναν απολύτως σύμμαχο και κανένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν θα σπεύσει να της παράσχει συνδρομή, κατ’ αναλογία με αυτήν που προσφέρουν στην Ουκρανία, που δεν είναι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Άλλωστε μεγάλοι νατοϊκοί σύμμαχοι έχουν αναπτύξει ισχυρούς στρατιωτικούς δεσμούς με την Τουρκία.

Η καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ότι διαθέτουμε συμμάχους αποτρέπει κάθε σοβαρή ενέργεια για την ισχυρή αμυντική θωράκιση της χώρας και την προετοιμασία του κρατικού οργανισμού και του λαού να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον πόλεμο που έρχεται. Επιβάλλεται όλοι εμείς οι πολίτες να κατανοήσουμε ότι θα πολεμήσουμε μόνοι μας, με ότι διαθέτουμε εκείνη την ώρα σε προσωπικό και πολεμικά μέσα. Και αυτή την αλήθεια οι κυβερνήσεις και τα κόμματα έχουν χρέος να την ομολογήσουν ευθέως στους πολίτες.

Ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε κάποια συμφωνία παροχής αμυντικής συνδρομής, αυτή θα ήταν αμοιβαία. Θα έπρεπε και η Ελλάδα να συνεισφέρει στην άμυνα του συμμάχου της. Αλλά εμείς στην Ελλάδα θέλουμε να έρθουν οι άλλοι να πολεμήσουν για μας και όχι εμείς να πάμε να πολεμήσουμε για τους συμμάχους μας. Πέραν τούτου, ακόμη και αν υπήρχε συμφωνία συμμαχίας με κάποιο κράτος, κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα τηρηθεί. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά και η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που αθέτησε τη συμφωνία παροχής αμυντικής συνδρομής στη Σερβία, όταν της επιτέθηκε η Βουλγαρία. Η Ελλάδα αν και μικρή έκανε μία μεγάλη ατιμία. Επίσης η Ελλάδα, η «μεγάλη μητέρα πατρίδα», αν και εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, απέφυγε επιμελώς να συνδράμει στρατιωτικά την θυγατέρα της Κύπρο το 1974. Η Ελλάδα για δεύτερη φορά στην ιστορία της διέπραξε μία ακόμη μεγάλη ατιμία.

5ο. Στην επίμονη αναζήτηση προστασίας από τις ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας

Τα κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, καθώς και έγκριτοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες απαιτούν(!) η παραχώρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις ΗΠΑ να συνοδεύεται με την παροχή από την υπερδύναμη εγγυήσεων ασφάλειας στη χώρα μας. Καμία όμως μεγάλη δύναμη δεν παραχωρεί εγγυήσεις ασφαλείας σε κάποιο κράτος επειδή αυτό του παραχώρησε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Και οι ΗΠΑ σε κανένα κράτος δεν έχουν παραχωρήσει εγγυήσεις ασφαλείας, πλην Ισραήλ και Κορέας, αν δεν κάνω λάθος. Είναι βέβαιο όμως ότι αν υπήρχαν τέτοιες εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα, που ποτέ δεν θα υπάρξουν, οι Έλληνες πολιτικοί θα μείωναν αμέσως στο ελάχιστο τις αμυντικές δαπάνες και ίσως καταργούσαν και τη θητεία. Αυτοί που ζητούν εγγυήσεις ασφαλείας, στην πραγματικότητα ζητούν εμμέσως πλην σαφώς να αφοπλιστούμε. Αντί η ελληνική κεντροαριστερά, αλλά και οι δημοσιολογούντες, να προτείνουν να ζητήσουμε από τις ΗΠΑ τη δωρεάν παραχώρηση κάποιων μεταχειρισμένων οπλικών συστημάτων, ή την προμήθεια κάποιων όπλων, που δεν επιτρέπεται η αποδέσμευσή τους στην Ελλάδα, επιδιώκουν την απόκτηση «λόρδου προστάτη». Δηλαδή νταβατζή.

Κύριοι, η Ελλάδα δεν είναι πόρνη.

Στο ίδιο πλαίσιο με την παραπάνω απαίτηση ανήκει επίσης η επίμονη επιδίωξη των ελληνικών κυβερνήσεων να αποσπάσουν από την ΕΕ μία ευθεία καταδίκη της τουρκικής επιθετικότητας και την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Μέχρι σήμερα οι ευρωπαίοι εταίροι απέφυγαν επιμελώς να εκδώσουν τέτοιες ντιρεκτίβες, οι οποίες βεβαίως δεν θα είχαν καμία ουσιαστική δύναμη για να αποτρέψουν τους τουρκικούς σχεδιασμούς, ή να εμποδίσουν την Τουρκία να εκτελέσει τα επιθετικά της σχέδια. Κάποια χλιαρά ψηφίσματα της ΕΕ καλούσαν αόριστα όλες τις χώρες να σέβονται το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία δεν αναφερόταν ονομαστικά.

Οι προσπάθειες των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία να στηρίξουν την άμυνα της χώρας σε εγγυήσεις ασφάλειας και δηλώσεις συμπαράστασης, αφενός μειώνουν το ειδικό βάρος της Ελλάδας ως ισχυρού κράτους, αφετέρου αυξάνουν την τουρκική επιθετικότητα και τέλος δεν υπηρετούν την ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Μόλις σήμερα, 27 Ιουνίου, που συνεχίζεται με πολλές διακοπές η συγγραφή του παρόντος, οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας και Ανδρουλάκης, ζήτησαν από την κυβέρνηση να απαιτήσει εγγυήσεις ασφαλείας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Μπροστά στο άπειρο της ανοησίας σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Να απαιτήσει η Ελλάδα από την υπερδύναμη και από την γερμανοκρατούμενη Ευρώπη εγγυήσεις ασφαλείας!!! Να είστε βέβαιοι ότι θα μας τις παραχωρήσουν και ο «ευρωπαϊκός στρατός» θα έρθει να φυλάει τα σύνορα της Ελλάδας. Προσθέστε και 100 μαχητικά Α/Φ και καμιά δεκαριά φρεγάτες….

6ο. Στην ανικανότητα, ή και η αδιαφορία των πολιτικών προσώπων που ανέλαβαν για μεγάλες περιόδους την ευθύνη του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας να ενισχύσουν σοβαρά την αμυντική ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων

Η διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας ανήκει στην Κυβέρνηση και ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας διά του Αρχηγού του ΓΕΕΘΑ και των Αρχηγών των Κλάδων. Προφανώς για παν ότι συμβαίνει στις ένοπλες δυνάμεις, ή για όποια παράλειψη ή πρόβλημα υπάρχει και πολύ περισσότερο για ότι αφορά την ισχύ τους και την προς πόλεμο προετοιμασία τους, η ευθύνη είναι απολύτως πολιτική. Αυτό ισχύει στις δημοκρατίες και η Βουλή είναι υπεύθυνη να ελέγχει την κυβέρνηση.

Επομένως η όποια υστέρηση διαπιστώνεται στην ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, μετρήσιμη ή άυλη, αποκλειστικά υπεύθυνη γι’ αυτό είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, που πιθανόν ως αντιπολίτευση δεν ασκούσε την αποστολή της, καθώς και ο εκάστοτε υπουργός εθνικής άμυνας. Αν σε κάποια ζητήματα διαπιστώνονται ευθύνες της στρατιωτικής ηγεσίας και πάλι υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση επειδή αυτή είναι που έχει την ευθύνη της επιλογής και του διορισμού της ανωτάτης ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τα ονόματα αυτών που διετέλεσαν υπουργοί Εθνικής Άμυνας την τελευταία τριακονταετία είναι γνωστά. Κάποιοι κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν για μίζες στις αμυντικές προμήθειες. Πράγματι πολλές προμήθειες οπλικών συστημάτων ήταν εξόχως προβληματικές και κάποιες αποδείχθηκαν άχρηστες. Κάποιοι υπουργοί πέρασαν από το στρατόπεδο του Παπάγου αλλά δεν άφησαν πίσω τους ούτε τη σκόνη τους. Κάποιοι άλλοι τα έκαναν θάλασσα. Γενικώς, μετά το 1995 οι ένοπλες δυνάμεις είχαν την ατυχία να έχουν ως πολιτικούς προϊστάμενους πρόσωπα που δεν έκαναν για τη δουλειά που τους ανατέθηκε. Ονόματα δεν λέμε. Για τις παρούσες δυσχέρειες πλέον των κυβερνήσεων ευθύνονται αυτά τα πρόσωπα.


[1] https://www.youtube.com/watch?v=ekb-DAQ57Go

[2] Συνέντευξη Α/ΓΕΕΘΑ Ναυάρχου Αποστολάκη, 19 Δεκεμβρίου 2018, Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε «Εάν οι Τούρκοι ανέβουν σε βραχονησίδα θα την ισοπεδώσουμε. Και αυτό είναι μία κόκκινη γραμμή που ενστερνίζεται η κυβέρνηση»

[3] Εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 19 Ιουνίου 2020

37 Responses to Η Ελλάδα ενώπιον της Ρητής Απειλής της Τουρκίας για την Κατάληψη Ελληνικού Εδάφους – Μέρος Α’

  1. Army Aviator says:

    Μπράβο 👏👏👏👏

  2. ΝΚ says:

    Συγχαρητήρια αγαπητέ.

    Συμφωνώ σε όλα εκτός από το σημείο 5. Το πρόβλημα της νοοτροπίας δεν αφορά μόνο την αριστερή αντιπολίτευση, αφορά το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων της.
    Θα μπορούσαν δε αυτά να περιγράφουν (εφόσον όλα σέβονται και τιμούν την αριστερά) ως παρακλάδια της ίδιας πολυκέφαλης αριστερής ύδρας, του αριστερού καθεστώτος που αποκαλούμε Μεταπολίτευση.

  3. Σταματίου Κωνσταντίνος says:

    Συγχαρητήρια !!!
    Να είστε , όμως , βεβαιος ότι οι διαβρωτικές , ηττοπαθείς και προδοτικές απόψεις δεν εκπορεύονται ΜΟΝΟ από την αριστερά , αλλά έχουν οπαδούς και μεταξύ των στελεχών των ΕΔ , όπως προσωπικά έχω διαπιστώσει με κατάπληξη . Κύριο επιχείρημα είναι ότι η Τουρκία είναι μεγάλη χώρα και ασφυκτιά και έχει δίκιο για την μη σύμπτωση του εύρους εναέριου χώρου και χωρικών υδάτων . Στην παρατήρηση ότι , αν είναι αυτό πρόβλημα , θα πρέπει να επεκτείνει η Ελλάδα στα δέκα μίλια τα χωρικά ύδατα , εισέπραξα απαξίωση . Νομίζω είναι φανερή η προέλευση αυτής της προπαγάνδας και η πηγή της δεν είναι η Τουρκία .

  4. ΝΚ says:

    Διόρθωση : Το πρόβλημα αφορά το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων, αριστερών και μη.

  5. Ανώνυμος says:

    Περιμένω με σχετική προσμονή το δεύτερο μέρος που θα αναφέρετε φαντάζομαι το δια ταύτα (προτεινόμενες ενέργειες). Πιστεύω όμως ότι μέσα στο κείμενο σας έχετε ήδη απαντήσει:
    «»Τα κόμματα δεν θέλουν να πιέζονται, να κουράζονται και να ιδρώνουν οι πελάτες τους.»»
    Και το αντίστροφο θα συμπληρώσω: Τα κόμματα είναι ο καθρέφτης των πελατών – ψηφοφόρων.

  6. Ανώνυμος says:

    Ώστε εκτός από τον Λυμπέρη και τον Στάγκα αυτονομήθηκε και ο Παραγιουδάκης …
    Τι ωραία ιστορία!
    Με βάσει ποιές έγκυρες πληροφορίες; Αυτές των ΜΜΕ;
    Μήπως η κλήση του Λυμπέρη στην Βουλή ήταν απόδειξη ότι η κυβέρνηση είχε επιλέξει την αποκλιμάκωση;
    Μήπως η κωλυσιεργία του Βούλγαρη, και το ‘τι να σου πω, κάνε ότι νομίζεις’ του Δήμου, οφείλονταν στην επίγνωση ότι οι ενέργειες του Λυμπέρη ήταν αντίθετες στην κυβερνητική πολιτική και ότι αυτός ενεργούσε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του;

  7. @ Ανώνυμος 19 Ιουλίου 2022 στο 11:45

    Αστειεύεστε, σωστά;

  8. Ανώνυμος says:

    @Βελισάριος 19 Ιουλίου 2022 στις 11:52
    Ασφαλώς όχι.
    Αλλά ασχέτως της όποιας διαφωνίας, εξακολουθώ να έχω την μέγιστη εκτίμηση στον κ. Λουμιώτη και στο ιστολόγιο.

  9. armatistis says:

    @ ΝΚ
    Αγαπητέ
    Με βάση τα όσα ενθυμούμαι τις εγγυήσεις τις ζητούν κυρίως τα κόμματα της κεντροαριστεράς. Δεν συμπεριλαμβάνεται το ΚΚΕ, που τις απορρίπτει. Αν τις έχει ζητήσει και η ΝΔ ευχαρίστως να διορθώσω.
    Εν πάση περιπτώσει είναι αξιοπερίεργο ότι ενώ άπαντες καταγγέλλουν το καθεστώς της προστασίας που είχε επιβληθεί στην Ελλάδα το 1830, ή 32, (;) επιζητούν και πάλι προστάτες. Είτε αμέσως, είτε εμμέσως. Όλο αυτό που συμβαίνει θα πρέπει να προκαλεί σε κάθε Έλληνα ντροπή και καταισχύνη.
    Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι ζούμε στην περίοδο των τελευταίων Παλαιολόγων (Ιωάννη Ε΄, Μανουήλ Β΄ και Ιωάννη Η΄) που έτρεχαν στη Δύση για βοήθεια, μόνο που οι γαλέρες του Πάπα ποτέ δεν ήρθαν.
    Βεβαίως τα έχει πει σοφά ο μεγάλος Παναγιώτης Κονδύλης.

  10. Ανώνυμος says:

    Πολύ καλό άρθρο.

    Περί συμμάχων, ενδιαφέροντα τα όσα δήλωσε ο πρώην πρέσβης της Γαλλίας στις ΗΠΑ, το 2020.
    https://www.kathimerini.gr/politics/561068347/zerar-aro-stin-k-oi-toyrkoi-einai-ntaides-alla-den-theloyn-ti-syrraxi/

    Για τα Ίμια, παραθέτω έναν σύνδεσμο από συνέντευξη αντιναυάρχου ε.α. που τότε ήταν κυβερνήτης πυραυλακάτου
    https://www.militaire.gr/imia-1996-nychta-pou-tha-vythizame-miso-tourkiko-stoloo-antinavarchos-konidaris-afigite/

    αλλά και αυτό
    https://www.militaire.gr/%CE%B9%CE%BC%CE%B9%CE%B1-21-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CE%BF-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CF%81/

  11. armatistis says:

    @ Ανώνυμος 19 Ιουλίου 2022 11:45

    Δεν γράφω καμία ιστορία. Αναφέρω το τι δηλώνει επώνυμα ο Στρατηγός Παραγιουδάκης. Και αυτά που δηλώνει είναι εξόχως σημαντικά. Ένας Στρατηγός επιβεβαιώνει αυτό που ήταν ευρέως γνωστό. Ότι τη νύκτα των Ιμίων η κεντρική διοίκηση είχε παραλύσει. Ότι μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των Ενόπλων Δυνάμεων δεν υπήρχε σύνδεσμος και συντονισμός. Όπως δεν υπήρχε σύνδεσμος μεταξύ του Αρχηγού του ΓΕΕΘΑ και των Αρχηγών των Κλάδων και αυτών με τους διοικητές των Μειζόνων Σχηματισμών. Κάτι που δεν είναι πρωτόγνωρο.

  12. Αγαπητέ Αρματίστη και Βελισάριε

    Ένα πολύ καλό και σκληρό κείμενο του οποίου το γενικό πρόσταγμα συμμερίζομαι όσο και αν με πονάει προσωπικά (ξέρετε γιατί).

    Όμως έχω μερικές ενστάσεις, και θεωρώ ότι παρόλο που ο Αρματίστης λέει την σκληρή αλήθεια, αποφεύγει το πιο σκληρό κομμάτι λόγω αγάπης του για την πατρίδα.

    Ξεκινάμε από τα απλά. Σαν κάποιος που τολμώ να πω έχει μια κάποια προσωπική γνώση της Τουρκίας, η ιδέα ότι η επιθετικότητα της Τουρκίας είναι λόγω του Ισλάμ είναι απλά προβληματική. Αν το Ισλάμ ήταν ο λόγος επιθετικότητας, τότε θα είχαμε εξίσου σοβαρά θέματα με την Ισλαμική Αίγυπτο, ενώ η Ινδονήσια, το μεγαλύτερο ισλαμικό κράτος στον κόσμο (με ισλαμικό καθεστώς) θα έπρεπε να ήταν το πιο επιθετικά κράτος στον κόσμο. Και όμως ούτε η Αίγυπτος ούτε η Ινδονήσια παράγουν το είδος της επιθετικότητας που παράγει η Τουρκιάς, παρόλο που τα τζαμιά εκεί γεμίζουν, ενώ εδώ στην Τουρκιάς αρκετά είναι άδεια. Οπότε όχι δεν είναι το Ισλάμ.

    Ούτε είναι το επιθετικό επεκτατικό ιστορικό. Οι Μογγόλοι ούτε έχουν αποποιηθεί το Τζενκιγκ’ς Χαν, ούτε νιώθουν ιδιαίτερα άσχημα για τα εκατομμύρια που έσφαξε. Μια χαρά γιορτάζουν το πολεμικό παρελθόν τους. Αλλά η Μογγολία δεν αποτελεί επιθετικό παράγων στην διεθνή πολιτική.
    Γιατί λοιπόν Ινδονήσια, Αίγυπτος, Μογγολία δεν συμπεριφέρονται σαν Τουρκιάς? Γιατί δεν τους παίρνει. Η Τουρκιά κάνει ότι κάνει για τον ίδιο λόγω που η Βουλγαρία, η Σερβία, ακόμα και το Μαυροβούνιο κάνανε ότι έκαναν την περίοδο 1880-1919. Γιατί θεωρούσαν ότι τους παίρνει.
    Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί η Τουρκιά θεωρεί ότι την παίρνει. Πολλοί στον πατριωτικό χώρο, απαντούν ότι είναι γιατί η Ελλάδα τις το επιτρέπει. Αλλά ισχύει αυτό? Είναι ο κατευνασμός της Ελλάδος αρκετός για να εξηγήσει την αποσάθρωση της Τουρκίας? Οι πληθυσμιακοί παράγοντες, οι οικονομικοί δεν παίζουν ρολό? Και αν παίζουν, φτάνει να αφαιρεθεί ο παράγοντας ελληνικός κατευνασμός για να εκλείψουν οι άλλοι δομικοί παράγοντές? Φοβάμαι ότι όχι.

    Που με φέρνει στην δεύτερη ένσταση. Λέει ο Αρματίστης ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να πολεμήσει μονή. Αυτό είναι μια σωστή πατριωτική στάση και η αρχή κάθε ορθολογικής αντίδρασης στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε. Αλλά αυτό θα αρκούσε μόνο αν ο μονός λόγος της Τουρκικής επιθετικότητας είναι ο ελληνικός κατευνασμός. Όπως είπα φοβάμαι ότι δεν είναι. Είναι η ισχύς, στρατιωτική και οικονομική που έχει στην διάθεση του το Τουρκικοί κράτος, και η οποία θα αυξηθεί παρόλα τα τωρινά προβλήματα, γιατί οι παράγοντες ισχύος είναι δομικοί και όχι παροδική. Μια Ελλάδα που θα εγκαταλείψει τον κατευνασμό πράγματι θα καλυτερεύσει τον μακροπρόθεσμο συσχετισμό ισχύος. Αλλά δεν θα το ανατρέψει.

    Και για να λεμέ την σκληρή αλήθεια όλοι του πατριωτικού χώρου το κατανοούν αυτό. Οι πιο θρησκευόμενοι αναμένουν την λύση από τον Θεό που θα μας δώσει την Πόλη μέσω τρίτων. Οι πιο σοβαροί (π.χ. Καραμπέλιαw), στοιχηματίζουν τα πάντα σε μια μετάλλαξη της ΕΕ σε στρατιωτικό παράγων. Και όλοι αναμένουν κάνα Τουρκικό εμφύλιο, ή οι Κούρδοι να βγάλουν τα καστανά από την φωτιά. Με άλλο όνομα ακόμα και στον πιο πατριωτικό χώρο, ο ελληνικός εθνικισμός είναι παρασιτικός. Και είναι διότι αναγνωρίζει την πικρή αλήθεια. Ότι αυτή την στιγμή στα ελληνοτουρκικά ισχύει απολυτά η ρήση του Βενιζέλου ότι η Ελλάδα μονή της πόλεμο με την Τουρκία δεν μπορεί να κάνει. Θα είναι άφρον. Και θυμίζω ότι αυτό ο Βενιζέλος δεν το είπε μόνο για την Οσμανια, αλλά ακόμα και για το καχεκτικό Τουρκικό κράτος του 1920.

    Αυτή είναι η απλή σκληρή αλήθεια. Η Ελλάδα μονή της δεν μπορεί να ανατρέψει την κατανομή ισχύος με την Τουρκιά ειδικά μακροπρόθεσμα. Μπορούμε να κερδίσουμε κάποιον περιορισμένο πόλεμο? Ναι, και τώρα μπορούμε, και ακόμα καλυτέρα θα μπορούμε σε πέντε χρονιά. Αλλά δεν βλέπω πως μια ελληνική νίκη θα άλλαζε τα βαθιά δομικά δεδομένα. Και η Δανία το 1850 κατανίκησε και ταπείνωσε την Πρωσία και την Γερμανική Συνομοσπονδία. Αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα τον συσχετισμό ισχύος που φάνηκε καταθλιπτικά το 1864. Μόνο ένα πράγμα θα επέτρεπε σε μια Ελλάδα μονή της αυτόνομα να προστεθεί από την Τουρκιά και αυτό λέγεται πυρηνικοποίηση (με οποίο κόστος, που είναι και εν τελεί η δική μου πρόταση για λύση του αδιέξοδου).

    Οπότε το να λεμέ η Ελλάδα θα πολεμήσει μονή, καταδικάζει την Ελλάδα σε ήττα μακροπρόθεσμα. Προσοχή, δεν λέω ότι δεν πρέπει να πολεμήσουμε, ή να κάνουμε την καλύτερη δυνατή προετοιμασία, ούτε να μην έχουμε ρητορική νίκης. Και να είναι κατά σου η κατανομή ισχύος, πάντα πρέπει να πολεμάς γιατί ναι και η ήττα έχει διαβαθμίσεις, και ο πόλεμος αποφασίζει τον χαρακτήρα της και το βαθμό ανεξαρτησίας μεταπολεμικά. Οπότε ότι έχεις πει στο κείμενο ισχύει. Αλλά δεν αρκεί.

    Ανέφερες ένα ενδιαφέρον παράδειγμα. Τον Χάνδακα. Αγαπητέ Αρματίστη ο Κρητικός Πόλεμος αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο ένδοξη στιγμή της Βενέτικης Δημοκρατίας. Αλλά αποτελεί ήττα. Και ήττα χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η Βενετιά έπαιξε τα ρέστα της (που λέει και ο κυρ Γιώργης), πολέμησε ουσιαστικά μονή, και νικήθηκε κατά-κράτος. Σε αντίθεση με όσα λένε, δεν κόστισε τίποτα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η Βενετική αντίσταση. Η Κρήτη άρκεσε για να καλύψει μονή της το κόστος του πολέμου. Ο Οθωμανοί βγήκαν από τον πόλεμο πιο ισχυροί. Οι Βενετοί έπαψαν αν είναι αυτόνομη πολιτική δύναμη. Οι δυο επόμενοί βενετο – τουρκικοί πόλεμοι ήταν παρασιτικοί, με την Βενετιά να μπορεί μόνο να πολεμήσει χάρις στην Αμψβουργίκη συμμετοχή, και φυσικά κατέληξαν όπως κάθε παρασιτική σχέση με την Αυστρία να κερδίζει έδαφος και δύναμη από τον τελευταίο, και την Βενετιά να τα παρατά αποδεχόμενη την Οθωμανικοί πρωτοκαθεδρία.
    Και εγώ λοιπόν φοβάμαι ότι ο επόμενος Ελληνοτουρκικός πόλεμος θα είναι μια επανάληψη το Κρητικού Πολέμου. Θα δώσουμε τα ρέστα μας, θα πολεμήσουμε σκληρά, θα κάνουμε μεγάλες απώλειες στην Τουρκιά, και τίποτα δεν θα αλλάξει στους μακρινούς συσχετισμούς ισχύος. Και έχει ενδιαφέρον ότι ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε γιατί επιτέλους οι Βενετοί μετα από έναν αιώνα κατευνασμού (διότι στους δυο προηγουμένους πολέμους κατεύνασαν την Οσμανια) είπαν το βροντερό ΟΧΙ. Βαρέθηκαν την θρασύτητα, τις απειλές, την ατιμία των Οθωμανών. Και τα δώσαν όλα. Και έχασαν.

    Ναι θέλω η Ελλάδα να πολεμήσει τόσο σκληρά όσο η γαληνότατη. Αλλά προτιμώ να κερδίσουμε, και να κερδίσουμε κάτι ουσιαστικά. Και για αυτό χρειαζόμαστε συμμάχους (η όπως είπα την Βομβά).

    Οπότε ναι στην προετοιμασία, ναι στην αλλαγή ρητορικής, ναι στην σκλήρυνση στάσης, ναι στην προσπάθεια κινητοποίησης κοινωνίας (ναι θητεία 24 μηνών, ναι και στράτευση γυναικών έστω σε βοηθητικές μονάδες, ναι στην δημιουργία συστήματος ακρίτων στην παραμεθόριο και πολλά αλλά), αλλά πρέπει σοβαρά να σκεφτούμε πως θα βρούμε συμμάχους που θα έχουν κάθε λόγο να πολεμήσουν την Τουρκιά μαζί μας. Όχι απλά να μας χρησιμοποιήσουν σαν μαξιλαράκι. Τους Τούρκους ούτε χριστιανούς θα τους κάνουμε (ο πατριωτικός χώρος που πιστεύει σε αυτό τα περιμένει από τον Θεό όλα), ούτε θα τους αποκόψουμε από το πολεμικό παρελθόν τους. Αλλά πρέπει να βρούμε τρόπο να κόψουμε τον σφοδρό ανθελληνισμό. Εκεί είναι το θέμα μας. Κάποια από τα ελληνοτουρκικά δεν είναι ελληνοτουρκικά. Το θέματα με ναυτικές ζώνες θα τα είχαμε είτε το κράτος διπλά μας λέγονταν Τουρκιά, Ιωνία, Ρωμανία, Ανατολία, Νορβηγία κτλ. Ο ανθελληνισμός είναι το θέμα και αυτός ευτυχώς είναι επιλογή όχι δομική ανάγκη (διότι ναι δεν είναι όλοι στην Τουρκιά ανθέλληνες). Εκεί είναι που μπορεί η ελληνική ενδυνάμωση να παίξει ρολό, με το να κάνει τον ανθελληνισμό απαγορευτικά γραφική πολιτική επιλογή στην Τουρκιά. Από εκεί και πέρα ο δυνατός θα επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος θα υποχωρήσει όσο το απαιτεί η αδυναμία του. Άνευ συμμάχων η Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει του δομικούς συσχετισμούς. Μπορεί όμως να κόψει τον βήχα στους ανθέλληνες.

  13. npo says:

    Συγχαρητήρια για το άρθρο, περιμένουμε το Β’ μέρος, αλλά στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.
    Οι γείτονες μας τα έχουν πεί εδώ και πολλές δεκαετίες τα σχέδιά τους.
    Αν θέλαμε να τους αντιμετωπίσουμε κατ αρχάς θα καταργούσαμε τα βύσματα. Δεν το κάνουμε όμως. Κι αυτό οι γείτονες το σημειώνουν.
    Η άποψή μου είναι οτι δεν πρόκειται να μας κάνουν ξαφνικό πόλεμο. Δεν έχουν κανένα λόγο. Θα συνεχίσουν αυτό που κάνουν, συστηματικό και μακροχρόνιο ξήλωμα του Ελληνικού πουλόβερ, μέχρι το σημείο που να μπορούν να μας σφαλιαρίζουν και να μην βγάζουμε άχνα. Προς τα εκεί κινούμαστε.
    Λαχταρούμε προστάτες, προστάτες θα έχουμε, αλλά όταν πέσεις χαμηλά δεν διαλέγεις εσύ τον προστάτη σου..
    Ελπίζω κάποια στιγμή να ξυπνήσουμε.

  14. armatistis says:

    Ανώνυμος says: 19 Ιουλίου 2022 / 19:04

    Αγαπητέ

    Ο Αντιναύαρχος κ. Κονιδάρης επιβεβαιώνει ένα ζήτημα που ανέφερα στο άρθρο:

    Την άγνοια της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ περί της κατάστασης που επικρατούσε στην περιοχή των Ιμίων και γενικότερα στο Αιγαίο. Ο υπουργός π.χ. δεν γνώριζε ότι τα πλοία του Στόλου είχαν στοχοποιήσει τα πλοία του τουρκικού ΠΝ. Πιθανόν να του το ανέφερε ο Α/ΓΕΝ, αλλά μάλλον δεν τον πίστεψε και ζήτησε να έρθουν οι κυβερνήτες να του το δηλώσουν. Το ότι οι κυβερνήτες διατάχθηκαν να αποχωρήσουν από τα πλοία τους και να μεταβούν στην Αθήνα, αποδεικνύει την απύθμενη ελαφρότητα της ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ. Αν λάβουμε υπόψη και τη συνέντευξη του Στρατηγού Παραγιουδάκη, πιστεύω ότι η άγνοια της πολιτικής ηγεσίας επεκτεινόταν σε πολύ περισσότερα και σημαντικότερα ζητήματα. Εννοείτε ότι οι Αρσένης και Κουρής βρίσκονταν στο «πεντάγωνο». Δεν προσήλθαν τουλάχιστον αυτοί (ξεχάστε το Σημίτη) στο εθνικό κέντρο επιχειρήσεων για να αποκτήσουν εικόνα;

    Κάτι ακόμη που προκύπτει από αυτά που αναφέρει ο κ. Κονιδάρης:
    Διατάχθηκε να αποπλεύσει και να προσπαθήσει να βρει τη φρεγάτα Γιαβούζ(;) που είχε εξέλθει από τα στενά. Συμπέρασμα το ΓΕΝ και γενικότερα οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν διέθεταν άμεση επίγνωση της ναυτικής κατάστασης στο Αιγαίο και ειδικά των θέσεων των μονάδων του τουρκικού ΠΝ. Η αδυναμία αυτή συνεχίζει να υφίσταται. Σε άρθρο του δημοσιογράφου Σάβα Βλάση στο «Δούρειο Ίππο» αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της έντασης του θέρους του 2020 οι Τούρκοι πραγματοποίησαν περί τις ~4.000 ώρες πτήσης με εναέρια μέσα (επανδρωμένα και ανεπάνδρωτα) για την απόκτηση επίγνωσης της επικρατούσας κατάστασης στο Αιγαίο. Για την ακρίβεια τα 2/3 των ωρών αυτών εκτελέστηκαν με ανεπάνδρωτα. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν διέθεταν ανάλογα μέσα. Τα ιπτάμενα ραντάρ Erieye που διαθέτουμε δεν πετάνε. Όπως και πολλά άλλα μέσα.

    Επίσης ο κ. Κονιδάρης αναφέρει ότι είχε στοχοποιήσει τη φρεγάτα και ήταν έτοιμος να την προσβάλει. Είμαι βέβαιος για την ακρίβεια του λόγου του. Φαντάζομαι ότι και η τουρκική φρεγάτα θα είχε στοχοποιήσει την πυραυλάκατο ΣΤΑΡΑΚΗ και ίσως πολύ νωρίτερα, λόγω των δυνατοτήτων της. Πιστεύω απόλυτα στην αξιοσύνη και ναυτοσύνη των πληρωμάτων των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού μας. Μόνο που το κράτος μας άφησε τα πλοία μας να παλιώσουν πολύ. Ακόμη σκέφτονται οι «αναρμόδιοι» αν θα πρέπει ή δεν πρέπει να εκσυγχρονίσουν τις ΜΕΚΟ.

    Μία ακόμη πληροφορία που διαθέτω. Στην περιοχή των Ιμίων βρισκόταν η φρεγάτα ΝΑΥΑΡΙΝΟ. Η φρεγάτα με βάση πληροφορίες βρισκόταν σε δοκιμαστικό πλου ύστερα από μακρά συντήρηση. Υπάρχει ένα ερώτημα αν η φρεγάτα έφερε οπλισμό; Οι πληροφορίες μου την φέρουν άοπλη. Αν κάποιος γνωρίζει περισσότερα ας μας ενημερώσει.

    Όσον αφορά την επόμενη συνέντευξη, δεν την άκουσα, αλλά συγκρατώ από το εισαγωγικό σημείωμα του Καρβουνόπουλου τα εξής, που δεν διαφέρουν από τη σχετική αναφορά μου στο άρθρο:

    1) Το ΚΥΣΕΑ δεν συνεδρίασε ποτέ.
    2) Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία λειτούργησαν σε δύο παράλληλες γραμμές που δεν “συναντήθηκαν” ποτέ!

    Βασική αρχή του πολέμου:
    Η ενότητα της διοικήσεως.
    Όταν οι αρχές του πολέμου δεν τηρούνται στη σχεδίαση, στη διεύθυνση και στη διεξαγωγή του πολέμου, τότε έρχεται η ήττα.

    Σήμερα ο Αρχηγός του ΓΕΕΘΑ έχει από τον καιρό της ειρήνης την πλήρη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτό αποτελεί τεράστια πρόοδο. Σε πολλούς δεν αρέσει αυτό. Στο DNA μας βρίσκεται η πολυδιάσπαση και ο κατακερματισμός.

  15. npo says:

    Κωνσταντίνος Τραυλός says:
    19 Ιουλίου 2022 στο 22:43

    Θέτεις ωραία θέματα που θέλουν ένα τόμο να αναπτυχθούν.

    Συμφωνώ σε αρκετά. Θα έλεγα όμως τα εξής:

    (α) προφανώς δεν πρέπει να είναι ο στόχος μας να πολεμήσουμε μόνοι μας, το αντίθετο. Αλλά πρέπει να προετοιμαζόμαστε για αυτό το χειρότερο σενάριο. Και για το μήνυμα που εκπέμπει, μέσα και έξω, αλλά καί διότι είναι κάτι που ίσως δεν μπορέσουμε να αποφύγουμε. Τουλάχιστον στην αρχή ενός Ελληνοτουρκικού πολέμου.

    (β) Υπάρχουν διάφορες εκδοχές, σε περίπτωση που γίνει πόλεμος. Να βαλτώσουν οι δύο αντιμαχόμενοι, να νικήσουμε, να χάσουμε, και να χάσουμε με τα χέρια κάτω. Το 4ο πιστεύω πως δεδομένου του δημογραφικού και της πολιτισμικής ισχνότητάς μας απλά θα είναι ο καταλύτης για να εξαφανιστούμε απ τον χάρτη.

  16. armatistis says:

    Αγαπητέ μου Κωνσταντίνε

    Πιστεύω ότι είμαι αρκετά σαφής. Αναφέρω ότι το Ισλάμ είναι η θρησκεία που από την εμφάνισή της στο ιστορικό προσκήνιο επιδιώκει δυναμικά την επέκτασή των συνόρων της προς τα χριστιανικά κράτη, αλλά στο παρελθόν και προς άλλα με διαφορετική θρησκεία. Όπως προς την Περσία και ανατολικότερα αυτής. Ασφαλώς στο Ισλάμ δεν ισχύει «όστις θέλει οπίσω μου ελθεί …».
    Δεν ισχυρίστηκα ότι η επιθετικότητα της Τουρκίας οφείλεται στη θρησκεία του τουρκικού λαού. Αναφέρω ότι η επέκταση αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των θρησκευόμενων Τούρκων, αλλά και των κοσμικών. Και γι’ αυτό το λόγο στο σύνολο τους αποδέχονται ως λογική την επέκταση/κατάκτηση ελληνικών εδαφών. Όλα τα κόμματα και τα περισσότερα ΜΜΕ της Τουρκίας συμφωνούν και υπερθεματίζουν. Παρ’ όλο που με βάση τη συνθήκη της Λωζάνης και των Παρισίων τα νησιά του Αιγαίου κατακυρώθηκαν στην Ελλάδα. Με βάση αυτά που διαβάζω διαπιστώνω ότι δεν είναι πολλοί οι Τούρκοι που διαφωνούν στην κατάκτηση των ελληνικών νησιών.
    Σε κανένα άλλο κράτος του Δυτικού κόσμου δεν υπάρχει ανάλογη συμπεριφορά με αυτή της Τουρκίας. Οι Γάλλοι δεν επιδιώκουν να κατακτήσουν τα Βρετανικά Νησιά, μολονότι αυτά βρίσκονται ελάχιστα χιλιόμετρα από τις δυτικές Νορμανδικές ακτές. Ούτε ο Καναδάς επιδιώκει να κατακτήσει την Γροιλανδία που ανήκει στη Δανία, η οποία βρίσκεται πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικά. Η παραβίαση των συνθηκών δεν είναι κάτι το αποδεκτό σήμερα στις κανονικές δημοκρατίες, ούτε από τα κράτη, αλλ’ ούτε από τους πολίτες τους.
    Παρά ταύτα είμαι βέβαιος ότι στην Τουρκία υπάρχει μία σημαντική μερίδα του πληθυσμού που θεωρεί παραλογισμό της πολιτική της επέκτασης και το μη σεβασμό των συνθηκών. Κατά τη γνώμη μου είναι μικρή και το κυριότερο δεν μπορεί να εκφραστεί.
    Η Ινδονησία, το Πακιστάν, η Αίγυπτος δεν έχουν σύνορα με χριστιανικά κράτη και προφανώς δεν μπορούν να εκδηλώσουν επιθετικότητα προς χριστιανικά κράτη. Θα ήταν ενδιαφέρον όμως να βλέπαμε ποια θα ήταν η στάση αυτών των κρατών και πολλών άλλων αν είχαμε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Όχι μόνο των κρατών, αλλά και των πολιτών τους. Κάποια εκ των κρατών αυτών είναι βέβαιο ότι θα βοηθήσουν την Τουρκία. Π.χ. το Πακιστάν.

    Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί τους παράνομους Μουσουλμάνους μετανάστες ως εργαλείο για τη διείσδυση στην Ελλάδα και τη Δύση γενικότερα. Δεν το λέω εγώ, αλλά πολλοί ειδικότεροι εμού. Εγώ το πάω λίγο παραπέρα και αναφέρω ότι μεταξύ των προσφύγων που έρχονται στην Ελλάδα υπάρχουν θύλακες που ελέγχονται από την Τουρκία. Το πιστεύω και θεωρώ αδιανόητο η Τουρκία να μην έχει εκμεταλλευτεί κάποιους από αυτούς τους πρόσφυγες. Ενδιαφέρον ο τρόπος που οι δεκάδες χιλιάδες που είχαν μαζευτεί στο χερσαίο ελληνοτουρκικό σύνορο του Καρααγάτς επεδίωκαν να εισέλθουν «φιλικά» στην Ελλάδα.

    Κωνσταντίνε πουθενά δεν λέω ότι η Ελλάδα θα πρέπει να πολεμήσει μόνη της. Λέω ότι σε ενδεχόμενο πόλεμο με την Τουρκία θα είμαστε μόνοι μας, και θα πολεμήσουμε μόνοι μας με ότι εκείνη τη στιγμή διαθέτουμε, και ότι αυτή η αλήθεια θα πρέπει να αναφερθεί στον ελληνικό λαό. Σημειώνω ακόμη ότι κανένα κράτος δεν θα μας προσφέρει αμυντική συνδρομή, ανάλογη αυτής που προσφέρθηκε και προσφέρεται αφειδώς στην Ουκρανία. Αν αποδεχθούμε αυτή την αλήθεια και σταματήσουμε να ψάχνουμε για νταβατζήδες, ίσως μπορέσουμε να οργανώσουμε καλά την άμυνά μας. Τώρα αν μπορέσουμε να έχουμε κάποια συμμαχία αυτή θα είναι ευπρόσδεκτη. Αλλά προς το παρόν μόνο αυτή με τη Γαλλία φαίνεται να έχει κάποια βάση, επειδή αυτό συμφέρει τη παρούσα περίοδο Γαλλία, λόγω της απουσίας των ΗΠΑ από την Ανατολική Μεσόγειο. Να δούμε αν η Γαλλία θα στέρξει να προμηθεύσει την Τουρκία με τα Α/Α συστήματα που ζήτησε ο Ερντογάν.

    Αγαπητέ Κωνσταντίνε πράγματι η πολύχρονη πολιορκία του Χάνδακα από τους Οθωμανούς κατέληξε σε ήττα της Βενετίας το 1669. Πριν όμως από την πολιορκία του Χάνδακα υπήρξε η ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, όπως έμεινε στην ιστορία, κατά την οποία ηττήθηκε ο τουρκικός στόλος. Και η Ναύπακτος και ο Χάνδακας, όπως και η πολιορκία της Μάλτας προηγουμένως που απέτυχε, απέδειξαν ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν αήττητη. Η αποτυχία των Οθωμανών να καταλάβουν τη Βιέννη το 1683, 14 χρόνια μετά το Χάνδακα, σήμανε την αρχή της πτώσης της μέχρι τότε κραταίας αυτοκρατορίας.

    Όσον αφορά τους συσχετισμούς δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος:
    Η Ελλάδα είναι το 1/6 της Τουρκίας σε έκταση και το 1/8 σε πληθυσμό. Παρά ταύτα διατηρεί αξιόλογες Ένοπλες Δυνάμεις που τουλάχιστον σε αριθμό κύριων οπλικών συστημάτων εξισορροπούν σοβαρά την τουρκική ισχύ. Ασφαλώς αυτό δεν είναι ικανοποιητικό. Χρειάζονται να γίνουν σπουδαία ακόμη πράγματα σε μη επακριβώς μετρήσιμους συντελεστές της στρατιωτικής ισχύος για να εξισορροπηθεί ασφαλώς η τουρκική απειλή. Η νυν κυβέρνηση παρέλαβε μία καυτή πατάτα στην εθνική άμυνα, μετά από πολλά χρόνια παραλυσίας, και έχει λάβει μέχρι τώρα σοβαρά μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση. Χρειάζεται όμως μεγαλύτερη προσπάθεια και τόλμη. Δεν είμαι βέβαιος αν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος.

  17. Ανώνυμος says:

    Υπάρχει οποιοσδήποτε στην Ελλάδα, πλην μιας μικρής μειοψηφίας που αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο του πολέμου ως πραγματικό; Το αντιμετωπίζει ως πραγματικό το ίδιο το μόνιμο προσωπικό ΕΣ; Γιατί κρίνοντας σαν εξωτερικός παρατηρητής (έφεδρος αξιωματικός) ας μου επιτραπεί να αμφιβάλλω. Ακόμα θυμάμαι το διευθυντή του 2 ΕΓ της ταξιαρχίας μου να μου αναλύει… πως δεν θα γίνει ποτέ πόλεμος και εμείς χρειαζόμαστε μόνο μην αποθρασυνθούν οι Τούρκοι, στην δεύτερη ταξιαρχία μου στην κεντρική Μακεδονία όλο το επιτελείο να τα έχει με τον ταξίαρχο γιατί δούλευε πολύ και έβγαζε τις μονάδες ασκήσεις όπου έβγαινε και ο ίδιος «μα έγινε ταξίαρχος για να πηγαίνει σκηνάκια;» ή εκπαιδευτή μου να μου λέει «αν γίνει πόλεμος θα χάσουμε γιατί οι Τούρκοι έχουν πιό πολλά άρματα» και φυσικά σιωπή στη λογική απάντηση «και τι κάνετε για να το λύσετε αυτό;»

  18. Αγαπητέ μου Αρματίστη, επειδή σε σέβομαι, θα επιμείνω. Δεν έχει σημασία το θρησκευτικό πάρα στα όρια της πολιτικής. Τα μουσουλμανικά κράτη όπως και όλα τα κράτη πάνω από όλα κυνηγάνε κρατικά συμφέροντα.

    Για παράδειγμα. Αν η Ινδονήσια, η Μαλαισία και το Μπαγκλαντές πορεύονταν από πιστή αφοσίωση στο Τζιχαντ, θα έπρεπε να αφιερώσουν όλο το δυναμικό τους στην δημιουργία ενόπλων δυνάμεων ικανών να εισβάλουν στην χριστιανική Αυστραλία, ή την παγανιστική Νοτιοανατολική Ασία (Μυανμάρ, Ταϊλανδή, Καμπότζη, Βιετνάμ). Δεν το κάνουν γιατί δεν τους παίρνει και δεν θα κάψουν τους εαυτούς τους στο όνομα του όποιου θεού. Το ίδιο και με Ινδία, αν το Μπαγκλαντές ακολουθούσε πιστά της κορανίκες επιταγές θα έπρεπε να συνεργάζεται με το Πακιστάν και όχι την Ινδία (όπως κάνει). Θα έπρεπε να είχε εισβάλει στη Μυανμάρ που κυριολεκτικά πραγματοποιεί εθνοκάθαρση στον μουσουλμανικό πληθυσμού του και όχι να το κάνει γάργαρα που λέμε στον δρόμο. Αν στο Πακιστάν πίστευαν πραγματικά στον μαρτυρικό θάνατο, θα είχαν εξαπολύει τα πυρηνικά τους τουλάχιστον στο Ισραήλ, με την λογική Μάο ότι εν τελεί θα πεθάνουν όλοι οι άπιστοι, και οι μισοί μουσουλμάνοι, αλλά πάλι κερδίζουμε γιατί στο τέλος θα μείνουν μόνο μουσουλμάνοι. Ο περιβόητος ισλαμικός κόσμος έχει κάνει γαργάρα την μαζική εθνοκάθαρση μουσουλμάνων στη Μυανμάρ, την μαζική αφομοίωση στην Κίνα, και γενικά τα κάνει γάργαρα. Αυτό είναι.

    Η όλη πρακτική των μουσουλμανικών κρατών δείχνει ότι πάνω από όλα συμπεριφέρονται σαν κράτη και η θρησκεία έπεται (στο κάτω κάτω αν ήταν όλοι πιστοί μουσουλμάνοι θα έπρεπε να υπάρχει ένα Ισλαμικό κράτος και Χαλίφης. Ούτε το ένα ούτε το άλλο κυνηγάνε).
    Ο ανθέλληνας μουσουλμάνος Κέμαλ γιατί δεν έκανε συμφωνία με την Ιταλία στον μεσοπόλεμο να την πέσουν στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να περίμενε το 40. Μια χαρά μια Ιταλο-Τουρκο-Βουλγαρικη συμμαχία θα μπορούσε να επιτεθεί στην Ελλάδα την περίοδο 1936-1939. Αυτό επιτάσσει η θρησκεία του. Δεν το έκανε. Γιατί δεν τον έπαιρνε. Τόσο απλό.

    Το τι θα κάνουν τώρα τα διαφορά μουσουλμανικά κράτη της γης σε περίπτωση Ελληνοτουρκικού πολέμου είναι απλό. Θα κάνουν ό,τι έκαναν το 1974. Θα βγάλει μια ανακοίνωση ο Οργανισμός Ισλαμικής Ενότητας και μέχρι εκεί. Αν η Ελλάδα στα πλαίσια του πολέμου δει πογκρόμ κατά των μουσουλμάνων μεταναστών στην Αθηνά (η Θράκη είναι άλλη ιστορία και θα επιληφθώ παρακάτω), θα πάρουμε καταδίκη, και όχι μόνο από εκεί. Αν όμως κάτι τέτοιο δεν γίνει, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος ότι οι Άραβες δεν θα μπλοκάραν υπερβολικά υποστηρικτική ανακοίνωση. Κάτι το ποιο δεν είχε καμία διαφορά από ό,τι θα κάνει ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, και ναι η ΕΕ.

    Τώρα όσον αφορά τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς συν Ελλάδα. Να σου πω κάτι, συμφωνώ μαζί σου ότι πιθανόν η Τουρκιά έχει δάκτυλους μέσα τους, ειδικά στους Πακιστανούς. Άντε να πούμε έχει και ομάδες δολιοφθορών. Να κάνουν τι σε περίπτωση πολέμου? Συγγνώμη αλλά τουλάχιστον με βάση το βιβλίο του Ερικσον για αντι-ανταρτικες επιχειρήσεις, ανταρτικό που δεν είναι ενταγμένο επιχειρησιακά σε ευρύτερες επιχειρήσεις συμβατικών δυνάμωνέ είναι καταδικασμένο στην καταστροφή. Προσπαθούσε ο άλλος στην Πτήση να πείσει ότι έχουν τέτοιο σχέδιο στην Θράκη. Μα είμαστε σοβαροί? Στην Θράκη που θα είναι τίγκα στις μεγάλες ελληνικές στρατιωτικές μονάδες? Η Τουρκία επουδενί δεν θέλει να δει τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Θράκης να φεύγει αλλόφρονας από τα σπίτια του. Εκεί δεν θα κάνουν τίποτα πέρα από δολιοφθορές και κατασκοπία. Στην Αθηνά ναι μπορεί να βάλει του Πακιστανούς να ξεσηκωθούν. Γιατί? Γιατί δεν της καίγεται καρφί αν τους σφάξουμε μαζικά. Το θέλει όπως το Ντανσακιούν ήθελε Οθωμανικές σφαγές των Αρμένιων. Γιατί έτσι θα μπορεί να επιβάλει το δικό της αφήγημα τόσο στον ισλαμικό κρατικό κόσμο, όσο και παγκόσμια. Ε αν η Ελλάδα είναι τόσο ανίκανη ώστε όχι μόνο να αφήσει μικρές ομάδες να προκαλέσουν εξέγερση, αλλά και να αντίδραση με πογκρόμ, δεν μας σώζει τίποτα. Αλλά από την στιγμή που λεμέ θα πολεμήσουμε μόνοι, με μηδενική υποστήριξη δεν θα έχει και εν τελεί καμία σημασία. Έτσι και αλλιώς όπως το παρουσιάζεις πάριες θα είμαστε. Αλλά στρατιωτικά δεν θα κάνουν τίποτα. Θα σφαγιαστούν .Τόσο απλό. Αρκεί να δεις την περίοδο που ιστορικά ασχολίομαστε. Όλα τα ανταρτικά το 1914-1923, νικήθηκαν. Είτε μιλάμε για Πόντο, είτε για Αρμένιους, είτε για Τούρκους Κεφαλικούς, είτε για Μουσουλμάνους αντι-κεμαλικος. Ανταρτικό που δεν επιχειρεί σε κοντινή απόσταση και συνεργασία με συμβατικό στρατό θα πεθάνει. Και γρήγορα.

    Πάμε τώρα στο θέμα επί του οποίου πραγματικά θεωρώ ότι μπορώ να δώσω καλύτερη εικόνα. Λόγω γυναίκας, τα μόνο Τουρκικά ΜΜΕ στο σπίτι είναι τα τρία αντιπολιτευόμενα κανάλια (Ηalk TV, Tele 1, KRT). Πέρα από μια συνέντευξη του Γιαχτσί στο μικρότερο από τα τρία, το KRT, (εδώ το Open τον προωθεί περισσότερο), τα ελληνοτουρκικά δεν απασχολούν τον σχολιασμό ή την ειδησιογραφία. Αν οι αντιπολίτευση κυνήγαγε πόλεμο με την Ελλάδα θα προετοίμαζε το κοινό της. Και όμως ένα χρόνο τώρα κιχ. Δεν ασχολούνται. Ναι ο γερο-Κεμάλ βγαίνει και λέει καμία κουβέντα, το ίδιο και η Ακσενέρ, αλλά μόνο εκεί. Ναι δεν βγαίνουν να καταδικάσουν τις κινήσεις και ρητορική της κυβέρνησης, αλλά παρόλα αυτό το αφήγημα της αντιπολίτευσης στην Τουρκιά είναι ότι η κυβέρνηση προδοτικά σύρει τη χώρα σε πόλεμο με την Ελλάδα. Αυτό είναι το κυρίαρχο αφήγημα για το 25% που είναι στην κοσμική αντιπολίτευση. Αγαπούν την Ελλάδα? Όχι. Γιορτάζουν την Κύπρο? Ναι (όπως και εμείς θα γιορτάζαμε την νίκη μας το 1922 αν είχαμε κερδίσει).Θεωρούν την Ελλάδα ότι άγεται και φέρεται από τις δυτικές «ιμπεριαλιστικές» δυνάμεις? Ναι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κυνηγάνε πόλεμο με την Ελλάδα. Αυτή την στιγμή όχι, γιατί δεν θωρούν ότι τους παίρνει. Είναι τόσο απλό.

    Προς τι η ρητορική? Πρώτον η Τουρκιά είναι πολιτικό καθεστώς παρόμοιο με την Ιαπωνία του μεσοπολέμου. Όταν ο άλλος έχει κόσμο που δεν διστάζει να σκοτώνει ξένο πρεσβευτή, θα σταματήσουν στον γερό Κεμάλ ή την γρια-Ακσενέρ? Όπως οι ευμεγέθεις αλλά μειοψηφικές κλίκες του στρατού στην μεσοπολεμική Ιαπωνία έδιναν το στίγμα της εξωτερικής πολίτικης σκοτώνοντας οποίον διαφωνούσε, το ίδιο και εδώ με παν-τουρκιστες, ευρασιανιστές κτλ. Οπότε δεν τους παίρνει να το παίξουν ήρωες, και στο κάτω κάτω γιατί να το κάνουν για τα ματιά της Ελλάδος? Αν είχαμε και εμείς εδώ ΧΑ στο 30% θα σου έλεγα πια θα ήταν η πολιτική ρητορική στην Ελλάδα.
    Δεύτερον, η όλη ρητορική του ΑKP είναι εν τέλει ότι ο Κέμαλ και ο Ινονού ήταν κιοτήδες που αφήσαν την Ελλάδα να πάρει τα νησιά. Αυτό είναι το αφήγημα στον σκληρό πυρήνα του AKP. Οπότε όταν ο Ερντι πάει και λέει στον γερο-Κεμάλ, είσαι πολιτικός απόγονος κιοτήδων, ε θα τους πει και αυτός αφού είσαι τόσο γενναίος ρε γιατί δεν κάνεις κάτι?

    Προσοχή δεν ράνουμε τον ανθελληνισμό της αντιπολίτευσης. Απλά λέω ότι δεν είναι βασικό κίνητρο τους αυτή την στιγμή, και δεν θα είναι όταν γινούν κυβέρνηση. Αυτή την στιγμή που μιλάμε το αφήγημα της αντιπολίτευσης είναι ότι ο Ερντόγαν σέρνει την χωρά σε αχρείαστους πολέμους. Δεν είναι πάμε γιούργια να δείρουμε τους γκιαούρηδες.
    Αυτά για αυτό το θέμα.

    Πάμε στο επόμενο. Αγαπητέ Αρματιστή, συμμερίζομαι την λογική σου ότι η κατανομή ισχύος δεν είναι τόσο άσχημη όσο φαίνεται. Αλλά αγαπητέ 1 προς 8 δεν είναι ισόρροπη κατάσταση και θα χειροτερεύσει. Το Ισραήλ που είχε παρόμοια με την Αίγυπτο κατέληξε πως η μονή του διέξοδος ήταν τα πυρηνικά όπλα και ο κατευνασμός της Αίγυπτου (διότι η παράδοση του Σινά, η αποχώρηση από την Γάζα και πολλά αλλά, κατευνασμός είναι). Να το πω απλά, όταν το Ισραήλ υποτάσσεται στον βαθμό που δεν έχει επιλογή (που επιβάλλει η αδυναμία του) στην Αίγυπτο (στον βαθμό που είναι θέμα επιβίωσης το ποιος κυβερνάει στο Κάιρο, διότι αν ήταν πραγματικά πιο ισχυρό δεν θα το ενδιέφερε, όπως πχ δεν το ενδιαφέρει ποιος κυβερνάει την Συρία, γιατί την έχει), νομίζουμε ότι μια Ελλάδα θα έχει περισσότερες ευχέρειες?

    Η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει και έναν και δυο πολέμους με την Τουρκιά? Τρεις? Τέσσερις? Πέντε? Το θέμα είναι κει μακροπρόθεσμα. Λες για την Ναύπακτο? Το αποτέλεσμα της Ναύπακτου ξέρεις ποιο ήταν? Τον επόμενο χρόνο βγάλανε μεγαλύτερο στόλο στην Μεσόγειο οι Οθωμανοί και η Βενετιά υπέγραψε ειρήνη και αποδέχτηκε την απώλεια της Κύπρου. Ναι μεν το 1683 οι Οθωμανοί νικήθηκαν, αλλά το 1739 ξαναπήραν πολλά από τα εδάφη που έχασαν (π.Χ. το Βελιγράδι) και ανάγκασαν τη Ρωσία σε ισοπαλία (Αφού είχαν ταπεινώσει τον Πέτρο το 1711). Αυτά οι υποτιθέμενοι σε παρακμή Οσμανία. Η Οσμανία δεν έπεσε γιατί έχασε μερικές μάχες. Έπεσε γιατί εμφανίστηκαν κράτη με πληθυσμιακά μεγέθη εφάμιλλα (Αψβούργοι και Ρωσία) που όχι μόνο μπορέσαν να την ανακόψουν, αλλά και να την υποσκάψουν. Αυτή την στην στιγμή στον χώρο μας ποιο είναι το αντίστοιχο μέγεθος? Μόνο η μουσουλμανική Αίγυπτος.

    Το θέμα είναι αυτό λοιπόν. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλοί είναι ότι τα επόμενα 20 χρονιά θα αποφασίσουν τη σχέση της Ελλάδος με μια Τουρκία που θα φτάσει το 2050 τα 100 εκατομμύρια (και ίσως περισσότερο, γιατί το AKP έχει αποφασίσει να κάνει εργολαβία στο Πακιστάν και να απορροφήσει τον πλεονάζον πληθυσμιακό δυναμικό τους). Η ελληνοτουρκική κατανομή ισχύος μπορεί να καλυτέρευσει με το μίκρεμα της ψαλίδας, αλλά η ψαλίδα το πιθανότερο συνεχίσει να αυξάνεται. Για πολλούς μονή σωτήρια είναι μια Ομοσπονδιακή Ευρώπη. Να το πω απλά το 2050 τι θεωρείτε πιο πιθανόν 1) Μια Ομοσπονδιακή Ευρώπη σε θέματα ασφάλειας και άμυνα 2) Μια Τουρκιά που θα έχει λύσει το Κουρδικό, γίνει κεντρικός οικονομικός παράγων στην περιοχή, και με πληθυσμό 150 εκατομμύρια?

    Αυτά δεν τα λέω για να παραδοθούμε. Φυσικά και πρέπει να προετοιμαστούμε όσο καλυτέρα μπορούμε διότι μόνο η ικανότητα μας να πολεμήσουμε θα γράψει και τα όρια της αδυναμίας μας, και φυσικά να δώσει το στίγμα των ετεροβαρών μεν, αλλά όχι απαραίτητα υποταγής, σχέσεων με το κράτος αυτό διπλά μας. Φυσικά μπορεί να γίνουν θαύματα. Μπορεί να θεριέψει το ρατσιστικό στην Τουρκιά και να δούμε προσπάθεια αποκόλλησης της δυτικής Μικράς Ασίας από τούρκους εθνικιστές που φοβούνται την αντικατάσταση τους από Πακιστανούς, Ομαλούς, Άραβες κτλ. Μπορεί να φτιαχτεί ένα Κουρδιστάν που να έχει πραγματικά στρατηγικό βάρος στα ελληνοτουρκικά . Πολλά μπορεί, αλλά όλα αν.

    Έχουμε πολύ δύσκολη εξίσωση γιατί ακόμα και να τα κάνουμε όλα καλά, πάλι πιθανόν θα πρέπει να μπούμε σε κάποιου είδους ετεροβαρούς σχέσης με τους δίπλα. Και αυτό είναι το πιο πιθανό σενάριο αν δεν κάτσουν διαφορά εάν και μπορεί που δεν ελέγχουμε.

    Και τέλος, για να πάμε στο πρώτο θέμα. Αν το Ισραήλ δεν θεωρεί ότι μπορεί να επιβιώσει με μια φανατική αντι-Ισλαμικη πολιτική, όλοι αυτοί που ναι μεν αγαπούν την Ελλάδα, αλλά στοιχηματίζουν το μέλλον της στο ότι η Ελλάδα θα είναι το αντι-ισλαμικο φρούριο μια Ευρώπης Φρούριο, ποιοι νομίζουν ότι είναι?

  19. npo says:

    Κωνσταντίνος Τραυλός says:
    21 Ιουλίου 2022 στο 13:30

    Για τους μετανάστες, και ειδικά τους Πακιστανούς, δεν χρειάζεται να κάνουν πολλά, ένα τηλέφωνο να έχουν και να στέλνουν φωτό ή συντεταγμένες για αποθήκες, συγκεντρώσεις προσωπικού και υλικού κλπ αρκεί για να μας σακατέψει. Και να μην πεί κανείς για δορυφόρους κλπ. Καλοί οι δορυφόροι, καλύτεροι, πολύ καλύτεροι οι ποδαράτοι.

  20. Κωνσταντίνος Τραυλός says:

    NPO ναι μεν αλλά. Σε κατάσταση πολέμου και επιστράτευσης δεν είναι τόσο εύκολη η κατασκοπεία που αναφέρεις. Στην Αθήνα σίγουρα, αλλά δεν έχουν όπλα αυτή τι στιγμή που να μπορούν να εκμεταλλευτούν τέτοιο υλικό. Στα μετόπισθεν της πρώτης γραμμής ξέχασε το λόγω της πυκνότητας περικοπών. Άμα τώρα πάμε πόλεμο χαλαρή θα πάθουμε ότι μας αξίζει.

  21. npo says:

    Κωνσταντίνος Τραυλός says:
    22 Ιουλίου 2022 στο 00:10

    Συμφωνώ μαζί σου, γενικώς μιλώντας ο πόλεμος δεν είναι ούτε ωραίο ούτε ηρωικό πράγμα, δεν πάς σε πόλεμο εύκολα. Είναι το τελευταίο που κάνεις.

    Και ειδικώς δεν πάς σε πόλεμο όταν το κράτος έχει να αντιμετωπίσει για πολλοστή φορά μιά φωτιά στην πρωτεύουσα του και βλέπεις 350 πυροσβέστες να επιχειρούν και 4 εκατομμύρια να μοιρολογούν και να κοιτάνε.

    Δεν μ’αρέσει, αλλά λέω την αλήθεια όπως την βλέπω.

    Περί μεταναστών, επέτρεψέ μου να διαφωνώ κάθετα. Μιλάμε για το 2020 οπου όπλα μεγάλου βεληνεκούς δεν έχουν πλέον μόνο οι υπερδυνάμεις αλλά σχεδόν όλοι, και ειδικά οι Τούρκοι τα κατασκευάζουν με συνέπεια. Στην Ουκρανία οπου κι οι δύο έχουν τέτοια όπλα που χτυπάνε πχ στα 90 και στα 150 χιλιόμετρα, τα πιό ζουμερά χτυπήματα κι απ τους δύο αντιμαχόμενους γίνονται μετά απο στοχοποίηση απο φιλικούς προς τον αντίπαλο πολίτες.

  22. Αγαπητέ Κωνσταντίνε,

    Θέτεις πολλά κι ενδιαφέροντα θέματα. Ορισμένα από αυτά δεν είναι απλώς ενδιαφέροντα· είναι κρίσιμα, και παρ’ όλα αυτά απουσιάζουν από τον δημόσιο διάλογο. Εν πολλοίς, το ζήτημα αδικείται από την πραγμάτευσή του σε σχόλια.

    Κατ’ αρχάς, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του Ισλάμ και της τουρκικής επεκτατικότητας. Προσωπικώς δεν το θεωρώ σημαντικό ζήτημα: εφ’ όσον η τουρκική επεκτατικότητα διαπιστώνεται πρωτογενώς, το πού ακριβώς οφείλεται είναι δευτερεύον· ιδίως από τη στιγμή που και να διαπιστώναμε με βεβαιότητα πού οφείλεται, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

    Γράφεις ότι η τουρκική επεκτατικότητα δεν οφείλεται στον ισλαμισμό, και δίνεις διάφορα παραδείγματα χωρών που ενώ είναι μουσουλμανικές δεν είναι επιθετικές, ή που δεν είναι συνεχώς επιθετικές. Να συμπληρώσω ότι υπάρχουν και χώρες που είναι δεν είναι μουσουλμανικές και οι οποίες είναι επεκτατικές. Τι μας λένε όλα τα παραπάνω; Νομίζω τίποτα.

    Η θέση που εκφράζει ο Αρματιστής, και την οποία ασπάζομαι κι εγώ, δεν αφορά κάποια μονοσήμαντη και μηχανιστική σχέση μεταξύ ισλαμισμού και επεκτατικότητας. «Μία χώρα είναι επεκτατική εάν και μόνον εάν είναι μουσουλμανική». Αντιθέτως, η θέση που εκφράζει ο Αρματιστής, και την οποία ασπάζομαι κι εγώ, είναι ότι η ισλαμική παράδοση (όχι κατ’ ανάγκην η μουσουλμανική θρησκεία πλέον) αποτελεί βασικό συστατικό και κίνητρο -όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικό- της τουρκικής επεκτατικότητας.

    Επίτρεψέ μου να δώσω ένα αντίστοιχο παράδειγμα: οι κομμουνιστές (κάποτε ήταν αρκετοί παγκοσμίως) ελαύνονταν από τη θρησκευτική (αμιγώς θρησκευτική!) πίστη στην (παγκόσμια) Επανάσταση, η οποία θα έφερνε τον επίγειο παράδεισο στην ανθρωπότητα. Η Επανάσταση δεν ήταν μία αφηρημένη θεολογική έννοια· ήταν απτό ιστορικό γεγονός, επικείμενο, που αποτελούσε περίπου τον λόγο ύπαρξης των κομμουνιστών, και πάντως ήταν η βασική κινητήρια δύναμή τους στην καθημερινότητά τους και στις -συχνά εξαιρετικά έντονες- δυσκολίες που αντιμετώπιζαν (εκεί που δεν είχε επικρατήσει η Επανάσταση, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου). Σημαίνει αυτό ότι τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν σε διαρκή εξέγερση και σχεδίαζαν στην πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή την Επανάσταση; Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, και όπως είναι άλλωστε αναπόφευκτο, οι πρακτικοί υπολογισμοί, του κατά πόσο δηλαδή η «άμεση» Επανάσταση είναι εφικτή, καταλάμβαναν πολύ μεγάλο μέρος της πολιτικής τους, οδηγούσαν σε συνεχείς «τακτικούς» συμβιβασμούς, ενίοτε και σε ανίερες συμμαχίες «εν όψει της Επαναστάσεως και προς διευκόλυνσή της», και πάντως σε υπομονή. Το ότι κάποιος ήταν φανατικός κομμουνιστής δεν σήμαινε ότι κάθε πρωί αποπειράτο να «καταλάβει τα Χειμερινά Ανάκτορα» στη χώρα του, και το ότι δεν αποπειράτο να «καταλάβει τα Χειμερινά Ανάκτορα» δεν σημαίνει ότι δεν ήταν τυφλά φανατικός, «μη κανονικός» πολίτης, που ζούσε και κινητοποιούταν από το όραμα της Επαναστάσεως. Η ιδεολογική πίστη δεν σημαίνει ότι αγνοείται (τουλάχιστον στα πολύ πρακτικά) η πραγματικότητα, και το ότι λαμβάνεται υπ’ όψιν η πραγματικότητα δεν σημαίνει και απουσία (ενίοτε βαθιάς) ιδεολογικής πίστεως.

    Η ιστορία και η πραγματικότητα της τουρκικής κοινωνίας κάνει λίγο δύσκολο, ίσως, να αγνοηθεί η βαθιά μουσουλμανική κουλτούρα ως συστατικό στοιχείο της επιθετικότητας. Η κουλτούρα αυτή μπορεί να είναι πλέον περισσότερο πολιτιστικό παρά αμιγώς «θρησκευτικό» στοιχείο, προφανώς συμφύρεται και με την κεντροασιατική παράδοση της ορδής, και ασφαλώς στηρίζεται πρακτικά στην έμπρακτη κρατική ισχύ, απουσία της οποίας θα ύπνωττε κανονικότατα και θα παρέμενε λαογραφικό στοιχείο. Αλλά το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

    Σε κάθε περίπτωση, εφ’ όσον διαπιστώνουμε (στην καμπούρα μας) την τουρκική επεκτατικότητα, το πού ακριβώς οφείλεται θα μπορούσε να απασχολεί κάποιους αναλυτές υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά πρακτικά είναι ακαδημαϊκής σημασίας.

    Ένα δεύτερο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό του κινδύνου που προκύπτει από την παρουσία μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα, αυτών που έχουν εισβάλει κατά τα τελευταία χρόνια με τα κύματα λαθρομετανάστευσης. Το ότι πυρήνες εξ αυτών ελέγχονται ήδη από την Τουρκία, είτε άμεσα, είτε -για τους Πακιστανούς- και μέσω των πακιστανικών υπηρεσιών, είναι μάλλον προφανές σε όλους εκτός από τους εξαιρετικά ευήθεις. Στο ερώτημα του πόσο επικίνδυνοι είναι αυτοί, η δική μου απάντηση είναι: αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την ελληνική άμυνα. Θανάσιμο – τίποτα λιγότερο. Το ζήτημα δεν είναι εάν πρόκειται να «κάνουν αντάρτικο»· είναι προφανές ότι ούτε μπορούν, ούτε υφίσταται λόγος να κάνουν αντάρτικο. Ανταρτική εξέγερση κάνει όποιος προσβλέπει στο να ανατρέψει κρατική εξουσία, κι οι μουσουλμάνοι λαθρομετανάστες και αυτοί που τους κατευθύνουν δεν έχουν καμία ανάγκη από κάτι τέτοιο. Η βασική τους πρόθεση θα είναι να υποβοηθήσουν τις κύριες τουρκικές ενέργειες, βραχυκυκλώνοντας την έγκαιρη ελληνική αντίδραση και προκαλώντας δολιοφθορές σε στρατιωτικές και (εξ ίσου σημαντικό) πολιτικές εγκαταστάσεις και λειτουργίες στα μετόπισθεν. Επιπλέον, σε κρίσιμα νησιά, τα «ΚΥΤ» και λοιπές εγκαταστάσεις λαθροεισβολέων έχουν τοποθετηθεί σε τόσο στρατηγικά σημεία ώστε να βραχυκυκλώσουν τις ελληνικές αντιδράσεις, που αναρωτιέται κανείς αν αυτοί που τους ανέχονται δεν συνεργάζονται απ’ ευθείας με τους απέναντι.

    Όταν λέμε «δολιοφθορές» δεν εννοούμε επιχειρήσεις από καλοεκπαιδευμένους καταδρομείς. Οι σημερινοί στρατιωτικοί και κρατικοί μηχανισμοί έχουν ελάχιστη σχέση με τους αντίστοιχους μηχανισμούς ενός αιώνα πριν. Έχουν καταπληκτική πολυπλοκότητα και εξαρτώνται από την εύρυθμη και έγκαιρη λειτουργία πολύ μεγάλου πλήθους μηχανισμών και εγκαταστάσεων. Απλώς και μόνον κατευθυνόμενες μαχητικές διαδηλώσεις σε κρίσιμα σημεία και απόπειρες «ειρηνικής» εισβολής ή «διαμαρτυριών» από φανατισμένους λαθρομετανάστες αρκούν για να καθυστερήσουν και να αποδιοργανώσουν κρίσιμες (χρονικά) ενέργειες και να σπείρουν σύγχυση στα μετόπισθεν. Και αρκεί ο -ανθρώπινος, ως έναν βαθμό- δισταγμός των δυνάμεων καταστολής να χρησιμοποιήσουν άμεσα φονικά πυρά για να δοθεί επαρκής χρόνος στους λαθροεισβολείς για να επιτύχουν τον στόχο τους.

    Για να δώσω ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί αυτό, το οποίο, για ευνόητους λόγους, είναι άσχετο με τα δικά μας. Στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, το 1967, η Ισραηλινή Αεροπορία εξαπέλυσε την αρχική, μαζική της επίθεση εναντίον της Αιγυπτιακής τη Δευτέρα, 5 Ιουνίου, στις 7.45 το πρωί. Η ώρα είχε επιλεγεί προσεκτικά, ώστε να συμπίπτει με το μέγιστο κυκλοφοριακό χάος στις μεγαλουπόλεις, προκειμένου να καθυστερήσει κατά το μέγιστο δυνατόν η προσέλευση των συναγερμένων χειριστών στις μονάδες τους.

    Σε ό,τι αφορά την πολιτική συζήτηση και το ποιες πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία υποστηρίζουν, και πόσο ένθερμα, την επεκτατικότητα εις βάρος της Ελλάδος: νομίζω ότι κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Τα βασικά εμπειρικά δεδομένα είναι απλά, και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση: από τον Β’ ΠΠ μέχρι σήμερα (για να λάβουμε συμβατικά ένα χρονικό σημείο ως έναρξη – δεν είναι ότι τότε υφίσταται κάποια αλλαγή), έχουν εναλλαχθεί στην εξουσία του τουρκικού κράτους πάμπολλες κυβερνήσεις, όλων των πολιτικών τάσεων. Από κεμαλικούς μέχρι ισλαμιστές, από δεξιούς μέχρι αριστερούς, όλοι ανεξαιρέτως έχουν de facto ασκήσει ενεργό, έμπρακτη ανθελληνική πολιτική· επεκτατική, όπου υφίστατο ευκαιρία (δεν υφίστατο συνεχώς ευκαιρίες), αλλά εμπράκτως και ουσιωδώς εχθρική αν δεν υπήρχε ευκαιρία επέκτασης. Αυτή η απόλυτη συνέπεια και συνέχεια όλων των πολιτικών δυνάμεων τι άλλο μαρτυρά, εκτός από το ότι η ανθελληνική και επεκτατική πολιτική είναι όχι απλώς κοινή πολιτική στρατηγική αλλά κοινή πολιτιστική αναφορά του τουρκικού έθνους; Πώς μπορεί να μην έχει υιοθετήσει, έτσι για τα μάτια, άλλη πολιτική κάποια κυβέρνηση ή πολιτική δύναμη, συγκυριακά; Τι μας λέει ότι οι αντιπολιτευόμενοι δεν υπερθεματίζουν αυτή τη στιγμή σε ανθελληνική πολιτική; Πολιτικά, το προφανές: επειδή ακριβώς ο Ερντογάν ποντάρει (εμπράκτως) σε αυτό που ξέρει ότι θέλγει το σύνολο της τουρκικής κοινωνίας, στον επεκτατισμό έναντι της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενος ακριβώς ότι είναι στην εξουσία, οι αντιπολιτευόμενοι κάνουν το μόνο πολιτικά ωφέλιμο γι’ αυτούς που μπορούν να κάνουν, γνωρίζοντας τα αισθήματα και τη διάθεση του τουρκικού λαού: δεν υπερθεματίζουν και δεν επιδοκιμάζουν την πολιτική του για να μην τον αβαντάρουν, αλλά επικαλούμενοι όχι κάποια αντίθεση αρχής (π.χ. κακώς ασκούμε επεκτατική πολιτική έναντι της Ελλάδος) επειδή ξέρουν ότι αυτό θα τους κοστίσει πολιτικά (ακριβώς επειδή τα αντανακλαστικά της τουρκικής κοινής γνώμης είναι ανθελληνικά. Τι τους μένει να πουν; «Εμείς θα το κάναμε καλύτερα», «εμείς θα το κάνουμε καλύτερα όταν έρθουμε στην εξουσία», «δεν είναι τώρα η στιγμή», «είναι λάθος η στιγμή» (μην κι επωφεληθείς εσύ, Ερντογάν από καμία ανθελληνική επιτυχία, κι εμείς αναγκαστούμε να δαγκώνουμε τη γλώσσα μας χειροκροτώντας σε). Η ουσία είναι απλή, και είναι δύσκολο να παρακαμφθεί: καμία πολιτική δύναμη στην Τουρκία δεν έχει αντίρρηση στην επεκτατική πολιτική, και όταν αναλαμβάνει την εξουσία, εμπράκτως κι ενεργά ακολουθεί ανθελληνική πολιτική.

    Πολύ πιο σημαντικό θεωρώ εγώ το κρίσιμο ζήτημα που θέτεις σχετικά με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής προσπάθειας εναντίον της Τουρκίας, που είναι κάτι ευρύτερο από μία τρέχουσα, ενδεχομένως συγκυριακή, διαμόρφωση ισορροπίας ισχύος και σχετίζεται με τις πιο μακροπρόθεσμες τάσεις. Αυτό είναι ένα το κρισιμότερο ζήτημα απ΄ όλα, και είναι ιστορικής τάξεως ζήτημα. Επειδή αυτό είναι το πιο σημαντικό, θα επανέλθω αύριο, χωριστά γι’ αυτό.

  23. @Κ. Τραυλός

    Επανέρχομαι στο κυριότερο, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα που έθεσε το σχόλιό σου, και αφορά την ιστορική σχέση μας με την Τουρκία. Εδώ έχεις ένα κατ’ αρχήν δίκιο: Η Ελλάς είναι μία μικρή δύναμη, η Τουρκία είναι μία πολύ μεγαλύτερη, και συνεπώς, μακροπρόθεσμα ποια μπορεί να είναι η έκβαση, πέρα από συγκυριακές και προσωρινούς και ευνοϊκούς για εμάς συσχετισμούς ισχύος; Και μάλιστα, θα προσέθετα και το εξής: ποια μπορεί να είναι η εξέλιξη χωρίς να αναγκαστεί η Ελλάδα να γίνει μια μονοδιάστατη Σπάρτη;

    [Παρενθετικά και μόνον, επειδή γίνεται επίκληση του παραδείγματος του Ισραήλ: Αν το ισχυρότατο Ισραήλ αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί μακροπρόθεσμα-ιστορικά- να ασκήσει «αντι-αιγυπτιακή πολιτική, επειδή η Αίγυπτος είναι, τελικά, ισχυρή χώρα, και αναγκάζεται να ασκήσει κατευναστική πολιτική, δίνοντας σοβαρά ανταλλάγματα στην Αίγυπτο για να εξασφαλίσει τη συνθήκη του Camp David, γιατί δεν έπρεπε σοβαρά να εξετάσει και η Ελλάς ένα τέτοιο ενδεχόμενο έναντι της Τουρκίας;

    Εδώ, όμως, χρησιμοποιούνται παραπειστικές προκείμενες:
    (α) Το Ισραήλ προσφέρει συνθήκη ειρήνης και κάποια ανταλλάγματα στην Αίγυπτο, αφού την έχει κατανικήσει αποφασιστικά σε τρεις διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις, και την έχει πείσει ότι είναι αδιέξοδο να επιδιώκει επικράτηση επί του Ισραήλ με στρατιωτικά μέσα. Ουσιαστικά, προσφέρει στην αιγυπτιακή ηγεσία μία αξιοπρεπή διέξοδο διαφυγής από το στρατηγικό της αδιέξοδο, ώστε αυτή να έχει κάτι να επικαλεστεί στην εσωτερική κοινή γνώμη για να δικαιολογήσει την παραίτησή της από τη ρητή και έμπρακτη επιδίωξη καταστροφής του Κράτους του Ισραήλ.

    (β) Το Ισραήλ προσφέρει ανταλλάγματα στην Αίγυπτο για τη συνθήκη ειρήνης, τα οποία είναι όλα… κατεκτημένα εδάφη της Αιγύπτου. Τα ανταλλάγματα δεν αποτελούν κάτι από τον πυρήνα του τι θεωρούν οι Ισραηλινό «πατρώα γη» αλλά «ξένη γη» που κατακτήθηκε με την εξ αρχής πρόθεση να χρησιμοποιηθεί ως αντάλλαγμα.

    (γ) Η Συνθήκη Ειρήνης του Camp David με την οποία αποκαταστάθηκε η -πιο μόνιμη- ειρήνη μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, δεν υπήρξε το αποτέλεσμα κάποιας συναλλαγής, κατευναστικής ή μη, μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου. Η συνθήκη αυτή αποτέλεσε κυρίως συναλλαγή μεταξύ Αιγύπτου και ΗΠΑ. Η νασερική αιγυπτιακή ηγεσία είχε διαπιστώσει ότι η σύμπλευση με την τότε ΕΣΣΔ ήταν ιστορικά αδιέξοδη για την ίδια, και επεδίωκε να αλλάξει ευσχήμως στρατόπεδο και να συνταχθεί με τις ΗΠΑ. Κατά την περίοδο εκείνη, ορθώς ή όχι, το Ισραήλ θεωρούταν αλληλένδετο με τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, και οι ΗΠΑ αδημονούσαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο, δηλαδή το στρατηγικά και ιστορικά σημαντικότερο έθνος της Μέσης Ανατολής, μαζί με την Περσία και την Τουρκία, αδυνατίζοντας τη σοβιετική παρουσία στην περιοχή. Έτσι, η συναλλαγή ήταν στην ουσία η αλλαγή στρατοπέδου της Αιγύπτου, η διασφάλιση νέας θέσης στο διεθνές σκηνικό και η διασφάλιση μεγάλης (και… έμπρακτης) εύνοιας από τις ΗΠΑ, με ταυτόχρονη διασφάλιση της ειρήνης με το Ισραήλ και με (αδιαμφισβήτητα ισχυρό) πρόσχημα προς το εσωτερικό την επιστροφή των απωλεσθέντων εδαφών. Η συνθήκη ειρήνης του Camp David και η πολιτική του Ισραήλ έναντι της Αιγύπτο μετά το 1973 στερείται νοήματος χωρίς τη συμπερίληψη της συναλλαγής Αιγύπτου-ΗΠΑ, που στην πραγματικότητα είναι και ο πυρήνας της συμφωνίας. Η . Η συνθήκη ειρήνης του Camp David και η πολιτική του Ισραήλ έναντι της Αιγύπτο μετά το 1973 μόνον παραπειστικά μπορεί να ερμηνευθεί ως «κατευναστική πολιτική» του Ισραήλ έναντι της Αιγύπτου.

    Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο σημείο, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς τον εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα του εάν κάνει κανείς την εξής απλή προοπτική: εάν στην Αίγυπτο ποτέ ανέλθει στην εξουσία η Μουσουλμανική Αδερφότητα, τότε η όλη πολιτική «κατευνασμού» που αναφέρθηκε είναι άνευ αντικειμένου, ακριβώς επειδή αυτό που στην πράξη αντάλλαξε η νασερική Αίγυπτος με το Ισραήλ δεν ήταν τα εδάφη αλλά η προσχώρηση στη Δύση· δεν τα «αντάλλαξε» με το Ισραήλ αλλά με τις ΗΠΑ. Στην περίπτωση που ανέλθει στην εξουσία μία «δομικά» αντι-ισραηλινή πολιτική δύναμη, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει αντάλλαγμα μέσω του οποίου αυτή μπορεί να κατευναστεί. Στη δική μας περίπτωση, όλες οι τουρκικές πολιτικές δυνάμεις είναι δομικά ανθελληνικές.

    Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσει κανείς εξ αντιδιαστολής το χάος που χωρίζει τη δική μας περίπτωση με την παραπάνω.

    (α) Οποιαδήποτε παραχώρηση προς την Τουρκία χωρίς αυτή να έχει ηττηθεί αποφασιστικά από την Ελλάδα, όχι μόνον δεν θα προσφέρει στην Τουρκία μία αξιοπρεπή διέξοδο από κάποιο αδιέξοδο (έτσι ώστε να πάρει κάτι για τα μάτια και να σταματήσει αυτό που δεν μπορεί να καταφέρει), αλλά αντιθέτως θα λειτουργήσει ως επιβράβευση της επιθετικότητάς της. Το αποτέλεσμα θα είναι απλούστατα και με μαθηματική ακρίβεια η ένταση της επεκτατικής της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η τουρκική πολιτική δεν στοχεύει σε κάποιον συγκεκριμένο και σαφώς οριοθετημένο στόχο, αλλά στην πολιτική καθυπόταξη στην Ελλάδα. Κάθε κέρδος της είναι σκαλοπάτι για το επόμενο, και όχι λύση του προβλήματος.

    (β) Ό,τι διεκδικεί η Τουρκία από την Ελλάδα αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας, και από εδαφικής πλευράς, ιστορικό και ζωντανό κομμάτι της Χώρας. Η Ελλάς δεν έχει πρόσφατα κατεκτημένες ερήμους για να δώσει στην Τουρκία ως «αντάλλαγμα» για κάποιου είδους κατευνασμό. Ό,τι διεκδικείται δεν είναι απλώς ιστορικά ελληνικό, δεν αποτελεί απλώς πανάρχαια κοιτίδα ελληνικού πολιτισμού, αλλά κατοικείται από αιώνες και μέχρι σήμερα από Έλληνες πολίτες που ζουν και δραστηριοποιούνται εκεί. Οποιαδήποτε παραχώρηση προς τους Τούρκους είναι απλά αδιανόητη.

    (γ) Στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής παρουσίας των δύο χωρών στο διεθνές στερέωμα (που όπως είδαμε, αποτέλεσε τον κρίσιμο παράγοντα στο παράδειγμα Ισραήλ-Αιγύπτου), οποιαδήποτε ελληνική παραχώρηση προς την Τουρκία με ελληνική πρωτοβουλία, απλώς θα αποθράσυνε την Τουρκία έναντι τρίτων, ενώ θα καταβαράθρωνε την όποια αξία έχει η Ελλάς ως πολιτική οντότητα για τρίτα μέρη – άρα και την προθυμία τρίτων μερών να συνάψουν συμμαχία με την Ελλάδα.
    Και μία ακροτελεύτια -και συναφής- παρατήρηση για το Ισραήλ. Πολύ συχνά, τόσο στο στρατιωτικό όσο και στον διπλωματικό πεδίο, το Ισραήλ αναφέρεται ως το αδιαμφισβήτητο πρότυπο αριστείας. Ως απόδειξη γι’ αυτό προβάλλονται τα γνωστά επιτεύγματά του. Στο στρατιωτικό πεδίο, παρά τα σημαντικότατα επιτεύγματά του, παρασιωπώνται παταγώδεις και αδικαιολόγητες αποτυχίες, ενώ για όποιον παρατηρεί τα στρατιωτικά του πράγματα πιο στενά, είναι εμφανείς και οι συστηματικές οργανωτικές αδυναμίες στις οποίες αυτές οφείλονται. Είναι πολύ έντονη η αίσθηση ότι και στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, το Ισραήλ, πλάι σε εξαιρετικά σημαντικές αποτυχίες, έχει και πολύ σοβαρές -ιστορικά πολύ σοβαρές- αποτυχίες, οι οποίες ενδεχομένως μελλοντικά να του κοστίσουν ακριβά. Επειδή όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το Ισραήλ τα κατάφερε μέχρι σήμερα, κι επειδή σήμερα το σκηνικό της Μέσης Ανατολής αναδιατάσσεται ριζικά, οι μελλοντικοί κίνδυνοι και οι μελλοντικές ευκαιρίες επίσης μεταβάλλονται ραγδαία -δίδαγμα επίσης σημαντικό. Δύσκολα ο Μπεν-Γκουριόν ή η Γκόλντα Μέιρ θα φαντάζονταν συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία… ]

    Για να επανέλθω στην ουσία της δικής μας ιστορικής αντιπαράθεσης στην Τουρκία και τις μελλοντικές της προοπτικές.

    Η Τουρκία είναι, όντως, μία σημαντικά μεγαλύτερη χώρα κατά τον πληθυσμό και κατά τη γεωγραφική έκταση. Τα δύο αυτά κριτήρια ήταν όντως κρίσιμα κατά το παρελθόν, δηλαδή κατά την προβιομηχανική εποχή. Στον βαθμό που η εθνική ισχύς συναρτώταν με την ικανότητα να κινητοποιούνται στρατιωτικές μάζες, και με τον πλούτο, που με τη σειρά του ήταν κατά βάσιν γεωργικός (άρα περίπου ευθέως ανάλογος με τη γεωγραφική έκταση), στον βαθμό που υπήρχαν (από πλευράς Τουρκίας) υπόδουλοι πληθυσμοί διαθέσιμοι για άμεση και ακραία αφαίμαξη, η Τουρκία ήταν όντως μεγάλη δύναμη, και μάλιστα συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Επισημαίνεται ότι ακόμα και οι πόλεμοι της δεκαετίας 1912-1922 ήταν για τα εμπλεκόμενα μέρη «προ-βιομηχανικοί», καθώς κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν ενεπλάκη ως βιομηχανική δύναμη που υποστήριζε με τη δική της πολεμική προσπάθεια με τη δική της βιομηχανική και τεχνολογική προσπάθεια, αλλά ως προ-βιομηχανικές δυνάμεις που απλώς αγόραζαν εξοπλισμό από το εξωτερικό ή τους παρεχόταν από τους συμμάχους τους.

    Η περίοδος αυτή, μαζί με τα κριτήρια ισχύος της, έχει παρέλθει προ πολλού. Στην τρέχουσα εποχή (που έχει ξεπεράσει και τη Βιομηχανική) οι συντελεστές ισχύος έχουν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς, και το απλό πληθυσμιακό και γεωγραφικό μέγεθος έχουν πάψει να αποτελούν τα κρισιμότερα κριτήρια. Σημαίνει αυτό κατ’ ανάγκην ότι η Ελλάδα είναι πλέον σε πλεονεκτική θέση; Όχι κατ’ ανάγκην -αλλά για λόγους που δεν έχουν σχέση με κάποιο γεωγραφικό ή πληθυσμιακό αλλά για λόγους που σχετίζονται με την πολιτική και κοινωνική «αυτοδιαχείριση» της κάθε χώρας -κάτι που ασφαλώς ίσχυε και ιστορικά, αλλά τώρα λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη σημασία.

    Αναλυτικότερα:

    Ο πλούτος, που σήμερα τον μετράμε, σε γενικές γραμμές, με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, που πολύ λίγο σχετίζεται με τη γεωγραφική έκταση και τον πληθυσμό, αλλά σχετίζεται ουσιωδώς με άλλες παραμέτρους που δεν είναι αιτιοκρατικά και αναπόφευκτα καθορισμένες. Για να το θέσω σχηματικά, το ΑΕΠ της Τουρκίας το 2020 ήταν 720 δις δολάρια με πληθυσμό 84,34 εκ. και έκταση 783.562 τετ. χιλ. και της Ελβετίας 748 δις δολάρια με πληθυσμό 8,6 εκ. και έκταση 41.284 τετ. χιλ. Μπορεί κανείς να εκφέρει διάφορες αντιρρήσεις στη σύγκριση αυτή, όμως η ουσία του πράγματος από «τεχνικής» απόψεως είναι ότι η Ελβετία είναι η πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά και προηγμένη τεχνολογικά χώρα της Ευρώπης, και οι παράγοντες αυτοί είναι αποτέλεσμα πολιτικής και όχι γεωγραφίας.

    Η στρατιωτική ισχύς ασφαλώς σχετίζεται σε έναν βαθμό με τον πληθυσμό – αλλά πολύ λιγότερο: κάθε σύγχρονη στρατιωτική δύναμη είναι μία πολύπλοκη μηχανή, ιδιαίτερα ακριβή, που έχει και μία ιδιαίτερα ακριβή (γενικώς αθέατη) βάση. Η αεροπορική και η ναυτική ισχύς έχουν σχετικά περιορισμένες απαιτήσεις ανθρωπίνου δυναμικού. Οι χερσαίες δυνάμεις έχουν σαφώς μεγαλύτερες απαιτήσεις ανθρωπίνου δυναμικού, αλλά -σε γενικές γραμμές- η έκτασή τους εξαρτάται πρωτίστως από τον πλήρη εξοπλισμό που μπορεί να διασφαλίσει μία χώρα για τους σχηματισμούς της, παρά από το ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να κινητοποιήσει. Για να εξηγηθεί αυτό με απλούς όρους, ενώ π.χ. το 1912-1922 το μεγάλο ζητούμενο για έναν στρατό του είδους του ελληνικού ή του τουρκικού ήταν πόσους ανθρώπους μπορούσε να επιστρατεύσει, ενώ το να διασφαλίσει τον απαιτούμενο εξοπλισμό για να τους μετατρέψει σε αξιόμαχη δύναμη (κατά βάσι τυφέκια και πυροβόλα, μαζί με τα πυρομαχικά τους) ήταν η πιο εύκολη απαίτηση, σήμερα η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο να διασφαλίσει κάποιος όλον τον τεράστιο όγκο ποικίλου, ακριβού και πολύπλοκου εξοπλισμού που απαιτείται για να συγκροτήσει τη μάχιμη δύναμη, εν συνεχεία να διασφαλίσει επαρκή και απαιτητική εκπαίδευση για το ανθρώπινο δυναμικό του, ενώ η (σχετικά μόνον) πιο εύκολη απαίτηση είναι να διασφαλίσει το ανθρώπινο δυναμικό για να καλύψουν όλα τα προηγούμενα. Με άλλα λόγια, η πολεμική σύγκρουση έχει μετατραπεί από δραστηριότητα εντάσεως εργασίας σε δραστηριότητα εντάσεως κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται απαιτήσεις και περιορισμοί που σχετίζονται με το ανθρώπινο δυναμικό. Σημαίνουν ότι η στρατιωτική ισχύς δεν είναι πλέον σχεδόν ευθέως ανάλογη του πληθυσμού, όπως ήταν στο παρελθόν. Για να το πούμε ακόμη πιο απλά, εάν κάποτε μια χώρα με δέκα φορές μεγαλύτερο πληθυσμό από μία μικρότερή της ήταν εύκολο να παρατάξει έναν στρατό δέκα φορές μεγαλύτερο από αυτήν, σήμερα θα πρέπει να είναι και δέκα φορές πλουσιότερη για να καταφέρει το ίδιο.
    Πώς μεταφράζονται αυτά στα ελληνο-τουρκικά; Μακροϊστορικά τα πράγματα είναι απλούστατα απρόβλεπτα.

    Η Ελλάς και η Τουρκία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν δύο αγροτικά και σχετικά φτωχά κράτη. Μετά τον Β’ ΠΠ, και παρ’ όλο που η Ελλάς είχε υποστεί μία δραματική καταστροφή εξ αιτίας της Κατοχής, κατά τη δεκαετία ’55-’74 έκανε ένα πρωτοφανές ιστορικό άλμα στην οικονομική της πορεία, επιτυγχάνοντας πρωτοφανείς ρυθμούς ανάπτυξης και έντονη, αν όχι ραγδαία εκβιομηχάνιση. Η πορεία αυτή απέδειξε ότι η «οικονομική κατάσταση» μίας χώρας δεν είναι ένα εγγενές δεδομένο αλλά αποτέλεσμα της ίδιας της πολιτικής του. Κατά την ίδια περίοδο η Τουρκία παρέμεινε μία καθυστερημένη αγροτική χώρα, με αποτέλεσμα οι δείκτες της κατά πολύ μικρότερης γεωγραφικά και πληθυσμιακά Ελλάδας να είναι συγκρίσιμοι με τους αντίστοιχους τουρκικούς. Βεβαίως, κατά την ίδια περίοδο, η πολιτική της (προωθούμενης από το Κράτος) μετανάστευσης, υπέσκαψε δραματικά τη δημογραφική εξέλιξη της Χώρας, αποτελώντας τον προάγγελο της σημερινής δημογραφικής κρίσης.

    Μεταπολιτευτικά, και για λόγους αυστηρά πολιτικούς, η οικονομική εξέλιξη της Χώρας ανακόπηκε βίαια, και από πολλές απόψεις οπισθοχώρησε σημαντικά, ενώ τότε διακόπηκε και η πολιτική κυριαρχία μίας συγκεκριμένης ηγετικής ομάδας. (Η πολιτική κυριαρχία αναφέρεται επειδή σημαντικές ιστορικές πρόοδοι παγκοσμίως συνδέονται με τη μακροχρόνια πολιτική κυριαρχία μίας ηγετικής ομάδας σε μία χώρα.) Ακόμη κι έτσι, τα μεγέθη ΑΕΠ και βιομηχανικής παραγωγής των δύο μερών δεν απέκλιναν δραματικά κατά το διάστημα αυτό. Αντιθέτως, από το 2000 και μετά υφίσταται μία ριζική αντιστροφή των όρων από τις δύο πλευρές. Η μεν Ελλάς αρχίζει να αποβιομηχανίζεται δραματικά, η δε Τουρκία, ασκώντας εντατική βιομηχανική πολιτική υπό την ηγεσία του Ερντογάν, αρχίζει να μετατρέπεται σε αξιοσημείωτη βιομηχανική δύναμη. Επιπλέον, υπό τον Ερντογάν, και μέχρι το 2016, αρχίζει να εισέρχεται στη διαδικασία της βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης και ένα δυναμικό της Ανατολίας (ή του ισλαμιστικού κόσμου), που μέχρι τότε είτε απείχε είτε ήταν αποκλεισμένο από τη διαδικασία αυτή. Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν αναπτύσσεται απλώς, αλλά κινητοποιεί και ένα αδρανές μέχρι τότε δυναμικό. Αυτή είναι και η μεγάλη ιστορική συνεισφορά του Ερντογάν στην χώρα του.

    Το 2016 δείχνει, όμως, και τα όρια της τουρκικής κοινωνίας. Ο Ερντογάν, που δικαίως ή όχι, θεωρεί ότι η κεμαλική του αντιπολίτευση ελέγχεται από το εξωτερικό, έρχεται σε μετωπική σύγκρουση μαζί της, την εξοβελίζει παντελώς από τον κρατικό μηχανισμό και την καταπιέζει εντονότατα στην κοινωνία. Οι επιπτώσεις που έχει αυτό στη βιομηχανική ανάπτυξη της Τουρκίας, και συνεπώς συνολικά στην εθνική της ισχύ, δεν έχουν διαφανεί ακόμη και προς το παρόν συγκαλύπτονται από τη δημοσιονομική κρίση που περνά η χώρα. Μία καλή ένδειξη του τι συμβαίνει, όμως, αποτελούν τα προγράμματα της τουρκικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας. Ενώ μέχρι το 2016 επιτυγχάνονταν σταθερά, και σχετικά γρήγορα, βήματα προόδου, και οι εξαγγελόμενοι σχεδιασμοί φαίνονταν συνεπείς και αξιόπιστοι, από το 2016 και μετά υφίσταται μία προφανής κατάρρευση. Όλοι οι εξαγγελθέντες στόχοι αποτυγχάνουν χαρακτηριστικά. Οι πιθανοί λόγοι είναι δύο: είτε οι σχεδιασμοί ήταν εκτός τόπου και χρόνου, και απλώς ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να διαφανεί η αστοχία τους, ή από το 2016 και μετά η αεροδιαστημική βιομηχανία έχασε μεγάλο μέρος του τεχνικού δυναμικού της· με άλλα λόγια, οι μηχανικοί της εγκατέλειψαν τη βιομηχανία. Χωρίς απόλυτη βεβαιότητα, από περιορισμένα αλλά ενδεικτικά δεδομένα, κλίνω υπέρ της δεύτερης ερμηνείας. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι το μεγαλύτερο μέρος του τεχνολογικού δυναμικού της Τουρκίας, που προερχόνταν από τις κεμαλικές τάξεις της κοινωνίας, εξοβελίστηκε από την ίδια τη χώρα. Η αναπλήρωσή του από τις ισλαμιστικές θα είναι εξαιρετικά δύσκολη και εξαιρετικά αργή -στον βαθμό που θα επιτυγχάνεται, καν. Και φυσικά, η αεροδιαστημική βιομηχανία είναι μία μικρή ένδειξη μόνον. Ο δυναμισμός της τουρκικής κοινωνίας προέρχεται από την κεμαλική συνιστώσα του, ο όγκος της προέρχεται από την ισλαμική συνιστώσα της, και οι δύο συνιστώσες απέχουν πολύ από το να βρουν τρόπο να συνυπάρξουν. Επιπλέον, και υπό το φως αυτό, ο δημογραφικός δυναμισμός της Τουρκίας είναι τόσο πλεονέκτημα όσο και εν δυνάμει θανάσιμο πρόβλημα. Αφ’ ενός ο «ενδογενής» δυναμισμός προέρχεται κατά βάσιν από τον κουρδικό πληθυσμό, ενώ οι δυτικοστραφείς «κεμαλικοί» πληθυσμοί έχουν περίπου παρόμοια δημογραφική συμπεριφορά με τον ελληνικό πληθυσμό. Ακόμη κι αν μέχρι τώρα οι κουρδικοί πληθυσμοί είναι κατά πλειοψηφία συνεργάσιμοι με το τουρκικό κράτος όσο αυτό κατέχεται από την ανεκτική σε αυτούς ισλαμιστική πτέρυγα, εφ’ όσον επικρατήσουν οι κεμαλικοί, και στον βαθμό που οι Κούρδοι έχουν αυξανόμενη αυτοπεποίθηση εξ αιτίας του συνεχώς αυξανόμενου όγκου τους, η διάθεση συνεργασίας τους με την Τουρκία θα βαίνει μειούμενη. Επιπλέον, η αποδοχή και απορρόφηση μεγάλων πακιστανικών πληθυσμών θα είναι… πολύ ενδιαφέρον πείραμα, όταν αυτοί θα πρέπει να απορροφηθούν από την παραπάνω κοινωνία. Μία ρήξη και αποτυχία του πειράματος είναι πολύ πιο πιθανή από μία επιτυχία του.

    Με άλλα λόγια: παρά την αύξηση του πληθυσμιακού όγκου της Τουρκίας, η εθνική της ισχύς υποσκάπτεται δραματικά από την ένταση που προκαλούν οι εσωτερικές ρήξεις στην κοινωνία, που είναι ιδιαίτερα ετερογενής. Μέχρι πριν από έναν αιώνα, η ισλαμιστική ομπρέλα παρείχε στους Οθωμανούς μεγάλη αφομοιωτική ικανότητα (είναι χαρακτηριστική η άνεση με την οποία απορρόφησαν τους καυκάσιους πληθυσμούς), όμως η εκκοσμίκευση που έχει επέλθει εν τω μεταξύ τους έχει στερήσει από αυτό το εργαλείο, και σε αυτό το πλαίσιο η δημογραφική άνοδος των Κούρδων είναι συνταγή αποτυχίας -ανεξαρτήτως της δράσης του PKK.
    Τα παραπάνω δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκην ότι τα πράγματα είναι ρόδινα για την Ελλάδα. Η Χώρα αντιμετωπίζει δύο κρίσιμα προβλήματα: το πρώτο είναι, προφανώς, το δημογραφικό. Η δημογραφική κάμψη της Χώρας κινδυνεύει να τη φέρει κάτω από το κρίσιμο μέγεθος που μπορεί να υφίσταται ως διεθνής οντότητα με αξιώσεις ανεξαρτησίας – και η δημογραφική κάμψη επιτείνεται από τη συστηματική λαθροεισβολή εχθρικών πληθυσμών. Το δεύτερο κρίσιμο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Χώρα είναι, όπως και στην Τουρκία, η εχθρική προς την κοινωνία ύπαρξη μίας αξιοσημείωτης πολιτικής και κοινωνικής δύναμης, της Αριστεράς. Η Ελλάς επηρεάζεται ούτως ή άλλως από την παρακμιακή τάση των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, και η Αριστερά αποτελεί τον κυριότερο, αν και κατ’ ουδένα τρόπο μοναδικό, εκφραστή της τάσης αυτής στην κοινωνία. Όμως το πρόβλημα με την ελληνική Αριστερά είναι ένα ιδιόρρυθμο, αποκλειστικό και βαθύ μίσος για την ελληνική κοινωνία, και η εχθρική και διαλυτική διάθεση που έχει προς οποιαδήποτε προσπάθεια καταβάλει η υπόλοιπη κοινωνία. Η επισήμανση αυτή δεν σημαίνει κάποια αυτόματη «δικαίωση» για το υπόλοιπο πολιτικό και κοινωνικό φάσμα· απλώς η περίπτωση της Αριστεράς δεν αποτελεί απλό κοινωνικό ή πολιτικό πρόβλημα αλλά μια βαθιά κακοήθεια στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας.

    Κατά τα άλλα, ευρύτερες εξελίξεις στην Ευρώπη, τουλάχιστον σύμφωνα με τους πιο σοβαρούς και αξιόπιστους πολιτικούς παρατηρητές, ενδεχομένως να οδηγούν σε μία αναστροφή του κλίματος ως προς βασικά στοιχεία της: η αποβιομηχάνιση έχει φτάσει σε σημείο που να δημιουργεί τόση πολιτική και κοινωνική καχεξία που η νεοφιλελεύθερες θεωρίες εκτοπίζονται σταδιακά από τις αντιλήψεις για βιομηχανική πολιτική (μιλάμε για τις χώρες πέραν της Γερμανίας – αυτοί οι τελευταίοι ποτέ δεν υπέκυψαν στις θεωρίες περί ελεύθερης αγοράς), η χαζοχαρούμενη αντίληψη περί «ανοικτών συνόρων» υποχωρεί ραγδαία (και μάλλον άγαρμπα), και το βασικό (και δραματικό) πρόβλημα που παραμένει είναι η δραματική δημογραφική κάμψη. Αυτά δεν μας αφορούν στο πλαίσιο οποιασδήποτε «ομοσπονδιακής» προοπτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ουδέποτε υπήρξε τέτοια και δεν πρόκειται να υπάρξει στο ορατό μέλλον – πιθανότατα και ποτέ. Αφορούν το κοινοτικό πλαίσιο, που μέχρι στιγμής δεσμεύει απολύτως την Ελλάδα λόγω συμμετοχής στην ΕΕ, και την έχουν καθηλώσει σε αδιέξοδες πολιτικές. Οι πολιτικές αυτές, λοιπόν, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να κυριαρχούν, όχι απλώς μακροπρόθεσμα αλλά ούτε στα αμέσως επόμενα δύο-τρία χρόνια.

    Επιπλέον, άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις είναι άμεσα ευοίωνες, άλλες είναι όμως τουλάχιστον αμφίσημες. Στην τρέχουσα φάση η Ρωσία έχει έρθει σε οξεία σύγκρουση με τη «Δύση» (ό,τι κι αν η έννοια αυτή σημαίνει), τίποτα όμως δεν προδικάζει ότι η σύγκρουση αυτή θα είναι μακροπρόθεσμη. Στις ΗΠΑ η πολιτική τάση για συμβιβασμό με τη Ρωσία και προσεταιρισμό της έναντι της Κίνας είναι ισχυρή και εντεινόμενη (ηττήθηκε πρώτη φορά επί Τραμπ, αλλά μάλλον επανέρχεται δριμύτερη) και στην Ευρώπη είναι σαφές ότι η πολιτική αυτή κερδίζει συνεχώς έδαφος (αν όχι κατά το σκέλος που αφορά την Κίνα, μιας και η Ευρώπη δεν έχει τόσο μεγάλους ορίζοντες, όσο με τη Ρωσία). Και μία Ρωσία που είναι σε ειρήνη με τη Δύση είναι ο χειρότερος εχθρός της Τουρκίας.

    Συνεπώς, ενώ προφανώς τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο με τον έναν ή άλλον τρόπο, δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι μελλοντικά (με ιστορικούς όρους) η Ελλάς είναι μία ανίσχυρη χώρα που θα αντιμετωπίζει μία μεγάλη δύναμη, την Τουρκία. Το μέλλον είναι εξ ίσου ανοικτό τόσο για την καλύτερη όσο και για τη χειρότερη προοπτική.

    Γι’ αυτό, η προτροπή του παππού Θεόκριτου είναι πιο επίκαιρη από ποτέ: «θαρσεῖν χρή· τάχ᾽ αὔριον ἔσσετ᾽ ἄμεινον».

  24. npo says:

    Πολύ ωραίο σχόλιο Βελισάριε.

    Να πω μόνο τρία + ένα πράγματα.

    Πρώτον, για την επιβράδυνση της Τουρκικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας, νομίζω οφείλεται στον κλασικό νόμο των φθινουσών αποδόσεων, πλέον οι Τούρκοι είναι ψηλά, και οποιαδήποτε άνοδος απαιτεί περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερες επενδύσεις.

    Δεύτερον, αναφορικά με τις εσωτερικές αντιφάσεις της Τουρκίας, αυτό μπορεί να είναι καλό για μας, μπορεί όμως να είναι και θανατηφόρο. Συχνά χώρες με εσωτερικές αντιφάσεις γίνονται ιδιαίτερα επιθετικές εκτός προκειμένου να ξεπεράσουν τις αντιφάσεις εντός..

    Το τρίτο αφορά εμάς. Τελευταία είμαι δυστυχώς πολύ πολύ απαισιόδοξος, αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει.

    Και ένα συμπληρωματικό, μπράβο που αποδεικνύεις για μιά ακόμα φορά πως είσαι ένας αιρετικός προς καύση γιατί τολμάς να τα βάλεις με τον νέο νεοελληνικό μύθο που πλέον έχει ανέλθει σε επίπεδα μεταφυσικής λαγνείας, περι παντοδυναμίας και πανσοφίας του Ισραήλ. Δεν λέω, μπράβο τους γιατί σε δύσκολες συνθήκες πέτυχαν πολλά, αλλά ούτε όλα καλώς τα έχουν καμωμένα, ούτε Θεοί επι της Γης είναι, ούτε έχουν αποφύγει πιθανούς γκρεμούς και καταποντισμούς.

    Να προσθέσω επιπλέον πως αντιθέτως απ ότι πιστεύουν πολλοί Έλληνες, δεν είναι καλή ιδέα να θεωρούμε τους Ισραηλινούς ακριβώς φίλους μας. Θέλει δεκαετίες ακόμα για να δούμε αν θα παγιωθεί κάτι τέτοιο, και το λέω γιατί μιά ματιά στον χάρτη δείχνει πως οι Ισραηλίτες μάλλον είναι «φυσικοι» σύμμαχοι με την Τουρκία παρά με εμάς. Ο χάρτης δεν λέει τα πάντα βέβαια, ωστόσο κάτι λέει. Αλλά στην χώρα μάλλον έχει πέσει γκαβωμάρα..

  25. @npo

    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια.

    Μία αντίρρηση ως προς ένα σημείο: η επιβράδυνση της τουρκικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας δεν οφείλεται στον νόμο της φθίνουσας απόδοσης. Αφ’ ενός η βιομηχανία είναι κλασικό παράδειγμα όπου δεν ισχύει ο νόμος της φθίνουσας, αφ’ ετέρου είναι σαφές ότι κάποια ανωμαλία σημειώνεται από το 2016 και μετά. Ακόμη κι αν παρακάμψει κανείς προγράμματα για τα οποία ήταν σαφές ότι ο Ερντογάν είχε θέσει βολονταριστικά στόχους που δεν υπήρχε (και υπάρχει) περίπτωση να επιτύχει η τουρκική πολεμική βιομηχανία (π.χ. το πρόγραμμα TF-X), ή (λιγότερο εξωφρενικό, πάντως ιδιαίτερα φιλόδοξο) το πρόγραμμα για ραντάρ ελέγχου πυρός μαχητικού τύπου AESA, υπάρχει η αποτυχία του προγράμματος Özgür. Το πρόγραμμα ήταν ήδη αρκετά ώριμο, με τον μεγαλύτερο αριθμό υποσυστημάτων ήδη έτοιμο. Αυτό που βασικά έλειπε ήταν η ενοποίησή τους. Η αποτυχία σε αυτό δεν δικαιολογείται από τη δυσκολία του προγράμματος. Κάτι πήγε πολύ στραβά στη βιομηχανία. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Τούρκοι προγραμματιστές και μηχανικοί που εργάζονται στο εξωτερικό (σε εταιρείες του εξωτερικού) έχουν αυξηθεί ραγδαία μετά το 2016, είναι μάλλον λογική συναγωγή ότι σημαντικό μέρος του τουρκικού αναπτυξιακού δυναμικού… την κοπάνησε από την πολεμική βιομηχανία -πιθανότατα και από την Τουρκία.

  26. armatistis says:

    Φίλε μου Βελισάριε είσαι συγκλονιστικός. Συγχαρητήρια.

  27. Bill Kalivas says:

    «They fail to understand that Turkey’s expansionist policy is an inherent element of the country’s political and social system, and cannot be overturned by policies that do not overturn the country’s political and social system itself. after all, all the talk about Turkey’s entry into the EU – a long time dead case – has always been with the EU’s tacit acceptance that in practice it will respect the «special» political character of Turkey (which has never, even in the mind, come close to the typical Western liberal democracy) but will find a way to save the maintenance of the regime as it is.»

    Excellent analysis. Unlike Greece and pretty much the rest of the EU, Turkey’s western orientation is mostly superficial and not rooted in the cultural or religious nature of the people. It was imported and forced upon their society in the 1930s because of Kemal’s deep-seated insecurities, although it is obvious today that his policies at best had mixed results.

    Greece needs to articulate and draw attention to important differences with Turkey. When Erdogan complains about minority rights in West Thrace or Rhodes, Greece should be
    emphasizing the continued existence of these communities despite World War II, occupation, Civil War etc. They should then ask about Istanbul, Imbros, Tenedos and why there are so few Greeks left today. This is just one example.

    When he challenges the sovereignty of the Dodecanese, remind him that unlike Turkey, Greece participated in the largest war in history despite being at a severe disadvantage and was justly compensated afterwards.

    When he talks about Greece arming the islands, Greece should point out, as you did, the obvious differences and disparity with the forces that Turkey has arrayed several kilometers away.

    We take these differences for granted, but much of the western world is sadly ignorant of these basic facts.

  28. @ armatistis

    Αγαπητέ Βασίλη, σ’ ευχαριστώ πολύ για τα θερμά λόγια, αλλά υπερβάλλεις!

  29. @ Bill Kalyvas

    Thank you for your kind words.

    I could not agree with you more on what you have written.

    Greece’s public image in the western world leaves a lot to be deserved. And I honestly can’t explain the timid way in which Greek administrations deal with Turkey’s public relations offensives.

  30. npo says:

    Bill Kalivas says:
    26 Ιουλίου 2022 στο 23:12
    Κι οι Παλαιστίνιοι είχαν κάποτε την συμπάθεια της Δύσης, ειδικά στην Ευρώπη, αλλά αυτό δεν τους βοήθησε. Την «συμπάθεια» των Κυβερνήσεων θέλουμε, κι οι Κυβερνήσεις γνωρίζουν τί πραγματικά συμβαίνει μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, απλά «δεν τους ενδιαφέρει εκτός αν τους συμφέρει».
    Δεν αντιλέγω με όσα λες, πως θα έπρεπε να είχαμε πολύ καλύτερο PR, αλλά απλά να ξέρουμε πως δεν είναι αυτό το κυρίως συστατικό της αποτροπής.

  31. θάνος says:

    Αγαπητέ βελισάριε το τελευταίο μακροσκελές σχόλιό σου είναι απλά ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ !!
    Χαίρομαι που το μέλλον δεν είναι «κατά-μαύρο» για την Ελλάδα, και είναι τουλάχιστο άγνωστο..

  32. Εις επίρρωσιν του εξαιρετικού σχολίου του «Βελισαρίου» για τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ισχύ, να υπομνήσω την αντίστοιχη, ενδιαφέρουσα προσέγγιση του Νταβούτογλου, στο «Στρατηγικό Βάθος» (στο 1ο κεφάλαιο, πιο συγκεκριμένα).

    Κατ’ αυτόν, η ισχύς ενός κράτους είναι γινόμενο κάποιων δεδομένων επί κάποιες δυνατότητες ενεργειών. Τα δε δεδομένα διακρίνονται σε σταθερά γνωρίσματα μιας χώρας και σε μεταβλητά (δηλαδή εξελίξιμα).

    Μαθηματικοποιώντας την εκτίμηση της ισχύος, παρατίθεται ο εξής τύπος:

    Ι = (ΣΔ + ΔΔ) x (ΣΝ + ΣΣ + ΠΒ)

    Όπου:
    ΣΔ -> Τα σταθερά δεδομένα μιας χώρας, ήτοι «Ιστορία», «Γεωγραφία», «Πληθυσμός» και «Πολιτισμός»
    ΔΔ -> Τα δυναμικά δεδομένα μιας χώρας, ήτοι «Οικονομική Ικανότητα», «Τεχνολογική Ικανότητα» και «Στρατιωτική Ικανότητα»
    ΣΝ -> «Στρατηγική Νοοτροπία»
    ΣΣ -> «Στρατηγικός Σχεδιασμός»
    ΠΒ -> «Πολιτική Βούληση»

    Το σημαντικό στην ανάλυση αυτήν (που, εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι έχουν ενστερνισθεί οι Τούρκοι) είναι η παραδοχή ότι η θέση μιας χώρας στο διεθνές στερέωμα δεν είναι απολύτως προδιαγεγραμμένη από τα εξωτερικά της γνωρίσματα (γεωγραφία, πληθυσμός, κλπ), αλλά επηρεάζεται από την βούληση της ηγεσίας της να αναπτύξει πολλαπλασιαστικούς παράγοντες των σταθερών της.

    Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ανάλογη συνειδητοποίηση και από μέρους μας και να εγκαταλειφθεί η αναζήτηση (αστείων) προφάσεων εν απραξίαις και εν υποχωρήσεσι!

  33. npo says:

    @Κων/νος Α. Καραγιαννίδης
    28 Ιουλίου 2022 στο 04:00

    όπως λέει και το άσμα

    10- 5- 5, 6/2+8
    20 φορές το 15, 11+7 18
    σύνολο 16, πρέπει να `ναι εντάξει
    λες να `χω λάθος, ας τα ξαναδώ

    10 5 5, 6/2+8
    20 φορές το 15, 11+7 18
    σύνολο 16, μάλλον είν’ εντάξει
    ώρα να πέσω και να κοιμηθώ..

  34. @ Θάνος

    Κανονικά! 🙂 Να έχουμε κι ένα μέτρο! :)))

  35. Bill Kalivas says:

    npo this is absolutely true. But for all of its faults Greece has a lot more going for it than the Palestinians, who seem to be more and more forgotten by their fellow Arabs. Greece is a stable, democratic country with a relatively powerful military given its size.

    It is too bad that Turkey and its sycophants are too often able to influence Greece’s image to the rest of the world. Take for example the US Congress. Right now there are 6 Greek-American congressmen in office. There has never been a Turk in Congress (the Turkish community in the USA is small and insignificant). Yet Turkey has been able to mount a moderately successful lobbying effort using non-Turkish academics, politicians and businesspeople to represent its interests. In 1974, there were 5 Greeks in congress when Cyprus was invaded. But the best they could do was a mutual arms embargo due to Turkish influence.

  36. npo says:

    Didem Nişancı, Özge Güzelsu, Naz Durakoğ, Τουρκάλες στην διοίκηση Μπαϊντενόπουλου.
    Αλλά είναι σωστό να τις λέμε Τουρκάλες? Μήπως είναι Αμερικανίδες πρώτα?

    Το ίδιο ισχύει και για τους Ελληνοαμερικανούς γερουσιαστές, είναι πρώτα Αμερικανοί, όπως πχ πρώτα Αμερικανός είναι και ο νάυαρχος James George Stavridis. Κι έτσι πρέπει να είναι.

    Συνεπώς το Λόμπι δεν θα είναι ισχυρό επειδή υπάρχουν Ελληνοαμερικανοί όσο κι αν αγαπάνε την Ελλάδα, το Λόμπι θα είναι ισχυρό αν πέσει χρήμα. Πολύ χρήμα. Και χωρίς καμία εγγύηση, διότι καλά τα Λόμπι, αλλά οι ΗΠΑ έχουν και συμφέροντα, ισχυρά συμφέροντα. Αν τύχει να συμβαδίζουν με τα δικά μας καλώς, αν όχι, καλό είναι να μην πολυεξαρτώμεθα.

    Έτσι το βλέπω προσωπικά.

  37. Λάμπρος Ε. Π. - Η.Π.Α. says:

    Κε. Ταξίαρχε,

    Μερικές εισαγωγικές παρατηρήσεις για το μακροσκελές σας άρθρο:

    1. Ισραηλινή προληπτική αεροπορική επίθεση «Πολέμου 6 Ημερών», 05/06/1967. Το πρώτο κύμα εξαπέλυσε επιθέσεις με ώρα άφιξης στους προκαθορισμένους στόχους στις 07:45 (ώρα Αιγύπτου 08:45) κυρίως διότι: (α) Ο καθορισμένος πρωινός συναγερμός της Αιγυπτιακής ΠΑ έληγε γύρω στις 07:15 και τα υπό επαγρύπνηση περιπολικά Αιγυπτιακά μαχητικά Α/Φ προσγειώνονταν, και (β) με αυτόν τον τρόπο και ωράριο μεγιστοποιήθηκε ο αριθμός πολεμικών εξόδων κι αποστολών των μαχητικών Α/Φ της Ισραηλινής ΠΑ (IDF-AF). Την ώρα της Ισραηλινής επίθεσης, ήταν τα επιτελικά στελέχη της Αιγυπτιακής ΠΑ τα οποία ήταν καθ’ οδό προς τα γραφεία τους. Οι χειριστές των Αιγυπτιακών μαχητικών Α/Φ ήταν στις βάσεις τους και ως είναι γνωστό αρκετοί εφονεύθησαν σε απόπειρες απογείωσης εν μέσω των Ισραηλινών επιδρομών. Αντίστοιχο επιτελικού επιπέδου αρχικό αιφνιδιασμό υπέστη η IDF-AF στον πόλεμο του Οκτωβρίου 1973 ο οποίος αιφνιδιασμός βέβαια δεν επηρέασε το δυναμικό των τακτικών της δυνάμεων.
    2. Αμφιβάλω εάν το Ελληνικό ΠΝ αποστέλλει «άοπλα» πολεμικά σκάφη και δή Φ/Γ Κ/Β σε πεδία επιχειρήσεων τα οποία μπορεί να εξελιχθούν σε θέατρο πολεμικής σύγκρουσης (κρίση Ιμίων 1996). Μήπως πρέπει να μιλήσουμε και για την «ετοιμότητα» των Τ/Θ και Μ/Κ δυνάμεων του Τουρκικού ΣΞ στον Έβρο την ίδια χρονική περίοδο και υπό τις τότε γνωστές αντίξοες καιρικές συνθήκες;
    3. Πάντα ένας αντίπαλος μπορεί να πάρει «λανθασμένα» μηνύματα. Η άνευ αντίστασης Ρωσική κατάληψη της Κριμαίας αλλά και η μετέπειτα κατάληψη τριών Ουκρανικών ισχυρά εξοπλισμένων περιπολικών σκαφών στο Πέλαγος του Αζόφ τον Νοέμβριο 2018 χωρίς να πέσει πυροβολισμός έδωσε «λανθασμένα» μηνύματα στο καθεστώς Πούτιν. Τα αποτελέσματα όμως έχουν γίνει πιο εμφανή. Τα ίδια «λανθασμένα» μηνύματα είχε «αντιληφθεί» και η φασιστική Ιταλία πριν τις 28-10-1940. Εάν ο χειριστής του εναπομείναντος Ελληνικού F-16 είχε αντιδράσει με αυτόματη και άνευ προσυννενόησης αυτοάμυνα στο στημένο επεισόδιο το οποίον κατέληξε στον θάνατο του Σμηναγού Ηλιάκη, τότε το μήνυμα πρός – και οι σχετικές αντιλήψεις από – τους εν Τουρκία κυβερνώντες θα είχαν μία σημαντική διαφορά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s