Πολιτική Επάνδρωσης του Σώματος των Αξιωματικών

του Donald Vandergriff

Ταγματάρχη (ε.α.) του Αμερικανικού Στρατού

Ξίφη
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί προσαρμογή μιας παρουσίασης του ταγματάρχη (ε.α.) του Στρατού των ΗΠΑ Donald Vandergriff, σημαντικού μελετητή των θεμάτων στρατιωτικής στελέχωσης και πολιτικής στρατιωτικού προσωπικού.

Το κείμενο δεν είναι αυτούσια μετάφραση αγγλικού κειμένου, αλλά αποτελεί προσαρμογή μιας εκτενούς παρουσίασης του συγγραφέα (σε powerpoint). Επελέγη η παρουσίαση αυτή έναντι άλλων κειμένων από βιβλία ή άρθρα του συγγραφέα, γιατί αποτελεί την καλύτερη σύνοψη των θέσεων του. Καθώς, όπως αναφέρθηκε, το κείμενο αποτελεί προσαρμογή παρουσίασης, ζητείται εκ των προτέρων η κατανόηση του αναγνώστη για την έλλειψη ροής που μερικές φορές εμφανίζεται.

Αντικείμενο του κειμένου είναι η πολιτική επάνδρωσης του Σώματος των αξιωματικών. Το ενδιαφέρον του Βάντεργκριφ είναι, προφανώς, ο Στρατός των ΗΠΑ, εξ ου και ένα σημαντικό μέρος της αναφέρεται σε αυτόν. Σκοπός του κειμένου είναι να παρουσιάσει τις πρακτικές που ακολούθησαν στο θέμα αυτό στρατοί του παρελθόντος που βάσει των επιδόσεών τους θεωρούνται επιτυχείς, να τις αντιδιαστείλει με τις αντίστοιχες πρακτικές που ακολούθησαν στρατοί που θεωρούνται μάλλον ανεπιτυχείς, να εξηγήσει πως και γιατί επενεργούσαν έτσι οι πρακτικές αυτές, καθώς και να κάνει μια προβολή τους στα σημερινά πράγματα.

Σε επόμενο κείμενο θα ακολουθήσει σχολιασμός για τα ελληνικά πράγματα.

Οι Στρατοί του Παρελθόντος: Επιτυχείς και Ανεπιτυχείς Πρακτικές στην Πολιτική Προσωπικού

Στο θέμα της επάνδρωσης του σώματος των αξιωματικών, υπάρχουν πρακτικές που ιστορικά έχουν αποδειχθεί επιτυχείς και άλλες που έχουν οδηγήσει σε αποτυχία.

Επιτυχείς πρακτικές:

  • Η μικρή αναλογία αξιωματικών προς  οπλίτες (1:33). Οι στρατοί αυτοί, και εκ της αναλογίας αυτής, είχαν ταχύτερους «κύκλους αποφάσεων» σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Αυτό σημαίνει ότι τα λιγότερα επίπεδα διοίκησης (και άρα αναμετάδοσης και πιθανής αλλοίωσης των διαταγών) οδηγούσαν σε ταχύτερες ενέργειες και αντιδράσεις έναντι αυτών των αντιπάλων τους.
  • Η πολιτική επάνδρωσης των επιχειρησιακών στρατευμάτων αναπτύσσονταν με επίκεντρο την επάνδρωση των μονάδων («σύστημα επάνδρωσης μονάδας»)
  • Οι πολυτιμότερες υπηρεσιακά θέσεις ήταν αυτές της διοικήσεως και εκπαιδευτή, με διάρκεια παραμονής 3-5 έτη  στις θέσεις κλειδιά.

Ανεπιτυχείς πρακτικές:

  • Η υψηλή αναλογία αξιωματικών προς οπλίτες (1:13 έως 1:6). Οι στρατοί αυτοί, και εκ της αναλογίας αυτής, είχαν αργούς «κύκλους αποφάσεων» σε σχέση με τους αντιπάλους τους.
  • Η ατομοκεντρική πολιτική επάνδρωσης των επιχειρησιακών στρατευμάτων, με επίκεντρο τις μετακινήσεις μεμονωμένων ατόμων, και με αρνητική επίπτωση στην αποτελεσματικότητα των μονάδων.
  • Η ταχεία εναλλαγή των αξιωματικών μεταξύ πολλών θέσεων, με διάρκεια παραμονής σε κάθε νέα θέση 10,1 μήνες κατά μέσον όρο.

Περαιτέρω πρακτικές που αντιδιέστειλαν τους επιτυχείς από τους ανεπιτυχείς στρατούς του παρελθόντος ήταν οι εξής: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό: Flag Officer Sea Training, Εκπαίδευση Κυβερνητών Υποβρυχίων – «Perisher Course»

FOSTΤο Βρετανικό Ναυτικό έχει μακρά και ένδοξη παράδοση. Η παράδοση δεν αφορά τόσο το τυπικό – αν και αυτό τηρείται με ιδιαίτερο σεβασμό – αλλά την ναυτική, τεχνική και τακτική ικανότητα.  Φυσικά, αυτή η ικανότητα δεν είναι κάποια μεταφυσική ιδιότητα, ούτε μεταβιβάζεται με μυστηριώδη και υπερφυσικό τρόπο στους επομένους. Η μετάδοση της ικανότητας γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως και σε όλους τους σοβαρούς οργανισμούς, κατ΄εξοχήν δε στους στρατιωτικούς: οργανωμένη και προσεκτική καταγραφή της εμπειριίας και συστηματική, πρακτική και μεθοδική μετάδοσή της στους επομένους εκπαιδευομένους. Από το πόσο αρθρωμένα και μεθοδικά έχει καταγραφεί και κωδικοποιηθεί η εμπειρία, και από το πόσο αναλυτικά και συστηματικά μεταδίδεται εξαρτάται η ποιότητα του οργανισμού. Επιπλέον, η ποιότητα εξαρτάται από το πόσο αυστηρά και αντικειμενικά κρίνονται οι εκπαιδευόμενοι, καθώς και από την ευκρίνεια των κριτηρίων και των απαιτήσεων.

Για την εκπαίδευση και τον έλεγχο της επιχειρησιακής ετοιμότητας των πολεμικών σκαφών καθώς και των βοηθητικών σκαφών του στόλου, αρμόδια είναι ιδιαίτερη διοίκηση του Στόλου, η Διοίκηση Ναυτικής Θαλάσσιας Εκπαίδευσης (Flag Officer Sea Training). Επισημαίνεται ότι πρόκειται για τη διοίκηση εκπαιδεύσεως του Στόλου, άρα επιχειρησιακής εκπαιδεύσεως των μονάδων, και όχι τη διοίκηση εκπαιδεύσεως του Ναυτικού.

Η Διοίκηση είναι τόσο διάσημη για την ποιότητα της εκπαίδευσής της, που αυτή αποτελεί εξαγώγιμο προϊόν. Ναυτικά από όλο τον κόσμο πληρώνουν σημαντικά ποσά ώστε να αποστείλουν πλοία τους για εκπαίδευση. Στα Ναυτικά αυτά ανήκει και το ΠΝ, το οποίο αποστέλλει (ή, τουλάχιστον, απέστελλε όσο «λεφτά υπήρχαν») σκάφη στο Plymouth για εκπαίδευση. Οι εντυπώσεις όσων επέστρεψαν από μία τέτοια διαδικασία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

Μία από τις πιο διάσημες δραστηριότητες της FOST είναι η εκπαίδευση των υποψηφίων κυβερνητών υποβρυχίων του Β.Ν. Είναι να σχολείο με ιστορία ενός αιώνα, και θεωρούμενο από τα πλέον δύσκολα του Β.Ν., σε έναν κλάδο που σε όλα τα ναυτικά θεωρείται, ούτως ή άλλως, επίλεκτος.

Ένα ιδιαιτερο σημείο για να προσέξει κανείς: Από τους λίγους, ικανούς αξιωματικούς που προσέρχονται στο σχολείο, αρκετοί απορρίπτονται κατά τη διάρκειά του. Δε θεωρείται αδιανόητο. Πόσο συμβαίνει αυτό στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις – με εξαίρεση την επιλογή ιπταμένων της ΠΑ;

Η δραστηριότητα αυτή έχει καταγραφεί σε δύο σειρές του BBC, με διαφορά τριάντα, περίπου, ετών. Εξαιρετικά ενδιαφέροντα:

Perisher Course, αρχές δεκαετίας ’80.

Μέρος 1ο

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Περί θητείας : Μικρό Ιστορικό

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010)

Καθολική στρατιωτική θητεία και επαγγελματικός στρατός: Ένα μικρό ιστορικό

567zΗ καθολική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία ξεκίνησε στη Γαλλία με τη Γαλλική Επανάσταση, και αξιοποιήθηκε αρχικά από τους Γάλλους στρατηγούς, και κατ΄εξοχήν από το Ναπολέοντα, για να αντισταθούν παρ’ ελπίδαν τότε, στους ξένους μοναρχικούς στρατούς που εισέβαλαν στη Γαλλία, και εν συνεχεία να τους τρομοκρατήσουν μέχρι το 1815. Οι Γερμανοί – οι πλέον ταπεινωμένοι από τους Ναπολεόντειους πολέμους – συνειδητοποίησαν πρώτοι την αξία της καθολικής στράτευσης, τις βαθιές αλλαγές που αυτή επέφερε στη διεξαγωγή του πολέμου, και τις κοινωνικές μεταβολές που αυτή προκαλούσε στο εσωτερικό των κοινωνιών. Την υιοθέτησαν και τη διαχειρίστηκαν – στρατιωτικά και πολιτικά.΄Επιπλέον, ανάδυση της καθολικής στράτευσης συνδέθηκε στενά με την βιομηχανική επανάσταση, που καθιστούσε δυνατή τη μαζική παραγωγή τυποποιημένου οπλισμού, που επέτρεπε τον αποτελεσματικό εξοπλισμό τέτοιου είδους στρατών.

Η υιοθέτηση της καθολικής στράτευσης, ειδικά μετά τους Πολέμους της Γερμανικής Διαδοχής, υιοθετήθηκε σταδιακά από όλες τις ηπειρωτικές ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ έχει σημασία να παρατηρήσει κανείς ότι η καθολική στράτευση δεν υιοθετήθηκε από δύο προηγμένες χώρες: τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, κι αυτό για λόγους υψηλής στρατηγικής και εσωτερικής πολιτικής. Η Βρετανία θεωρούσε ότι σαν νησί δεν ήταν εκτεθειμένη στην άμεση απειλή εισβολής ισχυρών στρατών στο έδαφός της – απειλή από την οποία την εξασφάλιζε το ναυτικό της. Επιπλέον, η Βρετανία επιζητούσε κυρίως την κυριαρχία της σε αποικίες ανά τον κόσμο, που στρατιωτικώς εξαφαλιζόταν από ισχυρό ναυτικό, κι από μικρές, σχετικά, χερσαίες δυνάμεις με προσανατολισμό στις υπερπόντιες εκστρατείες. Αυτός ο Βρετανικός στρατός είναι και το ιστορικό αρχέτυπο του “μικρού κι ευέλικτου” στρατού που έχει επανέλθει στην επικαιρότητα. Από την άλλη, στις ΗΠΑ, η (σχεδόν) καθολική, και πάντως υποχρεωτική στράτευση επιβλήθηκε εκτάκτως μόνον κατά τον Αμερικάνικό Εμφύλιο, και καταργήθηκε αμέσως μετά. Οι αιτίες ήταν δύο: αφ΄ενός η ισχυρότατη (ακόμη τότε) πολιτική παράδοση του ασθενούς κεντρικού κράτους (και των τοπικών εθνοφυλακών – militia), καθώς και το απλούστατο γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν απειλούταν από καμία ισχυρή χώρα, λόγω της γεωγραφικής της απομόνωσης, οπότε απλούστατα δεν υπήρχε και κανείς λόγος ύπαρξης ισχυρού στρατού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Καθολική Στράτευση και Επαγγελματικός Στρατός : Η πολιτική πτυχή

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010)

76Το ζήτημα της επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας είναι τόσο σημαντικό όσο και εξαιρετικά πολυσύνθετο. Το να αναλυθούν όλες του οι πτυχές είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα απαραίτητο σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, με οξύτατα προβλήματα εθνικής ασφαλείας. Θα επιχειρήσουμε να ασχοληθούμε με το θέμα αυτό τμηματικά, αντιμετωπίζοντας ξεχωριστά την κάθε πτυχή του θέματος.

Μία απο τις βασικές πτυχές του θέματος της στράτευσης είναι η πολιτική: αφορά δηλαδή την πολιτική σημασία που έχει η κάθε επιλογή συστήματος στράτευσης εντός της ίδιας για την ίδια την κοινωνία. Με αυτήν (αποκλειστικά) ασχολείται το παρόν σημείωμα.

Η πρώτη βασική πολιτική σημασία της στράτευσης αφορά το ποιος, εντός μιας κοινωνίας, επωμίζεται το φόρο αίματος. Αν αγνοήσουμε πολιτικές αντιλήψεις της Νεφελοκοκκυγίας σχετικά με το τέλος του πολέμων, τη συμφιλίωση των λαών κοκ, και αποδεχτούμε ότι μια κοινωνία – κι ένα κράτος – αντιμετωπίζουν το μικρό αλλά υπαρκτό και ρεαλιστικό ενδεχόμενο να εμπλακούν σε ένοπλη σύρραξη, αυτό επισύρει ένα κόστος σε ότι πολυτιμότερο έχει η κοινωνία: το αίμα. Το πως καταμερίζεται αυτός ο φόρος αίματος είναι ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Δεν αφορά κάποιο οργανωτική ρύθμιση ή βελτιστοποίηση, αλλά τη σχέση της κοινωνίας με τα μέλη της. Και οι επιλογές για την επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων την αντικατοπτρίζουν με τον πλέον ουσιώδη τρόπο. Η επιλογή του “επαγγελματικού” στρατού σημαίνει ότι σε ενδεχόμενη σύρραξη, τον φόρο αίματος θα κληθούν να πληρώσουν οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, μιας κι αυτές είναι που – από οικονομική ανάγκη – επανδρώνουν τις θέσεις των “επαγγελματιών οπλιτών”. Αντιθέτως, σε ένα στρατό καθολικής (και φυσικά, όχι απλώς υποχρεωτικής στράτευσης), η υποχρέωση διαχέεται ισομερώς σε όλον – ανεξαιρέτως – τον πληθυσμό. Και αυτό εξασφαλίζει τόσο την δικαιοσύνη όσο και τη σωφροσύνη και την υπευθυνότητα του πληθυσμού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και ο Δρόμος προς έναν πιο Επαγγελματικό Στρατό, Μέρος 2ο

του Σχη (IDF) Yuval Bazak

(Δημοσιεύεται εδώ το 2ο μέρος της μελέτης του Yuval Bazak, που ξεκίνησε στην προηγούμενη ανάρτηση.

Θα ακολουθήσει μία σύντομη σύνοχη της μελέτης, καθώς και μια σύντομη αναγωγή με τις ελληνικές εμπειρίες και τον τρόπο αφομοίωσης της ισραηλινής εμπειρίας.)

H Κατάρτιση του Σώματος των Αξιωματικών

Ως αποτέλεσμα των προηγουμένων, ένα από τα κεντρικά ζητήματα στη συζήτηση αυτή γίνεται: τι είναι το επάγγελμα του στρατιωτικού; Το κατά πόσον η IDF είναι ένα επάγγελμα ή μια αποστολή συζητείται εδώ και χρόνια. Η άποψη περί της εκπαίδευσης των αξιωματικών που υπέβαλε ο Αρχηγός του Επιτελείου Αντιστράτηγος Γκάμπι Ασκενάζι στο Γενικό Επιτελείο, το 2007 δήλωνε ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των δύο: η υπηρεσία είναι μια αποστολή που πρέπει να εκτελεστεί επαγγελματικά. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών το Τμήμα Δόγματος κι Εκπαίδευσης της IDF έχει αναλάβει μια ολοκληρωμένη μελέτη προκειμένου να καθοριστεί ο τρόπος κατάρτισης του σώματος των αξιωματικών της IDF ώστε να διασφαλίζεται συνεχιζόμενη κατάρτιση για να αναπτύσσονται οι ικανότητές του αξιωματικού σε σχέση με για το επίπεδο που οποίο αυτός λειτουργεί, και σύμφωνα με την θέση του. Eίναι η πρώτη φορά που υπάρχειto περίγραμμα ενός σχεδίου ανάπτυξης επαγγελματικής σταδιοδρομίας, σύμφωνα με καθολικώς ισχύοντα επαγγελματικά πρότυπα. Η αντίληψη αυτή, που τώρα βρίσκεται στο στάδιο εφαρμογής της, έχει καθιερώσει ακαδημαϊκά αντικείμενα για το σύνολο του σώματος των αξιωματικών, προκειμένου να δημιουργηθεί η απαραίτητη κοινή επαγγελματική βάση, και απαιτεί κάθε αξιωματικός να περάσει εκπαίδευση επιτελούς και διοίκησης πριν προαχθεί στο βαθμό  του αντισυνταγματάρχη ώστε να αποφευχθεί μια κατάσταση (διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια), όπου οι αξιωματικοί σπουδάζουν νομικά ή διοίκηση επιχειρήσεων αντί του στρατιωτικού επαγγέλματος.

Αν επικεντρωθούμε στην εκπαίδευση αξιωματικών (στη Σχολή Αξιωματικών Haim Laskov, στην εκπαίδευση χειριστών αεροσκαφών και στην εκπαίδευση κυβερνητών του ναυτικού), το ερώτημα που αμέσως τίθεται αφορά το προφίλ των αποφοίτων: τους παρέχουμε τα τεχνικά εργαλεία για να είναι διοικητές διμοιρίας, για παράδειγμα, ή τους δίνουμε τα θεμελιώδη, καθώς και μια ευρεία βάση για όλες τις συνιστώσες του στρατιωτικού επαγγέλματος που υποτίθεται ότι είναι η επαγγελματική βάση που είναι απαραίτητη για τη συνεχή επαγγελματική τους εξέλιξη; Σαφώς, η περίοδος πέντε μηνών που οι περισσότεροι αξιωματικοί ξοδεύουν (και για τους περισσότερους από τους αυτή θα είναι η μόνη επαγγελματική στρατιωτική εκπαίδευση που υποβληθούν σε όλη τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας τους, είτε πρόκειται για τον τακτικό στρατό είτε για την εφεδρεία!) δεν είναι αρκετή για να δώσει και τα δύο. Το σύστημα έχει την τάση φυσικά προς τον πρακτικό τομέα και τα αποτελέσματα σε μια τάξη τεχνοκρατικών αξιωματικων,21 η οποία  είναι ιδιαίτερα ικανή στην αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων στο οικείο της επίπεδο, αλλά δυσκολεύεται ιδιαίτερα να αντιμετωπίσει πολύπλοκα προβλήματα που απαιτούν ευρεία βάση θεωρητικών γνώσεων και υψηλό επίπεδο κατανόησης του στρατιωτικού επαγγέλματος. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και ο Δρόμος προς έναν πιο Επαγγελματικό Στρατό, Μέρος 1ο

του Σχη (IDF) Yuval Bazak

(Ο Σχης Yuval Bazak υπηρετεί ως ΑΚΑΜ του Ισραήλ στην Πολωνία. Προηγουμένως ήταν επικεφαλής της Διεύθυνσης Δόγματος Μάχης του Γενικού Επιτελείου της IDF.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Military and Strategic Affairs 2009, τ.3, του ισραηλινού Institute for National Security Studies)

Το άρθρο του Yuval Bazak, το οποίο παρατίθεται σε μετάφραση, αποτελεί την πρόταση ενός επιτελούς των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων για την εξέλιξη του τρόπου συγκρότησης και ανάπτυξης του σώματος των αξιωματικών του ισραηλινού στρατού, υπό το φως της πρόσφατης πολεμικής εμπειρίας του. Δεδομένου ότι ο ισραηλινός στρατός είναι ιδιαίτερα εμπειροπόλεμος, όπως και οργανωτικά ικανός, η σχετική εισήγηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Το γεγονός ότι το σύστημα συγκρότησης του σώματος των αξιωματικών σε αυτούς είναι ριζικά διαφορετικό από αυτόν του Ελληνικού Στρατού σημαίνει ότι οι προτάσεις του συντάκτη δεν έχουν, ούτως ή άλλως, άμεση εφαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα. Όμως, η ουσία των προβληματισμών και των προτάσεων του έχει την αξία της, και μια αναγωγή στα ελληνικά πράγματα έχει ενδιαφέρον. Κάτι τέτοιο θα επιχειρηθεί μετά την δημοσίευση της μετάφρασης, σε δύο μέρη λόγω της έκτασής της.

Ο Δεύτερος Πόλεμος του Λιβάνου αποκάλυψε μια σειρά αποτυχιών στον τρόπο που οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις επιχείρησαν εναντίον της Χεζμπολά, με αποτέλεσμα η IDF να μην κατορθώσει να επιτύχει πλήρως τους στόχους της. Τα αποτελέσματα του πολέμου υποχρέωσαν την IDF να αναλάβει μια βαθιά, ενδελεχή εξέταση και να εξαγάγει συμπεράσματα για την πρακτική αφομοίωση και την εφαρμογή σε μια μακρά, συνεχή διαδικασία. Η Επιτροπή Winograd που διορίστηκε από την κυβέρνηση για να ερευνήσει τις αποτυχίες του πολέμου διαπίστωσε «θεμελιώδη λάθη στην προετοιμασία και την εκτέλεση του πολέμου» και έκρινε ότι «ο στρατός στο σύνολό του, ιδίως δια ανώτερων διοικήσεων και των χερσαίων δυνάμεων, απέτυχαν να παράσχουν επαρκή στρατιωτική απάντηση στην πρόκληση που αντιμετώπισε για την εκτέλεση του πολέμου στο Λίβανο και δεν παρέσχε στο πολιτικό κλιμάκιο την κατάλληλη στρατιωτική βάση για πολιτική δράση.»1

Η «χαμένη ευκαιρία» του Δεύτερου Πολέμου του Λιβάνου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Σε μεγάλο βαθμό ήταν μια συνέχεια της αίσθησης αδυναμίας της IDF να επιτύχει οποιαδήποτε αποφασιστική νίκη στις συγκρούσεις των τελευταίων ετών. Συχνά αυτό το συναίσθημα έχει οδηγήσει σε δημόσια κριτική και ακόμη και ένα αίσθημα της απογοήτευσης• αυτά έφτασαν σε νέα ύψη μετά τον Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ έχουν λάβει χώρα θεμελιώδεις μετασχηματισμοί στη φύση των συγκρούσεων που εμπλέκουν το Ισραήλ, και ως εκ τούτου την IDF. Στο επίκεντρο βρίσκεται η μετάβαση από τις κλασικές συγκρούσεις, όπου ένας στρατός αντιμετωπίζει άλλο στρατό, σε συγκρούσεις με μη κρατικές οργανώσεις που χρησιμοποιούν τρομοκρατία και ανταρτοπόλεμο, τα οποία περιλαμβάνουν εντατικό ψυχολογικό πόλεμο, παράλληλα με επιχειρήσεις εν μέσω αμάχου πληθυσμού. Αυτό ίσχυε για την τρομοκρατία των επιθέσεων αυτοκτονίας στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια, την τρομοκρατία της Κασάμ στη Λωρίδα της Γάζας, τις επιχειρήσεις της Χεζμπολά στον Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου, και ισχύει για τις προετοιμασίες της Συρίας για το επόμενο πόλεμο. Αυτές οι αλλαγές έχουν αναγκάσει το IDF να προσαρμοστεί στην εξελισσόμενη πραγματικότητα και να είναι καλύτερα προετοιμασμένη για τις προκλήσεις ασφαλείας που αντιμετωπίζει το κράτος του Ισραήλ.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Culture Wars

Major Donald E. Vandergriff,
United States Army


Η θεά της Σοφίας, της Στρατηγικής και του πολέμου...

Η θεά της Σοφίας, της Στρατηγικής και του Πολέμου...

Το παρακάτω (μεγάλο…) άρθρο αφορά κυρίως επαγγελματίες στρατιωτικούς, ή ενδιαφερόμενους για αυτό που ονομάζεται «πολιτική άμυνας», και σίγουρα δεν αφορά αυτούς που… βιάζονται. Αποτελεί κεφάλαιο από βιβλίο (Digital War: A View from the Front Lines, επιμ. Robert L Bateman, Presidio Press, 1999), και το αντικείμενό του είναι η ιστορία και η εξέλιξη της στρατιωτικής νοοτροπίας («culture»…) του αμερικανικού στρατού, και η σημασία της για διάφορες πτυχές του οργανισμού του – κυρίως όμως για το σύστημα διαχείρισης των αξιωματικών του, ή για την «Υπηρεσιακή Εξέλιξη και Ιεραρχία Στελεχών», όπως ονομάζεται παρ’ ημίν.

Γιατί έχει το άρθρο αυτό κάποια σημασία για τον ΕΣ, ή τις Ελληνικές  ΕΔ; Για δύο-τρεις λόγους:

1) Γιατί ο ΕΣ επηρεάζεται βαθύτατα από τον αμερικανικό στρατό, αλλά αυτό συμβαίνει με έναν βαθύτατα επαρχιώτικο τρόπο, εν αγνοία του συνόλου των παραγόντων που διαμορφώνουν τον αμερικανικό στρατό, ή των αδυναμιών του αμερικανικού στρατού, ή έστω της σοβαρής, επαγγελματικής κριτικής που υφίσταται ο αμερικανικός στρατός. Η αφελής αντίληψη για τον «υπερσύγχρονο» στρατό των αμερικανών οδηγεί σε τυφλό, αφελή κι ατελέσφορο μιμητισμό.

2) Γιατί αν ο αμερικανικός στρατός μπορεί σε μεγάλο βαθμό να κρύψει τις βασικές του στρατιωτικές αδυναμίες καλυπτόμενος πίσω από την κτηνώδη βιομηχανική, τεχνολογική και οργανωτική ισχύ των ΗΠΑ, η Ελλάδα με τα πενιχρά αντίστοιχα μέσα δεν έχει καμία τέτοια δυνατότητα.

3) Γιατί, σταδιακά, ο βασικός στρατιωτικός αντίπαλος της Ελλάδος, η Τουρκία, μεταβαίνει σε ένα ιστορικό στάδιο όπου διαθέτει όλο και μεγαλύτερη οικονομική άνεση, αλλά και παραγωγική δυνατότητα για να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της πολύ πέραν των ορίων που οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν συνηθίσει. Η τετριμμένη μας απάντηση σε αυτό, σταδιακά όλο και περισσότερο στερούμενη νοήματος ή περιεχομένου, είναι η «ποιοτική μας ανωτερότητα». Αντί να βαυκαλιζόμαστε με αόριστες (και ανεδαφικές) γενικότητες, καλό είναι να κατανοούμε, απτά και συγκεκριμένα, ποια στοιχεία είναι αυτά που συγκροτούν την – καλή ή κακή – ποιότητα του οργανισμού ενός στρατού. Για να κατανοεί κανείς, πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει σχετικές παραστάσεις, και στο πλαίσιο της συζήτησης για τα αμυντικά θέματα στη χώρας μας είναι προφανές ότι συχνά στερούμαστε κρισίμων παραστάσεων.

Μετά την ανάγνωση του άρθρου (για όποια γενναία ψυχή τα καταφέρει), μια επανανάγνωση του Ν.3883/2010, περί «Υπηρεσιακής εξέλιξης και ιεραρχίας των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων − Θέματα διοίκησης των Ενόπλων
Δυνάμεων, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις» θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη. Και διαφωτιστική…

Καλή ανάγνωση!

The late Colonel John Boyd (USAF Ret.), America’s most creative military thinker, and theorist, was a self-taught mathematician and aeronautical engineer. His energy maneuverability theories revolutionized the design of fighter aircraft since the 1960s. Boyd used to drill «machines don’t fight wars, people do, and they use their minds» message into the heads of his protégés ad nauseum. Boyd’s message, which is central to understanding the Army’s fascination with the Theory of Management Science applied to warfare, which now permeates the officer corps, was that technology is subordinate to and serves people. To understand what technologies work and do not work in war, one has to first understand how people think and act when the fog, fear, and chaos of combat inhibit vigorous activity. More importantly, it is essential to understand that the very way the Army accesses, develops and promotes officers, as well as its focus on the individual is outdated. The current officer culture – its personnel system, which shapes the current officer culture, is based on an organizational model adopted between 1899 and 1904, and an officer personnel system which evolved from the need for rapid mobilization in order to fight the Soviets on the plains of Europe beginning with the passing of the Officer Personnel Act of 1947 – needs to change dramatically to be prepared to confront the challenges of the future.1

Today, nothing could be further from the Army’s cultural mind that resembles Boyd’s common sense wisdom. Technology is now an end in itself, not a means to an end. Doctrinal manuals and concept briefs even say technology – especially highly complex, expensive technology – will revolutionize the conduct of war. The historical reliance on technology as a substitute for a truly professional army is ingrained in a culture that prides itself in leading the rest the nation with its business like practices, especially in the way it manages its personnel system. The subordination of soldiers to machines has evolved over the last 95 years into individual parts of an ever-larger bureaucratic machine. The belief that machines fight wars and people are of secondary importance was exemplified by the official DoD posters commemorating Armed Forces Day in 1996 and 1997, which celebrated weapons and ignored the sacrifices and patriotism of our people. The high priests of technology in the Pentagon and industry (and their wholly owned subsidiaries in the media and think tanks) even have the temerity to construct a precisely defined vision of a high tech world in 2010. It justifies today’s obsession with «revolutionary» precision-guided weapons and all-seeing, all-knowing command and control systems.2 Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στις στρατιωτικές σχολές: τα πραγματικά προβλήματα

Στην ομιλία του Αντώνη Σαμαρά προς αποστράτους, στις 6/5/2011 ετέθη, μεταξύ άλλων, το θέμα του τρόπου εισαγωγής στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων. Είναι η δεύτερη φορά που τίθεται το θέμα σε πολιτικό επίπεδο, και μάλιστα από διαφορετικούς κομματικούς χώρους, μετά την αναφορά και του Υπουργού Αμύνης Ευάγγελου Βενιζέλου σε αυτό, ο οποίος το Σεπτέμβριο του 2010 ανέφερε στη Βουλή ότι το Υπουργείο Άμυνας σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας επεξεργάζονται σχέδιο για τη θέσπιση ειδικής δέσμης για την εισαγωγή στις στρατιωτικές σχολές. Το γεγονός ότι το θέμα τίθεται σε πολιτικό επίπεδο δείχνει ότι ο προβληματισμός που υπάρχει εδώ και αρκετό καιρό στους στρατιωτικούς κύκλους σχετικά με την καταλληλότητα των εισερχομένων στις παραγωγικές σχολές των ΕΔ έχει λάβει τέτοια ένταση που το θέμα ετέθη, πλέον, στους πολιτικούς τους προϊσταμένους.

Θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα κατ΄ αρχήν θετικό βήμα η ενασχόληση τόσο της στρατιωτικής όσο και της πολιτικής ηγεσίας με ένα τέτοιου είδους πρόβλημα. Και αυτό, γιατί στη δημόσια συζήτηση, και δυστυχώς και σε σημαντικό μέρος της εσωτερικής, υπηρεσιακής, συζήτησης, το αμυντικό πρόβλημα της χώρας αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως πρόβλημα πόρων, ενώ είναι τουλάχιστον εξ ίσου (αν όχι κυρίως) πρόβλημα του οργανισμού των ΕΔ, και της ποιότητάς του. Το δυστύχημα είναι ότι το πρόβλημα δεν τίθεται στο πλαίσιο μιας διαρκούς και συστηματικής επιδίωξης για την βέλτιστη δυνατή απόδοση του συστήματος, αλλά προκύπτει σαν αντιμετώπιση μιας προβληματικής κατάστασης που τείνει να δημιουργήσει εξόφθαλμα προβλήματα.

Το πρόβλημα της επιλογής στελεχών

Το πρόβλημα της επιλογής στελεχών για τις Ένοπλες Δυνάμεις αποτελεί ένα κεντρικό πρόβλημα του οργανισμού τους, και βασική παράμετρο της ποιότητας του. Πολύ απλά: Ένα στράτευμα είναι τόσο καλό όσο τα στελέχη του, κι αυτά είναι τόσο καλά όσο καλή είναι η επιλογή τους και η επαγγελματική τους εκπαίδευση. Όλοι οι άλλοι παράγοντες απόδοσης και ποιότητας των Ενόπλων Δυνάμεων εξαρτώνται από αυτά – και έπονται αυτών.

Σε ότι αφορά την επιλογή των στελεχών, τα βασικά θέματα είναι δύο:

A.   Η αίγλη του επαγγέλματος

Η αίγλη του επαγγέλματος καθορίζει το μέγεθος και την ποιότητα της δεξαμενής από την οποία ένα στράτευμα επιλέγει τα στελέχη του. Από την αίγλη εξαρτάται αν στις Ένοπλες Δυνάμεις θα κατευθυνθούν για σταδιοδρομία οι ικανότεροι και οι πλέον φιλόδοξοι νεαροί, ή εάν εκεί θα καταφύγουν οι πλέον αδύναμοι και χωρίς αυτοπεποίθηση και προοπτική.

Για να δοθεί ένα αρνητικό παράδειγμα του πως η αίγλη του επαγγέλματος επηρεάζει την ποιότητα του στρατεύματος, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε έναν παλιό γνώριμο μας, τον ιταλικό στρατό:

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Νομοσχέδιο για τις Κρίσεις των Αξιωματικών και η Αμυντική Ισχύς της Χώρας – Μέρος ΙI

Το Σχέδιο Νόμου για την των Αξιωματικών και την Οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων που υποβλήθηκε πρόσφατα στη Βουλή ασχολείται με δύο θέματα κρίσιμα για την εθνική άμυνα – πολύ πιο κρίσιμα από οποιαδήποτε αγορά υλικού. Επειδή τουλάχιστον για τους πολίτες, (και δυστυχώς κι από αρκετούς επαγγελματίες), δεν είναι προφανές γιατί το ζήτημα του συστήματος εισαγωγής κι εξέλιξης των αξιωματικών σε ένα στρατό είναι κρίσιμο κι όχι απλή διοικητική διευθέτηση, παραθέτουμε ενδεικτικά μία σχετική μελέτη, μεταφρασμένη από τα αγγλικά.

Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται εξ ολοκλήρου στην παρουσίαση του Αμερικανού Ταγματάρχη ε.α. Ντόναλτ Βάντεργκριφ, η οποία δημοσιεύτηκε την ιστοσελίδα του Center for Defense Information. O Ντόναλτ Βάντεργκριφ θεωρείται από τους εμβριθέστερους μελετητές σε θέματα διαχείρισης προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, κι έχει γράψει σωρεία άρθρων και βιβλίa για το θέμα αυτό. Η συγκεκριμένη παρουσίαση είναι απλώς μια πρόσφατη σύνοψη βασικών του θέσεων.

Το κείμενο αποτελεί μια όσο το δυνατόν πιστότερη μεταγραφή της παρουσίασης σε πιο ευανάγνωστη μορφή, με αρκετές δικές μας παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν με βασική μέριμνα να μην αλλοιωθεί το νόημα και το πνεύμα της αρχικής παρουσίασης. Όπου η παρέμβαση είναι πιο εκτενής, ή αφορά στοιχεία και θέσεις που δεν είναι του Βαντεργκρίφ, αυτές επισημαίνονται ευκρινώς.

Η παρουσίαση αποτελεί μια συνοπτική διερεύνηση των συστημάτων διαχείρισης προσωπικού, και ειδικότερα των αξιωματικών,  σε ιστορικά σημαντικούς στρατούς, τόσο επιτυχημένους όσο και αποτυχημένους, επιχειρώντας να επισημάνει τα κοινά χαρακτηριστικά που φαίνεται να οδηγούν στην επιτυχία ή την αποτυχία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Νομοσχέδιο για τις Κρίσεις των Αξιωματικών και η Αμυντική Ισχύς της Χώρας – Μέρος Ι

Άνθρωποι, Ιδέες και Υλικό… με αυτή τη Σειρά!

Σμήναρχος John Boyd

Όπως είναι γνωστό, η χώρα διέρχεται οξεία οικονομική κρίση. Μεταξύ άλλων, η κρίση αυτή αγγίζει – αναπόφευκτα ή όχι – και τον τομέα της άμυνας. Αν υποθέσουμε ότι κάποιες περικοπές στις αμυντικές δαπάνες είναι αναπόφευκτες, και με δεδομένο ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον δεν έχει μεταβληθεί, το ερώτημα που τίθεται είναι πως θα καλυφθεί το έλλειμμα ισχύος που προκύπτει.

Η απάντηση είναι κοινότοπη, απλή, αλλά κι εξαιρετικά δύσκολη. Όταν ένας ένοπλος οργανισμός δε μπορεί να ενισχύσει τον εξοπλισμό του, τότε αναγκαστικά, η μόνη επιλογή του είναι να στραφεί προς την βελτίωση των “ποιοτικών” του χαρακτηριστικών. Στην πραγματικότητα, αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί στόχο υπό όλες τις συνθήκες, αλλά ας υποθέσουμε ότι η οικονομική κρίση θέτει το ζήτημα πιο επιτακτικά.

Στη χώρα μας οι αρμόδιοι για την εθνική άμυνα επαίρονται σε κάθε αφορμή για την “υψηλή μας ποιότητα” και, κυρίως, για εκείνο το περίφημο “ποιοτικό πλεονέκτημα”. Τουλάχιστον δημοσίως, και στις δηλώσεις. Γιατί όσοι έχουν αντίληψη των πραγμάτων από μέσα, αλλά και οι απλοί Έλληνες πολίτες που έχουν την εμπειρία της στρατιωτικής θητείας , ξέρουν ότι αυτά είναι, κοινώς, «φούμαρα».. Η πραγματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, όχι ομοιόμορφα, ασφαλώς, αλλά κατά το μάλλον ή ήττον, είναι απογοητευτική. Τα συμπτώματα και τις εκφάνσεις του φαινομένου τις ξέρουν – λίγο ή πολύ – όλοι οι ενδιαφερόμενοι.

Αν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι κάποιος έχει πραγματική διάθεση να επιδιώξει την “ποιοτική αναβάθμιση” των Ενόπλων Δυνάμεων , τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα: τι πρέπει να κάνει; τι θα ενισχύσει την ποιότητα των Ενόπλων Δυνάμεων; Και, ειδικότερα: όταν αντιμετωπίζει κανείς μια συνολικά προβληματική κατάσταση, όπως στις Ένοπλες Δυνάμεις, πως διαχωρίζει τα συμπτώματα από τα αίτια; Και πώς εντοπίζει τους καίριους παράγοντες, στους οποίους, αν παρέμβει αποτελεσματικά, θα προξενήσει αλυσιδωτή και πολλαπλασιαστική επίδραση σε όλες τις δραστηριότητες και τις εκφάνσεις του οργανισμού; Ο εντοπισμός και η παρέμβαση στους κεντρικούς αυτούς παράγοντες είναι η βασική ευθύνη της πολιτικής – και στρατιωτικής – ηγεσίας. Ουσιαστικά, αυτές είναι που αποτελούν το βασικότερο από τα αντικείμενα πολιτικής του αμυντικού τομέα.

Ένας στρατιωτικός οργανισμός χαρακτηρίζεται από τη νοοτροπία του σε ορισμένα κεντρικά ζητήματα. Είναι τα ζητήματα που σχετίζονται με:

– την επιλογή, την διαμόρφωση, την εξέλιξη και την αξιοποίηση των αξιωματικών και μονίμων υπαξιωματικών του

– τη στρατολόγηση, την επιλογή και τη διαχείριση των οπλιτών του,

– τους μηχανισμούς λειτουργίας κι επεξεργασίας δόγματος, και

– τη βασική οργάνωση και λειτουργία του στρατεύματος.

Τα βασικά αυτά χαρακτηριστικά λειτουργίας του στρατεύματος ως οργανισμού διαμορφώνουν την αξία του στα ειδικά και τεχνικά θέματα. Το εμφανέστερο κι εντυπωσιακότερο στοιχείο ενός στρατιωτικού οργανισμού είναι, ασφαλώς, οι επιχειρησιακοί του σχηματισμοί, αλλά η ποιότητα αυτών κρίνεται, ήδη, τελεσίδικα, ένα βήμα πιο πίσω, στους λιγότερο εμφανείς, λιγότερο εντυπωσιακούς, αλλά οργανικά κρισιμότερους μηχανισμούς και διαδικασίες οργάνωσής του. Κρίνεται στην ποιότητα και τον τρόπο λειτουργίας των σχολών του, των επιτελείων του, και στις διαδικασίες που έχουν σχέση με τη διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού του – σε κάθε επίπεδο. Γιατί το ανθρώπινο δυναμικό είναι που κάνει όλα τα υπόλοιπα – χωρίς την παραμικρή εξαίρεση.

Να το επαναλάβουμε για να γίνει πιο κατανοητό. Ένας στρατός – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – εμφανίζει μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία στο επιχειρησιακό επίπεδο όχι γιατί παρουσιάζει κάποιο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, “ταλέντο” σε επιχειρησιακά, τακτικά ή τεχνικά θέματα, αλλά επειδή ως οργανισμός είναι δομημένος έτσι ώστε να επιτυγχάνει υψηλές επιδόσεις. Κι αντιστρόφως, η κακή επίδοση ή η κάμψη ενός στρατιωτικού οργανισμού οφείλεται πάντοτε σε αντίστοιχες μεταβολές στην ίδια τη λειτουργία του ως οργανισμού. Το “ταλέντο” δεν είναι έμφυτο σε κανέναν οργανισμό. Το δημιουργεί και το αναπτύσσει όποιος οργανισμός ξέρει πως να το κάνει.

Ο τρόπος που ο στρατιωτικός οργανισμός επιλέγει, εκπαιδεύει κι εξελίσσει τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς του – καθώς και η συνολική αντίληψη που έχει για το ρόλο τους και την παρουσία τους – είναι από τις πιο καίριες και κρίσιμες επιλογές του οργανισμού. Μπορεί στους αδαείς να φαίνεται ως απλή διαχείριση κάποιας διοικητικής διαδικασίας, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί στρατηγικής σημασίας επιλογή.

Το δυστύχημα είναι ότι ανάμεσα στους αδαείς συγκαταλέγονται οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Αμύνης, καθώς και -εν πολλοίς- οι στρατιωτικές ηγεσίες. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν ένα σύστημα διαχείρισης του προσωπικού τους το οποίο εμφανέστατα αγνοεί την ίδια την στρατηγική του σημασία, και αντιμετωπίζεται σαν ένα διοικητικό θέμα. Το σύστημα προσωπικού απλώς “διαχειρίζεται” λιγότερο ή περισσότερο “¨αποτελεσματικά”, τα θέματα προσωπικού.

Η στρατηγική αυτή άγνοια εξηγείται εύκολα από ιστορικής απόψεως, αλλά δεν παύει να είναι καταστροφική. Ο σύγχρονος Ελληνικός Στρατός οικοδομήθηκε αρχικά πάνω στα πρότυπα του Γαλλικού, στις αρχές του 20ου αιώνα – με τις μετακλήσεις γαλλικών στρατιωτικών αποστολών, που διήρκεσαν μέχρι πριν από τον Β’ ΠΠ. Το γεγονός ότι το γαλλικό σύστημα υπήρξε ανεπιτυχές ήταν ένα θέμα δευτερεύον για τη δύσκολη εκείνη εποχή. Μεταπολεμικά, οι Ένοπλες Δυνάμεις λειτούργησαν υπό την επιρροή των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το κατά πόσον το συγκεκριμένο σύστημα ήταν επιτυχές ήταν ακόμη πιο δευτερεύον, πολύ περισσότερο καθ’ όσον το ζητούμενο δεν ήταν η ποιότητα του συστήματος αλλά το πολύ πιο πεζό θέμα του πολιτικού ελέγχου του στρατεύματος. Για τους υπηρετούντες στους Β’ Κλάδους, το καίριο ερώτημα ήταν “σε ποιόν πρόσκειται πολιτικά ο τάδε ή ο δείνα”;

Όσο οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν ακόμη νωπές πολεμικές αναμνήσεις, και στις τάξεις της υπηρετούσαν εμπειροπόλεμα στελέχη, διατηρείτο, τουλάχιστον, μια αίσθηση στρατιωτικού μηχανισμού, έστω κι αν αυτός δεν ήταν ο βέλτιστος. Η βαθμιαία και φυσική, όμως, απομάκρυνσή τους από την παράδοση αυτή έχει οδηγήσει πλέον σε εκφυλιστικά φαινόμενα.

Η πορεία που ακολουθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι η συνεχόμενη μετάπτωση από ένα στρατιωτικό μηχανισμό σε ένα πλαδαρό δημοσιοϋπαλληλικό οργανισμό, με ολοένα εντεινόμενη άγνοια του ρόλου του, αυξανόμενη απόσταση από τη φύση του αντικειμένου του, και μετατροπή του σε ένα συνονθύλευμα που αδυνατεί να εκτελέσει πολεμικές αποστολές – αυτό που ο καθένας έχει διαπιστώσει ακόμη και στην απλή του στρατιωτική θητεία.Είναι μία πορεία συνεχούς απομείωσης της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, η οποία μας έχει φέρει στο σημείο να είμαστε ευάλωτοι στη στρατιωτική τουρκική πίεση κι ανυπόληπτοι μεταξύ των υπολοίπων μερών του γεωστρατηγικού μας χώρου.

Το αν αυτό αποτελεί σκόπιμη και συνειδητή πολιτική επιλογή, ή αν οφείλεται στην παταγώδη άγνοια των ανθρώπων που το προκαλούν, έχει μικρή σημασία. Σημασία έχει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Είναι η μείωση του ειδικού βάρους της Ελλάδας στο διεθνή της περίγυρο, και η ολοένα αυξανόμενη υποχωρητικότητα έναντι της τουρκικής απειλής.

Ας πάμε τώρα στην επικαιρότητα: Στις αρχές Αυγούστου, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατέθεσε στη Βουλή ενημερωτικό σημείωμα για την υποβολή σχεδίου νόμου με τίτλο: “Υπηρεσιακή εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων – Θέματα διοίκησης των Ε.Δ., στρατολογίας και συναφείς διατάξεις”. Το νομοσχέδιο αυτό, σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα, καθώς και με τα συνοπτικά δημοσιευμένα στον τύπο, αφορά δύο βασικά θέματα: τα θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης και ιεραρχίας των στελεχών των ΕΔ σε αντικατάσταση ή τροποποίηση του ισχύοντος Ν. 2496/96 καθώς και τον αντίστοιχο νόμο Ν. 2292/95 για τα θέματα διοίκησης κι ελέγχου των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ έχει “σημειακές παρεμβάσεις” στην νομοθεσία περί στρατολογίας.

Από τις πρώτες δημοσιευμένες πληροφορίες για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, καθίσταται, δυστυχώς, προφανής μία πολύ απλή αλήθεια:Ένα ήδη τραγικά ανεπαρκές σύστημα διαχείρισης αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων φτάνει σε νέα ύψη (ή μάλλον βάθη) ανεπάρκειας και διαλυτικής επίδρασης επί του στρατιωτικού οργανισμού. Επιπλέον, η στάση των πολιτικών δυνάμεων επί του θέματος είναι απογοητευτική: εκτός της κυβέρνησης (που εισηγείται το νομοσχέδιο) και των κομμάτων της Αριστεράς (που έτσι κι αλλιώς δε φαίνονται να ενοχλούνται από την αποσάθρωση του στρατιωτικού μηχανισμού), είναι εξαιρετικά δυσάρεστη η εικόνα «δεξιών» κομμάτων όπως η ΝΔ και το ΛΑΟΣ, να αντιμετωπίζουν ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα διεκπεραιωτικά, ως ζήτημα «λειτουργικότητας» και μόνον.

Ήδη χθες, το ίδιο το νομοσχέδιο δόθηκε στη δημοσιότητα. Επειδή το θέμα είναι κεντρικής σημασίας, θα επανέλθουμε σύντομα και αναλυτικά.