Αεροπορική Ισχύς και Κύπρος: Πόσο Μακρυά είναι η Κύπρος, Αλήθεια;

«Οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ θαλασσοκρατεῖ ἐφ᾿ ὅσον δὲν θεωρεῖ τὰ πολεμικὰ πλοῖα προορισμένα νὰ κινδυνεύουν»

Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

 

Το παρόν άρθρο αφιερώνεται ευλαβικά στη μνήμη του Λοχαγού (ΜΧ) Σωτήριου Σταυριανάκου.

Έπεσε στις 16 Αυγούστου 1974 στο Ύψωμα Β’ του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο.

Σταυριανάκος

Λοχαγός (ΜΧ) Σωτήριος Σταυριανάκος

1. Εισαγωγή

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από την πιο μαύρη σελίδα της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας, κι την πιο τραγική της Νεότερης Ιστορίας μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: είναι ήδη σαράντα πέντε χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν το 38% της Ελληνικής Κύπρου, κατανίκησαν ταπεινωτικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και εκδίωξαν τους κατοίκους από το βόρειο μέρος του Νησιού, με την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα που αποτελεί το πιο σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους από τότε που εμφανίζονται στην Ιστορία.

Από ελληνικής πλευράς, η τραγωδία είχε μία πολύ «χρήσιμη» ιστορική λειτουργία: αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία της πτώσης της Δικτατορίας του 1967, η οποία, ήδη από την απόσυρση της «Μεραρχίας» έφερε βαρύτατη ευθύνη για τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή, και πολύ περισσότερο για την αποτυχία της αντιμετώπισής της. Η πτώση της Χούντας ακολουθήθηκε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Χώρα και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία, με Υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ευάγγελο Αβέρωφ και Υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Μαύρο.

Η Τουρκική Εισβολή εκδηλώθηκε στο διάστημα από 20 Ιουλίου μέχρι 16 Αυγούστου του 1974, με ένα ενδιάμεσο διάστημα «ανακωχής». Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής αυτής, το ελλαδικό κράτος υπήρξε, στην πράξη, απαθής θεατής, φωνασκώντας διπλωματικά αλλά αποφεύγοντας να πράξει οτιδήποτε ουσιώδες για να αντιμετωπίσει εμπράκτως μία ευθεία, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή στον εθνικό του χώρο. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια υπήρξε η «με άκρα μυστικότητα» αποστολή στο Νησί μίας μοίρας καταδρομών, δηλαδή μίας μοίρας ελαφρού πεζικού, με την όποια (μηδαμινή) επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εξέλιξη του διεξαγόμενου πολέμου μία τέτοια μονάδα. Κατά τα άλλα, το ελλαδικό κράτος και οι ηγεσίες του, από τις 20 Ιουλίου μέχρι και τη λήξη των εχθροπραξιών στις 16 Αυγούστου, ανέβασαν μία ιλαροτραγική παράσταση, στην οποία «αναζητούσαν εναγωνίως» τρόπους για να αντιμετωπίσουν «εμπράκτως» την τουρκική εισβολή, αλλά «δεν τους έβρισκαν». Είναι προφανές τι σήμαιναν οι υποκριτικοί θεατρινισμοί του θέρους του 1974 για τη χουντική ηγεσία, αλλά -κάτι που ξεχνιέται εύκολα και βολικά- εγείρουν, επίσης, σοβαρότατα ερωτηματικά για την πολιτική ηγεσία που τη διαδέχτηκε τον Ιούλιο του 1974.

Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αδράνεια των ελλαδικών ηγεσιών το καλοκαίρι του 1974 εξωθείται συχνά, και προφανώς σκόπιμα, σε «τεχνικές» συζητήσεις περί της πρακτικής δυνατότητας ή αδυναμίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να πράξουν οτιδήποτε αποτελεσματικό για να αντιμετωπίσουν την Τουρκική Εισβολή. Το ενδιαφέρον στη συζήτηση αυτή είναι ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα «χουντικών» και «μεταπολιτευτικών» ουσιαστικά ταυτίζονται· το γεγονός είναι φυσικό αφού πρέπει να υπερασπίσουν την ίδια θέση, την «έμπρακτη αδυναμία επέμβασης». Η ταυτότητα των απόψεων είναι επιβεβλημένη και για έναν επιπλέον λόγο: παρά την πολιτειακή και πολιτική αλλαγή του Ιουλίου του 1974, οι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της Χώρας παρέμειναν οι ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής. Οι βασικοί φυσικοί αυτουργοί της ελλαδικής απραξίας στις 20, 21 και 22 Ιουλίου του 1974, και προδήλως ύποπτοι βαρύτατης προδοσίας -με την κυριολεκτική, νομική έννοια του  Ποινικού Κώδικα- δηλαδή ο στρατηγός Μπονάνος, ο αντιναύαρχος Αραπάκης και ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου, συνέχισαν να κατέχουν τις θέσεις τους και να επηρεάζουν επισήμως την πολιτική της Χώρας και καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής, αλλά και μετά, τερματίσαντες «ευδοκίμως» τη θητεία τους και μηδέποτε, μέχρι το τέλος του βίου τους, ενοχληθέντες για τα γεγονότα αυτά.

2. Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού στο περιοδικό «Στρατηγικόν»

ΣτρατηγικόνΣαράντα πέντε χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, το άρθρο ενός ανωτάτου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας έρχεται να μας θυμίσει την ταυτότητα της υπερασπιστικής γραμμής Χούντας και Καραμανλικής Μεταπολίτευσης ως προς το «τεχνικό» σκέλος της συζήτησης -και όχι μόνον εκεί. Πρόκειται για το άρθρο του του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού, που αποστρατεύτηκε τον Μάρτιο του 2014 έχοντας φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια της ΠΑ και έχοντας διατελέσει Διοικητής της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστηρίξεως και ex officio μέλος του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου. Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Στρατηγικόν», ένα αξιοσημείωτο διαδικτυακό περιοδικό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη στρατηγική, την οποία αντιλαμβάνεται ως «γέφυρα που συνδέει τους σκοπούς της πολιτικής με τα στρατιωτικά μέσα» και περιλαμβάνεται στο τεύχος 2 του περιοδικού, που έχει ως θέμα την Κύπρο. Το άρθρο δεν φαίνεται να απηχεί τις θέσεις του ιδίου του περιοδικού για την Κύπρο· είναι ενδεικτικό ότι το αξιοσημείωτο άρθρο: «Κύπρος 1974: Στρατηγική Αξιολόγηση και Στρατιωτική Στρατηγική» του αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Γκαρτζονίκα έχει διαμετρικά αντίθετες θέσεις με αυτό το Βρεττού, όπως και το συναφές άρθρο: «Είναι η Κύπρος Μακριά; Ελληνική Ναυτική Στρατηγική για την Ανατολική  Μεσόγειο» του αντιναυάρχου ε.α. Βασιλείου Μαρτζούκου.[i]

Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού είναι εξαιρετικά περίεργο. Πρόκειται για ένα άρθρο στο οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το θέμα του και ποιο το ερώτημα στο οποίο απαντά. Στον βαθμό που μπορεί να συναγάγει κανείς από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου, αντικείμενο του κειμένου είναι:

(α) κατά πόσον ήταν δυνατή η αεροπορική υποστήριξη των Ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974 από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό αποτελεί και ένα σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα. Πρόκειται για ένα από τα «τεχνικά» θέματα στα οποία εξωθείται -για λόγους σκοπιμότητας- η κάθε συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες των Ελλαδικών ηγεσιών για την αντιμετώπιση της Εισβολής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα τέτοιο «τεχνικό» ζήτημα, αναμένει κανείς την τεκμηριωμένη γνώμη ενός Ιπταμένου της ΠΑ, ανωτάτου αξιωματικού που έφθασε στην κορυφή της ιεραρχίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

(β) κατά πόσον ήταν σκόπιμη από πολιτικής απόψεως η αεροπορική υποστήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, που είναι όμως παντελώς άσχετο με το προηγούμενο. Η μόνη συσχέτιση προκύπτει από το ότι το ερώτημα (β) τίθεται μόνον εφ’ όσον έχει απαντηθεί θετικά το ερώτημα (α).

(γ) κατά πόσον είναι σήμερα εφικτή η αεροπορική υποστήριξη ενδεχόμενων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, επίσης παντελώς άσχετο με τα δύο προηγούμενα. Το ερώτημα αυτό δεν έχει σχέση με το (α), μιας και αφ’ ενός αφορά τελείως διαφορετικά δεδομένα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με αυτά του 1974, αφ’ ετέρου, ούτως ή άλλως, από το 1974 δεν μπορεί να αντληθεί καμία πρακτική εμπειρία σχετικά με το θέμα, μιας και η Ελλάς… απέφυγε επιμελώς να υποστηρίξει αεροπορικά την Κύπρο.

Τα ανωτέρω εικάζονται από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου. Από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει απλώς μία σύγχυση του ιδίου του συντάκτη σχετικά με το ποιο είναι, τελικώς, το θέμα του. Εάν, εν πάση περιπτώσει, θελήσει κανείς να επιμείνει, μπορεί να διακρίνει στο κείμενο μία βασική θέση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (IIIβ) *

Ναυτικό Ισοζύγιο (Β)

Navy_Seals

* Το παρόν αποτελεί συνέχεια του Μέρους (Α) που προηγήθηκε. Περιλαμβάνει την εκτίμηση της καταστάσεως που διαμορφώνουν τα δεδομένα που εκτέθηκαν εκεί, την επισκόπηση των ανεμενόμενων μελλοντικών εξελίξεων στα βασικά μέσα των δύο πλευρών και μία εκτίμηση της κατάστασης που αναμένεται να διαμορφωθεί.

Για τη σύνταξη και αυτού του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από πολλές πηγές. Οι κυριότερες και πολυτιμότερες, όμως, υπήρξαν το ιστολόγιο e-Amyna και το ιστολόγιο Naval Analyses, και τα δύο εγνωσμένης αξιοπιστίας.

Θα ήθελα και εδώ να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον κ. Γ.Σ. για τις πολύτιμες παρατηρήσεις του.

Εκτίμηση της Παρούσας Κατάστασης

Πώς αποτιμάται συνολικά το ισοζύγιο που περιγράφτηκε αναλυτικά στο προηγούμενο κείμενο; Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει κατ’ αρχάς να έχει κατά νου τις πολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις των δύο χωρών στον θαλάσσιο χώρο.

Η Ελλάς και η Τουρκία αντιπαρατίθενται σε δύο -απολύτως διακριτά μεταξύ τους- θέατρα επιχειρήσεων: στο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου και στο θέατρο επιχειρήσεων της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για δύο θέατρα επιχειρήσεων με τελείως διαφορετική γεωγραφική και υδρογραφική διαμόρφωση, και με τελείως διαφορετικές επιδιώξεις των αντιτιθεμένων σε κάθε ένα από αυτά.

Το Αιγαίο Πέλαγος είναι αρχιπελαγικό περιβάλλον στο οποίο η Ελλάς έχει κυριαρχία επί της συντριπτικής πλειοψηφίας των νήσων, νησίδων και μικρονησίδων. Η Τουρκία επιδιώκει να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Ελλάδας επί του νησιωτικού αυτού συμπλέγματoς. Οι προσεγγίσεις του τρόπου αμφισβήτησης, από το 1973 που επανελήφθησαν με ιδιαίτερη ένταση, ποικίλουν, τόσο σε ότι αφορά τα πολιτικά και νομικά προσχήματα, όσο και τα επιχειρησιακά μέτρα που σχεδιάζονται ή/και λαμβάνονται προκειμένου να υποστηρίξουν την πολιτική αυτή. Η αμφισβήτηση -και η συνακόλουθη επιχειρησιακή απειλή- ξεκίνησε με την αμφισβήτηση του καθεστώτος των μεγάλων νήσων και με συνακόλουθη στρατιωτική απειλή εναντίον τους, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, και κυρίως εξ αιτίας της σταδιακής εφαρμογής του νέου Δικαίου της Θαλάσσης που παρέχει στην Ελλάδα πολύ ευρύτερα κυριαρχικά δικαιώματα, η έμφαση της τουρκικής απειλής μετατοπίστηκε στις νησίδες -και άρα σε επιχειρήσεις διαφορετικής φύσης.

Έτσι, η Ελλάς είναι η πλευρά που πρέπει να υπερασπιστεί και να επαναβεβαιώσει την κυριαρχία της στον θαλάσσιο χώρο του Αρχιπελάγους. Η Τουρκία είναι μία αναθεωρητική δύναμη η οποία έχει ως επιδίωξη να αμφισβητήσει και να ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, χρησιμοποιώντας ως μέσα την έμπρακτη αμφισβήτηση των θαλάσσιων κυριαρχικών δικαιωμάτων, κυρίως στο Ανατολικό Αιγαίο, καθώς και την απειλή κατάληψης κύριας νήσου ή κατοικημένης νησίδας, πάλι στο Ανατολικό Αιγαίο και δίπλα στη Μικρασιατική παραλία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δεν γίνεται…

Απλά, δεν γίνεται.

Από την τελετή αναστολής της λειτουργίας της 339 Μοίρας της ΠΑ, στον επίσημο ιστότοπο της ΠΑ, υπάρχει η εξής φωτογραφία:

tn_19-DSC_2572.jpg

η οποία κάνει τον γύρο του κόσμου.

Είναι δύσκολο να καταλάβουν εκεί στην ΠΑ ότι μια τέτοια φωτογραφία τους γελοιοποιεί; Ότι, αφού δεν μπορούν να αποτρέψουν το θέαμα αυτό στην ίδια την τελετή (που είναι η ουσία του πράγματος), τουλάχιστον δεν πρέπει να… προωθούν οι ίδιοι το ξεφτιλίκι μέσω του επισήμου ιστοτόπου;

Δεν καταλαβαίνουν ότι όποιος δει αυτό το θέαμα στο εξωτερικό, θα χάσει πάσα ιδέα για την ΠΑ, έστω και αδίκως;

Δεν υπάρχει λόγος για έμφαση στις τελετές, αν κι αυτές έχουν τη σημασία τους. Κι εφ’ όσον γίνεται, δεν υπάρχει λόγος να είναι και χολυγουντιανές. Αλλά είναι απολύτως απαραίτητο, όσο σεμνές κι αν είναι, να είναι στοιχειωδώς, εναναλαμβάνεται: στοιχειωδώς αξιοπρεπείς και καλαίσθητες.

Εξ όνυχος τον λέοντα.

Τρισδιάστατη Μοντελοποίηση Στόχων με σκοπό την εκτίμηση της Ραδιοδιατομής τους

Με βάση δισδιάστατες εικόνες και ανοικτές πηγές

Ανθυποσμηναγού (ΜΑ) Παναγιώτη Τουζόπουλου, Ανθυποσμηναγού (ΜΗ) Δημητρίου Μποβιάτση και Αντισμηνάρχου (ΜΗ) Κωνσταντίνου Ζηκίδη

Σχολή Ικάρων, Τμήμα Αεροπορικών Επιστημών, Αεροπορική Βάση Δεκελείας

[Τίτλος πρωτοτύπουPanagiotis Touzopoulos, Dimitrios Boviatsis and Konstantinos C. Zikidis, «3D Modelling of Potential Targets for the purpose of Radar Cross Section (RCS) Prediction».

Δημοσιεύτηκε στο: Proceedings of the 6th International Conference on Military Technologies (ICMT2017), Brno, Czech Republic, 31 May-2 June 2017, pp. 636-642 

Σύνδεσμος: http://ieeexplore.ieee.org/document/7988835/

Δημοσιεύεται με την άδεια των συντακτών]

si_EMBL-300X360

Ι. Εισαγωγή

Είναι μάλλον δύσκολο να φτάσει κανείς σε λύσεις “κλειστής μορφής” για τις Εξισώσεις Μάξγουελ σε πραγματικά προβλήματα, εκτός εάν τα εξεταζόμενα φυσικά αντικείμενα έχουν εξαιρετικά απλό σχήμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιηθούν υπολογιστικά αποδοτικές προσεγγίσεις των Εξισώσεων Μάξγουελ, μία διαδικασία που είναι κοινώς γνωστή ως «Υπολογιστικός Ηλεκτρομαγνητισμός» (Computational Electromagnetics).

Από πλευράς Υπολογιστικού Ηλεκτρομαγνητισμού, οι μέθοδοι για την πρόβλεψη της ραδιοδιατομής ή RCS – Radar Cross Section ενός φυσικού αντικειμένου διακρίνονται σε ακριβείς και προσεγγιστικές. Οι ακριβείς μέθοδοι τείνουν να είναι αρκετά πολύπλοκες, ενώ οι προσεγγιστικές μέθοδοι συνήθως αποδίδουν αποδεκτά αποτελέσματα με σημαντικά μικρότερες υπολογιστικές απαιτήσεις.

Οι πιο κοινές μέθοδοι πρόβλεψης ραδιοδιατομής για τυχαίους τρισδιάστατους στόχους είναι, μεταξύ άλλων: η δημοφιλής Μέθοδος Ροπών, η Μέθοδος Πεπερασμένων Διαφορών, η προσέγγιση Γεωμετρικής Οπτικής και η προσέγγιση Φυσικής Οπτικής. Η Μέθοδος Ροπών και η Μέθοδος Πεπερασμένων Διαφορών είναι (μαθηματικά) ακριβείς μέθοδοι, που αποδίδουν ακριβή αποτελέσματα αλλά είναι απαιτητικές σε υπολογιστικούς πόρους. Η Γεωμετρική Οπτική και η Φυσική Οπτική είναι προσεγγιστικές μέθοδοι. Αν και εύκολη στην εφαρμογή, η Γεωμετρική Οπτική έχει σοβαρότατους περιορισμούς, πχ στην περίπτωση επίπεδων ή κυλινδρικών επιφανειών, όπου απλούστατα δεν δίνει κανένα αποτέλεσμα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πολεμική Αεροπορία: Επικίνδυνη Αυταρέσκεια

%ce%b4%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%af%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%82

Από τη δεκαετία του 1970 η Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) απέκτησε και διατηρεί μέχρι σήμερα ένα αξιοζήλευτο επίπεδο επιχειρησιακής ικανότητας. Το επίπεδο αυτό αποδεικνύεται συνεχώς και αναμφίβολα από τις κορυφαίες επιδόσεις των ελληνικών πληρωμάτων σε διεθνείς ασκήσεις και συνασκήσεις -διαγωνιστικές ή μη, από τις νατοϊκές αξιολογήσεις των μονάδων, από τα αποτελέσματα των αεροπορικών αντιπαραθέσεων με τους φίλους και γείτονες όταν αυτές προκύπτουν στο πλαίσιο της πολιτικής εντάσεως, αλλά και από την εσωτερική εικόνα της Π.Α., όπως αυτή προκύπτει μέσω πολλαπλών μηχανισμών ελέγχου και αξιολόγησης. Μάλιστα, η ποιότητα αυτή -έστω και απλοϊκά κατανοητή- αποτελεί ένα στοιχείο δίκαιης υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης του ελληνικού λαού, σε μία περίοδο που δεν υπάρχουν πολλά να του εμπνέουν υπερηφάνεια ή αυτοπεποίθηση.

Είναι επίσης κοινός τόπος ότι το αεροπορικό ισοζύγιο ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι ίσως η κρισιμότερη παράμετρος της συνολικής ελληνοτουρκικής στρατιωτικής ισορροπίας και όσων πολιτικών ζητημάτων εξαρτώνται από αυτήν. Για τον λόγο αυτόν, και χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία των δύο άλλων Κλάδων, η κατάσταση και η ισχύς της Πολεμικής Αεροπορίας αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο του αμυντικού συστήματος της Χώρας.

Όμως, παρά τις εξαιρετικές επιδόσεις σε συγκεκριμένους τομείς, η Πολεμική Αεροπορία έχει οξύτατα προβλήματα σε άλλους τομείς, εξ ίσου σημαντικούς για την επίδοσή της στον αεροπορικό πόλεμο. Τα προβλήματα αυτά τείνουν να παραβλέπονται εντός της Π.Α., και δεν είναι ευρέως αντιληπτά από το ευρύ κοινό˙είναι όμως κρίσιμα για την έκβαση μιας πραγματικής πολεμικής αναμέτρησης. Ενδεικτικά, στη συνέχεια θα αναφερθούν δύο από τα κρισιμότερα.

Τα προβλήματα

Ηλεκτρονικός Πόλεμος

Η Πολεμική Αεροπορία έχει δραματική υστέρηση στον τομέα του Ηλεκτρονικού Πολέμου (Η.Π.). Η υστέρηση αυτή αφορά:

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

F-35 Η στρατηγική της αντιμετώπισής του – Μέρος A3: Ο χρόνος έλευσης του αεροσκάφους στην Τουρκία

Turkish -35

Σε προηγούμενες αναρτήσεις σχετικά με το θέμα, είχε γραφτεί ότι η ανάρτηση σχετικά με τη ραδιοδιατομή του F-35 θα ακολουθείτο από μία ανάρτηση σχετικά με τα πτητικά του χαρακτηριστικά, κι εν συνεχεία μία ακόμη σχετικά με την έναρξη της χρήσης του αεροσκάφους από την Τουρκική Αεροπορία.

Η έρευνα που ακολούθησε δεν απέδωσε στοιχεία σχετικά με τις πτητικές επιδόσεις του αεροσκάφους επαρκή για να υποστηρίξουν μια παρουσίαση και αξιολόγησή του. Από τις κρίσιμες επιδόσεις του αεροσκάφους στην αεροπορική μάχη, η μόνη για την οποία υπάρχουν (ή κατορθώθηκε να ευρεθούν) συγκεκριμένα, ποσοτικά στοιχεία είναι η μία από τις δύο που έχουν προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα στην εξέλιξη του αεροσκάφους: η διηχητική του επιτάχυνση. Για τον λόγο αυτόν, προτιμήθηκε να μη γίνει ξεχωριστή ανάρτηση, ενώ τα σχετικά με το θέμα που μπορούν να συναχθούν, θα παρατεθούν σε επόμενα κείμενα της σειράς.

Ο χρόνος έλευσης των τουρκικών F-35 αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο για τον σχεδιασμό της ελληνικής αντίδρασης, και ως εκ τούτου έχει σημασία να εκτιμηθεί το πότε αυτό θα συμβεί.

Τα ορόσημα της έλευσης των τουρκικών F-35

Πως ακριβώς προσδιορίζεται το χρονικό περιθώριο της ελληνικής αντίδρασης στα F-35; Μπορεί κανείς να διακρίνει δύο σχετικά ορόσημα.

Ο χρόνος που τα τουρκικά F-35 θα αρχίζουν να επηρεάζουν το ελληνοτουρκικό αμυντικό ισοζύγιο είναι η στιγμή που θα ανακηρυχθεί επιχειρησιακά έτοιμη η πρώτη μοίρα εξοπλισμένη με τον τύπο, και μάλιστα από αεροσκάφη που θα έχουν πλήρεις (ή σχεδόν πλήρεις) επιχειρησιακές δυνατότητες. Για να επηρεαστεί η ελληνο-τουρκική αεροπορική ισορροπία, θα πρέπει κατ’ ελάχιστον να υπάρχει μια ολόκληρη μονάδα (μοίρα) η οποία θα είναι επιχειρησιακή, θα μπορεί να διατηρεί κάποιον ρυθμό επιχειρήσεων και θα έχει μέγεθος τέτοιο που να επηρεάζει τον συνολικό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Μία μοίρα με συνολικά είκοσι (20) αεροσκάφη, δηλαδή πέντε (5) τετράδες, εκ των οποίων ρεαλιστικά (αν και σε μάλλον ευνοϊκό σενάριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εγγενώς χαμηλή διαθεσιμότητα του αεροσκάφους) θα είναι διαθέσιμες για επιχειρήσεις τέσσερις (4) τετράδες, αποτελεί ήδη μια επιχειρησιακή απειλή, έστω και σε περιορισμένο ρόλο και με πολύ συγκεκριμένες αποστολές. Συνεπώς, η Π.Α. θα πρέπει να έχει καταστήσει κατά τη στιγμή εκείνη σε επιχειρησιακή ετοιμότητα τουλάχιστον ορισμένα βασικά μέτρα αντιμετώπισης της απειλής.

Από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η συγκρότηση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα μιας πλήρους πτέρυγας μάχης («Κύριας Βάσης Αεριωθουμένων» στην τουρκική ορολογία), δηλαδή ένας αριθμός σαράντα (40) αεροσκαφών, τότε το F-35 είναι μείζων παράγων στην ελληνο-τουρκική αεροπορική ισορροπία και αυτό αποτελεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Π.Α. θα πρέπει να έχει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα το σύνολο των βασικών μέτρων που θα λάβει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απειλή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Περί της ραδιοδιατομής του F-35 – Συμπληρωματικά στοιχεία

 

γράφει ο Γ. Κασσωτάκης

  1. Μεταβολή της απόστασης αποκάλυψης στόχου σε συνάρτηση με το RCS

Table_2

Πίνακας 2

Σκοπός του Πίνακα 2 του άρθρου που προηγήθηκε είναι να καταδείξει ότι η μείωση της απόστασης αποκάλυψης ενός στόχου δεν μειώνεται γραμμικά με την μείωση του RCS του (δηλ. μείωση του RCS στο ήμισυ δεν σημαίνει μείωση στο ήμισυ της απόστασης αποκάλυψης). Αντίθετα, η μείωση της απόστασης αποκάλυψης είναι ανάλογη με την τέταρτη ρίζα του RCS, όπως προκύπτει από την εξίσωση του ραντάρ. Οπότε, μείωση του RCS στο μισό (3 db) σημαίνει μείωση της απόστασης αποκάλυψης στο 84% (σε σχέση με την αρχική), μείωση του RCS στο 1/10 (10 db) σημαίνει μείωση της απόστασης στο 56% και τέλος μείωση του RCS στο 1/10000 (40 db) του αρχικού σημαίνει μείωση της απόστασης στο 10% (1/10) της αρχικής αφού τέταρτη ρίζα του 10.000 = 10 και εξ ου και στο παράδειγμα του πίνακα 2 τα 200 ΝΜ για RCS 1 τ.μ. υποδεκαπλασιάζονται στα 20 ΝΜ για μείωση του RCS στο 1/10000 τ.μ.

Για όσους ενδιαφέρονται πως προκύπτει η εξίσωση του ραντάρ:

formel13

μπορούν να δουν στον παρακάτω σύνδεσμο

http://www.radartutorial.eu/01.basics/The%20radar%20Range%20Equation.en.html 

Τον συγκεκριμένο ιστότοπο http://www.radartutorial.eu τον συστήνω σε όσους ενδιαφέρονται να ενημερωθούν για τη θεωρία λειτουργίας και την τεχνολογία των συστημάτων ραντάρ.

  1. Ακτίνες αποκάλυψης ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης

Οι τιμές του Πίνακα 2 (δηλ. αποκάλυψη στόχου RCS 1 τ.μ. στα 200 ΝΜ) είναι μεν ενδεικτικές αλλά πάντως δεν είναι εντελώς τυχαίες. Ως τάξη μεγέθους είναι αρκετά κοντά στις προδιαγραφές του ΝΑΤΟ για τα υπάρχοντα ραντάρ έρευνας έγκαιρης προειδοποίησης (Early Warning) που λειτουργούν στις μπάντες L και S (είναι οι ίδιες). Ειδικότερα είναι τιμές που αφορούν την αποκάλυψη στόχου σε καθαρή περιοχή (Detection in the Clear), που σημαίνει σε μεγάλο ύψος, σε περιοχή χωρίς CLUTTER και χωρίς παρουσία ατμοσφαιρικών ανωμαλιών (ducting, super-refraction κλπ). Θα λέγαμε δηλ. απόδοση υπό ιδανικές συνθήκες. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

F-35 Η στρατηγική της αντιμετώπισής του – Μέρος A2: Ραδιοδιατομή

lockheed-martins-aff-facility-services-seven-planes-a-month-and-is-expected-to-increase-to-17-jets-by-2020

(Σημείωση: η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται ουσιωδώς αφ’ ενός στο άρθρο Low Observable Principles, Stealth Aircraft and Anti-Stealth Technologies[1] των Επγού (Μ) Ζηκίδη Κωνσταντίνου, Ανθγού (Ι) Αλέξιου Σκόνδρα και Ανθγού (Ι) Χαρίσιου Τόκα, αφ΄ετέρου σε άρθρα του Carlo Copp που δημοσιεύονται στον ιστότοπο http://www.ausairpower.net.)

Το βασικό χαρακτηριστικό του αεροσκάφους F-35 είναι πως είναι αεροσκάφος «stealth», δηλαδή είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό στον αντίπαλο. Η έννοια αυτή αναφέρεται συνολικά σε όλα τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τον εντοπισμό ενός αεροσκάφους, και πρακτικά συνοψίζονται σε τρία βασικά στοιχεία: στη ραδιοδιατομή του αεροσκάφους, το ίχνος του στο υπέρυθρο φάσμα, και τις ηλεκτρομαγνητικές του εκπομπές, είτε από τους αισθητήρες, είτε από τα τηλεπικοινωνιακά του συστήματα. Στην παρούσα ενότητα θα μας απασχολήσει η ραδιοδιατομή (Radar Cross Section – RCS) του αεροσκάφους, μιας και αυτή αποτελεί το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό μικρού ίχνους του αεροσκάφους. Ήδη, από το κείμενο που προηγήθηκε, καθίσταται σαφές ότι το αεροσκάφος έχει αξιοσημείωτες επιδόσεις και στον τομέα του περιορισμού των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών του.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

F-35 Η στρατηγική της αντιμετώπισής του – Μέρος A1′: Ηλεκτρονικά & Αισθητήρες

F-35 Lightning II instructor pilots conduct aerial refueling

Της πρότασης για τη στρατηγική αντιμετώπισης του αεροσκάφους F-35 θα προηγηθεί μια συνοπτική παρουσίαση βασικών χαρακτηριστικών του αεροσκάφους που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της απειλής. Έτσι, οι προτάσεις που θα ακολουθήσουν να βασίζονται σε μια συγκροτημένη και, κατά το δυνατόν θεμελιωμένη, εκτίμηση του αντιπάλου. Οι διαθέσιμες πληροφορίες παρατίθενται με την επισήμανση της επιφύλαξης ως προς την ακρίβειά τους, ενώ όπου δεν υφίστανται πληροφορίες γίνονται ρητώς εκτιμήσεις σχετικά με χαρακτηριστικά και επιδόσεις.

Η παρουσίαση του αεροσκάφους θα γίνει σε τρία μέρη:

  • Ηλεκτρονικά και αισθητήρες
  • Ραδιοδιατομή
  • Πτητικά Χαρακτηριστικά

Τα τρία αυτά, ελαφρώς τεχνικά, κείμενα θα ακολουθήσει μια σύνοψη χαρακτηριστικών και εκτίμησή τους από επιχειρησιακής απόψεως.

Η στρατηγική της αντιμετώπισης καθ’ εαυτή θα ακολουθήσει, σε συνέχειες και αυτή.

Το υποσύστημα ηλεκτρονικών και αισθητήρων  του F-35 αποτελείται από τα εξής βασικά μέρη:

  • το ραντάρ AN/APG-81 της Northrop Grumman,
  • το Σύστημα Αυτοπροστασίας AN/ASQ-239 της BAE Systems,
  • το ηλεκτρο-οπτικό σύστημα επιτήρησης AN/AAQ-37 (Distributed Aperture System – DAS), της Northrop Grumman, με σφαιρική κάλυψη από περιφερειακά κατανεμημένους ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες,
  • το ηλεκτρο-οπτικό σύστημα σκόπευσης AN/AAQ-40 (Electro Optical Technical System – EOTS) της Lockheed Martin και, τέλος,
  • το σύστημα τηλεπικοινωνιών και ναυτιλίας AN/ASQ-242, της Northrop Grumman.

Αναλυτικότερα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το F-35 συνεχίζει να μας δίνει πολύτιμο χρόνο…

Όπως έχουμε πει σε σειρά αναρτήσεων, το F-35, που αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο αναδυόμενο κίνδυνο για την ελληνική άμυνα στο προσεχές μέλλον, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην εξέλιξή του. Αν και είναι σαφές ότι πλέον το πρόγραμμα δεν έχει πρόβλημα επιβίωσης, η χρονική του εξέλιξη παραμενει προβληματική.

Σε συνέχεια των αναρτήσεων για τη χρονική του εξέλιξη, παρατίθεται υπόμνημα του Διευθυντή του Γραφείου Επιχειρησιακών Δοκιμών και Αξιολόγησης του Πενταγώνου με αποδέκτες τον αμερικανό Υφυπουργό Αμύνης επί των Προμηθειών και τον Υπαρχηγό του Μεικτού Επιτελείου των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το υπόμνημα έχει ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2015 και ήρθε στο φως από το περιοδικό Aviation Week & Space Technology.

Από τα αναφερόμενα προκύπτει σαφώς ότι η πρόοδος της εξέλιξης του λογισμικού είναι σαφώς πιο αργή απ’ ότι δείχνουν οι επίσημες αναφορές, ότι η πρόοδος του προγράμματος επιταχύνεται «εικονικά» ενώ στην πράξη κουκουλώνονται εκκρεμότητες και προβλήματα που δε μπορούν να παρακαμφθούν και θα απαιτήσουν υποχρεωτικά πρόσθετο χρόνο (πολύ περισσότερο του προϋπολογισμένου) και πόρους.

Αυτό στην πράξη σημαίνει για την Π.Α. ότι έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεσή της για να οργανώσει την αντίδρασή της στην επικείμενη τουρκική αγορά. Και ο χρόνος αυτός της είναι υπέρπολύτιμος, όχι μόνον εξ αιτίας της οικονομικής δυσκολίας, αλλά επειδή στον τεχνολογικό ανταγωνισμό, μία από τις πλέον κρίσιμες παραμέτρους είναι ο χρόνος.

Η Π.Α. οφείλει να εκμεταλλευτεί όλον τον χρόνο που έχει στη διάθεση της, και να μην προβεί σε πρόωρες ενέργειες που θα της στερήσουν το κρίσιμο πλεονέκτημα που της παρέχει η καθυστέρηση του προγράμματος F-35.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν ραγδαία, και το F-35 έχει ήδη απωλέσει σημαντικό μέρος της υπεροχής που του εξασφάλιζε η τεράστια επένδυση που έγινε γι’ αυτό.

Η πρόωρη εκδήλωση εξοπλιστικής αντίδρασης θα είναι κεφαλαιώδες λάθος εξοπλιστικής και τεχνολογικής πολιτικής. Και ο αγώνας στον αέρα κρίνεται και κερδίζεται ή χάνεται στην επιδέξια διαχείριση της τεχνολογίας εξ ίσου όσο και στην επιχειρησιακή και τακτική δεξιότητα των αεροπορικών δυνάμεων. 

Περισσότερα για τη στρατηγική της αντιμετώπισης του F-35 θα αναρτηθούν προσεχώς, σε εκτενές θέμα σχετικά με το ζήτημα αυτό.