Εξοπλιστικά Μυστήρια I

Η Ανάγκη Ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων

Για να μην επαναλάβουμε τα τετριμμένα, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν έχουν ενισχυθεί εξοπλιστικά κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη, ενώ τα τελευταία δέκα έπεσαν θύμα περικοπών σε ακόμη πιο θεμελιώδη στοιχεία όπως το προσωπικό, τα λειτουργικά έξοδα και τα ανταλλακτικά. Τα προηγούμενα είχαν, σωρευτικά, σοβαρότατες επιπτώσεις στη συνολική στρατιωτική ισχύ της Χώρας. Οι δύο διαδοχικές τουρκικές επιθέσεις χαμηλής εντάσεως κατά το έτος 2020 έφεραν το γεγονός στο προσκήνιο και δημιούργησαν πίεση για άμεση ενίσχυση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος.
Η αναγνώριση της αναγκαιότητας για αυξημένη στρατιωτική ισχύ οδήγησε στη δρομολόγηση ενός συνολικού προγράμματος ενίσχυσης της στρατιωτικής ισχύος, το οποίο σχηματικά συνοψίστηκε στις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2020, και το οποίο περιλάμβανε, περίπου κατά λέξη, τα ακόλουθα έξι σημεία:

  1. Η Πολεμική Αεροπορία αποκτά αμέσως μια μοίρα 18 μαχητικών αεροσκαφών Rafale με ταυτόχρονη αντικατάσταση των παλαιότερων Mirage 2000 BG/EG.
  2. Το Πολεμικό Ναυτικό εκκινεί τις διαδικασίες για την ένταξη στον στόλο του τεσσάρων νέων φρεγατών πολλαπλού ρόλου. Παράλληλα, εκσυγχρονίζει και αναβαθμίζει 4 φρεγάτες Meko, που ήδη διαθέτει. Τα νέα σκάφη θα πλαισιωθούν, επίσης, από 4 ναυτικά ελικόπτερα MH-60R.
  3. Εμπλουτίζεται συνολικά το οπλοστάσιο και των τριών Κλάδων, και αμέσως αποκτώνται: νέα αντιαρματικά όπλα για τον Στρατό Ξηράς, νέες τορπίλες βαρέος τύπου για το Πολεμικό Ναυτικό και νέοι κατευθυνόμενοι πύραυλοι για την Πολεμική Αεροπορία.
  4. Το δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων ανανεώνεται με την πρόσληψη 15.000 ανδρών και γυναικών σε ορίζοντα 5ετίας. Ταυτόχρονα, επαναξιολογείται όλο το πλαίσιο της στρατιωτικής θητείας και της εκπαίδευσης, ώστε οι στρατεύσιμοι να αποκτούν δωρεάν πιστοποιημένες δεξιότητες, δηλαδή επαγγελματικά εφόδια για την πολιτική τους ζωή.
  5. Ενεργοποιείται η Αμυντική Βιομηχανία. Ήδη, στα Ναυπηγεία της Ελευσίνας, αμερικανικά κεφάλαια επενδύουν στον εκσυγχρονισμό τους. Στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά σύντομα εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, διατηρώντας τις θέσεις εργασίας. Ολοκληρώθηκε η διαγωνιστική διαδικασία, το αμέσως επόμενο διάστημα επίκειται η ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης της ΕΛΒΟ και αναδιοργανώνεται η ΕΑΒ, ώστε να μετατραπεί σε κέντρο συντήρησης αεροσκαφών για την ευρύτερη περιοχή.
  6. Οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύουν την ψηφιακή τους λειτουργία αλλά και τη θωράκισή τους από κυβερνοεπιθέσεις υβριδικού τύπου. Σε κάθε επιχειρησιακό τους επίπεδο εγκαθίστανται σύγχρονα συστήματα που εξασφαλίζουν ασφαλή ροή στην πληροφορία και συνεπώς έγκαιρη κινητοποίηση.

Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται ότι αποτελούν τη βασική περιγραφή ενός σχεδιαζόμενου, και εν μέρει υλοποιούμενου, προγράμματος δέκα (ή ένδεκα) δις ευρώ, χρονικού ορίζοντα πέντε (ή επτά) ετών για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να διακριθεί σε πέντε επί μέρους στοιχεία:

(α) Μέτρα για την άμβλυνση του οξύτατου προβλήματος επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (3) των εξαγγελιών).

(β) Μέτρα για την αντιμετώπιση οξύτατων ελλείψεων σε όπλα, όπως τορπίλες, αντιαρματικά, και αερομεταφερόμενοι πύραυλοι (σημείο (3) των εξαγγελιών) καθώς και σε ανταλλακτικά -στοιχείο που δεν αναφέρθηκε αλλά ήταν το οξύτερο πρόβλημα των τελευταίων ετών.

(γ) Μέτρα για την αμυντική βιομηχανία (σημείο (5) των εξαγγελιών).

(δ) Μέτρα για την κυβερνοασφάλεια (;) των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (6) των εξαγγελιών).

(ε) Μέτρα για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε μείζονα οπλικά συστήματα και συγκεκριμένα σε μαχητικά αεροσκάφη και κύριες μονάδες στόλου (σημεία (1) και (2)).

Στο παρόν και το επόμενο κείμενο θα σχολιαστούν μόνον τα σχετιζόμενα με το (ε), δηλαδή με τα δύο μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα ή με ό,τι αφορά τον βασικό «αναπτυξιακό» σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένδεκα Θέσεις για την Ελληνική Αμυντική Πολιτική

Εισαγωγή

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Πρωθυπουργός της Χώρας προέβη από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης σε σημαντικές εξαγγελίες για την Άμυνα, «εμβληματικές» όπως (άστοχα) ο ίδιος τις χαρακτήρισε. Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται να αντιστοιχούν σε πραγματικές προθέσεις, αφού η υλοποίησή τους είτε έχει ήδη ξεκινήσει, όπως στην περίπτωση της απόκτησης των δέκα οκτώ μαχητικών αεροσκαφών Rafale, είτε έχουν δρομολογηθεί, όπως η παράταση της στρατιωτικής θητείας στους δώδεκα μήνες. Η όλη προσπάθεια για ενίσχυση της σημαντικά αποδυναμωμένης ελληνικής στρατιωτικής ισχύος έχει πυροσβεστικό χαρακτήρα, καθώς κυρίως επιχειρεί να δώσει λύσεις στα πλέον πιεστικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δέκα πέντε έτη. Από πλευράς χρηματικών πόρων, ο σχεδιασμός φαίνεται ότι βασίζεται στην πρόβλεψη για διάθεση δέκα (ή ένδεκα) δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τα επόμενα πέντε (ή επτά) έτη. Το ποσό αυτό φαίνεται να αφορά τις δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων και κατασκευής στρατιωτικών υποδομών, αν και ο σχεδιασμός συμπεριλαμβάνει εξαγγελίες μέτρων που θα έχουν και αύξηση των λειτουργικών δαπανών.

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχουν πυροδοτήσει εντονότατες συζητήσεις στον ημερήσιο και ειδικό τύπο σχετικά με επιμέρους πτυχές τους, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τεχνικά ή επιχειρηματικά ζητήματα.

Στο παρόν κείμενο θα διατυπωθούν ορισμένες βασικές ανησυχίες σχετικά με την ακολουθούμενη από την Ελλάδα πολιτική εθνικής άμυνας σε βάθος χρόνου. Η πολιτική εθνικής άμυνας που ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, με σαφέστερα ευδιάκριτο και εντεινόμενο χαρακτήρα από τη δεκαετία του 1990, έχει βασικά, εγγενή στοιχεία που οδηγούν την Ελλάδα σε αδιέξοδο στο περιβάλλον της.

Οι θέσεις που θα διατυπωθούν δεν αποτελούν κριτική στις εξαγγελθείσες πολιτικές, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές στην πλειοψηφία τους αποτελούν πυροσβεστικές ενέργειες. Όμως η στρατιωτική ισχύς δεν χτίζεται σε μία πενταετία (ή επταετία), αλλά -όποτε προκύπτει- είναι αποτέλεσμα επαρκούς πολιτικής σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από την άλλη, ακόμη και σε μικρό χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να διαφανεί εάν ακολουθείται πολιτική άμυνας η οποία μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, ή εάν απλώς μπαλώνονται βραχυπρόθεσμα οι ανάγκες που έχουν καταστεί ανυπερθέτως πιεστικές, και μάλιστα υπό την πίεση κάποιου συμβάντος.

Καθώς οι εξαγγελίες της ΔΕΘ άπτονται γενικότερων ζητημάτων αμυντικής πολιτικής, οι θέσεις που θα διατυπωθούν αφορούν ακριβώς την αμυντική πολιτική, δηλαδή το επίπεδο στο οποίο οι πολιτικές ηγεσίες διευθύνουν, διαχειρίζονται και εμπλέκονται με τα στρατιωτικά ζητήματα.

Οι ανησυχίες που θα διατυπωθούν ακολούθως διατυπώνονται μόνον ως θέσεις, χωρίς να τεκμηριώνονται. Η τεκμηρίωση μίας εκάστης εξ αυτών απαιτεί μία ανάλυση από μόνη της, και θα γίνει εν καιρώ.

Εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, ενώ η στρατιωτική ισχύς της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, στην πράξη καμία πολιτική απόφαση ή πορεία στο διεθνές πεδίο στην πράξη δεν οφείλεται σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατιωτική ισχύ ή το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Αρχαία Γραία, η Ελλάς (Graecia/Greece) και η ιστορία της Αεροπορικής Βάσης Τανάγρας

Ειδικός Συνεργάτης

 

 

Το όνομα της χώρας μας όπως έχει επικρατήσει διεθνώς, Greece, προέρχεται από το λατινικό Graecia, καθώς Graii/Graei/Graeci αποκαλούνταν αρχικά οι Γραίοι (από την Γραία της Βοιωτίας) που εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ. και στη συνέχεια όλοι οι Έλληνες[1]. Σύμφωνα με τον Παυσανία, Γραία ήταν η αρχαιότερη ονομασία της Τάναγρας (σημερινής Τανάγρας), ενώ και ο Στράβων συνδέει τη Γραία με την Τανάγρα. Ο Όμηρος αναφέρει την Γραία ανάμεσα στις Βοιωτικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, τον 12ο αιώνα π.Χ. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η λατινική ονομασία Graecia και αργότερα η αγγλική Greece έχουν αρχαιότατες ρίζες. Ως εκ τούτων, δεν τεκμηριώνεται η εμμονή στο hellenic και η αρνητική θεώρηση του greek, εκ του Graecus (Γραίος/Γραικός), το οποίο δεν θα πρέπει να συγχέεται με το υποκοριστικό-υβριστικό graeculus (γραικύλος).

 

Αεροπορική Βάση Τανάγρας

Τρεις χιλιετίες μετά την αρχαία Γραία/Τανάγρα (για όσους μιλάνε για “νέο έθνος”…), δημιουργήθηκε εκεί η Αεροπορική Βάση Τανάγρας, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως βοηθητικό αεροδρόμιο κατά τον 2ο π.π. Αργότερα, με τη συμβολή του ΝΑΤΟ, αναβαθμίστηκε σε κυρίως αεροδρόμιο. Το 1956 συγκροτήθηκε η 114 Πτέρυγα Μάχης, όπου υπηρέτησαν κατά καιρούς αεροσκάφη F-86E Sabre, T-33Α Silver Star, F-84F Thunderstreak, F-102A Delta Dagger και F-104G Starfighter. Η συνέχεια όμως έμελλε να είναι πιο ενδιαφέρουσα… Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μην κάνουμε πίσω τώρα!

Γράφει ο Θανάσης Κ.

Ως αρχική αποτίμηση της κρίσης που εξελίσσεται στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αναδημοσιεύεται το κατωτέρω άρθρο, που δίνει τη συνολική εικόνα της κατάστασης κι επισημαίνει τον μόνο και βασικό κίνδυνο που διατρέχουμε αυτή τη στιγμή: να χάσουμε από ανοησία αυτά που έχουμε κερδίσει.

Τώρα που υπήρξε προσωρινή αποκλιμάκωση της τουρκικής πρόκλησης στην Ανατολική Μεσόγειο, άρχισαν πάλι οι ψίθυροι για «διάλογο» με την Τουρκία…

Μερικοί δεν βάζουν μυαλό, έτσι;

Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν, μερικά πράγματα:

Την κρίσιμη στιγμή, όταν απέπλεε ο τουρκικός στόλος και εξαγγέλλονταν επίσημα γεωτρήσεις από το Oruc Reis στην Ελληνική ΑΟΖ, έγιναν πέντε κινήσεις που υποχρέωσαν τον Ερντογάν να αλλάξει τα σχέδια του: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ» ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Πέραν των «οργανωτικών αιτίων»

 

Η Ανυπαρξία Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας

Για μία χώρα που αντιμετωπίζει ιστορικά οξεία -και υπαρξιακή, πλέον – απειλή εθνικής ασφαλείας, το επίπεδο ατροφίας της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι καταπληκτικό.

Σε μία χώρα που έχει αναλογικά υψηλότατες αμυντικές δαπάνες και σε απόλυτους αριθμούς, πολύ υψηλές αμυντικές δαπάνες, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία περιορίζεται σε τέσσερεις μεγάλες, μισο-νεκρές κρατικές βιομηχανίες (ΕΑΒ, ΕΑΣ, ΕΝΑΕ, ΕΛΒΟ) οι οποίες έχουν εξελιχτεί σε καρκίνο για την άμυνα, την οικονομία και την κοινωνία, τρεις μικρές, εξειδικευμένες αλλά ιδιαίτερα δυναμικές και διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες (Θέων, ISI και Sunlight) και μία εταιρεία με ιδιαίτερη μηχανουργική εξειδίκευση αλλά χωρίς άλλη αμυντική τεχνογνωσία (ΜΕΤΚΑ). Αν στο σύνολο αυτό προσθέσει κανείς την εργοστασιακή υποδομή των ΕΔ, λαμβάνει κανείς ένα θλιβερά απογοητευτικό -πρακτικά μηδαμινό- σύνολο.

Στο ερώτημα: «ποια είναι η αιτία της κατάστασης;» δίνονται πολλές απαντήσεις, ενίοτε εύστοχες, συνηθέστερα άστοχες. Το ζητούμενο είναι, όμως να εντοπιστούν τα θεμελιώδη αίτια του προβλήματος, και να διαχωριστούν από συμπτώματα ή δευτερεύουσας σημασίας αίτια. Παρ’ όλο που υπάρχει μία γενική αμηχανία σχετικά με το μέγεθος της αποτυχίας, αυτή συνήθως αποδίδεται σε υπαρκτά αλλά δευτερεύοντα φαινόμενα.

Η κατανόηση των πραγματικών αιτίων έχει κρίσιμη σημασία προκειμένου να μην υπάρχουν προσδοκίες από ενέργειες ή πράξεις, ακόμη περισσότερο από διακηρύξεις, που δεν αφορούν τα πραγματικά αίτια της αποτυχίας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μέγα (;) το της Θαλάσσης Κράτος

Σχεδιασμός Δυνάμεων Πολεμικού Ναυτικού…

Εν όψει της επερχόμενης κρίσης, είναι χρήσιμο να δούμε με ποια σύνθεση δυνάμεων θα προσέλθει το Πολεμικό Ναυτικό για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους στη διαφαινόμενη αεροναυτική κλιμάκωση νοτιανατολικά της Κρήτης.

Το παρόν δεν αποτελεί κάποιου είδους ανάλυση ή πρόβλεψη για το αποτέλεσμα μίας ενδεχόμενης κρίσης. Αφορά μία αξιολόγηση της κατάστασης του Πολεμικού Ναυτικού εν όψει της κρίσης, και, συνακόλουθα, μία εκτίμηση για τον τρόπο που η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αμύνης και η φυσική ηγεσία του όπλου έχει διαχειριστεί τον θεμελιώδη σχεδιασμό της δυνάμεως του. Δεν επιχειρείται αναλυτική παράθεση συστημάτων και τεχνικών λεπτομερειών, αλλά μία αδρή αποτίμηση της μαχητικής ισχύος των εκατέρωθεν κυρίων μέσων, έτσι ώστε να συναχθούν κάποια πολύ βασικά συμπεράσματα.

Δεδομένου ότι η κρίση θα εκδηλωθεί κυρίως σε θαλάσσια περιοχή «ανοικτή», δηλαδή χωρίς παράλιο ή αρχιπελαγικό περιβάλλον, τα Ταχέα Περιπολικά Κατευθυνόμενων Βλημάτων δεν θα έχουν σημαντικό ρόλο. Συνεπώς, εκ των δύο στόλων, οι μονάδες που θα αντιπαρατεθούν θα είναι οι κύριες μονάδες επιφανείας, τα υποβρύχια και τα αεροπορικά μέσα της κάθε πλευράς.

Σας εξετάσουμε συνοπτικά πώς έχει η κατάσταση ως προς αυτά: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Από τον αρχαίο Έλληνα Οπλίτη στην Πολεμική Αεροπορία: η Μαχητική Ισχύς ως προϋπόθεση της Ειρήνης και της Ευημερίας

1. Τότε: Πριν από 2500 χρόνια ακριβώς

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν κατά γενική ομολογία ικανότατοι μαχητές, επιδεικνύοντας απόλυτη τάξη και πειθαρχία, ως αποτέλεσμα επίπονης εκπαίδευσης, υψηλού φρονήματος, σωστής οργάνωσης και κατάλληλου εξοπλισμού. Ο Έλληνας οπλίτης ήταν ελεύθερος πολίτης και έκανε το χρέος του προς την πατρίδα σε περίοδο πολέμου, ως στρατιώτης βαρέως πεζικού, αποτελώντας το δομικό στοιχείο της οπλιτικής φάλαγγας. Έφερε βαρύ οπλισμό που ξεπερνούσε τα 25 κιλά, αποτελούμενο κυρίως από ασπίδα, δόρυ, ξίφος, περικεφαλαία και ενίοτε θώρακα. Η φάλαγγα ήταν μία πυκνή παραλληλόγραμμη διάταξη οπλιτών, συνήθως με βάθος οκτώ γραμμών, όπου η κατά παράγγελμα επικάλυψη των ασπίδων επέτρεπε μια άκαμπτη και ανθεκτική γραμμή μετώπου. Η κύρια τακτική ήταν ο δορατισμός, δηλαδή η μαζική νύξη με τα δόρατα, πάνω, κάτω και ενδιάμεσα από το τείχος των ασπίδων, ακολουθούμενη από τον ωθισμό, δηλαδή την άσκηση μεγάλης πίεσης στον εχθρό από τις ασπίδες του πρώτου ζυγού, όπου συσσωρευόταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα όλων των ανδρών του στίχου, με σκοπό τη δημιουργία ρήγματος στην αντίπαλη παράταξη. Σε πολλές περιπτώσεις, το θέαμα και μόνο της επέλασης της φάλαγγας υπό τις ιαχές των οπλιτών της ήταν αρκούντως τρομαχτικό, ώστε να τρέψει τους βαρβάρους σε φυγή.

1

Η αρχαία Οπλιτική Φάλαγγα: ο κάθε οπλίτης φέρει βαρύ (και ακριβό) οπλισμό, ενώ το σύνολο των οπλιτών, με κατάλληλη εκπαίδευση, οργάνωση και υψηλό φρόνημα, αποτελεί έναν ισχυρότατο σχηματισμό μάχης.

Η πολεμική αυτή ικανότητα διασφάλισε σε μεγάλο βαθμό την ευημερία, αποκρούοντας Πέρσες, Καρχηδόνιους και Ετρούσκους (5ος αι. π.Χ.), και προωθώντας τον εμπορικό και οικιστικό αποικισμό ανά τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Συνεπώς επέτρεψε την ανάπτυξη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, επιτυγχάνοντας υπό την ηγεσία του Μεγ. Αλεξάνδρου τη μέγιστη δυνατή εξάπλωση – επικράτηση έως την Ινδία. Πέραν της τακτικής, θα πρέπει να σημειωθεί και η ευρηματικότητα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ιδιοφυΐα του Διάδη του Πελλαίου, αρχιμηχανικού του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, καθώς και του Αρχιμήδη, οι μηχανισμοί του οποίου συνέβαλαν στην άμυνα των Συρακουσών. Η σταδιακή απώλεια της μαχητικής ικανότητας οδήγησε στην υποταγή της Ελλάδας στην αρχαία Ρώμη – συνώνυμο της δύναμης (2ος αι. π.Χ.). Αργότερα, στους βυζαντινούς χρόνους, ανεδείχθη το ελληνοχριστιανικό πλέον πνεύμα και, όσο ήμασταν στρατιωτικά ισχυροί, υπήρξε σχετική πρόοδος και ευημερία. Αντιθέτως, η σταδιακή εξάρτηση από ξένους μισθοφόρους και η στρατιωτική αδυναμία οδήγησε στην ήττα του Μαντζικέρτ (1071 μ.Χ.) και αργότερα στην Άλωση (1453 μ.Χ.). Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δύο Ζητήματα Αμυντικής Πολιτικής – Σύντομο Σημείωμα

Αμυντική Βιομηχανία και Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων

Απ’ ότι φαίνεται, στο αμέσως προσεχές μέλλον η αρμοδιότητα για την Αμυντική Βιομηχανία θα περάσει από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Η Χώρα δεν διαθέτει, ουσιαστικά, αμυντική βιομηχανία. Για την ακρίβεια, διαθέτει ορισμένους κρατικούς δεινοσαύρους με δραματικά προβλήματα, που αποτελούν επιβάρυνση για τη Χώρα, διαθέτει ορισμένες (μετρημένες στα δάχτυλα το ενός χεριού) δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κάνουν εξαγωγές, διαθέτει κάποια στρατιωτικά εργοστάσια σε ρόλο υποστήριξης, τα οποία βρίσκονται σε επίσης προβληματική κατάσταση, και φυσικά έχει και την αναπόφευκτη εμπλοκή μεγάλων «πολυ-επιχειρηματιών» (των παλαιότερων «διαπλεκόμενων»), που αναζητούν «μερίδιο» στην ανύπαρκτη ελληνική αγορά χωρίς να παράγουν τίποτα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της αμυντικής βιομηχανίας.

Οι βασικοί λόγοι που η Χώρα δεν διαθέτει αμυντική βιομηχανία είναι δύο. Ο ενός λόγος είναι ότι κατά τη δεκαετία του ’70 και του ’80 η Χώρα επένδυσε στις μεγάλες κρατικές βιομηχανίες, οι οποίες συνυφάνθηκαν με όλα τα γνωστά νοσηρά φαινόμενα του ’80 και από τα οποία δεν έχουν απαλλαγεί μέχρι σήμερα και είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλαγούν. Το αποτέλεσμα ήταν και είναι δεινόσαυροι με μηδαμινό έργο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες που είχαν την ευθύνη για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, είχαν παταγώδη άγνοια ακόμη και των πλέον στοιχειωδών ζητημάτων που σχετίζονται με τη βιομηχανική πολιτική, και μάλιστα στον ειδικό αυτόν χώρο. Στον βαθμό που δεν επηρεάζονταν από αθέμιτα συμφέροντα, απλώς δεν είχαν ιδέα τι έπρεπε να ζητήσουν από ποιον. Οι πολιτικές εξαγγελίες και οι αναγγελλόμενες πολιτικές ήταν τόσο θλιβερά ανεπαρκείς και άσχετες με την πραγματικότητα της αμυντικής βιομηχανίας, που ήταν εκ των προτέρων προφανές ότι απλώς θα άνοιγαν (ακριβές) τρύπες στο νερό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δηλώσεις του Υπουργού Εθνικής Άμυνας περί του δόγματος αποτροπής, της μη αύξησης της θητείας και άλλων τινών

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλώντας στο 12ο Συνέδριο της ΟΝΝΕΔ μεταξύ άλλων δήλωσε και τα εξής αναφορικά με τα ζητήματα της εθνικής άμυνας (η αρίθμηση δική μου):

  1. «Δεν είμαστε πολεμοχαρείς, ούτε θέλουμε πολέμους» είπε ο κ. Παναγιωτόπουλος αλλά σημείωσε πως είναι σημαντικό:
  2. Να υπάρχει σοβαρό δόγμα αποτροπής ώστε να γνωρίζουν οι αντίπαλοι ότι θα έχουν μεγάλο κόστος με ελάχιστο όφελος.
  3. Υπογράμμισε ότι στα τέλη του χρόνου θα προωθηθεί το σχέδιο για τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων και ξεκαθάρισε πως δεν θα υπάρξει αύξηση της θητείας.
  4. Είπε πως στόχος είναι οι νέοι οπλίτες να αποκτήσουν δεξιότητες και πιστοποιητικά στο πλαίσιο της θητείας. Ανέφερε πως θα αξιοποιηθούν τα καλύτερα μυαλά και οι οπλίτες θα μπορούν να συμμετέχουν σε σεμινάρια για την απόκτηση πιστοποιητικών για χρήση υπολογιστών, ξένων γλωσσών, χειρισμού ειδικών μηχανημάτων, μαγείρων και άλλων δεξιοτήτων.

Ακολουθεί σχολιασμός των δηλώσεων του κυρίου υπουργού.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αεροπορική Ισχύς και Κύπρος: Πόσο Μακρυά είναι η Κύπρος, Αλήθεια;

«Οὐδὲν ἔθνος δύναται νὰ θαλασσοκρατεῖ ἐφ᾿ ὅσον δὲν θεωρεῖ τὰ πολεμικὰ πλοῖα προορισμένα νὰ κινδυνεύουν»

Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

 

Το παρόν άρθρο αφιερώνεται ευλαβικά στη μνήμη του Λοχαγού (ΜΧ) Σωτήριου Σταυριανάκου.

Έπεσε στις 16 Αυγούστου 1974 στο Ύψωμα Β’ του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Γερόλακκο.

Σταυριανάκος

Λοχαγός (ΜΧ) Σωτήριος Σταυριανάκος

1. Εισαγωγή

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από την πιο μαύρη σελίδα της μεταπολεμικής ιστορίας της Ελλάδας, κι την πιο τραγική της Νεότερης Ιστορίας μας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: είναι ήδη σαράντα πέντε χρόνια από τότε που οι Τούρκοι κατέκτησαν το 38% της Ελληνικής Κύπρου, κατανίκησαν ταπεινωτικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και εκδίωξαν τους κατοίκους από το βόρειο μέρος του Νησιού, με την ίδια ακριβώς βαρβαρότητα που αποτελεί το πιο σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους από τότε που εμφανίζονται στην Ιστορία.

Από ελληνικής πλευράς, η τραγωδία είχε μία πολύ «χρήσιμη» ιστορική λειτουργία: αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία της πτώσης της Δικτατορίας του 1967, η οποία, ήδη από την απόσυρση της «Μεραρχίας» έφερε βαρύτατη ευθύνη για τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή, και πολύ περισσότερο για την αποτυχία της αντιμετώπισής της. Η πτώση της Χούντας ακολουθήθηκε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Χώρα και την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία, με Υπουργό Εθνικής Αμύνης τον Ευάγγελο Αβέρωφ και Υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Μαύρο.

Η Τουρκική Εισβολή εκδηλώθηκε στο διάστημα από 20 Ιουλίου μέχρι 16 Αυγούστου του 1974, με ένα ενδιάμεσο διάστημα «ανακωχής». Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής αυτής, το ελλαδικό κράτος υπήρξε, στην πράξη, απαθής θεατής, φωνασκώντας διπλωματικά αλλά αποφεύγοντας να πράξει οτιδήποτε ουσιώδες για να αντιμετωπίσει εμπράκτως μία ευθεία, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή στον εθνικό του χώρο. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια υπήρξε η «με άκρα μυστικότητα» αποστολή στο Νησί μίας μοίρας καταδρομών, δηλαδή μίας μοίρας ελαφρού πεζικού, με την όποια (μηδαμινή) επίδραση θα μπορούσε να έχει στην εξέλιξη του διεξαγόμενου πολέμου μία τέτοια μονάδα. Κατά τα άλλα, το ελλαδικό κράτος και οι ηγεσίες του, από τις 20 Ιουλίου μέχρι και τη λήξη των εχθροπραξιών στις 16 Αυγούστου, ανέβασαν μία ιλαροτραγική παράσταση, στην οποία «αναζητούσαν εναγωνίως» τρόπους για να αντιμετωπίσουν «εμπράκτως» την τουρκική εισβολή, αλλά «δεν τους έβρισκαν». Είναι προφανές τι σήμαιναν οι υποκριτικοί θεατρινισμοί του θέρους του 1974 για τη χουντική ηγεσία, αλλά -κάτι που ξεχνιέται εύκολα και βολικά- εγείρουν, επίσης, σοβαρότατα ερωτηματικά για την πολιτική ηγεσία που τη διαδέχτηκε τον Ιούλιο του 1974.

Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αδράνεια των ελλαδικών ηγεσιών το καλοκαίρι του 1974 εξωθείται συχνά, και προφανώς σκόπιμα, σε «τεχνικές» συζητήσεις περί της πρακτικής δυνατότητας ή αδυναμίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να πράξουν οτιδήποτε αποτελεσματικό για να αντιμετωπίσουν την Τουρκική Εισβολή. Το ενδιαφέρον στη συζήτηση αυτή είναι ότι οι θέσεις και τα επιχειρήματα «χουντικών» και «μεταπολιτευτικών» ουσιαστικά ταυτίζονται· το γεγονός είναι φυσικό αφού πρέπει να υπερασπίσουν την ίδια θέση, την «έμπρακτη αδυναμία επέμβασης». Η ταυτότητα των απόψεων είναι επιβεβλημένη και για έναν επιπλέον λόγο: παρά την πολιτειακή και πολιτική αλλαγή του Ιουλίου του 1974, οι στρατιωτικοί υπεύθυνοι της Χώρας παρέμειναν οι ίδιοι καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής. Οι βασικοί φυσικοί αυτουργοί της ελλαδικής απραξίας στις 20, 21 και 22 Ιουλίου του 1974, και προδήλως ύποπτοι βαρύτατης προδοσίας -με την κυριολεκτική, νομική έννοια του  Ποινικού Κώδικα- δηλαδή ο στρατηγός Μπονάνος, ο αντιναύαρχος Αραπάκης και ο αντιπτέραρχος Παπανικολάου, συνέχισαν να κατέχουν τις θέσεις τους και να επηρεάζουν επισήμως την πολιτική της Χώρας και καθ’ όλη τη διάρκεια της Εισβολής, αλλά και μετά, τερματίσαντες «ευδοκίμως» τη θητεία τους και μηδέποτε, μέχρι το τέλος του βίου τους, ενοχληθέντες για τα γεγονότα αυτά.

2. Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού στο περιοδικό «Στρατηγικόν»

ΣτρατηγικόνΣαράντα πέντε χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο, το άρθρο ενός ανωτάτου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας έρχεται να μας θυμίσει την ταυτότητα της υπερασπιστικής γραμμής Χούντας και Καραμανλικής Μεταπολίτευσης ως προς το «τεχνικό» σκέλος της συζήτησης -και όχι μόνον εκεί. Πρόκειται για το άρθρο του του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού, που αποστρατεύτηκε τον Μάρτιο του 2014 έχοντας φτάσει στα ανώτατα κλιμάκια της ΠΑ και έχοντας διατελέσει Διοικητής της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστηρίξεως και ex officio μέλος του Ανωτάτου Αεροπορικού Συμβουλίου. Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «Στρατηγικόν», ένα αξιοσημείωτο διαδικτυακό περιοδικό που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη στρατηγική, την οποία αντιλαμβάνεται ως «γέφυρα που συνδέει τους σκοπούς της πολιτικής με τα στρατιωτικά μέσα» και περιλαμβάνεται στο τεύχος 2 του περιοδικού, που έχει ως θέμα την Κύπρο. Το άρθρο δεν φαίνεται να απηχεί τις θέσεις του ιδίου του περιοδικού για την Κύπρο· είναι ενδεικτικό ότι το αξιοσημείωτο άρθρο: «Κύπρος 1974: Στρατηγική Αξιολόγηση και Στρατιωτική Στρατηγική» του αντιστρατήγου ε.α. Παναγιώτη Γκαρτζονίκα έχει διαμετρικά αντίθετες θέσεις με αυτό το Βρεττού, όπως και το συναφές άρθρο: «Είναι η Κύπρος Μακριά; Ελληνική Ναυτική Στρατηγική για την Ανατολική  Μεσόγειο» του αντιναυάρχου ε.α. Βασιλείου Μαρτζούκου.[i]

Το άρθρο του Αντιπτεράρχου (Ι) ε.α. Βασιλείου Βρεττού είναι εξαιρετικά περίεργο. Πρόκειται για ένα άρθρο στο οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το θέμα του και ποιο το ερώτημα στο οποίο απαντά. Στον βαθμό που μπορεί να συναγάγει κανείς από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου, αντικείμενο του κειμένου είναι:

(α) κατά πόσον ήταν δυνατή η αεροπορική υποστήριξη των Ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974 από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό αποτελεί και ένα σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα. Πρόκειται για ένα από τα «τεχνικά» θέματα στα οποία εξωθείται -για λόγους σκοπιμότητας- η κάθε συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες των Ελλαδικών ηγεσιών για την αντιμετώπιση της Εισβολής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα τέτοιο «τεχνικό» ζήτημα, αναμένει κανείς την τεκμηριωμένη γνώμη ενός Ιπταμένου της ΠΑ, ανωτάτου αξιωματικού που έφθασε στην κορυφή της ιεραρχίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

(β) κατά πόσον ήταν σκόπιμη από πολιτικής απόψεως η αεροπορική υποστήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο το 1974. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, που είναι όμως παντελώς άσχετο με το προηγούμενο. Η μόνη συσχέτιση προκύπτει από το ότι το ερώτημα (β) τίθεται μόνον εφ’ όσον έχει απαντηθεί θετικά το ερώτημα (α).

(γ) κατά πόσον είναι σήμερα εφικτή η αεροπορική υποστήριξη ενδεχόμενων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κύπρο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως. Αυτό είναι ένα επίσης σαφές, οριοθετημένο και «καλώς τεθειμένο» ερώτημα, επίσης παντελώς άσχετο με τα δύο προηγούμενα. Το ερώτημα αυτό δεν έχει σχέση με το (α), μιας και αφ’ ενός αφορά τελείως διαφορετικά δεδομένα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με αυτά του 1974, αφ’ ετέρου, ούτως ή άλλως, από το 1974 δεν μπορεί να αντληθεί καμία πρακτική εμπειρία σχετικά με το θέμα, μιας και η Ελλάς… απέφυγε επιμελώς να υποστηρίξει αεροπορικά την Κύπρο.

Τα ανωτέρω εικάζονται από τον τίτλο και τη σύνοψη του άρθρου. Από το ίδιο το περιεχόμενό του προκύπτει απλώς μία σύγχυση του ιδίου του συντάκτη σχετικά με το ποιο είναι, τελικώς, το θέμα του. Εάν, εν πάση περιπτώσει, θελήσει κανείς να επιμείνει, μπορεί να διακρίνει στο κείμενο μία βασική θέση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου