Ηλεκτρονική Υποστήριξη (Electronic Support – ES), Μέρος Α’

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Συστήματα Ραντάρ και Ηλεκτρονικού Πολέμου»

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, 2018

ISBN 9789604911196

Εισαγωγή – Γενικά

Η ηλεκτρονική υποστήριξη ES (Electronic Support), γνωστή από παλαιότερα και ως μέτρα ηλεκτρονικής υποστήριξης ESM  ή ηλεκτρονικά μέτρα υποστήριξης ESM (Electronic Support Measures) αποτελεί πολύ βασικό τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου. Παραδοσιακά, περιλαμβάνει παθητικά συστήματα, δραστηριότητες και διαδικασίες έρευνας / επιτήρησης, υποκλοπής, αναγνώρισης και εντοπισμού των εκπομπών του αντιπάλου (ραντάρ, επικοινωνιών, laser, υπέρυθρης ακτινοβολίας, κτλ), καθώς επίσης καταγραφής, ανάλυσης και ταξινόμησης των βασικών παραμέτρων αυτών. Στην περίπτωση των ραντάρ, οι πρωτεύουσες παράμετροι είναι η συχνότητα εκπομπής (RF), το εύρος (διάρκεια) παλμού PW, η συχνότητα επανάληψης παλμών PRF, ο ρυθμός περιστροφής της κεραίας και ο τύπος σάρωσης, ενώ οι δευτερεύουσες παράμετροι είναι ευελιξία συχνότητας (frequency agility), PRF agility, διαμόρφωση κυματομορφής (παλμών), κτλ. Επίσης, σημαντικό στοιχείο που παρέχουν τα συστήματα ES είναι η αζιμουθιακή κατεύθυνση (διόπτευση) του υποκλεπτόμενου ραντάρ. Συνδυάζοντας μεταξύ τους όλα αυτά τα στοιχεία επιτυγχάνεται ο σκοπός που είναι η αναγνώριση της συγκεκριμένης απειλής (τύπου ραντάρ, κτλ), καθώς και η παροχή έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να αναλαμβάνονται οι απαραίτητες εκείνες ενέργειες, ανάλογα με την προτεραιότητα της απειλής. Για παράδειγμα, η υποκλοπή εκπομπής ραντάρ διεύθυνσης βολής πυροβολικού ή κατευθυνόμενων βλημάτων, συνήθως απαιτεί αμεσότερες / ταχύτερες αντιδράσεις απ’ ότι η υποκλοπή ενός κοινού ραντάρ ναυτιλίας ή επιτήρησης. Φαίνεται λοιπόν ότι ακόμη και κάτω από συνθήκες σιγής εκπομπών των φίλιων μέσων, τα ηλεκτρονικά μέσα υποστήριξης (ES) αποτελούν από τους πιο κρίσιμους και αξιόπιστους αισθητήρες για τη σύνθεση της τακτικής εικόνας με παθητικά και μόνο μέσα. Τα συστήματα ES βοηθούν στην αναγνώριση τόσο των φίλιων όσο και των εχθρικών μονάδων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις παρέχουν την πρώτη σοβαρή ένδειξη επικείμενης εχθρικής επίθεσης.

Σχήμα 1: Η γενικευμένη ιδέα ενός συστήματος αυτοπροστασίας ηλεκτρονικού πολέμου, μαχητικού αεροσκάφους.

Παραδοσιακά, η εφαρμογή ηλεκτρονικής επίθεσης (Electronic AttackΕΑ) και ηλεκτρονικής προστασίας (Electronic Protection – EP), είναι δύσκολη έως αδύνατη χωρίς την προηγούμενη αποτελεσματική ηλεκτρονική υποστήριξη (ES). Η ηλεκτρονική υποστήριξη μπορεί να παράγει πολύ μεγάλο όγκο πληροφοριών που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ορθή αξιολόγηση του επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Επίσης, όλα τα μοντέρνα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου είναι συνήθως ολοκληρωμένα, δηλαδή συνδυάζουν ταυτόχρονα τις λειτουργίες υποκλοπών, έγκαιρης προειδοποίησης και παρεμβολών. Πάντως, σε ένα πραγματικό περιβάλλον επιχειρήσεων, η αποτελεσματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων των συστημάτων εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος από τις ικανότητες και το επίπεδο εκπαίδευσης όλων των εμπλεκομένων (χειριστών συστημάτων ραντάρ και ηλεκτρονικού πολέμου, επιχειρησιακών σχεδιαστών αποστολών, κτλ). Η επιτυχημένη διεξαγωγή των εφαρμοζόμενων τεχνικών ηλεκτρονικού πολέμου προϋποθέτει εξειδικευμένο εξοπλισμό, εκπαιδευμένο προσωπικό και κατάλληλη καθοδήγηση στις προτεραιότητες, στο είδος των στόχων, και των επιθυμητών απαιτήσεων συλλογής πληροφοριών, για την αποφυγή σπατάλης χρόνου και προσπαθειών. Οι γνώσεις, η εμπειρία, οι δεξιότητες και οι ικανότητες που αποκτώνται μέσω κατάλληλης εκπαίδευσης, επιτρέπουν στους χειριστές ραντάρ να εκτιμούν ορθά την τακτική κατάσταση, να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τεχνικές ελέγχου εκπομπών (EMCON),[1] να εκμεταλλεύονται την απεικόνιση μη επεξεργασμένης εικόνας (raw video), να αντιλαμβάνονται την παρουσία ηλεκτρονικών επιθέσεων (EA) και να διακρίνουν προσπάθειες παρεμβολής που επηρεάζουν τη λειτουργία του ραντάρ που χειρίζονται. Επίσης, τους επιτρέπουν να ενεργοποιούν κάθε φορά την καταλληλότερη τακτική / τεχνική ηλεκτρονικής προστασίας (EP), ανάλογα με την επίθεση που υφίστανται και να την εφαρμόζουν μόνο για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η προσπάθεια παρεμβολής, αποφεύγοντας έτσι την ηθελημένη μείωση της απόδοσης του ραντάρ ή την άσκοπη αποκάλυψη των δυνατοτήτων EP που διαθέτουν. Στο πλαίσιο αυτό, οι εξειδικευμένες ασκήσεις για την αξιολόγηση συστημάτων και τακτικών, καθώς επίσης για τη διεξαγωγή περίπλοκων επιχειρήσεων ηλεκτρονικού πολέμου θεωρείται άκρως απαραίτητη.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Παρεξηγήσεις γύρω από την Πολεμική Βιομηχανία σε Ελλάδα και Τουρκία: Σύντομο Σχόλιο

Πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την Ελληνική και την Τουρκική πολεμική βιομηχανία τείνουν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες παρεξηγήσεις και πάντως παντελώς άστοχα συμπεράσματα, τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά. Συγκεκριμένα, οι ακυρώσεις ή ματαιώσεις πωλήσεων εξοπλισμού που η τουρκική πολεμική βιομηχανία είχε εξασφαλίσει ή στις οποίες προσέβλεπε, σε συνδυασμό με συμβάσεις που υπέγραψαν ελληνικές πολεμικές βιομηχανίες, τείνουν να δημιουργήσουν την εντύπωση περί «αντιστροφής» της συγκριτικής πορείας των δύο μερών: η, αναμφισβήτητα μεγαλύτερη, τουρκική πολεμική βιομηχανία «συρρικνώνεται» ενώ η, μικρή έστω, ελληνική βιομηχανία «απογειώνεται». Πρόκειται περί σοβαρής παραναγνώσεως της καταστάσεως, που οδηγεί σε λανθασμένα τεχνικά συμπεράσματα και σε πολύ σημαντικότερα πολιτικά λάθη.

Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας δεν έγκειται στο μέγεθός τους, όπως και αν κανείς το μετρήσει: αριθμό και μέγεθος βιομηχανιών, αριθμό και πολυπλοκότητα προϊόντων, όγκος πωλήσεων κ.λπ. Οι κρίσιμες και αλληλένδετες μεταξύ τους διαφορές έγκεινται στα εξής θεμελιώδη:

(α) η τουρκική πολεμική βιομηχανία, όπως και κάθε σοβαρή αμυντική (και όχι μόνον) εθνική βιομηχανία διεθνώς, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα που κατευθύνεται και υποστηρίζεται από το κράτος μέσω ολοκληρωμένης βιομηχανικής πολιτικής. Στην Ελλάδα δεν απουσιάζει απλώς ένα τέτοιο σύστημα και μία τέτοια πολιτική, αλλά αγνοείται ο ίδιος ο λόγος ύπαρξής του. Αντιθέτως, επικρατεί μία κωμικοτραγική απορία γιατί «δεν μπορούμε να αναπτύξουμε κάποιο σύστημα ενώ έχουμε «τόσο καλά μυαλά»;» (;!).

(β) η τουρκική πολεμική βιομηχανία παράγει ολοκληρωμένα αμυντικά προϊόντα, αφού έχει διέλθει (και συνεχίζει να διέρχεται) μία μακρά περίοδο στοχευμένης απορρόφησης τεχνογνωσίας. Ως «προϊόντα» δεν εννοούνται κατ’ ανάγκην ολοκληρωμένα συστήματα αλλά και κρίσιμα υποσυστήματα (όχι εξαρτήματα αλλά υποσυστήματα – η διαφορά είναι τεράστια) τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον εκσυγχρονισμό υφισταμένων συστημάτων ή την προσθήκη σε νέα συστήματα, τόσο για λόγους οικονομίας (εγχώριας προστιθέμενης αξίας) όσο και για στρατηγικούς λόγους (ασφάλεια εφοδιασμού και απόρρητο τεχνικών, λειτουργικών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων). Είναι άλλο πράγμα να σχεδιάζεις μία βίδα (και ο σχεδιασμός δεν αφορά μόνον το «σχήμα» της αλλά όλες τις ιδιότητές της και την ακριβή διαδικασία κατασκευής της) και άλλο να σου δίνουν τον σχεδιασμό μίας βίδας για να την παραγάγεις. Κατά τη διαδρομή από τη βίδα στο εξάρτημα και από εκεί στο υποσύστημα και τέλος στο σύστημα, η διαφορά γίνεται χαώδης.

(γ) Η τουρκική πολεμική βιομηχανία είναι κατά τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ελληνική, η οποία στην πράξη αποτελείται από δύο (κατ’ ελάχιστον) έως τέσσερεις (κατά μέγιστο) βιομηχανικές οντότητες, οι οποίες βρίσκονται εκτός οποιουδήποτε σχεδιασμού βιομηχανικής πολιτικής, και ως εκ τούτου είναι μεσοπρόθεσμα ευάλωτες.

(δ) Η εποχιακή διακύμανση (βελτίωση ή επιδείνωση) της θέσης μίας εθνικής (πολεμικής ή άλλης) βιομηχανίας όχι απλώς είναι αναμενόμενη, αλλά και δεν είναι συγκρίσιμη με αντίστοιχη διακύμανση μία άλλης αντίστοιχης εθνικής βιομηχανίας με την οποία έχει διαφορά τάξεως μεγέθους (αν όχι τάξεων μεγέθους).

(ε) Η εξαγωγική δραστηριότητα και αποδοτικότητα της πολεμικής βιομηχανίας είναι κατ’ εξοχήν δευτερεύουσα διάσταση της ευρωστίας της, ειδικά για χώρες που έχουν οι ίδιες στρατιωτική ισχύ και άρα αποτελούν τη βασική και θεμελιώδη αγορά και πελάτης της πολεμικής της βιομηχανίας. Εάν οι εξαγωγές της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας σημειώσουν μεγάλη κάμψη, αυτό όντως αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία. Εάν οι εξαγωγές της κινεζικής πολεμικής βιομηχανίας σημειώσουν μεγάλη κάμψη, αυτό είναι πολύ μικρότερο πρόβλημα για την κινεζική πολεμική βιομηχανία.

Καλό είναι, λοιπόν, να μην επιχαίρουμε με την αντίστροφη εποχιακή διακύμανση των δύο βιομηχανιών, γιατί μιλάμε για τόσο μεγάλες διαφορές, που ουσιαστικά δεν μας προσφέρει καμία ανακούφιση, στρατηγική ή οικονομική.

Πολύ περισσότερο, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι με τη βαθιά σήψη στην οποία βρίσκεται η ελληνική πολεμική βιομηχανία, με την απόλυτη αμηχανία ως προς την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής στον κλάδο αυτόν, και με τις αδιέξοδες προτάσεις πολιτικής που φαίνεται να δρομολογούνται ή έχουν δρομολογηθεί («πωλήσεις σε στρατηγικούς επενδυτές», «εγχώριες παραγωγές», «συμμετοχές σε διεθνή προγράμματα» κ.λπ.) είναι προδιαγεγραμμένο και το ζοφερό μέλλον της ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.

Ίσως αυτό το τελευταίο είναι το δραματικότερο πρόβλημα: όχι τόσο η (τραγικά) κακή κατάσταση της ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας όσο η απόλυτη αμηχανία (πέραν των προσχηματικών «πολιτικών προτάσεων» και «στρατηγικών») σχετικά με την ανάπτυξή της.

Στρατιωτική ισχύς χωρίς ισχυρή πολεμική βιομηχανία δεν υφίσταται. Αυτό απαιτεί, ασφαλώς, πολλές διευκρινίσεις, αλλά ως γενική αρχή είναι μαθηματικής ισχύος.  

(ΥΓ: Για να καταστούν τα ανωτέρω κάπως πιο σαφή και συγκεκριμένα, προτείνεται στον αναγνώστη το εξής απλό: Οι αντίστοιχοι φορείς βιομηχανικής πολιτικής στην πολεμική βιομηχανία είναι η Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων και Τεχνολογικών Ερευνών (ΔΑΕΤΕ) για την Ελλάδα και η Undersecretariat for Defence Industries (SSB) για την Τουρκία. Για να φωτιστεί κάπως καλύτερα το πράγμα, συγκρίνετε την «αποστολή της ΔΑΕΤΕ» όπως αυτή αποτυπώνεται στη σχετική ιστοσελίδα, με την αποστολή της SSB όπως αυτή αποτυπώνεται στην αντίστοιχη σχετική ιστοσελίδα. Αν κανείς μπει στον κόπο να συγκρίνει και τα βιογραφικά των «ομολόγων» (ας πούμε) στελεχών, η κατάσταση των πραγμάτων θα φωτιστεί πλήρως. Αν μάλιστα κανείς αναζητήσει και θεσμικά κείμενα ή ομιλίες κρισίμων στελεχών των δύο πλευρών… ίσως χάσει παντελώς το κέφι του. Αν μη τι άλλο, θα σταματήσει να παίρνει σοβαρά τους κατά καιρούς εξαγγελόμενους σχεδιασμούς του ενός ή του άλλου. Η ελευθερία, μας λέει ο ποιητής, θέλει και αρετή).

Δυσάρεστες Αναλύσεις για Δυσάρεστα Ερωτήματα: Αναλώσιμα Αεροσκάφη σε Ετοιμότητα

των Collin Fox και Harrison Schramm*

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του Center for International Maritime Security (CIMSEC)

(Σ.τ.Μ.: Το -φαινομενικά άσχετο με την ελληνική πραγματικότητα- άρθρο μεταφράζεται επειδή βασικά στοιχεία του σκεπτικού των συντακτών σχετίζονται άμεσα όχι μόνον με την πραγματικότητα της Πολεμικής Αεροπορίας και των θεμάτων που αντιμετωπίζει, αλλά και με συγκεκριμένα, κρίσιμα ζητήματα που είναι (ή φαίνεται να είναι) υπό εξέταση σε σχέση με τον εξοπλισμό της και τη δομή δυνάμεώς της.

Επαφίεται στον οξυδερκή αναγνώστη να ταυτοποιήσει τα σχετικά σημεία και στοιχεία.)

Διαλέξτε τη δική σας ταινία περιπέτειας: Πώς είναι πιθανότερο να τερματιστεί ο επόμενος πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον άλλης μεγάλης δύναμης; (Διαλέξτε μία από τις επόμενες απαντήσεις.)

Α. Η σύγκρουση τελειώνει πολύ γρήγορα, οι ΗΠΑ κερδίζουν, η ζωή συνεχίζεται, και δεν υπάρχει κάτι προς ανάλυση.

Β. Η σύγκρουση τελειώνει πολύ γρήγορα, η ΗΠΑ χάνουν, η ζωή συνεχίζεται, και δεν υπάρχει κάτι προς ανάλυση.

Γ.  Η σύγκρουση τελειώνει πολύ γρήγορα, όλοι σκοτώνονται, και δεν υπάρχει κάτι προς ανάλυση.

Εάν διαλέξατε: «Κανένα από τα παραπάνω», μάλλον δεν έχετε προοπτικές για σεναριογράφος ταινιών δράσης του ’80, ίσως όμως έχετε προοπτικές για στρατηγικός αναλυτής. Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι της επιλογής Δ: Η σύγκρουση συνεχίζεται σε βάθος χρόνου, που ασυναίσθητα απορρίπτεται. Η εμμονή του αμερικανικού αμυντικού κατεστημένου, καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, με την πυρηνική σύγκρουση, έχει αφήσει πίσω της ως παραπροϊόν μία δηλητηριώδη κληρονομιά από υποθέσεις που αντέχουν στον χρόνο, με κυριότερη την υπόρρητη προσδοκία ότι μία σύγκρουση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων θα είναι σύντομη και  έντονη. Αν και η προσδοκία αυτή έχει επιπτώσεις σε πολλούς τομείς, από τη στρατιωτική επιμελητεία και την παγκόσμια οικονομία μέχρι τον τερματισμό της συγκρούσεως, εδώ θα ασχοληθούμε με τις απώλειες μαχητικών αεροσκαφών.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Φάντασμα του «διασυνδεδεμένου πεδίου μάχης»

του Jack Watling*

Αναδημοσιεύεται από το West Point Modern War Institute

(Ευχαριστίες στον con-ops για την επισήμανση του άρθρου)

Σ.τ.Μ.: Η μεταφρασμένη εργασία έχει ως βασικό αντικείμενο ένα ζήτημα που ασφαλώς δεν έχει μεγάλη σχέση με τα τρέχοντα προβλήματα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Επελέγη όμως να μεταφερθεί εδώ για δύο λόγους:

Ο πρώτος λόγος είναι ότι εξηγεί με απλά λόγια βασικούς λόγους για τους οποίους η ευρέως διαδεδομένη άποψη περί «αμιγώς τεχνολογικού πολέμου» και «ευφυών, σύγχρονων, δικτυακών και πυραυλικών» λύσεων -ιδίως στις χερσαίες δυνάμεις, αλλά όχι μόνον- έχει τεράστιες δυσκολίες  και είναι πρακτικά ατελέσφορες ακόμη και για τεχνολογικά προηγμένες χώρες και στρατούς. Το πόσο μεγαλύτερες είναι οι δυσκολίες για τεχνολογικά υστερούσες χώρες και στρατούς (όπως η Ελλάδα), ελπίζεται ότι είναι προφανές. Δυστυχώς, τέτοιες «προτάσεις» και «εισηγήσεις» ακούγονται συνεχώς και στη χώρα μας (παρ’ όλο που είναι πρακτικά εκτός τόπου και χρόνου) από ανθρώπους που, επαγγελματικά και θεσμικά, θα όφειλαν να έχουν στοιχειώδη αντίληψη της πραγματικότητας.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, ασχέτως του ειδικότερου αντικειμένου το οποίο πραγματεύεται, το άρθρο φωτίζει μία βαθιά «δογματική» αντίληψη των Αμερικανικών, κυρίως, Ενόπλων Δυνάμεων, γαλλικής προελεύσεως.

Η έννοια του «πανόπτη» (και μάλιστα αυτόματου, χωρίς αποφάσεις και παρεμβάσεις) είναι το παλιό γαλλικό καρτεσιανό όνειρο για έναν πλήρως, απολύτως ελεγχόμενο μηχανισμό. Αυτό διαμόρφωσε το δόγμα της «μεθοδικής μάχης» και της κεντρικής σημασίας της ισχύος πυρός για τον Γαλλικό Στρατό από τον Α’ Π.Π. μέχρι και τον Β’ Π.Π. (αν και το δόγμα αυτό είχε τις ρίζες του στα τέλη του 19ου αιώνα). Ο αντίπαλος κατανικάται με τη μαζική αλλά συστηματική και κεντρικά ελεγχόμενη χρήση της ισχύος πυρός, κυρίως του πυροβολικού, ενώ οι μονάδες ελιγμού κινούνται σε ασφυκτικά καθορισμένο, γεωμετρικά και χρονικά, σχέδιο παρακολουθώντας τα πυρά πυροβολικού. Οι επί κεφαλής των τμημάτων υπήρχαν περισσότερο ως εκτελεστές των άνωθεν εντολών και για την τήρηση της πειθαρχίας. Η κατάσταση θα όφειλε να είναι συνεχώς ελεγχόμενη.

Η αντίληψη αυτή δεν είναι η μοναδική αντίληψη για τη διεξαγωγή της μάχης. Οι Γερμανοί, στο ίδιο πρόβλημα είδαν διαφορετική απάντηση και ανέπτυξαν ουσιωδώς διαφορετικές λύσεις.

Η βασική αυτή διαφορά στην αντίληψη του πεδίου μάχης οδήγησε σε σημαντικά διαφορετικές αντιλήψεις για το δόγμα, την εκπαίδευση και το προσωπικό.

Οι Αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις, παρά την αναμόχλευση του δόγματός τους κατά τη δεκαετία του ’80, φαίνονται να έχουν επηρεαστεί βαθύτατα από τις παλιές γαλλικές αντιλήψεις (μέσω των οποίων εισήχθησαν στον σύγχρονο πόλεμο), ενώ η κτηνώδης τεχνολογική ισχύς τους προφανώς επιτείνει την τάση αυτή.

Είναι προφανές και αναπόφευκτο ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν εντονότατη επιρροή στη νοοτροπία και τις αντιλήψεις των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων· καλό είναι όμως να θυμόμαστε ότι η διαφορά στην οικονομική και τεχνολογική ισχύ καθιστά εγγενώς αδύνατη τη μίμηση κάποιων προτύπων.


Κατά τη διάρκεια μίας άσκησης στην έρημο της Καλιφόρνιας τον Οκτώβριο του 2021, μία ομάδα ειδικών δυνάμεων έπιασε τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Κάτω από το παρατηρητήριο της ομάδας ήταν σχεδόν εκατό εχθρικά οχήματα που εξυπηρετούνταν με αργό ρυθμό από ένα σημείο ανεφοδιασμού καυσίμων. Η ομάδα είχε οπτική επαφή με τον στόχο και πυρά διαθέσιμα προς κλήση. Κανονικά θα ήταν η αποφασιστική στιγμή της ασκήσεως, το είδος της ευκαιρίας που το σύγχρονο δόγμα επιδιώκει να εκμεταλλευτεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αλλά δεν επέπρωτο να είναι έτσι.

Σε αντίθεση με τους πολέμους που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου, στους οποίους οι νατοϊκές δυνάμεις πολεμούσαν σε μικρούς σχηματισμούς με λίγους μόνον περιορισμούς να επιβάλλονται από εχθρικά πυρά που απειλούσαν τους μηχανισμούς υποστηρίξεώς τους και μικρή παρενόχληση από ηλεκτρονικό πόλεμο, αυτή η άσκηση διπλής ενεργείας αναπαριστούσε ένα κορεσμένο πεδίο μάχης και ηλεκτρομαγνητικό φάσμα διεκδικούμενο και από τους δύο αντιπάλους. Εξ αιτίας της ανεπάρκειας κόμβων στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, της υπερφόρτωσης των σταθμών διοικήσεως καθώς και εχθρικών ηλεκτρονικών παρεμβολών, η ακολουθία ενεργειών για την αποστολή πυρών έκανε τέσσερεις ώρες να ολοκληρωθεί. Τα πυρά εξουδετέρωσαν κάποιους από την αντίπαλη επιμελητεία, αλλά η ευκαιρία είχε προ πολλού χαθεί.

Σήμερα οι επιτελείς σε όλον τον κόσμο κηρύσσουν την ανάδυση του «διασυνδεδεμένου πεδίου μάχης», στο οποία τα δεδομένα μεταφέρονται αβίαστα και σε πραγματικό χρόνο μεταξύ αεροπορικών, χερσαίων, ναυτικών, διαστημικών δυνάμεων καθώς και των δυνάμεων του κυβερνοχώρου. Παρουσιάσεις με PowerPoint και γραφικά υπόσχονται στους διοικητές πρόσβαση σε επίγνωση καταστάσεως, επίγνωση που αφορά τα πάντα και είναι πάντοτε ενημερωμένη με τα τρέχοντα δεδομένα. Οι ανώτατοι αξιωματικοί το χάφτουν, γιατί είναι αυτό που πάντα ονειρεύονταν. Η δυνατότητα να έχει ολόκληρη μία δύναμη πρόσβαση στα δεδομένα του κάθε αισθητήρα της και να αξιοποιεί το πλέον κατάλληλο μέσο πυρός της ανοίγει την προοπτική να μεγιστοποιηθεί η φονικότητα και η αποτελεσματικότητά της δύναμης, και ταυτόχρονα να απαγορεύεται στον αντίπαλο η δυνατότητα να επιτύχει αιφνιδιασμό.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Εκτίμηση ραδιοδιατομής (RCS) του πυραύλου επιφανείας-επιφανείας ATMACA

Παναγιώτης Τουζόπουλος* και Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης**

* Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών

“Δεν είναι απαραίτητο να αλλάξεις. Η επιβίωση δεν είναι  υποχρεωτική.”

Αποδίδεται στον W. Edwards Deming

 

Η δυνατότητα εκτέλεσης πρώτου πλήγματος είναι κρίσιμης σημασίας στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Καθοριστικός παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί η ραδιοδιατομή ενός οπλικού συστήματος (αεροσκάφος, πλοίο, πύραυλος κ.α.), η οποία καθορίζει την απόσταση που το οπλικό σύστημα θα εντοπιστεί από τα εχθρικά ραντάρ. Αν το οπλικό σύστημα του επιτιθέμενου εντοπιστεί πολύ αργά, θα υπάρχει ελάχιστος χρόνος αντίδρασης από τον αμυνόμενο και πιθανόν να μην μπορέσει να εξουδετερώσει την απειλή.

Η μέση ραδιοδιατομή ενός στόχου είναι μια διαβαθμισμένη πληροφορία. Στην παρούσα προσέγγιση προτείνεται μια μέθοδος, η οποία περιλαμβάνει την τρισδιάστατη μοντελοποίηση ενός στόχου και στην συνέχεια την χρήση της μεθόδου της Φυσικής Οπτικής, για την εκτίμηση της ραδιοδιατομής του στόχου. Η εν λόγω προσέγγιση εφαρμόζεται στον πύραυλο τουρκικής ανάπτυξης και κατασκευής ATMACA, με σκοπό την εκτίμηση της ραδιοδιατομής του.

 

1      ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα τύπου stealth είναι σχεδιασμένα για να μην εντοπίζονται σε μεγάλες αποστάσεις από το εχθρικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και να μειώνουν στο ελάχιστο τον χρόνο αντίδρασης του αμυνόμενου. Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης μπορεί να περιλαμβάνει ραντάρ (radar), υπέρυθρες (infrared – IR), sonar κ.α. Η τεχνολογία stealth μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πλήθος οπλικών συστημάτων όπως αεροσκάφη, πλοία, πυραύλους και άρματα μάχης. Η σημασία της παραπάνω τεχνολογίας είναι καθοριστική καθώς δίνει την δυνατότητα στον επιτιθέμενο να πετύχει ισχυρό πρώτο πλήγμα και να επιφέρει μεγάλες απώλειες στον αμυνόμενο. Οι πρώτες προσπάθειες για ελαχιστοποίηση της απόστασης εντοπισμού από την εχθρική αεράμυνα έγιναν με χρήση ειδικών βαφών ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους και μείωση του θορύβου. Σύγχρονες λύσεις είναι ο σχεδιασμός της γεωμετρίας του οπλικού συστήματος με γνώμονα την ελαχιστοποίηση της προβαλλόμενης, προς τα εχθρικά ραντάρ, διατομής, καθώς και επιλογή γεωμετρικών σχημάτων τα οποία ανακλούν την προσπίπτουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία προς τυχαίες κατευθύνσεις. Επίσης χρησιμοποιούνται ειδικά υλικά τα οποία απορροφούν την προσπίπτουσα ακτινοβολία καθώς και ηλεκτρονικά μέσα.

 Ο υπολογισμός της απόστασης στην οποία θα εντοπιστεί ένα εχθρικό οπλικό σύστημα είναι ζωτικής σημασίας για τον αμυντικό σχεδιασμό κάθε χώρας. Λόγω των ελάχιστων διαθέσιμων πληροφοριών για τα συστήματα ενδιαφέροντος δεν είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά ενός στόχου, όπως η ραδιοδιατομή, τα οποία θα επέτρεπαν στον αμυνόμενο μια ασφαλή εκτίμηση για την απόσταση αποκάλυψης από το υφιστάμενο σύστημα επιτήρησης. Στην παρούσα εργασία προτείνεται μια μεθοδολογία η οποία περιλαμβάνει την τρισδιάστατη μοντελοποίηση των στόχων ενδιαφέροντος με βάση πληροφορίες από ανοιχτές πηγές (φωτογραφίες, βίντεο κ.α.). Ακόμα και με ελάχιστα στοιχεία, για συστήματα τα οποία βρίσκονται υπό ανάπτυξη, μπορεί να γίνει μια εκτίμηση για την ραδιοδιατομή του στόχου. Μετά την σχεδίαση του μοντέλου, γίνεται εισαγωγή του στο πρόγραμμα POFACETS 4.1 [1], το οποίο λειτουργεί σε περιβάλλον MATLAB. Στην συνέχεια μετά την αρχικοποίηση των παραμέτρων από τον χρήστη υπολογίζεται η ραδιοδιατομή του στόχου με την προσεγγιστική μέθοδο της Φυσικής Οπτικής η οποία επιτρέπει την εξέταση μεγάλων γεωμετρικά στόχων με σχετικά μικρή επεξεργαστική ισχύ.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένδεκα Θέσεις για την Ελληνική Αμυντική Πολιτική

Εισαγωγή

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Πρωθυπουργός της Χώρας προέβη από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης σε σημαντικές εξαγγελίες για την Άμυνα, «εμβληματικές» όπως (άστοχα) ο ίδιος τις χαρακτήρισε. Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται να αντιστοιχούν σε πραγματικές προθέσεις, αφού η υλοποίησή τους είτε έχει ήδη ξεκινήσει, όπως στην περίπτωση της απόκτησης των δέκα οκτώ μαχητικών αεροσκαφών Rafale, είτε έχουν δρομολογηθεί, όπως η παράταση της στρατιωτικής θητείας στους δώδεκα μήνες. Η όλη προσπάθεια για ενίσχυση της σημαντικά αποδυναμωμένης ελληνικής στρατιωτικής ισχύος έχει πυροσβεστικό χαρακτήρα, καθώς κυρίως επιχειρεί να δώσει λύσεις στα πλέον πιεστικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δέκα πέντε έτη. Από πλευράς χρηματικών πόρων, ο σχεδιασμός φαίνεται ότι βασίζεται στην πρόβλεψη για διάθεση δέκα (ή ένδεκα) δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τα επόμενα πέντε (ή επτά) έτη. Το ποσό αυτό φαίνεται να αφορά τις δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων και κατασκευής στρατιωτικών υποδομών, αν και ο σχεδιασμός συμπεριλαμβάνει εξαγγελίες μέτρων που θα έχουν και αύξηση των λειτουργικών δαπανών.

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχουν πυροδοτήσει εντονότατες συζητήσεις στον ημερήσιο και ειδικό τύπο σχετικά με επιμέρους πτυχές τους, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τεχνικά ή επιχειρηματικά ζητήματα.

Στο παρόν κείμενο θα διατυπωθούν ορισμένες βασικές ανησυχίες σχετικά με την ακολουθούμενη από την Ελλάδα πολιτική εθνικής άμυνας σε βάθος χρόνου. Η πολιτική εθνικής άμυνας που ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, με σαφέστερα ευδιάκριτο και εντεινόμενο χαρακτήρα από τη δεκαετία του 1990, έχει βασικά, εγγενή στοιχεία που οδηγούν την Ελλάδα σε αδιέξοδο στο περιβάλλον της.

Οι θέσεις που θα διατυπωθούν δεν αποτελούν κριτική στις εξαγγελθείσες πολιτικές, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές στην πλειοψηφία τους αποτελούν πυροσβεστικές ενέργειες. Όμως η στρατιωτική ισχύς δεν χτίζεται σε μία πενταετία (ή επταετία), αλλά -όποτε προκύπτει- είναι αποτέλεσμα επαρκούς πολιτικής σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από την άλλη, ακόμη και σε μικρό χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να διαφανεί εάν ακολουθείται πολιτική άμυνας η οποία μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, ή εάν απλώς μπαλώνονται βραχυπρόθεσμα οι ανάγκες που έχουν καταστεί ανυπερθέτως πιεστικές, και μάλιστα υπό την πίεση κάποιου συμβάντος.

Καθώς οι εξαγγελίες της ΔΕΘ άπτονται γενικότερων ζητημάτων αμυντικής πολιτικής, οι θέσεις που θα διατυπωθούν αφορούν ακριβώς την αμυντική πολιτική, δηλαδή το επίπεδο στο οποίο οι πολιτικές ηγεσίες διευθύνουν, διαχειρίζονται και εμπλέκονται με τα στρατιωτικά ζητήματα.

Οι ανησυχίες που θα διατυπωθούν ακολούθως διατυπώνονται μόνον ως θέσεις, χωρίς να τεκμηριώνονται. Η τεκμηρίωση μίας εκάστης εξ αυτών απαιτεί μία ανάλυση από μόνη της, και θα γίνει εν καιρώ.

Εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, ενώ η στρατιωτική ισχύς της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, στην πράξη καμία πολιτική απόφαση ή πορεία στο διεθνές πεδίο στην πράξη δεν οφείλεται σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατιωτική ισχύ ή το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ» ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Πέραν των «οργανωτικών αιτίων»

 

Η Ανυπαρξία Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας

Για μία χώρα που αντιμετωπίζει ιστορικά οξεία -και υπαρξιακή, πλέον – απειλή εθνικής ασφαλείας, το επίπεδο ατροφίας της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι καταπληκτικό.

Σε μία χώρα που έχει αναλογικά υψηλότατες αμυντικές δαπάνες και σε απόλυτους αριθμούς, πολύ υψηλές αμυντικές δαπάνες, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία περιορίζεται σε τέσσερεις μεγάλες, μισο-νεκρές κρατικές βιομηχανίες (ΕΑΒ, ΕΑΣ, ΕΝΑΕ, ΕΛΒΟ) οι οποίες έχουν εξελιχτεί σε καρκίνο για την άμυνα, την οικονομία και την κοινωνία, τρεις μικρές, εξειδικευμένες αλλά ιδιαίτερα δυναμικές και διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες (Θέων, ISI και Sunlight) και μία εταιρεία με ιδιαίτερη μηχανουργική εξειδίκευση αλλά χωρίς άλλη αμυντική τεχνογνωσία (ΜΕΤΚΑ). Αν στο σύνολο αυτό προσθέσει κανείς την εργοστασιακή υποδομή των ΕΔ, λαμβάνει κανείς ένα θλιβερά απογοητευτικό -πρακτικά μηδαμινό- σύνολο.

Στο ερώτημα: «ποια είναι η αιτία της κατάστασης;» δίνονται πολλές απαντήσεις, ενίοτε εύστοχες, συνηθέστερα άστοχες. Το ζητούμενο είναι, όμως να εντοπιστούν τα θεμελιώδη αίτια του προβλήματος, και να διαχωριστούν από συμπτώματα ή δευτερεύουσας σημασίας αίτια. Παρ’ όλο που υπάρχει μία γενική αμηχανία σχετικά με το μέγεθος της αποτυχίας, αυτή συνήθως αποδίδεται σε υπαρκτά αλλά δευτερεύοντα φαινόμενα.

Η κατανόηση των πραγματικών αιτίων έχει κρίσιμη σημασία προκειμένου να μην υπάρχουν προσδοκίες από ενέργειες ή πράξεις, ακόμη περισσότερο από διακηρύξεις, που δεν αφορούν τα πραγματικά αίτια της αποτυχίας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: Αλέξανδρος Κολοβός –  Αποφάσεις από το Διάστημα, Πληροφορίες και Δορυφορική Τεχνολογία

ΑποφάσειςΔιάστημα_front

Οι Υπηρεσίες Πληροφοριών αποτελούν τον έναν από τους τρεις πυλώνες της ασφαλείας ενός κράτους, μαζί με τις Ένοπλες Δυνάμεις και την Αμυντική Βιομηχανία. Ένα κράτος είναι τόσο ασφαλές και τόσο υπολογίσιμο όσο αυτοί οι τρεις πυλώνες. Τα τρία αυτά στοιχεία δεν αποτελούν «μηχανισμούς» του κράτους. Δεν «αντανακλούν» απλώς αλλά κυριολεκτικά αποτελούν τη θέληση μιας κοινωνίας να υπάρχει στον κόσμο. Ειδικά οι υπηρεσίες πληροφοριών «αποτελούν την πραγματική έκφραση του υποσυνειδήτου της χώρας», όπως λέει μία διάσημη όσο και οξυδερκής φράση ενός ήρωα του Τζων Λε Καρρέ – που κάτι ξέρει από υπηρεσίες πληροφοριών.

Υπηρεσίες Πληροφοριών, Ένοπλες Δυνάμεις και Αμυντική Βιομηχανία, επιπλέον, αντανακλούν με τον πιο σαφή τρόπο την ικανότητα μίας κοινωνίας να οργανώσει την επιβίωσή της. Αποτελούν το μέτρο της οργανωτικής της ικανότητας, της τεχνικής της δεξιότητας, της οξυδέρκειάς της, της πνευματικής της αλκής. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (IRST) ως μία προσέγγιση εναντίον δυσδιάκριτων (Stealth) στόχων

Γεώργιος-Κωνσταντίνος Γαϊτανάκης, Ανδρέας Βλασταράς, Νικόλαος Βάσσος, Γεώργιος Λημναίος και Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης

Σημείωση: Η εξέταση των συστημάτων InfraRed Search & Track ή IRST ξεκίνησε ως μία διπλωματική εργασία στην Σχολή Ικάρων, η οποία εκπονήθηκε το 2016 από τους (τότε) Ικάρους IV (Ι) Ν. Βάσσο και Α. Βλασταρά, με επιβλέποντες τους Ασμχους (ΜΗ) Κ. Ζηκίδη και Γ. Λημναίο. Στη συνέχεια, το θέμα δόθηκε ως διπλωματική εργασία στον Γ. Γαϊτανάκη (απόφοιτο του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Παν/μίου Πατρών), στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος που διοργανώνει η ΣΣΕ σε συνεργασία με το Πολ/χνείο Κρήτης: http://sse-tuc.edu.gr/  Αρχικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο OPTIMA 2017, που διοργάνωσε η ΣΣΕ τον Μάιο 2017: https://belisarius21.wordpress.com/2017/05/23/4ο-διεθνές-συνέδριο-για-τον-επιχειρησι/ Επίσης, ορισμένα συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν σε αμυντική ιστοσελίδα: http://www.defence-point.gr/news/ta-systimata-irst-ke-i-anavathmisi-ton-ellinikon-aeroskafon-f-16 Τέλος, η πλήρης εργασία δημοσιεύτηκε στο Journal of Computations & Modelling (vol.9, no.1, 2019, pp.33-53): http://www.scienpress.com/download.asp?ID=940703 Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί απόδοση της εργασίας αυτής στην ελληνική γλώσσα.

Σύνοψη

Εδώ και πάνω από μισό αιώνα, το ραντάρ αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον πιο σημαντικό αισθητήρα στο πεδίο της μάχης, ιδίως στον αεροπορικό τομέα. Τα συστήματα ραντάρ ανέκαθεν ανταγωνίζονταν τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία προσπαθούν να παρεμποδίσουν την ανίχνευση και την ιχνηλάτηση με τη χρήση διαφόρων τεχνικών παρεμβολής. Εντούτοις, η εμφάνιση της τεχνολογίας stealth ή χαμηλής παρατηρησιμότητας (low observable) από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποτέλεσε μία κρίσιμη αλλαγή, ως μία έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας του ραντάρ. Έτσι, επανεξετάστηκαν άλλες περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, σε μια προσπάθεια να υποκατασταθεί ή να συμπληρωθεί το ραντάρ. Ως εκ τούτου, η εκμετάλλευση της υπέρυθρης ακτινοβολίας φαίνεται να είναι μια βιώσιμη προσέγγιση. Ακόμη κι αν έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την ελαχιστοποίηση της υπέρυθρης υπογραφής των μαχητικών αεροσκαφών, είναι αδύνατον να καταστεί εντελώς αόρατο στο υπέρυθρο φάσμα ένα ταχέως κινούμενο αεριωθούμενο αεροσκάφος, προωθούμενο από θερμά καυσαέρια. Τα συστήματα έρευνας και ιχνηλάτησης υπέρυθρης ακτινοβολίας (συστήματα InfraRed Search & Track ή IRST) προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα ραντάρ, όπως παθητική λειτουργία, αντοχή στην παρεμβολή και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μεγάλες αποστάσεις αποκάλυψης. Από την άλλη, δεν υπάρχει άμεση μέτρηση της απόστασης του στόχου, όπως στην περίπτωση του ραντάρ. Η εργασία αυτή ξεκινά με μία αναφορά στις στρατιωτικές εφαρμογές της υπέρυθρης ακτινοβολίας, ακολουθούμενη από μία συνοπτική παρουσίαση επί των σύγχρονων συστημάτων IRST. Στη συνέχεια προτείνεται μία προσέγγιση στην εκτίμηση της απόστασης αποκάλυψης ενός αεριωθούμενου μαχητικού από ένα σύστημα IRST. Η προσέγγιση βασίζεται στη μοντελοποίηση ενός τυπικού στροβιλοανεμιστήρα (Turbofan) κινητήρα και ενός σύγχρονου συστήματος IRST. Κατά την προσομοίωση, εξετάστηκαν διάφορες καιρικές συνθήκες και διαφορετικά οπτικά πεδία (Field Of View). Αποδεικνύεται ότι, υπό ευνοϊκές συνθήκες, η απόσταση αποκάλυψης ενός αεροκινητήρα χωρίς χρήση μετάκαυσης, σε οπίσθια θέαση, βρίσκεται στην τάξη των 100 km ή ακόμα περισσότερο, ξεπερνώντας έτσι την αναμενόμενη επίδοση ενός τυπικού ραντάρ αεροσκάφους εναντίον δυσδιάκριτου στόχου (Stealth).

Λέξεις-κλειδιά: Έρευνα και ιχνηλάτηση υπέρυθρης ακτινοβολίας (InfraRed Search & Track – IRST), νόμος του Planck, κώδικας MODTRAN, νόμος του Beer, ενεργό διάφραγμα (effective aperture ή effective calibre), οπτικό πεδίο (field of view), μεταδοτικότητα (transmittance), ειδική ανιχνευσιμότητα (specific detectivity ή spectral detectability).

1  Εισαγωγή

Η υπέρυθρη ακτινοβολία (Infrared radiation – IR) είναι μη ορατή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, με μήκη κύματος μεγαλύτερα από αυτό του ερυθρού φωτός, η οποία τυπικά καλύπτει το φάσμα από τα 300 GHz (μήκος κύματος 1 mm ή 1000 μm) έως τα 430 THz (0,7 μm). Κάθε αντικείμενο με θερμοκρασία πάνω από το απόλυτο μηδέν εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, κυρίως στο υπέρυθρο φάσμα. Αντικείμενα σε υψηλότερες θερμοκρασίες εκπέμπουν επίσης και ορατό φως, όπως στην περίπτωση του λαμπτήρα πυρακτώσεως. Η φασματική πυκνότητα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από ένα μέλαν σώμα σε θερμική ισορροπία δίδεται από τον νόμο του Planck [1].

Καθώς η υπέρυθρη ακτινοβολία διαδίδεται μέσω της ατμόσφαιρας, απορροφάται από υδρατμούς, διοξείδιο του άνθρακα, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδιο του αζώτου κ.λπ. Ως εκ τούτου, μόνο συγκεκριμένα “παράθυρα” (οι υποπεριοχές των 3-5 και 8-12 μm) επιτρέπουν ικανοποιητική διάδοση. Στην Εικόνα 1 απεικονίζεται η μεταδοτικότητα (transmittance) της ατμόσφαιρας σε 1 ναυτικό μίλι στο επίπεδο της θαλάσσης [2]. Η μεταδοτικότητα γενικώς βελτιώνεται καθώς αυξάνει το υψόμετρο.

Όσον αφορά την περίπτωση ενός αεροπλάνου, αυτό παρουσιάζει μία περίπλοκη θερμική υπογραφή, η οποία προέρχεται από τα ακόλουθα τμήματα:

  • Τα θερμά τμήματα του κινητήρα (κεντρικό τμήμα του κινητήρα, οπίσθια όψη του στροβίλου, σώμα και εσωτερική επιφάνεια των πτερυγίων ελέγχου του ακροφυσίου εξαγωγής).
  • Τα καυσαέρια του κινητήρα (εκπομπές από την καύση του καυσίμου, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα και υδρατμοί).
  • Την δομή του αεροσκάφους, που περιλαμβάνει όλες τις εξωτερικές επιφάνειες των πτερύγων, της ατράκτου, της καλύπτρας κ.λπ., καθώς και ηλιακές και επίγειες αντανακλάσεις και το κρουστικό κύμα Mach (αεροδυναμική θέρμανση).

Επομένως, κάθε όχημα που πετάει στον αέρα εκπέμπει αναπόφευκτα θερμική ακτινοβολία, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί, εάν παρουσιάζει επαρκή αντίθεση με το ψυχρό υπόβαθρο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τρισδιάστατη Μοντελοποίηση Στόχων με σκοπό την εκτίμηση της Ραδιοδιατομής τους

Με βάση δισδιάστατες εικόνες και ανοικτές πηγές

Ανθυποσμηναγού (ΜΑ) Παναγιώτη Τουζόπουλου, Ανθυποσμηναγού (ΜΗ) Δημητρίου Μποβιάτση και Αντισμηνάρχου (ΜΗ) Κωνσταντίνου Ζηκίδη

Σχολή Ικάρων, Τμήμα Αεροπορικών Επιστημών, Αεροπορική Βάση Δεκελείας

[Τίτλος πρωτοτύπουPanagiotis Touzopoulos, Dimitrios Boviatsis and Konstantinos C. Zikidis, «3D Modelling of Potential Targets for the purpose of Radar Cross Section (RCS) Prediction».

Δημοσιεύτηκε στο: Proceedings of the 6th International Conference on Military Technologies (ICMT2017), Brno, Czech Republic, 31 May-2 June 2017, pp. 636-642 

Σύνδεσμος: http://ieeexplore.ieee.org/document/7988835/

Δημοσιεύεται με την άδεια των συντακτών]

si_EMBL-300X360

Ι. Εισαγωγή

Είναι μάλλον δύσκολο να φτάσει κανείς σε λύσεις “κλειστής μορφής” για τις Εξισώσεις Μάξγουελ σε πραγματικά προβλήματα, εκτός εάν τα εξεταζόμενα φυσικά αντικείμενα έχουν εξαιρετικά απλό σχήμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιηθούν υπολογιστικά αποδοτικές προσεγγίσεις των Εξισώσεων Μάξγουελ, μία διαδικασία που είναι κοινώς γνωστή ως «Υπολογιστικός Ηλεκτρομαγνητισμός» (Computational Electromagnetics).

Από πλευράς Υπολογιστικού Ηλεκτρομαγνητισμού, οι μέθοδοι για την πρόβλεψη της ραδιοδιατομής ή RCS – Radar Cross Section ενός φυσικού αντικειμένου διακρίνονται σε ακριβείς και προσεγγιστικές. Οι ακριβείς μέθοδοι τείνουν να είναι αρκετά πολύπλοκες, ενώ οι προσεγγιστικές μέθοδοι συνήθως αποδίδουν αποδεκτά αποτελέσματα με σημαντικά μικρότερες υπολογιστικές απαιτήσεις.

Οι πιο κοινές μέθοδοι πρόβλεψης ραδιοδιατομής για τυχαίους τρισδιάστατους στόχους είναι, μεταξύ άλλων: η δημοφιλής Μέθοδος Ροπών, η Μέθοδος Πεπερασμένων Διαφορών, η προσέγγιση Γεωμετρικής Οπτικής και η προσέγγιση Φυσικής Οπτικής. Η Μέθοδος Ροπών και η Μέθοδος Πεπερασμένων Διαφορών είναι (μαθηματικά) ακριβείς μέθοδοι, που αποδίδουν ακριβή αποτελέσματα αλλά είναι απαιτητικές σε υπολογιστικούς πόρους. Η Γεωμετρική Οπτική και η Φυσική Οπτική είναι προσεγγιστικές μέθοδοι. Αν και εύκολη στην εφαρμογή, η Γεωμετρική Οπτική έχει σοβαρότατους περιορισμούς, πχ στην περίπτωση επίπεδων ή κυλινδρικών επιφανειών, όπου απλούστατα δεν δίνει κανένα αποτέλεσμα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου