Το ιδεολόγημα του μικρού και ευέλικτου στρατού

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για ένα μικρό σχήμα Ενόπλων Δυνάμεων και αμυντικών υποδομών έχουν κυρίως ως στόχο το Στρατό Ξηράς, δεδομένου ότι η μείωση των δυνάμεων και των υποδομών του ΠΝ και της ΠΑ είναι υπό τις παρούσες συνθήκες πρακτικά αδύνατη. Ως εκ τούτου πιστεύω ότι το μικρότερο σχήμα δυνάμεων αφορά τον Στρατό Ξηράς και αποτελεί μια ακόμη εκφορά, ένα αναμάσημα του γνωστού ιδεολογήματος περί ενός «μικρού και ευέλικτου στρατού που θα διαθέτει μεγάλη ισχύ πυρός». Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο υποψήφιος βουλευτής επικρατείας υποστράτηγος ε.α. Νικόλαος Τόσκας, και κατά τα φαινόμενα κύριος συντάκτης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την εθνική άμυνα, είναι αξιωματικός του στρατού ξηράς και έχει αναφερθεί κατά καιρούς δημόσια στον περιορισμό της δομής του, κλείσιμο σχηματισμών, μονάδων και στρατοπέδων, καθώς και σε μείωση του αριθμού των ανώτατων αξιωματικών. Είναι ακόμη γνωστό, ή τουλάχιστο έτσι έχει προβληθεί από διάφορα μέσα, ότι ο Νίκος Τόσκας παραιτήθηκε από διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του ΥΕΘΑ Μπεγλίτη επειδή δεν υιοθετήθηκε η δομή δυνάμεων που αυτός σχεδίασε και μάλιστα ήρθε σε σύγκρουση και με τον Α/ΓΕΣ στρατηγό Φράγκο για αυτό το ζήτημα. Επί του υπόψη θέματος έχει κυκλοφορήσει πολλή μυθολογία.

Ερωτήματα

Είναι δυνατή η μείωση της παρούσας δομής (σχήματος;) του στρατού εκστρατείας που μόλις πρόσφατα τέθηκε σε ισχύ; Τι μπορεί ακόμη να μειωθεί από τη δομή του στρατού εκστρατείας χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η όποια αποτρεπτική ικανότητα συνεχίζει να παραμένει;

Πάντοτε μιλώντας με βάση στοιχεία από ανοικτές πηγές που αναφέρονται στις  απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα, τις προβλεπόμενες δυνάμεις από τη παρούσα δομή δυνάμεων, τη γεωγραφία του Θεάτρου Πολέμου και το ότι η πρωτοβουλία έναρξης των επιχειρήσεων έχει αφεθεί στον αντίπαλο, έχω την ακράδαντη πεποίθηση ότι οποιαδήποτε μείωση των δυνάμεων του Στρατού Ξηράς θα είναι ολέθρια, για τους εξής λόγους:

  1. Η συνολική ισχύς του Ελληνικού Στρατού είναι κατά πολύ κατώτερη της αντίστοιχης του Τουρκικού στρατού που είναι ήδη προσανατολισμένος κατά της Ελλάδας. Η σχέση αυτή επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι Τουρκικές δυνάμεις μπορούν να ενισχυθούν σε σύντομο χρόνο με δυνάμεις και μέσα που βρίσκονται στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και στα ανατολικά της σύνορα.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα – Μέρος 2ο

ΣΥΡΙΖΑ

Πρόλογος: Οι ΕΔ που χρειάζεται η χώρα

Ο πρόλογος του προγράμματος, που προηγείται της ανάπτυξης των εννέα βασικών θέσεων του κόμματος για την άμυνα είναι ο εξής:

Εμείς πιστεύουμε ότι για να βγει η Άμυνα της χώρας από τα σημερινά αδιέξοδα και να μπορέσει να ανταποκριθεί με επιτυχία στις σύγχρονες προκλήσεις, δεν αρκεί απλά να ξεπεράσουμε συγκεκριμένες παθογένειες και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Χρειάζονται ριζικές τομές σε όλα τα επίπεδα και επιτάχυνση της προσαρμογής δομών, αντιλήψεων και πρακτικών στα δεδομένα του 21ου αιώνα.

Οι ΕΔ που εμείς πιστεύουμε ότι χρειάζεται η χώρα, είναι μικρότερου σχήματος και υποδομών και μικρότερου κόστους, εστιάζουν όχι στα αριθμητικά μεγέθη αλλά σε ποιοτικούς δείκτες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, αξιοποιούν στο μέγιστο το αμυντικό δυναμικό της χώρας και την αμυντική βιομηχανία, έχουν στέρεο δημοκρατικό προσανατολισμό και ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνία.

Το πλαίσιο που καταθέτουμε σήμερα αποτελεί συνολική πρόταση για τον αμυντικό τομέα της χώρας που περιλαμβάνει: σύγχρονο μοντέλο δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου των ΕΔ, νέα στρατηγική σχεδιασμού της Άμυνας της χώρας, στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση της αμυντικής βιομηχανίας, αναβάθμιση της πολιτικής αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, νέα στρατηγική προμηθειών, αναβάθμιση της εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα και ενίσχυση του κοινωνικού ρόλου των ΕΔ.

Υπό κανονικές συνθήκες, ο πρόλογος ενός κειμένου δε θα απαιτούσε ειδικό σχολιασμό. Όμως στο κείμενο του προλόγου διατυπώνεται μία κεντρική θέση του προγράμματος, η οποία παραδόξως δεν επαναλαμβάνεται στο υπόλοιπο κείμενο αλλά προφανώς το διατρέχει:

«Οι ΕΔ που χρειάζεται η χώρα είναι μικρότερου σχήματος και υποδομών και μικρότερου κόστους, εστιάζουν όχι στα αριθμητικά μεγέθη αλλά σε ποιοτικούς δείκτες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας«.

Η αόριστη αυτή θέση αυτή που εμφανίζεται φευγαλέα στον πρόλογο, είναι τόσο κρίσιμη και κεντρική για τη σχεδιαζόμενη αμυντική πολιτική (αν υποθέσουμε τουλάχιστον ότι δεν αποτελεί φτηνό διαφημιστικό σύνθημα) που οφείλει τεκμηριωθεί, κάτι που ο συντάκτης του κειμένου αποφεύγει επιμελώς να κάνει. Ειδικότερα, ο συντάκτης οφείλει αφ’ενός να εξηγήσει τι σημαίνει «μικρότερο σχήμα», αφ΄ετέρου να τεκμηριώσει στοιχειωδώς σε ποια στοιχεία ή αντιλήψεις βασίζει τη θέση αυτή. Ούτε εξήγηση δίνεται πουθενά, ούτε τεκμηρίωση.

Ελλείψει τέτοιων ρητών εξηγήσεων και τεκμηρίωσης, θα κάνουμε ορισμένες εύλογες υποθέσεις για τι μπορεί να εννοείται, προκειμένου να αντιληφθεί ο κάθε ενδιαφερόμενος τι ακριβώς υπονοείται (αλλά αποφεύγεται να αναφερθεί ρητώς). Προφανώς, η προσέγγιση αυτή έχει κάποιο στοιχείο αυθαιρεσίας, αφού ο συντάκτης του κειμένου δεν εξηγεί και πρέπει εμείς να υποθέσουμε τι υπονοεί. Από την άλλη, το ζήτημα είναι τόσο κεντρικό που δεν μπορεί να αγνοηθεί, κι επιπλέον, διάσπαρτα κείμενα των βασικών διαμορφωτών της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ για την άμυνα καθιστούν τις υποθέσεις σχετικά ασφαλείς. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης (Μέρος 1ο)

«Πας στρατιωτικός αρχηγός δια να νικήσει οφείλει να επωμισθεί κινδύνους»

Έριχ φον Μάνσταϊν

γράφει ο Τ.Τ.

Πρόλογος

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις διακρίνονται, κατά κύριο λόγο, σε αμυντικές και επιθετικές. Ο κανονισμός ΕΕ 100-1 «Επιχειρήσεις», εκδόσεως 1996, στην εισαγωγή των αμυντικών επιχειρήσεων αναφέρει: «Οι αμυντικές επιχειρήσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται με το στοιχείο της προσωρινότητας αφού η βασική συνθήκη διεξαγωγής των επιχειρήσεων είναι η απόκτηση και διατήρηση της πρωτοβουλίας» και συνεχίζει: «Γενικός σκοπός των αμυντικών επιχειρήσεων είναι η απορρόφηση της επιθετικής ισχύος και η αφαίρεση της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων από τον εχθρό μέχρις ότου ο αμυνόμενος μπορέσει να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις». Ο πιο πρόσφατος αμερικανικός κανονισμός ADP 3-90 «Offense and Defense», εκδόσεως 2012, γράφει, περισσότερο φιλοσοφικά, ότι ενώ η επίθεση είναι η πιο αποφασιστική μορφή στρατιωτικών επιχειρήσεων, η άμυνα είναι η ισχυρότερη και συμπληρώνει ότι οι διοικητές επιλέγουν να αμυνθούν για να δημιουργήσουν τις συνθήκες επιθετικής επιστροφής που θα επιτρέψουν στις φίλιες δυνάμεις να ανακτήσουν την πρωτοβουλία. Κοινή αντίληψη και στους δύο κανονισμούς είναι ότι η άμυνα αποτελεί προσωρινή κατάσταση που θα πρέπει να εξυπηρετήσει τη δημιουργία συνθηκών ανάληψης επιθετικών επιχειρήσεων, μέσω των οποίων αποκτάται η πρωτοβουλία.

Από το 2012 στο 1832

Ο αμερικανικός κανονισμός, του 2012, κατά την εισαγωγή του στην άμυνα αναφέρεται σε ιδέες που διατυπώθηκαν δύο αιώνες πριν από τον Πρώσο στρατηγό και φιλόσοφο του πολέμου Κλαούζεβιτς. Στο Βιβλίο 6 της διάσημης πραγματείας του εξηγεί ότι η αμυντική μορφή του πολέμου έχει την έννοια της «απόκρουσης του χτυπήματος». Συνεχίζει όμως λέγοντας ότι δε μπορεί να υπάρξει απόλυτη άμυνα στον πραγματικό πόλεμο, γιατί τότε ο πόλεμος θα διεξάγονταν μόνο από τη μία πλευρά. Στην πραγματικότητα ο αμυνόμενος επιδιώκει να ανταποδώσει τα χτυπήματα, συνεπώς η αμυντική μορφή του πολέμου δεν είναι μία απλή υπεράσπιση αλλά μία υπεράσπιση διαμορφωμένη από επιδέξια πλήγματα.

Εικ. 1. Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Εικόνα 1. Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Κατά τον Κλαούζεβιτς σκοπός της άμυνας είναι η διατήρηση ενώ της επίθεσης η κατάκτηση. Όταν όλα είναι ίσα η διατήρηση είναι ευκολότερη από την απόκτηση, εξ ου προκύπτει και η γνωστή ρήση του ότι η άμυνα αποτελεί την ισχυρότερη μορφή διεξαγωγής του πολέμου. Όμως, αν και η άμυνα είναι ισχυρότερη έχει αρνητικό σκοπό – τη διατήρηση. Γι’ αυτό κάποιος θα πρέπει να καταφεύγει σ’ αυτή μόνο όταν το επιβάλλει η αδυναμία του, και πρέπει να την εγκαταλείψει τη στιγμή που θα αισθανθεί αρκετά ισχυρός ώστε να επιδιώξει τον θετικό σκοπό. Καθώς η σχετική ισχύς αυξάνεται από τις επιτυχίες στην αμυντική μάχη, είναι μόνο φυσικό για τον αμυνόμενο να περάσει στην επίθεση. Για τον Κλαούζεβιτς, ένας πόλεμος όπου οι νίκες δε χρησιμεύουν παρά μόνο για την αποφυγή των πληγμάτων κι όπου δε γίνονται προσπάθειες για ν’ ανταποδοθούν αυτά, είναι τόσο παράλογος όσο και μία μάχη όπου η παθητική άμυνα υπαγορεύει κάθε ενέργεια. Χαρακτηριστικά δηλώνει: «Ακόμη κι αν ο σκοπός του πολέμου είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, παραμένει γεγονός ότι η απλή απόκρουση του χτυπήματος αντίκειται στη φύση του πολέμου, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μία παθητική κατάσταση αντοχής. Μόλις ο επιτιθέμενος έχει αποκτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, η άμυνα, ως τέτοια, έχει επιτελέσει την αποστολή της. Ενώ η επιτυχία είναι ακόμη ζεστή ο αμυνόμενος θα πρέπει να ανταποδώσει ή να ρισκάρει την καταστροφή του από τις επόμενες ενέργειες του επιτιθέμενου … αυτή η μετάβαση στην επίθεση πρέπει να θεωρηθεί ως βασικό χαρακτηριστικό της άμυνας … Όποτε μία αμυντική νίκη περνά αναξιοποίητη ένα σοβαρό σφάλμα διαπράττεται … Η ξαφνική μετάβαση στην επίθεση – το απαστράπτον ξίφος της εκδίκησης – είναι η σημαντικότερη στιγμή για τον αμυνόμενο. Αν δεν είναι στο μυαλό του διοικητή από την αρχή ή καλύτερα αν δεν αποτελεί συστατικό μέρος της ιδέας του για την άμυνα, δε θα κατανοήσει ποτέ την ανωτερότητα της αμυντικής μορφής…»

Συνοψίζοντας τα παραπάνω ο Κλαούζεβιτς θεωρεί ότι ο αμυνόμενος ξεκινά από σχετική θέση αδυναμίας, στη συνέχεια επιδιώκει, μέσω της φθοράς που θα επιφέρει στον επιτιθέμενο κατά τη διάρκεια της αμυντικής μάχης, να βελτιώσει το ισοζύγιο της ισχύος του. Όταν βρεθεί σε πλεονεκτική θέση πρέπει να επιτεθεί· η άμυνα δεν έχει να του προσδώσει άλλα οφέλη πλέον, ενώ αποκρούοντας παθητικά τα χτυπήματα ρισκάρει την ήττα. Η μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο της άμυνας ώστε ο αμυνόμενος να συγκεντρώνεται στο θετικό σκοπό. Χωρίς θετικό σκοπό, όπως λέει ο Κλαούζεβιτς, η όλη πολεμική προσπάθεια γίνεται παράλογη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Άμυνα περιοχής και κλιμάκωση των αμυντικών δυνάμεων σε βάθος

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στην ανάρτηση με τίτλο «Μικρό αίνιγμα – και τροφή για σκέψη: Η λύση», παρατέθηκε η άποψη του στρατηγού Ιωάννη Μεταξά αναφορικά με το πώς ένας στρατός θα πρέπει να σχεδιάζει την άμυνα του και κυρίως με το πώς πρέπει να κλιμακώνει τις δυνάμεις του, ιδίως αν η αναμονή της επιθέσεως θα είναι μακρά και θα πρέπει να αναμένει «χρόνια ή και πολλές δεκαετίες» την εκδήλωσή της.

Είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε ένα ιστορικό παράδειγμα για να αντιληφθούμε την αλήθεια των λόγων του Μεταξά αλλά και τα πλεονεκτήματα που παρέχει η κλιμάκωση των δυνάμεων σε βάθος κατά την άμυνα περιοχής, καθώς και τους λόγους για τους οποίους είναι λάθος να τάσσεται ο όγκος των διατιθέμενων δυνάμεων επί των προωθημένων τοποθεσιών, όπως τουλάχιστον καθορίζεται στο παλαιό εγχειρίδιο επιχειρήσεων χερσαίων δυνάμεων [έχω τη γνώμη ότι μάλλον το ίδιο θα προβλέπει και το νέο] και όπως πράττει ο Ελληνικός Στρατός εδώ και πολλές δεκαετίες.

Το παράδειγμα που θα παραθέσουμε αφορά τον αμυντικό αγώνα που διεξήγαγαν οι Τουρκικές δυνάμεις για την απόκρουση της Ελληνικής επίθεσης προς την Άγκυρα τον Αύγουστο του 1921 και ειδικότερα τη διάταξη των δυνάμεων τους επί της αμυντικής τοποθεσίας ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου. Όπως είναι γνωστό, μετά την ήττα των Τουρκικών δυνάμεων στις μάχες που διεξήχθησαν το 1ο δεκαήμερο του Ιουλίου 1921 γύρω από τον οχυρωμένο θύλακα της Κιουτάχειας, οι Τουρκικές δυνάμεις για να αποφύγουν τη καταστροφή συμπτύχθηκαν προς τα ανατολικά και εγκατασταθήκαν πίσω από το Σαγγάριο [η Ελληνική Στρατιά – τελείως αδικαιολόγητα – δεν καταδίωξε τις συμπτυσσόμενες Τουρκικές δυνάμεις!!!]. Η Τουρκική ηγεσία ανέλαβε μία εργώδη και τιτάνια προσπάθεια για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να συγκροτήσει νέες και να οχυρώσει την αμυντική τοποθεσία ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, προκειμένου να προστατεύσει αποτελεσματικά τη πρωτεύουσα του Κεμαλικού κράτους, επειδή ενδεχόμενη κατάληψη της από τον Ελληνικό Στρατό θα είχε σοβαρότατες συνέπειες για τη συνέχιση του πολέμου.  Η απόφαση της Τουρκικής ηγεσίας ήταν να διεξαγάγει άμυνα περιοχής και να διεκδικήσει το έδαφος μέχρι την Άγκυρα βήμα-βήμα. Για το σκοπό αυτό κινητοποίησε κάθε διαθέσιμο κάτοικο της περιοχής και οχύρωσε με επάλληλες σειρές οχυρών θέσεων τα ζωτικά εδάφη που κάλυπταν όλες τις προσβάσεις που οδηγούσαν στην Άγκυρα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Γ΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της ανάλυσης του Κρέφελντ.

Από πλευράς Διοικητικής Μερίμνης, ένα μείζον πλεονέκτημα του πολέμου ελιγμών – και μάλιστα ένα που έχει σημαντικές επιπτώσεις για την αεροπορική ισχύ – είναι ότι οι ένοπλες δυνάμεις προσανατολισμένες σε αυτόν έχουν σημαντικά μικρότερες απαιτήσεις υποστήριξης απ΄ότι οι προσανατολισμένες προς σταθερές θέσεις που τείνουν προς τη φθορά. Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές στη σύγκριση των λόγων «οδόντων προς ουρά». Κατά τον Β’ ΠΠ, για τον Γερμανικό στρατό, για κάθε μεραρχία αντιστοιχούσαν 31.000 άνδρες στο σύνολο του προσωπικού του στρατού. Οι σοβιετικοί ήταν ακόμη πιο ολιγαρκείς. Εν τω μεταξύ, οι αντίστοιχες αμερικανικές, βρετανικές και καναδικές μεραρχιακές αντιστοιχίες υπερέβαιναν τους 64.000 άνδρες. Επιπλέον, ο γερμανικός και ο σοβιετικός στρατός πολεμούσαν μια παρατεταμένη σύγκρουση σε αχανείς εκτάσεις που δεν είχαν καμία σύγχρονη υποδομή. Τα στρατεύματά τους, ειδικά τα σοβιετικά, μπορεί να ήταν υποχρεωμένα να μάχονται χωρίς μερικές από τις ανέσεις που ήταν διαθέσιμες στους Δυτικούς Συμμάχους· όμως στο πεδίο της μάχης τα στρατεύματα αυτά, και ειδικότερα οι πεζοί, ήταν πολύ πιο πλουσιοπάροχα εφοδιασμένοι με τα πράγματα που είχαν σημασία (πχ αυτόματα όπλα). Την ίδια στιγμή που οι αμερικανοί στρατιώτες πυροβολούσαν ακόμη με τα επαναληπτικά M-1 τους (και οι βρετανοί με τα Λη-Ένφηλντ του Α’ ΠΠ), οι γερμανοί είχαν εισαγάγει τα τυφέκια εφόδου και οι σοβιετικοί είχαν τα Αυτόματα Καλάσνικοφ (AK). Περαιτέρω, ο γερμανικός και σοβιετικός στρατός – σε αντίθεση με τον αμερικανικό στρατό – ήταν πλουσιοπάροχα εξοπλισμένοι με όλμους και ελαφρά πολυβόλα. Και χρησιμοποιώντας το επιχειρησιακό εργαλείο των μεραρχιών πυροβολικού, το σοβιετικό γενικό επιτελείο (η Στάβκα) εξασφάλιζε ότι θα υπήρχε περισσότερη υποστήριξη πυροβολικού διαθέσιμη την αποφασιστική στιγμή – δηλαδή κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων διαρρήξεως. Αντιστοίχως, οι γερμανικές και σοβιετικές είχαν λιγότερη οργανική υποστήριξη ενσωματωμένη στους Πίνακες Οργανώσεως και Υλικού τους (ΠΟΕ) και λιγότερη υποστήριξη επιπέδου σώματος στρατού και στρατιάς απ΄ότι είχαν ο αμερικανικός, ο βρετανικός και ο καναδικός στρατός. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Β΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Το παρόν κείμενο αποτελεί το Β΄ Μέρος του κειμένου που είχε προηγηθεί. Στο κομμάτι αυτό ο Κρέφελντ παραθέτει πιο αναλυτικά τις αντιλήψεις του για τον Πόλεμο Ελιγμών, αντιπαραβάλοντας τις δύο αντιλήψεις (ελιγμού και φθοράς), ιδιαίτερα στον τρόπο διεξαγωγής των επιθετικών και αμυντικών επιχειρήσεων.

Ο συγγραφέας της εργασίας Μάρτιν φαν Κρέφελντ.

Ο συγγραφέας της εργασίας Μάρτιν φαν Κρέφελντ.

Οι αμερικανοί τείνουν να βρίσκουν τον πόλεμο ελιγμών αφύσικο. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου είχαν μία μακρά παράδοση στο να πολεμούν από θέσεως συντριπτικής υλικής υπεροχής. Γι΄ αυτές, ο πόλεμος ήταν συχνά ζήτημα του να μεγιστοποιούν τα πλήγματα που ήταν σε θέση να επιφέρουν βάσει των διαθεσίμων πόρων, κι εν συνεχεία ανταλλαγής πληγμάτων μέχρι που η πιο αδύναμη πλευρά – σχεδόν πάντα ο αντίπαλος – να φθαρεί μέχρι του σημείου να μη μπορεί πλέον να πολεμήσει. Στο πρόβλημα αυτό έχει προστεθεί και η γλωσσική σύγχυση. Όπως έχουμε δει, το δόγμα του σύγχρονου αμερικανικού στρατού βασίστηκε ρητά στο γερμανικό προηγούμενο. Παρ΄όλα αυτά, ακόμη και οι καλύτερες μεταφράσεις δε μπορούν να αποδώσουν το ακριβές νόημα της αρχικής γλώσσας· με τη σειρά τους, οι αμερικανικοί όροι έχουν λεπτές διαφορές με τους αντίστοιχους βρετανικούς. Παραδείγματος χάριν, ο ίδιος ο τίτλος του θεμελιώδους γερμανικού εγχειριδίου «HdV100/100 VS-Nfd, Führung im Gefecht» μπορεί να μεταφραστεί είτε ως «Διοίκηση και Έλεγχος στη Μάχη» είτε ως «Ηγεσία στη Μάχη». Στο παρελθόν, αυτά και παρόμοια προβλήματα έχουν προκαλέσει μεγάλη σύγχυση. Ακόμη και μετά από μια δεκαετία ρητής αποδοχής των γερμανικών αντιλήψεων περί ελιγμού, το «Μέλλον της Αερο-εδαφικής Μάχης» (Ιανουάριος 1989), ενώ βρίθει ορολογίας περί ελιγμών, είναι μετέωρο μεταξύ ελιγμού και φθοράς. Τα νεώτερα εγχειρίδια του αμερικανικού Σώματος των Πεζοναυτών (πχ:  [FMFM] 1-3, Τακτική) και οι πρόσφατες αντιλήψεις του Αμερικανικού Στρατού σχετικά με τη μη γραμμική μάχη τα καταφέρνουν καλύτερα στη σύλληψη της γερμανικής αντίληψης.

Ανά πάσα στιγμή, ο στρατός που διεξάγει πόλεμο φθοράς θα έχει τις περισσότερες δυνάμεις στην πρώτη γραμμή. Αυτές οργανώνονται ομοιογενώς, βάσει της πεποίθησης ότι μία αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της. Οι επιχειρησιακές εφεδρείες είναι από μικρές έως ανύπαρκτες. Αντιστοίχως, υπάρχουν πολύ λίγες μεραρχίες που μπορούν να εναλλάσσονται κυκλικά στην πρώτη γραμμή για ανάπαυση και για ενσωμάτωση και εκπαίδευση των αντικαταστατών. Αντιθέτως, στο πόλεμο ελιγμού, συνήθως το μέτωπο θα προκαλύπτεται και μόνο η μειοψηφία των στρατευμάτων θα είναι εν δράσει· η πλειοψηφία θα τηρείται σε ετοιμότητα στην εφεδρεία έτσι ώστε όχι μόνο να μπορούν να εκπαιδεύονται και να αναδιοργανώνονται αλλά και να προετοιμάζονται να επιχειρήσουν ως ένα μεγάλο κύμα. Οι μονάδες είναι ετερογενείς κατά την ποιότητα, με τις καλύτερες μονάδες να ηγούνται των επιθέσεων και τις υπόλοιπες να ακολουθούν και να σταθεροποιούν τα κέρδη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Α΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Εισαγωγικό Σημείωμα

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που αναγγέλθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση, ξεκινάμε την διερεύνηση βασικών στοιχείων που σχετίζονται με το νέο δόγμα του ΕΣ, όπως αυτά κατ΄αρχήν διατυπώνονται στο πρόσφατο Εγχειρίδιο Εκστρατείας ΕΕ-100-1.

Η βασικότερη, ίσως, αναφορά του νέου εγχειριδίου είναι αυτή που αφορά τον «Πόλεμο Ελιγμών»:

“Η φιλοσοφική βάση στην οποία στηρίζεται ο νέος κανονισμός και από την οποία εκπορεύονται οι τεχνικές και οι διαδικασίες του, είναι η Τακτική του Ελιγμού (Maneuverist Approach)”.

Με αυτό ως δεδομένο, έχει ιδιαίτερη σημασία να διευκρινιστεί και να εξηγηθεί καλύτερα ο όρος  «Πόλεμος Ελιγμών» (Maneuver Warfare), όπως θα ήταν ο καλύτερος ορισμός της έννοιας. Η βασική μέριμνα είναι να μην αναλωθεί η ανάλυση σε φιλοσοφικές αφαιρέσεις αλλά να περιέχει όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένα και χρήσιμα στοιχεία. 

Αντί να γραφτεί ένα καινούργιο άρθρο, προτιμήθηκε να παρατεθεί σε μετάφραση ένα κείμενο του γνωστού (και εξαιρετικού) ισραηλινού ιστορικού και στρατιωτικού σχολιαστή Μάρτιν φαν Κρέφελντ. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο μίας μελέτης (και, τελικώς, βιβλίου) που ο Κρέφελντ έγραψε το 1994 κατά παραγγελία της σχολής πολέμου της αμερικάνικης πολεμικής αεροπορίας με αντικείμενο τη σχέση μεταξύ αεροπορικής ισχύος και Πολέμου Ελιγμών. Στο πλαίσιο της εργασίας αυτής, ο Κρέφελντ στο εισαγωγικό κεφάλαιο ασχολείται με το να ορίσει και να διερευνήσει την έννοια και την πραγματικότητα του «Πολέμου Ελιγμων».  Καθώς το κείμενο είναι μεγάλο, θα παρετεθεί σε τρεις συνέχειες που έχουν μια – σχετική – αυτοτέλεια.

Μετά από αυτό, θα γίνει προσπάθεια αναλυτικής αναφοράς στις συναφείς έννοιες του Πολέμου Ελιγμών (όπως οι διαταγές αποστολών, αλλά όχι μόνον), να δοθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, να συζητηθούν οι πρακτικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους – τελικά με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κατά νου. 

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Κρέφελντ: «Air Power and Maneuvre Warfare» (Αεροπορική Ισχύς και Πόλεμος Ελιγμών), εκδόσεις Air University Press και χρονολογία εκδόσεως 1994.

NapoleonΤο κείμενο αυτό αναλύει τις θεμελιώδεις και βασικές έννοιες που αποτελούν το υπόβαθρο του πολέμου ελιγμών. Για να εμβαθύνει στο θέμα, συνεχίζει με μία σύγκριση μεταξύ του πολέμου ελιγμών από τη μία και του πολέμου φθοράς από την άλλη. Τέλος, αναλύει τις επιπτώσεις αυτού του είδους του πολέμου στη διοικητική μέριμνα. Σαν τρόπος πολέμου, οι ελιγμοί είναι τόσο παλαιοί όσο κι ο πόλεμος. Αυτό δε σημαίνει ότι ο πόλεμος μπορεί να συνιστάται μόνον από ελιγμούς, αν κι αυτό μπορεί να αποτελεί θεωρητικά μια ιδεατή επιδίωξη. Στην πράξη, η μάχη και η αιματοχυσία αποτελούν σχεδόν πάντοτε οργανικό μέρος του πολέμου, αφού χωρίς αυτά οι ελιγμοί εκφυλίζονται σε στείρα γυμνάσια και ατελείωτες εικονικές μάχες σα να μετακινούνται πιόνια πάνω σε σκακιέρα. Παρ΄όλα αυτά, το γεγονός είναι ότι ο ελιγμός επιδιώκει να ελαχιστοποιεί την πραγματική μάχη. Πριν από μια μάχη, η νοοτροπία του πολέμου ελιγμών επιζητά να θέσει τον αντίπαλο σε μειονεκτική κατάσταση με την κατάληψη πλεονεκτικών θέσεων, ή αλλιώς με το να αντιμετωπίσει μέρος μόνον των δυνάμεων του αντιπάλου εντός μιας περιορισμένης περιοχής έτσι ώστε να αποκτήσει εν συνεχεία ένα πλεονέκτημα επί της εχθρικής δύναμης συνολικά. Με τη λήξη της μάχης, επιζητά να εκμεταλλευτεί το αποτέλεσμα στο έπακρο καταδιώκοντας τον εχθρό, κρατώντας τον εκτός ισορροπίας και πλήττοντας τα ζωτικά του στοιχεία.

Οι ιστορικοί συχνά βρίσκουν το υπέρτατο πρότυπο του πολέμου ελιγμών στις εκστρατείες του Ναπολέοντα, και δικαίως. Οι ατελείωτοι συνδυασμοί και επανασυνδυασμοί με τους οποίους ανέπτυσσε τα corps d’armee (σώματα στρατού), εκ περιτροπής διασπείροντάς τα και επανενώνοντάς τα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, δεν έχουν βρει όμοιό τους. Αυτό αποτέλεσε την ουσία της στρατηγικής ιδιοφυίας του Γάλλου αυτοκράτορα, σε τέτοιο βαθμό που «εφευρίσκοντας» τη στρατηγική, να κατορθώσει να κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη της Ευρώπη σε μία σύντομη περίοδο λίγων μόνον ετών.[1] Φυσικά, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι λίγοι διοικητές στην ιστορία έδωσαν τόσο πολλές μεγάλες μάχες – «batailles rangees» – όσες ο Ναπολέων. Αυτός ο ίδιος στα απομνημονεύματά του επαίρεται ότι διοίκησε σε περισσότερες από 60 μάχες. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τακτική του Ελιγμού, Διοίκηση δια της Αποστολής και άλλα τινά. Η αρχή μιας διερεύνησης

Πρόσφατα ο Ελληνικός Στρατός έθεσε σε ισχύ το νέο Εγχειρίδιο Εκστρατείας ΕΕ 101-1 «Η Σχεδίαση στο Στρατό Ξηράς (Επιτελικά Καθήκοντα)» ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιότερο Στρατιωτικό Κανονισμό ΣΚ 30-1 «Επιτελικά Καθήκοντα». Όπως προκύπτει από τη φύση του εγχειριδίου, είναι ένα κεντρικό κείμενο για το δόγμα του Ελληνικού Στρατού, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά στην εισαγωγή του:

“Το ΕΕ 101-1 είναι το θεμελιώδες εγχειρίδιο του Στρατού Ξηράς για τη σχεδίαση των επιχειρήσεων στο τακτικό επίπεδο. Είναι το εγχειρίδιο που εκφράζει το δόγμα του Στρατού για τη Διαδικασία Διοικήσεως και Ελέγχου των Επιχειρήσεων, δηλαδή για τη σχεδίαση, την προπαρασκευή, τη διεξαγωγή και την αξιολόγηση των επιχειρήσεων. Αποτελεί τη βασική πηγή για τη Στρατιωτική Επίλυση Προβλημάτων, τη Στρατιωτική Διαδικασία Λήψης Απόφασης, την Οργάνωση Μάχης και των προτύπων για τα Σχέδια και τις Διαταγές.»

Ο κανονισμός δίνει το στίγμα του από την εισαγωγή, αναφέροντας τις βασικές του φιλοσοφικές βάσεις: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

F-35: Σύντομη αποτίμηση της κατάστασης

F35Η πορεία του προγράμματος F-35 είναι μία εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρος για την άμυνα της χώρας. Είναι, ίσως, το πιο σημαντικό στοιχείο για τον καθορισμό της ακολουθητέας εξοπλιστικής πολιτική της χώρας στον αεροπορικό τομέα, και, δεδομένων των περιορισμών που υπάρχουν (και θα υπάρχουν για πολύ καιρό), σχεδόν το μόνο πεδίο εξοπλιστικής πολιτικής. Επισημαίνεται ότι με αυτό δεν υπονοείται η σκοπιμότητα απόκτησης του F-35 από την ελληνική πλευρά, αλλά η ανάγκη για εξοπλιστικά μέτρα που θα αποσκοπούν στην αντιμετώπιση μιας τέτοιας απειλής, και που σε μεγάλο βαθμό πρέπει να ληφθούν ούτως ή άλλως.

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να παρακολουθείται στενά η πορεία του προγράμματος.

Δύο πρόσφατες εξελίξεις: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι Πολεμικές Αεροπορίες της Δύσης στο δρόμο του Ικάρου;

των Winslow Wheeler και Pierre Sprey

Αναρτάται εδώ ένα παλαιότερο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο Εν Κρυπτώ, στις 3 Νοεμβρίου του 2009 σχετικά με την πορεία του μαχητικού τη στιγμή εκείνη. Το άρθρο έχει σημασία γιατί περιλαμβάνει αφ΄ενός μια εκτίμηση της ενός έγκυρου παρατηρητή σχετικά με την κατάσταση και την πορεία του προγράμματος που τρία χρόνια αργότερα επιβεβαιώνεται, αλλά κι επειδή σε αυτό διατυπωνόταν, στο τελευταίο μέρος, η δική μας εκτίμηση σχετικά με την αντιμετώπιση του θέματος από την πλευρά των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Το άρθρο επαναδημοσιεύεται εν όψει των πιο πρόσφατων εξελίξεων στο πρόγραμμα, αλλά και εν όψει μιας πιο συστηματικής διερεύνησης της ενδεδειγμένης αντίδραση των ΕΕΔ.

Σημείωση: Από το συνολικό άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί παραλείπεται η εισαγωγή του άρθρου που παρουσίαζε τον Pierre Sprey, συντάκτη του κειμένου που μεταφράζεται, ενώ διατηρείται μόνον η μετάφραση του κειμένου και ο εν συνεχεία σχολιασμός του που ανήκουν στον υποφαινόμενο. Ειδικά το τελευταίο τμήμα αναδημοσιεύεται προκειμένου να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο με τα κείμενα που πρόκειται να ακολουθήσουν.

 
f35

Το μέλλον των Πολεμικών Αεροποριών της Δύσης επαφίεται σήμερα, εν πολλοίς, σε ένα αεροσκάφος: Το F-35 Joint Strike Fighter του Πενταγώνου

Το Υπουργείο Αμύνης σχεδιάζει στην παρούσα φάση να αγοράσει 2.456 τέτοια αεροσκάφη της Λόκχηντ για την Αεροπορία, το Ναυτικό και τους Πεζοναύτες. Ως μαχητικό-βομβαρδιστικό «πολλαπλών ρόλων», θα αντικαταστήσει τελικώς σχεδόν όλα τα τακτικά αεροσκάφη του τωρινού μας οπλοστασίου, εκτός από το F-22 του οποίου η παραγωγή πέραν των 187 αεροσκαφών ματαιώθηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε. Βασικοί σύμμαχοι μας σχεδιάζουν να αγοράσουν το αεροσκάφος, μεταξύ αυτών η Βρετανία και μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ιαπωνία και το Ισραήλ. Οι πωλήσεις σε πολλούς άλλους θεωρούνται δεδομένες, κι αυτοί που δεν προτίθενται να το αγοράσουν σχεδιάζουν να το αντιγράψουν, στο βαθμό που τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους, οι γραφειοκρατείες τους και η τεχνολογική τους ανάπτυξη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου