Η Στρατηγική Σημασία της Αμυντικής Βιομηχανίας – Μέρος 2ο


First_Radar_SCR-268

Σε προηγούμενο σημείωμα αναλύθηκε μία βασική παρεξήγηση σχετικά με τον ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας στη στρατιωτική ισχύ μιας χώρας και μάλιστα μικρής, όπως η Ελλάς. Συγκεκριμένα, εξηγήθηκε ότι στόχος της βιομηχανικής πολιτικής της χώρας στον αμυντικό τομέα δε μπορεί να είναι η ουτοπική επιδίωξη της «εξοπλιστικής αυτονομίας». Μία τέτοια επιδίωξη είναι εκτός πραγματικότητας, ενώ η «μερική» μόνον επίτευξή της στερείται πολιτικού νοήματος. Αυτό δε σημαίνει ότι η αμυντική βιομηχανία δεν έχει ρόλο στη στρατιωτική ισχύ. Αντιθέτως, η αμυντική βιομηχανία αποτελεί έναν κρίσιμο πυλώνα της εθνικής αμυντικής ισχύος, με διαφορετικό, όμως, ρόλο.

Το πρώτο βασικό δεδομένο που εξ αρχής καθορίζει την ακολουθητέα πολιτική αμυντικής βιομηχανική της χώρας είναι η περιορισμένη βιομηχανική και τεχνολογική βάση της, όχι μόνον ως μέρους της συνολικής εθνικής βιομηχανικής ικανότητας ή σε σύγκριση με αυτήν άλλων χωρών, αλλά εν σχέσει με τις κλίμακες των αμυντικών προγραμμάτων. Το βιομηχανικό δυναμικό της χώρας παραμένει αναλογικά περιορισμένο ακόμη και με την εντονότερη δυνατή υπερένταση της βιομηχανικής προσπάθειας για το προβλέψιμο μέλλον, πολύ περισσότερο που υπό τις παρούσες συνθήκες, μία τέτοια υπερένταση δε φαίνεται πολύ πιθανή.

Υπό το φως του δεδομένου αυτού, η όποια βιομηχανική πολιτική θα πρέπει να κάνει στρατηγικές επιλογές. Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανική προσπάθεια θα πρέπει να επιλέξει συγκεκριμένους, αυστηρά επιλεγμένους και οριοθετημένους  τομείς δραστηριοποίησης, και σε αυτούς να επενδύσει εντατικά. Τα κριτήρια μιας τέτοιας επιλογής είναι αρκετά, και στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε με τα τρία πλέον σημαντικά. Όμως η κεντρική ιδέα είναι ότι η όποια προσπάθεια βιομηχανικής πολιτικής θα πρέπει να εστιαστεί σε τομείς που η ελληνική βιομηχανία μπορεί να αναπτύξει και οι οποίοι θα έχουν σημαντική, στρατηγικά αισθητή επιρροή στην ισχύ της χώρας. Εν προκειμένω το κρίσιμο στοιχείο είναι να εγκαταλειφθεί η αφελής νοοτροπία της «ομοιόμορφης» και ασθενικής προσπάθειας σε κάθε πιθανό τομέα που σχετίζεται με αμυντικές προμήθειες και να εντοπιστούν οι τομείς στους οποίους θα στραφεί κατά τρόπο αποφασιστικό όλη η βιομηχανική προσπάθεια.

Γιατί είναι απαραίτητες οι επιλογές; Ο λόγος είναι οργανωτικός. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Σημείωμα για την Αμυντική Βιομηχανία: H Ιδιωτικοποίηση της Israel Military Industries

Ιδιωτικοποίηση και Εθνική Ασφάλεια
IMIΗ ισραηλινή πολεμική βιομηχανία Israel Military Industries – που μεταξύ άλλων κατασκευάζει το κύριο άρμα μάχης του στρατού, το γνωστό Merkava – πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2015, σύμφωνα με την πολιτική απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης, ενώ οι σχετικές διαδικασίες έχουν ήδη δρομολογηθεί αμετάκλητα.

Αντιπαρερχόμενοι το κρίσιμο και σύνθετο ερώτημα του αν η ιδιωτικοποίηση πολεμικών βιομηχανιών είναι καλή πρακτική από οικονομικής και βιομηχανικής απόψεως, και υπό ποίους όρους, θα σταθούμε στο πως το ισραηλινό κράτος  διασφαλίζει τα ζητήματα εθνικής ασφαλείας με τη μεταβίβαση της κυριότητας της βιομηχανίας σε ιδιώτες, και μάλιστα (ενδεχομένως) αλλοδαπούς.

Επειδή το ισραηλινό κράτος, ανεξαρτήτως πολιτικής, δεν είναι ασόβαρο, κι επειδή ασχέτως της μεταβολής ιδιοκτησιακού καθεστώτος η βιομηχανία παραμένει «ουσιώδες στρατηγικό στοιχείο» (vital strategic asset) για το κράτος του Ισραήλ, οι πρόνοιες που λαμβάνονται είναι οι εξής:

  • Η εταιρεία θα παραμείνει ισραηλινή εταιρεία, που θα την διαχειρίζονται ισραηλινοί υπήκoοι και θα υπόκειται στο ισραηλινό δίκαιο και τις διαδικασίες ασφαλείας του ισραηλινού υπουργείου αμύνης
  • Υποψήφιοι επενδυτές θα απορρίπονται εάν είναι «εχθρικό κράτος, πολίτης ή κάτοικος εχθρικού κράτους, εταιρεία που έχει ιδρυθεί ή που η επιχειρηματική της βάση βρίσκεται σε εχθρικό κράτος, εταιρεία που ελέγχεται από εχθρικό κράτος ή από πολίτη ή/και κάτοικο εχθρικού κράτους, ή ξένο κράτος«.
  • Τα προγράμματα βαρέων προωθητικών πυραύλων καθώς και τα διαβαθμισμένα προγράμματα της εταιρείας θα μεταβιβαστούν σε νέα κρατική εταιρεία με την επωνυμία Tomer.

Με άλλα λόγια: η εταιρεία θα ιδιωτικοποιηθεί μεν κατά το επιχειρηματικό της μέρος, αλλά το ισραηλινό κράτος θα συνεχίσει να ελέγχει τη λειτουργία της, οι επενδυτές θα είναι της αρεσκείας της και απορρίπτονται χωρίς περιστροφές αν δεν τυγχάνουν της απόλυτης εγκρίσεως της κυβέρνησης, και τα στρατηγικώς κρίσιμα προγράμματα (δηλαδή, αυτά που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας) παραμένουν υπό απόλυτο κρατικό έλεγχο και μακρυά από τα αδιάκριτα μάτια (και την επιρροή) ιδιωτών.

Επισήμανση: το Ισραήλ θεωρεί μεν ουσιώδη για την ασφάλειά του τα προγράμματα του κυρίου άρματος μάχης του και αυτά των βασικών συμβατικής τεχνολογίας χερσαίων συστημάτων του, όμως δεν έχει πρόγραμμα να εκχωρήσει τον (εμπορικό, ουσιαστικά) έλεγχό τους σε ιδιώτες – εφ΄όσον και αυτούς τους ελέγχει. Όμως τα προγράμματα που κρίνονται στρατηγικώς κρίσιμα παραμένουν σε κρατικό έλεγχο. Ένα αυτονόητο στοιχείο βιομηχανικής πολιτικής, από αυτά τα προφανή που στην Ελλάδα παραμένουν ακατανόητα.

Η Αμυντική Βιομηχανία και η «Στρατηγική Σημασία» της

Παρεξηγήσεις και Μύθοι

Πολ. Βιομ.1

Το πρόβλημα

Η αποτυχία της Ελλάδας να αναπτύξει αμυντική βιομηχανία είναι φαινομενικά από τις πιο εντυπωσιακές αποτυχίες της Μεταπολίτευσης. Για μία χώρα που αντιμετωπίζει οξύτατη στρατιωτική απειλή, που δαπανά ένα ασυνήθιστα μεγάλο μέρος του Ακαθάριστου Εθνικού της Προϊόντος σε αμυντικές δαπάνες και η οποία έχει ένα όχι ευκαταφρόνητο επιστημονικό και τεχνικό ανθρώπινο δυναμικό, η αποτυχία αυτή φαντάζει σχεδόν ακατανόητη. Οι λόγοι της αποτυχίας αυτής είναι σύνθετοι, αλλά είναι λόγοι που πρέπει να κατανοηθούν σε βάθος αν η Ελληνική Δημοκρατία αποφασίσει να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή. Στο παρόν θα εξεταστεί μία βασική παράμετρος του ζητήματος της Αμυντικής Βιομηχανίας, αυτό της «Στρατηγικής Σημασίας» της, η οποία αναφέρεται κατά κόρον, σχεδόν αυτόματα, σε κάθε αναφορά στην Αμυντική Βιομηχανία, αλλά της οποίας η συγκεκριμένη και ακριβής σημασία παραμένει ασαφής. Η ασάφεια αυτή και οι συνακόλουθες παρεξηγήσεις αποτελούν έναν από τους πολλούς λόγους της αποτυχίας.

Επισημαίνεται προκαταβολικά το εξής: η ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας (κάποιας σημασίας…) είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και κυρίως σύνθετο εγχείρημα. Και είναι σύνθετο εγχείρημα γιατί έχει τρεις διακριτές παραμέτρους οι οποίες την καθιστούν πιο πολύπλοκη από άλλα, αντίστοιχα ζητήματα:

  • μια στρατιωτική παράμετρο – που σημαίνει ότι η βιομηχανία θα πρέπει να υποστηρίζει αλλά, κυρίως, συντονίζεται με την αμυντική προσπάθεια της χώρας,
  • μια βιομηχανική-τεχνολογική παράμετρο, που σημαίνει ότι αφορά την ανάπτυξη τεχνογνωσίας – θέμα πολύ πιο σύνθετο και πολύπλοκο από τη συχνά αναφερόμενη εντύπωση «η χώρα μας έχει τόσους (και τόσο) καλούς μηχανικούς», και τέλος
  • μια οικονομική παράμετρο – που σημαίνει ότι για να αναπτυχθεί αμυντική βιομηχανία, αυτό θα πρέπει να γίνει με όρους οικονομικά βιώσιμους.

Όσο δεν κατανοούνται οι τρεις αυτές πτυχές σε κάποιο βάθος, τότε η επιδίωξη για την ανάπτυξη οποιασδήποτε αξιόλογης αμυντικής βιομηχανίας παραμένει όνειρο θερινής νυκτός. Δυστυχώς, ενώ είναι αναμενόμενη η άγνοια περί του θέματος από τα κόμματα που ασκούν ή εξαγγέλουν πολιτική, φαίνεται να υπάρχουν σοβαρά κενά στην κατανόηση του θέματος ακόμη και από εξειδικευμένες μελέτες για το θέμα, όπως του ΙΟΒΕ ή το ΤΕΕ, όπως διαφαίνεται από δημοσιευμένες εργασίες τους. Μέσα από μια σειρά κειμένων θα επιχειρηθεί να φωτιστούν οι λιγότερο προφανείς – αλλά πλέον κρίσιμες – πτυχές του θέματος.

Ο υπόρρητος συλλογισμός

Σε γενικές γραμμές, όταν γίνεται λόγος για τη «στρατηγική σημασία» της Αμυντικής Βιομηχανίας,  υπορρήτως δημιουργείται η εξής σκέψη: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

HEMPAS: Μία ελληνική πρόταση για παθητικό ραντάρ – και τα όρια του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού

Γράφουν ο Βελισάριος και ο HBS

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με βάση πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανοικτές πηγές καθώς και από πληροφορίες που παρέσχε στον HBS ο εκπρόσωπος της «Ομάδας Θεσσαλονίκης» κ. Αθανάσιος Κωνσταντινίδης, στο πλαίσιο δύο συνεντεύξεων.

Το σύνολο των πληροφοριών και των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη του άρθρου αυτού είναι αδιαβάθμητα.

Εισαγωγή

Franklin - Bistatic RadarΜία από τις βασικότερες αδυναμίες του μηχανισμού ασφαλείας της χώρας και βασικός λόγος της πολιτικής της καχεξίας αποτελεί η αποτυχία της να αναπτύξει στοιχειώδη αμυντική βιομηχανία για να υποστηρίξει την αμυντική ισχύ που η θέση της και η πολιτική της απαιτεί. Η αποτυχία αυτή αποτελεί ειδικότερη περίπτωση της γενικής αδυναμίας της χώρας να ασκήσει βιομηχανική πολιτική, για λόγους που έχουν σχέση αφ΄ενός με την οργανωτική ανεπάρκεια αφ΄ετέρου με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για κάτι τέτοιο.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση της αδυναμίας αυτής αποτέλεσε η υπόθεση του συστήματος HEMPAS/CCIAS που απασχόλησε τον χώρο της άμυνας τα τελευταία έτη. Η υπόθεση αφορά την υποβολή μιας πρότασης προς τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκ μέρους μιας ολιγομελούς ομάδας πανεπιστημιακών, προερχόμενων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αντικείμενο της πρότασης είναι η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή ενός συστήματος παθητικών αισθητήρων που θα ενταχθεί στο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της ΠΑ και θα ενισχύσει σημαντικά τόσο την επιβιωσιμότητά του όσο και την δυνατότητά του να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά υφιστάμενες και επικείμενες απειλές που αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Η πρόταση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά, τουλάχιστον σύμφωνα με την ομάδα των πανεπιστημιακών – αποκαλούμενων «Ομάδα Θεσσαλονίκης», είναι ώριμη και η φάση της ανάπτυξης του συστήματος έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό.

Μετά από περισσότερο από επτά έτη παλινωδιών και μπουφονικής διαδικαστικής ασυναρτησίας, στις αρχές του φθινοπώρου του 2013 το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενημέρωσε επισήμως τους πανεπιστημιακούς που είχαν υποβάλει την πρόταση ότι δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτήν.

Εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε στον τύπο, ημερήσιο και ειδικό, έντυπο και ηλεκτρονικό, ένας μικρός αλλά όχι ευκαταφρόνητος αριθμός αναφορών στην υπόθεση αυτή. Οι βασικότερες αναφορές στον γραπτό τύπο υπήρξαν δύο αναφανδόν θετικές για το σύστημα τοποθετήσεις, καθώς και μία αρνητική. Οι θετικές ήταν μία αναφορά του αμυντικού συντάκτη Πάρη Καρβουνόπουλου στην εφημερίδα «Real News» με τίτλο «Το υπερόπλο μένει στα χαρτιά», της 14ης Αυγούστου 2011, και μία του αμυντικού συντάκτη Μάνου Ηλιάδη στην εφημερίδα «Δημοκρατία» με τίτλο «Μία απόφαση στα όρια της Εθνικής προδοσίας», της 22ας Σεπτεμβρίου 2013. Αρνητική αναφορά υπήρξε η εμμέσως αρνητική τοποθέτηση του αμυντικού συντάκτη Βαγγέλη Παγώτση (περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», τ.27, Απρίλιος 2012, άρθρο με θέμα «Αντιμετωπίζοντας τα τουρκικά F-35A, Μέρος Β’: Παθητικά Συστήματα και Συνολική Αποτίμηση»), Οι παρουσιάσεις στο διαδίκτυο φαίνεται να έχουν ως βασική πηγή τα έντυπα άρθρα καθώς και την απάντηση του τότε Αναπληρωτή Υπουργό Αμύνης Ραγκούση σε επερώτηση που έγινε σχετικά με το θέμα από τον βουλευτή των ΑΝΕΛ Σπύρο Γαληνό (επερώτηση υπ. Αριθμ. 6763 της 15ης Μαρτίου του 2012). Η τελευταία αυτή απάντηση αποτελεί και την πλέον επίσημη και αναλυτική δημόσια (και συνεπώς αδιαβάθμητη) αναφορά στο θέμα. Την αναφορά αυτή επικαλέστηκε άλλωστε και το περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία» στον διαδικτυακό του τόπο, στις 10 Απριλίου 2012 προκειμένου να επιβεβαιώσει την προηγούμενη του θέση (Επιβεβαίωση ανάλυσης της «ΕΑ&Τ» για τα συστήματα PBR από το ΥΠΕΘΑ).

Θα ήταν αφελές να σχηματίσει κανείς γνώμη σχετικά με την αξία και την σκοπιμότητα ανάπτυξης του συγκεκριμένου συστήματος από τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία. Η διατύπωση γνώμης σχετικά με ένα τέτοιο ζήτημα απαιτεί αφ΄ενός αναλυτικά τεχνικά στοιχεία του συστήματος, αφ΄ετέρου τεχνικές γνώσεις και εμπειρία εξαιρετικά εκτενή, την ποιότητα και τη φύση της οποίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται όσοι σπεύδουν να υπερθεματίσουν ή να αναθεματίσουν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένδεκα θέσεις για την Πολεμική Βιομηχανία

Ήφαιστος-Θέτις

Ιλιάδα, Ραψωδία Σ: Ο Ήφαιστος παραδίδει στη Θέτιδα την καινούργια πανοπλία του Αχιλλέως

Παρακάτω παρατίθεται ένα σύνολο από ένδεκα θέσεις σχετικά με την πολεμική βιομηχανία.

Τα κατωτέρω δεν αποτελούν ούτε προτάσεις για το μέλλον της πολεμικής βιομηχανίας στην Ελλάδα, ούτε μελέτη των αιτίων της μέχρι σήμερα παταγώδους αποτυχίας της. Αποτελούν απλώς τις βασικές θέσεις του συντάκτη σχετικά με το ζήτημα της πολεμικής βιομηχανίας. Συγκροτούν ένα γενικό πλαίσιο που διατυπώνεται αξιωματικά, και το οποίο θα επιχειρηθεί στο μέλλον να τεκμηριωθεί αναλυτικά.

1. Η πολεμική βιομηχανία δεν αποτελεί «χρήσιμο συμπλήρωμα» της εθνικής ασφαλείας μιας χώρας. Πολύ περισσότερο, δεν αποτελεί «οικονομικά επωφελές» συμπλήρωμα της εθνικής ασφαλείας μιας χώρας. Μαζί με τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις Υπηρεσίες Πληροφοριών, η πολεμική βιομηχανία συγκροτεί το βασικό αμυντικό μηχανισμό της χώρας. Από την ποιότητα και την έκτασή της πολεμικής βιομηχανίας δεν εξαρτάται μόνον η στρατιωτική ισχύς της χώρας. Πολύ περισσότερο, εξαρτάται η πολιτική χρησιμότητα της στρατιωτικής της ισχύος, δηλαδή το αν και υπό ποιους εξωτερικούς περιορισμούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η στρατιωτική ισχύς.

2. Η σημασία της πολεμικής βιομηχανίας για τον αμυντικό μηχανισμό της χώρας έγκειται σε δύο ειδικούς παράγοντες:

  • κατά πόσον και για ποιο διάστημα μπορεί να εξασφαλίσει την ικανοποιητική λειτουργία του αμυντικού μηχανισμού της χώρας χωρίς εξωτερική ενίσχυση, τόσο βραχυπρόθεσμα (δηλαδή κατά την περίοδο έντασης ή πολεμικών επιχειρήσεων) όσο και μακροπρόθεσμα (δηλαδή κατά τη διαμόρφωση του ισοζυγίου στρατιωτικής ισχύος του περιβάλλοντος μιας χώρας)
  • κατά πόσο μπορεί να παράσχει στη χώρα ποσοτικό και ποιοτικό (τεχνολογικό) στρατιωτικό πλεονέκτημα.

3. Η πολεμική βιομηχανία έχει διπλή φύση: αποτελεί στοιχείο στρατιωτικής ισχύος και ταυτόχρονα αποτελεί οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα της πλέον σύνθετης μορφής, δηλαδή εντάσεως τεχνολογίας. Η πολεμική βιομηχανία απαιτεί προσεκτικό συνδυασμό στρατιωτικού σχεδιασμού, και βιομηχανικής πολιτικής. Η βασικότερη παράμετρος της οικονομικής πτυχής δεν είναι η χρηματοοικονομική κερδοφορία – τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα. Η οικονομική πτυχή αφορά την ανάπτυξη μιας οικονομικά και τεχνολογικά ανταγωνιστικής δραστηριότητας, στόχος που επιτυγχάνεται αποκλειστικά μετά από μακροχρόνια επένδυση. Και η στρατιωτική παράμετρος οφείλει να μεταφράζεται σε κάποιο απτό στρατιωτικό πλεονέκτημα, έστω και στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, αμυντική βιομηχανία και Ελληνική Δημοκρατία

Εξ όνυχος τον λέοντα (και τον ποντικό)

Αμ. Βιομηχ.

Ένα από τα θέματα της επικαιρότητας των τελευταίων ημερών είναι η τύχη δύο σημαντικών αμυντικών βιομηχανιών της χώρας, των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων και της Ελληνικής Βιομηχανίας Οχημάτων. Οι λεπτομέρειες για τον «αγώνα της κυβέρνησης» (και φυσικά, τον «αγώνα της αντιπολίτευσης») για να μην πτωχεύσουν οι βιομηχανίες είναι γνωστός και δε θα απασχολήσει εδώ.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον για το παρόν σημείωμα είναι ορισμένα επιχειρήματα που στο πλαίσιο της συζήτησης χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε ακροθιγείς αναφορές, ως εάν να αναφέρονται σε οιωνεί επιστημονικές αλήθειες που θέτουν και το αυτονόητο πλαίσιο της συζήτησης.

  1. Τα ΕΑΣ και η ΕΛΒΟ ως εταιρείες πολεμικής βιομηχανίας είναι «στρατηγικής σημασίας» για την άμυνα της χώρας. (Το ίδιο λέγεται κατά κόρον και για τα ναυπηγεία).
  2. Λόγω της «στρατηγικής σημασίας» των δύο εταιρειών, αυτές πρέπει να παραμείνουν υπό κρατικό έλεγχο.
  3. Αν δοθεί ικανοποιητικός όγκος παραγγελιών στις εταιρείες αυτές, τότε αυτές θα ορθοποδήσουν και θα αναπτυχθούν.

Και η δική μας θέση:

1.      Τα ΕΑΣ και η ΕΛΒΟ δεν είναι «στρατηγικής σημασίας» για τη χώρα, για τον απλούστατο λόγο ότι η χώρα στερείται συνολικά αμυντική βιομηχανία «στρατηγικής σημασίας». Ίσως η μόνη βιομηχανία στην οποία μπορεί να αποδοθεί κάποια «στρατηγική» σημασία είναι η Ε.Α.Β., γιατί αυτή αποτελεί, στην ουσία, περισσότερο μέρος του μηχανισμού συντήρησης της Π.Α. και λιγότερο «πολεμική βιομηχανία». Για το λόγο αυτό, προφανώς, εξαιρέθηκε εξ αρχής από τη συζήτηση περί ιδιωτικοποιήσεως ή πτωχεύσεως (αλλιώς, θα έπρεπε συγκεκριμένες ικανότητες – που άλλωστε αποτελούν και το μείζον μέρος των βιομηχανικών ικανοτήτων της εταιρείας – να μεταβιβαστούν άρον-άρον στο Κ.Ε.Α. ως μέρος της δομής της ΠΑ).

Στην πραγματικότητα, η «στρατηγική σημασία» χρησιμοποιείται για εντυπωσιασμό, χωρίς να προσδιορίζεται. Γιατί αν προσδιοριζόταν, θα οδηγούσε σε πολύ μελαγχολικά συμπεράσματα. Κυρίως, όμως, θα οδηγούσε στον προσδιορισμό τέτοιων απαιτήσεων από την πολιτική αμυντικής βιομηχανίας που θα έκανε τους «αρμοδίους» να αισθανθούν αμήχανα.

2.     Ο κρατικός έλεγχος της οποιασδήποτε εταιρείας πολεμικής βιομηχανίας δεν εξασφαλίζει κατά τίποτα το «στρατηγικό ρόλο» της, όπως δεν τον εξασφαλίζει ούτε ο ιδιωτικός. Και οι δύο μπορούν εξ ίσου να φτιάξουν ή να καταστρέψουν μια βιομηχανία, ανάλογα με το πνεύμα και το πλαίσιο στο οποίο θα ασκηθούν. Το βιομηχανική πολιτική και ο στρατηγικός σχεδιασμός είναι που έχουν σημασία, αλλά η σύγχρονη «συντηρητική» αντίληψη έχει παραιτηθεί από αυτές (και οι εντόπιοι εκπρόσωποι ψιλο-αγνοούν περί τίνος πρόκειται).

Για διαφόρους λόγους που δεν είναι της παρούσης, πιθανόν αυτή τη στιγμή να είναι προτιμότερος ο κρατικός έλεγχος. Αλλά όχι ότι εξασφαλίζεται κάτι έτσι – πιθανότατα στα ίδια θα είμαστε.

3.     Ο όγκος των παραγγελιών από μόνος του, ειδικά στα επίπεδα που εκ των πραγμάτων θα κυμαίνεται βάσει του ύψους των ελληνικών αμυντικών δαπανών στα επόμενα χρόνια καθώς και των δυνατοτήτων εξαγωγών (δεδομένων των προϊόντων που παράγονται) το πολύ-πολύ να διατηρήσει σε «συμπαθητική» κατάσταση δυο «συμπαθητικές» εταιρείες που, τουλάχιστον, θα επιβιώνουν. Από κεί μέχρι τις «στρατηγικής σημασίας» βιομηχανίες υπάρχει ένα χάος.

Οι θέσεις που διατυπώνονται παραπάνω δεν τεκμηριώνονται και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται σχολιασμού. Θα γίνει, όμως, προσπάθεια στα επόμενα σημειώματα να εξηγηθούν ώστε να τεθεί ένα πλαίσιο συζήτησης για την αμυντική βιομηχανία της χώρας.

Απλώς, προκαταβολικά: η αμυντική βιομηχανία που να έχει κάποια στρατηγική σημασία είναι «δύσκολον πράγμα». Απαιτεί πολιτική βούληση, ικανότητα, σύλληψη τέτοιας πνοής και προσπάθεια τέτοιας έντασης που η ελληνική πολιτική ηγεσία (δηλαδή: η συλλογική πολιτική ηγεσία) δεν έχει δείξει μέχρι τώρα και δε φαίνεται να διαθέτει. Αν και κανείς δεν ξεκινά να χτίζει σοβαρή αμυντική βιομηχανία στη χειρότερη οικονομική του κρίση, ακόμη και τώρα οι δυνατότητες είναι πολύ ευρύτερες απ΄όσες ίσως θα πίστευε κανείς. Αλλά και οι «δυνατότητες» δεν κερδίζουν πολέμους.

Μια ιστορία με σημεία και τέρατα

Το σύνολο της αποτυχίας της ελληνικής πολιτικής στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας (δηλαδή τον έναν από τους δύο τομείς αμυντικής πολιτικής και τον έναν από τους δύο θεμελιώδεις τομείς στρατιωτικής ισχύος) αποτυπώνεται στην παρακάτω.

Στην ιστορία αυτή αποτυπώνονται μία προς μία όλες οι αστοχίες (και «αστοχίες») του συστήματός μας. Και οι οποίες δεν παραμένουν στο ακέραιο.

Που αρχίζει από τον Άκη, συνεχίζεται επί Μεϊμαράκη (δηλαδή Ε. Βασιλάκου) και Βενιζέλου και αναδύεται σήμερα με την απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης να δικαιώσει ένα κραυγαλέο αδίκημα της εταιρείας SONAK εις βάρος του υπουργείου Άμυνας.

Μιας εταιρείας που εκμεταλλεύεται αγρίως το ελληνικό Δημόσιο (ΥΕΘΑ) από 15ετίας, με έξαρση τα δύο τελευταία χρόνια, με τη μεθοδευμένη εκμετάλλευση των αντισταθμιστικών σωρείας οπλικών συστημάτων, εισπράττοντας άφθονο χρήμα, το οποίο θα έπρεπε να εισρέει στα Επιτελεία που πένονται αγρίως.

Αρχίζω με την παραδοχή ότι οι εταιρείες που κάνουν αγωγές στο Δημόσιο για οικονομικά θέματα υποστηρίζονται από έμπειρους δικηγόρους, ενώ το Δημόσιο από κάποιον αδιάφορο νομικό υπάλληλο. Σπάνιες οι εξαιρέσεις. Στηρίζονται, επίσης, στις διάτρητες συμβάσεις που έχουν υπογράψει καθ’ υπαγόρευση εξωνημένοι και διεφθαρμένοι αξιωματούχοι του ΥΕΘΑ.

Ακολουθεί μια σύντομη ενημέρωση, που δίνει απάντηση στο ερώτημα για το βάθος της διαφθοράς στις ΕΔ επί σημιτισμού και μετέπειτα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου