ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (II)

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Στον κρίσιμο τομέα της αεροπορικής ισχύος, που αποτέλεσε το πρωτεύον πεδίο αποτροπής της τουρκικής επιθετικότητας κατά τη διάρκεια της Μεταπολιτεύσεως, η εικόνα είναι αποθαρρυντική.  Η Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ) διατηρεί 267 μαχητικά, εκ των οποίων τα 198 είναι τρίτης γενεάς και εξαιρετικά προηγμένα, τα 35 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς.  Στην πράξη, πρόκειται για ένα καλοζυγισμένο μείγμα από περίπου 200 σύγχρονα μαχητικά αιχμής, 35 μαχητικά υποδεέστερα (αλλά πλήρως αξιόμαχα και της ίδιας γενεάς) που παίζουν τον ρόλο του εισαγωγικού (OCU) μαχητικού καθώς και από άλλα τόσα εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ης γενεάς, βαρύτερα και με ικανότητα μεταφοράς μεγάλων φορτίων, τα οποία είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-εδάφους, ως οιονεί «υποστρατηγικά» βομβαρδιστικά.

Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη ελληνική δύναμη αποτελείται από 232 μαχητικά αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 55 είναι τρίτης γενεάς και πολύ προηγμένα (γενικώς αντίστοιχα ή και καλύτερα από τα τουρκικά της ίδιας κατηγορίας), τα 177 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς. Ήδη, με αυτή τη σύνθεση υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς η αναλογία σύγχρονων μαχητικών είναι 1 ελληνικό προς 4 τουρκικά, ενώ σε αντίθεση με τα τουρκικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων που έχουν έναν κατά βάση εκπαιδευτικό ρόλο, τα ελληνικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων παραμένουν στον ρόλο του μαχητικού πρώτης γραμμής, με την αντίστοιχη υποβαθμισμένη απόδοση. Τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη δεύτερης γενεάς, περιέργως, είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-αέρος, με ό,τι αυτό σημαίνει για την απόδοσή του στον ρόλο αυτόν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Το F-35 συνεχίζει να μας δίνει πολύτιμο χρόνο…

Όπως έχουμε πει σε σειρά αναρτήσεων, το F-35, που αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο αναδυόμενο κίνδυνο για την ελληνική άμυνα στο προσεχές μέλλον, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στην εξέλιξή του. Αν και είναι σαφές ότι πλέον το πρόγραμμα δεν έχει πρόβλημα επιβίωσης, η χρονική του εξέλιξη παραμενει προβληματική.

Σε συνέχεια των αναρτήσεων για τη χρονική του εξέλιξη, παρατίθεται υπόμνημα του Διευθυντή του Γραφείου Επιχειρησιακών Δοκιμών και Αξιολόγησης του Πενταγώνου με αποδέκτες τον αμερικανό Υφυπουργό Αμύνης επί των Προμηθειών και τον Υπαρχηγό του Μεικτού Επιτελείου των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το υπόμνημα έχει ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2015 και ήρθε στο φως από το περιοδικό Aviation Week & Space Technology.

Από τα αναφερόμενα προκύπτει σαφώς ότι η πρόοδος της εξέλιξης του λογισμικού είναι σαφώς πιο αργή απ’ ότι δείχνουν οι επίσημες αναφορές, ότι η πρόοδος του προγράμματος επιταχύνεται «εικονικά» ενώ στην πράξη κουκουλώνονται εκκρεμότητες και προβλήματα που δε μπορούν να παρακαμφθούν και θα απαιτήσουν υποχρεωτικά πρόσθετο χρόνο (πολύ περισσότερο του προϋπολογισμένου) και πόρους.

Αυτό στην πράξη σημαίνει για την Π.Α. ότι έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεσή της για να οργανώσει την αντίδρασή της στην επικείμενη τουρκική αγορά. Και ο χρόνος αυτός της είναι υπέρπολύτιμος, όχι μόνον εξ αιτίας της οικονομικής δυσκολίας, αλλά επειδή στον τεχνολογικό ανταγωνισμό, μία από τις πλέον κρίσιμες παραμέτρους είναι ο χρόνος.

Η Π.Α. οφείλει να εκμεταλλευτεί όλον τον χρόνο που έχει στη διάθεση της, και να μην προβεί σε πρόωρες ενέργειες που θα της στερήσουν το κρίσιμο πλεονέκτημα που της παρέχει η καθυστέρηση του προγράμματος F-35.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν ραγδαία, και το F-35 έχει ήδη απωλέσει σημαντικό μέρος της υπεροχής που του εξασφάλιζε η τεράστια επένδυση που έγινε γι’ αυτό.

Η πρόωρη εκδήλωση εξοπλιστικής αντίδρασης θα είναι κεφαλαιώδες λάθος εξοπλιστικής και τεχνολογικής πολιτικής. Και ο αγώνας στον αέρα κρίνεται και κερδίζεται ή χάνεται στην επιδέξια διαχείριση της τεχνολογίας εξ ίσου όσο και στην επιχειρησιακή και τακτική δεξιότητα των αεροπορικών δυνάμεων. 

Περισσότερα για τη στρατηγική της αντιμετώπισης του F-35 θα αναρτηθούν προσεχώς, σε εκτενές θέμα σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Οι στρατοί μας γίνονται γατάκια, Μέρος 1ο

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

cropped-Martin-Pic1

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις της Δύσης – που συνεχώς καμαρώνουν ότι είναι οι καλύτερα εκπαιδευμένες, καλύτερα οργανωμένες, καλύτερα εξοπλισμένες και οι καλύτερα στελεχωμένες της Ιστορίας – έχουν μετατραπεί σε γατάκια. Γατάκια ούσες, οδεύουν από τη μία ήττα στην άλλη.

Είναι γεγονός ότι το 1999 επέτυχαν να επιβάλουν τη θέλησή τους επί της Σερβίας. Αλλά αυτό το κατάφεραν μόνον και μόνον επειδή ο αντίπαλος ήταν ένα μικρό, αδύναμο κράτος (οι Σερβικές ένοπλες δυνάμεις εκείνη τη στιγμή, εξαντλημένες από έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο, κατατάσσονταν στην 35η θέση παγκοσμίως) κι ακόμη και τότε επειδή το κράτος εκείνο ήταν πρακτικά ανυπεράσπιστο στον αέρα. Το ίδιο ισχύει και για τη Λιβύη το 2011. Εκεί, έδωσαν όλες τις μάχες και υπέστησαν όλες τις απώλειες διάφορες ιθαγενείς συμμορίες. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν ήταν να εμπλακούν σε χερσαία μάχη, άνδρες εναντίον ανδρών, η Δύση, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, απλούστατα δεν είχαν τα κότσια.

Σε άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δυτικοί στρατοί προσπάθησαν να επιβάλουν την τάξη στη Σομαλία και τους πέταξαν έξω οι «Κοκκαλιάρηδες», όπως αποκαλούσαν τους αδύνατους αλλά ζόρικους αντιπάλους τους. Προσπάθησαν να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, και τους πέταξαν έξω κι από εκεί. Προσπάθησαν να επιβάλουν δημοκρατία (και να βάλουν χέρι στο πετρέλαιο) στο Ιράκ, και κατέληξαν να φύγουν με την ουρά στα σκέλια. Το κόστος αυτών των ανόητων περιπετειών μόνον για τις ΗΠΑ λέγεται ότι είναι περί το ένα τρισεκατομμύριο – 1.000.000.000.000 – δολάρια. Με τη μία ήττα να διαδέχεται την άλλη, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που όταν αυτές οι ένοπλες δυνάμεις κλήθηκαν να τερματίσουν τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, αυτές και οι κοινωνίες που υπηρετούν προτίμησαν να αφήσουν τις αγριότητες να συνεχίζονται. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία – To Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 – Μέρος Α’

Προέλευση, Επιλογή, Εκπαίδευση, Ιδεολογία, Εξέλιξη και η κρίσιμη σχέση με την Πολιτική.

Γράφει ο Κλεάνθης

«Οία η αξία των στελεχών, τοιάδε και των στρατευμάτων»

Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή ανάλυση ενός στρατού χωρίς εξέταση του νευραλγικότερου τμήματος του που αποτελούν τα στελέχη του και ειδικά οι αξιωματικοί του. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστεί το Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 και συγκεκριμένα θα διερευνηθεί η κοινωνική προέλευση των αξιωματικών, ο τρόπος επιλογής τους για το Σώμα, η εκπαίδευσή, η ιδεολογία, η επαγγελματική τους εξέλιξη και η κρίσιμη αλληλεπίδραση με την πολιτική. Οι παράγοντες αυτοί, που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα όποια στρατιωτικά δόγματα, στάθηκαν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ικανότητας του Ελληνικού Στρατού στους πολέμους του έθνους. Τα επιχειρησιακά δόγματα και σχετικές αντιλήψεις, θα εξεταστούν σε δεύτερο στάδιο, καθώς δεν έχει νόημα η εξέτασή τους αν προηγουμένως δεν έχει γίνει κατανοητό το κοινωνικό και επαγγελματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά αναπτύχθηκαν.

Το θέμα της εξέτασης των αξιωματικών ως επαγγελματικό σώμα, απ΄ όσο γνωρίζω, τίθεται για πρώτη φορά ως αντικείμενο έρευνας καθώς μέχρι τώρα αυτοί εξετάζονται αποκλειστικά ώς πολιτικός παράγοντας. Σχετικά με ζήτημα της τεκμηρίωσης, ειδικά στο πλαίσιο του διαδικτύου, παρατίθεται σχετικό βιβλιογραφικό σημείωμα στο τέλος του κειμένου.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή      

Δημιουργία Του Σώματος Των Αξιωματικών

Προέλευση Επιλογή Εκπαίδευση        

Α. Σχολή Ευελπίδων 

Β. Σχολή ή Σχολείον των Υπαξιωματικών

Γ. Άνευ Σχολής, εκ του Στρατεύματος

Δ. Έφεδροι Αξιωματικοί      

Ε. Οι Βασιλόπαιδες – Πρίγκιπες Αξιωματικοί

Στ. Αξιωματικοί απόφοιτοι ξένων Σχολών   

Μετεκπαίδευση Στην Ευρώπη

Ιδεολογία     

Αξιωματικοί και Πολιτική

Βιβλιογραφικό Σημείωμα  

Εισαγωγή

Είναι δύσκολο να αναφερθεί κάποιος σε συγκροτημένο Σώμα Ελλήνων αξιωματικών πριν από την εποχή του Χ. Τρικούπη, κατά τη δεκαετία του 1880. Μέχρι τότε, παρόλο που κάποιο τακτικό στράτευμα και μία παραγωγική σχολή αξιωματικών (Σχολή Ευελπίδων)[1] μετρούσαν ήδη 50 ολόκληρα χρόνια ζωής, οι σχετικές προσπάθειες δεν ήταν σοβαρές. Στρατός ουσιαστικά δεν υπήρχε, παρά κυρίως στρατιωτικά αποσπάσματα για την καταδίωξη ληστών. Η υστέρηση αυτή βασικά αντανακλούσε την έλλειψη ισχυρής θέλησης των πολιτικών ελίτ του ελληνικού κράτους– που πάλευε ακόμα να συγκροτηθεί ως τέτοιο – να οργανώσει ικανό για πόλεμο στράτευμα. Η πιθανότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας με τον μοναδικό αντίπαλο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν αντιμετωπιζόταν σοβαρά, και η εδαφική ακεραιότητα είχε αφεθεί περισσότερο στις «Προστάτιδες Δυνάμεις» που άλλωστε είχαν λόγο και στο πολίτευμα της χώρας.

Οι αιτίες για αυτή την «αδιαφορία» πρέπει να αναζητηθούν σε ένα συνδυασμό εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που εμπόδιζαν γενικότερα τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Στο εσωτερικό, ήταν η φτώχεια μιας Ελλάδας που εξήλθε της Επανάστασης καταστραμμένη και χρεωμένη, οι οπισθοδρομικές – οθωμανικής προέλευσης – κοινωνικές δομές πατρωνίας, καθώς και οι έριδες για την εξουσία μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων και του ξενόφερτου και ισχυρού θεσμού της βασιλείας. Ως αποτέλεσμα, στις αδιάκοπες διαμάχες για την νομή της εξουσίας δεν στάθηκε δυνατόν να επιβληθεί πολιτικά καμιά δύναμη ικανή να επιβάλει ένα σοβαρό και συγκροτημένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.

Στο εξωτερικό, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ώς γνωστόν πολλές και ποικίλες, θεσμοθετημένες μάλιστα από την Συνθήκη του 1832, που νομιμοποίησε διεθνώς την Ελλάδα ώς Κράτος (η Χώρα μας δεν συμμετείχε καν στην υπογραφή της). Στο άρθρο 4 λοιπόν της Συνθήκης αναφέρεται: «..Η Ελλάς [..] με την εγγύηση των τριών Αυλών, θα αποτελέσει ένα μοναρχικό ανεξάρτητο κράτος..». Η φράση επανελήφθη και στη συνθήκη του 1863 που υπέγραψαν οι Δυνάμεις με τον βασιλιά της Δανίας και η οποία επέβαλε τον Γεώργιο ως βασιλιά των Ελλήνων. Οι Δυνάμεις λοιπόν θεωρούσαν εαυτές ως «εγγυήτριες της ανεξαρτησίας» και την άποψη αυτή συμμερίζονταν και σημαντικό μέρος των Ελλήνων που τις αποκαλούσε – για προφανείς λόγους – «Προστάτιδες». Οι εθνικοί εξωτερικοί στόχοι μπορούσαν βολικά να ανατεθούν και σε ξένες πλάτες…

Με βάση τα παραπάνω, η Ελλάδα εξήλθε της Επανάστασης ώς ένα σχετικά ανεξάρτητο κράτος, φτωχό, κοινωνικά οπισθοδρομικό, πολιτικά ασταθές και με τις Μ. Δυνάμεις να καθορίζουν στενά τις εξωτερικές του υποθέσεις και τυχόν μεταβολή των συνόρων. Ως αποτέλεσμα, η καχεξία γενικά των κρατικών θεσμών και δομών, που απαιτούν μακρόχρονες, συγκροτημένες και μεγάλης κλίμακας προσπάθειες, όπως ειδικότερα ο Στρατός, μοιάζει λογική.

Για το θέμα ειδικά που εξετάζουμε, το αποτέλεσμα της περιγραφείσας εσωτερικής αστάθειας και εξωτερικής επέμβασης ήταν η έλλειψη επαρκούς θεσμικού συστήματος παραγωγής καταρτισμένων στελεχών. Η μεγάλη πλειοψηφία των αξιωματικών παράμενε χωρίς στρατιωτική και επαρκή ακαδημαϊκή μόρφωση. Η παραγωγή καταρτισμένων στελεχών από τη μοναδική υπάρχουσα σχολή, τη Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) αντιμετώπιζε οργανωτικά προβλήματα, με «φωτογραφικά» διατάγματα προς όφελος κάποιων και επίσης αριθμητικά ήταν ελάχιστη. Επί 50 χρόνια, μεταξύ 1830 και 1880, αποφοιτούσαν ετησίως κατά μέσο όρο μόλις πέντε αξιωματικοί – αρκετές χρονιές μάλιστα δεν υπήρχαν καν απόφοιτοι. Ακόμα και αυτή η μικροσκοπική ομάδα αποφοίτων κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά στα «τεχνικά» λεγόμενα Όπλα, στο Πυροβολικό και στο Μηχανικό. Σε αυτά τα 50 χρόνια λειτουργίας η ΣΣΕ απέδιδε στο Πεζικό, το βασικό όπλο ελιγμού της εποχής, μόλις έναν αξιωματικό ετησίως κατά μέσο όρο! Στο ζωτικό Όπλο του Πεζικού λοιπόν, δεν υπηρετούσαν απόφοιτοι κάποιας σχολής αλλά σχεδόν αποκλειστικά αξιωματικοί εξελισσόμενοι βαθμολογικά από την κατάταξή τους ως οπλίτες στο Στράτευμα, χωρίς μετά την επιλογή τους να υποστούν συγκροτημένη εκπαίδευση για τα νέα τους καθήκοντα. Απλώς κατά καιρούς λειτουργούσαν προσωρινά βραχύχρονα σχολεία επιμόρφωσης για ήδη επιλεγέντες (δηλ. διορισθέντες) υπαξιωματικούς και αξιωματικούς[2]. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Στρατηγική Σημασία της Αμυντικής Βιομηχανίας – Μέρος 2ο


First_Radar_SCR-268

Σε προηγούμενο σημείωμα αναλύθηκε μία βασική παρεξήγηση σχετικά με τον ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας στη στρατιωτική ισχύ μιας χώρας και μάλιστα μικρής, όπως η Ελλάς. Συγκεκριμένα, εξηγήθηκε ότι στόχος της βιομηχανικής πολιτικής της χώρας στον αμυντικό τομέα δε μπορεί να είναι η ουτοπική επιδίωξη της «εξοπλιστικής αυτονομίας». Μία τέτοια επιδίωξη είναι εκτός πραγματικότητας, ενώ η «μερική» μόνον επίτευξή της στερείται πολιτικού νοήματος. Αυτό δε σημαίνει ότι η αμυντική βιομηχανία δεν έχει ρόλο στη στρατιωτική ισχύ. Αντιθέτως, η αμυντική βιομηχανία αποτελεί έναν κρίσιμο πυλώνα της εθνικής αμυντικής ισχύος, με διαφορετικό, όμως, ρόλο.

Το πρώτο βασικό δεδομένο που εξ αρχής καθορίζει την ακολουθητέα πολιτική αμυντικής βιομηχανική της χώρας είναι η περιορισμένη βιομηχανική και τεχνολογική βάση της, όχι μόνον ως μέρους της συνολικής εθνικής βιομηχανικής ικανότητας ή σε σύγκριση με αυτήν άλλων χωρών, αλλά εν σχέσει με τις κλίμακες των αμυντικών προγραμμάτων. Το βιομηχανικό δυναμικό της χώρας παραμένει αναλογικά περιορισμένο ακόμη και με την εντονότερη δυνατή υπερένταση της βιομηχανικής προσπάθειας για το προβλέψιμο μέλλον, πολύ περισσότερο που υπό τις παρούσες συνθήκες, μία τέτοια υπερένταση δε φαίνεται πολύ πιθανή.

Υπό το φως του δεδομένου αυτού, η όποια βιομηχανική πολιτική θα πρέπει να κάνει στρατηγικές επιλογές. Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανική προσπάθεια θα πρέπει να επιλέξει συγκεκριμένους, αυστηρά επιλεγμένους και οριοθετημένους  τομείς δραστηριοποίησης, και σε αυτούς να επενδύσει εντατικά. Τα κριτήρια μιας τέτοιας επιλογής είναι αρκετά, και στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε με τα τρία πλέον σημαντικά. Όμως η κεντρική ιδέα είναι ότι η όποια προσπάθεια βιομηχανικής πολιτικής θα πρέπει να εστιαστεί σε τομείς που η ελληνική βιομηχανία μπορεί να αναπτύξει και οι οποίοι θα έχουν σημαντική, στρατηγικά αισθητή επιρροή στην ισχύ της χώρας. Εν προκειμένω το κρίσιμο στοιχείο είναι να εγκαταλειφθεί η αφελής νοοτροπία της «ομοιόμορφης» και ασθενικής προσπάθειας σε κάθε πιθανό τομέα που σχετίζεται με αμυντικές προμήθειες και να εντοπιστούν οι τομείς στους οποίους θα στραφεί κατά τρόπο αποφασιστικό όλη η βιομηχανική προσπάθεια.

Γιατί είναι απαραίτητες οι επιλογές; Ο λόγος είναι οργανωτικός. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα – Μέρος 3ο

ΣΥΡΙΖΑ

Η «Νέα Στρατηγική Προμηθειών» των ΕΔ

Πριν από λίγο καιρό ξεκίνησε μία παρουσίαση του προεκλογικού, τότε, προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαια πλέον κυβέρνηση, όμως στο βαθμό που το πρόγραμμά του αποτυπώνει την αντίληψη του κόμματος για την άμυνα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το τι μπορεί να περιμένει (και να μην περιμένει) κανείς στον τομέα αυτό. Πέραν αυτού, ιδιαίτερα επειδή σε αρκετά σημεία το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ενδιαφέρον επειδή δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη πολιτική ή ιδεολογική θέση του κόμματος, αλλά υιοθετεί αντιλήψεις που έχουν διαδοθεί γενικώς στην ελληνική κοινωνία (στον βαθμό που αυτή ασχολείται με αμυντικά θέματα), και που, δυστυχώς, υποσκάπτουν την άσκηση αμυντικής πολιτικής. Η παρουσία του αρχηγού των ΑΝΕΛ στη θέση του Υπουργού έχει, ούτως ή άλλως, μικρή σημασία για την άσκηση της αμυντικής πολιτικής, που στην πραγματικότητα ασκείται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Με τον ΑΝΥΕΘΑ Ήσυχο ως υπεύθυνο της Αμυντικής Βιομηχανίας και τον ΥΦΕΘΑ Τόσκα υπεύθυνο για την οργάνωση και τη δομή δυνάμεων, στον Καμμένο Υπουργό μένουν μόνον τα μικρόφωνα, οι κάμερες και η πιθανότητα επιρροής του σε ελληνοτουρκική κρίση – δευτερεύουσα κι αυτή, αφού και σε αυτή την περίπτωση αυτή θα είναι ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Α/ΓΕΕΘΑ που θα έχουν τον κρίσιμο ρόλο.

Το αντικείμενο του παρόντος κειμένου είναι οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τις αμυντικές προμήθειες, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο προεκλογικό του πρόγραμμα. Το θέμα έχει προφανή φόρτιση λόγω των εξωφρενικών σκανδάλων που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο 1996-2004, και των απόνερων που αυτά άφησαν μέχρι σήμερα. Αλλά και πέραν των «σκανδάλων», ή και χωρίς αυτά, η πολιτική προμηθειών είναι βασικός τομέας αμυντικής πολιτικής: το πόσο καλά καταφέρνεις να εξοπλίζεις τις Ένοπλες Δυνάμεις σου είναι και σύνθετο και κρίσιμο θέμα στρατηγικής, και μάλιστα υψηλής στρατηγικής, με όχι τόσο προφανείς σημασία και διαστάσεις. Και το πόσο καλά τα καταφέρνει κανείς, εξαρτάται από την ισχύ της οικονομίας του, της αμυντικής του βιομηχανίας και από την ικανότητά του στην πολιτική προμηθειών. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα

ΣΥΡΙΖΑ

Ως γνωστόν, οι προγραμματικές διακηρύξεις των κομμάτων της χώρας έχουν μικρή σημασία για την πολιτική που ασκούν όταν ανέρχονται στην εξουσία. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μία χαρακτηριστική ένδειξη της ελληνικής πολιτικής παθογένειας, αφού τα προγράμματα αποτελούν προσχηματικά κείμενα προκειμένου να καλύψουν τον γυμνό αγώνα εξουσίας που διεξάγεται, χωρίς καμία προετοιμασία ή μέριμνα για την πολιτική που θα ακολουθηθεί. Φυσικά, ο αγώνας για την πολιτική εξουσία είναι σκληρότατος σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, αλλά τουλάχιστον στις σοβαρές χώρες συνοδεύεται και από τη μέριμνα του «τι θα κάνουμε άμα βγούμε«. Άλλωστε το τι αποτελεί αντικείμενο «πολιτικής» στην άμυνα είναι ένα λεπτό ζήτημα.

Μία απόπειρα να σχολιαστεί αναλυτικά η προγραμματική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας για την άμυνα πριν από τις εκλογές του 2012 εγκαταλείφθηκε από… εκνευρισμό, μιας και ήταν ένα σύνολο από ασυναρτησίες που εμφανώς είχαν γραφτεί στο πόδι. Σε κάθε περίπτωση, από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας η αμυντική πολιτική ήταν αναμενόμενη, ασχέτως προγράμματος. Διαφθορά (μειωμένη λόγω περιστολής των εξοπλιστικών δαπανών), ευνοιοκρατία (συγκρατημένη έναντι των οργίων της δεκαετίας του ’80 και του ’90), περιστολή των αμυντικών δαπανών (αναπόφευκτα λόγω οξείας οικονομικής κρίσης) και κατά τα λοιπά, συνεργασία με τα Επιτελεία για την πεπατημένη. Η ακολουθούμενη «πολιτική» ήταν στην πραγματικότητα η μικρότερη ή μεγαλύτερη διάθεση και ικανότητα του εκάστοτε υπουργού να ανταποκριθεί σε αιτήματα και εισηγήσεις των στρατιωτικών, και να διαπραγματευτεί μια λύση χρηματο-οικονομικής επιβίωσης των απαξιωμένων κρατικών αμυντικών βιομηχανιών.

Δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον κόμμα που διεκδικεί την εξουσία, το πρόγραμμά του για την άμυνα αποκτά πρακτικό ενδιαφέρον. Το πρόγραμμα που έχει καταθέσει το κόμμα βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα του κόμματος, αναφέρει ως χρόνο σύνταξης τον «Ιούνη 2014» (sic) και φέρει την ένδειξη «για διαβούλευση«. Καθώς δεν υπάρχει άλλο νεώτερο κείμενο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κείμενο αυτό αποτελεί την προγραμματική διακήρυξη του κόμματος για την αμυντική πολιτική που θα ασκήσει σε περίπτωση που έρθει στην εξουσία.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η προγραμματική του διακήρυξη έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτή της Νέας Δημοκρατίας ή του ΠΑΣΟΚ, για δύο λόγους: αφ΄ενός, γιατί ως αριστερό κόμμα, από την φύση του και τη συγκρότησή του αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στα γραπτά του κείμενα, αφ΄ετέρου γιατί δεν έχουμε άλλες ενδείξεις σχετικά με την αμυντική πολιτική που θα ακολουθήσει – πέραν του γενικού αντιστρατιωτικού και «αντεθνικ(ιστικ)ού» πνεύματος που διέπει τον αριστερό πυρήνα του κόμματος. Υπό αυτό το πρίσμα, το προγραμματικό κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ για την άμυνα είναι αξιοσημείωτα συγκρατημένο – τουλάχιστον αν συγκριθεί με το αντίστοιχο του 2012. Στην πραγματικότητα, είναι ένα κείμενο που προσπαθεί να ξεπεράσει (για την ακρίβεια: να αντιπαρέλθει) τις αντανακλαστικά εχθρικές προς την άμυνα και τις Ένοπλες Δυνάμεις πολιτικές αντιλήψεις του κομματικού του πυρήνα. Προφανώς, η ρεαλιστική προοπτική ανόδου του κόμματος στην εξουσία (και ανάληψης της ευθύνης για την ασφάλεια της χώρας…) αφ΄ενός, αφ΄ετέρου η ανάγκη του να εμπνεύσει ασφάλεια σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που προσέρχονται σ’ αυτό ως ψηφοφόροι υπό την πίεση της παρούσας οικονομική συγκυρία χωρίς κατά τα λοιπά να γοητεύονται από το ιδεολογικό του στίγμα, έχει οδηγήσει στην περιστολή των αριστερίστικων γελοιοτήτων που περιείχε το πρόγραμμα του 2012. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σύντομο σχόλιο για τους εξοπλιστικούς σχεδιασμούς των ΕΔ

Αιέν Υψικρατείν (Φωτογραφία: Κων/νος Πανιτσίδης, redstar.gr)

(Φωτογραφία: Κων/νος Πανιτσίδης, redstar.gr)

Ένα σύντομο σχόλιο για τα εξοπλιστικά σχέδια των ΕΔ:

α) Η Ελλάδα διέρχεται οξύτατη οικονομική κρίση από την οποία δεν πρόκειται να βγει σύντομα. Οι εξοπλιστικές δαπάνες στο προσεχές μέλλον θα είναι ασφυκτικά περιορισμένες. Συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν επιλογές – δύσκολες και κρίσιμες επιλογές.

β) Οι επιλογές θα πρέπει να διέπονται από μια ενιαία στρατηγική θεώρηση της άμυνας. Το πνεύμα της ισορροπίας μεταξύ των Κλάδων – ούτως ή άλλως απαράδεκτο – πρέπει να παταχθεί άμεσα. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει διαφορετικό ρόλο για το ΓΕΕΘΑ και για τα Γενικά Επιτελεία των Κλάδων. Αυτό αποτελεί μια ορθή επιδίωξη του Κωσταράκου (σε αντίθεση, πχ, με την καταστροφική πρωτοβουλία του για τις Σχολές Υπαξιωματικών, που θα είναι η χαριστική βολή στην πολιτική προσωπικού των ΕΔ). Αλλά η κ. Φώφη έχει άλλη άποψη γιατί, λέει, «συγκεντρώνεται υπερβολική εξουσία στα χέρια ενός ανθρώπου». Είναι δύσκολο να έχεις σοβαρές ΕΔ με μη σοβαρούς υπουργούς («ανθυπομετριότητες» έλεγε κάποιος). Συνελόντι επείν: οι εξοπλιστικές επιλογές δεν είναι ποτέ ακριβώς (ούτε καν κυρίως) τεχνικές επιλογές. Κι είναι δύσκολο να γίνουν εύστοχα με την παρούσα (και τις προβλεπτές) πολιτικές ηγεσίες.

Παρ΄όλα αυτά:

γ) Η πρώτη, απολύτως κυρίαρχη εξοπλιστική προτεραιότητα, όπως πηγάζει από την αντίστοιχη στρατηγική προτεραιότητα, πρέπει να είναι η διατήρηση (ή, έστω, η διεκδίκηση) της αεροπορικής κυριαρχίας. Καμία άλλη στρατηγική και εξοπλιστική προτεραιότητα δεν έχει την ίδια προτεραιότητα, ούτε κατά διάνοια. Η δεύτερη κατά σειρά προτεραιότητα είναι η διατήρηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο – κι αυτό αφήνει ποικίλες εξοπλιστικές (και τακτικές) επιλογές, πάντα πίσω από την ανάγκη αεροπορικής υπεροχής. ΟΛΕΣ οι άλλες εξοπλιστικές προτεραιότητες ή επιθυμίες έπονται αυτών, ιδιαίτερα σε κύρια οπλικά συστήματα. Αν δεν είναι εφικτές, αυτό είναι κάτι που οι Κλάδοι θα πρέπει να αποδεχτούν και να αντιμετωπίσουν.

δ) Τα άρματα Μ-1 ίσως κάποια στιγμή να ήταν ενδιαφέρουσα επιλογή, ασφαλώς το να εξοπλιστούν οι ΕΜΑ των ΜΚ ταξιαρχιών με άρματα τρίτης θα ήταν πολύ σημαντικό (αλλά όταν αυτό μπορούσε να γίνει τζάμπα, ο …άκης ήταν αγχωμένος για το πόσα θα πήγαινε στο κνώδαλο που παντρεύτηκε), όμως αυτή τη στιγμή το βασικό πρόβλημα του Δ’ ΣΣ ΔΕΝ είναι να εξοπλίσει τις ΕΜΑ των ΜΚ Ταξιαρχιών με γ’ γενιάς άρματα. Ας λύσει το πρόβλημα προσωπικού, ας λύσει το πρόβλημα εκπαίδευσης, ας λύσει το πρόβλημα της διάταξης του, ας βελτιώσει την οργάνωση του εδάφους και μετά ας ασχοληθεί με εξοπλισμούς. Κι αν τυχόν υπάρξει δυνατότητα εξοπλισμών, ας ασχοληθεί με το πώς θα λύσει το πρόβλημα με τα ασθενικά παπάκια, κι ας αφήσει τα Μ-1 για όταν (και αν) προκύψουν πολύ φθηνότερα. Πολύ πιο επείγον από τα Μ-1 είναι τα Μ-2.

ε) Το πρώτο και βασικό πρόβλημα που έχει το ΠΝ να λύσει είναι η ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο. Κι αυτή απειλείται κυρίως από δύο παράγοντες: την εχθρική υποβρύχια απειλή και την εχθρική αεροπορική απειλή. Την εχθρική αεροπορική απειλή την αντιμετωπίζει πολύ καλύτερα και πληρέστερα η Πολεμική Αεροπορία απ΄ότι τα πλοία ΑΑ Περιοχής του ΠΝ. Η εχθρική υποβρύχια απειλή είναι ΟΞΥΤΑΤΗ, και δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί επιτυχώς. Ας μην ξετινάζει τους πόρους του το ΠΝ με αυτά τα πλοία, αυτή τη στιγμή, ενώ έχει κρίσιμες εκκρεμότητες.

στ) Στον αεροπορικό τομέα, η THK έχει εμπλακεί σε μία αδιέξοδη περιπέτεια, το F-35. Έχει δεσμευτεί σε ένα πρόγραμμα που, αν επιβιώσει ΩΣ ΕΧΕΙ (γιατί, φυσικά, δεν πρόκειται να ακυρωθεί τώρα), θα αργήσει πάρα πολύ να ωριμάσει και οικονομικά θα οδηγήσει είτε σε επιχειρησιακό αδιέξοδο, είτε σε πολύ περιορισμένη αγορά και σε αναζήτηση εναλλακτικής λύσης (τελευταία νέα για την πορεία του κόστους εδώ: http://medium.com/war-is-boring/how-much-does-an-f-35-actually-cost-21f95d239398). Με άλλα λόγια, το F-35 δε θα είναι άμεση απειλή. Η άμεση απειλή παραμένει ο μεγάλος όγκος του υφιστάμενου αεροπορικού στόλου. Μέχρι το F-35 να γίνει απειλή και μέχρι να κατασταλάξει στην εξοπλιστική της στρατηγική η Τουρκία, υπάρχει πολύς χρόνος. Κι εν τω μεταξύ, υπάρχουν πιο πιεστικά ζητήματα.

ζ) Την χρονικά άμεση και οικονομικά εφικτή λύση την ξέρουν, λίγο πολύ, όλοι. Την έχει περιγράψει ο HBS εδώ: http://hellarmforces2010.blogspot.gr/2012/06/f-16.html Η ουσία της είναι: άμεσος εκσυγχρονισμός και ομογενοποίηση των F-16 στο ανώτερο δυνατό επίπεδο, με ραντάρ AESA και νέο υπολογιστή αποστολής. Ούτως ή άλλως, αυτό σχεδόν εξαντλεί τις άμεσες ελληνικές οικονομικές δυνατότητες. Αλλά επιφέρει ουσιαστικό πλεονέκτημα για μια δεκαετία.

η) Κατά τα λοιπά, τα «περιφερειακά», λιγότερο εντυπωσιακά, αλλά πολύ κρίσιμα εξοπλιστικά είναι πολύ μεγαλύτερης προτεραιότητας και για τους τρεις Κλάδους. Και, μάλιστα: και για τους τρεις Κλάδους, άλλα ζητήματα, μη εξοπλιστικά, είναι πολύ πιο κρίσιμα από νέα όπλα. ΔΕΝ πάσχουμε τόσο στα όπλα, αυτή τη στιγμή. Στον οργανισμό πάσχουμε. Και στο βαθμό που πάσχουμε από εξοπλισμούς, ΔΕΝ πάσχουμε τόσο από κύρια οπλικά συστήματα.

Πρώτα οι άνθρωποι

Μετά οι ιδέες

Τελευταία τα μηχανήματα.

Είναι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο αποτελεσματικό απ΄όσο φαντάζονται πολλοί.

Το Πρόβλημα της Άμυνας

Υπουργεία

Η ελληνική άμυνα είναι σε κρίσιμη κατάσταση, όμως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι  «στρατιωτικής» φύσεως.

Η ελληνική άμυνα υποσκάπτεται από δύο παράγοντες: από την αντικειμενική αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να υποστηρίξει τη στρατιωτική ισχύ που απαιτεί η εθνική ανεξαρτησία της χώρας, καθώς και από την απροθυμία του λαού και των ηγετικών ομάδων να τη υποστηρίξουν την ισχύ αυτή – πιθανότατα επειδή δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην εθνική ανεξαρτησία.

Οι απαιτήσεις του γεωπολιτικού περιβάλλοντος

Η στρατιωτική ισχύς για μια χώρα δεν αποτελεί κάποια αφηρημένη απαίτηση: καθορίζεται από την ισχύ και τη διάθεση των υπολοίπων μερών του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Στην περίπτωση της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθορίζεται από τη θέση τους σε μία γεωστρατηγικά ευαίσθητη περιοχή της υφηλίου και τη γειτνίασή τους με μία ισχυρή, ιστορικά επιθετική και συνεχώς ανερχόμενη δύναμη – την Τουρκία, καθώς και από την γειτνίασή της Ελληνικής Δημοκρατίας με μία σειρά χωρών μικρότερης ισχύος αλλά ιστορικά επιθετικών, αν και προσωρινά αποδυναμωμένων λόγω ιστορικών συγκυριών.

Η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας

Για να οργανωθεί η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας, απαιτούνται πόροι: ανθρώπινοι, χρηματικοί, βιομηχανικοί, τεχνολογικοί. Η ελληνική κοινωνία σε καμία φάση της νεώτερης ιστορίας της δεν κατάφερε να αναπτύξει και να διαθέσει τους παραπάνω πόρους σε επάρκεια, ώστε να υποστηρίξει επαρκή στρατιωτική ισχύ που να της παρέχει σημαντική πολιτική αυτονομία. Όμως κατά την τρέχουσα περίοδο, η ικανότητά της να παράσχει στοιχειωδώς οποιουσδήποτε από τους παραπάνω πόρους, φθίνει ραγδαία. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

HEMPAS: Μία ελληνική πρόταση για παθητικό ραντάρ – και τα όρια του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού

Γράφουν ο Βελισάριος και ο HBS

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με βάση πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανοικτές πηγές καθώς και από πληροφορίες που παρέσχε στον HBS ο εκπρόσωπος της «Ομάδας Θεσσαλονίκης» κ. Αθανάσιος Κωνσταντινίδης, στο πλαίσιο δύο συνεντεύξεων.

Το σύνολο των πληροφοριών και των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη του άρθρου αυτού είναι αδιαβάθμητα.

Εισαγωγή

Franklin - Bistatic RadarΜία από τις βασικότερες αδυναμίες του μηχανισμού ασφαλείας της χώρας και βασικός λόγος της πολιτικής της καχεξίας αποτελεί η αποτυχία της να αναπτύξει στοιχειώδη αμυντική βιομηχανία για να υποστηρίξει την αμυντική ισχύ που η θέση της και η πολιτική της απαιτεί. Η αποτυχία αυτή αποτελεί ειδικότερη περίπτωση της γενικής αδυναμίας της χώρας να ασκήσει βιομηχανική πολιτική, για λόγους που έχουν σχέση αφ΄ενός με την οργανωτική ανεπάρκεια αφ΄ετέρου με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για κάτι τέτοιο.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση της αδυναμίας αυτής αποτέλεσε η υπόθεση του συστήματος HEMPAS/CCIAS που απασχόλησε τον χώρο της άμυνας τα τελευταία έτη. Η υπόθεση αφορά την υποβολή μιας πρότασης προς τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκ μέρους μιας ολιγομελούς ομάδας πανεπιστημιακών, προερχόμενων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αντικείμενο της πρότασης είναι η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή ενός συστήματος παθητικών αισθητήρων που θα ενταχθεί στο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της ΠΑ και θα ενισχύσει σημαντικά τόσο την επιβιωσιμότητά του όσο και την δυνατότητά του να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά υφιστάμενες και επικείμενες απειλές που αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Η πρόταση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά, τουλάχιστον σύμφωνα με την ομάδα των πανεπιστημιακών – αποκαλούμενων «Ομάδα Θεσσαλονίκης», είναι ώριμη και η φάση της ανάπτυξης του συστήματος έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό.

Μετά από περισσότερο από επτά έτη παλινωδιών και μπουφονικής διαδικαστικής ασυναρτησίας, στις αρχές του φθινοπώρου του 2013 το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενημέρωσε επισήμως τους πανεπιστημιακούς που είχαν υποβάλει την πρόταση ότι δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτήν.

Εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε στον τύπο, ημερήσιο και ειδικό, έντυπο και ηλεκτρονικό, ένας μικρός αλλά όχι ευκαταφρόνητος αριθμός αναφορών στην υπόθεση αυτή. Οι βασικότερες αναφορές στον γραπτό τύπο υπήρξαν δύο αναφανδόν θετικές για το σύστημα τοποθετήσεις, καθώς και μία αρνητική. Οι θετικές ήταν μία αναφορά του αμυντικού συντάκτη Πάρη Καρβουνόπουλου στην εφημερίδα «Real News» με τίτλο «Το υπερόπλο μένει στα χαρτιά», της 14ης Αυγούστου 2011, και μία του αμυντικού συντάκτη Μάνου Ηλιάδη στην εφημερίδα «Δημοκρατία» με τίτλο «Μία απόφαση στα όρια της Εθνικής προδοσίας», της 22ας Σεπτεμβρίου 2013. Αρνητική αναφορά υπήρξε η εμμέσως αρνητική τοποθέτηση του αμυντικού συντάκτη Βαγγέλη Παγώτση (περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», τ.27, Απρίλιος 2012, άρθρο με θέμα «Αντιμετωπίζοντας τα τουρκικά F-35A, Μέρος Β’: Παθητικά Συστήματα και Συνολική Αποτίμηση»), Οι παρουσιάσεις στο διαδίκτυο φαίνεται να έχουν ως βασική πηγή τα έντυπα άρθρα καθώς και την απάντηση του τότε Αναπληρωτή Υπουργό Αμύνης Ραγκούση σε επερώτηση που έγινε σχετικά με το θέμα από τον βουλευτή των ΑΝΕΛ Σπύρο Γαληνό (επερώτηση υπ. Αριθμ. 6763 της 15ης Μαρτίου του 2012). Η τελευταία αυτή απάντηση αποτελεί και την πλέον επίσημη και αναλυτική δημόσια (και συνεπώς αδιαβάθμητη) αναφορά στο θέμα. Την αναφορά αυτή επικαλέστηκε άλλωστε και το περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία» στον διαδικτυακό του τόπο, στις 10 Απριλίου 2012 προκειμένου να επιβεβαιώσει την προηγούμενη του θέση (Επιβεβαίωση ανάλυσης της «ΕΑ&Τ» για τα συστήματα PBR από το ΥΠΕΘΑ).

Θα ήταν αφελές να σχηματίσει κανείς γνώμη σχετικά με την αξία και την σκοπιμότητα ανάπτυξης του συγκεκριμένου συστήματος από τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία. Η διατύπωση γνώμης σχετικά με ένα τέτοιο ζήτημα απαιτεί αφ΄ενός αναλυτικά τεχνικά στοιχεία του συστήματος, αφ΄ετέρου τεχνικές γνώσεις και εμπειρία εξαιρετικά εκτενή, την ποιότητα και τη φύση της οποίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται όσοι σπεύδουν να υπερθεματίσουν ή να αναθεματίσουν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου