ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (II)

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Στον κρίσιμο τομέα της αεροπορικής ισχύος, που αποτέλεσε το πρωτεύον πεδίο αποτροπής της τουρκικής επιθετικότητας κατά τη διάρκεια της Μεταπολιτεύσεως, η εικόνα είναι αποθαρρυντική.  Η Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ) διατηρεί 267 μαχητικά, εκ των οποίων τα 198 είναι τρίτης γενεάς και εξαιρετικά προηγμένα, τα 35 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς.  Στην πράξη, πρόκειται για ένα καλοζυγισμένο μείγμα από περίπου 200 σύγχρονα μαχητικά αιχμής, 35 μαχητικά υποδεέστερα (αλλά πλήρως αξιόμαχα και της ίδιας γενεάς) που παίζουν τον ρόλο του εισαγωγικού (OCU) μαχητικού καθώς και από άλλα τόσα εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ης γενεάς, βαρύτερα και με ικανότητα μεταφοράς μεγάλων φορτίων, τα οποία είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-εδάφους, ως οιονεί «υποστρατηγικά» βομβαρδιστικά.

Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη ελληνική δύναμη αποτελείται από 232 μαχητικά αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 55 είναι τρίτης γενεάς και πολύ προηγμένα (γενικώς αντίστοιχα ή και καλύτερα από τα τουρκικά της ίδιας κατηγορίας), τα 177 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς. Ήδη, με αυτή τη σύνθεση υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς η αναλογία σύγχρονων μαχητικών είναι 1 ελληνικό προς 4 τουρκικά, ενώ σε αντίθεση με τα τουρκικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων που έχουν έναν κατά βάση εκπαιδευτικό ρόλο, τα ελληνικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων παραμένουν στον ρόλο του μαχητικού πρώτης γραμμής, με την αντίστοιχη υποβαθμισμένη απόδοση. Τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη δεύτερης γενεάς, περιέργως, είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-αέρος, με ό,τι αυτό σημαίνει για την απόδοσή του στον ρόλο αυτόν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θράκης σε περίπτωση Ε-Τ πολέμου

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

 

Ώρα Μάχης

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με αφορμή το άρθρο του φίλου του ιστολογίου Τ.Τ., «Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης» (Μέρος 1ο και Μέρος 2ο) και έχει σαν σκοπό να εξετάσει τη δυνατότητα μετάβασης του Ελληνικού Στρατού από την άμυνα στην επίθεση στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θράκης, σε περίπτωση Ε-Τ πολέμου.

Εκφράζοντας αποκλειστικά και μόνο προσωπική άποψη, πιστεύω ότι ο αμυντικός αγώνας που θα διεξαχθεί από τις Ελληνικές δυνάμεις στη περιοχή του Έβρου μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις (ευνοϊκές συνθήκες), να επιτρέψει στην Ελληνική διοίκηση να αναλάβει τη διεξαγωγή επιχειρήσεων επιθετικής επιστροφής, μεταφέροντας τον πόλεμο στο έδαφος του αντιπάλου.

Με δεδομένη τη Τουρκική αριθμητική υπεροχή σε προσωπικό, οπλικά συστήματα και μέσα διεξαγωγής του πολέμου, το εύλογο ερώτημα που τίθενται είναι, «ποιες είναι εκείνες οι ευνοϊκές συνθήκες που θα επιτρέψουν στον Ελληνικό στρατό στο θέατρο επιχειρήσεων της Θράκης, να μεταβεί από την άμυνα στη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων και πως μπορούν αυτές οι συνθήκες να δημιουργηθούν;».

Ιστορικό υπόβαθρο

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το ζήτημα των «ευνοϊκών συνθηκών», θα ήταν σκόπιμο να φέρουμε σαν παράδειγμα τον Ε-Ι Πόλεμο του 1940 και να περιγράψουμε τις τότε συνθήκες που επέτρεψαν στην ανώτατη Ελληνική ηγεσία να αποφασίσει την ανάληψη από τις 14 Νοεμβρίου 1940 επιθετικών επιχειρήσεων για την εκδίωξη των Ιταλών από την Ελλάδα και τη μεταφορά του αγώνα πέρα των Ελληνικών συνόρων. Όπως είναι γνωστό, η τότε ηγεσία είχε σχεδιάσει να «παραχωρήσει» έδαφος στην Ήπειρο, προκειμένου να δώσει τον αμυντικό αγώνα στην οικονομική και «φύσει» ισχυρή τοποθεσία «Ελαία-Καλαμάς», επί της οποίας η διεξαγωγή της άμυνας από την VIII Μεραρχία (τη μόνη μεγάλη Μονάδα που βρισκόταν στην Ήπειρο) ήταν δυνατή υπό καλύτερους όρους. Βεβαίως, η ηγεσία, είχε αφήσει στο Μέραρχο της VIII Μεραρχίας την πρωτοβουλία, να επιλέξει το αν θα δώσει την αμυντική μάχη στην τοποθεσία «Ελαία-Καλαμάς», ή στην ακόμη οικονομικότερη και ισχυρότερη τοποθεσία του ποταμού Αράχθου, υπενθυμίζοντάς του όμως διαρκώς, ότι η Κύρια Αποστολή του ήταν η ισχυρή κάλυψη του Τμήματος Θεάτρου Επιχειρήσεων της Δυτικής Μακεδονίας και των οδεύσεων που οδηγούν από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και την Αιτωλοακαρνανία. Και τούτο, επειδή μόνο έτσι ήταν δυνατή η κάλυψη του βασικού κορμού της χώρας και η ολοκλήρωση της επιστράτευσης και της στρατηγικής συγκέντρωσης του Ελληνικού Στρατού σε συνθήκες ασφάλειας, πράγμα που αποτελούσε και το καταλύτη για τη μετάβαση σε επιθετικές επιχειρήσεις. Επομένως, οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, ήταν κατ’ αρχάς: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Προτάσεις για την αναδιοργάνωση των ΤΘ, Μέρος Γ’: Ίλες και Ουλαμοί Μέσων Αρμάτων

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

1

Τα άρματα αποτελούν ένα από τα πλέον σημαντικά οπλικά συστήματα του στρατού και ταυτόχρονα τα πλέον δαπανηρά όσο αφορά το κόστος κτήσης – λειτουργίας. Οι μονάδες αρμάτων, αλλά και οι μονάδες των λοιπών Όπλων και Σωμάτων του στρατού, αποτελούν απαιτητικούς οργανισμούς όσον αφορά την οργάνωση, τη διοίκησή και την προς πόλεμο προετοιμασία τους. Η διεξαγωγή της σύγχρονης μάχης αποτελεί πλέον μια πολύ δύσκολη υπόθεση που στο κλιμάκιο της Ομάδας – Διμοιρίας  Ουλαμού μόνο προσεκτικά επιλεγμένοι και άριστα εκπαιδευμένοι μικροί διοικητέςμπορούν να διευθύνουν. Επομένως η απαίτηση για τη διοίκηση των ουλαμών αρμάτων και αναγνωρίσεως από ικανούς και άριστους επαγγελματίες διοικητές είναι όχι μόνο προφανής, αλλά επιτακτική.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΛΑΜΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

Η ποιότητα των διοικήσεων των Ελληνικών ΤΘ στο κλιμάκιο των διοικητών των ΤΘ Ταξιαρχιών, των ΕΜΑ-ΕΑΝ και των ΙΜΑ-ΙΛΑΝ, βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η Σχολή Τεθωρακισμένων (ΣΑΤΘ) κάνει σπουδαία δουλειά και διατίθεται πλέον μακρά γνώση, εμπειρία και παράδοση που μεταλαμπαδεύονται στους νεώτερους.

Έχω όμως τη γνώμη ότι υπάρχει πρόβλημα στηνκάλυψη του απαιτούμενου αριθμού διοικητών Ουλαμών Μέσων Αρμάτων (ΟΥΜΑ), Ουλαμών Αναγνωρίσεως (ΟΥΛΑΝ), Ουλαμών Ανιχνευτών (ΟΥΛΑΝΙΧ) και Ουλαμών Όλμων 4,2’’ με επαγγελματίες αξιωματικούς. Με βάση τα προβλεπόμενα από τις συνθέσεις οι διοικητές αυτοί θα πρέπει να είναι ανθυπίλαρχοι (ανθυπολοχαγοί), αν και οι πίνακες συνθέσεως δεν πρέπει να θεωρούνται ως κάτι το δεσμευτικό όσον αφορά τη στελέχωση των μονάδων με αξιωματικούς και υπαξιωματικούς συγκεκριμένων βαθμών, αλλά ως ένας οδηγός που αφ’ ενός υποδεικνύει το «ορθόν» και αφ’ ετέρου καθορίζει τις οργανικές θέσεις αξιωματικών και υπαξιωματικών στις μονάδες κατά βαθμό. Όταν όμως τα Ελληνικά ΤΘ διαθέτουν (σύμφωνα με ανοικτές πηγές) 1.200 περίπου άρματα, αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται και 300(+) διοικητές μάχιμων ουλαμών, που βεβαίως δεν μπορούν να προέλθουν από τους 30-40 ανθυπίλαρχους που εξέρχονται από τη Σχολή Ευελπίδων κάθε χρόνο. Παλαιότερα – πριν μια 15ετία περίπου – ο απαιτούμενος αριθμός ουλαμαγών (αλλά και διμοιριτών των λοιπών Όπλων και Σωμάτων), καλυπτόταν σε ποσοστό άνω του 90% από Δόκιμους Έφεδρους Αξιωματικούς (ΔΕΑ). Τότε όμως η θητεία είχε μεγάλη διάρκεια και παρεχόταν ικανοποιητικός χρόνος για την εκπαίδευση των ΔΕΑ στις σχολές και στις μονάδες, αν και σε καμιά περίπτωση ο αναγκαίος. Όμως και αυτός ο τρόπος απεδείχθη ατελέσφορος, αφού οι ΔΕΑ (κατά τη συνήθη Ελληνική πρακτική) έπαιρναν σύντομα μετάθεση για τις μονάδες και τις υπηρεσίες του εσωτερικού, με αποτέλεσμα οι επιλαρχίες να βρίσκονται σε μια αέναη διαδικασία εκπαίδευσης νέων ουλαμαγών. Κατά την παρούσα περίοδο που η θητεία έχει μειωθεί σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα και οι Επιλαρχίες έχουν εξοπλιστεί με σύγχρονα άρματα που εκ των πραγμάτων θέτουν και υψηλές απαιτήσεις διοίκησης και επάνδρωσης, θα ήταν πιστεύω ανόητο να αναζητούνται οι Ουλαμαγοί των τεθωρακισμένων μονάδων στους ΔΕΑ των οποίων η εκπαίδευση δεν διαρκεί περισσότερο από 4 μήνες, η δε θητεία τους στις μονάδες εκστρατείας διαρκεί ακόμη λιγότερο, ή και καθόλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Προτάσεις για την αναδιοργάνωση των ΤΘ, Μέρος Β’ : ΤΘ και Μ/Κ Ταξιαρχίες και Μονάδες Αρμάτων

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η πεζικοκεντρική αντίληψη του Ελληνικού Στρατού

Διάβαση Σαγγάριου

Αναφέρομαι συχνά σε κάτι που αποκαλώ με τον «αδόκιμο» όρο «πεζικοκεντρική αντίληψη» και ως εκ τούτου οφείλω να ορίσω το τι ακριβώς εννοώ. Πιστεύω ότι η όλη φιλοσοφία του Ελληνικού Στρατού για τη διεξαγωγή της σύγχρονης μάχης συνεχίζει να έχει ως κεντρικό πυρήνα της το Πεζικό και γύρω από το Πεζικό κτίζεται η οργάνωση του στρατού, η οργάνωση των σχηματισμών και των μονάδων, κατανέμονται τα μόνιμα στελέχη, καθορίζεται το δόγμα, οργανώνεται η εκπαίδευσή και αναπτύσσεται η στρατιωτική σκέψη για τη διεξαγωγή της χερσαίας μάχης. Μπορεί – τις δύο τελευταίες δεκαετίες – το Πεζικό και το Πυροβολικό να εγκατέλειψαν τα πόδια και τον τροχό και να επιχειρούν πλέον επί ερπυστριών, αλλά ο στρατός συνεχίζει να παραμένει προσκολλημένος στη μάχη του κλασικού Πεζικού.

Η αναφερόμενη αντίληψη οφείλεται κυρίως σε λόγους ιστορικούς και λόγους ανάπτυξης – εκσυγχρονισμού του στρατού, και πιο συγκεκριμένα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένα σχόλιο για τη Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων

ΔΔΕΕΠρόσφατα ιδρύθηκε από το ΓΕΕΘΑ η Διακλαδική Δύναμη Ειδικών Επιχειρήσεων που θα αποτελέσει την ενιαία διοικητική στέγη για τις μονάδες Ειδικών Επιχειρήσεων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Θα αντιπαρέλθουμε το αισθητικά ατυχές της τελετής – η τελετουργία δεν αποτελεί ισχυρό σημείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχουν πολύ μεγάλο παρελθόν. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε οι φημισμένες Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις είναι διακεκριμένες για την τελετουργία τους – για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Πολύ ατυχέστερη είναι η επιλογή του ρητού του θυρεού: Η φράση «Φοβού τους Δαναούς [και δώρα φέροντες]» έχει καθιερωθεί στο δυτικό κόσμο ως έκφραση δυσπιστίας προς τους Έλληνες και όχι ως έκφραση φόβου ή σεβασμού. Αλλά τα τυπικά είναι μικρής σημασίας.

Θλιβερή υπήρξε – για μία ακόμη φορά – η προκλητική αμέλεια ασφαλείας πληροφοριών εκ μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων, με την έκθεση κεντρικών στελεχών των ειδικών δυνάμεων στο φωτογραφικό φακό και στις ξένες υπηρεσίες πληροφοριών – που δεν τις επιθυμούν για συλλεκτικούς λόγους. Το πνεύμα υπηρεσίας του δημοσίου και όχι πολεμικού οργανισμού έχει δυστυχώς ριζώσει τραγικά στο Υπουργείο Αμύνης.

Αντιπαρερχόμενοι την τελετή κι ερχόμενοι στο ίδιο το γεγονός της ίδρυση της Διοικήσεως, οφείλουμε να συγχαρούμε το ΓΕΕΘΑ, καθώς η ενέργεια δείχνει δύο προφανή θετικά στοιχεία. Αφ’ ενός οι ΕΔ δείχνουν ότι συνειδητοποιούν τη διαφορά μεταξύ των ειδικών και των επίλεκτων δυνάμεων, διαχωρίζοντάς τις διοικητικά. Δεν πρόκειται για φιλοσοφικό ή τυπολατρικό θέμα: η σύγχυση στις έννοιες δημιουργεί σύγχυση στους ρόλους, τις αποστολές και την προετοιμασία, που σε περίοδο επιχειρήσεων αποβαίνει καταστροφική. Επιπλέον, η ενοποίηση, υπό κανονικές (όχι και βέβαιες, πάντως) συνθήκες, θα αποδώσει οφέλη όχι μόνον ως προς την επιχειρησιακή προετοιμασία και χρήση των ειδικών δυνάμεων αλλά και σε ό,τι αφορά θέματα εκπαίδευσης, εξοπλισμού και συντονισμού.

Αφού επισημάνθηκαν τα – κατ΄αρχήν, τουλάχιστον – θετικά στοιχεία της ίδρυσης της διοίκησης, οφείλουν να επισημανθούν τα στοιχεία που αυτή δεν επιλύει από μόνη της, και που είναι ίσως πολύ σημαντικότερα από τα προβλήματα που επιλύει. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αναδιοργανώσεις και προσχήματα

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010)

ghΤους τελευταίους μήνες έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στις κυοφορούμενες αλλαγές στις ΕΔ , που προωθεί με μεγάλη ταχύτητα η πολιτική ηγεσία του YΠΕΘΑ, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την γραμμή Παπανδρέου. (Βλέπε : Η εφαρμογή του αμυντικού δόγματος ΓΑΠ ξεκίνησε). Σε προχθεσινό της φύλλο μιας απο τις μεγάλες φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, μας πληροφορεί με άρθρο της ότι “Αλλάζουν όλα στις Ένοπλες Δυνάμεις» και έρχονται «Ριζικές Ανατροπές στη Σχεδιαζόμενη Δομή”. Ο καλός συντάκτης φροντίζει, να μας ενημερώσει για μία σειρά κρίσιμων στρατηγικά αλλαγών στην αμυντική πολιτική της χώρας. Όπως είναι αναμενόμενο, οι αλλαγές αυτές αντιμετωπίζονται θετικά στο δημοσίευμα, χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση για τη σκοπιμότητα ή την ορθότητά τους.

Πριν σχολιάσουμε τα στοιχεία που περιέχονται στο άρθρο αυτό, είναι χρήσιμο να ειπωθούν επιγραμματικά ορισμένα στοιχεία για τη δομή δυνάμεων και το σχεδιασμό της.

planΟ σχεδιασμός δομής δυνάμεων είναι μία από τους πλέον κρίσιμες και λεπτές στρατηγικές αποφάσεις ενός αμυντικού μηχανισμού. Κι αυτό, γιατί ο σχεδιασμός πρέπει να συγκεράσει τις πολιτικές κατευθύνσεις για την υψηλή στρατηγική της χώρας, με τις στρατιωτικές αντιλήψεις της χώρας και του μηχανισμού. Πρέπει, με άλλα λόγια, να συγκεράσει τις πολιτικές εκτιμήσεις της χώρας για τη φύση και την ένταση της απειλής που δέχεται και τους πόρους που είναι σε θέση να διαθέσει για να διατηρήσει στρατιωτική ισχύ αντίστοιχη με την απειλή , με τις στρατιωτικές αντιλήψεις της τόσο για τη φύση όσο και την ένταση της απειλής και τον τρόπο που αυτή θα αντιμετωπιστεί. Με βάση τις παραμετρους που θέτει η πολιτική ηγεσία (εξ αντικειμένου,είναι ένα καθαρά πολιτικό θέμα), τα επιτελεία κατόπιν προβαίνουν στον στρατιωτικό σχεδιασμό.

Με αυτά ως δεδομένα, ας δούμε τι μας λέει σχετικά η είδηση.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΠΝ: Υποστολή σημαιών και Δομή Δυνάμεων

Του Οδυσσέα

Στο Εν Κρυπτώ αναρτήθηκε πρόσφατα μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση σχετικά με τη συμμετοχή των ΤΠΚ και των υποβρυχίων στη δομή δυνάμεων του ΠΝ.

Αν και συμφωνούμε με τη βασική θέση του άρθρου, δηλαδή ότι τα εν ενεργεία υποβρύχια του ΠΝ δεν είναι επαρκή για τις επιχειρησιακές ανάγκες του, ενώ αντίθετα έχει διατεθεί αδικαιολόγητα πολλοί πόροι για ΤΠΚ, σε αναντιστοιχία με τις επιχειρησιακές δυνατότητες που προσφέρει, έχουμε κάποιες διαφωνίες ως προς το πλαίσιο της ανάλυσης. Η διαφωνία δεν είναι θεωρητικού χαρακτήρα, αλλά έχει σημασία γιατί οδηγεί σε διαφορετικά πρακτικά συμπεράσματα. Η διαφωνία μας, επιγραμματικά,  έγκειται στα παρακάτω σημεία, στα οποία και θα επανέλθουμε αναλυτικά:

  • Ο ανταγωνισμός πόρων δεν είναι μεταξύ των υποβρυχίων και των πυραυλακάτων (αποκλειστικά). Η διάθεση των πόρων πρέπει να εξετάζεται συνολικά στο πλαίσιο του επιχειρησιακού σχεδιασμού και των βασικών σεναρίων δράσης στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν υπάρχει ανταγωνισμός πόρων μεταξύ της ΔΥ και της ΔΤΣ, αλλά πρόβλημα ορθής κατανομής των πόρων ανάμεσα σε όλες τις Διοικήσεις. Η ΔΤΣ δεν έχει αφαιρέσει αδικαιολόγητα  πόρους μόνον από την ΔΥ, αλλά και από άλλες διοικήσεις – με πρώτες τη Διοίκηση Φρεγατών και την 353 ΜΝΑΣ.
  • Όπως πολύ ορθά αναφέρει το άρθρο, είναι  αμφίβολο αν οι πυραυλάκατοι είναι πλέον σε θέση να φέρουν επιτυχώς εις πέρας το ρόλο που τους είχε (ορθώς) ανατεθεί στις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90. Όμως, ο ρόλος αυτός μπορεί να αναληφθεί πολύ πιο αποτελεσματικά και πολύ πιο οικονομικά από την οργάνωση του Ανατολικού Αιγαίου ως αρχιπελάγους, με ένα συνδυασμό όπλων, αισθητήρων και τηλεπικοινωνιακών δικτύων με στόχο την υποστήριξη της ναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολικό Αιγαίο (προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: δεν προτείνουμε την υποκατάσταση των κυρίων μονάδων επιφανείας από το συνδυασμό αυτό, αλλά την αντικατάσταση των ΤΠΚ από αυτόν).
  • Ένας βασικός λόγος για την ενίσχυση του ελληνικού υποβρυχιακού στόλου είναι ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες και με τους υφιστάμενους περιορισμούς, τα υποβρύχια είναι το βασικό μέσον με το οποίο το ΠΝ (και η χώρα) μπορούν να δηλώσουν αξιόπιστα κι αποφασιστικά την παρουσία τους στον κρίσιμο χώρο της ΝΑ Μεσογείου, και κυρίως στο τρίγωνο Κρήτης – Κύπρου – Ρόδου. Είναι ουτοπικό να αναμένουμε ότι στην παρούσα φάση της στρατιωτικής ισορροπίας η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει την ναυτική κυριαρχία στην ΝΑ Μεσόγειο από την Τουρκία. Με την έντονη υποβρυχιακή παρουσία (που είναι ρεαλιστικά εφικτή με μία καλύτερη δομή δυνάμεων) μπορεί να αμφισβητήσει αποφασιστικά την τουρκική αεροναυτική υπεροχή στη ΝΑ Μεσόγειο, και να διαταράξει αποφασιστικά τις στρατηγικά κρίσιμες θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας της Μικρασιάς με την Κύπρο.

Σε επόμενα σημειώματα θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά για μερικά, τουλάχιστον, από τα ανωτέρω σημεία. Εν συνεχεία, παρατίθεται ολόκληρο το άρθρο:


Στις 9 και 10 Ιουνίου 2011 πραγματοποιήθηκαν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας οι τελετές υποστολής σημαίας του υποβρυχίου «Γλαύκος» (S-110) και των ΤΠΚ Βλαχάβας (Ρ74), Τουρνάς (Ρ76) και Σακίπης (Ρ77). Αξίζει να γίνουν μερικά σχόλια για τον παροπλισμό των πλοίων αυτών, ο οποίος προφανώς υπαγορεύθηκε από την ανάγκη περιορισμού των λειτουργικών δαπανών, αλλά φαίνεται (στην περίπτωση του «Γλαύκου») να παραβλέπει χάριν της οικονομίας κάθε άλλη παράμετρο.

Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά σχόλια: Ο παροπλισμός των τριών ΤΠΚ μπορεί να θεωρηθεί εύλογος, δεδομένου ότι οι πυραυλάκατοι του ΠΝ με την παράδοση των Super Vita είχαν υπερβεί αρκετά την αρχική οροφή (14 σκάφη). Αναλυτικά, τα πλοία που αποσύρθηκαν είναι τα τρία από τα έξι συνολικά ΤΠΚ κλάσης S148 που αποκτήθηκαν μεταξύ 1994 και 2000 από τα αποθέματα του Γερμανικού ναυτικού και ήταν συνολικά τα P72 ΒΟΤΣΗΣ, P73 ΠΕΖΟΠΟΥΛΟΣ, P74 ΒΛΑΧΑΒΑΣ, P75 ΜΑΡΙΔΑΚΗΣ, P76 ΤΟΥΡΝΑΣ και P77 ΣΑΚΙΠΗΣ. Οι συγκεκριμένες πυραυλάκατοι είναι σχεδόν πανομοιότυπες με τις τέσσερις Combattante IIA που είχε αποκτήσει το ΠΝ το 1971-72. Ακολούθησε to 1977-78 η ναυπήγηση των τεσσάρων πυραυλακάτων Combattante III (κλάση Λάσκος) που ήδη εκσυγχρονίστηκαν, και το 1980-81 η ναυπήγηση των έξι πυραυλακάτων Combattante ΙΙΙΒ (κλάση Καβαλούδης) από τις οποίες απομένουν πέντε, μετά την απώλεια του «Κωστάκου» το 1996. Με την προσθήκη των γερμανικών S148 το ΠΝ αύξησε το στόλο του σε 19 ΤΠΚ περί το 2001, πριν αρχίσουν να αποσύρονται οι 4 Combattante IIA (2002-2004) κατεβάζοντας πάλι τον αριθμό σε 15. Στη συνέχεια, η ένταξη στο Στόλο τεσσάρων νέων ΤΠΚ τύπου Super Vita αύξησε και πάλι το συνολικό αριθμό σε 19. Συνεπώς η απόσυρση των τριών ΤΠΚ τύπου S148 ήταν φυσιολογική καθώς συμβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού και υλικού, και λογικά θα ακολουθήσει η απόσυρση των υπόλοιπων τριών, όταν παραδοθούν οι υπόλοιπες τρεις Super Vita. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου