Αντεπίθεση Εκτός Τοποθεσίας

γράφει ο Τ.Τ.

Εισαγωγή

Σκοπός του άρθρου είναι να παρουσιάσει μία επιθετική ενέργεια ειδικού σκοπού, που λαμβάνει χώρα μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της άμυνας, την «Αντεπίθεση εκτός Τοποθεσίας». Η παρουσίαση του θέματος θα γίνει εκθέτοντας αρχικά κάποιες βασικές απόψεις, στη συνέχεια παρουσιάζοντας ένα ιστορικό παράδειγμα και καταλήγοντας σε κάποια σχόλια και διαπιστώσεις. Για να μην υπάρξουν τυχόν παρανοήσεις επιβάλλεται από την αρχή να διαχωριστεί η αντεπίθεση εκτός τοποθεσίας που βρίσκεται στη σφαίρα του τακτικού επίπεδου, από την προληπτική επίθεση που ανήκει στο στρατηγικό επίπεδο και αφορά το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων.

Βασικές Απόψεις

Η αντεπίθεση εκτός τοποθεσίας εκτελείται εναντίον εχθρικών δυνάμεων που βρίσκονται στο στάδιο της προπαρασκευής των για την εκτόξευση της κύριας επιθέσεώς τους, και αποβλέπει:

(1)  Στην καταστροφή μέρους των εχθρικών δυνάμεων, προς ανατροπή της υφισταμένης σχέσης μαχητικής ισχύος.

(2)  Στην αποδιοργάνωση της επιθετικής ενέργειας του εχθρού.

(3)  Στην παροχή χρόνου στον αμυνόμενο, για την καλύτερη προετοιμασία του.

Οι δυνάμεις που κυρίως χρησιμοποιούνται για μια τέτοια ενέργεια είναι οι εφεδρικές. Επειδή σε περίπτωση αποτυχίας ο αμυνόμενος κινδυνεύει να απολέσει την εφεδρεία του θα πρέπει να εξετάζεται πολύ προσεκτικά η επίδραση της επιχείρησης στην εκπλήρωση της κυρίας αποστολής του αμυνομένου. Εάν οι εκτιμώμενες απώλειες της δυνάμεως που θα την εκτελέσει, θέτουν σε κίνδυνο την αμυντική αποστολή, δεν θα πρέπει να αναλαμβάνεται. Για την επιτυχία της ενέργειας απαιτείται η ταχυκινησία της δυνάμεως αντεπιθέσεως να είναι σαφώς ανώτερη από εκείνη του εχθρού στην περιοχή, ώστε η φίλια δύναμη να μπορέσει να επιτύχει τον σκοπό της πριν ο αντίπαλος καταφέρει να αντιδράσει με οργανωμένο τρόπο.

Περαιτέρω στοιχεία που διευκολύνουν την επιτυχία της ενέργειας είναι:

(1)     Το έδαφος θα πρέπει να διευκολύνει την πρόσβαση της δυνάμεως αντεπίθεσης στους χώρους συγκεντρώσεως του επιτιθέμενου.

(2)     Ο επιτιθέμενος θα πρέπει οπωσδήποτε να αιφνιδιαστεί από την ενέργεια της δυνάμεως αντεπίθεσης, γι’ αυτό και θα πρέπει να παραπλανηθεί σε ότι αφορά τις προθέσεις της φίλιας διοίκησης. Τυχόν προπαρασκευαστικές ενέργειες πριν την εκτόξευση της αντεπίθεσης θα πρέπει να γίνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή μυστικότητα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θράκης σε περίπτωση Ε-Τ πολέμου

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

 

Ώρα Μάχης

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με αφορμή το άρθρο του φίλου του ιστολογίου Τ.Τ., «Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης» (Μέρος 1ο και Μέρος 2ο) και έχει σαν σκοπό να εξετάσει τη δυνατότητα μετάβασης του Ελληνικού Στρατού από την άμυνα στην επίθεση στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θράκης, σε περίπτωση Ε-Τ πολέμου.

Εκφράζοντας αποκλειστικά και μόνο προσωπική άποψη, πιστεύω ότι ο αμυντικός αγώνας που θα διεξαχθεί από τις Ελληνικές δυνάμεις στη περιοχή του Έβρου μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις (ευνοϊκές συνθήκες), να επιτρέψει στην Ελληνική διοίκηση να αναλάβει τη διεξαγωγή επιχειρήσεων επιθετικής επιστροφής, μεταφέροντας τον πόλεμο στο έδαφος του αντιπάλου.

Με δεδομένη τη Τουρκική αριθμητική υπεροχή σε προσωπικό, οπλικά συστήματα και μέσα διεξαγωγής του πολέμου, το εύλογο ερώτημα που τίθενται είναι, «ποιες είναι εκείνες οι ευνοϊκές συνθήκες που θα επιτρέψουν στον Ελληνικό στρατό στο θέατρο επιχειρήσεων της Θράκης, να μεταβεί από την άμυνα στη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων και πως μπορούν αυτές οι συνθήκες να δημιουργηθούν;».

Ιστορικό υπόβαθρο

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το ζήτημα των «ευνοϊκών συνθηκών», θα ήταν σκόπιμο να φέρουμε σαν παράδειγμα τον Ε-Ι Πόλεμο του 1940 και να περιγράψουμε τις τότε συνθήκες που επέτρεψαν στην ανώτατη Ελληνική ηγεσία να αποφασίσει την ανάληψη από τις 14 Νοεμβρίου 1940 επιθετικών επιχειρήσεων για την εκδίωξη των Ιταλών από την Ελλάδα και τη μεταφορά του αγώνα πέρα των Ελληνικών συνόρων. Όπως είναι γνωστό, η τότε ηγεσία είχε σχεδιάσει να «παραχωρήσει» έδαφος στην Ήπειρο, προκειμένου να δώσει τον αμυντικό αγώνα στην οικονομική και «φύσει» ισχυρή τοποθεσία «Ελαία-Καλαμάς», επί της οποίας η διεξαγωγή της άμυνας από την VIII Μεραρχία (τη μόνη μεγάλη Μονάδα που βρισκόταν στην Ήπειρο) ήταν δυνατή υπό καλύτερους όρους. Βεβαίως, η ηγεσία, είχε αφήσει στο Μέραρχο της VIII Μεραρχίας την πρωτοβουλία, να επιλέξει το αν θα δώσει την αμυντική μάχη στην τοποθεσία «Ελαία-Καλαμάς», ή στην ακόμη οικονομικότερη και ισχυρότερη τοποθεσία του ποταμού Αράχθου, υπενθυμίζοντάς του όμως διαρκώς, ότι η Κύρια Αποστολή του ήταν η ισχυρή κάλυψη του Τμήματος Θεάτρου Επιχειρήσεων της Δυτικής Μακεδονίας και των οδεύσεων που οδηγούν από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και την Αιτωλοακαρνανία. Και τούτο, επειδή μόνο έτσι ήταν δυνατή η κάλυψη του βασικού κορμού της χώρας και η ολοκλήρωση της επιστράτευσης και της στρατηγικής συγκέντρωσης του Ελληνικού Στρατού σε συνθήκες ασφάλειας, πράγμα που αποτελούσε και το καταλύτη για τη μετάβαση σε επιθετικές επιχειρήσεις. Επομένως, οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, ήταν κατ’ αρχάς: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης (Μέρος 2ο)

γράφει ο Τ.Τ.

Σημείωση: Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί συνέχεια του πρώτου μέρους που αναρτήθηκε στις 14/01/2015. Το δεύτερο μέρος, μετά την έκθεση ενός ακόμη ιστορικού παραδείγματος μετάβασης από την Άμυνα στην Επίθεση, ολοκληρώνεται με εκτενή σχολιασμό της κατάστασης στα καθ’ ημάς, που αποτελεί και το πλέον σημαντικό μέρος της ανάρτησης.

Εισαγωγή

Από τις χιονισμένες στέπες της Ουκρανίας, του πρώτου μέρους, ας περάσουμε τώρα στις ερήμους του Σινά. Επειδή θεωρώ ότι το ιστορικό πλαίσιο της αραβοϊσραηλινής διαμάχης καθώς και τα της διάβασης της Διώρυγας του Σουέζ είναι ευρέως γνωστά, γι’ αυτό θα μεταφερθούμε αμέσως στο βράδυ της 7ης Οκτωβρίου 1973, οπότε η κατάσταση είχε διαμορφωθεί ως εξής:

Εικόνα 1

  • Οι Αιγύπτιοι επιτιθέμενοι από τις 14:00 της 6ης Οκτωβρίου είχαν επιτύχει να εγκαταστήσουν προγεφυρώματα στην ανατολική όχθη της Διώρυγας βάθους 3 έως 5 χλμ. Ο στρατιωτικός σκοπός των Αιγυπτίων ήταν μετά την ολοκλήρωση της επιθετικής τους ενέργειας να περάσουν γρήγορα στην άμυνα και να προκαλέσουν βαριές απώλειες στις ισραηλινές δυνάμεις που θα προσπαθούσαν να εξαλείψουν τα προγεφυρώματα. Στη συνέχεια, και αφού οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν κατατριβεί σε μάχες φθοράς, θα κινούνταν ανατολικότερα καταλαμβάνοντας τα περάσματα Μίτλα και Γκίντι. Ο πολιτικός σκοπός που εξυπηρετούνταν από την πολεμική επιχείρηση ήταν να ευρεθεί το Ισραήλ σε κατάσταση αδυναμίας και να πιεστεί από τον διεθνή παράγοντα να επιστρέψει στα σύνορα του 1967.
  • Από το απόγευμα της 6ης Οκτωβρίου οι τρεις τεθωρακισμένες ταξιαρχίες της 252ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας (Υπτγος Μάντλερ) είχαν εκτοξεύσει τις αντεπιθέσεις τους και είχαν αποτύχει να εξαλείψουν τα αιγυπτιακά προγεφυρώματα, ενώ οι ίδιες είχαν απολέσει τα 2/3 των αρμάτων τους. Μέχρι το βράδυ της 7ης Οκτωβρίου ο όγκος των δυνάμεων της ισραηλινής Νότιας Διοίκησης, δηλαδή οι: 143η, 162η και 252η Τεθωρακισμένες Μεραρχίες, ήταν συγκεντρωμένες 8 χλμ. ανατολικά από την Διώρυγα. Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Αντιστράτηγος Ελαζάρ, μετέβη στο στρατηγείο της Νότιας Διοίκησης για να συντονίσει την αντεπίθεση που θα εξαπολύονταν την επόμενη μέρα. Η στρατηγική του Ισραήλ, σε περίπτωση πολέμου, ήταν να καταστρέψει τις ένοπλες δυνάμεις των Αράβων και να καταλάβει αραβική γη ώστε να τη χρησιμοποιήσει στις επακόλουθες διαπραγματεύσεις. Ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των Ισραηλινών επικεντρώνονταν στην απορρόφηση της αραβικής επίθεσης και στην ταχύτατη μετάβαση στην επίθεση.
  • Επειδή ο αμερικανικός παράγων έπαιξε κρίσιμο στην εξέλιξη της αναμέτρησης κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν οι στόχοι της αμερικανικής στρατηγικής. Συνοπτικά, και κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, αυτοί ήταν:

1. Να μην επιτραπεί στη Σοβιετική Ένωση να αναδυθεί ως εκπρόσωπος των Αράβων.

2. Να μην απομονωθεί η αμερικανική πλευρά από τον ισλαμικό κόσμο, καθώς και να μη δημιουργηθεί ρήγμα μεταξύ Ευρωπαίων και ΗΠΑ.

3. Να κερδηθεί χρόνος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ώστε να διασαφηνιστεί η στρατιωτική κατάσταση και να μπορέσουν οι Αμερικανοί να διαχειριστούν πολιτικά την αναμενόμενη ισραηλινή στρατιωτική νίκη.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το ιδεολόγημα του μικρού και ευέλικτου στρατού

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Οι εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ για ένα μικρό σχήμα Ενόπλων Δυνάμεων και αμυντικών υποδομών έχουν κυρίως ως στόχο το Στρατό Ξηράς, δεδομένου ότι η μείωση των δυνάμεων και των υποδομών του ΠΝ και της ΠΑ είναι υπό τις παρούσες συνθήκες πρακτικά αδύνατη. Ως εκ τούτου πιστεύω ότι το μικρότερο σχήμα δυνάμεων αφορά τον Στρατό Ξηράς και αποτελεί μια ακόμη εκφορά, ένα αναμάσημα του γνωστού ιδεολογήματος περί ενός «μικρού και ευέλικτου στρατού που θα διαθέτει μεγάλη ισχύ πυρός». Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο υποψήφιος βουλευτής επικρατείας υποστράτηγος ε.α. Νικόλαος Τόσκας, και κατά τα φαινόμενα κύριος συντάκτης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την εθνική άμυνα, είναι αξιωματικός του στρατού ξηράς και έχει αναφερθεί κατά καιρούς δημόσια στον περιορισμό της δομής του, κλείσιμο σχηματισμών, μονάδων και στρατοπέδων, καθώς και σε μείωση του αριθμού των ανώτατων αξιωματικών. Είναι ακόμη γνωστό, ή τουλάχιστο έτσι έχει προβληθεί από διάφορα μέσα, ότι ο Νίκος Τόσκας παραιτήθηκε από διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του ΥΕΘΑ Μπεγλίτη επειδή δεν υιοθετήθηκε η δομή δυνάμεων που αυτός σχεδίασε και μάλιστα ήρθε σε σύγκρουση και με τον Α/ΓΕΣ στρατηγό Φράγκο για αυτό το ζήτημα. Επί του υπόψη θέματος έχει κυκλοφορήσει πολλή μυθολογία.

Ερωτήματα

Είναι δυνατή η μείωση της παρούσας δομής (σχήματος;) του στρατού εκστρατείας που μόλις πρόσφατα τέθηκε σε ισχύ; Τι μπορεί ακόμη να μειωθεί από τη δομή του στρατού εκστρατείας χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η όποια αποτρεπτική ικανότητα συνεχίζει να παραμένει;

Πάντοτε μιλώντας με βάση στοιχεία από ανοικτές πηγές που αναφέρονται στις  απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα, τις προβλεπόμενες δυνάμεις από τη παρούσα δομή δυνάμεων, τη γεωγραφία του Θεάτρου Πολέμου και το ότι η πρωτοβουλία έναρξης των επιχειρήσεων έχει αφεθεί στον αντίπαλο, έχω την ακράδαντη πεποίθηση ότι οποιαδήποτε μείωση των δυνάμεων του Στρατού Ξηράς θα είναι ολέθρια, για τους εξής λόγους:

  1. Η συνολική ισχύς του Ελληνικού Στρατού είναι κατά πολύ κατώτερη της αντίστοιχης του Τουρκικού στρατού που είναι ήδη προσανατολισμένος κατά της Ελλάδας. Η σχέση αυτή επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι Τουρκικές δυνάμεις μπορούν να ενισχυθούν σε σύντομο χρόνο με δυνάμεις και μέσα που βρίσκονται στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και στα ανατολικά της σύνορα.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα – Μέρος 2ο

ΣΥΡΙΖΑ

Πρόλογος: Οι ΕΔ που χρειάζεται η χώρα

Ο πρόλογος του προγράμματος, που προηγείται της ανάπτυξης των εννέα βασικών θέσεων του κόμματος για την άμυνα είναι ο εξής:

Εμείς πιστεύουμε ότι για να βγει η Άμυνα της χώρας από τα σημερινά αδιέξοδα και να μπορέσει να ανταποκριθεί με επιτυχία στις σύγχρονες προκλήσεις, δεν αρκεί απλά να ξεπεράσουμε συγκεκριμένες παθογένειες και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Χρειάζονται ριζικές τομές σε όλα τα επίπεδα και επιτάχυνση της προσαρμογής δομών, αντιλήψεων και πρακτικών στα δεδομένα του 21ου αιώνα.

Οι ΕΔ που εμείς πιστεύουμε ότι χρειάζεται η χώρα, είναι μικρότερου σχήματος και υποδομών και μικρότερου κόστους, εστιάζουν όχι στα αριθμητικά μεγέθη αλλά σε ποιοτικούς δείκτες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, αξιοποιούν στο μέγιστο το αμυντικό δυναμικό της χώρας και την αμυντική βιομηχανία, έχουν στέρεο δημοκρατικό προσανατολισμό και ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνία.

Το πλαίσιο που καταθέτουμε σήμερα αποτελεί συνολική πρόταση για τον αμυντικό τομέα της χώρας που περιλαμβάνει: σύγχρονο μοντέλο δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου των ΕΔ, νέα στρατηγική σχεδιασμού της Άμυνας της χώρας, στρατηγική για την παραγωγική ανασυγκρότηση της αμυντικής βιομηχανίας, αναβάθμιση της πολιτικής αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, νέα στρατηγική προμηθειών, αναβάθμιση της εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα και ενίσχυση του κοινωνικού ρόλου των ΕΔ.

Υπό κανονικές συνθήκες, ο πρόλογος ενός κειμένου δε θα απαιτούσε ειδικό σχολιασμό. Όμως στο κείμενο του προλόγου διατυπώνεται μία κεντρική θέση του προγράμματος, η οποία παραδόξως δεν επαναλαμβάνεται στο υπόλοιπο κείμενο αλλά προφανώς το διατρέχει:

«Οι ΕΔ που χρειάζεται η χώρα είναι μικρότερου σχήματος και υποδομών και μικρότερου κόστους, εστιάζουν όχι στα αριθμητικά μεγέθη αλλά σε ποιοτικούς δείκτες αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας«.

Η αόριστη αυτή θέση αυτή που εμφανίζεται φευγαλέα στον πρόλογο, είναι τόσο κρίσιμη και κεντρική για τη σχεδιαζόμενη αμυντική πολιτική (αν υποθέσουμε τουλάχιστον ότι δεν αποτελεί φτηνό διαφημιστικό σύνθημα) που οφείλει τεκμηριωθεί, κάτι που ο συντάκτης του κειμένου αποφεύγει επιμελώς να κάνει. Ειδικότερα, ο συντάκτης οφείλει αφ’ενός να εξηγήσει τι σημαίνει «μικρότερο σχήμα», αφ΄ετέρου να τεκμηριώσει στοιχειωδώς σε ποια στοιχεία ή αντιλήψεις βασίζει τη θέση αυτή. Ούτε εξήγηση δίνεται πουθενά, ούτε τεκμηρίωση.

Ελλείψει τέτοιων ρητών εξηγήσεων και τεκμηρίωσης, θα κάνουμε ορισμένες εύλογες υποθέσεις για τι μπορεί να εννοείται, προκειμένου να αντιληφθεί ο κάθε ενδιαφερόμενος τι ακριβώς υπονοείται (αλλά αποφεύγεται να αναφερθεί ρητώς). Προφανώς, η προσέγγιση αυτή έχει κάποιο στοιχείο αυθαιρεσίας, αφού ο συντάκτης του κειμένου δεν εξηγεί και πρέπει εμείς να υποθέσουμε τι υπονοεί. Από την άλλη, το ζήτημα είναι τόσο κεντρικό που δεν μπορεί να αγνοηθεί, κι επιπλέον, διάσπαρτα κείμενα των βασικών διαμορφωτών της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ για την άμυνα καθιστούν τις υποθέσεις σχετικά ασφαλείς. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Από την Άμυνα στην Επίθεση – Η Τέχνη της Μετάβασης (Μέρος 1ο)

«Πας στρατιωτικός αρχηγός δια να νικήσει οφείλει να επωμισθεί κινδύνους»

Έριχ φον Μάνσταϊν

γράφει ο Τ.Τ.

Πρόλογος

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις διακρίνονται, κατά κύριο λόγο, σε αμυντικές και επιθετικές. Ο κανονισμός ΕΕ 100-1 «Επιχειρήσεις», εκδόσεως 1996, στην εισαγωγή των αμυντικών επιχειρήσεων αναφέρει: «Οι αμυντικές επιχειρήσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται με το στοιχείο της προσωρινότητας αφού η βασική συνθήκη διεξαγωγής των επιχειρήσεων είναι η απόκτηση και διατήρηση της πρωτοβουλίας» και συνεχίζει: «Γενικός σκοπός των αμυντικών επιχειρήσεων είναι η απορρόφηση της επιθετικής ισχύος και η αφαίρεση της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων από τον εχθρό μέχρις ότου ο αμυνόμενος μπορέσει να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις». Ο πιο πρόσφατος αμερικανικός κανονισμός ADP 3-90 «Offense and Defense», εκδόσεως 2012, γράφει, περισσότερο φιλοσοφικά, ότι ενώ η επίθεση είναι η πιο αποφασιστική μορφή στρατιωτικών επιχειρήσεων, η άμυνα είναι η ισχυρότερη και συμπληρώνει ότι οι διοικητές επιλέγουν να αμυνθούν για να δημιουργήσουν τις συνθήκες επιθετικής επιστροφής που θα επιτρέψουν στις φίλιες δυνάμεις να ανακτήσουν την πρωτοβουλία. Κοινή αντίληψη και στους δύο κανονισμούς είναι ότι η άμυνα αποτελεί προσωρινή κατάσταση που θα πρέπει να εξυπηρετήσει τη δημιουργία συνθηκών ανάληψης επιθετικών επιχειρήσεων, μέσω των οποίων αποκτάται η πρωτοβουλία.

Από το 2012 στο 1832

Ο αμερικανικός κανονισμός, του 2012, κατά την εισαγωγή του στην άμυνα αναφέρεται σε ιδέες που διατυπώθηκαν δύο αιώνες πριν από τον Πρώσο στρατηγό και φιλόσοφο του πολέμου Κλαούζεβιτς. Στο Βιβλίο 6 της διάσημης πραγματείας του εξηγεί ότι η αμυντική μορφή του πολέμου έχει την έννοια της «απόκρουσης του χτυπήματος». Συνεχίζει όμως λέγοντας ότι δε μπορεί να υπάρξει απόλυτη άμυνα στον πραγματικό πόλεμο, γιατί τότε ο πόλεμος θα διεξάγονταν μόνο από τη μία πλευρά. Στην πραγματικότητα ο αμυνόμενος επιδιώκει να ανταποδώσει τα χτυπήματα, συνεπώς η αμυντική μορφή του πολέμου δεν είναι μία απλή υπεράσπιση αλλά μία υπεράσπιση διαμορφωμένη από επιδέξια πλήγματα.

Εικ. 1. Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Εικόνα 1. Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Κατά τον Κλαούζεβιτς σκοπός της άμυνας είναι η διατήρηση ενώ της επίθεσης η κατάκτηση. Όταν όλα είναι ίσα η διατήρηση είναι ευκολότερη από την απόκτηση, εξ ου προκύπτει και η γνωστή ρήση του ότι η άμυνα αποτελεί την ισχυρότερη μορφή διεξαγωγής του πολέμου. Όμως, αν και η άμυνα είναι ισχυρότερη έχει αρνητικό σκοπό – τη διατήρηση. Γι’ αυτό κάποιος θα πρέπει να καταφεύγει σ’ αυτή μόνο όταν το επιβάλλει η αδυναμία του, και πρέπει να την εγκαταλείψει τη στιγμή που θα αισθανθεί αρκετά ισχυρός ώστε να επιδιώξει τον θετικό σκοπό. Καθώς η σχετική ισχύς αυξάνεται από τις επιτυχίες στην αμυντική μάχη, είναι μόνο φυσικό για τον αμυνόμενο να περάσει στην επίθεση. Για τον Κλαούζεβιτς, ένας πόλεμος όπου οι νίκες δε χρησιμεύουν παρά μόνο για την αποφυγή των πληγμάτων κι όπου δε γίνονται προσπάθειες για ν’ ανταποδοθούν αυτά, είναι τόσο παράλογος όσο και μία μάχη όπου η παθητική άμυνα υπαγορεύει κάθε ενέργεια. Χαρακτηριστικά δηλώνει: «Ακόμη κι αν ο σκοπός του πολέμου είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, παραμένει γεγονός ότι η απλή απόκρουση του χτυπήματος αντίκειται στη φύση του πολέμου, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μία παθητική κατάσταση αντοχής. Μόλις ο επιτιθέμενος έχει αποκτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, η άμυνα, ως τέτοια, έχει επιτελέσει την αποστολή της. Ενώ η επιτυχία είναι ακόμη ζεστή ο αμυνόμενος θα πρέπει να ανταποδώσει ή να ρισκάρει την καταστροφή του από τις επόμενες ενέργειες του επιτιθέμενου … αυτή η μετάβαση στην επίθεση πρέπει να θεωρηθεί ως βασικό χαρακτηριστικό της άμυνας … Όποτε μία αμυντική νίκη περνά αναξιοποίητη ένα σοβαρό σφάλμα διαπράττεται … Η ξαφνική μετάβαση στην επίθεση – το απαστράπτον ξίφος της εκδίκησης – είναι η σημαντικότερη στιγμή για τον αμυνόμενο. Αν δεν είναι στο μυαλό του διοικητή από την αρχή ή καλύτερα αν δεν αποτελεί συστατικό μέρος της ιδέας του για την άμυνα, δε θα κατανοήσει ποτέ την ανωτερότητα της αμυντικής μορφής…»

Συνοψίζοντας τα παραπάνω ο Κλαούζεβιτς θεωρεί ότι ο αμυνόμενος ξεκινά από σχετική θέση αδυναμίας, στη συνέχεια επιδιώκει, μέσω της φθοράς που θα επιφέρει στον επιτιθέμενο κατά τη διάρκεια της αμυντικής μάχης, να βελτιώσει το ισοζύγιο της ισχύος του. Όταν βρεθεί σε πλεονεκτική θέση πρέπει να επιτεθεί· η άμυνα δεν έχει να του προσδώσει άλλα οφέλη πλέον, ενώ αποκρούοντας παθητικά τα χτυπήματα ρισκάρει την ήττα. Η μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο της άμυνας ώστε ο αμυνόμενος να συγκεντρώνεται στο θετικό σκοπό. Χωρίς θετικό σκοπό, όπως λέει ο Κλαούζεβιτς, η όλη πολεμική προσπάθεια γίνεται παράλογη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Προτάσεις για την αναδιοργάνωση των ΤΘ, Μέρος Γ’: Ίλες και Ουλαμοί Μέσων Αρμάτων

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

1

Τα άρματα αποτελούν ένα από τα πλέον σημαντικά οπλικά συστήματα του στρατού και ταυτόχρονα τα πλέον δαπανηρά όσο αφορά το κόστος κτήσης – λειτουργίας. Οι μονάδες αρμάτων, αλλά και οι μονάδες των λοιπών Όπλων και Σωμάτων του στρατού, αποτελούν απαιτητικούς οργανισμούς όσον αφορά την οργάνωση, τη διοίκησή και την προς πόλεμο προετοιμασία τους. Η διεξαγωγή της σύγχρονης μάχης αποτελεί πλέον μια πολύ δύσκολη υπόθεση που στο κλιμάκιο της Ομάδας – Διμοιρίας  Ουλαμού μόνο προσεκτικά επιλεγμένοι και άριστα εκπαιδευμένοι μικροί διοικητέςμπορούν να διευθύνουν. Επομένως η απαίτηση για τη διοίκηση των ουλαμών αρμάτων και αναγνωρίσεως από ικανούς και άριστους επαγγελματίες διοικητές είναι όχι μόνο προφανής, αλλά επιτακτική.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΛΑΜΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

Η ποιότητα των διοικήσεων των Ελληνικών ΤΘ στο κλιμάκιο των διοικητών των ΤΘ Ταξιαρχιών, των ΕΜΑ-ΕΑΝ και των ΙΜΑ-ΙΛΑΝ, βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η Σχολή Τεθωρακισμένων (ΣΑΤΘ) κάνει σπουδαία δουλειά και διατίθεται πλέον μακρά γνώση, εμπειρία και παράδοση που μεταλαμπαδεύονται στους νεώτερους.

Έχω όμως τη γνώμη ότι υπάρχει πρόβλημα στηνκάλυψη του απαιτούμενου αριθμού διοικητών Ουλαμών Μέσων Αρμάτων (ΟΥΜΑ), Ουλαμών Αναγνωρίσεως (ΟΥΛΑΝ), Ουλαμών Ανιχνευτών (ΟΥΛΑΝΙΧ) και Ουλαμών Όλμων 4,2’’ με επαγγελματίες αξιωματικούς. Με βάση τα προβλεπόμενα από τις συνθέσεις οι διοικητές αυτοί θα πρέπει να είναι ανθυπίλαρχοι (ανθυπολοχαγοί), αν και οι πίνακες συνθέσεως δεν πρέπει να θεωρούνται ως κάτι το δεσμευτικό όσον αφορά τη στελέχωση των μονάδων με αξιωματικούς και υπαξιωματικούς συγκεκριμένων βαθμών, αλλά ως ένας οδηγός που αφ’ ενός υποδεικνύει το «ορθόν» και αφ’ ετέρου καθορίζει τις οργανικές θέσεις αξιωματικών και υπαξιωματικών στις μονάδες κατά βαθμό. Όταν όμως τα Ελληνικά ΤΘ διαθέτουν (σύμφωνα με ανοικτές πηγές) 1.200 περίπου άρματα, αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται και 300(+) διοικητές μάχιμων ουλαμών, που βεβαίως δεν μπορούν να προέλθουν από τους 30-40 ανθυπίλαρχους που εξέρχονται από τη Σχολή Ευελπίδων κάθε χρόνο. Παλαιότερα – πριν μια 15ετία περίπου – ο απαιτούμενος αριθμός ουλαμαγών (αλλά και διμοιριτών των λοιπών Όπλων και Σωμάτων), καλυπτόταν σε ποσοστό άνω του 90% από Δόκιμους Έφεδρους Αξιωματικούς (ΔΕΑ). Τότε όμως η θητεία είχε μεγάλη διάρκεια και παρεχόταν ικανοποιητικός χρόνος για την εκπαίδευση των ΔΕΑ στις σχολές και στις μονάδες, αν και σε καμιά περίπτωση ο αναγκαίος. Όμως και αυτός ο τρόπος απεδείχθη ατελέσφορος, αφού οι ΔΕΑ (κατά τη συνήθη Ελληνική πρακτική) έπαιρναν σύντομα μετάθεση για τις μονάδες και τις υπηρεσίες του εσωτερικού, με αποτέλεσμα οι επιλαρχίες να βρίσκονται σε μια αέναη διαδικασία εκπαίδευσης νέων ουλαμαγών. Κατά την παρούσα περίοδο που η θητεία έχει μειωθεί σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα και οι Επιλαρχίες έχουν εξοπλιστεί με σύγχρονα άρματα που εκ των πραγμάτων θέτουν και υψηλές απαιτήσεις διοίκησης και επάνδρωσης, θα ήταν πιστεύω ανόητο να αναζητούνται οι Ουλαμαγοί των τεθωρακισμένων μονάδων στους ΔΕΑ των οποίων η εκπαίδευση δεν διαρκεί περισσότερο από 4 μήνες, η δε θητεία τους στις μονάδες εκστρατείας διαρκεί ακόμη λιγότερο, ή και καθόλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σχετικά με την άμυνα του Αιγαίου

ΟΙΝΟΥΣΣΕΣΤα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά το 2000, έχει καταφανεί η πρόθεση και, ως ένα βαθμό, η δυνατότητα της Τουρκίας να προχωρήσει στο Αιγαίο σε ενέργειες διαφορετικές από την κατάληψη κυρίας νήσου, που θεωρούταν η βασική απειλή κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Το περιστατικό των Ιμίων κατέδειξε την πολιτική σημασία των μικρότερων νησίδων και βραχονησίδων στο πλαίσιο της επιδίωξης της Άγκυρας για αλλαγή του status quo του Αιγαίου Πελάγους. Από τότε και μετά, κατά την  πάγια τουρκική πολιτική, η στρατιωτική δραστηριότητα της Άγκυρας  έχει συντονιστεί με τις πολιτικές επιδιώξεις της. Συγκεκριμένα, έχει αρχίσει να τίθεται συστηματικά το θέμα του «καθεστώτος» μικρών αλλά κατοικημένων  νησιών, που κατά την Άγκυρα είναι ασαφές και πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης (και, φυσικά, μοιράσματος) μεταξύ των δύο πλευρών. Το θέμα τίθεται συνεχώς σε πολιτικό επίπεδο και υποστηρίζεται στην καθημερινή στρατιωτική πρακτική της Άγκυρας με συνεχείς υπερπτήσεις των μικρονησίων από τουρκικά αεροσκάφη, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστική ενέργεια πολιτικής προετοιμασίας στρατιωτικής ενέργειας.

Η πολιτική της Άγκυρας, όπως αυτή διαφαίνεται από τις δηλώσεις επισήμων φορέων, τη συνεχή στρατιωτική δραστηριότητα στο Αιγαίο και την πολιτική της πρακτική κατά το παρελθόν και τη νοοτροπία της, σε συνδυασμό με τις στρατιωτικές της δυνατότητες, έχουν καταστήσει ρεαλιστική απειλή το σενάριο κατάληψης μίας ή και περισσοτέρων κατοικημένων νησίδων του Ανατολικού Αιγαίου, έτσι ώστε να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα. Ήδη από το σχέδιο Suga (στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο, στο πλαίσιο του σχεδίου Balyoz), το 2004, προκύπτει ότι το ενδεχόμενο αυτό απασχολεί τους τούρκους σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Η γενική ιδέα του σχεδίου είναι η κατάληψη μίας ή περισσοτέρων νησίδων μέσα σε μία νύχτα, με υφαρπαγής της φρουράς, χωρίς σημαντική στρατιωτική σύγκρουση, δηλ. με πολύ περιορισμένη ή και καθόλου εμπλοκή της τοπικής φρουράς και πριν την κινητοποίηση του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού, συγκέντρωση των κατοίκων, και παρουσίαση προς την ελληνική πλευρά και τη διεθνή κοινότητα τετελεσμένου γεγονότος. Η ελληνική πλευρά, υπό το βάρος του τετελεσμένου, θα κληθεί είτε να διαπραγματευτεί είτε να κηρύξει έναν γενικευμένο πόλεμο – με δική της «πρωτοβουλία» και «υπαιτιότητα», γεγονός που η τούρκοι θεωρούν ότι  ελληνική πλευρά δεν έχει το θάρρος να κάνει ή θα αποτραπεί από τρίτους να κάνει. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Προτάσεις για την αναδιοργάνωση των ΤΘ, Μέρος Β’ : ΤΘ και Μ/Κ Ταξιαρχίες και Μονάδες Αρμάτων

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η πεζικοκεντρική αντίληψη του Ελληνικού Στρατού

Διάβαση Σαγγάριου

Αναφέρομαι συχνά σε κάτι που αποκαλώ με τον «αδόκιμο» όρο «πεζικοκεντρική αντίληψη» και ως εκ τούτου οφείλω να ορίσω το τι ακριβώς εννοώ. Πιστεύω ότι η όλη φιλοσοφία του Ελληνικού Στρατού για τη διεξαγωγή της σύγχρονης μάχης συνεχίζει να έχει ως κεντρικό πυρήνα της το Πεζικό και γύρω από το Πεζικό κτίζεται η οργάνωση του στρατού, η οργάνωση των σχηματισμών και των μονάδων, κατανέμονται τα μόνιμα στελέχη, καθορίζεται το δόγμα, οργανώνεται η εκπαίδευσή και αναπτύσσεται η στρατιωτική σκέψη για τη διεξαγωγή της χερσαίας μάχης. Μπορεί – τις δύο τελευταίες δεκαετίες – το Πεζικό και το Πυροβολικό να εγκατέλειψαν τα πόδια και τον τροχό και να επιχειρούν πλέον επί ερπυστριών, αλλά ο στρατός συνεχίζει να παραμένει προσκολλημένος στη μάχη του κλασικού Πεζικού.

Η αναφερόμενη αντίληψη οφείλεται κυρίως σε λόγους ιστορικούς και λόγους ανάπτυξης – εκσυγχρονισμού του στρατού, και πιο συγκεκριμένα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Άμυνα περιοχής και κλιμάκωση των αμυντικών δυνάμεων σε βάθος

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στην ανάρτηση με τίτλο «Μικρό αίνιγμα – και τροφή για σκέψη: Η λύση», παρατέθηκε η άποψη του στρατηγού Ιωάννη Μεταξά αναφορικά με το πώς ένας στρατός θα πρέπει να σχεδιάζει την άμυνα του και κυρίως με το πώς πρέπει να κλιμακώνει τις δυνάμεις του, ιδίως αν η αναμονή της επιθέσεως θα είναι μακρά και θα πρέπει να αναμένει «χρόνια ή και πολλές δεκαετίες» την εκδήλωσή της.

Είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε ένα ιστορικό παράδειγμα για να αντιληφθούμε την αλήθεια των λόγων του Μεταξά αλλά και τα πλεονεκτήματα που παρέχει η κλιμάκωση των δυνάμεων σε βάθος κατά την άμυνα περιοχής, καθώς και τους λόγους για τους οποίους είναι λάθος να τάσσεται ο όγκος των διατιθέμενων δυνάμεων επί των προωθημένων τοποθεσιών, όπως τουλάχιστον καθορίζεται στο παλαιό εγχειρίδιο επιχειρήσεων χερσαίων δυνάμεων [έχω τη γνώμη ότι μάλλον το ίδιο θα προβλέπει και το νέο] και όπως πράττει ο Ελληνικός Στρατός εδώ και πολλές δεκαετίες.

Το παράδειγμα που θα παραθέσουμε αφορά τον αμυντικό αγώνα που διεξήγαγαν οι Τουρκικές δυνάμεις για την απόκρουση της Ελληνικής επίθεσης προς την Άγκυρα τον Αύγουστο του 1921 και ειδικότερα τη διάταξη των δυνάμεων τους επί της αμυντικής τοποθεσίας ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου. Όπως είναι γνωστό, μετά την ήττα των Τουρκικών δυνάμεων στις μάχες που διεξήχθησαν το 1ο δεκαήμερο του Ιουλίου 1921 γύρω από τον οχυρωμένο θύλακα της Κιουτάχειας, οι Τουρκικές δυνάμεις για να αποφύγουν τη καταστροφή συμπτύχθηκαν προς τα ανατολικά και εγκατασταθήκαν πίσω από το Σαγγάριο [η Ελληνική Στρατιά – τελείως αδικαιολόγητα – δεν καταδίωξε τις συμπτυσσόμενες Τουρκικές δυνάμεις!!!]. Η Τουρκική ηγεσία ανέλαβε μία εργώδη και τιτάνια προσπάθεια για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να συγκροτήσει νέες και να οχυρώσει την αμυντική τοποθεσία ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, προκειμένου να προστατεύσει αποτελεσματικά τη πρωτεύουσα του Κεμαλικού κράτους, επειδή ενδεχόμενη κατάληψη της από τον Ελληνικό Στρατό θα είχε σοβαρότατες συνέπειες για τη συνέχιση του πολέμου.  Η απόφαση της Τουρκικής ηγεσίας ήταν να διεξαγάγει άμυνα περιοχής και να διεκδικήσει το έδαφος μέχρι την Άγκυρα βήμα-βήμα. Για το σκοπό αυτό κινητοποίησε κάθε διαθέσιμο κάτοικο της περιοχής και οχύρωσε με επάλληλες σειρές οχυρών θέσεων τα ζωτικά εδάφη που κάλυπταν όλες τις προσβάσεις που οδηγούσαν στην Άγκυρα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου