ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (IIIα) *

Ναυτικό Ισοζύγιο (A)

Navy_Seals

*  Για τη σύνταξη του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από πολλές πηγές. Οι κυριότερες και πολυτιμότερες, όμως, υπήρξαν το ιστολόγιο e-Amyna και το ιστολόγιο Naval Analyses, και τα δύο εγνωσμένης αξιοπιστίας.

Θέλω να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον κ. Γ.Σ. για τις πολύτιμες παρατηρήσεις του.

Λόγω της μεγάλης έκτασής του, το άρθρο για Ναυτικό Ισοζύγιο θα δημοσιευθεί σε δύο συνέχειες. Το παρόν Α΄Μέρος περιέχει την επισκόπηση των βασικών μέσων των δύο πλευρών όπως αυτά έχουν σήμερα, ενώ το Β’ Μέρος περιλαμβάνει την αποτίμηση της κατάστασης αυτής, την επισκόπηση των ανεμενόμενων μελλοντικών εξελίξεων στα βασικά μέσα των δύο πλευρών και μία αποτίμηση της κατάστασης που αναμένεται να διαμορφωθεί.

Η σύγκριση των στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που ξεκίνησε με το προηγούμενο άρθρο, θα συνεχιστεί εδώ με τη σύγκριση της ναυτικής ισχύος των δύο χωρών.

Στο πλαίσιο της σύγκρισης, θα παρατεθούν συγκριτικά οι βασικότερες κατηγορίες συστημάτων ναυτικής ισχύος των δύο μερών, θα γίνει μία εκτίμηση της υφιστάμενης κατάσταση, καθώς και μία αδρή αναφορά στις αναμενόμενες μελλοντικές εξελίξεις.

Κύριες Μονάδες Επιφανείας

Ο κορμός κάθε ναυτικής δύναμης είναι οι κύριες μονάδες επιφανείας, με τις οποίες, κατ’ εξοχήν, διεκδικείται ο θαλάσσιος έλεγχος. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας, οι κύριες ναυτικές μονάδες που τα δυο ναυτικά διαθέτουν για τον ρόλο αυτόν είναι οι φρεγάτες και, στην περίπτωση της Τουρκίας, και κορβέτες.

Το Τουρκικό Ναυτικό (ΤΝ), διαθέτει δεκαέξι (16) φρεγάτες και έναν αριθμό από κορβέτες, στην πράξη όμως μόνον οι δεκαέξι (16) φρεγάτες αποτελούν κύριες μονάδες επιφανείας.

Από τις φρεγάτες, οι οκτώ (8) είναι παλιές φρεγάτες κλάσης O.H. Perry, ριζικά ανακαινισμένες ως προς τα συστήματα μάχης, και υπόλοιπες οκτώ (8) είναι νεώτερες Meko 200TN, μοιρασμένες σε δύο διαδοχικές παραλλαγές (Track Ι και Track II).

Οι εκσυγχρονισμένες φρεγάτες O.H. Perry (κλάση «Gabya») είναι προσανατολισμένες κυρίως στον Α/Α πόλεμο, καθώς οι τέσσερεις εξ αυτών (TCG Giresun, TCG Göksu, TCG Gediz και TCG Gökova) φέρουν το ικανότατο τρισδιάστατο, μέσης ακτίνας ραντάρ αεροπορικής επιτήρησης SMART-S MK2 (3D), τύπου PESA, και εκτοξευτήρα Α/Α τύπου Mk41 Mod 2, μαζικής κατακόρυφης εκτόξευσης βλημάτων RIM-162 ESSM (Evolved Sea Sparrow Missile) ενώ οι άλλες τέσσερεις φέρουν το παλαιότερο δισδιάστατο, μεγάλης ακτίνας ραντάρ αεροπορικής επιτήρησης SPS-49(V)4, και εκτοξευτήρα Mk 13 Mod 4 που βάλει πυραύλους Standard SM-1MR, μέσου βεληνεκούς. Για τα ανθυποβρυχιακά τους καθήκοντα είναι εξοπλισμένες με το παλαιό, πλέον, σόναρ SQS-53B αλλά υποστηρίζουν και ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο SH-60B. Η αντιπυραυλική προστασία των σκαφών είναι σχετικά ασθενής, αποτελούμενη από ένα μοναδικό σύστημα Phalanx. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (I)

Η Ριζική Ανατροπή της Ιστορικής Στρατιωτικής Ισορροπίας, οι Αιτίες της και Ορισμένα Πολιτικά Ερωτήματα

GT

[..]  η διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στο στρατιωτικό δυναμικό της Ελλάδας και σ’ εκείνο της Τουρκίας αποτυπώνει λίγο-πολύ πιστά την επέκταση του τουρκικού γεωπολιτικού δυναμικού και τη συρρίκνωση του αντίστοιχου ελληνικού.

Γεωπολιτικές και Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού Πόλεμο, 1996

Π. Κονδύλης

 

Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.

Ιδεολογίες και Εθνική Στρατηγική, 1998

Π. Κονδύλης

 

Η στρατιωτική ισχύς της χώρας κατά την τελευταία οκταετία υποχωρεί ραγδαία, και η υποχώρηση λαμβάνει πλέον διαστάσεις κατάρρευσης. Ταυτόχρονα, η τουρκική στρατιωτική ισχύς όχι απλώς συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά πλέον λαμβάνει διαστάσεις διαφορετικής κλίμακας και τάξης μεγέθους από την ελληνική. Στο πλαίσιο αυτό (και σε οποιοδήποτε αναλυτικό πλαίσιο που να έχει σημασία, άλλωστε) ως στρατιωτική ισχύς νοείται όχι μόνον η πολεμική ισχύς του στρατιωτικού οργανισμού της χώρας, αλλά και η τεχνολογική και βιομηχανική ικανότητα της χώρας να υποστηρίξει εξοπλιστικά τον στρατιωτικό μηχανισμό.

Όπως αναφέρει ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης στις περικοπές που παρατίθενται εισαγωγικά, η αυξανόμενη ανισορροπία του στρατιωτικού δυναμικού των δύο χωρών αποτελεί απλή αντανάκλαση της αυξανόμενης απόστασης ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό τους. Η ελληνική «οικονομική κρίση» των τελευταίων οκτώ ετών καθώς και η τουρκική αναπτυξιακή εκτίναξη της τελευταίας δεκαετίας αποτελούν απλώς την πιο εξόφθαλμη κατάληξη μιας πορείας που έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν και που ασφαλώς δεν περιορίζεται στην οικονομική διάσταση.

Η ανισορροπία στην ανάπτυξη δεν αφορά, προφανώς, μόνον τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ, αλλά εκτείνεται στη συνολική ισχύ και διεθνή βαρύτητα των δύο χωρών. Προφανώς το υπόστρωμα της διαφοράς υφίστατο και διαμορφωνόταν επί δεκαετίες (όπως, πχ, στον πληθυσμιακό τομέα), και η διαφορά στην οικονομική ισχύ είχε ήδη διευρυνθεί δραματικά ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όπως φαίνεται στις εισαγωγικές διαπιστώσεις του Κονδύλη, όμως από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 αφ’ ενός η μεν Ελλάδα άρχισε να χάνει ραγδαία την πολιτική της ισχύ, η δε Τουρκία να την αναπτύσσει ραγδαία – και την πορεία της πολιτικής κατάστασης στις δύο χώρες ακολούθησε, με εντυπωσιακή ακρίβεια, η ισχύς των χωρών στους υπόλοιπους τομείς. Και η πολιτική πορεία των δύο χωρών είναι που θέτει ορισμένα κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα, που εκφεύγουν κατά πολύ της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.

Σε επόμενες αναρτήσεις θα επιχειρηθεί να αποτυπωθεί αυτή ακριβώς η κατάσταση, και θα διατυπωθούν τα ερωτήματα που ευλόγως προκύπτουν – τα οποία είναι, αναπόφευκτα, πολιτικά.