ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ (II)

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Αεροπορικό Ισοζύγιο

Στον κρίσιμο τομέα της αεροπορικής ισχύος, που αποτέλεσε το πρωτεύον πεδίο αποτροπής της τουρκικής επιθετικότητας κατά τη διάρκεια της Μεταπολιτεύσεως, η εικόνα είναι αποθαρρυντική.  Η Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ) διατηρεί 267 μαχητικά, εκ των οποίων τα 198 είναι τρίτης γενεάς και εξαιρετικά προηγμένα, τα 35 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς.  Στην πράξη, πρόκειται για ένα καλοζυγισμένο μείγμα από περίπου 200 σύγχρονα μαχητικά αιχμής, 35 μαχητικά υποδεέστερα (αλλά πλήρως αξιόμαχα και της ίδιας γενεάς) που παίζουν τον ρόλο του εισαγωγικού (OCU) μαχητικού καθώς και από άλλα τόσα εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ης γενεάς, βαρύτερα και με ικανότητα μεταφοράς μεγάλων φορτίων, τα οποία είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-εδάφους, ως οιονεί «υποστρατηγικά» βομβαρδιστικά.

Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη ελληνική δύναμη αποτελείται από 232 μαχητικά αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 55 είναι τρίτης γενεάς και πολύ προηγμένα (γενικώς αντίστοιχα ή και καλύτερα από τα τουρκικά της ίδιας κατηγορίας), τα 177 είναι τρίτης γενεάς αλλά παλαιών εκδόσεων, ενώ τα 34 είναι εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη 2ας γενεάς. Ήδη, με αυτή τη σύνθεση υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς η αναλογία σύγχρονων μαχητικών είναι 1 ελληνικό προς 4 τουρκικά, ενώ σε αντίθεση με τα τουρκικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων που έχουν έναν κατά βάση εκπαιδευτικό ρόλο, τα ελληνικά μαχητικά τρίτης γενεάς παλαιών εκδόσεων παραμένουν στον ρόλο του μαχητικού πρώτης γραμμής, με την αντίστοιχη υποβαθμισμένη απόδοση. Τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη δεύτερης γενεάς, περιέργως, είναι προσανατολισμένα σε ρόλο αέρος-αέρος, με ό,τι αυτό σημαίνει για την απόδοσή του στον ρόλο αυτόν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

F-35 Η στρατηγική της αντιμετώπισής του – Εισαγωγή

F-35_1

Σημείωση

Στη σειρά κειμένων που θα ακολουθήσει, θα γίνει μια πρόταση για την αντιμετώπισης της απειλής που γεννά η εισαγωγή  του αεροσκάφους F-35 στο οπλοστάσιο της Τουρκικής Αεροπορίας.

Καθώς μία πρόταση αντιμετώπισης προϋποθέτει τη λεπτομερή αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του αντιπάλου, θα προηγηθεί μια σχετικά συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών του αεροσκάφους – αποκλειστικά αυτών που έχουν επιχειρησιακή σημασία.

Προκειμένου να αποφευχθεί ένα ιδιαίτερα μακροσκελές κείμενο, το κείμενο θα αναρτηθεί σε αρκετές, σχετικά αυτοτελείς ενότητες.

Εισαγωγή

Η έλευση ενός νέου μαχητικού στο οπλοστάσιο της Τουρκικής Αεροπορίας (Τ.Α.) αποτελεί, ούτως ή άλλως, μείζον πρόβλημα για την ελληνοτουρκική στρατιωτική ισορροπία. Η έναρξη χρήσης του F-35 απειλεί σημαντικά την ποιοτική και ποσοτική ισορροπία που, σε κάποιον βαθμό, είχε αποκατασταθεί κατά τα τελευταία έτη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα – Μέρος 3ο

ΣΥΡΙΖΑ

Η «Νέα Στρατηγική Προμηθειών» των ΕΔ

Πριν από λίγο καιρό ξεκίνησε μία παρουσίαση του προεκλογικού, τότε, προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την Άμυνα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαια πλέον κυβέρνηση, όμως στο βαθμό που το πρόγραμμά του αποτυπώνει την αντίληψη του κόμματος για την άμυνα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το τι μπορεί να περιμένει (και να μην περιμένει) κανείς στον τομέα αυτό. Πέραν αυτού, ιδιαίτερα επειδή σε αρκετά σημεία το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ενδιαφέρον επειδή δεν αποτελεί κάποια ιδιαίτερη πολιτική ή ιδεολογική θέση του κόμματος, αλλά υιοθετεί αντιλήψεις που έχουν διαδοθεί γενικώς στην ελληνική κοινωνία (στον βαθμό που αυτή ασχολείται με αμυντικά θέματα), και που, δυστυχώς, υποσκάπτουν την άσκηση αμυντικής πολιτικής. Η παρουσία του αρχηγού των ΑΝΕΛ στη θέση του Υπουργού έχει, ούτως ή άλλως, μικρή σημασία για την άσκηση της αμυντικής πολιτικής, που στην πραγματικότητα ασκείται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Με τον ΑΝΥΕΘΑ Ήσυχο ως υπεύθυνο της Αμυντικής Βιομηχανίας και τον ΥΦΕΘΑ Τόσκα υπεύθυνο για την οργάνωση και τη δομή δυνάμεων, στον Καμμένο Υπουργό μένουν μόνον τα μικρόφωνα, οι κάμερες και η πιθανότητα επιρροής του σε ελληνοτουρκική κρίση – δευτερεύουσα κι αυτή, αφού και σε αυτή την περίπτωση αυτή θα είναι ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Α/ΓΕΕΘΑ που θα έχουν τον κρίσιμο ρόλο.

Το αντικείμενο του παρόντος κειμένου είναι οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τις αμυντικές προμήθειες, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο προεκλογικό του πρόγραμμα. Το θέμα έχει προφανή φόρτιση λόγω των εξωφρενικών σκανδάλων που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο 1996-2004, και των απόνερων που αυτά άφησαν μέχρι σήμερα. Αλλά και πέραν των «σκανδάλων», ή και χωρίς αυτά, η πολιτική προμηθειών είναι βασικός τομέας αμυντικής πολιτικής: το πόσο καλά καταφέρνεις να εξοπλίζεις τις Ένοπλες Δυνάμεις σου είναι και σύνθετο και κρίσιμο θέμα στρατηγικής, και μάλιστα υψηλής στρατηγικής, με όχι τόσο προφανείς σημασία και διαστάσεις. Και το πόσο καλά τα καταφέρνει κανείς, εξαρτάται από την ισχύ της οικονομίας του, της αμυντικής του βιομηχανίας και από την ικανότητά του στην πολιτική προμηθειών. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σύντομο σχόλιο για τους εξοπλιστικούς σχεδιασμούς των ΕΔ

Αιέν Υψικρατείν (Φωτογραφία: Κων/νος Πανιτσίδης, redstar.gr)

(Φωτογραφία: Κων/νος Πανιτσίδης, redstar.gr)

Ένα σύντομο σχόλιο για τα εξοπλιστικά σχέδια των ΕΔ:

α) Η Ελλάδα διέρχεται οξύτατη οικονομική κρίση από την οποία δεν πρόκειται να βγει σύντομα. Οι εξοπλιστικές δαπάνες στο προσεχές μέλλον θα είναι ασφυκτικά περιορισμένες. Συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν επιλογές – δύσκολες και κρίσιμες επιλογές.

β) Οι επιλογές θα πρέπει να διέπονται από μια ενιαία στρατηγική θεώρηση της άμυνας. Το πνεύμα της ισορροπίας μεταξύ των Κλάδων – ούτως ή άλλως απαράδεκτο – πρέπει να παταχθεί άμεσα. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει διαφορετικό ρόλο για το ΓΕΕΘΑ και για τα Γενικά Επιτελεία των Κλάδων. Αυτό αποτελεί μια ορθή επιδίωξη του Κωσταράκου (σε αντίθεση, πχ, με την καταστροφική πρωτοβουλία του για τις Σχολές Υπαξιωματικών, που θα είναι η χαριστική βολή στην πολιτική προσωπικού των ΕΔ). Αλλά η κ. Φώφη έχει άλλη άποψη γιατί, λέει, «συγκεντρώνεται υπερβολική εξουσία στα χέρια ενός ανθρώπου». Είναι δύσκολο να έχεις σοβαρές ΕΔ με μη σοβαρούς υπουργούς («ανθυπομετριότητες» έλεγε κάποιος). Συνελόντι επείν: οι εξοπλιστικές επιλογές δεν είναι ποτέ ακριβώς (ούτε καν κυρίως) τεχνικές επιλογές. Κι είναι δύσκολο να γίνουν εύστοχα με την παρούσα (και τις προβλεπτές) πολιτικές ηγεσίες.

Παρ΄όλα αυτά:

γ) Η πρώτη, απολύτως κυρίαρχη εξοπλιστική προτεραιότητα, όπως πηγάζει από την αντίστοιχη στρατηγική προτεραιότητα, πρέπει να είναι η διατήρηση (ή, έστω, η διεκδίκηση) της αεροπορικής κυριαρχίας. Καμία άλλη στρατηγική και εξοπλιστική προτεραιότητα δεν έχει την ίδια προτεραιότητα, ούτε κατά διάνοια. Η δεύτερη κατά σειρά προτεραιότητα είναι η διατήρηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο – κι αυτό αφήνει ποικίλες εξοπλιστικές (και τακτικές) επιλογές, πάντα πίσω από την ανάγκη αεροπορικής υπεροχής. ΟΛΕΣ οι άλλες εξοπλιστικές προτεραιότητες ή επιθυμίες έπονται αυτών, ιδιαίτερα σε κύρια οπλικά συστήματα. Αν δεν είναι εφικτές, αυτό είναι κάτι που οι Κλάδοι θα πρέπει να αποδεχτούν και να αντιμετωπίσουν.

δ) Τα άρματα Μ-1 ίσως κάποια στιγμή να ήταν ενδιαφέρουσα επιλογή, ασφαλώς το να εξοπλιστούν οι ΕΜΑ των ΜΚ ταξιαρχιών με άρματα τρίτης θα ήταν πολύ σημαντικό (αλλά όταν αυτό μπορούσε να γίνει τζάμπα, ο …άκης ήταν αγχωμένος για το πόσα θα πήγαινε στο κνώδαλο που παντρεύτηκε), όμως αυτή τη στιγμή το βασικό πρόβλημα του Δ’ ΣΣ ΔΕΝ είναι να εξοπλίσει τις ΕΜΑ των ΜΚ Ταξιαρχιών με γ’ γενιάς άρματα. Ας λύσει το πρόβλημα προσωπικού, ας λύσει το πρόβλημα εκπαίδευσης, ας λύσει το πρόβλημα της διάταξης του, ας βελτιώσει την οργάνωση του εδάφους και μετά ας ασχοληθεί με εξοπλισμούς. Κι αν τυχόν υπάρξει δυνατότητα εξοπλισμών, ας ασχοληθεί με το πώς θα λύσει το πρόβλημα με τα ασθενικά παπάκια, κι ας αφήσει τα Μ-1 για όταν (και αν) προκύψουν πολύ φθηνότερα. Πολύ πιο επείγον από τα Μ-1 είναι τα Μ-2.

ε) Το πρώτο και βασικό πρόβλημα που έχει το ΠΝ να λύσει είναι η ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο. Κι αυτή απειλείται κυρίως από δύο παράγοντες: την εχθρική υποβρύχια απειλή και την εχθρική αεροπορική απειλή. Την εχθρική αεροπορική απειλή την αντιμετωπίζει πολύ καλύτερα και πληρέστερα η Πολεμική Αεροπορία απ΄ότι τα πλοία ΑΑ Περιοχής του ΠΝ. Η εχθρική υποβρύχια απειλή είναι ΟΞΥΤΑΤΗ, και δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί επιτυχώς. Ας μην ξετινάζει τους πόρους του το ΠΝ με αυτά τα πλοία, αυτή τη στιγμή, ενώ έχει κρίσιμες εκκρεμότητες.

στ) Στον αεροπορικό τομέα, η THK έχει εμπλακεί σε μία αδιέξοδη περιπέτεια, το F-35. Έχει δεσμευτεί σε ένα πρόγραμμα που, αν επιβιώσει ΩΣ ΕΧΕΙ (γιατί, φυσικά, δεν πρόκειται να ακυρωθεί τώρα), θα αργήσει πάρα πολύ να ωριμάσει και οικονομικά θα οδηγήσει είτε σε επιχειρησιακό αδιέξοδο, είτε σε πολύ περιορισμένη αγορά και σε αναζήτηση εναλλακτικής λύσης (τελευταία νέα για την πορεία του κόστους εδώ: http://medium.com/war-is-boring/how-much-does-an-f-35-actually-cost-21f95d239398). Με άλλα λόγια, το F-35 δε θα είναι άμεση απειλή. Η άμεση απειλή παραμένει ο μεγάλος όγκος του υφιστάμενου αεροπορικού στόλου. Μέχρι το F-35 να γίνει απειλή και μέχρι να κατασταλάξει στην εξοπλιστική της στρατηγική η Τουρκία, υπάρχει πολύς χρόνος. Κι εν τω μεταξύ, υπάρχουν πιο πιεστικά ζητήματα.

ζ) Την χρονικά άμεση και οικονομικά εφικτή λύση την ξέρουν, λίγο πολύ, όλοι. Την έχει περιγράψει ο HBS εδώ: http://hellarmforces2010.blogspot.gr/2012/06/f-16.html Η ουσία της είναι: άμεσος εκσυγχρονισμός και ομογενοποίηση των F-16 στο ανώτερο δυνατό επίπεδο, με ραντάρ AESA και νέο υπολογιστή αποστολής. Ούτως ή άλλως, αυτό σχεδόν εξαντλεί τις άμεσες ελληνικές οικονομικές δυνατότητες. Αλλά επιφέρει ουσιαστικό πλεονέκτημα για μια δεκαετία.

η) Κατά τα λοιπά, τα «περιφερειακά», λιγότερο εντυπωσιακά, αλλά πολύ κρίσιμα εξοπλιστικά είναι πολύ μεγαλύτερης προτεραιότητας και για τους τρεις Κλάδους. Και, μάλιστα: και για τους τρεις Κλάδους, άλλα ζητήματα, μη εξοπλιστικά, είναι πολύ πιο κρίσιμα από νέα όπλα. ΔΕΝ πάσχουμε τόσο στα όπλα, αυτή τη στιγμή. Στον οργανισμό πάσχουμε. Και στο βαθμό που πάσχουμε από εξοπλισμούς, ΔΕΝ πάσχουμε τόσο από κύρια οπλικά συστήματα.

Πρώτα οι άνθρωποι

Μετά οι ιδέες

Τελευταία τα μηχανήματα.

Είναι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο αποτελεσματικό απ΄όσο φαντάζονται πολλοί.

Το Πρόβλημα της Άμυνας

Υπουργεία

Η ελληνική άμυνα είναι σε κρίσιμη κατάσταση, όμως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι  «στρατιωτικής» φύσεως.

Η ελληνική άμυνα υποσκάπτεται από δύο παράγοντες: από την αντικειμενική αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να υποστηρίξει τη στρατιωτική ισχύ που απαιτεί η εθνική ανεξαρτησία της χώρας, καθώς και από την απροθυμία του λαού και των ηγετικών ομάδων να τη υποστηρίξουν την ισχύ αυτή – πιθανότατα επειδή δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην εθνική ανεξαρτησία.

Οι απαιτήσεις του γεωπολιτικού περιβάλλοντος

Η στρατιωτική ισχύς για μια χώρα δεν αποτελεί κάποια αφηρημένη απαίτηση: καθορίζεται από την ισχύ και τη διάθεση των υπολοίπων μερών του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Στην περίπτωση της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθορίζεται από τη θέση τους σε μία γεωστρατηγικά ευαίσθητη περιοχή της υφηλίου και τη γειτνίασή τους με μία ισχυρή, ιστορικά επιθετική και συνεχώς ανερχόμενη δύναμη – την Τουρκία, καθώς και από την γειτνίασή της Ελληνικής Δημοκρατίας με μία σειρά χωρών μικρότερης ισχύος αλλά ιστορικά επιθετικών, αν και προσωρινά αποδυναμωμένων λόγω ιστορικών συγκυριών.

Η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας

Για να οργανωθεί η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας, απαιτούνται πόροι: ανθρώπινοι, χρηματικοί, βιομηχανικοί, τεχνολογικοί. Η ελληνική κοινωνία σε καμία φάση της νεώτερης ιστορίας της δεν κατάφερε να αναπτύξει και να διαθέσει τους παραπάνω πόρους σε επάρκεια, ώστε να υποστηρίξει επαρκή στρατιωτική ισχύ που να της παρέχει σημαντική πολιτική αυτονομία. Όμως κατά την τρέχουσα περίοδο, η ικανότητά της να παράσχει στοιχειωδώς οποιουσδήποτε από τους παραπάνω πόρους, φθίνει ραγδαία. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

HEMPAS: Μία ελληνική πρόταση για παθητικό ραντάρ – και τα όρια του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού

Γράφουν ο Βελισάριος και ο HBS

Το παρόν κείμενο συντάχθηκε με βάση πληροφορίες που αντλήθηκαν από ανοικτές πηγές καθώς και από πληροφορίες που παρέσχε στον HBS ο εκπρόσωπος της «Ομάδας Θεσσαλονίκης» κ. Αθανάσιος Κωνσταντινίδης, στο πλαίσιο δύο συνεντεύξεων.

Το σύνολο των πληροφοριών και των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη του άρθρου αυτού είναι αδιαβάθμητα.

Εισαγωγή

Franklin - Bistatic RadarΜία από τις βασικότερες αδυναμίες του μηχανισμού ασφαλείας της χώρας και βασικός λόγος της πολιτικής της καχεξίας αποτελεί η αποτυχία της να αναπτύξει στοιχειώδη αμυντική βιομηχανία για να υποστηρίξει την αμυντική ισχύ που η θέση της και η πολιτική της απαιτεί. Η αποτυχία αυτή αποτελεί ειδικότερη περίπτωση της γενικής αδυναμίας της χώρας να ασκήσει βιομηχανική πολιτική, για λόγους που έχουν σχέση αφ΄ενός με την οργανωτική ανεπάρκεια αφ΄ετέρου με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για κάτι τέτοιο.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση της αδυναμίας αυτής αποτέλεσε η υπόθεση του συστήματος HEMPAS/CCIAS που απασχόλησε τον χώρο της άμυνας τα τελευταία έτη. Η υπόθεση αφορά την υποβολή μιας πρότασης προς τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκ μέρους μιας ολιγομελούς ομάδας πανεπιστημιακών, προερχόμενων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αντικείμενο της πρότασης είναι η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή ενός συστήματος παθητικών αισθητήρων που θα ενταχθεί στο Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου της ΠΑ και θα ενισχύσει σημαντικά τόσο την επιβιωσιμότητά του όσο και την δυνατότητά του να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά υφιστάμενες και επικείμενες απειλές που αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Η πρόταση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά, τουλάχιστον σύμφωνα με την ομάδα των πανεπιστημιακών – αποκαλούμενων «Ομάδα Θεσσαλονίκης», είναι ώριμη και η φάση της ανάπτυξης του συστήματος έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό.

Μετά από περισσότερο από επτά έτη παλινωδιών και μπουφονικής διαδικαστικής ασυναρτησίας, στις αρχές του φθινοπώρου του 2013 το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενημέρωσε επισήμως τους πανεπιστημιακούς που είχαν υποβάλει την πρόταση ότι δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτήν.

Εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε στον τύπο, ημερήσιο και ειδικό, έντυπο και ηλεκτρονικό, ένας μικρός αλλά όχι ευκαταφρόνητος αριθμός αναφορών στην υπόθεση αυτή. Οι βασικότερες αναφορές στον γραπτό τύπο υπήρξαν δύο αναφανδόν θετικές για το σύστημα τοποθετήσεις, καθώς και μία αρνητική. Οι θετικές ήταν μία αναφορά του αμυντικού συντάκτη Πάρη Καρβουνόπουλου στην εφημερίδα «Real News» με τίτλο «Το υπερόπλο μένει στα χαρτιά», της 14ης Αυγούστου 2011, και μία του αμυντικού συντάκτη Μάνου Ηλιάδη στην εφημερίδα «Δημοκρατία» με τίτλο «Μία απόφαση στα όρια της Εθνικής προδοσίας», της 22ας Σεπτεμβρίου 2013. Αρνητική αναφορά υπήρξε η εμμέσως αρνητική τοποθέτηση του αμυντικού συντάκτη Βαγγέλη Παγώτση (περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», τ.27, Απρίλιος 2012, άρθρο με θέμα «Αντιμετωπίζοντας τα τουρκικά F-35A, Μέρος Β’: Παθητικά Συστήματα και Συνολική Αποτίμηση»), Οι παρουσιάσεις στο διαδίκτυο φαίνεται να έχουν ως βασική πηγή τα έντυπα άρθρα καθώς και την απάντηση του τότε Αναπληρωτή Υπουργό Αμύνης Ραγκούση σε επερώτηση που έγινε σχετικά με το θέμα από τον βουλευτή των ΑΝΕΛ Σπύρο Γαληνό (επερώτηση υπ. Αριθμ. 6763 της 15ης Μαρτίου του 2012). Η τελευταία αυτή απάντηση αποτελεί και την πλέον επίσημη και αναλυτική δημόσια (και συνεπώς αδιαβάθμητη) αναφορά στο θέμα. Την αναφορά αυτή επικαλέστηκε άλλωστε και το περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία» στον διαδικτυακό του τόπο, στις 10 Απριλίου 2012 προκειμένου να επιβεβαιώσει την προηγούμενη του θέση (Επιβεβαίωση ανάλυσης της «ΕΑ&Τ» για τα συστήματα PBR από το ΥΠΕΘΑ).

Θα ήταν αφελές να σχηματίσει κανείς γνώμη σχετικά με την αξία και την σκοπιμότητα ανάπτυξης του συγκεκριμένου συστήματος από τα δημοσίως διαθέσιμα στοιχεία. Η διατύπωση γνώμης σχετικά με ένα τέτοιο ζήτημα απαιτεί αφ΄ενός αναλυτικά τεχνικά στοιχεία του συστήματος, αφ΄ετέρου τεχνικές γνώσεις και εμπειρία εξαιρετικά εκτενή, την ποιότητα και τη φύση της οποίας μάλλον δεν αντιλαμβάνονται όσοι σπεύδουν να υπερθεματίσουν ή να αναθεματίσουν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Chinook: Η βέλτιστη επιλογή, έστω κι από τύχη.

AS_379_301Σύμφωνα με τις πληροφορίες του τύπου, οδεύει προς  υλοποίηση η πώληση στις Ελληνικές ΕΔ 10 βαρέων ελικοπτέρων Chinook CH-47D των αμερικανικών ΕΔ, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, .

Η – μάλλον αναπάντεχη – αυτή εξέλιξη είναι από τις πλέον σημαντικές που έχουν γίνει κατά τα τελευταία έτη για την άμυνα του Αιγαίου Πελάγους και διαμορφώνει μια πραγματικότητα στην ΑΣ που είναι πολύ πιο ορθολογική και επιχειρησιακά αποτελεσματική απ΄ ότι προέβλεπαν οι δικοί μας αρχικοί σχεδιασμοί. Και είναι κρίμα που η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε από ανάγκη και όχι από τον ελληνικό σχεδιασμό.

Υπενθυμίζεται ότι η ελληνική πλευρά αρχικά επεδίωκε την προμήθεια μέσων ελικοπτέρων UH-60, τουλάχιστον 30 για την ακρίβεια, προς αντικατάσταση του γηρασμένου στόλου των περίπου 90 UH-1 διαφόρων προελεύσεων.

Η χρήση των ελικοπτέρων

Για να θέσουμε το ζήτημα απλά, οι στρατοί χρησιμοποιούν τα ελικόπτερα σε τρεις διαφορετικούς ρόλους:

  • Ο πρώτος, και μάλλον λιγότερο ενδιαφέρων, ρόλος αφορά την απλή αερομεταφορά δυνάμεων κι εφοδίων.
  • Ο δεύτερος ρόλος είναι αυτός που αφορά την παροχή ευκινησίας σε κάποια δύναμη τους, μαζί με το υλικό της, ώστε να μπορούν να την αναπτύξουν με ταχύτητα στη περιοχή της επιλογής τους, γενικώς εντός της φίλιας διάταξης, προκειμένου αυτή να εμπλακεί άμεσα στη μάχη. Αυτές είναι οι λεγόμενες αεροκίνητες επιχειρήσεις.
  • Ο τρίτος ρόλος αφορά την αεροπορική μεταφορά και ρίψη ή προσγείωση αεραποβατικών δυνάμεων και των μέσων υποστήριξης τους εντός των εχθρικών τοποθεσιών και στην περιοχή των μετόπισθεν, δηλαδή την ανάπτυξη μάχιμης δύναμής τους σε περιοχή εκτός της φίλιας διάταξης (όσο ρευστή κι αν είναι αυτή), μη εξασφαλισμένη και μη ελεγχόμενη, και σε σημείο που παρέχει κάποιο κρίσιμο τακτικό ή επιχειρησιακό πλεονέκτημα. Αυτές είναι οι λεγόμενες αεραποβατικές επιχειρήσεις. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

BMP-3 και δόγμα συνδυασμένων όπλων : – Κριτική και αντίλογος

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009)

tankΚαθώς στο τελευταίο άρθρο μας με θέμα το BMP-3 και τις ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες υπήρξε πλήθος σχολίων, αποφασίσαμε να συνοψίσουμε τις απαντήσεις μας στο παρόν άρθρο, προς διευκόλυνση της συζήτησης αλλά και για να αποσαφηνίσουμε κάποιες λεπτομέρειες που ίσως παρεξηγήθηκαν.

Η κριτική μας στάση στην αγορά του ΒΜΡ-3 από τον ΕΣ τεκμηριώθηκε, όχι με απλή αναφορά στα αναφορά στα τεχνικά και οικονομικά στοιχεία των υποψηφίων οχημάτων, γιατί η μέθοδος αυτή είναι ατελέσφορη. Αντιθέτως, θέσαμε τα στοιχεία αυτά στο γενικό τους πλαίσιο, ώστε να αποκτήσουν σαφέστερο νόημα (η απλή παράθεση αριθμών πολλές φορές θυμίζει συγκριτικά αυτοκινήτων..)

Οι αντιρρήσεις που ακούστηκαν κινούνται σε τρεις άξονες, α) το κόστος του προγράμματος και οι μοιραίες συγκρίσεις που γίνονται, β) το ζήτημα των τεχνικών χαρακτηριστικών του οχήματος και γ) το επιχειρησιακό κομμάτι, το οποίο είναι και αυτό στο οποίο προσπαθήσαμε να εστιάσουμε στο προηγούμενο άρθρο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

BMP-3: Στρατηγικό λάθος Εξοπλιστικής Πολιτικής

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009)

BMP3

To TOMA ΒΜΠ-3

Η Ελληνική Δημοκρατία έχει δρομολογήσει από καιρό, και ετοιμάζεται να προβεί στην αγορά μεγάλου αριθμού Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μάχης BMP-3. Η ενέργεια αυτή αποτελεί ουσιώδες λάθος εξοπλιστικής πολιτικής με την οποία, στο πλαίσιο ενός περιορισμένου αμυντικού προϋπολογισμού και της ασφυκτική στρατιωτικής (κι εξοπλιστικής) πίεση της Τουρκίας, δαπανάται υπερβολικά υψηλό ποσόν χωρίς να προσφέρει αντίστοιχη απόδοση στρατιωτικής ισχύς. Για το λόγο αυτό, και υπο το πρίσμα της δυσμενούς τροπής των διαπραγματεύσεων, είναι σκόπιμη η γενικότερη επανεξέταση του προγράμματος το οποίο τείνει να καταστεί το νέο γεφύρι της Άρτας του αμυντικού μας σχεδιασμού.

Η επιλογή του συγκεκριμένου τύπου έχει υποστεί σφοδρή κριτική, η οποία γενικά τείνει να επικεντρώνεται σε τρία σημεία: στο κόστος του, το οποίο υπήρξε ριζικά υψηλότερου του αρχικώς διαφημιζόμενου απο τους Ρώσους (και τους εγχώριους υποστηρικτές της αγοράς), αγγίζοντας αυτό των ακριβών δυτικών οχημάτων, στα τεχνικά του χαρακτηριστικά, τα οποία υστερούν έναντι του ανταγωνισμού σε κρίσιμους τομείς και στην μηδενική Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία – παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις των Ρώσων . Ενώ και τα τρία σημεία είναι έγκυρα καθ’εαυτά, δεν αποδίδουν το πολύ οξύτερο πρόβλήμα που δημιουργεί η συγκεκριμένη επιλογή στον συνολικό ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό.

Για να γίνει κατανοητή η ουσία του προβλήματος, πρέπει να εξεταστεί το συνολικό πλαίσιο του σχεδιασμού από το οποίο προέκυψε η ανάγκη για προμήθεια ΤΟΜΑ και από το οποίο (θα έπρεπε να) προκύπτουν και τα κριτήρια επιλογής του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου