Το Πρόβλημα της Άμυνας

Υπουργεία

Η ελληνική άμυνα είναι σε κρίσιμη κατάσταση, όμως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι  «στρατιωτικής» φύσεως.

Η ελληνική άμυνα υποσκάπτεται από δύο παράγοντες: από την αντικειμενική αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να υποστηρίξει τη στρατιωτική ισχύ που απαιτεί η εθνική ανεξαρτησία της χώρας, καθώς και από την απροθυμία του λαού και των ηγετικών ομάδων να τη υποστηρίξουν την ισχύ αυτή – πιθανότατα επειδή δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην εθνική ανεξαρτησία.

Οι απαιτήσεις του γεωπολιτικού περιβάλλοντος

Η στρατιωτική ισχύς για μια χώρα δεν αποτελεί κάποια αφηρημένη απαίτηση: καθορίζεται από την ισχύ και τη διάθεση των υπολοίπων μερών του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Στην περίπτωση της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθορίζεται από τη θέση τους σε μία γεωστρατηγικά ευαίσθητη περιοχή της υφηλίου και τη γειτνίασή τους με μία ισχυρή, ιστορικά επιθετική και συνεχώς ανερχόμενη δύναμη – την Τουρκία, καθώς και από την γειτνίασή της Ελληνικής Δημοκρατίας με μία σειρά χωρών μικρότερης ισχύος αλλά ιστορικά επιθετικών, αν και προσωρινά αποδυναμωμένων λόγω ιστορικών συγκυριών.

Η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας

Για να οργανωθεί η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας, απαιτούνται πόροι: ανθρώπινοι, χρηματικοί, βιομηχανικοί, τεχνολογικοί. Η ελληνική κοινωνία σε καμία φάση της νεώτερης ιστορίας της δεν κατάφερε να αναπτύξει και να διαθέσει τους παραπάνω πόρους σε επάρκεια, ώστε να υποστηρίξει επαρκή στρατιωτική ισχύ που να της παρέχει σημαντική πολιτική αυτονομία. Όμως κατά την τρέχουσα περίοδο, η ικανότητά της να παράσχει στοιχειωδώς οποιουσδήποτε από τους παραπάνω πόρους, φθίνει ραγδαία. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Προτάσεις για την αναδιοργάνωση των ΤΘ, Μέρος Γ’: Ίλες και Ουλαμοί Μέσων Αρμάτων

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

1

Τα άρματα αποτελούν ένα από τα πλέον σημαντικά οπλικά συστήματα του στρατού και ταυτόχρονα τα πλέον δαπανηρά όσο αφορά το κόστος κτήσης – λειτουργίας. Οι μονάδες αρμάτων, αλλά και οι μονάδες των λοιπών Όπλων και Σωμάτων του στρατού, αποτελούν απαιτητικούς οργανισμούς όσον αφορά την οργάνωση, τη διοίκησή και την προς πόλεμο προετοιμασία τους. Η διεξαγωγή της σύγχρονης μάχης αποτελεί πλέον μια πολύ δύσκολη υπόθεση που στο κλιμάκιο της Ομάδας – Διμοιρίας  Ουλαμού μόνο προσεκτικά επιλεγμένοι και άριστα εκπαιδευμένοι μικροί διοικητέςμπορούν να διευθύνουν. Επομένως η απαίτηση για τη διοίκηση των ουλαμών αρμάτων και αναγνωρίσεως από ικανούς και άριστους επαγγελματίες διοικητές είναι όχι μόνο προφανής, αλλά επιτακτική.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΛΑΜΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

Η ποιότητα των διοικήσεων των Ελληνικών ΤΘ στο κλιμάκιο των διοικητών των ΤΘ Ταξιαρχιών, των ΕΜΑ-ΕΑΝ και των ΙΜΑ-ΙΛΑΝ, βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η Σχολή Τεθωρακισμένων (ΣΑΤΘ) κάνει σπουδαία δουλειά και διατίθεται πλέον μακρά γνώση, εμπειρία και παράδοση που μεταλαμπαδεύονται στους νεώτερους.

Έχω όμως τη γνώμη ότι υπάρχει πρόβλημα στηνκάλυψη του απαιτούμενου αριθμού διοικητών Ουλαμών Μέσων Αρμάτων (ΟΥΜΑ), Ουλαμών Αναγνωρίσεως (ΟΥΛΑΝ), Ουλαμών Ανιχνευτών (ΟΥΛΑΝΙΧ) και Ουλαμών Όλμων 4,2’’ με επαγγελματίες αξιωματικούς. Με βάση τα προβλεπόμενα από τις συνθέσεις οι διοικητές αυτοί θα πρέπει να είναι ανθυπίλαρχοι (ανθυπολοχαγοί), αν και οι πίνακες συνθέσεως δεν πρέπει να θεωρούνται ως κάτι το δεσμευτικό όσον αφορά τη στελέχωση των μονάδων με αξιωματικούς και υπαξιωματικούς συγκεκριμένων βαθμών, αλλά ως ένας οδηγός που αφ’ ενός υποδεικνύει το «ορθόν» και αφ’ ετέρου καθορίζει τις οργανικές θέσεις αξιωματικών και υπαξιωματικών στις μονάδες κατά βαθμό. Όταν όμως τα Ελληνικά ΤΘ διαθέτουν (σύμφωνα με ανοικτές πηγές) 1.200 περίπου άρματα, αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται και 300(+) διοικητές μάχιμων ουλαμών, που βεβαίως δεν μπορούν να προέλθουν από τους 30-40 ανθυπίλαρχους που εξέρχονται από τη Σχολή Ευελπίδων κάθε χρόνο. Παλαιότερα – πριν μια 15ετία περίπου – ο απαιτούμενος αριθμός ουλαμαγών (αλλά και διμοιριτών των λοιπών Όπλων και Σωμάτων), καλυπτόταν σε ποσοστό άνω του 90% από Δόκιμους Έφεδρους Αξιωματικούς (ΔΕΑ). Τότε όμως η θητεία είχε μεγάλη διάρκεια και παρεχόταν ικανοποιητικός χρόνος για την εκπαίδευση των ΔΕΑ στις σχολές και στις μονάδες, αν και σε καμιά περίπτωση ο αναγκαίος. Όμως και αυτός ο τρόπος απεδείχθη ατελέσφορος, αφού οι ΔΕΑ (κατά τη συνήθη Ελληνική πρακτική) έπαιρναν σύντομα μετάθεση για τις μονάδες και τις υπηρεσίες του εσωτερικού, με αποτέλεσμα οι επιλαρχίες να βρίσκονται σε μια αέναη διαδικασία εκπαίδευσης νέων ουλαμαγών. Κατά την παρούσα περίοδο που η θητεία έχει μειωθεί σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα και οι Επιλαρχίες έχουν εξοπλιστεί με σύγχρονα άρματα που εκ των πραγμάτων θέτουν και υψηλές απαιτήσεις διοίκησης και επάνδρωσης, θα ήταν πιστεύω ανόητο να αναζητούνται οι Ουλαμαγοί των τεθωρακισμένων μονάδων στους ΔΕΑ των οποίων η εκπαίδευση δεν διαρκεί περισσότερο από 4 μήνες, η δε θητεία τους στις μονάδες εκστρατείας διαρκεί ακόμη λιγότερο, ή και καθόλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Περί θητείας : Μικρό Ιστορικό

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010)

Καθολική στρατιωτική θητεία και επαγγελματικός στρατός: Ένα μικρό ιστορικό

567zΗ καθολική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία ξεκίνησε στη Γαλλία με τη Γαλλική Επανάσταση, και αξιοποιήθηκε αρχικά από τους Γάλλους στρατηγούς, και κατ΄εξοχήν από το Ναπολέοντα, για να αντισταθούν παρ’ ελπίδαν τότε, στους ξένους μοναρχικούς στρατούς που εισέβαλαν στη Γαλλία, και εν συνεχεία να τους τρομοκρατήσουν μέχρι το 1815. Οι Γερμανοί – οι πλέον ταπεινωμένοι από τους Ναπολεόντειους πολέμους – συνειδητοποίησαν πρώτοι την αξία της καθολικής στράτευσης, τις βαθιές αλλαγές που αυτή επέφερε στη διεξαγωγή του πολέμου, και τις κοινωνικές μεταβολές που αυτή προκαλούσε στο εσωτερικό των κοινωνιών. Την υιοθέτησαν και τη διαχειρίστηκαν – στρατιωτικά και πολιτικά.΄Επιπλέον, ανάδυση της καθολικής στράτευσης συνδέθηκε στενά με την βιομηχανική επανάσταση, που καθιστούσε δυνατή τη μαζική παραγωγή τυποποιημένου οπλισμού, που επέτρεπε τον αποτελεσματικό εξοπλισμό τέτοιου είδους στρατών.

Η υιοθέτηση της καθολικής στράτευσης, ειδικά μετά τους Πολέμους της Γερμανικής Διαδοχής, υιοθετήθηκε σταδιακά από όλες τις ηπειρωτικές ευρωπαϊκές χώρες. Εδώ έχει σημασία να παρατηρήσει κανείς ότι η καθολική στράτευση δεν υιοθετήθηκε από δύο προηγμένες χώρες: τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, κι αυτό για λόγους υψηλής στρατηγικής και εσωτερικής πολιτικής. Η Βρετανία θεωρούσε ότι σαν νησί δεν ήταν εκτεθειμένη στην άμεση απειλή εισβολής ισχυρών στρατών στο έδαφός της – απειλή από την οποία την εξασφάλιζε το ναυτικό της. Επιπλέον, η Βρετανία επιζητούσε κυρίως την κυριαρχία της σε αποικίες ανά τον κόσμο, που στρατιωτικώς εξαφαλιζόταν από ισχυρό ναυτικό, κι από μικρές, σχετικά, χερσαίες δυνάμεις με προσανατολισμό στις υπερπόντιες εκστρατείες. Αυτός ο Βρετανικός στρατός είναι και το ιστορικό αρχέτυπο του “μικρού κι ευέλικτου” στρατού που έχει επανέλθει στην επικαιρότητα. Από την άλλη, στις ΗΠΑ, η (σχεδόν) καθολική, και πάντως υποχρεωτική στράτευση επιβλήθηκε εκτάκτως μόνον κατά τον Αμερικάνικό Εμφύλιο, και καταργήθηκε αμέσως μετά. Οι αιτίες ήταν δύο: αφ΄ενός η ισχυρότατη (ακόμη τότε) πολιτική παράδοση του ασθενούς κεντρικού κράτους (και των τοπικών εθνοφυλακών – militia), καθώς και το απλούστατο γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν απειλούταν από καμία ισχυρή χώρα, λόγω της γεωγραφικής της απομόνωσης, οπότε απλούστατα δεν υπήρχε και κανείς λόγος ύπαρξης ισχυρού στρατού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Καθολική Στράτευση και Επαγγελματικός Στρατός : Η πολιτική πτυχή

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010)

76Το ζήτημα της επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας είναι τόσο σημαντικό όσο και εξαιρετικά πολυσύνθετο. Το να αναλυθούν όλες του οι πτυχές είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα απαραίτητο σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, με οξύτατα προβλήματα εθνικής ασφαλείας. Θα επιχειρήσουμε να ασχοληθούμε με το θέμα αυτό τμηματικά, αντιμετωπίζοντας ξεχωριστά την κάθε πτυχή του θέματος.

Μία απο τις βασικές πτυχές του θέματος της στράτευσης είναι η πολιτική: αφορά δηλαδή την πολιτική σημασία που έχει η κάθε επιλογή συστήματος στράτευσης εντός της ίδιας για την ίδια την κοινωνία. Με αυτήν (αποκλειστικά) ασχολείται το παρόν σημείωμα.

Η πρώτη βασική πολιτική σημασία της στράτευσης αφορά το ποιος, εντός μιας κοινωνίας, επωμίζεται το φόρο αίματος. Αν αγνοήσουμε πολιτικές αντιλήψεις της Νεφελοκοκκυγίας σχετικά με το τέλος του πολέμων, τη συμφιλίωση των λαών κοκ, και αποδεχτούμε ότι μια κοινωνία – κι ένα κράτος – αντιμετωπίζουν το μικρό αλλά υπαρκτό και ρεαλιστικό ενδεχόμενο να εμπλακούν σε ένοπλη σύρραξη, αυτό επισύρει ένα κόστος σε ότι πολυτιμότερο έχει η κοινωνία: το αίμα. Το πως καταμερίζεται αυτός ο φόρος αίματος είναι ένα βαθύτατα πολιτικό θέμα. Δεν αφορά κάποιο οργανωτική ρύθμιση ή βελτιστοποίηση, αλλά τη σχέση της κοινωνίας με τα μέλη της. Και οι επιλογές για την επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων την αντικατοπτρίζουν με τον πλέον ουσιώδη τρόπο. Η επιλογή του “επαγγελματικού” στρατού σημαίνει ότι σε ενδεχόμενη σύρραξη, τον φόρο αίματος θα κληθούν να πληρώσουν οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, μιας κι αυτές είναι που – από οικονομική ανάγκη – επανδρώνουν τις θέσεις των “επαγγελματιών οπλιτών”. Αντιθέτως, σε ένα στρατό καθολικής (και φυσικά, όχι απλώς υποχρεωτικής στράτευσης), η υποχρέωση διαχέεται ισομερώς σε όλον – ανεξαιρέτως – τον πληθυσμό. Και αυτό εξασφαλίζει τόσο την δικαιοσύνη όσο και τη σωφροσύνη και την υπευθυνότητα του πληθυσμού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου