Κύριες Αιτίες της Αποτυχίας των Επιθετικών Επιχειρήσεων που Εκτέλεσε η Στρατιά Μικράς Ασίας τον Μάρτιο του 1921 προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ – Συμπλήρωμα

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Απαντήσεις σε ζητήματα που τέθηκαν και δεν απαντήθηκαν

Κατά τη διάρκεια της διάλεξης στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στις 20 Δεκεμβρίου 2018, και μετά την ολοκλήρωσή της, τέθηκαν από κάποιους των παρισταμένων θέσεις και ερωτήματα, που δεν απαντήθηκαν για λόγους ανεξάρτητους της δικής μου θέλησης. Μετά τη δημοσίευση της διάλεξης, θεωρώ υποχρέωσή μου να τοποθετηθώ επί των υπόψη ζητημάτων-ερωτημάτων, κατά τρόπο όμως αρκετά εκτενέστερο από αυτόν που θα απαντούσα στον χρόνο της διάλεξης.

1ο Ζήτημα

Κατά τον χρόνο που αναφερόμουν στην τροποποίηση των αρχικών προθέσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας και ότι οι νέες προθέσεις προσδιόριζαν και τις βασικές γραμμές του σχεδίου ενεργείας της Στρατιάς, το οποίο θα προέβλεπε την εκτέλεση δύο διακεκριμένων παράλληλων και αφιστάμενων μεταξύ τους επιθέσεων, που δεν θα συνέκλιναν στην επίτευξη του κύριου σκοπού της όλης επιχείρησης, συνάδελφος αξιωματικός ε.α., με διέκοψε λέγοντας ότι:

«Το σχέδιο (που εκτελέστηκε) ήταν ιδέα του πρώην Αρχηγού του Ελληνικού Στρατού επί διακυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, αντιστράτηγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Κύριες αιτίες της αποτυχίας των επιθετικών επιχειρήσεων που εκτέλεσε η Στρατιά Μικράς Ασίας τον Μάρτιο του 1921 προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Το παρόν άρθρο βασίζεται στη διάλεξη που δόθηκε στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

Πριν από την παρουσίαση του κειμένου της διάλεξης, θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, Δρ κύριο Δημήτριο Σμοκοβίτη, καθώς επίσης και τον αγαπητό φίλο και συμμαθητή μου στη ΣΣΕ, αντιστράτηγο ε.α. Σεραφείμ Παπαποστόλου (του Όπλου των ΤΘ) για τη τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν προκειμένου να παρουσιάσω προς στα μέλη και τους φίλους του ινστιτούτου, καθώς και σε άλλους ενδιαφερόμενους ιδιώτες ή αξιωματικούς, διάλεξη με θέμα «τις κύριες αιτίες της αποτυχίας των εαρινών επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ».

Ευχαριστώ επίσης θερμά τις κυρίες και τους κυρίους που με τίμησαν με τη παρουσία τους στη διάλεξη.

Λίγα λόγια για το ζήτημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, της οποίας ο απόηχος αντηχεί ακόμη το εθνικό θυμικό. Σπάνια όμως προς τη κατεύθυνση της μελέτης των λόγων της αποτυχίας και τελικά της ταπεινωτικής ήττας και καταστροφής, αλλά περισσότερο προς τη κατεύθυνση του κλαυθμού και του θρήνου για τις χαμένες πατρίδες. Κάθε Αύγουστο είθισται να διοργανώνονται πλήθος συναυλιών για να «θρηνήσουν» οι συμμετέχοντες το χαμό της Σμύρνης (με το αζημίωτο βεβαίως οι θρηνούντες αοιδοί), αλλά σπάνια θα βρει κάποιος ένα εμπεριστατωμένο κείμενο που να αιτιολογεί την ήττα και τη καταστροφή. Άλλωστε δεν κρίνεται και απαραίτητο. Όλοι γνωρίζουν. Υπεύθυνοι είναι «οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Πορτογάλοι», ο βασιλιάς, ο Βενιζέλος, αλλά ποτέ εμείς.

Πιστεύω ότι τις Χαμένες Πατρίδες είναι εθνικά απαράδεκτο να τις λησμονήσουμε. Αλλά όχι μόνο «θρηνώντας» κάθε Αύγουστο. Ούτε βεβαίως και με ταξίδια στη Τουρκία (για αναψυχή, ψαράκι στο Αϊβαλί και ψώνια στις φθηνές αγορές), διότι με τα λεφτά μας φτιάχνουν τανκς και κανόνια. Καλό είναι όσοι πηγαίνουν εκεί να ρίχνουν και μια ματιά στα κατάλοιπα της εκεί ακόμη ζωντανής Ελληνικής τρισχιλιετούς παρουσίας, αλλά και στους τόπους που έχυσαν το αίμα τους ή μαρτύρησαν και άφησαν τα κόκαλά τους εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά της Ελλάδας.

Εμείς εδώ στο ιστολόγιο Βελισάριος, δηλαδή ο Βελισάριος, ο Κλεάνθης και η ταπεινότητά μου, θα επιμένουμε να βλέπουμε τις Χαμένες Πατρίδες, και κυρίως τη Μικρασιατική Εκστρατεία, από μία πολύ διαφορετική οπτική γωνία. Θα συνεχίσουμε να αναζητάμε και να αναδεικνύουμε τις αιτίες των αποτυχιών και της ήττας. Και αυτό για ένα και μόνο λόγο: επειδή έχουμε κατανοήσει ότι σήμερα κινδυνεύουμε να ηττηθούμε και πάλι από τους Τούρκους για τους ίδιους ακριβώς λόγους που ηττηθήκαμε τότε από αυτούς. Και τότε οι υπεύθυνοι δήλωναν ότι θα τους συντρίψουμε. Ότι θα αποβιβαστούμε στο Πόντο και θα προελάσουμε μέχρι τη Σεβάστεια. Και τότε ο υπεύθυνος διοικητής της Εξέχουσας του Αφιόν Καραχισάρ, υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης, μολονότι δεν διέθετε εφεδρείες, διαβεβαίωνε τον Χατζανέστη, και αυτός με τη σειρά του την κυβέρνηση, ότι «το μέτωπο είναι ακλόνητο» και ότι «αν ο εχθρός επιχειρήσει επίθεσιν και αντί να αιφνιδιάσει ημάς αιφνιδιασθή αυτός, εμπίπτων εις φραγμόν καλώς συνδεδυασμένων πυρών πεζικού, αυτομάτων όπλων και πυροβολικού, είναι βέβαιον ότι θ’ αποτύχη. Σταματών οριστικώς προ των ημετέρων συρματοπλεγμάτων θα υποστή καταστροφήν, αρκεί ταύτα να ώσιν καλώς συνδεδυασμένα …μπλα … μπλα …». Όμως οι Τούρκοι ήταν αυτοί που αιφνιδίασαν τους Τρικούπη και Χατζανέστη με τον όγκο των δυνάμεων δια των οποίων επιτέθηκαν κατά της Εξέχουσας και συνέτριψαν τις εκεί αμυνόμενες ασθενείς Ελληνικές δυνάμεις, περνώντας ταυτόχρονα στα νώτα του Τρικούπη από ένα αφύλακτο πέρασμα τρεις Μεραρχίες Ιππικού. Και ήταν αφύλακτο επειδή ο Τρικούπης απέσυρε τη φρουρά του περάσματος, λέγοντας ότι  «ο κυκλών κυκλούται».

Τα «θα τους θάψουμε» και «θα τους συντρίψουμε», μου θυμίζουν τις δηλώσεις του Τρικούπη. Που όπως και τότε, έτσι και σήμερα δεν υποστηρίζονται από αντίστοιχες αντικειμενικές δυνατότητες. Πόσα αφύλακτα περάσματα, ή φυλασσόμενα με πολύ ασθενή δύναμη, μπορεί υπάρχουν σήμερα; Μπορούν π.χ. σήμερα οι Τούρκοι να αερομεταφέρουν αιφνιδιαστικά στον Άρη και στην Ατάρνη από μία Ταξιαρχία Καταδρομών; Έχει εξεταστεί αυτό το ενδεχόμενο; Και αν έχει εξεταστεί, είναι ισχυρή η δική μας απάντηση;

Αν το κείμενο της διάλεξης μπορεί να προσφέρει κάποια σημαντική υπηρεσία, αυτή θα ήταν η εξής:

Θα πρέπει επιτέλους να αντιληφθούμε όλοι και κυρίως αυτοί που επιδιώκουν να αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο σύστημα της άμυνας και ασφάλειας της Χώρας, ότι το χτίσιμο ενός ικανού στρατεύματος είναι μια μακρά, συνεχής, επίπονη  και δύσκολη διαδικασία στην οποία δεν επιτρέπεται διακοπή και εφησυχασμός για κανένα απολύτως λόγο, όπως είναι π.χ., αυτοί της οικονομικής κρίσεως και δημογραφικής υστέρησης που διερχόμαστε κατά την παρούσα περίοδο. Άμυνα «α λα καρτ» δεν υπάρχει. Όταν θα έρθει η ώρα, θα πολεμήσεις όπως έχεις προετοιμαστεί, όπως έχεις εκπαιδευτεί και με ό,τι διαθέτεις.

Το κείμενο της διάλεξης αναπτύσσεται στις ακόλουθες ενότητες:

  1. Εισαγωγή
  2. Σκοπός
  3. Τα προ των επιχειρήσεων του Μαρτίου σημαντικά γεγονότα
  4. Γενικές πληροφορίες επί των αντιπάλων δυνάμεων
  5. Η επιθετική αναγνώριση προς Εσκή Σεχήρ
  6. Η γενική κατάσταση της Στρατιάς Μικράς Ασίας στις αρχές του 1921
  7. Οι Σύμμαχοι επείγονται να διευθετήσουν το Μικρασιατικό Ζήτημα
  8. Πώς αποφασίστηκαν οι επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921
  9. Η τροποποίηση των αρχικών προθέσεων της Στρατιάς
  10. Η Κυβέρνηση καλεί υπό τα όπλα τρεις κλάσεις της εφεδρείας
  11. Η Γενική Στρατιωτική Κατάσταση στις 9 Μαρτίου 1921
  12. Η διεξαγωγή επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921
  13. Η δεύτερη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ
  14. Οι κύριες αιτίες της αποτυχίας
  15. Η αναποτελεσματική διεύθυνση των επιχειρήσεων στον ΕΣ
  16. Απόψεις των τότε αντιπάλων επί των επιχειρήσεων
  17. Επίλογος

1. Εισαγωγή

Το θέμα που θα αναπτύξω αφορά την παρουσίαση των σημαντικότερων λόγων εξ αιτίας των οποίων οι επιθετικές επιχειρήσεις που εκτελέστηκαν από τη Στρατιά Μικράς Ασίας τον Μάρτιο του 1921 απέτυχαν στην επίτευξη των σκοπών που είχαν τεθεί.

Οι αναφερόμενες επιχειρήσεις αποτέλεσαν το κρίσιμο σημείο καμπής της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επειδή ανέδειξαν ως τον σημαντικότερο παράγοντα επίλυσης του Μικρασιατικού Ζητήματος, το Κεμαλικό κράτος και τον στρατό του. Εάν η Ελλάδα επιθυμούσε να παραμείνει στη Μικρά Ασία, θα έπρεπε να αναμετρήσει τις δυνατότητές της με αυτές της Κεμαλικής Τουρκίας. Εφ’ όσον οι κυβερνώντες τη Χώρα δεν είχαν την ισχυρή βούληση να ηγηθούν αυτής της αναμέτρησης με την αδιάλλακτη αποφασιστικότητα που απαιτούνταν, όφειλαν να αναλάβουν τη βαριά ευθύνη της αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού από τη Μικρά Ασία. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799 και η δράση του 33ου Συντάγματος Πεζικού

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Εισαγωγικό Σημείωμα: Στις 12 Οκτωβρίου 2017 μού έγινε πρόταση από την 33η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία – «Σύνταγμα Κυδωνιών», να είμαι ομιλητής στην εορταστική εκδήλωση που προετοίμαζε για τις 21 Νοεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του εορτασμού της ημέρας των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Θεώρησα ότι η πρόταση αποτελούσε ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπο μου, αλλά και προς το ιστολόγιο Βελισάριος, στο οποίο αναρτώνται διάφορα κείμενά μου. Ως εκ τούτου αποδέχθηκα την πρόσκληση με ιδιαίτερη χαρά. Επέλεξα ως θέμα της ομιλίας μου «Τα αίτια της Αποτυχίας και της Ήττας του Ελληνικού Στρατού κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία –  Η δράση του 33ου Συντάγματος Πεζικού στην μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799, κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας τον Ιούλιο του 1921». Η ομιλία παρουσιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 2017 στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Παιονίας (Πολύκαστρο Κιλκίς). Λόγω έλλειψης χρόνου, δεν έγινε δυνατή η παρουσίαση της δράσης του 33ου Συντάγματος Πεζικού στην μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799, κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας τον Ιούλιο του 1921, και αυτό ασφαλώς με λύπησε ιδιαίτερα. Υποσχέθηκα στον Διοικητή της 33ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας, Ταξίαρχο κύριο Αθανάσιο Ναλμπάντη, ότι η «παράλειψη» αυτή θα διορθωθεί πολύ σύντομα, με ανάρτηση στο ιστολόγιο Βελισάριος, κάτι που γίνεται τώρα, με ένα περισσότερο εμπλουτισμένο κείμενο από αυτό της ομιλίας μου.

Θέλω να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προ τον άξιο Διοικητή της 33ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας – «Σύνταγμα Κυδωνιών», Ταξίαρχο Κύριο Αθανάσιο Ναλμπάντη, για την άκρως τιμητική πρόταση που μου εγένετο και για την άψογη και θερμή φιλοξενία που μου προσέφερε κατά την παραμονή μου στο ακριτικό Πολύκαστρο. Του εύχομαι υγεία προσωπική και οικογενειακή και σε ανώτερα. 

Το κείμενο της διάλεξης που παρουσιάστηκε, θα αναρτηθεί τις προσεχείς ημέρες.

 Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης

 

Αφιερώνεται με ταπεινότητα και σεβασμό στους νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους της μάχης του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799.                  

Αιωνία η Μνήμη τους.

 

Εισαγωγή

Η αναφερόμενη μάχη διεξήχθη στις 2 και 3 Ιουλίου 1921 (π.ημ.), στο πλαίσιο των θερινών επιθετικών επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς το Εσκή Σεχήρ. Υπήρξε μία από τις πλέον αιματηρές μάχες της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η μάχη διεξήχθη αρχικά από την Vη Μεραρχία του Β’ Σώματος Στρατού και, από το απόγευμα της 2ας Ιουλίου, και από την Ιη Μεραρχία του Α’ Σώματος Στρατού. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η διάρρηξη της οχυρωμένης τοποθεσίας της Κιουτάχειας και η σύμπτυξη του Τουρκικού Στρατού στην γραμμή ανατολικά Εσκή Σεχήρ – Σεϊντή Γαζή. Η μεγάλη νίκη της Στρατιάς Μικράς Ασίας ανήκει αποκλειστικά στους μαχητές, αξιωματικούς και τους οπλίτες της Ιης και της Vης Μεραρχίας.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι επιθετικές επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 προς Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ – Μέρος Α’

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σημείωση: Μετά τη δημοσίευση του κειμένου με τίτλο: «Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’» στις 18/6/17, το λογικώς επόμενο κείμενο θα ήταν το Β’ Μέρος του ιδίου θέματος. Αντί αυτού, προτιμήθηκε η αντιμετώπιση των επιχειρήσεων του 1921 από την αρχή, ξεκινώντας από τις επιχειρήσεις του Μαρτίου.

Το Μέρος Β’ της «Διαμόρφωσης της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921» θα δημοσιευτεί στη λογική του σειρά.

Τις προσεχείς ημέρες, το παρόν θα αναρτηθεί και στον ιστότοπο της Στρατιωτικής Ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας (μαζί με τα δύο ακόμη υπολειπόμενα κείμενα), αφ’ ενός για την πληρότητα του ιστοτόπου, αφ’ ετέρου για τη δυνατότητα προβολής των χαρτών σε μεγάλο μέγεθος – όπου φαίνεται και η αξία τους.

 

1. Η λήψη της απόφασης για την εκτέλεση της επιχείρησης προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ

1.1.  Γενικές Πληροφορίες

Η ιδέα για την εκτέλεση των επιθετικών επιχειρήσεων του Μαρτίου τέθηκε για πρώτη φορά, τόσο στο επίπεδο της κυβέρνησης όσο και σε αυτό της Στρατιάς Μικράς Ασίας, μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης προς το Εσκή Σεχήρ που εκτελέστηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου του 1920 από το Γ’ Σώμα Στρατού, πρώην «Σώμα Στρατού Σμύρνης».

Τα εκ της επιθετικής αναγνωρίσεως αποτελέσματα και συμπεράσματα δεν ήταν ευχάριστα αφ’ ενός λόγω της κακής διεύθυνσης των επιχειρήσεων από τους διοικητές των Μεγάλων Μονάδων του Γ’ Σώματος Στρατού —αποκατασταθέντες απότακτοι αξιωματικοί της Βενιζελικής διακυβέρνησης— και αφ’ ετέρου επειδή η εσπευσμένη εγκατάλειψη της καταληφθείσας τοποθεσίας «Κοβαλίτσα – Ποριά» (τοποθεσία «Ινονού») από τη δύναμη της επιθετικής αναγνώρισης και η επιστροφή της στην περιοχή της Προύσας «διαφημίστηκε» από την  προπαγάνδα του Κεμάλ στο εσωτερικό της Τουρκίας αλλά και στο εξωτερικό, ως νίκη του Κεμαλικού στρατού («1η Νίκη Ιν Εϋνού»). Παρά ταύτα όμως η επιθετική αναγνώριση προσέφερε στη Στρατιά Μικράς Ασίας, αλλά και στην Κυβέρνηση, την πολύ σημαντική πληροφορία ότι ο Κεμαλικός στρατός «δεν απετελείτο πλέον  από συμμορίας απειθάρχων ανταρτών αλλά από στρατιωτικάς μονάδας τελείως πειθαρχούσας πλαισιομένας από άφθονα πεπειραμένα και φρονηματισμένα στελέχη και με οπλισμόν άρτιον δια την εποχήν του πολέμου εκείνου. Επομένως δια τη δημιουργίαν συνθηκών διεξαγωγής νικηφόρου κατ’ αυτού πολέμου έπρεπε να γίνη αναμέτρησις των πολεμικών μέσων και αναθεώρησις των επικρατουσών σκέψεων περί στελεχών του Στρατού».

Μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης, η Στρατιάς Μικράς Ασίας αντικατέστησε τους διοικητές του Γ’ Σώματος Στρατού Συνταγματάρχη Κ. Πετμεζά δια του Υποστρατήγου Αρ. Βλαχόπουλου, της VII Μεραρχίας Συνταγματάρχη Π. Καράκαλο δια του Συνταγματάρχη Ανδρέα Πλατή και της Χ Μεραρχίας Συνταγματάρχη Κ. Μπουκουβάλα δια του Υποστρατήγου Γεωργίου Λεοναρδόπουλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’

Προβλήματα και παθογένειες του συστήματος

Επίθεση 2-39 ΣΕ κατά Εσκή Πολατλί

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης) 

 

22α Αυγούστου 1921.

Η Στρατιά Μικράς Ασίας προς τον Κον Υπουργόν Στρατιωτικών. […]

Ούτως η κύκλωσις του αριστερού του εχθρού δεν ηδύνατο να επιτευχθεί. […] Προς τούτο διετάχθη η κατά μέτωπον επίθεσις. […] Αι εννέα Μεραρχίαι ημών, οίτινες προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων του Ιουλίου ηρίθμουν περίπου 8.500 μαχίμους, ήτοι ολικήν δύναμιν 76.000 ανδρών, ήδη αριθμούν μόνο 5.200 ήτοι 47.000 μόνο μαχίμων. Αι ελάχισται αφικνούμεναι ενισχύσεις μόλις επαρκούν δια καταρτισμόν μικρών τινών τμημάτων προς κάλυψιν των συγκοινωνιών ημών, η άφιξις δε της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας δεν δύναται να υπολογισθή προ δεκαπενθημέρου. Η έλλειψις αξιωματικών είναι μεγίστη και το βαρύ πυροβολικόν ημών υποδεέστερον αριθμητικώς και ποιοτικώς του εχθρικού. […] Πλεονέκτημα επομένως καθαρόν ημών απέναντι του εχθρού απομένει η επιθετική ημών ενέργεια και το εκ ταύτης πηγάζον υπέρτερον ηθικόν. Δέον όμως να λαμβάνηται υπ’ όψιν ότι η προϊούσα ελάττωσις της μαχίμου δυνάμεως θα καταστήση ανέφικτον μετ’ ολίγον την εξακολούθησιν της επιθέσεως και ο στρατιώτης αντιλαμβανόμενος την έλλειψιν ισχύος δυνατόν να απολέση και την ηθικήν αυτού δύναμιν. […] Το δε ισόπαλον των δυνάμεων δεν επιτρέπει ημίν την εκτέλεση ευρείας κυκλωτικής κινήσεως, ώστε δι’ ενός πλήγματος να επιτύχωμεν την αποφασιστικήν νίκην. […]

Αναστάσιος Παπούλας

Αντιστράτηγος[1]

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921 η κυβέρνηση της χώρας προέβη στην επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία προκειμένου να ενισχύσει τη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας, ώστε στην αρχή του καλοκαιριού του ιδίου έτους και υπό τις καλλίτερες δυνατόν συνθήκες από πλευράς διαθέσιμης ισχύος, να αναλάβει την εκτέλεση ευρέων επιθετικών επιχειρήσεων προς την γραμμή Εσκή Σεχήρ–Κιουτάχεια–Αφιόν Καραχισάρ και ενδεχομένως προς την Άγκυρα, με σκοπό την συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

Το μικρό απόσπασμα κάτω από τον τίτλο του κειμένου, που προέρχεται από την αναφορά που υπέβαλε στις 22 Αυγούστου 1921 ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς τον Υπουργόν των Στρατιωτικών ζητώντας την έγκριση της κυβέρνησης προκειμένου να διακόψει τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, αποδεικνύει τη σημασία που είχε για την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων —κατά την αντίληψη του διοικητή της— το μέγεθος της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς. Το κυριότερο, μεταξύ άλλων, επιχείρημα του αρχιστράτηγου  για τη διακοπή των επιχειρήσεων, ήταν ότι η Στρατιά αφού απέτυχε να κυκλώσει το αριστερό του εχθρού επετίθετο πλέον μετωπικά κατά αυτού, με τη μάχιμη δύναμή της όμως να έχει μειωθεί στις 47.000 άνδρες —έναντι των 76.000 ανδρών που διέθετε πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων— εξ αιτίας των απωλειών που είχε υποστεί κατά τις επιχειρήσεις του Ιουλίου και του Αυγούστου που βρίσκονταν σε εξέλιξη, χωρίς αυτές οι απώλειες να έχουν αναπληρωθεί μέχρι και τις 22 Αυγούστου. Στην έκθεση είναι διάχυτη η ανησυχία του διοικητή της Στρατιάς για την έκβαση του αγώνα εξ αιτίας του αδιεξόδου στο οποίο βρέθηκε λόγω της μείωσης της μάχιμης δύναμής της Στρατιάς και της αδυναμίας αναπλήρωσης των μέχρι τότε απωλειών.

Η αναφερόμενη έκθεση του διοικητή της Στρατιάς, και ειδικά το απόσπασμα για την μείωση της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς και την αδυναμία αναπλήρωσης των απωλειών της, αποτέλεσε την αφορμή για την συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα ερωτήματα που μας δημιουργήθηκαν ήταν πολλά, όπως:

  • Η επιστράτευση των εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία απέδωσε την αναμενόμενη δύναμη εφέδρων με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας; Ποια ήταν η αντιμετώπιση των φαινομένων ανυποταξίας σε περίπτωση που υπήρχαν τέτοια; 
  • Ποια ήταν η αριθμητική δύναμη του Ελληνικού Στρατού αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; 
  • Με ποιον τρόπο διαχειρίστηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία τη δύναμη των εφέδρων που προσήλθαν στα όπλα προκειμένου να ενισχύσει την δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας; 
  • Ποια ήταν η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Ποια ήταν η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά την περίοδο αυτή; Ήταν συμπληρωμένη στην εμπόλεμη σύνθεσή της; 
  • Ποιες ήταν οι μονάδες που συνέθεταν την μάχιμη δύναμη της Στρατιάς; 
  • Οι Μονάδες της Στρατιάς Μικράς Ασίας που θα διεξήγαγαν τη μάχη, διέθεταν την υπό των πινάκων συνθέσεως προβλεπόμενη δύναμη; Και αν όχι, κατά πόσο υπολειπόταν η παρούσα δύναμη των Μεραρχιών της προβλεπομένης πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Η μάχιμη δύναμη των 76.000 ανδρών που αναφέρει ο διοικητής της Στρατιά, ήταν η προβλεπόμενη, η τοποθετημένη ή η παρούσα;
  • Για ποιους λόγους δεν κατέστη δυνατή η αναπλήρωση των απωλειών της Στρατιάς Μικράς Ασίας —που επικαλείται στην έκθεσή του ο διοικητής της Στρατιάς— ώστε να μην παρουσιαστεί έλλειμμα ισχύος κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων;

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού στις αρχές του 20ου αιώνα: Από την ανυπαρξία σε εργαλείο εθνικής πολιτικής

χ

Πόλεμος του 1897: Μάχη στο Ριζόμαλο Θεσσαλίας (Πίνακας Frank Dadd)

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

(Εισαγωγική ΣημείωσηΟφείλω θερμές ευχαριστίες στον ιστορικό ερευνητή κύριο Κωνσταντίνο Βλάσση, εκ των συντελεστών του εξαιρετικής ύλης περιοδικού του ειδικού τύπου «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ», του οποίου η αμέριστη βοήθεια στη συγγραφή του παρόντος κειμένου υπήρξε πολύτιμη.)

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι:

  • να παρουσιάσει κατά τρόπο συνοπτικό τα διαδοχικά στάδια της ανάπτυξης του Ελληνικού Στρατού από μια ισχνή και ανίσχυρη στρατιωτική δύναμη που ήταν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην δύναμη εκείνη που κατόρθωσε να υποστηρίξει με επάρκεια τις εθνικές διεκδικήσεις στην Μακεδονία και την Ήπειρο κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, να βάλει την Ελλάδα στην παράταξη των νικητών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια να διεκδικήσει με αξιώσεις την εθνική ολοκλήρωση στις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης όπου διαβιούσαν υπό συνθήκες καταπίεσης και διωγμού συμπαγείς Ελληνικοί πληθυσμοί.
  • να αναδείξει την γενική οργάνωση των κύριων Μονάδων του Ελληνικού Στρατού που διεξήγαγαν την μάχη, δηλαδή των Ταγμάτων, Συνταγμάτων, Μεραρχιών και Σωμάτων Στρατού, κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
  • να καταδείξει ότι ο Ελληνικός Στρατός κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και ειδικότερα κατά την περίοδο που ανέλαβε την διεξαγωγή των μεγάλων επιθετικών επιχειρήσεων προς το Εσκή Σεχήρ, την Κιουτάχεια και το Αφιόν Καραχισάρ, διέθετε ικανοποιητική οργάνωση, ισχυρή συγκρότηση καθώς και τις απαιτούμενες μονάδες για την υποστήριξη των επιθετικών επιχειρήσεων από πλευράς μέσων μάχης και συντηρήσεως, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε η έκβαση των επιχειρήσεων.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία, Τα πρόσωπα: Οι επιτελείς της Στρατιάς Μικράς Ασίας

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που έχει ξεκινήσει για την παρουσίαση των βασικών πρωταγωνιστών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, παρουσιάζονται σύντομα βιογραφικά των βασικών επιτελών της Στρατιάς Μικράς Ασίας που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση για την προέλαση της Στρατιάς προς την Άγκυρα, τον Ιούλιο του 1921, καθώς και του Ξενοφώντος Στρατηγού.

Πάλλης Κωνσταντίνος

%cf%80%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b7%cf%82_1Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1871 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων στις 31 Ιουλίου 1893 ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.

Κατά τον Ελληνο-τουρκικό Πόλεμο του 1897  συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα που απεστάλη στην Κρήτη υπό τον Τιμολέοντα Βάσο.

Προήχθη σε Υπολοχαγό το 1904 και σε Λοχαγό το 1910. Ως Υπολοχαγός, φοίτησε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου από το 1905 μέχρι το 1908. Μαζί με την τριάδα Μεταξά-Στρατηγού-Παπαβασιλείου, είναι οι μόνοι γνωστοί απόφοιτοι της Ακαδημίας αυτής στον Ελληνικό Στρατό. Εντάχθηκε στο Σώμα Γενικών Επιτελών της εποχής, αλλά μετά την κατάργησή του Σώματος -συνεπεία του Κινήματος στο Γουδή- επανήλθε στο Όπλο του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Η Στρατηγική Παραίτηση. Μέρος Α’: Η Απόφαση για τις Επιχειρήσεις προς Άγκυρα

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)*

Εσκή Σεχήρ, 8 Σεπτεμβρίου 1921

[…] Ο Στρατός ημών κατόπιν εννεαετούς πολέμου, έχει υποστή σοβαράν μείωσιν, κυρίως από απόψεως στελεχών και δη των καλλιτέρων, εξ ου η συνοχή εν τη διοικήσει έχει μειωθή. Κατά τας δύο τελευταίας επιχειρήσεις ο Στρατός εν τω συνόλω του υπήρξεν αξιοθαύμαστος. Αλλ’ η αντίληψις της Στρατιάς είναι ότι δεν θα ήτο φρόνιμον να ζητηθή τι πλέον παρ’ αυτού. Δια τους λόγους τούτους φρονώ ότι επιβάλλεται η ταχεία περαίωσις της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης των επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς την Άγκυρα, η οποία αποτέλεσε περίοδο στασιμότητας, αλλά και αμέσως μετά την αποχώρηση της Στρατιάς από την περιοχή ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, και για την ακρίβεια κατά το χρονικό διάστημα από 22 Αυγούστου έως και 8 Σεπτεμβρίου 1921, ανάμεσα στη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας και την Κυβέρνηση αντηλλάγησαν ορισμένα κρίσιμης σημασίας κείμενα. Τα διαλαμβανόμενα σε αυτά, σε συνδυασμό και με την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, άσκησαν αποφασιστική επιρροή στον καθορισμό της υψηλής στρατηγικής και της στρατιωτικής στρατηγικής που θα ακολουθούσε εφεξής το Κράτος και ο Στρατός του για την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος. Η μελέτη των υπόψη κειμένων, ακόμη και σήμερα, παραμένει ελλιπής.

Τα σημαντικότερα εκ των αναφερόμενων κειμένων είναι οι δύο εκθέσεις που υπέβαλε ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας στην Κυβέρνηση της χώρας στις 22 Αυγούστου και στις 8 Σεπτέμβριου 1921. Δια της μεν πρώτης ζητούσε την άδεια της Κυβερνήσεως για να διακόψει τις διεξαγόμενες επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, δια δε της δεύτερης ανέφερε ότι μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν πλέον σε κατάσταση που να επιτρέπει την ανάληψη σοβαρών επιχειρήσεων, δηλαδή δεν ήταν πλέον σε θέση να πολεμήσει, και κατόπιν τούτου εισηγούνταν στην Κυβέρνηση την περαίωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η αναφορά-πρόταση της Στρατιάς έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση χωρίς καμιά αντίρρηση, και κατόπιν τούτου ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός των Εξωτερικών αναχώρησαν στις αρχές Οκτωβρίου για τις δυτικές πρωτεύουσες προκειμένου να «ικετεύσουν» για τη μεσολάβηση των «Συμμάχων» για την απεμπλοκή του -μέχρι εκείνη τη στιγμή- αήττητου Ελληνικού Στρατού από την Μικρασιατική Γη και για την εξεύρεση μιας λύσης που θα εγγυόταν την ασφάλεια και τη συνέχεια της ύπαρξης του Μικρασιατικού Ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Η ευκολία με την οποία  ο Πρωθυπουργός της χώρας Δημήτριος Γούναρης αποδέχθηκε την αναφορά του Παπούλα ότι ο Στρατός δεν ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει νέες μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις προκαλεί εντύπωση και παραμένει ανεξήγητη. Μόλις ύστερα από λίγες ημέρες η δήλωση θα διαψευστεί στην πράξη από τον -κατά τον Παπούλα- «ανήμπορο να πολεμήσει» Στρατό, όταν αυτός θα κληθεί και πάλι σε νέους αγώνες και θυσίες προκειμένου να αποκρούσει την μεγάλη Τουρκική αντεπίθεση προς το Αφιόν Καραχισάρ. Μια δήλωση που θα διαψευστεί επίσης και μετά την παρέλευση ενός έτους όταν ο «ανήμπορος για πόλεμο» Στρατός θα εμπλακεί στη μεγάλη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ που θα σημάνει και το οδυνηρό τέλος της εκστρατείας. Για ποιον λόγο ο Πρωθυπουργός αποδέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση τη δήλωση του τετράκις αποτυχόντος Αρχιστρατήγου και δεν μετέβη ο ίδιος επί τόπου προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια; Νομίζω ότι απάντηση δεν υπάρχει και μόνον υποθέσεις μπορεί να γίνουν. Πιθανόν ο Γούναρης μετά την αποτυχία της καλοκαιρινής εκστρατείας να έχει φτάσει στα δικά του όρια. Μάλλον δεν αντέχει άλλο για νέες θυσίες και πολέμους. Το να παίρνεις κάθε ικμάδα ενός λαού για τον πόλεμο απαιτεί ειδικό μέταλλο. Ο Γούναρης δεν ήταν φτιαγμένος από τέτοιο μέταλλο. Εξελέγη τον Νοέμβριο του 1920 με σχέδια και ψυχολογία εντελώς αντίθετες με την κλιμάκωση του πολέμου στην Μικρά Ασία και μετά την αναγκαστική κλιμάκωση του καλοκαιριού και την αποτυχία, δεν ξέρει τι άλλο να κάνει. Δεν είναι πολεμικός ηγέτης αλλά ένας απλός πολιτικός και διανοούμενος. Τη σκέψη για νέες στρατιωτικές προσπάθειες μετά τον Σαγγάριο, που θα απαιτούσαν φυσικά νέες θυσίες για την προετοιμασία και διεξαγωγή, απλώς δεν την αντέχει. Δεν είναι από την πάστα του Βενιζέλου που εκτελούσε όσους δεν στρατεύονταν. Οι κραυγές «Απόλυσιν!» των φαντάρων τον Ιούλιο του 1921  πιθανολογώ ότι θα του έκαναν εντύπωση. Όταν στις 18 Ιουλίου κατά τη διάρκεια της τελετής των παρασημοφοριών στο Εσκή Σεχήρ ο Υποστράτηγος Αλέξανδρος Κοντούλης του πρότεινε την πρόσκληση υπό τα όπλα τριών ακόμη κλάσεων προκειμένου να αναληφθεί η εκστρατεία προς την Άγκυρα, τον έπιασε πανικός και η απάντησή του ήταν ότι τον Σεπτέμβριο θέλει να κάνει απόλυση κάποιων ηλικιών. Ίσως ο Γούναρης είχε καταλάβει ότι και ότι οι δικές του ικανότητες δεν έφταναν για τη δυναμική συνέχιση του πολέμου. Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» θα έδιναν την λύση.

Τελετή Παρασημοφόρησης στο Εσκή Σεχήρ, 18 Ιουλίου 1921. Διακρίνονται: (1) ο Υποστράτηγος Αριστοτέλης Βλαχόπουλος, Διοικητής του Β’ ΣΣ, (2) Υποστράτηγος Ανδρέας Καλλίνσκης-Ροΐδης, Διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού, (3) Συνταγματάρχης Αθανάσιος Φράγκου, Διοικητής της Ιης Μεραρχίας, (4) Υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός, Υπαρχηγός Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού και «σύνδεσμος» της Κυβερνήσεως με τη Στρατιά Μικράς Ασίας, (5) Υποστράτηγος Ανδρέας Κοντούλης, Διοικητής Α’ ΣΣ, (6) Δημήτριος Γούναρης, Πρωθυπουργός, (7), Υποστράτηγος Πρίγκηψ Ανδρέας, Διοικητής της ΧΙΙης Μεραρχίας. (Πηγή: ιστολόγιο Ανεμούριον  http://anemourion.blogspot.gr/)

Ανεξάρτητα όμως από τις παραπάνω σκέψεις και υποθέσεις, η άμεση αποδοχή από την Κυβέρνηση της δήλωσης της Στρατιάς περί της «αδυναμίας» του Ελληνικού Στρατού να συνεχίσει τον πόλεμο και της πρότασης της Στρατιάς για τερματισμό της εκστρατείας, καθώς και η εσπευσμένη αναχώρηση του Πρωθυπουργού για το εξωτερικό προκειμένου να αιτηθεί τις «καλές» υπηρεσίες των «Συμμάχων» της Ελλάδας για την εξεύρεση πολιτικής λύσης του Μικρασιατικού ζητήματος, είχε τα εξής άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία – To Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 – Μέρος Α’

Προέλευση, Επιλογή, Εκπαίδευση, Ιδεολογία, Εξέλιξη και η κρίσιμη σχέση με την Πολιτική.

Γράφει ο Κλεάνθης

«Οία η αξία των στελεχών, τοιάδε και των στρατευμάτων»

Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή ανάλυση ενός στρατού χωρίς εξέταση του νευραλγικότερου τμήματος του που αποτελούν τα στελέχη του και ειδικά οι αξιωματικοί του. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστεί το Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 και συγκεκριμένα θα διερευνηθεί η κοινωνική προέλευση των αξιωματικών, ο τρόπος επιλογής τους για το Σώμα, η εκπαίδευσή, η ιδεολογία, η επαγγελματική τους εξέλιξη και η κρίσιμη αλληλεπίδραση με την πολιτική. Οι παράγοντες αυτοί, που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα όποια στρατιωτικά δόγματα, στάθηκαν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ικανότητας του Ελληνικού Στρατού στους πολέμους του έθνους. Τα επιχειρησιακά δόγματα και σχετικές αντιλήψεις, θα εξεταστούν σε δεύτερο στάδιο, καθώς δεν έχει νόημα η εξέτασή τους αν προηγουμένως δεν έχει γίνει κατανοητό το κοινωνικό και επαγγελματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά αναπτύχθηκαν.

Το θέμα της εξέτασης των αξιωματικών ως επαγγελματικό σώμα, απ΄ όσο γνωρίζω, τίθεται για πρώτη φορά ως αντικείμενο έρευνας καθώς μέχρι τώρα αυτοί εξετάζονται αποκλειστικά ώς πολιτικός παράγοντας. Σχετικά με ζήτημα της τεκμηρίωσης, ειδικά στο πλαίσιο του διαδικτύου, παρατίθεται σχετικό βιβλιογραφικό σημείωμα στο τέλος του κειμένου.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή      

Δημιουργία Του Σώματος Των Αξιωματικών

Προέλευση Επιλογή Εκπαίδευση        

Α. Σχολή Ευελπίδων 

Β. Σχολή ή Σχολείον των Υπαξιωματικών

Γ. Άνευ Σχολής, εκ του Στρατεύματος

Δ. Έφεδροι Αξιωματικοί      

Ε. Οι Βασιλόπαιδες – Πρίγκιπες Αξιωματικοί

Στ. Αξιωματικοί απόφοιτοι ξένων Σχολών   

Μετεκπαίδευση Στην Ευρώπη

Ιδεολογία     

Αξιωματικοί και Πολιτική

Βιβλιογραφικό Σημείωμα  

Εισαγωγή

Είναι δύσκολο να αναφερθεί κάποιος σε συγκροτημένο Σώμα Ελλήνων αξιωματικών πριν από την εποχή του Χ. Τρικούπη, κατά τη δεκαετία του 1880. Μέχρι τότε, παρόλο που κάποιο τακτικό στράτευμα και μία παραγωγική σχολή αξιωματικών (Σχολή Ευελπίδων)[1] μετρούσαν ήδη 50 ολόκληρα χρόνια ζωής, οι σχετικές προσπάθειες δεν ήταν σοβαρές. Στρατός ουσιαστικά δεν υπήρχε, παρά κυρίως στρατιωτικά αποσπάσματα για την καταδίωξη ληστών. Η υστέρηση αυτή βασικά αντανακλούσε την έλλειψη ισχυρής θέλησης των πολιτικών ελίτ του ελληνικού κράτους– που πάλευε ακόμα να συγκροτηθεί ως τέτοιο – να οργανώσει ικανό για πόλεμο στράτευμα. Η πιθανότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας με τον μοναδικό αντίπαλο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν αντιμετωπιζόταν σοβαρά, και η εδαφική ακεραιότητα είχε αφεθεί περισσότερο στις «Προστάτιδες Δυνάμεις» που άλλωστε είχαν λόγο και στο πολίτευμα της χώρας.

Οι αιτίες για αυτή την «αδιαφορία» πρέπει να αναζητηθούν σε ένα συνδυασμό εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που εμπόδιζαν γενικότερα τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Στο εσωτερικό, ήταν η φτώχεια μιας Ελλάδας που εξήλθε της Επανάστασης καταστραμμένη και χρεωμένη, οι οπισθοδρομικές – οθωμανικής προέλευσης – κοινωνικές δομές πατρωνίας, καθώς και οι έριδες για την εξουσία μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων και του ξενόφερτου και ισχυρού θεσμού της βασιλείας. Ως αποτέλεσμα, στις αδιάκοπες διαμάχες για την νομή της εξουσίας δεν στάθηκε δυνατόν να επιβληθεί πολιτικά καμιά δύναμη ικανή να επιβάλει ένα σοβαρό και συγκροτημένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.

Στο εξωτερικό, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ώς γνωστόν πολλές και ποικίλες, θεσμοθετημένες μάλιστα από την Συνθήκη του 1832, που νομιμοποίησε διεθνώς την Ελλάδα ώς Κράτος (η Χώρα μας δεν συμμετείχε καν στην υπογραφή της). Στο άρθρο 4 λοιπόν της Συνθήκης αναφέρεται: «..Η Ελλάς [..] με την εγγύηση των τριών Αυλών, θα αποτελέσει ένα μοναρχικό ανεξάρτητο κράτος..». Η φράση επανελήφθη και στη συνθήκη του 1863 που υπέγραψαν οι Δυνάμεις με τον βασιλιά της Δανίας και η οποία επέβαλε τον Γεώργιο ως βασιλιά των Ελλήνων. Οι Δυνάμεις λοιπόν θεωρούσαν εαυτές ως «εγγυήτριες της ανεξαρτησίας» και την άποψη αυτή συμμερίζονταν και σημαντικό μέρος των Ελλήνων που τις αποκαλούσε – για προφανείς λόγους – «Προστάτιδες». Οι εθνικοί εξωτερικοί στόχοι μπορούσαν βολικά να ανατεθούν και σε ξένες πλάτες…

Με βάση τα παραπάνω, η Ελλάδα εξήλθε της Επανάστασης ώς ένα σχετικά ανεξάρτητο κράτος, φτωχό, κοινωνικά οπισθοδρομικό, πολιτικά ασταθές και με τις Μ. Δυνάμεις να καθορίζουν στενά τις εξωτερικές του υποθέσεις και τυχόν μεταβολή των συνόρων. Ως αποτέλεσμα, η καχεξία γενικά των κρατικών θεσμών και δομών, που απαιτούν μακρόχρονες, συγκροτημένες και μεγάλης κλίμακας προσπάθειες, όπως ειδικότερα ο Στρατός, μοιάζει λογική.

Για το θέμα ειδικά που εξετάζουμε, το αποτέλεσμα της περιγραφείσας εσωτερικής αστάθειας και εξωτερικής επέμβασης ήταν η έλλειψη επαρκούς θεσμικού συστήματος παραγωγής καταρτισμένων στελεχών. Η μεγάλη πλειοψηφία των αξιωματικών παράμενε χωρίς στρατιωτική και επαρκή ακαδημαϊκή μόρφωση. Η παραγωγή καταρτισμένων στελεχών από τη μοναδική υπάρχουσα σχολή, τη Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) αντιμετώπιζε οργανωτικά προβλήματα, με «φωτογραφικά» διατάγματα προς όφελος κάποιων και επίσης αριθμητικά ήταν ελάχιστη. Επί 50 χρόνια, μεταξύ 1830 και 1880, αποφοιτούσαν ετησίως κατά μέσο όρο μόλις πέντε αξιωματικοί – αρκετές χρονιές μάλιστα δεν υπήρχαν καν απόφοιτοι. Ακόμα και αυτή η μικροσκοπική ομάδα αποφοίτων κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά στα «τεχνικά» λεγόμενα Όπλα, στο Πυροβολικό και στο Μηχανικό. Σε αυτά τα 50 χρόνια λειτουργίας η ΣΣΕ απέδιδε στο Πεζικό, το βασικό όπλο ελιγμού της εποχής, μόλις έναν αξιωματικό ετησίως κατά μέσο όρο! Στο ζωτικό Όπλο του Πεζικού λοιπόν, δεν υπηρετούσαν απόφοιτοι κάποιας σχολής αλλά σχεδόν αποκλειστικά αξιωματικοί εξελισσόμενοι βαθμολογικά από την κατάταξή τους ως οπλίτες στο Στράτευμα, χωρίς μετά την επιλογή τους να υποστούν συγκροτημένη εκπαίδευση για τα νέα τους καθήκοντα. Απλώς κατά καιρούς λειτουργούσαν προσωρινά βραχύχρονα σχολεία επιμόρφωσης για ήδη επιλεγέντες (δηλ. διορισθέντες) υπαξιωματικούς και αξιωματικούς[2]. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ελληνικά Ελαφρά Πεδινά Πυροβόλα

Με την ανάρτηση αυτή συνεχίζεται η έκθεση του εξοπλισμού των δύο αντιπάλων κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ειδικότερα, στην ανάρτηση αυτή εκτίθενται οι δύο τύποι ελαφρών πεδινών πυροβόλων που χρησιμοποίησε ο ΕΣ κατά την Εκστρατεία. Ο ένας και βασικότερος, το γαλλικό ελαφρύ πεδινό πυροβόλο προερχόταν από ίδιες αγορές του ΕΣ, ενώ το γερμανικό πυροβόλο υπήρξε λάφυρο των Βαλκανικών Πολέμων και γι΄αυτό διαθέσιμο σε περιορισμένο αριθμό.

Και πάλι, η επιδίωξη της παρουσίασης δεν είναι η εγκυκλοπαιδική έκθεση των τύπων, αλλά μια βασική ιδέα για τον εξοπλισμό της κάθε πλευράς και τις δυνατότητες που αυτός της παρείχε – ή δεν της παρείχε.

Ελαφρύ Πεδινό Πυροβόλο Schneider-Canet, Υπόδειγμα 1906

Πίνακας 1

Πίνακας 1

Βασικά Χαρακτηριστικά

Πρόκειται για τυπικό ελαφρύ πεδινό ταχυβόλο των αρχών του 20ου αιώνα, με ραβδωτή κάνη, υδροπνευματικό σύστημα οπισθοδρόμησης και κλείστρο έμφραξης, κάθετο στον άξονα του όπλου (πρόκειται για τύπο κλείστρου σχεδίασης του μηχανικού Canet). Έβαλε ολομερείς φύσιγγες, γεγονός που αύξανε την ταχυβολία του αλλά αύξανε τη φθορά του σωλήνα καθώς περιόριζε την ευκαμψία των πυρών. Τα βλήματα του πυροβόλου ήταν βάρους 6,5 χλγρ. και μικρής ρηκτικής ικανότητας. Το πυροβόλο ήταν ιππήλατο και συρόταν από έξι (6) άλογα. Συνοδευόταν από βλητοφόρο χωρητικότητας ~100 οβίδων (για την ακρίβεια 98). Κάθε πυροβολαρχία τεσσάρων (4) πυροβόλων συνοδευόταν από 12 βλητοφόρα, συνολικού αποθέματος 1.200 βλημάτων, σε αναλογία 4 εκρηκτικά προς 1 βολιδοφόρο. Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και λόγω της μακροχρόνια χρήσης τους, τα πυροβόλα είχαν χάσει πολλές από τις βλητικές τους ιδιότητες, παρουσίαζαν μεγάλη διασπορά και το βεληνεκές τους είχε μειωθεί έναντι του αρχικού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου