F-35 Η στρατηγική της αντιμετώπισής του – Μέρος A3: Ο χρόνος έλευσης του αεροσκάφους στην Τουρκία

Turkish -35

Σε προηγούμενες αναρτήσεις σχετικά με το θέμα, είχε γραφτεί ότι η ανάρτηση σχετικά με τη ραδιοδιατομή του F-35 θα ακολουθείτο από μία ανάρτηση σχετικά με τα πτητικά του χαρακτηριστικά, κι εν συνεχεία μία ακόμη σχετικά με την έναρξη της χρήσης του αεροσκάφους από την Τουρκική Αεροπορία.

Η έρευνα που ακολούθησε δεν απέδωσε στοιχεία σχετικά με τις πτητικές επιδόσεις του αεροσκάφους επαρκή για να υποστηρίξουν μια παρουσίαση και αξιολόγησή του. Από τις κρίσιμες επιδόσεις του αεροσκάφους στην αεροπορική μάχη, η μόνη για την οποία υπάρχουν (ή κατορθώθηκε να ευρεθούν) συγκεκριμένα, ποσοτικά στοιχεία είναι η μία από τις δύο που έχουν προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα στην εξέλιξη του αεροσκάφους: η διηχητική του επιτάχυνση. Για τον λόγο αυτόν, προτιμήθηκε να μη γίνει ξεχωριστή ανάρτηση, ενώ τα σχετικά με το θέμα που μπορούν να συναχθούν, θα παρατεθούν σε επόμενα κείμενα της σειράς.

Ο χρόνος έλευσης των τουρκικών F-35 αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο για τον σχεδιασμό της ελληνικής αντίδρασης, και ως εκ τούτου έχει σημασία να εκτιμηθεί το πότε αυτό θα συμβεί.

Τα ορόσημα της έλευσης των τουρκικών F-35

Πως ακριβώς προσδιορίζεται το χρονικό περιθώριο της ελληνικής αντίδρασης στα F-35; Μπορεί κανείς να διακρίνει δύο σχετικά ορόσημα.

Ο χρόνος που τα τουρκικά F-35 θα αρχίζουν να επηρεάζουν το ελληνοτουρκικό αμυντικό ισοζύγιο είναι η στιγμή που θα ανακηρυχθεί επιχειρησιακά έτοιμη η πρώτη μοίρα εξοπλισμένη με τον τύπο, και μάλιστα από αεροσκάφη που θα έχουν πλήρεις (ή σχεδόν πλήρεις) επιχειρησιακές δυνατότητες. Για να επηρεαστεί η ελληνο-τουρκική αεροπορική ισορροπία, θα πρέπει κατ’ ελάχιστον να υπάρχει μια ολόκληρη μονάδα (μοίρα) η οποία θα είναι επιχειρησιακή, θα μπορεί να διατηρεί κάποιον ρυθμό επιχειρήσεων και θα έχει μέγεθος τέτοιο που να επηρεάζει τον συνολικό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Μία μοίρα με συνολικά είκοσι (20) αεροσκάφη, δηλαδή πέντε (5) τετράδες, εκ των οποίων ρεαλιστικά (αν και σε μάλλον ευνοϊκό σενάριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εγγενώς χαμηλή διαθεσιμότητα του αεροσκάφους) θα είναι διαθέσιμες για επιχειρήσεις τέσσερις (4) τετράδες, αποτελεί ήδη μια επιχειρησιακή απειλή, έστω και σε περιορισμένο ρόλο και με πολύ συγκεκριμένες αποστολές. Συνεπώς, η Π.Α. θα πρέπει να έχει καταστήσει κατά τη στιγμή εκείνη σε επιχειρησιακή ετοιμότητα τουλάχιστον ορισμένα βασικά μέτρα αντιμετώπισης της απειλής.

Από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η συγκρότηση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα μιας πλήρους πτέρυγας μάχης («Κύριας Βάσης Αεριωθουμένων» στην τουρκική ορολογία), δηλαδή ένας αριθμός σαράντα (40) αεροσκαφών, τότε το F-35 είναι μείζων παράγων στην ελληνο-τουρκική αεροπορική ισορροπία και αυτό αποτελεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Π.Α. θα πρέπει να έχει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα το σύνολο των βασικών μέτρων που θα λάβει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απειλή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ο Οθωμανικός-Τουρκικός Στρατός πριν από την Μικρασιατική Εκστρατεία. Η αντίπαλη πλευρά, Μέρος Α’

Γράφει ο Κλεάνθης

turkish_army

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στην ενότητα που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια να αναλυθεί ο τουρκικός στρατιωτικός οργανισμός που πολέμησε τον αντίστοιχο ελληνικό στα πεδία μάχης της Μ. Ασίας το 1919-1922. Στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας δεν συγκρούστηκαν απλώς αριθμοί ανδρών και όπλων αλλά πολύπλοκοι στρατιωτικοί οργανισμοί, οι οπλισμένοι βραχίονες των κρατών που τους παρήγαγαν. Υπό αυτήν την ευρύτερη οπτική θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα στρατεύματα που πολέμησαν, εδώ των Τούρκων, των δε Ελλήνων στο μέλλον. Με άλλα λόγια, θα διερευνήσουμε τις βαθύτερες αιτίες που συντέλεσαν στην πολεμική επίδοση των αντιμαχομένων πλευρών, καθώς τα αποτελέσματα τους θα τα δούμε στην εξιστόρηση. Γενικότερα, παρά την γοητεία που ασκούν περιγραφές για ανώτερα όπλα (π.χ τα τουρκικά Σκόντα) ή για εξαιρετικά σχέδια ή λάθη των στρατηγών κλπ, σε ένα πόλεμο αυτό που μετρά περισσότερο είναι όσα προηγήθηκαν, οι πολιτικές περί πολέμου αντιλήψεις και οι αντίστοιχες ενέργειες με τις οποίες το κράτος και η κοινωνία προετοίμασαν τα στρατεύματα τους για πόλεμο.

Ξεκινάμε εδώ από την λιγότερο γνωστή πλευρά, την τουρκική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ελληνικός στρατιωτικός οργανισμός έχει παρουσιαστεί με επάρκεια μέχρι σήμερα. Άλλωστε, η κατανόηση των δυνατοτήτων και αδυναμιών του αντιπάλου είναι ουσιώδης παράμετρος στην αναλυτική προσέγγιση μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όπου αρχικά ο αντίπαλος των Ελλήνων εμφανίστηκε ως ομάδες ημι-άτακτων «τσετών», αλλά εξελίχθηκε γρήγορα σε ισχυρό τακτικό στράτευμα που τελικά οδήγησε τον ελληνικό στρατό σε ταπεινωτική ήττα.

Ο σκοπός λοιπόν της εξέτασης των στρατιωτικών οργανισμών που ξεκινά εδώ, είναι διπλός: Πρώτον, να διευκολυνθεί η κριτική αναψηλάφηση της Εκστρατείας που επιχειρείται στο παρόν ιστολόγιο. Δεύτερον, να δειχτεί στην πράξη και ειδικά για την Μικρασιατική Εκστρατεία, η βασική μας θέση: Ο πόλεμος είναι κατ΄ αρχήν πολιτική υπόθεση, με την ευρεία έννοια, και αυτό που κυρίως συμβαίνει στο πεδίο της μάχης, είναι το αποτέλεσμα των σχετικών με τον πόλεμο αντιλήψεων και προετοιμασιών στον καιρό της ειρήνης. Κάθε στρατός πολεμά κατά βάση όπως προετοιμάζεται. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένα μικρό σχόλιο για τις εξελίξεις στην Τουρκία και ο Παναγιώτης Κονδύλης

Κονδύλης - Θεωρία του ΠολέμουΟι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία μας αφορούν, προφανώς, άμεσα. Ως η βασικότερη στρατηγική απειλή εναντίον της χώρας, η Τουρκία υποτίθεται ότι αποτελεί αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης και ανάλυσης εκ μέρους της χώρας μας, ιδιαίτερα καθώς αποτελεί ιστορικό της και όχι συγκυριακό αντίπαλο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αριστερών προελεύσεως αντιδράσεις – που αντανακλαστικά τάσσονται υπέρ του οποιουδήποτε αντιμετωπίζει την οποιαδήποτε αστυνομική αρχή – η  γενική πεποίθηση που φαίνεται να σχηματίζεται στην κοινή γνώμη είναι πως τα επεισόδια θα αποδυναμώσουν το τουρκικό κράτος, τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά, κι ενδεχομένως να θέσουν σε κίνηση μηχανισμούς διαλύσεώς του.

Ειδικότερα, ο συλλογισμός είναι ότι οι τελευταίες εξελίξεις έφεραν στην επιφάνεια ένα βαθύ και επί πολλές δεκαετίες υφέρπον χάσμα μεταξύ της εκκοσμικευμένης μεσαίας τάξης των πόλεων, και μάλιστα της δυτικής Τουρκίας, που αποτελούσαν τους στυλοβάτες του κεμαλικού κράτους, και μεταξύ των φτωχότερων αγροτικών, παραδοσιακών μαζών της Ανατολίας που αποτελούσαν τον ισλαμιστικό (ή, εν πάση περιπτώσει έντονα θρησκευόμενο) και καταπιεζόμενο πόλο της γείτονος. Η άνοδος του ισλαμιστικού κινήματος, με την ενίσχυση του κεμαλικού βαθέως κράτους κατά τη δεκαετία του ’70, η χαρακτηριστική πολιτική επιτυχία του Ερντογάν, καθώς και η εμφάνιση μιας ισλαμιστικού προσανατολισμού μεγάλης και μεσαίας επιχειρηματικής τάξης έδωσε αρκετή πολιτική ισχύ στο δεύτερο πόλο ώστε αυτός να κυριαρχήσει και να επιχειρήσει να αντιστρέψει τους όρους, επιδιώκοντας την αλλαγή του προσανατολισμού της Τουρκίας από κοσμική σε ισλαμιστική. Σε μία δεύτερη, βαθύτερη ανάγνωση, η αναταραχή αυτή έχει φέρει στην επιφάνεια την πολυεθνική σύνθεση της Τουρκίας, η οποία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τη συνοχή της.

Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι η κρίση θα αποτελέσει βραχυπρόθεσμο πλήγμα για την Τουρκία, την οικονομική της ισχύ και την πολιτική της ισχύ.

Ο τουρκικό τουρισμός υπέστη ένα βαρύτατο πλήγμα, κι αυτό με τη σειρά του θα επιφέρει αλυσιδωτά προβλήματα στην ούτως ή άλλως παραφουσκωμένη τουρκική οικονομία. Επιπλέον, ο ρόλος της Τουρκίας ως ηγέτιδας σουνιτικής δύναμης στο Μεσανατολικό χώρο έχει υποστεί κι αυτός σημαντικό βραχυπρόθεσμο πλήγμα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ήταν ο ρόλος στον οποίον οφείλεται η υπομονή και η ανοχή των ΗΠΑ προς την Τουρκία τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια. Τα πλήγματα αυτά, δεδομένης της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, είναι ένας μικρός από μηχανής θεός για τη χώρα μας.

Όμως, θα ήταν υπερβολικό να εναποθέσουμε πολύ μεγάλες ελπίδες στον τελευταίο κλονισμό και στη δυναμική που αυτός απελευθέρωσε (ή ελπίζουμε ενδόμυχα ότι απελευθέρωσε) στην τουρκική κοινωνία. Και αυτό για εξής λόγους: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Βιβλιογραφικό Σημείωμα

Η εργασία αυτή αφιερώνεται στην ιερή μνήμη των πεσόντων πολεμιστών της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Άμωμοι αυτοί αν έπταισαν ο Δίαιος και ο Κριτόλαος

Η εργασία για τη διερεύνηση κάποιων από τα αίτια της στρατιωτικής ήττας της Ελλάδας στη Μικρασία το 1922 κλείνει με μια αναφορά στις βιβλιογραφικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξή της.

Μικρασιατική Εκστρατεία. Κηδεία πεσόντος.

Μικρασιατική Εκστρατεία. Κηδεία πεσόντος.

Για τη σύνταξη της εργασίας χρησιμοποιήθηκαν οι εξής βασικές πηγές:

Σχετικά με την οργανωτική ιστορία του Ελληνικού Στρατού, βασικές πηγές:

  • «Ιστορία της Οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού» της Διεύθυνσης Ιστορίας του ΓΕΣ, 2005.
  • Ιστορία του ΕΣ, 1821-1997, από την επίσημη ιστοσελίδα του ΓΕΣ
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΔ’
  • Απομνημονεύματα Αξιωματικών του ΕΣ, ιδιαίτερα Δούσμανη, Παρασκευόπουλου και Στρατηγού

Σχετικά με την οργανωτική ιστορία του Τουρκικού Στρατού, οι βασικές πηγές υπήρξαν τα βιβλία

  • A Military History of the Ottomans, From Osman to Attatürk, των Mesut Uyar και Edward Erickson, Praeger Security International, 2009

(Ο Erickson είναι απόστρατος αξιωματικός του Αμερικανικού Στρατού, καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σώματος των Πεζοναυτών και ο καλύτερος γνώστης της ύστερης οθωμανικής στρατιωτικής ιστορίας στη Δύση. Επιπλέον, χαίρει της εμπιστοσύνης των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το βιβλίο του για τον Α΄ΠΠ προλογίζεται από τον στρατηγό  Κιβρίκογλου ενώ αυτός ήταν αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου.

Ο Uyar είναι αξιωματικός του Τουρκικού Στρατού, καθηγητής στην τουρκική Στρατιωτική Ακαδημία («Σχολή Ευελπίδων»)).

  • The Beginnings of Ottoman-German partnership: Diplomatic and Military Relations between Germany and the Ottoman Empire before the First World War, διατριβή του Edip Öncü στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Bilkent Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τουρκία και LPH : Μια ψύχραιμη ματιά

(Αναρτήθηκε στο Εν Κρυπτώ την Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009)

LPHΣτο σήριαλ του εκφοβισμού της ελληνικής κοινής γνώμης σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά (μιας και αυτή η ενοχλητική «κοινή γνώμη» παραμένει ο βασικός λόγος που δεν έχουν καταφέρει οι καλοθελητές να δώσουν γήν και ύδωρ) προστέθηκε και νέο επεισόδιο: η είδηση για πρόθεση αγοράς ελικοπτεροφόρου από το Τουρκικό Ναυτικό.

«Η Τουρκία είναι πλέον υπερδύναμη – καιρός να διαπραγματευτούμε μαζί τους όσο ακόμη προλαβαίνουμε»… (δηλαδή, να διαπραγματευτούμε πόσα και ποια ακριβώς κυριαρχικά μας δικαιώματα θα τους εκχωρήσουμε). Ας δούμε, λοιπόν, τι σημαίνει από στρατιωτικής απόψεως το ενδεχόμενο αγοράς ενός τέτοιου σκάφους από το ΤΝ. Αναφερόμαστε σε ένα σκάφος κατηγορίας LPH κατά την κατηγοριοποίηση του αμερικανικού ναυτικού, δηλαδή, σκάφος μεγάλου εκτοπίσματος, με τη δυνατότητα να φέρει

  • σημαντικό αριθμό ελικοπτέρων
  • αριθμό από οργανικές αποβατικές ακάτους (LCU) για διεκπεραίωση δυνάμεων σε αποβατική ακτή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 3ο

Ο Αρχιστράτηγος Παπούλας στην Κιουτάχεια, 8 Ιουλίου 1921.

Ελληνικός Στρατός και Οθωμανικός Στρατός: τα ακολουθούμενα πρότυπα

Με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού που ξεκίνησε ο κάθε ένας από τους δύο στρατούς κατά το τέλος του 19ου αιώνα, και η οποία διαμόρφωσε τους δύο στρατούς που συγκρούστηκαν το 1920 στη Μικρασία, ο κάθε στρατός – και η κάθε χώρα – κλήθηκε να επιλέξει το στρατιωτικό οργανωτικό της πρότυπο.

Η αρχική επιλογή και των δύο χωρών ήταν η Γαλλία, και ο γαλλικός στρατός. Η επιλογή ήταν εύλογη. Κατά τον 19ο αιώνα, τα δύο ισχυρότατα πρότυπα διεθνώς ήταν ο γαλλικός στρατός και το βρετανικό ναυτικό. Στον τομέα των στρατιωτικών θεμάτων ο ναπολεόντειος γαλλικός στρατός είχε επιφέρει την προηγούμενη επανάσταση και είχε θέσει τα μέτρο σύγκρισης για τη λειτουργία και την επίδοση του οργανισμού και, παρά την ήττα του Ναπολέοντα, εξακολουθούσε να διατηρεί την ακτινοβολία του κατά τη μακρά ειρήνη που ακολούθησε στην Ευρώπη. Ήταν, συνεπώς, ο πρώτος και φυσικός υποψήφιος για να μιμηθεί και να απευθυνθεί για βοήθεια όποια περιφερειακή χώρα ήθελε να (ανα)διοργανώσει το στρατό της. Την εικόνα αυτή για τη συγκριτική ικανότητα των κύριων ευρωπαϊκών στρατών μετέβαλαν, σε κάποιο βαθμό, οι πόλεμοι της Γερμανικής Ενοποίησης, που ανέδειξαν την ανερχόμενη πρωσσική ικανότητα. Όμως, τόσο η γενικότερη ακτινοβολία της Γαλλίας, η συνεχιζόμενη πολιτική της ισχύς, και ακόμη πιο απλοί και πρακτικοί λόγοι, όπως μεγαλύτερη εξοικείωση κρατικών λειτουργών (συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών) με τη γαλλική γλώσσα συνέχισαν να καθιστούν τη Γαλλία τον βασικό πόλο έλξης. Οι Μεγάλες Δυνάμεις του τέλους του αιώνα εξακολουθούσαν να είναι η Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, ενώ η Γερμανία ήταν ένας ανερχόμενος πόλος, με μικρή, ακόμη, περιφερειακή επιρροή.

Το αποτέλεσμα ήταν τόσο η Ελλάδα όσο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσέβλεπαν στη Γαλλία σαν πηγή στρατιωτικού εκσυγχρονισμού. Η Ελλάδα, χωρίς συγκροτημένη προσπάθεια οργάνωσης του στρατού, απλώς προσπαθούσε να παρακολουθεί τις γαλλικές στρατιωτικές εξελίξεις, μετέφραζε γαλλικούς στρατιωτικούς κανονισμούς για καθιέρωση στον ΕΣ, και – περιστασιακά – έστελνε στελέχη για εκπαίδευση στις γαλλικές στρατιωτικές σχολές. Ο Αβδούλ Χαμίτ, με μεγαλύτερη ανάγκη και ισχυρότερη βούληση για μεγάλης κλίμακας στρατιωτικό εκσυγχρονισμό, απευθύνθηκε, αρχικά, στη Γαλλία για στρατιωτική οργανωτική βοήθεια. Η άρνηση της Γαλλίας σε επανειλημμένες αιτήσεις των οθωμανών, και η ταυτόχρονη άνοδος της πρωσσικής στρατιωτικής ακτινοβολίας τους έστρεψαν, τελικά, στους Γερμανούς. Η επίσημη πρόσκληση για γερμανική στρατιωτική βοήθεια έγινε τον Μάιο του 1890. Ο ανερχόμενος ηγεμονισμός και η πρόθεση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας για γεωπολιτική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο πλαίσιο της «Πορείας προς την Ανατολή» έκαναν τους Πρώσσους παραπάνω από πρόθυμους να ανταποκριθούν. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε η παροχή οργανωτικής βοήθειας με τη μικρή στρατιωτική αποστολή Κέλερ που προαναφέρθηκε. Το αμυδρώς αντίστοιχο για την Ελλάδα έλαβε χώρα με την αντίστοιχη αποστολή Εϋντού, το 1911 και, όπως προαναφέρθηκε είχε, εκ των πραγμάτων, μικρότερη επιρροή στον Ελληνικό Στρατό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Βαθύτερα αίτια της στρατιωτικής μας ήττας, Μέρος 2ο

Μικρασία: Ελληνικό τμήμα εν πορεία.

Ελληνικός Στρατός και Οθωμανικός Στρατός. Οι πορείες εκσυγχρονισμού των οργανισμών τους πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Επειδή ο οργανισμός ενός στρατού αποδίδει τα αποτελέσματά του σε βάθος χρόνου, για να κατανοηθεί η επίδοσή του σε μια ορισμένη στιγμή πρέπει κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξή του, επίσης, σε κάποιο βάθος χρόνου.

Ο Ελληνικός Στρατός και ο Οθωμανικός στρατός του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20 παρουσίαζαν μία βασική ομοιότητα – και κρίσιμες διαφορές.

Η βασική ομοιότητα αφορά το γεγονός ότι πρόκειται για στρατούς οι οποίοι προέρχονται από ένα εξαιρετικά προβληματικό παρελθόν και προσπαθούν να (ανα)διοργανωθούν. Οι αντίστοιχες πορείες υπήρξαν, όμως, πολύ διαφορετικές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι ισλαμιστές εμπόδιο σε εξελίξεις στρατιωτικών

Αν και είναι είδηση λίγων ημερών, την αναδημοσιεύουμε από τον Κ. Βοσπορίτη, το Νεώτερο:

Νέα κρίση μεταξύ ισλαμικής κυβέρνησης και στρατιωτικών ξέσπασε με αφορμή την άρνηση του πρωθυπουργού Ερντογάν να υπογράψει την εξέλιξη του προτεινόμενου για τη θέση του Αρχηγού Στρατού Ξηράς. Η αδυναμία εύρεσης συναινετικής λύσης σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα επιβεβαιώνει τις εξαιρετικά κακές σχέσεις μεταξύ των δύο «στρατοπέδων».

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος την 1η Αυγούστου συνήλθε το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο (YAS) για να εξετάσει τις προαγωγές των ανώτατων αξιωματικών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Ωστόσο, οι εργασίες του φετινού Συμβουλίου δεν κύλησαν ομαλά, όπως είθισται, με αποτέλεσμα να μην εγκριθούν οι προαγωγές για τις θέσεις του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου και του Αρχηγού Στρατού Ξηράς.

Κατά τη διάρκεια των τετραήμερων εργασιών του Συμβουλίου συζητήθηκαν οι προαγωγές (και συνταξιοδοτήσεις) 135 ανώτερων αξιωματικών. Οι εργασίες, όμως, του Συμβουλίου εισήλθαν σε αδιέξοδο κατά τη συζήτηση της προαγωγής έντεκα περιπτώσεων. Πρόκειται για ανώτερους αξιωματικούς τα ονόματα των οποίων εμπλέκονται σε υποθέσεις που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας κατά τις αποκαλύψεις της υπόθεσης «Εργκενεκόν». Οι χαρακτηριστικότερες υποθέσεις είναι το σχέδιο πραξικοπήματος «κλουβί» και εκείνο του «ηλεκτρονικού διαδικτύου» κατά το οποίο οι ένοπλες δυνάμεις φέρονταν να ελέγχουν αρκετές δεκάδες ιστοσελίδες τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να διεξάγουν ψυχολογικό πόλεμο.

Η κρίση ξέσπασε όταν ο ισλαμιστής πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος συμμετείχε στις εργασίες του Συμβουλίου έως τη «ρήξη» και στη συνέχεια απείχε αναθέτοντας την εκπροσώπηση της κυβέρνησης στον υπουργό Αμύνης Βετζντί Γκιονούλ, εξέφρασε την αντίρρησή του στην προαγωγή του αντιστράτηγου Χασάν Ιγσίζ στη θέση του Αρχηγού Στρατού Ξηράς. Η ένταση κορυφώθηκε όταν οι στρατιωτικοί επέμειναν στην εξέλιξη του Ιγσίζ. Μολονότι ο Πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιουλ, ζήτησε από τα δύο μέρη να βρουν μια συμβιβαστική λύση, ο πρωθυπουργός Ερντογάν δεν υπέγραψε την απόφαση τόσο για την προαγωγή του Ιγσίζ, όσο και εκείνη του αντιστράτηγου Ισίκ Κοσανέρ, ο οποίος υπηρέτησε ως Αρχηγός Στρατού Ξηράς και προοριζόταν για τη θέση του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου. Ένα από τα σενάρια ήθελε την προαγωγή στην επίμαχη θέση του αρχηγού της Χωροφυλακής, Ατίλα Ισίκ, ο οποίος στα τέλη Αυγούστου θα συνταξιοδοτείτο. Επιμηκύνοντας τη θητεία του Ισίκ η κυβέρνηση μάλλον ευελπιστούσε ότι η κρίση θα επιλυόταν έστω και προσωρινά. Εντούτοις, η κυβέρνηση βρέθηκε προ εκπλήξεως καθώς δεν είχε υπολογίσει προφανώς την πιθανότητα ότι ο Ισίκ θα αιτούνταν τη συνταξιοδότησή του.

Η κίνηση της κυβέρνησης να αρνηθεί την εξέλιξη του Ιγσίζ, ο οποίος ενώ περίμενε την προαγωγή του εκλήθη από τον εισαγγελέα να καταθέσει για τις υποθέσεις στις οποίες φαίνεται αναμεμειγμένος, επιβεβαιώνει την άποψη ότι το ΑΚΡ επιχειρεί να περιορίσει, αν όχι και να ελέγξει, τον στρατό. Ως αποτέλεσμα του συστήματος εξέλιξης που ακολουθείται στον τουρκικό στρατό, είναι γνωστό από πολύ πριν ποιοι αξιωματικοί και περίπου πότε θα βρεθούν στην κορυφή των ενόπλων δυνάμεων. Εκτιμάται ότι αυτή η κίνηση της ισλαμικής κυβέρνησης συνδέεται με την προσπάθειά της να ανατρέψει το εν λόγω «προκατασκευασμένο» σύστημα εξέλιξης και να θέσει εμπόδια στο αμέσως επόμενο σχήμα που θα αναλάβει τη διοίκηση του στρατεύματος. Εξάλλου, σύμφωνα με την εθιμοτυπία, ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού γίνεται Αρχηγός Στρατού Ξηράς. Και ο αρχηγός Στρατού Ξηράς στη συνέχεια εξελίσσεται σε Αρχηγό Γενικού Επιτελείου. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που συνήθως δεν συναντάται τούρκος αρχηγός Γενικού Επιτελείου ο οποίος να προέρχεται από τις τάξεις του Ναυτικού ή της Αεροπορίας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι η κατανομή δυνάμεων μεταξύ των δύο «στρατοπέδων» είναι «άνιση». Ενώ οι στρατιωτικοί κατέχουν την πλειοψηφία στο Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, οι εξελίξεις που αποφασίζονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου απαιτούν την υπογραφή του Προέδρου, του πρωθυπουργού και του υπουργού Αμύνης. Στην περίπτωση μάλιστα του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου απαιτείται έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. Έτσι οι στρατιωτικοί μπορούν να εισπράξουν ανά πάσα στιγμή την άρνηση της κυβέρνησης στο εν λόγω ζήτημα.

Παρόμοιες κρίσεις έχουν λάβει χώρα και στο παρελθόν στην Τουρκία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αποκλήρωσης του Ν. Οζτορούν από τη θέση του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου επί κυβερνήσεως Τ. Οζάλ και της εκλογής στην επίμαχη θέση του Ν. Τορουμτάι. Ωστόσο, η συγκεκριμένη κρίση διαφέρει από τις προηγούμενες κατά το ότι οι συγκυρίες στα πλαίσια των οποίων λαμβάνει χώρα χαρακτηρίζονται από αστάθεια και ένταση. Στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα, οι στρατιωτικοί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να παραδώσουν τα «όπλα» τόσο εύκολα. Ενώ οι ισλαμιστές γνωρίζουν τους κινδύνους που ενέχει μια ενδεχόμενη «παραχώρηση» στο κεμαλικό «στρατόπεδο». Μέλλει να δούμε ποια λύση θα προκρίνουν τα δύο μέρη για να εξέλθουν της κρίσεως.