Αυγά Μελάτα*

συνέντευξη του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

συνέντευξη δημοσιεύεται μεταφρασμένη, κατόπιν εγκρίσεως του κ. φαν Κρέφελντ).

Pussycats     Wir Weicheier.png

Σε περίπτωση που απορείτε, «Αυγά Μελάτα» είναι ο τίτλος της γερμανικής έκδοσης του βιβλίου μου «Γατάκια«. Πρόσφατα έδωσα μια συνέντευξη σχετικά με το βιβλίο στο περιοδικό «Junge Freiheit» («Νεαρή Ελευθερία»), ένα αρκετά συντηρητικό, αρκετά δεξιό εβδομαδιαίο πολιτιστικό περιοδικό του Βερολίνου, του οποίου τον εκδότη και το επιτελείο έχω μάθει καλά με τα χρόνια. Τη συνέντευξη πήρε ο Moritz Schwarz, που είναι φίλος μου και ένας από τους καλύτερους στις συνεντεύξεις δημοσιογράφους που έχω γνωρίσει ποτέ. Η συνέντευξη ήταν γραπτή. Ο δημοσιογράφος έθεσε τα ερωτήματα στα Γερμανικά, κι εγώ απάντησα στα Αγγλικά. Μετά, οι απαντήσεις μου μεταφράστηκαν στα Γερμανικά από το επιτελείο του περιοδικού. Εδώ έκανα το αντίθετο. Έχοντας μεταφράσει τις ερωτήσεις του Moritz στα αγγλικά, άφησα τις δικές μου απαντήσεις ακριβώς όπως τις έδωσα.

JF: Κύριε Καθηγητά, γιατί ηττάται συνεχώς η Δύση;

MvC: Υπάρχουν αρκετές απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Πρώτον, ο τρόπος που εμείς οι Δυτικοί μορφώνουμε τα παιδιά μας, προφυλάσσοντάς τα από οποιονδήποτε πιθανό κίνδυνο, εμποδίζοντάς τα να μεγαλώσουν και καθηλώνοντάς τα στη βρεφική ηλικία, δραστήρια και συνειδητά. Δεύτερον, ο τρόπος που κάνουμε το ίδιο πράγμα με τους στρατιώτες μας˙ σε όλη, σχεδόν, τη Δύση, ο «μιλιταρισμός» που σημαίνει μια υγιή υπερηφάνεια του στρατιώτη για το επάγγελμά του, έχει καταστεί ταμπού. Τρίτον, ο τρόπος που οι γυναίκες ενσωματώνονται στους στρατούς, μετατρέποντας συχνά την εκπαίδευση σε ανέκδοτο και δημιουργώντας μια κατάσταση όπου οι άνδρες φοβούνται μην κατηγορηθούν ψευδώς για «σεξουαλική παρενόχληση» περισσότερο απ’ ότι φοβούνται τον εχθρό. Τέταρτον, ο τρόπος με τον οποίον η «διαταραχή μετατραυματικού άγχους» (Post Traumatic Stress Disorder – PTSD) όχι μόνον γίνεται ανεκτή αλλά ενθαρρύνεται, ακόμη και επιβάλλεται. Πέμπτον, η διάδοση της ιδέας ότι ο πόλεμος είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να υπάρξει, και δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να αξίζει κανείς να πεθάνει.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Όχι Πανέμορφες

cropped-Martin-Pic1

του Martin van Creveld

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο ιστολόγιο του συγγραφέα Martin van Creveld με τον τίτλο: «Not-hot»

Μεταφράζεται και αναδημοσιεύεται εδώ με την ευγενική άδεια του.

Ο πρόσφατος εορτασμός της «Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας» έδωσε στις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (Israel Defense Force – ΙΕΔ) την ευκαιρία να δημοσιοποιήσουν στοιχεία σχετικά τον αριθμό των γυναικών που υπηρετούν στις τάξεις τους καθώς και τις ειδικότητες (Military Occupation Specialties) που αυτές κατέχουν. Το θέμα αποκτά σημασία επειδή στην πραγματικότητα οι Ι.Ε.Δ. είναι οι μόνες παγκοσμίως που εφαρμόζουν την υποχρεωτική στράτευση των γυναικών. Συνεπώς, έχουν αναλογικά περισσότερες γυναίκες στις τάξεις τους από οποιονδήποτε άλλον στρατό. Από το 1949 μέχρι το 1970 ήταν επίσης οι μόνες που εκπαίδευαν γυναίκες στη χρήση όπλων, έστω και τελείως συμβολικά. Οι ξένοι που παρακολουθούσαν τις ετήσιες παρελάσεις της Ημέρας της Ανεξαρτησίας ή τύγχανε να συναντούν γυναίκες που συμμετείχαν σε ασκήσεις πορείας, κοίταζαν με θαυμασμό τον συνδυασμό ντεκολτέ και αυτομάτων Ούζι. Για λόγους που ο Φρόυντ θα μπορούσε να εξηγήσει, ελάχιστοι μπορούσαν να αντισταθούν.

Ενώ οι δυτικές ένοπλες δυνάμεις, με επί κεφαλής τις αμερικανικές, άρχισαν από το 1970 να επεκτείνουν τον ρόλο των γυναικών σε καθήκοντα πέραν των διοικητικών (ως γραμματέων) και ιατρικών (κυρίως ως νοσοκόμων), οι Ι.Ε.Δ. έμειναν πίσω. Μόνον μετά τα τέλη του 1970, το οξύ πρόβλημα έλλειψης προσωπικού που είχε προκύψει εξ αιτίας της τεράστιας μεγέθυνσής του στρατού λόγω του Αραβο-ισραηλινού Πολέμου του 1973 οδήγησε σε αναθεώρηση. Την επόμενη ώθηση την έδωσε ο αμερικανικού στυλ φεμινισμός που έφτασε στο Ισραήλ στα μέσα της δεκαετίας του ’80, λίγο μετά την υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την Αίγυπτο. Έκτοτε, οι ισραηλινές φεμινίστριες απαιτούν θορυβωδώς το δικαίωμα να υπηρετούν οι γυναίκες σε οποιαδήποτε θέση, συμπεριλαμβανομένων των μαχίμων. Τώρα που οι αριθμοί έχουν δημοσιοποιηθεί, μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: πόσο επιτυχώς έχουν υπηρετήσει; Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τόποι

cropped-Martin-Pic1

του Martin van Creveld

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο ιστολόγιο του συγγραφέα:

http://www.martin-van-creveld.com/?p=589

Μεταφράζεται και αναδημοσιεύεται εδώ με την ευγενική άδεια του συγγραφέα.

Πριν από λίγο καιρό κάποιος με αποκάλεσε «γερο-γκρινιάρη». Τυγχάνει να είμαι ακριβώς στην ηλικία του Ντόναλτ Τράμπ (και του Ρόναλντ Ρέιγκαν όταν αυτός έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ). Έτσι, αποφάσισα να το εκλάβω ως φιλοφρόνηση.

Ο λόγος που ο κ. Χ μου έκανε αυτήν τη φιλοφρόνηση ήταν επειδή έχω γράψει, σε ένα βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς, ότι οι Αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, μαζί με τις υπόλοιπες Δυτικές, έχουν γίνει μαλθακές. Το ίδιο έχει συμβεί και στις κοινωνίες στις οποίες αυτές έχουν τις ρίζες τους. Όπως είναι εύλογο, η ιδέα ότι ο πλούτος, το υψηλό βιοτικό επίπεδο και η πολυτέλεια μπορεί να οδηγούν έναν λαό στη μαλθακότητα δεν είναι δημοφιλείς στις χώρες αυτές. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που θέλω να διερευνήσω την ιδέα αυτή εδώ λίγο περισσότερο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι στρατοί μας γίνονται γατάκια, Μέρος 1ο

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

cropped-Martin-Pic1

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις της Δύσης – που συνεχώς καμαρώνουν ότι είναι οι καλύτερα εκπαιδευμένες, καλύτερα οργανωμένες, καλύτερα εξοπλισμένες και οι καλύτερα στελεχωμένες της Ιστορίας – έχουν μετατραπεί σε γατάκια. Γατάκια ούσες, οδεύουν από τη μία ήττα στην άλλη.

Είναι γεγονός ότι το 1999 επέτυχαν να επιβάλουν τη θέλησή τους επί της Σερβίας. Αλλά αυτό το κατάφεραν μόνον και μόνον επειδή ο αντίπαλος ήταν ένα μικρό, αδύναμο κράτος (οι Σερβικές ένοπλες δυνάμεις εκείνη τη στιγμή, εξαντλημένες από έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο, κατατάσσονταν στην 35η θέση παγκοσμίως) κι ακόμη και τότε επειδή το κράτος εκείνο ήταν πρακτικά ανυπεράσπιστο στον αέρα. Το ίδιο ισχύει και για τη Λιβύη το 2011. Εκεί, έδωσαν όλες τις μάχες και υπέστησαν όλες τις απώλειες διάφορες ιθαγενείς συμμορίες. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν ήταν να εμπλακούν σε χερσαία μάχη, άνδρες εναντίον ανδρών, η Δύση, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, απλούστατα δεν είχαν τα κότσια.

Σε άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δυτικοί στρατοί προσπάθησαν να επιβάλουν την τάξη στη Σομαλία και τους πέταξαν έξω οι «Κοκκαλιάρηδες», όπως αποκαλούσαν τους αδύνατους αλλά ζόρικους αντιπάλους τους. Προσπάθησαν να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, και τους πέταξαν έξω κι από εκεί. Προσπάθησαν να επιβάλουν δημοκρατία (και να βάλουν χέρι στο πετρέλαιο) στο Ιράκ, και κατέληξαν να φύγουν με την ουρά στα σκέλια. Το κόστος αυτών των ανόητων περιπετειών μόνον για τις ΗΠΑ λέγεται ότι είναι περί το ένα τρισεκατομμύριο – 1.000.000.000.000 – δολάρια. Με τη μία ήττα να διαδέχεται την άλλη, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που όταν αυτές οι ένοπλες δυνάμεις κλήθηκαν να τερματίσουν τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, αυτές και οι κοινωνίες που υπηρετούν προτίμησαν να αφήσουν τις αγριότητες να συνεχίζονται. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Γ΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της ανάλυσης του Κρέφελντ.

Από πλευράς Διοικητικής Μερίμνης, ένα μείζον πλεονέκτημα του πολέμου ελιγμών – και μάλιστα ένα που έχει σημαντικές επιπτώσεις για την αεροπορική ισχύ – είναι ότι οι ένοπλες δυνάμεις προσανατολισμένες σε αυτόν έχουν σημαντικά μικρότερες απαιτήσεις υποστήριξης απ΄ότι οι προσανατολισμένες προς σταθερές θέσεις που τείνουν προς τη φθορά. Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές στη σύγκριση των λόγων «οδόντων προς ουρά». Κατά τον Β’ ΠΠ, για τον Γερμανικό στρατό, για κάθε μεραρχία αντιστοιχούσαν 31.000 άνδρες στο σύνολο του προσωπικού του στρατού. Οι σοβιετικοί ήταν ακόμη πιο ολιγαρκείς. Εν τω μεταξύ, οι αντίστοιχες αμερικανικές, βρετανικές και καναδικές μεραρχιακές αντιστοιχίες υπερέβαιναν τους 64.000 άνδρες. Επιπλέον, ο γερμανικός και ο σοβιετικός στρατός πολεμούσαν μια παρατεταμένη σύγκρουση σε αχανείς εκτάσεις που δεν είχαν καμία σύγχρονη υποδομή. Τα στρατεύματά τους, ειδικά τα σοβιετικά, μπορεί να ήταν υποχρεωμένα να μάχονται χωρίς μερικές από τις ανέσεις που ήταν διαθέσιμες στους Δυτικούς Συμμάχους· όμως στο πεδίο της μάχης τα στρατεύματα αυτά, και ειδικότερα οι πεζοί, ήταν πολύ πιο πλουσιοπάροχα εφοδιασμένοι με τα πράγματα που είχαν σημασία (πχ αυτόματα όπλα). Την ίδια στιγμή που οι αμερικανοί στρατιώτες πυροβολούσαν ακόμη με τα επαναληπτικά M-1 τους (και οι βρετανοί με τα Λη-Ένφηλντ του Α’ ΠΠ), οι γερμανοί είχαν εισαγάγει τα τυφέκια εφόδου και οι σοβιετικοί είχαν τα Αυτόματα Καλάσνικοφ (AK). Περαιτέρω, ο γερμανικός και σοβιετικός στρατός – σε αντίθεση με τον αμερικανικό στρατό – ήταν πλουσιοπάροχα εξοπλισμένοι με όλμους και ελαφρά πολυβόλα. Και χρησιμοποιώντας το επιχειρησιακό εργαλείο των μεραρχιών πυροβολικού, το σοβιετικό γενικό επιτελείο (η Στάβκα) εξασφάλιζε ότι θα υπήρχε περισσότερη υποστήριξη πυροβολικού διαθέσιμη την αποφασιστική στιγμή – δηλαδή κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων διαρρήξεως. Αντιστοίχως, οι γερμανικές και σοβιετικές είχαν λιγότερη οργανική υποστήριξη ενσωματωμένη στους Πίνακες Οργανώσεως και Υλικού τους (ΠΟΕ) και λιγότερη υποστήριξη επιπέδου σώματος στρατού και στρατιάς απ΄ότι είχαν ο αμερικανικός, ο βρετανικός και ο καναδικός στρατός. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Β΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Το παρόν κείμενο αποτελεί το Β΄ Μέρος του κειμένου που είχε προηγηθεί. Στο κομμάτι αυτό ο Κρέφελντ παραθέτει πιο αναλυτικά τις αντιλήψεις του για τον Πόλεμο Ελιγμών, αντιπαραβάλοντας τις δύο αντιλήψεις (ελιγμού και φθοράς), ιδιαίτερα στον τρόπο διεξαγωγής των επιθετικών και αμυντικών επιχειρήσεων.

Ο συγγραφέας της εργασίας Μάρτιν φαν Κρέφελντ.

Ο συγγραφέας της εργασίας Μάρτιν φαν Κρέφελντ.

Οι αμερικανοί τείνουν να βρίσκουν τον πόλεμο ελιγμών αφύσικο. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου είχαν μία μακρά παράδοση στο να πολεμούν από θέσεως συντριπτικής υλικής υπεροχής. Γι΄ αυτές, ο πόλεμος ήταν συχνά ζήτημα του να μεγιστοποιούν τα πλήγματα που ήταν σε θέση να επιφέρουν βάσει των διαθεσίμων πόρων, κι εν συνεχεία ανταλλαγής πληγμάτων μέχρι που η πιο αδύναμη πλευρά – σχεδόν πάντα ο αντίπαλος – να φθαρεί μέχρι του σημείου να μη μπορεί πλέον να πολεμήσει. Στο πρόβλημα αυτό έχει προστεθεί και η γλωσσική σύγχυση. Όπως έχουμε δει, το δόγμα του σύγχρονου αμερικανικού στρατού βασίστηκε ρητά στο γερμανικό προηγούμενο. Παρ΄όλα αυτά, ακόμη και οι καλύτερες μεταφράσεις δε μπορούν να αποδώσουν το ακριβές νόημα της αρχικής γλώσσας· με τη σειρά τους, οι αμερικανικοί όροι έχουν λεπτές διαφορές με τους αντίστοιχους βρετανικούς. Παραδείγματος χάριν, ο ίδιος ο τίτλος του θεμελιώδους γερμανικού εγχειριδίου «HdV100/100 VS-Nfd, Führung im Gefecht» μπορεί να μεταφραστεί είτε ως «Διοίκηση και Έλεγχος στη Μάχη» είτε ως «Ηγεσία στη Μάχη». Στο παρελθόν, αυτά και παρόμοια προβλήματα έχουν προκαλέσει μεγάλη σύγχυση. Ακόμη και μετά από μια δεκαετία ρητής αποδοχής των γερμανικών αντιλήψεων περί ελιγμού, το «Μέλλον της Αερο-εδαφικής Μάχης» (Ιανουάριος 1989), ενώ βρίθει ορολογίας περί ελιγμών, είναι μετέωρο μεταξύ ελιγμού και φθοράς. Τα νεώτερα εγχειρίδια του αμερικανικού Σώματος των Πεζοναυτών (πχ:  [FMFM] 1-3, Τακτική) και οι πρόσφατες αντιλήψεις του Αμερικανικού Στρατού σχετικά με τη μη γραμμική μάχη τα καταφέρνουν καλύτερα στη σύλληψη της γερμανικής αντίληψης.

Ανά πάσα στιγμή, ο στρατός που διεξάγει πόλεμο φθοράς θα έχει τις περισσότερες δυνάμεις στην πρώτη γραμμή. Αυτές οργανώνονται ομοιογενώς, βάσει της πεποίθησης ότι μία αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της. Οι επιχειρησιακές εφεδρείες είναι από μικρές έως ανύπαρκτες. Αντιστοίχως, υπάρχουν πολύ λίγες μεραρχίες που μπορούν να εναλλάσσονται κυκλικά στην πρώτη γραμμή για ανάπαυση και για ενσωμάτωση και εκπαίδευση των αντικαταστατών. Αντιθέτως, στο πόλεμο ελιγμού, συνήθως το μέτωπο θα προκαλύπτεται και μόνο η μειοψηφία των στρατευμάτων θα είναι εν δράσει· η πλειοψηφία θα τηρείται σε ετοιμότητα στην εφεδρεία έτσι ώστε όχι μόνο να μπορούν να εκπαιδεύονται και να αναδιοργανώνονται αλλά και να προετοιμάζονται να επιχειρήσουν ως ένα μεγάλο κύμα. Οι μονάδες είναι ετερογενείς κατά την ποιότητα, με τις καλύτερες μονάδες να ηγούνται των επιθέσεων και τις υπόλοιπες να ακολουθούν και να σταθεροποιούν τα κέρδη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πόλεμος Ελιγμών, Μέρος Α΄

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Εισαγωγικό Σημείωμα

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που αναγγέλθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση, ξεκινάμε την διερεύνηση βασικών στοιχείων που σχετίζονται με το νέο δόγμα του ΕΣ, όπως αυτά κατ΄αρχήν διατυπώνονται στο πρόσφατο Εγχειρίδιο Εκστρατείας ΕΕ-100-1.

Η βασικότερη, ίσως, αναφορά του νέου εγχειριδίου είναι αυτή που αφορά τον «Πόλεμο Ελιγμών»:

“Η φιλοσοφική βάση στην οποία στηρίζεται ο νέος κανονισμός και από την οποία εκπορεύονται οι τεχνικές και οι διαδικασίες του, είναι η Τακτική του Ελιγμού (Maneuverist Approach)”.

Με αυτό ως δεδομένο, έχει ιδιαίτερη σημασία να διευκρινιστεί και να εξηγηθεί καλύτερα ο όρος  «Πόλεμος Ελιγμών» (Maneuver Warfare), όπως θα ήταν ο καλύτερος ορισμός της έννοιας. Η βασική μέριμνα είναι να μην αναλωθεί η ανάλυση σε φιλοσοφικές αφαιρέσεις αλλά να περιέχει όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένα και χρήσιμα στοιχεία. 

Αντί να γραφτεί ένα καινούργιο άρθρο, προτιμήθηκε να παρατεθεί σε μετάφραση ένα κείμενο του γνωστού (και εξαιρετικού) ισραηλινού ιστορικού και στρατιωτικού σχολιαστή Μάρτιν φαν Κρέφελντ. Το εν λόγω κείμενο αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο μίας μελέτης (και, τελικώς, βιβλίου) που ο Κρέφελντ έγραψε το 1994 κατά παραγγελία της σχολής πολέμου της αμερικάνικης πολεμικής αεροπορίας με αντικείμενο τη σχέση μεταξύ αεροπορικής ισχύος και Πολέμου Ελιγμών. Στο πλαίσιο της εργασίας αυτής, ο Κρέφελντ στο εισαγωγικό κεφάλαιο ασχολείται με το να ορίσει και να διερευνήσει την έννοια και την πραγματικότητα του «Πολέμου Ελιγμων».  Καθώς το κείμενο είναι μεγάλο, θα παρετεθεί σε τρεις συνέχειες που έχουν μια – σχετική – αυτοτέλεια.

Μετά από αυτό, θα γίνει προσπάθεια αναλυτικής αναφοράς στις συναφείς έννοιες του Πολέμου Ελιγμών (όπως οι διαταγές αποστολών, αλλά όχι μόνον), να δοθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, να συζητηθούν οι πρακτικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους – τελικά με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κατά νου. 

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο του Κρέφελντ: «Air Power and Maneuvre Warfare» (Αεροπορική Ισχύς και Πόλεμος Ελιγμών), εκδόσεις Air University Press και χρονολογία εκδόσεως 1994.

NapoleonΤο κείμενο αυτό αναλύει τις θεμελιώδεις και βασικές έννοιες που αποτελούν το υπόβαθρο του πολέμου ελιγμών. Για να εμβαθύνει στο θέμα, συνεχίζει με μία σύγκριση μεταξύ του πολέμου ελιγμών από τη μία και του πολέμου φθοράς από την άλλη. Τέλος, αναλύει τις επιπτώσεις αυτού του είδους του πολέμου στη διοικητική μέριμνα. Σαν τρόπος πολέμου, οι ελιγμοί είναι τόσο παλαιοί όσο κι ο πόλεμος. Αυτό δε σημαίνει ότι ο πόλεμος μπορεί να συνιστάται μόνον από ελιγμούς, αν κι αυτό μπορεί να αποτελεί θεωρητικά μια ιδεατή επιδίωξη. Στην πράξη, η μάχη και η αιματοχυσία αποτελούν σχεδόν πάντοτε οργανικό μέρος του πολέμου, αφού χωρίς αυτά οι ελιγμοί εκφυλίζονται σε στείρα γυμνάσια και ατελείωτες εικονικές μάχες σα να μετακινούνται πιόνια πάνω σε σκακιέρα. Παρ΄όλα αυτά, το γεγονός είναι ότι ο ελιγμός επιδιώκει να ελαχιστοποιεί την πραγματική μάχη. Πριν από μια μάχη, η νοοτροπία του πολέμου ελιγμών επιζητά να θέσει τον αντίπαλο σε μειονεκτική κατάσταση με την κατάληψη πλεονεκτικών θέσεων, ή αλλιώς με το να αντιμετωπίσει μέρος μόνον των δυνάμεων του αντιπάλου εντός μιας περιορισμένης περιοχής έτσι ώστε να αποκτήσει εν συνεχεία ένα πλεονέκτημα επί της εχθρικής δύναμης συνολικά. Με τη λήξη της μάχης, επιζητά να εκμεταλλευτεί το αποτέλεσμα στο έπακρο καταδιώκοντας τον εχθρό, κρατώντας τον εκτός ισορροπίας και πλήττοντας τα ζωτικά του στοιχεία.

Οι ιστορικοί συχνά βρίσκουν το υπέρτατο πρότυπο του πολέμου ελιγμών στις εκστρατείες του Ναπολέοντα, και δικαίως. Οι ατελείωτοι συνδυασμοί και επανασυνδυασμοί με τους οποίους ανέπτυσσε τα corps d’armee (σώματα στρατού), εκ περιτροπής διασπείροντάς τα και επανενώνοντάς τα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, δεν έχουν βρει όμοιό τους. Αυτό αποτέλεσε την ουσία της στρατηγικής ιδιοφυίας του Γάλλου αυτοκράτορα, σε τέτοιο βαθμό που «εφευρίσκοντας» τη στρατηγική, να κατορθώσει να κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη της Ευρώπη σε μία σύντομη περίοδο λίγων μόνον ετών.[1] Φυσικά, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι λίγοι διοικητές στην ιστορία έδωσαν τόσο πολλές μεγάλες μάχες – «batailles rangees» – όσες ο Ναπολέων. Αυτός ο ίδιος στα απομνημονεύματά του επαίρεται ότι διοίκησε σε περισσότερες από 60 μάχες. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: Fighting Power: German and U.S. Army Performance, 1939-1945

Fighting Power: German and U.S. Army Performance, 1939-1945

του Martin van Creveld

Praeger (αρχικά: Greenwood Press)

1982, Ανατύπωση 2007, 198 σελίδες

Αν έπρεπε να προτείνουμε ένα και μόνο βιβλίο σχετικά με τα στρατιωτικά θέματα, η επιλογή μας θα ήταν το βιβλίο του κορυφαίου ισραηλινού στρατιωτικού ιστορικού και αναλυτή Martin van Creveld.

Το βιβλίο αποτελεί το επιστέγασμα μιας συζήτησης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’60 σχετικά με την συγκριτική απόδοση του Γερμανικού και του Αμερικανικού Στρατού κατά τον Β’ ΠΠ. Η συζήτηση αυτή είχε ως αιτία την έντονη εντύπωση που σοβούσε στον Αμερικανικό Στρατό μεταπολεμικά ότι ο αντίπαλός τους στην Ευρώπη είχε πολύ καλύτερη επίδοση από αυτούς, παρά το ότι ενεργούσε υπό πολύ δυσμενέστερες αντικειμενικά συνθήκες. Ο αμερικανός αξιωματικός Charles Dupuy – ένας από τους πρωταγωνιστές της ανασυγκρότησης του αμερικανικού στρατού μετά την ήττα του Βιετνάμ – έδωσε στη συζήτηση αυτή μια πιο στέρεα βάση: μοντελοποίησε μαθηματικά την απόδοση των δύο αντιπάλων σε έναν μεγάλο αριθμό μεταξύ τους εμπλοκών, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν κάθε πιθανό παράγοντα που επηρέαζε την εμπλοκή. Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφέστατη υπεροχή στην επίδοση των γερμανών. Παρά το γεγονός ότι το συμπέρασμα αυτό ενόχλησε πολλούς αμερικανούς, οι οποίοι μάλιστα το αντιμετώπισαν ακόμη και ως θέμα πατριωτισμού, δεν υπήρξε καμία σοβαρή αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού. Έτσι, το επόμενο βήμα υπήρξε η αναζήτηση των συστηματικών αιτίων που ήταν υπεύθυνες για την υπεροχή αυτή. Η συζήτηση είχε, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία για τον αμερικανικό στρατό γιατί συνέπεσε με την προσπάθεια για την αναδιοργάνωσή του κατά τη δεκαετία του ’80, οπότε και αναζητούσε οργανωτικά και δογματικά πρότυπα. Μια αναδρομή στην αμερικανική Στρατιωτική Επιθεώρηση αρκεί για να δείξει το πόσο έντονη υπήρξε η ενασχόληση με το γερμανικό στρατιωτικό σύστημα κατά τη δεκαετία αυτή.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου