Περιοδικό Στρατηγείν – Τεύχος 2ο

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» – το δεύτερο τεύχος του περιοδικού υπό αυτόν τον τίτλο και τέταρτο «πραγματικό» τεύχος από την έναρξη της εκδόσεώς του υπό τον προηγούμενο τίτλο «Στρατηγικόν».

Ο χώρος του στρατιωτικού «ειδικού τύπου» κυριαρχείται από έναν σημαντικό αριθμό περιοδικών εκδόσεων που διέπονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από το ίδιο πνεύμα: την ανάλυση των οπλικών συστημάτων, των τεχνικών τους χαρακτηριστικών, του πλήθους τους, και ενδεχομένως των υφισταμένων ή αναδυομένων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ή σταδιακά πρόκειται να εκμεταλλευτούν τα οπλικά αυτά συστήματα. Έτσι, η αντίληψη και η ανάλυση της στρατιωτικής ισχύος ανάγεται, περίπου, στα μέσα που οι στρατιωτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν. Οι στρατιωτικοί οργανισμοί ανάγονται, περίπου, σε χρήστες και χειριστές των συστημάτων αυτών, ενώ ως τακτική ή στρατηγική εννοείται, περίπου, ο συνδυασμός των συστημάτων αυτών.

Η προσέγγιση αυτή είναι σε κάποιον βαθμό αναπόφευκτη, αφού τα μέσα είναι το πλέον απτό και προσπελάσιμο στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος. Ταυτόχρονα, χωρίς την παραμικρή διάθεση υποτιμήσεως της σημασίας του, είναι και το λιγότερο σημαντικό, υπό την έννοια ότι άλλα στοιχεία της στρατιωτικής ισχύος, λιγότερο απτά και άμεσα αναγνωρίσιμα, είναι πολύ πιο σημαντικά. Ο πιο σημαντικός αμερικανός θεωρητικός του πολέμου, ο Σμήναρχος Τζων Μπόυντ, προερχόμενος ο ίδιος από έναν στρατιωτικό οργανισμό που οφείλει και όφειλε την ισχύ του κατ’ εξοχήν στη βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ της χώρας του, διακήρυσσε ως βασική αρχή του πολέμου το: «Άνθρωποι, Ιδέες, Μηχανήματα – κατ’ αυτή τη σειρά!».  Ο Μπόυντ, δεινός χειριστής μαχητικών ο ίδιος, δεν ήταν «ρομαντικός» και σε καμία περίπτωση δεν υποτιμούσε τη σημασία των μέσων· αντιλαμβανόταν απλώς ότι αυτά παραμένουν, ακόμη και στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, ο τρίτος κατά σειρά σημασίας παράγων στρατιωτικής ισχύος.

Στην Ελλάδα, και δυστυχώς και στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, η στρατιωτική σκέψη και ανάλυση παραμένουν ατροφικές. Αυτό αποτελεί ένα πρόβλημα λιγότερο αισθητό στην Πολεμική Αεροπορία, περισσότερο έντονο στο Πολεμικό Ναυτικό και οξύτατο στον Ελληνικό Στρατό. Μία ματιά στα επαγγελματικά περιοδικά των τριών κλάδων αρκεί για να επαληθεύσει του λόγου του αληθές.

Για τον λόγο αυτόν, ένα περιοδικό που, όπως αναφέρει στην αυτοπαρουσίασή του:

«Το ενδιαφέρον του περιλαμβάνει τη συζήτηση για τη στρατηγική σε όλα τα επίπεδα και τις διαστάσεις αλλά στην κάθετη διάσταση εστιάζεται στο χώρο που εκτείνεται από τη στρατιωτική στρατηγική μέχρι το επιχειρησιακό επίπεδο. Στην οριζόντια δε διάσταση, η θεματολογία του περιοδικού περιλαμβάνει τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της στρατηγικής θεωρίας και της διεξαγωγής του πολέμου. Επίσης το περιοδικό στηρίζει και συζητήσεις για τη φύση του πολέμου και τις αλλαγές στο χαρακτήρα του με σκοπό την καλύτερη κατανόησή του αλλά και διεξαγωγή του. Επιδιώκει δε πρωτίστως την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών που αφορούν τόσο τη θεωρία όσο και την εφαρμογή της στρατηγικής.»

αποτελεί αντικείμενο εξαιρετικού ενδιαφέροντος, και μόνον λόγω του αντικειμένου του. Το ενδιαφέρον καθίσταται μεγαλύτερο καθώς στο τρέχον τεύχος μπορεί κανείς να βρει δύο πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, τα οποία αξίζουν προσεκτικής ανάγνωσης.

Το πρώτο άρθρο είναι το αντιστρατήγου (ε.α.) Κωνσταντίνου Γκίνη, πρώην Αρχηγού ΓΕΣ, έχει τίτλο: «Εθνική Ασφάλεια: Υπάρχει επαρκής χώρος για αποτελεσματική στρατιωτική εισήγηση;» και έχει ως θέμα τις πολιτικο-στρατιωτικές σχέσεις και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίον η υπηρεσιακή στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα παρέχει τις εκτιμήσεις της και κάνει εισηγήσεις σε σχέση με τα ζητήματα ασφαλείας στην προϊσταμένη της πολιτική ηγεσία. Είναι προφανές ότι αυτό αποτελεί ένα ζήτημα ασφαλώς κρίσιμο όσο και λεπτό. Και μόνον η εμπειρία των Ιμίων αρκεί σε οποιονδήποτε Έλληνα πολίτη για να καταδείξει τη χρησιμότητα του πράγματος.

Ο στρατηγός Γκίνης αρχικά κάνει μία επισκόπηση της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας, με ιδιαίτερη μάλιστα επάρκεια, και εν συνεχεία προβαίνει σε αξιολόγηση της σχετικής κατάστασης στην Ελλάδα και προβαίνει σε προτάσεις.

Όπως είναι άλλωστε προφανές, οι προτάσεις του κ. Γκίνη δεν προκύπτουν τόσο από τη θεωρητική μελέτη του θέματος όσο από την προσωπική του επαγγελματική εμπειρία, η οποία μάλιστα προέκυψε από σε μία ιδιαίτερα λεπτή περίσταση. Ο συντάκτης του άρθρου, έχοντας επίγνωση της θέσης του και της βαρύτητας των λεγομένων του, είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και μετριοπαθής στις θέσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και την επισκόπηση της διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας επί του θέματος, περιορίζεται στην παράθεση των θέσεων της «φιλελεύθερης» προσέγγισης του ζητήματος των πολιτικο-στρατιωτικών σχέσεων, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά σε άλλη εκδοχή του ζητήματος, όπως π.χ. σε αυτή της ρεαλιστικής σχολής· είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι με το εύρος της βιβλιογραφικής επισκόπησης του θέματος που ο συντάκτης παραθέτει, είναι δυνατόν να αγνοεί την εκπληκτική σχετική ανάλυση του Π. Κονδύλη. Εξ ίσου προσεκτική και συγκρατημένη είναι η τοποθέτηση του συντάκτη για την υφιστάμενη ελληνική πρακτική επί του θέματος. Οι διαπιστώσεις για τις αδυναμίες και οι προτάσεις για τη βελτίωσή τους διατυπώνονται όχι απλώς συγκρατημένα αλλά σχεδόν υπαινικτικά· παρ’ όλα αυτά μπορεί κανείς να διίδει τα συγκεκριμένα πρακτικά προβλήματα που οι στρατιωτικές εισηγήσεις συναντούν από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. Για όποιον έχει την υπομονή να διαβάσει το άρθρο, και την επιμονή να διαβάσει ανάμεσα από τις γραμμές, το άρθρο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Το δεύτερο άρθρο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι αυτό του αντιστρατήγου (ε.α.) Παναγιώτη Γκαρτζονίκα, με τίτλο «Η Λήμνος στη Μεσογειακή Στρατηγική του Χίτλερ: Διδάγματα για τα Στενά και το Αιγαίο από την Επιχείρηση Ανίβας» που έχει ως θέμα το ιστορικό των γερμανικών σχεδιασμών σε ό,τι αφορά τη νήσο Λήμνο κατά το 1940-1941, τόσο σε στρατηγικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο, καθώς και σημαντικών συμπερασμάτων που μπορούν να εξαχθούν από αυτές για το αρχιπέλαγος του Αιγαίου και τα οποία έχουν σημασία για το παρόν.

Ο συντάκτης εντάσσει κατ’ αρχάς το θέμα των γερμανικών σχεδιασμών κατά της Ελλάδας το 1940-1941 στο συνολικό πλαίσιο του γερμανικού σχεδιασμού κατά της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, και εν συνεχεία παραθέτει αναλυτικότερα το ιστορικό των διαδοχικών σχεδιασμών, καθώς οι εξελίξεις προχωρούσαν, που αφορούσαν ειδικότερα το Αιγαίο και τη Λήμνο. Το ιστορικό συνεχίζεται και μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, με μία -σχετικά σύντομη αλλά παρ’ όλα αυτά διαφωτιστική- παράθεση των σχεδιασμών και των επιχειρήσεων στο Αιγαίο καθ’ όλο τον Β’ ΠΠ. Η αξία του ιστορικού δεν έγκειται τόσο στην παράθεση των ιστορικών γεγονότων, όσο στην ένταξή τους στις αντιλήψεις, τις προθέσεις και του σχεδιασμούς των εμπλεκομένων μερών, στην εξήγηση δηλαδή του γιατί σχεδίαζαν και επιχειρούσαν οι αντίπαλοι κατά τον τρόπο που το έπρατταν.

Στο τελευταίο, και σημαντικότερο μέρος του άρθρου, ο συντάκτης προχωρά στην άντληση συμπερασμάτων από το προηγούμενο ιστορικό σχετικά με το Αιγαίο και τα σημερινά στρατηγικά και επιχειρησιακά ζητήματα στα οποία αυτό εμπλέκεται. Η ανάλυση, παρ’ ό,τι σχετικά σύντομη, είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί είναι ουσιώδης· με άλλα λόγια ο συντάκτης δεν εξαντλείται σε αόριστα ή αυτονόητα και τετριμμένα συμπεράσματα περί της «σημασίας του Αιγαίου» αλλά διατυπώνει συμπεράσματα πρωτότυπα, σημαντικά και, κυρίως, πρακτικά για τις σημερινές συνθήκες, τα οποία τεκμηριώνονται ισχυρά από το ιστορικό που έχει προηγηθεί.

Καταληκτικά, αν κάποιος ενδιαφερόμενος για την ελληνική άμυνα θέλει να ενημερωθεί για κάτι περισσότερο και, πιθανότατα πιο ουσιώδες, από αριθμούς και τεχνικά χαρακτηριστικά, το περιοδικό Στρατηγείν και το συγκεκριμένο τεύχος του είναι ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό μέσον.

One Response to Περιοδικό Στρατηγείν – Τεύχος 2ο

  1. Chris says:

    Άσχετο αλλά ξέρει κανείς αν η Τουρκία μπορεί να ολοκληρώσει τα Τ214 μόνη της, εάν υποθέσουμε ότι η Γερμανία θα της επιβάλει εμπάργκο? Ή μήπως πλέον είναι πολύ αργά, διότι ίσως έχουν παραδωθεί όλα τα κρίσιμης τεχνολογίας υλικά?

    Οι Τούρκοι βέβαια έχουν ήδη ρίξει το πρώτο στο νερό. Σε περίπτωση εμπάργκο θα μπορούσαν να βρουν τεχνολογία AIP με μπαταρίες λιθίου, από τη Νότια Κορέα/Ιαπωνία. Κάτι ανάλογο δλδ με αυτό που έκαναν και με Altay.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s