Τεχνικές και επιχειρησιακές σκέψεις για μία σύγχρονη ναυτική αεράμυνα

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Εισαγωγή

Η πολυπλοκότητα και οι προκλήσεις των σύγχρονων ναυτικών επιχειρήσεων επιβάλλουν στα σημερινά και μελλοντικά πολεμικά πλοία επιφανείας κάποιες ιδιαίτερες δυνατότητες όσον αφορά στις απαιτήσεις μέσων, τεχνολογικού εξοπλισμού, αλλά και των δεξιοτήτων / ικανοτήτων προσωπικού, σε βαθμό που καθιστούν πολλές από τις υφιστάμενες μονάδες (φρεγάτες, αντιτορπιλικά, κτλ.) εντελώς παρωχημένες για να ανταπεξέλθουν ή ακόμη και απλά να επιβιώσουν σε ένα βεβαρημένο επιχειρησιακό περιβάλλον αντιαεροπορικού – αντιβληματικού πολέμου. Η ναυτική αεράμυνα, ως μία από τις κύριες συνιστώσες του ναυτικού πολέμου, αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα πολλών παραγόντων, όσον αφορά στη σχεδίαση και στη χρήση των όπλων και αισθητήρων, με τρόπο που αποσκοπεί στην αποτροπή και στον περιορισμό της αποτελεσματικότητας ή ακόμη και στην πλήρη εξουδετέρωση της απειλής.

Η Απειλή

Ενδεικτικά και μόνον, για το οποιοδήποτε πολεμικό ναυτικό, οι εκτιμώμενες εναέριες απειλές εναντίον πλοίων επιφανείας συνίστανται σε κάποιες από τις ακόλουθες:

  • Στόχοι υψηλής ικανότητας ελιγμών, όπως π.χ. τα μαχητικά αεροσκάφη F-15, F-16, F-18 ή τα αντίστοιχα ρωσικά Su-35, κτλ.
  • Στόχοι με stealthy χαρακτηριστικά, όπως π.χ. το Νορβηγικό κατευθυνόμενο βλήμα NSM, το μαχητικό αεροσκάφος F-35, κτλ.
  • Πολλοί ταυτόχρονα επερχόμενοι στόχοι (κατευθυνόμενα βλήματα), που σκοπεύουν στον κορεσμό της αεράμυνας (saturation of air-defense).
  • Βλήματα sea-skimmers, high divers, υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) & υπερ-υπερηxητικά (hypersonic), για τα οποία ο χρόνος αποτελεσματικής αντίδρασης είναι από μικρός έως εξαιρετικά μικρός. Μερικά μόνον παραδείγματα, είναι τα AGM-65G MAVERICK, AGM-88 HARM, AGM-84H/K SLAM-ER, το stealth υπoηχητικό AGM-158C LRASM (Long Range ASM), 3M-54 Kalibr (Club), P-700 Granit (ramjet), το ινδικό BrahMos (υπερηχητικό sea skimming που βασίζεται στο ρωσικό P-800 Oniks / Yakhont), το 3M22 Zircon (SS-N-33) με πρόωση scramjet (έως Mach 8-9), το Kh-47M2 Kinzhal (Dagger) με πρόωση scramjet (έως Mach 10-12), κτλ.
  • Βαλλιστικά βλήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ναυτικών δυνάμεων, π.χ. MGM-120 ATACMS, κτλ.
  • Ελικόπτερα και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV/UCAV), για τα οποία επειδή είναι σχετικά αργά κινούμενα απαιτείται εξαιρετική καταπίεση των παρασιτικών επιστροφών ραντάρ (clutter) για τον έγκαιρο εντοπισμό τους.
  • Βεβαρημένο περιβάλλον ηλεκτρονικών παρεμβολών (jamming).
Σχ.1: Οι πύραυλοι εναντίον πλοίων επιφανείας, της κατηγορίας hypersonic,[1] δηλαδή ταχύτητας > Mach 5 (~2 km/sec και άνω), θεωρητικά συμπιέζουν κατά πολύ τον διατιθέμενο χρόνο αντίδρασης του ανθρώπου χειριστή, μέσα στον κύκλο λήψης απόφασης OODA (Observe–Orient–Decide–Act), με απώτερο στόχο τη διάσπασή του.

Σχ. 2: Το αμερικανικό ναυτικό απασχολείται εδώ και πολύ καιρό με το θέμα της επιβιωσιμότητας των ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων, από την απειλή ενδεχόμενων επιθέσεων κορεσμού με υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) και υπερ-υπερηχητικά (hypersonic) κατευθυνόμενα βλήματα της Ρωσίας και της Κίνας.
Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Μικρασιατική Εκστρατεία στο COSMOTE History

Αρχίζει από σήμερα, στις 21.00, η προβολή του αφιερώματος της εκπομπής «Η Μηχανή του Χρόνου» στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μεταξύ των ειδικών που καταθέτουν τις απόψεις τους για το θέμα, και ο Ταξίαρχος ε.α. κ. Βασίλειος Λουμιώτης, ο γνωστός «Αρματιστής».

Όσοι ενδιαφερόμενοι, προσέλθετε.

Περιοδικό Στρατηγείν – Τεύχος 2ο

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» – το δεύτερο τεύχος του περιοδικού υπό αυτόν τον τίτλο και τέταρτο «πραγματικό» τεύχος από την έναρξη της εκδόσεώς του υπό τον προηγούμενο τίτλο «Στρατηγικόν».

Ο χώρος του στρατιωτικού «ειδικού τύπου» κυριαρχείται από έναν σημαντικό αριθμό περιοδικών εκδόσεων που διέπονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από το ίδιο πνεύμα: την ανάλυση των οπλικών συστημάτων, των τεχνικών τους χαρακτηριστικών, του πλήθους τους, και ενδεχομένως των υφισταμένων ή αναδυομένων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ή σταδιακά πρόκειται να εκμεταλλευτούν τα οπλικά αυτά συστήματα. Έτσι, η αντίληψη και η ανάλυση της στρατιωτικής ισχύος ανάγεται, περίπου, στα μέσα που οι στρατιωτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν. Οι στρατιωτικοί οργανισμοί ανάγονται, περίπου, σε χρήστες και χειριστές των συστημάτων αυτών, ενώ ως τακτική ή στρατηγική εννοείται, περίπου, ο συνδυασμός των συστημάτων αυτών.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πολεμώντας στην Κύπρο – Μύθοι και Πραγματικότητες

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στις 17 Απριλίου 2021 στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα «Άμυνα και Γεωστρατηγική«. Αναδημοσιεύεται εδώ, όχι τόσο γιατί συμφωνούμε κατ’ ανάγκην με όλες τις θέσεις που εκφράζει (με άλλες συμφωνούμε περισσότερο, με άλλες λιγότερο), αλλά γιατί διέπεται από την ορθή γενική σύλληψη της στρατιωτικής κατάστασης στην Κύπρο, και, επιπλέον, από την πολιτική αντίληψη για την άμυνα της Κύπρου την οποία συμμεριζόμαστε απολύτως: η Κύπρος δεν είναι άθυρμα της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος, και πολύ περισσότερο, δεν επιτρέπεται, ούτε δικαιολογείται να αντιμετωπίζει με φόβο την Τουρκία. Και τα δύο αυτά είναι πάντα σημαντικά, αλλά εν όψει της Πενταμερούς, είναι κρίσιμα.

Η ατυχέστατη δήλωση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κ.Δ.) στην οποία αναφέρθηκε πως «μια στρατιωτικοποίηση της κρίσης με την Τουρκία θα ήταν καταστροφική για τον Κυπριακό Ελληνισμό» και πως «η Κύπρος αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού» αποτέλεσε την αφορμή για τη δημοσίευση πληθώρας αναλύσεων και «αναλύσεων» σχετικά με την ικανότητα της Κ.Δ να αμυνθεί απέναντι στην Τουρκία.

Από τις δηλώσεις του Ν. Αναστασιάδη (δείτε εδώ), προκύπτουν μεγάλα ερωτηματικά. Ο Πρόεδρος της Κ.Δ εκφράζει προσωπικές του απόψεις ή αυτή είναι η ενημέρωση που έχει από του συμβούλους του; Ποια η θέση του ΓΕΕΦ για τις δηλώσεις αυτές; (Πηγή φωτογραφίας: Liberal.gr)

Αναφερόμαστε σε αναλύσεις και «αναλύσεις», διότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές προχειροδουλειές που αναρτήθηκαν σε ιστοσελίδες μεγάλης επισκεψιμότητας. Εάν η συγκυρία ήταν διαφορετική, δεν θα μπαίναμε στο παιχνίδι της αντιπαράθεσης και αποδόμησης των «αναλύσεων» αυτών, αλλά θεωρούμε πως στον προθάλαμο της «άτυπης Πενταμερούς» που έχει προετοιμαστεί από τους πάντα «καλοπροαίρετους» ξένους, είναι καθήκον μας να αποκαταστήσουμε την αλήθεια.

Οι Έλληνες (Ελλαδίτες, Κύπριοι και οι υπόλοιποι εν τω κόσμω) έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν την πραγματικότητα, ώστε να θωρακίζονται από τον κάθε είδους ψυχολογικό πόλεμο στον οποίο υποβάλλονται, είτε αυτός προκύπτει από οργανωμένα σύνολα, είτε από την ελαφρότητα ενός στρατιωτικού αναλυτή που προκειμένου να προλάβει τα χρονοδιαγράμματα που έχει λάβει από τις ιστοσελίδες που συνεργάζεται, μας ρίχνει στα μούτρα τρεις παραγράφους τις οποίες τις έγραψε μεταξύ φραπέ και τσιγάρου.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: Κωνσταντίνος Βλάσσης – «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία»

Ή, Κατά της Παραχάραξης της Ιστορίας

Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία,

Κώστας Βλάσσης, Εκδόσεις Δούρειος, Αθήνα 2020

Με την εκπνοή του 2020 εκδόθηκε το βιβλίο του φίλου του ιστολογίου Κωνσταντίνου Βλάσση «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία».  Το βιβλίο έχει μία μικρή σχέση μόνον με τη στρατιωτική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που αποτελεί βασικό αντικείμενο ενδιαφέροντος του ιστολογίου. Έχει όμως μεγάλη σχέση με τη διάλυση ενός από τους πολλούς μύθους που επικρατούν σε σχέση με το συνολικό εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και οι οποίοι αποτελούν προπαγανδιστικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται με ένταση στις μέρες μας για τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Μικρασιατική Καταστροφή έχουν το παράδοξο προνόμιο να ασκούν ακόμη επιρροή στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα· έμμεση ασφαλώς, αλλά δεν είναι δύσκολο για έναν παρατηρητή να εντοπίσει τις υπόγειες διαδρομές που συνδέουν οι θέσεις για ιστορικά γεγονότα με θέσεις σχετικές με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.

Ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός  που τα τελευταία χρόνια τείνει να προσλάβει τέτοιες βαθιά πολιτικές προεκτάσεις, τόσο για την ιστορική περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας όσο και, εμμέσως αλλά σαφέστατα, και για τη τρέχουσα πολιτική, είναι η ψήφιση  από τη Βουλή κατά το θέρος του 1922 -και πριν από τις μάχες του Αυγούστου- ενός νόμου, του -διαβόητου πλέον- Νόμου 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Ο νόμος αυτός, που νομοθετούσε αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του, προφανώς δεν έτυχε καμίας εφαρμογής μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν ξεκίνησε η μαζική, τραγική έξοδος των Ελλήνων από τη Μικρασία, και ως εκ τούτου δεν έγινε κατά την επίμαχη στιγμή αντικείμενο συζητήσεως, μιας και πρακτικά κανείς δεν αντελήφθη ότι ίσχυε. Παρ’ όλα αυτά, τα επόμενα χρόνια ο νόμος περιοδικά «ανακαλύπτονταν» από δημοσιογράφους και πολιτικούς, οι οποίοι τον έφερναν στο δημοσιογραφικό προσκήνιο αποδίδοντάς του μία συγκεκριμένη, όσο και βδελυρή ερμηνεία -σε διάφορες ελαφρές παραλλαγές αλλά πάντοτε με το ίδιο βασικό νόημα:

Ο νόμος αυτός αποτελούσε την «απόδειξη» ότι η τότε κυβέρνηση γνώριζε -αν δεν είχε σχεδιάσει και, πάντως, επιδιώξει- μία μείζονα στρατιωτική ήττα που θα συνέβαινε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, προκειμένου να βρει τη «δικαιολογία» που χρειαζόταν για να απεμπλακεί από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επειδή οι Μικρασιάτες Έλληνες στην μεγάλη τους πλειοψηφία προσέκειντο πολιτικά στη βενιζελική παράταξη, η κυβερνώσα αντιβενιζελική παράταξη διασφάλιζε ότι οι βενιζελικές αυτές μάζες δεν θα συνέρρεαν στην Ελλάδα διαταράσσοντας την -ευνοϊκή γι’ αυτούς- πολιτική ισορροπία στην επικράτεια του τότε Ελληνικού Κράτους. Αυτό θα σήμαινε βέβαια, αυτομάτως, ότι οι ελληνικοί μικρασιατικοί πληθυσμοί θα έμεναν έρμαιο της γενοκτόνου διαθέσεως των τούρκων, όμως ήταν τέτοια η ηθική υποστάθμη των αντιβενιζελικών κυβερνώντων που όχι απλώς δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτό αλλά εν ψυχρώ σχεδίαζαν το εθνικό αυτό έγκλημα. Και, παρεμπιπτόντως, η κατηγορία αυτή ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της κατηγορίας που επισήμως διατυπώθηκε από τους στρατοδίκες στη Δίκη των Εξ: εσκεμμένα και εκ προθέσεως προκάλεσαν την ήττα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρασία.

Για οποιονδήποτε έχει στοιχειώδη εξοικείωση με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την πολιτική της ιστορία, η κατηγορία αυτή είναι, φυσικά, τερατώδης. Όσο βαριές και ασυγχώρητες είναι οι ευθύνες της αντιβενιζελικής ηγεσίας για τη στρατιωτική ήττα στη Μικρασία, ευθύνες που κατά την πεποίθηση του υπογράφοντος δικαιολογούν ιστορικά απολύτως την εκτέλεσή τους, ευθύνες που αφορούν την απόλυτη ανεπάρκειά τους και ανευθυνότητα στη διαχείριση του σημαντικότερου ιστορικού εγχειρήματος της Νεότερης Ελλάδας -εγχείρημα για το οποίο επίμονα και μαχητικά διεκδίκησαν και τελικά κέρδισαν την ευθύνη της διαχείρισης του- άλλο τόσο χυδαία, και πάντως ανυπόστατη, είναι η κατηγορία ότι αυτοί επιδίωξαν σκόπιμα την ήττα και την Καταστροφή. Είναι, παρεμπιπτόντως, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ το 1923 στη Δίκη των Εξ διατυπώθηκαν τόσο βαριές και προδήλως ανυπόστατες κατηγορίες εις βάρος της τότε πολιτικής ηγεσίας, ουδείς σκέφτηκε να συμπεριλάβει την ψήφιση του επίμαχου νόμου στο κατηγορητήριο. Ο λόγος είναι προφανής: καθώς όλοι γνώριζαν γιατί είχε ψηφιστεί ο νόμος, και καθώς τον είχε ψηφίσει χωρίς αντιρρήσεις και η βενιζελική αντιπολίτευση, ουδείς είχε, καν, την ιδέα να χρησιμοποιήσει το ζήτημα, έστω και συκοφαντικά (γιατί αν κάποιος είχε την ιδέα, δεδομένου του κλίματος των ημερών, είναι βέβαιο ότι θα συμπεριλαμβανόταν στο κατηγορητήριο).

Ακόμη κι αν το γενικό πλαίσιο είναι προφανές σε οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο, η ύπαρξη του νόμου 2870 δεν μπορεί να μην προκαλέσει απορία. Την απορία αυτή, άλλωστε, έρχεται να εκμεταλλευτεί η προπαγανδιστική εκμετάλλευση του ζητήματος, παρ’ όλο που το -λιγότερο γνωστό- γεγονός της υπερψήφισης του νόμου στη Βουλή και από τη βενιζελική κοινοβουλευτική μειοψηφία εξ υπαρχής απομακρύνει οποιανδήποτε υπόνοια κομματικής διάστασης στο ζήτημα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση έρχεται να δώσει πλήρη και τεκμηριωμένη απάντηση στο ζήτημα της ύπαρξης και της σκοπιμότητας του διαβόητου νόμου. Με ερευνητική ενεργητικότητα που, ευλόγως άλλωστε, δεν επέδειξε κανείς από όσους θέλησαν να εκμεταλλευτούν προπαγανδιστικά τον νόμο, και με αναλυτική πληρότητα που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το πλαίσιο και τα κίνητρα της ψήφισής του, απαντά τελεσίδικα στο ζήτημα, φωτίζοντας ταυτόχρονα μία πολύ λίγο γνωστή πτυχή της περιόδου της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αυτήν του προσφυγικού ζητήματος πριν από την Καταστροφή.

Το βιβλίο ξεκινά με μία αναλυτική επισκόπηση των αναφορών στον Νόμο 2870, τόσο στη δημοσιογραφική επικαιρότητα όσο και στην επιστημονική βιβλιογραφία, από το 1930, οπότε για πρώτη φορά εγείρει το θέμα ένας δημοσιογράφος, μέχρι σήμερα. Ήδη από την επισκόπηση αυτή καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα του Νόμου και της δήθεν αντιπροσφυγικής και αντιβενιζελικής στόχευσής του εγείρεται περιοδικά από βενιζελικούς δημοσιογράφους, ενώ από τους επαγγελματίες ιστορικούς που σποραδικά και φευγαλέα αναφέρονται σε αυτόν στις εργασίες του, δεν αποδίδεται ποτέ κάποια μεμπτή πρόθεση στην ψήφιση του νόμου.

Εν συνεχεία, το βιβλίο κάνει μία σχετικά σύντομη (40 σελίδες) αλλά πλήρη και ουσιαστική έκθεση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως μάλιστα αυτή διαμορφωνόταν ήδη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μιας και η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελούσε για την Ελλάδα και από οικονομικής πλευράς, όπως και από πολιτικής, την οργανική συνέχεια του Μεγάλου Πολέμου. Η έκθεση της οικονομικής κατάστασης του Κράτους είναι απαραίτητη, γιατί φωτίζει αναλυτικά και την οριακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί τρία συνεχή χρόνια το κράτος, το οποίο διεξήγαγε έναν πόλεμο και έφερε το βάρος της πλήρους στρατιωτικής κινητοποίησης της Χώρας. Η δραματική οικονομική κατάσταση εξηγεί πειστικά την απόλυτη και αντικειμενική αδυναμία του Κράτους να αναλάβει πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονταν ακόμη και με το εξαιρετικά πιεστικό προσφυγικό πρόβλημα της εποχής. Εδώ πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα κάτι που είναι ελάχιστα κατανοητό σήμερα: το Ελληνικό Κράτος της εποχής εκείνης, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών, συμπεριλαμβανομένων των «προηγμένων» κρατών της εποχής, δεν ήταν τα μεγάλα κοινωνικά κράτη της μετά τον Β’ ΠΠ Δύσης, με τις μεγάλες κοινωνικές παροχές και τις παντός είδους ευρύτατες δραστηριότητες «δευτερεύουσας σημασίας». Αυτό σημαίνει ότι, εκ της φύσεώς του, το Κράτος της εποχής εκείνης δεν είχε σημαντικά οικονομικά βάρη τα οποία θα μπορούσε να περικόψει προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλα, έκτακτα και οξέα προβλήματα, όπως το προσφυγικό, που εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά. Αντιθέτως, πέραν του ότι βασιζόταν σε μία πολύ ασθενή εθνική οικονομία, και μάλιστα εμπόλεμη, ήταν αφιερωμένο στην υποστήριξη της τιτάνιας στρατιωτικής προσπάθειας και στη λειτουργία ενός περιορισμένου κρατικού μηχανισμού. Το κεφάλαιο σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία θα δικαιολογούσε από μόνη της την απόκτηση του βιβλίου αυτού, καθώς είναι η μοναδική έκθεση που γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα σε εξειδικευμένες και δυσπροσπέλαστες μονογραφίες σχετικά με το θέμα, και τις συνήθεις αλλά ήκιστα διαφωτιστικές φευγαλέες αναφορές σε «κακή οικονομική κατάσταση» και «μεγάλες οικονομικές δυσκολίες» της Χώρας κατά την περίοδο αυτήν.

Ακολούθως, στον πυρήνα του βιβλίου αναπτύσσεται το προσφυγικό πρόβλημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Εκεί, αναλυτικά και τεκμηριωμένα εξηγείται ότι, σε αντίθεση με την υπεραπλουστευμένη αντίληψη που υφίσταται στο ευρύ κοινό σχετικά με τη δημιουργία του μεγάλου προσφυγικού κύματος από την Ιωνία το 1922, μετά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολία μέχρι την Ιωνία, προσφυγικό πρόβλημα υπήρχε οξύτατο και μεγάλης έκτασης από πολύ νωρίτερα. Ήδη πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέφταναν στην Ελλάδα μαζικά κύματα από κατοίκους της Ιωνίας που εκδιώκονταν από τους Τούρκους, ενώ κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας σχηματίστηκαν μεγάλες προσφυγικές ροές Ελλήνων από τον Πόντο, τόσο κατοίκων του Πόντου όσο και των Ελλήνων που είχαν ήδη φύγει υπό πίεση από τον Πόντο και κατοικούσαν στον Καύκασο, υπό συνθήκες όχι «ιδανικές». Οι πληθυσμοί αυτοί, υπό την πίεση της αναταραχής του Α’ ΠΠ και της Οκτωβριανής Επανάστασης, επεδίωκαν να επανέλθουν στην ασφάλεια της Ελλάδας. Αυτό όμως έθετε για το Ελληνικό Κράτος απαιτήσεις στις οποίες δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που οι προσφυγικές ροές από τον Καύκασο, όπου η κατάσταση αξιολογούταν ως εξαιρετικά δύσκολη αλλά ανεκτή, διακόπηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου, το θέρος του 1920 και επανεκκινήθηκε από τις μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, για να διακοπεί και πάλι εν όψει της επιστράτευσης και της έναρξης των μεγάλων επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921. Επιπλέον, κατά το 19221 οι απαιτήσεις για το Ελληνικό Κράτος αυξάνονταν,  καθώς στην περιοχή του Καυκάσου άρχισε η διάδοση λοιμωδών νοσημάτων. Η αντιμετώπιση των λοιμωδών αυτών νοσημάτων έθετε ακόμη πιο μεγάλες απαιτήσεις στην υποδοχή προσφύγων -για λόγους δημοσίας υγείας. Αυτό με τη σειρά του ανέβαζε ακόμη περισσότερο το κόστος της υποδοχής προσφύγων, οι οποίοι στη Ρωσία ζούσαν υπό δραματικές συνθήκες. Έτσι, το Ελληνικό Κράτος βρέθηκε ενώπιον ενός δραματικού αλλά και εξαιρετικά πιεστικού διλήμματος: είτε να συνεχίσει να υποστηρίζει την πολεμική προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση των πληθυσμών της Μικρασίας ή να υποστηρίξει την υποδοχή των πληθυσμών της Ρωσίας και του Καυκάσου οι οποίοι υφίσταντο οριακές συνθήκες. Το Ελληνικό Κράτος έλαβε την εύλογη απόφαση να αντιμετωπίσει την πολεμική προσπάθεια κατά προτεραιότητα, η οποία σχετιζόταν με την άμεση επιβίωση πολύ μεγαλύτερων πληθυσμών. Στο πλαίσιο της προτεραιότητας αυτής, και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εύλογη, συνεχής εισροή προσφύγων από τον Καύκασο, νομοθετήθηκε από τη Βουλή η απαγόρευση της εισόδου προσφύγων στην επικράτεια. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που ο Νόμος 2870/1922 ψηφίστηκε ομόφωνα, τόσο από την αντιβενιζελική κυβέρνηση όσο και από τη βενιζελική αντιπολίτευση -στοιχείο που οι κατά καιρούς προπαγανδιστές αποφεύγουν συστηματικά να αναφέρουν. Το βιβλίο καθιστά σαφές γιατί δεν υφίσταται ούτε το ενδεχόμενο ο νόμος αυτός να ψηφίστηκε «εν αγνοία» της αντιπολιτεύσεως αλλά με την απολύτως σύμφωνη γνώμη της.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία εξαιρετική, συγκροτημένη και αναλυτική -όσο και ψύχραιμη- έκθεση της κατάστασης αυτής, συνοδευόμενη από άφθονο όσο και εξαιρετικά πολύτιμο υλικό τεκμηρίωσης, προϊόν κοπιώδους ερευνητικής προσπάθειας του συγγραφέα, το οποίο αποδεικνύει με «τεθωρακισμένο» τρόπο την ερμηνεία των επίμαχων γεγονότων από τον συγγραφέα. Ίσως, μάλιστα, το κεντρικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι η θέση του υποστηρίζεται κυρίως με την παράθεση εκτενέστατου πρωτογενούς υλικού και λιγότερο με ανάλυση, επιχειρήματα ή συλλογισμούς του συγγραφέα. Το χαρακτηριστικό αυτό το καθιστά απαιτητικό στην ανάγνωση, προσδίδει όμως και εξαιρετική ισχύ στη θέση του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία πολύτιμη συμβολή στη διευκρίνιση της ιστορίας όχι μόνον της Μικρασιατικής Εκστρατείας αλλά της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας συνολικά.

Συνιστάται ανεπιφύλακτα!

1821-2021: Η αρχή, μόνον, του Τρίτου Γύρου

(Εν όψει της συνέχειας, μικρή βοήθεια σε αγράμματους καλοθελητές για τον «χαρακτήρα της Επαναστάσεως του 1821»)

Προκήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας 23 Μαρτίου 1821

Προειδοποίησις προς τας Ευρωπαϊκάς αυλάς εκ μέρους του φιλογενούς στρατηγού των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη, και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου της Καλαμάτας.

Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και επέκεινα αιώνος κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ειμή μόνον η πνοή, και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.  Εις αυτήν την αθλίαν κατάστασιν όντες, υστερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων.

Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες μας αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας ελύθησαν ήδη, και υψώθησαν μεγαλοψύχως προς όλεθρον της βδελυράς τυραννίας και έλαβον τα όπλα κατά των τυράννων. Οι πόδες οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας ενηγγαρεύσεις της ασπλαχνίας τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν, τον αποτείναξε, και άλλο δεν φρονεί, ειμή την ελευθερίαν. Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον εκτός των ανωφελών παρακλήσεων προς εξιλέωσιν της μανίας των τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει, και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εν ενί λόγω όλοι απεφασίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν, διο και προσκαλούμεν την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαϊκών γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχυτέρως εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας, και να ανανεώσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας.

Δικαίω τω λόγω η μητήρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και δια χρημάτων και δια όπλων, και δια συμβουλής, της οποίας εσμέν ευέλπιδες ότι θέλομεν αξιωθή και ημείς θέλομεν σας ομολογεί άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξει και εμπράκτως την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.

Εκ του Σπαρτιατικού στρατοπέδου της Καλαμάτας τη 25η Μαρτίου 1821, πρώτον έτος της Ελευθερίας.

Πέτρος Μαυρομιχάλης,

Ηγεμών και Αρχιστράτηγος,

και η Μεσσηνιακή Γερουσία εν Καλαμάτα

Εξοπλιστικά Μυστήρια I

Η Ανάγκη Ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων

Για να μην επαναλάβουμε τα τετριμμένα, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν έχουν ενισχυθεί εξοπλιστικά κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη, ενώ τα τελευταία δέκα έπεσαν θύμα περικοπών σε ακόμη πιο θεμελιώδη στοιχεία όπως το προσωπικό, τα λειτουργικά έξοδα και τα ανταλλακτικά. Τα προηγούμενα είχαν, σωρευτικά, σοβαρότατες επιπτώσεις στη συνολική στρατιωτική ισχύ της Χώρας. Οι δύο διαδοχικές τουρκικές επιθέσεις χαμηλής εντάσεως κατά το έτος 2020 έφεραν το γεγονός στο προσκήνιο και δημιούργησαν πίεση για άμεση ενίσχυση της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος.
Η αναγνώριση της αναγκαιότητας για αυξημένη στρατιωτική ισχύ οδήγησε στη δρομολόγηση ενός συνολικού προγράμματος ενίσχυσης της στρατιωτικής ισχύος, το οποίο σχηματικά συνοψίστηκε στις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2020, και το οποίο περιλάμβανε, περίπου κατά λέξη, τα ακόλουθα έξι σημεία:

  1. Η Πολεμική Αεροπορία αποκτά αμέσως μια μοίρα 18 μαχητικών αεροσκαφών Rafale με ταυτόχρονη αντικατάσταση των παλαιότερων Mirage 2000 BG/EG.
  2. Το Πολεμικό Ναυτικό εκκινεί τις διαδικασίες για την ένταξη στον στόλο του τεσσάρων νέων φρεγατών πολλαπλού ρόλου. Παράλληλα, εκσυγχρονίζει και αναβαθμίζει 4 φρεγάτες Meko, που ήδη διαθέτει. Τα νέα σκάφη θα πλαισιωθούν, επίσης, από 4 ναυτικά ελικόπτερα MH-60R.
  3. Εμπλουτίζεται συνολικά το οπλοστάσιο και των τριών Κλάδων, και αμέσως αποκτώνται: νέα αντιαρματικά όπλα για τον Στρατό Ξηράς, νέες τορπίλες βαρέος τύπου για το Πολεμικό Ναυτικό και νέοι κατευθυνόμενοι πύραυλοι για την Πολεμική Αεροπορία.
  4. Το δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων ανανεώνεται με την πρόσληψη 15.000 ανδρών και γυναικών σε ορίζοντα 5ετίας. Ταυτόχρονα, επαναξιολογείται όλο το πλαίσιο της στρατιωτικής θητείας και της εκπαίδευσης, ώστε οι στρατεύσιμοι να αποκτούν δωρεάν πιστοποιημένες δεξιότητες, δηλαδή επαγγελματικά εφόδια για την πολιτική τους ζωή.
  5. Ενεργοποιείται η Αμυντική Βιομηχανία. Ήδη, στα Ναυπηγεία της Ελευσίνας, αμερικανικά κεφάλαια επενδύουν στον εκσυγχρονισμό τους. Στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά σύντομα εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, διατηρώντας τις θέσεις εργασίας. Ολοκληρώθηκε η διαγωνιστική διαδικασία, το αμέσως επόμενο διάστημα επίκειται η ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης της ΕΛΒΟ και αναδιοργανώνεται η ΕΑΒ, ώστε να μετατραπεί σε κέντρο συντήρησης αεροσκαφών για την ευρύτερη περιοχή.
  6. Οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύουν την ψηφιακή τους λειτουργία αλλά και τη θωράκισή τους από κυβερνοεπιθέσεις υβριδικού τύπου. Σε κάθε επιχειρησιακό τους επίπεδο εγκαθίστανται σύγχρονα συστήματα που εξασφαλίζουν ασφαλή ροή στην πληροφορία και συνεπώς έγκαιρη κινητοποίηση.

Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται ότι αποτελούν τη βασική περιγραφή ενός σχεδιαζόμενου, και εν μέρει υλοποιούμενου, προγράμματος δέκα (ή ένδεκα) δις ευρώ, χρονικού ορίζοντα πέντε (ή επτά) ετών για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να διακριθεί σε πέντε επί μέρους στοιχεία:

(α) Μέτρα για την άμβλυνση του οξύτατου προβλήματος επάνδρωσης των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (3) των εξαγγελιών).

(β) Μέτρα για την αντιμετώπιση οξύτατων ελλείψεων σε όπλα, όπως τορπίλες, αντιαρματικά, και αερομεταφερόμενοι πύραυλοι (σημείο (3) των εξαγγελιών) καθώς και σε ανταλλακτικά -στοιχείο που δεν αναφέρθηκε αλλά ήταν το οξύτερο πρόβλημα των τελευταίων ετών.

(γ) Μέτρα για την αμυντική βιομηχανία (σημείο (5) των εξαγγελιών).

(δ) Μέτρα για την κυβερνοασφάλεια (;) των Ενόπλων Δυνάμεων (σημείο (6) των εξαγγελιών).

(ε) Μέτρα για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε μείζονα οπλικά συστήματα και συγκεκριμένα σε μαχητικά αεροσκάφη και κύριες μονάδες στόλου (σημεία (1) και (2)).

Στο παρόν και το επόμενο κείμενο θα σχολιαστούν μόνον τα σχετιζόμενα με το (ε), δηλαδή με τα δύο μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα ή με ό,τι αφορά τον βασικό «αναπτυξιακό» σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Εκτίμηση ραδιοδιατομής (RCS) του πυραύλου επιφανείας-επιφανείας ATMACA

Παναγιώτης Τουζόπουλος* και Κωνσταντίνος Χ. Ζηκίδης**

* Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών

** Τμήμα Αεροπορικών Επιστημών, Σχολή Ικάρων

“Δεν είναι απαραίτητο να αλλάξεις. Η επιβίωση δεν είναι  υποχρεωτική.”

Αποδίδεται στον W. Edwards Deming

 

Η δυνατότητα εκτέλεσης πρώτου πλήγματος είναι κρίσιμης σημασίας στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Καθοριστικός παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί η ραδιοδιατομή ενός οπλικού συστήματος (αεροσκάφος, πλοίο, πύραυλος κ.α.), η οποία καθορίζει την απόσταση που το οπλικό σύστημα θα εντοπιστεί από τα εχθρικά ραντάρ. Αν το οπλικό σύστημα του επιτιθέμενου εντοπιστεί πολύ αργά, θα υπάρχει ελάχιστος χρόνος αντίδρασης από τον αμυνόμενο και πιθανόν να μην μπορέσει να εξουδετερώσει την απειλή.

Η μέση ραδιοδιατομή ενός στόχου είναι μια διαβαθμισμένη πληροφορία. Στην παρούσα προσέγγιση προτείνεται μια μέθοδος, η οποία περιλαμβάνει την τρισδιάστατη μοντελοποίηση ενός στόχου και στην συνέχεια την χρήση της μεθόδου της Φυσικής Οπτικής, για την εκτίμηση της ραδιοδιατομής του στόχου. Η εν λόγω προσέγγιση εφαρμόζεται στον πύραυλο τουρκικής ανάπτυξης και κατασκευής ATMACA, με σκοπό την εκτίμηση της ραδιοδιατομής του.

 

1      ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα τύπου stealth είναι σχεδιασμένα για να μην εντοπίζονται σε μεγάλες αποστάσεις από το εχθρικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και να μειώνουν στο ελάχιστο τον χρόνο αντίδρασης του αμυνόμενου. Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης μπορεί να περιλαμβάνει ραντάρ (radar), υπέρυθρες (infrared – IR), sonar κ.α. Η τεχνολογία stealth μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πλήθος οπλικών συστημάτων όπως αεροσκάφη, πλοία, πυραύλους και άρματα μάχης. Η σημασία της παραπάνω τεχνολογίας είναι καθοριστική καθώς δίνει την δυνατότητα στον επιτιθέμενο να πετύχει ισχυρό πρώτο πλήγμα και να επιφέρει μεγάλες απώλειες στον αμυνόμενο. Οι πρώτες προσπάθειες για ελαχιστοποίηση της απόστασης εντοπισμού από την εχθρική αεράμυνα έγιναν με χρήση ειδικών βαφών ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους και μείωση του θορύβου. Σύγχρονες λύσεις είναι ο σχεδιασμός της γεωμετρίας του οπλικού συστήματος με γνώμονα την ελαχιστοποίηση της προβαλλόμενης, προς τα εχθρικά ραντάρ, διατομής, καθώς και επιλογή γεωμετρικών σχημάτων τα οποία ανακλούν την προσπίπτουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία προς τυχαίες κατευθύνσεις. Επίσης χρησιμοποιούνται ειδικά υλικά τα οποία απορροφούν την προσπίπτουσα ακτινοβολία καθώς και ηλεκτρονικά μέσα.

 Ο υπολογισμός της απόστασης στην οποία θα εντοπιστεί ένα εχθρικό οπλικό σύστημα είναι ζωτικής σημασίας για τον αμυντικό σχεδιασμό κάθε χώρας. Λόγω των ελάχιστων διαθέσιμων πληροφοριών για τα συστήματα ενδιαφέροντος δεν είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά ενός στόχου, όπως η ραδιοδιατομή, τα οποία θα επέτρεπαν στον αμυνόμενο μια ασφαλή εκτίμηση για την απόσταση αποκάλυψης από το υφιστάμενο σύστημα επιτήρησης. Στην παρούσα εργασία προτείνεται μια μεθοδολογία η οποία περιλαμβάνει την τρισδιάστατη μοντελοποίηση των στόχων ενδιαφέροντος με βάση πληροφορίες από ανοιχτές πηγές (φωτογραφίες, βίντεο κ.α.). Ακόμα και με ελάχιστα στοιχεία, για συστήματα τα οποία βρίσκονται υπό ανάπτυξη, μπορεί να γίνει μια εκτίμηση για την ραδιοδιατομή του στόχου. Μετά την σχεδίαση του μοντέλου, γίνεται εισαγωγή του στο πρόγραμμα POFACETS 4.1 [1], το οποίο λειτουργεί σε περιβάλλον MATLAB. Στην συνέχεια μετά την αρχικοποίηση των παραμέτρων από τον χρήστη υπολογίζεται η ραδιοδιατομή του στόχου με την προσεγγιστική μέθοδο της Φυσικής Οπτικής η οποία επιτρέπει την εξέταση μεγάλων γεωμετρικά στόχων με σχετικά μικρή επεξεργαστική ισχύ.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένδεκα Θέσεις για την Ελληνική Αμυντική Πολιτική

Εισαγωγή

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Πρωθυπουργός της Χώρας προέβη από τη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης σε σημαντικές εξαγγελίες για την Άμυνα, «εμβληματικές» όπως (άστοχα) ο ίδιος τις χαρακτήρισε. Οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται να αντιστοιχούν σε πραγματικές προθέσεις, αφού η υλοποίησή τους είτε έχει ήδη ξεκινήσει, όπως στην περίπτωση της απόκτησης των δέκα οκτώ μαχητικών αεροσκαφών Rafale, είτε έχουν δρομολογηθεί, όπως η παράταση της στρατιωτικής θητείας στους δώδεκα μήνες. Η όλη προσπάθεια για ενίσχυση της σημαντικά αποδυναμωμένης ελληνικής στρατιωτικής ισχύος έχει πυροσβεστικό χαρακτήρα, καθώς κυρίως επιχειρεί να δώσει λύσεις στα πλέον πιεστικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δέκα πέντε έτη. Από πλευράς χρηματικών πόρων, ο σχεδιασμός φαίνεται ότι βασίζεται στην πρόβλεψη για διάθεση δέκα (ή ένδεκα) δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τα επόμενα πέντε (ή επτά) έτη. Το ποσό αυτό φαίνεται να αφορά τις δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων και κατασκευής στρατιωτικών υποδομών, αν και ο σχεδιασμός συμπεριλαμβάνει εξαγγελίες μέτρων που θα έχουν και αύξηση των λειτουργικών δαπανών.

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχουν πυροδοτήσει εντονότατες συζητήσεις στον ημερήσιο και ειδικό τύπο σχετικά με επιμέρους πτυχές τους, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τεχνικά ή επιχειρηματικά ζητήματα.

Στο παρόν κείμενο θα διατυπωθούν ορισμένες βασικές ανησυχίες σχετικά με την ακολουθούμενη από την Ελλάδα πολιτική εθνικής άμυνας σε βάθος χρόνου. Η πολιτική εθνικής άμυνας που ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, με σαφέστερα ευδιάκριτο και εντεινόμενο χαρακτήρα από τη δεκαετία του 1990, έχει βασικά, εγγενή στοιχεία που οδηγούν την Ελλάδα σε αδιέξοδο στο περιβάλλον της.

Οι θέσεις που θα διατυπωθούν δεν αποτελούν κριτική στις εξαγγελθείσες πολιτικές, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές στην πλειοψηφία τους αποτελούν πυροσβεστικές ενέργειες. Όμως η στρατιωτική ισχύς δεν χτίζεται σε μία πενταετία (ή επταετία), αλλά -όποτε προκύπτει- είναι αποτέλεσμα επαρκούς πολιτικής σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από την άλλη, ακόμη και σε μικρό χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να διαφανεί εάν ακολουθείται πολιτική άμυνας η οποία μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, ή εάν απλώς μπαλώνονται βραχυπρόθεσμα οι ανάγκες που έχουν καταστεί ανυπερθέτως πιεστικές, και μάλιστα υπό την πίεση κάποιου συμβάντος.

Καθώς οι εξαγγελίες της ΔΕΘ άπτονται γενικότερων ζητημάτων αμυντικής πολιτικής, οι θέσεις που θα διατυπωθούν αφορούν ακριβώς την αμυντική πολιτική, δηλαδή το επίπεδο στο οποίο οι πολιτικές ηγεσίες διευθύνουν, διαχειρίζονται και εμπλέκονται με τα στρατιωτικά ζητήματα.

Οι ανησυχίες που θα διατυπωθούν ακολούθως διατυπώνονται μόνον ως θέσεις, χωρίς να τεκμηριώνονται. Η τεκμηρίωση μίας εκάστης εξ αυτών απαιτεί μία ανάλυση από μόνη της, και θα γίνει εν καιρώ.

Εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, ενώ η στρατιωτική ισχύς της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, στην πράξη καμία πολιτική απόφαση ή πορεία στο διεθνές πεδίο στην πράξη δεν οφείλεται σε ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατιωτική ισχύ ή το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κουίζ

Από το 1974 (λαμβάνεται συμβατικά ως χρονικό ορόσημο – δεν υπονοείται κάτι για την προηγούμενη περίοδο) μέχρι σήμερα, πόσες συμβάσεις για την προμήθεια κυρίων οπλικών συστημάτων έχουν ανατεθεί κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας και πόσες με διακρατική συμφωνία ή με απ’ ευθείας ανάθεση;

(Για πολιτικούς λόγους ή λόγω υπερεπειγουσών αναγκών.)

Τι συμπέρασμα μπορεί να αντλήσει κάποιος τρίτος παρατηρητής από την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα;