Αντιτορπιλική Προστασία Πλοίων Επιφανείας και Υποβρυχίων

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Από το βιβλίο «Εισαγωγή στην υδροακουστική και στην τεχνολογία Sonar»

Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα 2019

ISBN 978-960-491-133-2

Εισαγωγή

Ένα σοβαρό πρόβλημα ζωτικής σημασίας, τόσο των πλοίων επιφανείας όσο και των υποβρυχίων αποτελεί ο έγκαιρος εντοπισμός, καθώς επίσης η αποφυγή και η εξουδετέρωση των διαρκώς τεχνολογικά εξελισσόμενων υποβρυχίων όπλων (τορπιλών και ναρκών). Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των όπλων αυτών είναι από τη φύση της ένα αρκετά περίπλοκο έργο. Οι μικροί χρόνοι αντίδρασης, το αντίξοο θαλάσσιο περιβάλλον και οι αυξημένες ικανότητες των μοντέρνων υποβρυχίων όπλων συνθέτουν ένα δύσκολο πρόβλημα για την επιτυχή αντιμετώπιση των συγκεκριμένων απειλών.

Όμως, παρά τη σοβαρότητα του προβλήματος, οι τεχνικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις, καθώς επίσης και οι τακτικές δράσης για την αντιτορπιλική άμυνα, δεν είναι επαρκώς καθορισμένες με την απαραίτητη σαφήνεια και συνοχή, όπως πχ αυτό αντίστοιχα συμβαίνει με την αντιβληματική άμυνα. Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει επαρκής τυποποίηση για το ποιοι ακριβώς αισθητήρες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση, την αναγνώριση και την παρακολούθηση της επερχόμενης τορπίλης, ποια είναι η απαιτούμενη ακρίβεια προσδιορισμού της θέσης και της ταχύτητάς της, ποια είναι η εφικτή ακρίβεια από τους διαθέσιμους αισθητήρες, σε ποιες αποστάσεις θα πρέπει να διεξάγεται η αναχαίτιση / εμπλοκή με την επερχόμενη τορπίλη, με ποιο είδος όπλου, πως αυτό θα κατευθύνεται στο στόχο, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος και τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά των soft kill αντιμέτρων (παρεμβολέων, αυτοκινούμενων decoys, κτλ). Οι ανεπαρκείς απαντήσεις που υπάρχουν στα ερωτήματα αυτά, καθιστούν την αντιτορπιλική προστασία των μονάδων αντικείμενο νέων ιδεών και πειραματισμού. Σήμερα, διεξάγονται οι εντατικότερες έρευνες από ποτέ, για την εξεύρεση ακόμη εξυπνότερων και αποτελεσματικότερων τεχνικών αντιμετώπισης των εξελιγμένων ηλεκτρονικών τορπιλών και ναρκών.

Ιστορικά, τα πρώτα αντίμετρα εναντίον των τορπιλών ήταν εντελώς παθητικά, όπως πχ η τοποθέτηση συρμάτινων φραγμάτων γύρω από αγκυροβολημένα πλοία και η κατασκευή στεγανών διαμερισμάτων πλευρικά της γάστρας των πλοίων για την απορρόφηση της ενδεχόμενης έκρηξης. Δεδομένου ότι οι πρώτες τορπίλες είχαν χαμηλή ταχύτητα και έπλεαν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, ήταν σχετικά δυνατή η αποφυγή, αλλά και η εξουδετέρωσή τους ακόμη και από μικρά πυροβόλα όπλα μικρού διαμετρήματος. 

Η αντιμετώπιση των ακουστικών τορπιλών και ναρκών, αρχικά στηριζόταν κυρίως στη λήψη μέτρων μείωσης του εκπεμπόμενου αυτοθορύβου και της μαγνητικής υπογραφής εκ μέρους του αμυνόμενου σκάφους / πλατφόρμας, καθώς επίσης και στον έλεγχο της λειτουργίας των συστημάτων sonar (ελαχιστοποίηση των εκπομπών των ενεργητικών συστημάτων και εντοπισμός επερχόμενων τορπιλών με την εκμετάλλευση των παθητικών συστημάτων sonar). Στη συνέχεια, μεταξύ των άλλων ακολούθησε η ανάπτυξη διαφόρων τύπων υλικών αντιμέτρων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την εξαπάτηση της επιτιθέμενης τορπίλης, έτσι ώστε να κερδηθεί χρόνος χειρισμού διαφυγής για την επιβίωση του αμυνόμενου. Με τη σημερινή τεχνολογία υπάρχει πλέον η δυνατότητα χρήσης ενεργών αντιμέτρων (soft & hard kill), που θεωρητικά τουλάχιστον παρέχουν στον αμυνόμενο ακόμη και την ευκαιρία της αντεπίθεσης.

Στη συνέχεια, εξετάζονται τα κυριότερα από τα αντιτορπιλικά αντίμετρα / πηγές παρεμβολών (maskers, jammers, decoys, κτλ), όπως επίσης και η πιθανή τους μελλοντική εξέλιξη. 

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Πόλεμος που Μπορούσε να Κερδηθεί

Τα Λάθη της Ανώτατης Διεύθυνσης των Επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την Κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ [1]

Άρθρο του Ταξίαρχου ε.α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΟΥΜΙΩΤΗ δημοσιευθέν στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  της 14ης – 15ης Αυγούστου 2021 [2]

Το αποτέλεσμα των πολέμων και των πολεμικών επιχειρήσεων κρίνεται πάντοτε στο στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο

Την 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου.[3] Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δ. Γούναρης που ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία  της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος.

Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες Αντιστράτηγο Α. Παπούλα. Ο Παπούλας στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς Συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο Μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του Τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο Τουρκικός στρατός ήταν μία κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθος του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα Μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του Ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως Τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Επιχειρησιακές Προοπτικές της Τουρκικής Αεροπορίας: Προς μία «αλλαγή παραδείγματος»;

(Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τον Γ.Δ. για την πολύτιμη κριτική του και τις παρατηρήσεις του για το κείμενο, καθώς και τον Σ.Κ. για τις ειδικές πληροφορίες που μου παρείχε.)

Πρόλογος

Μία κεντρική παράμετρος για την αποτίμηση του ισοζυγίου ισχύος μεταξύ της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) και της Τουρκικής Αεροπορίας (ΤΑ) αλλά και του σχεδιασμού του μέλλοντος της ΠΑ είναι οι αντιλήψεις της ΤΑ σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Στο παρόν διατυπώνεται η άποψη ότι οι τρέχουσες τεχνολογικές και πολιτικές εξελίξεις οδηγούν την ΤΑ σε έναν σταδιακό αλλά συνειδητό και συγκροτημένο μετασχηματισμό βασικών αντιλήψεων επιχειρήσεων (“concepts of operations”) και δόγματος. Ο μετασχηματισμός αυτός διαφαίνεται ήδη από τεχνολογικές, εξοπλιστικές και επιχειρησιακές επιλογές της ΤΑ, αναγκαστικές ή ηθελημένες, αλλά  εκτιμάται ότι θα ενταθεί δραματικά εντός των επομένων πέντε έως δέκα ετών.

Τονίζεται ότι το παρόν κείμενο αφορά αποκλειστικά διαφαινόμενες εξελίξεις στην ΤΑ και δεν ασχολείται καθόλου με την ΠΑ και την δική της πορεία ή τρόπους αντιδράσεως στην εξέλιξη αυτή.

Επισκόπηση της Παρούσας Καταστάσεως

Ο Οργανισμός της ΤΑ

Η  ΤΑ αποτελεί έναν οργανισμό με καλή αντίληψη του αεροπορικού πολέμου. Η ανάπτυξή της κατά το παρελθόν, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 μέχρι και τη δεκαετία του 2010, ακολούθησε τα νατοϊκά πρότυπα, με έμφαση στην πληρότητα του φάσματος ικανοτήτων που έχει μία σύγχρονη αεροπορική δύναμη. Είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι, παρά τη μικρότερη ικανότητα που παγίως έχουν επιδείξει τα πληρώματα της ΤΑ στην εναέρια μάχη, αυτή έχει επιδείξει μία αξιοσημείωτη επιμονή στην ανάπτυξη του συνόλου του φάσματος των ικανοτήτων που συγκροτούν την αεροπορική ισχύ -και όχι απλώς στην επίδοση των πληρωμάτων της στη μάχη αέρος-αέρος. Επιπλέον, η ΤΑ προέρχεται από έναν οργανισμό, τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ), με μεγάλη και ζωντανή παράδοση στο επιχειρησιακό και το στρατηγικό επίπεδο του πολέμου. Είναι κοινός τόπος ότι η υπεροχή στο τακτικό επίπεδο δύσκολα μπορεί να αντισταθμίσει την υστέρηση στο επιχειρησιακό επίπεδο.

Βασικά Στοιχεία του Οπλοστασίου της ΤΑ

Θα εκτεθούν επιγραμματικά ορισμένα βασικά στοιχεία του οπλοστασίου της ΤΑ, με πρόθεση όχι την πληρότητα της καταγραφής αλλά τη σκιαγράφηση της δομής και της φύσης του, με έμφαση σε στοιχεία που έχουν ειδική σημασία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κύπρος 1974: Η στρατηγική της ήττας

Αντιστρατήγου (ε.α.) Παναγιώτη Γκαρτζονίκα

(Αναδημοσίευση άρθρου από την εφημερίδα Liberal. Το αναδημοσιευόμενο άρθρο αποτελεί περίληψη μιας ευρύτερης ανάλυσης που έχει δημοσιευθεί στο Τεύχος 2 του περιοδικού ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΝ.)

Το Κυπριακό είναι από τα ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα από το 1955 και αποτέλεσε έκτοτε ένα από τα κύρια σημεία αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Η Ελλάδα αρχικά θεωρούσε πως θα λύσει το ζήτημα με διπλωματικά μέσα και δεν χάραξε ποτέ μια μακροχρόνια στρατηγική. Σε όλες τις κρίσεις στη συνέχεια το 1964, το 1967 και το 1974 η Ελλάδα δίστασε ή φάνηκε απρόθυμη να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο. Ιδιαίτερα το 1974 η δικτατορία ανέτρεψε με πραξικόπημα τον Μακάριο χωρίς σοβαρή στρατηγική αξιολόγηση και με μηδενική επίγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Η εν συνεχεία εισβολή των Τούρκων αιφνιδίασε την Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα, η οποία παρέλυσε χωρίς θέληση να επέμβει, χωρίς στρατηγική αλλά και χωρίς σχέδιο ενεργείας.

Από τις 20 Ιουλίου μέχρι τις 16 Αυγούστου 1974, η Τουρκία ενεργούσε επιχειρήσεις στην Κύπρο και η Ελλάδα, τόσο με δικτατορική όσο και με δημοκρατική κυβέρνηση, παρακολουθούσε, ανίκανη να αντιδράσει, φοβούμενη πόλεμο με την Τουρκία. Οι Έλληνες αισθάνθηκαν ότι έχασαν χωρίς στην ουσία να έχουν αγωνισθεί όπως θα έπρεπε και όπως θα ήθελαν. Κάτι τέτοιο, μαζί με όσα επακολούθησαν μετά το 1974, έχει οδηγήσει σε μια αίσθηση αδυναμίας απέναντι στην Τουρκία. Η κατάσταση σήμερα στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο θα ήταν ασφαλώς διαφορετική, αν η Ελλάδα είχε επέμβει στην Κύπρο.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τεχνικές και επιχειρησιακές σκέψεις για μία σύγχρονη ναυτική αεράμυνα

Υποναυάρχου (ε.α.) Γεωργίου Σάγου ΠΝ

Εισαγωγή

Η πολυπλοκότητα και οι προκλήσεις των σύγχρονων ναυτικών επιχειρήσεων επιβάλλουν στα σημερινά και μελλοντικά πολεμικά πλοία επιφανείας κάποιες ιδιαίτερες δυνατότητες όσον αφορά στις απαιτήσεις μέσων, τεχνολογικού εξοπλισμού, αλλά και των δεξιοτήτων / ικανοτήτων προσωπικού, σε βαθμό που καθιστούν πολλές από τις υφιστάμενες μονάδες (φρεγάτες, αντιτορπιλικά, κτλ.) εντελώς παρωχημένες για να ανταπεξέλθουν ή ακόμη και απλά να επιβιώσουν σε ένα βεβαρημένο επιχειρησιακό περιβάλλον αντιαεροπορικού – αντιβληματικού πολέμου. Η ναυτική αεράμυνα, ως μία από τις κύριες συνιστώσες του ναυτικού πολέμου, αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα πολλών παραγόντων, όσον αφορά στη σχεδίαση και στη χρήση των όπλων και αισθητήρων, με τρόπο που αποσκοπεί στην αποτροπή και στον περιορισμό της αποτελεσματικότητας ή ακόμη και στην πλήρη εξουδετέρωση της απειλής.

Η Απειλή

Ενδεικτικά και μόνον, για το οποιοδήποτε πολεμικό ναυτικό, οι εκτιμώμενες εναέριες απειλές εναντίον πλοίων επιφανείας συνίστανται σε κάποιες από τις ακόλουθες:

  • Στόχοι υψηλής ικανότητας ελιγμών, όπως π.χ. τα μαχητικά αεροσκάφη F-15, F-16, F-18 ή τα αντίστοιχα ρωσικά Su-35, κτλ.
  • Στόχοι με stealthy χαρακτηριστικά, όπως π.χ. το Νορβηγικό κατευθυνόμενο βλήμα NSM, το μαχητικό αεροσκάφος F-35, κτλ.
  • Πολλοί ταυτόχρονα επερχόμενοι στόχοι (κατευθυνόμενα βλήματα), που σκοπεύουν στον κορεσμό της αεράμυνας (saturation of air-defense).
  • Βλήματα sea-skimmers, high divers, υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) & υπερ-υπερηxητικά (hypersonic), για τα οποία ο χρόνος αποτελεσματικής αντίδρασης είναι από μικρός έως εξαιρετικά μικρός. Μερικά μόνον παραδείγματα, είναι τα AGM-65G MAVERICK, AGM-88 HARM, AGM-84H/K SLAM-ER, το stealth υπoηχητικό AGM-158C LRASM (Long Range ASM), 3M-54 Kalibr (Club), P-700 Granit (ramjet), το ινδικό BrahMos (υπερηχητικό sea skimming που βασίζεται στο ρωσικό P-800 Oniks / Yakhont), το 3M22 Zircon (SS-N-33) με πρόωση scramjet (έως Mach 8-9), το Kh-47M2 Kinzhal (Dagger) με πρόωση scramjet (έως Mach 10-12), κτλ.
  • Βαλλιστικά βλήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ναυτικών δυνάμεων, π.χ. MGM-120 ATACMS, κτλ.
  • Ελικόπτερα και μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV/UCAV), για τα οποία επειδή είναι σχετικά αργά κινούμενα απαιτείται εξαιρετική καταπίεση των παρασιτικών επιστροφών ραντάρ (clutter) για τον έγκαιρο εντοπισμό τους.
  • Βεβαρημένο περιβάλλον ηλεκτρονικών παρεμβολών (jamming).
Σχ.1: Οι πύραυλοι εναντίον πλοίων επιφανείας, της κατηγορίας hypersonic,[1] δηλαδή ταχύτητας > Mach 5 (~2 km/sec και άνω), θεωρητικά συμπιέζουν κατά πολύ τον διατιθέμενο χρόνο αντίδρασης του ανθρώπου χειριστή, μέσα στον κύκλο λήψης απόφασης OODA (Observe–Orient–Decide–Act), με απώτερο στόχο τη διάσπασή του.

Σχ. 2: Το αμερικανικό ναυτικό απασχολείται εδώ και πολύ καιρό με το θέμα της επιβιωσιμότητας των ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων, από την απειλή ενδεχόμενων επιθέσεων κορεσμού με υποηχητικά (subsonic), υπερηχητικά (supersonic) και υπερ-υπερηχητικά (hypersonic) κατευθυνόμενα βλήματα της Ρωσίας και της Κίνας.
Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Μικρασιατική Εκστρατεία στο COSMOTE History

Αρχίζει από σήμερα, στις 21.00, η προβολή του αφιερώματος της εκπομπής «Η Μηχανή του Χρόνου» στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μεταξύ των ειδικών που καταθέτουν τις απόψεις τους για το θέμα, και ο Ταξίαρχος ε.α. κ. Βασίλειος Λουμιώτης, ο γνωστός «Αρματιστής».

Όσοι ενδιαφερόμενοι, προσέλθετε.

Περιοδικό Στρατηγείν – Τεύχος 2ο

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» – το δεύτερο τεύχος του περιοδικού υπό αυτόν τον τίτλο και τέταρτο «πραγματικό» τεύχος από την έναρξη της εκδόσεώς του υπό τον προηγούμενο τίτλο «Στρατηγικόν».

Ο χώρος του στρατιωτικού «ειδικού τύπου» κυριαρχείται από έναν σημαντικό αριθμό περιοδικών εκδόσεων που διέπονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από το ίδιο πνεύμα: την ανάλυση των οπλικών συστημάτων, των τεχνικών τους χαρακτηριστικών, του πλήθους τους, και ενδεχομένως των υφισταμένων ή αναδυομένων τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ή σταδιακά πρόκειται να εκμεταλλευτούν τα οπλικά αυτά συστήματα. Έτσι, η αντίληψη και η ανάλυση της στρατιωτικής ισχύος ανάγεται, περίπου, στα μέσα που οι στρατιωτικοί οργανισμοί χρησιμοποιούν. Οι στρατιωτικοί οργανισμοί ανάγονται, περίπου, σε χρήστες και χειριστές των συστημάτων αυτών, ενώ ως τακτική ή στρατηγική εννοείται, περίπου, ο συνδυασμός των συστημάτων αυτών.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πολεμώντας στην Κύπρο – Μύθοι και Πραγματικότητες

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στις 17 Απριλίου 2021 στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα «Άμυνα και Γεωστρατηγική«. Αναδημοσιεύεται εδώ, όχι τόσο γιατί συμφωνούμε κατ’ ανάγκην με όλες τις θέσεις που εκφράζει (με άλλες συμφωνούμε περισσότερο, με άλλες λιγότερο), αλλά γιατί διέπεται από την ορθή γενική σύλληψη της στρατιωτικής κατάστασης στην Κύπρο, και, επιπλέον, από την πολιτική αντίληψη για την άμυνα της Κύπρου την οποία συμμεριζόμαστε απολύτως: η Κύπρος δεν είναι άθυρμα της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος, και πολύ περισσότερο, δεν επιτρέπεται, ούτε δικαιολογείται να αντιμετωπίζει με φόβο την Τουρκία. Και τα δύο αυτά είναι πάντα σημαντικά, αλλά εν όψει της Πενταμερούς, είναι κρίσιμα.

Η ατυχέστατη δήλωση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κ.Δ.) στην οποία αναφέρθηκε πως «μια στρατιωτικοποίηση της κρίσης με την Τουρκία θα ήταν καταστροφική για τον Κυπριακό Ελληνισμό» και πως «η Κύπρος αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού» αποτέλεσε την αφορμή για τη δημοσίευση πληθώρας αναλύσεων και «αναλύσεων» σχετικά με την ικανότητα της Κ.Δ να αμυνθεί απέναντι στην Τουρκία.

Από τις δηλώσεις του Ν. Αναστασιάδη (δείτε εδώ), προκύπτουν μεγάλα ερωτηματικά. Ο Πρόεδρος της Κ.Δ εκφράζει προσωπικές του απόψεις ή αυτή είναι η ενημέρωση που έχει από του συμβούλους του; Ποια η θέση του ΓΕΕΦ για τις δηλώσεις αυτές; (Πηγή φωτογραφίας: Liberal.gr)

Αναφερόμαστε σε αναλύσεις και «αναλύσεις», διότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές προχειροδουλειές που αναρτήθηκαν σε ιστοσελίδες μεγάλης επισκεψιμότητας. Εάν η συγκυρία ήταν διαφορετική, δεν θα μπαίναμε στο παιχνίδι της αντιπαράθεσης και αποδόμησης των «αναλύσεων» αυτών, αλλά θεωρούμε πως στον προθάλαμο της «άτυπης Πενταμερούς» που έχει προετοιμαστεί από τους πάντα «καλοπροαίρετους» ξένους, είναι καθήκον μας να αποκαταστήσουμε την αλήθεια.

Οι Έλληνες (Ελλαδίτες, Κύπριοι και οι υπόλοιποι εν τω κόσμω) έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν την πραγματικότητα, ώστε να θωρακίζονται από τον κάθε είδους ψυχολογικό πόλεμο στον οποίο υποβάλλονται, είτε αυτός προκύπτει από οργανωμένα σύνολα, είτε από την ελαφρότητα ενός στρατιωτικού αναλυτή που προκειμένου να προλάβει τα χρονοδιαγράμματα που έχει λάβει από τις ιστοσελίδες που συνεργάζεται, μας ρίχνει στα μούτρα τρεις παραγράφους τις οποίες τις έγραψε μεταξύ φραπέ και τσιγάρου.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: Κωνσταντίνος Βλάσσης – «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία»

Ή, Κατά της Παραχάραξης της Ιστορίας

Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία,

Κώστας Βλάσσης, Εκδόσεις Δούρειος, Αθήνα 2020

Με την εκπνοή του 2020 εκδόθηκε το βιβλίο του φίλου του ιστολογίου Κωνσταντίνου Βλάσση «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία».  Το βιβλίο έχει μία μικρή σχέση μόνον με τη στρατιωτική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που αποτελεί βασικό αντικείμενο ενδιαφέροντος του ιστολογίου. Έχει όμως μεγάλη σχέση με τη διάλυση ενός από τους πολλούς μύθους που επικρατούν σε σχέση με το συνολικό εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και οι οποίοι αποτελούν προπαγανδιστικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται με ένταση στις μέρες μας για τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Μικρασιατική Καταστροφή έχουν το παράδοξο προνόμιο να ασκούν ακόμη επιρροή στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα· έμμεση ασφαλώς, αλλά δεν είναι δύσκολο για έναν παρατηρητή να εντοπίσει τις υπόγειες διαδρομές που συνδέουν οι θέσεις για ιστορικά γεγονότα με θέσεις σχετικές με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.

Ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός  που τα τελευταία χρόνια τείνει να προσλάβει τέτοιες βαθιά πολιτικές προεκτάσεις, τόσο για την ιστορική περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας όσο και, εμμέσως αλλά σαφέστατα, και για τη τρέχουσα πολιτική, είναι η ψήφιση  από τη Βουλή κατά το θέρος του 1922 -και πριν από τις μάχες του Αυγούστου- ενός νόμου, του -διαβόητου πλέον- Νόμου 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Ο νόμος αυτός, που νομοθετούσε αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του, προφανώς δεν έτυχε καμίας εφαρμογής μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν ξεκίνησε η μαζική, τραγική έξοδος των Ελλήνων από τη Μικρασία, και ως εκ τούτου δεν έγινε κατά την επίμαχη στιγμή αντικείμενο συζητήσεως, μιας και πρακτικά κανείς δεν αντελήφθη ότι ίσχυε. Παρ’ όλα αυτά, τα επόμενα χρόνια ο νόμος περιοδικά «ανακαλύπτονταν» από δημοσιογράφους και πολιτικούς, οι οποίοι τον έφερναν στο δημοσιογραφικό προσκήνιο αποδίδοντάς του μία συγκεκριμένη, όσο και βδελυρή ερμηνεία -σε διάφορες ελαφρές παραλλαγές αλλά πάντοτε με το ίδιο βασικό νόημα:

Ο νόμος αυτός αποτελούσε την «απόδειξη» ότι η τότε κυβέρνηση γνώριζε -αν δεν είχε σχεδιάσει και, πάντως, επιδιώξει- μία μείζονα στρατιωτική ήττα που θα συνέβαινε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, προκειμένου να βρει τη «δικαιολογία» που χρειαζόταν για να απεμπλακεί από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επειδή οι Μικρασιάτες Έλληνες στην μεγάλη τους πλειοψηφία προσέκειντο πολιτικά στη βενιζελική παράταξη, η κυβερνώσα αντιβενιζελική παράταξη διασφάλιζε ότι οι βενιζελικές αυτές μάζες δεν θα συνέρρεαν στην Ελλάδα διαταράσσοντας την -ευνοϊκή γι’ αυτούς- πολιτική ισορροπία στην επικράτεια του τότε Ελληνικού Κράτους. Αυτό θα σήμαινε βέβαια, αυτομάτως, ότι οι ελληνικοί μικρασιατικοί πληθυσμοί θα έμεναν έρμαιο της γενοκτόνου διαθέσεως των τούρκων, όμως ήταν τέτοια η ηθική υποστάθμη των αντιβενιζελικών κυβερνώντων που όχι απλώς δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτό αλλά εν ψυχρώ σχεδίαζαν το εθνικό αυτό έγκλημα. Και, παρεμπιπτόντως, η κατηγορία αυτή ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της κατηγορίας που επισήμως διατυπώθηκε από τους στρατοδίκες στη Δίκη των Εξ: εσκεμμένα και εκ προθέσεως προκάλεσαν την ήττα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρασία.

Για οποιονδήποτε έχει στοιχειώδη εξοικείωση με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την πολιτική της ιστορία, η κατηγορία αυτή είναι, φυσικά, τερατώδης. Όσο βαριές και ασυγχώρητες είναι οι ευθύνες της αντιβενιζελικής ηγεσίας για τη στρατιωτική ήττα στη Μικρασία, ευθύνες που κατά την πεποίθηση του υπογράφοντος δικαιολογούν ιστορικά απολύτως την εκτέλεσή τους, ευθύνες που αφορούν την απόλυτη ανεπάρκειά τους και ανευθυνότητα στη διαχείριση του σημαντικότερου ιστορικού εγχειρήματος της Νεότερης Ελλάδας -εγχείρημα για το οποίο επίμονα και μαχητικά διεκδίκησαν και τελικά κέρδισαν την ευθύνη της διαχείρισης του- άλλο τόσο χυδαία, και πάντως ανυπόστατη, είναι η κατηγορία ότι αυτοί επιδίωξαν σκόπιμα την ήττα και την Καταστροφή. Είναι, παρεμπιπτόντως, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ το 1923 στη Δίκη των Εξ διατυπώθηκαν τόσο βαριές και προδήλως ανυπόστατες κατηγορίες εις βάρος της τότε πολιτικής ηγεσίας, ουδείς σκέφτηκε να συμπεριλάβει την ψήφιση του επίμαχου νόμου στο κατηγορητήριο. Ο λόγος είναι προφανής: καθώς όλοι γνώριζαν γιατί είχε ψηφιστεί ο νόμος, και καθώς τον είχε ψηφίσει χωρίς αντιρρήσεις και η βενιζελική αντιπολίτευση, ουδείς είχε, καν, την ιδέα να χρησιμοποιήσει το ζήτημα, έστω και συκοφαντικά (γιατί αν κάποιος είχε την ιδέα, δεδομένου του κλίματος των ημερών, είναι βέβαιο ότι θα συμπεριλαμβανόταν στο κατηγορητήριο).

Ακόμη κι αν το γενικό πλαίσιο είναι προφανές σε οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο, η ύπαρξη του νόμου 2870 δεν μπορεί να μην προκαλέσει απορία. Την απορία αυτή, άλλωστε, έρχεται να εκμεταλλευτεί η προπαγανδιστική εκμετάλλευση του ζητήματος, παρ’ όλο που το -λιγότερο γνωστό- γεγονός της υπερψήφισης του νόμου στη Βουλή και από τη βενιζελική κοινοβουλευτική μειοψηφία εξ υπαρχής απομακρύνει οποιανδήποτε υπόνοια κομματικής διάστασης στο ζήτημα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση έρχεται να δώσει πλήρη και τεκμηριωμένη απάντηση στο ζήτημα της ύπαρξης και της σκοπιμότητας του διαβόητου νόμου. Με ερευνητική ενεργητικότητα που, ευλόγως άλλωστε, δεν επέδειξε κανείς από όσους θέλησαν να εκμεταλλευτούν προπαγανδιστικά τον νόμο, και με αναλυτική πληρότητα που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το πλαίσιο και τα κίνητρα της ψήφισής του, απαντά τελεσίδικα στο ζήτημα, φωτίζοντας ταυτόχρονα μία πολύ λίγο γνωστή πτυχή της περιόδου της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αυτήν του προσφυγικού ζητήματος πριν από την Καταστροφή.

Το βιβλίο ξεκινά με μία αναλυτική επισκόπηση των αναφορών στον Νόμο 2870, τόσο στη δημοσιογραφική επικαιρότητα όσο και στην επιστημονική βιβλιογραφία, από το 1930, οπότε για πρώτη φορά εγείρει το θέμα ένας δημοσιογράφος, μέχρι σήμερα. Ήδη από την επισκόπηση αυτή καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα του Νόμου και της δήθεν αντιπροσφυγικής και αντιβενιζελικής στόχευσής του εγείρεται περιοδικά από βενιζελικούς δημοσιογράφους, ενώ από τους επαγγελματίες ιστορικούς που σποραδικά και φευγαλέα αναφέρονται σε αυτόν στις εργασίες του, δεν αποδίδεται ποτέ κάποια μεμπτή πρόθεση στην ψήφιση του νόμου.

Εν συνεχεία, το βιβλίο κάνει μία σχετικά σύντομη (40 σελίδες) αλλά πλήρη και ουσιαστική έκθεση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως μάλιστα αυτή διαμορφωνόταν ήδη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μιας και η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελούσε για την Ελλάδα και από οικονομικής πλευράς, όπως και από πολιτικής, την οργανική συνέχεια του Μεγάλου Πολέμου. Η έκθεση της οικονομικής κατάστασης του Κράτους είναι απαραίτητη, γιατί φωτίζει αναλυτικά και την οριακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί τρία συνεχή χρόνια το κράτος, το οποίο διεξήγαγε έναν πόλεμο και έφερε το βάρος της πλήρους στρατιωτικής κινητοποίησης της Χώρας. Η δραματική οικονομική κατάσταση εξηγεί πειστικά την απόλυτη και αντικειμενική αδυναμία του Κράτους να αναλάβει πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονταν ακόμη και με το εξαιρετικά πιεστικό προσφυγικό πρόβλημα της εποχής. Εδώ πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα κάτι που είναι ελάχιστα κατανοητό σήμερα: το Ελληνικό Κράτος της εποχής εκείνης, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών, συμπεριλαμβανομένων των «προηγμένων» κρατών της εποχής, δεν ήταν τα μεγάλα κοινωνικά κράτη της μετά τον Β’ ΠΠ Δύσης, με τις μεγάλες κοινωνικές παροχές και τις παντός είδους ευρύτατες δραστηριότητες «δευτερεύουσας σημασίας». Αυτό σημαίνει ότι, εκ της φύσεώς του, το Κράτος της εποχής εκείνης δεν είχε σημαντικά οικονομικά βάρη τα οποία θα μπορούσε να περικόψει προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλα, έκτακτα και οξέα προβλήματα, όπως το προσφυγικό, που εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά. Αντιθέτως, πέραν του ότι βασιζόταν σε μία πολύ ασθενή εθνική οικονομία, και μάλιστα εμπόλεμη, ήταν αφιερωμένο στην υποστήριξη της τιτάνιας στρατιωτικής προσπάθειας και στη λειτουργία ενός περιορισμένου κρατικού μηχανισμού. Το κεφάλαιο σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία θα δικαιολογούσε από μόνη της την απόκτηση του βιβλίου αυτού, καθώς είναι η μοναδική έκθεση που γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα σε εξειδικευμένες και δυσπροσπέλαστες μονογραφίες σχετικά με το θέμα, και τις συνήθεις αλλά ήκιστα διαφωτιστικές φευγαλέες αναφορές σε «κακή οικονομική κατάσταση» και «μεγάλες οικονομικές δυσκολίες» της Χώρας κατά την περίοδο αυτήν.

Ακολούθως, στον πυρήνα του βιβλίου αναπτύσσεται το προσφυγικό πρόβλημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Εκεί, αναλυτικά και τεκμηριωμένα εξηγείται ότι, σε αντίθεση με την υπεραπλουστευμένη αντίληψη που υφίσταται στο ευρύ κοινό σχετικά με τη δημιουργία του μεγάλου προσφυγικού κύματος από την Ιωνία το 1922, μετά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολία μέχρι την Ιωνία, προσφυγικό πρόβλημα υπήρχε οξύτατο και μεγάλης έκτασης από πολύ νωρίτερα. Ήδη πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέφταναν στην Ελλάδα μαζικά κύματα από κατοίκους της Ιωνίας που εκδιώκονταν από τους Τούρκους, ενώ κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας σχηματίστηκαν μεγάλες προσφυγικές ροές Ελλήνων από τον Πόντο, τόσο κατοίκων του Πόντου όσο και των Ελλήνων που είχαν ήδη φύγει υπό πίεση από τον Πόντο και κατοικούσαν στον Καύκασο, υπό συνθήκες όχι «ιδανικές». Οι πληθυσμοί αυτοί, υπό την πίεση της αναταραχής του Α’ ΠΠ και της Οκτωβριανής Επανάστασης, επεδίωκαν να επανέλθουν στην ασφάλεια της Ελλάδας. Αυτό όμως έθετε για το Ελληνικό Κράτος απαιτήσεις στις οποίες δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που οι προσφυγικές ροές από τον Καύκασο, όπου η κατάσταση αξιολογούταν ως εξαιρετικά δύσκολη αλλά ανεκτή, διακόπηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου, το θέρος του 1920 και επανεκκινήθηκε από τις μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, για να διακοπεί και πάλι εν όψει της επιστράτευσης και της έναρξης των μεγάλων επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921. Επιπλέον, κατά το 19221 οι απαιτήσεις για το Ελληνικό Κράτος αυξάνονταν,  καθώς στην περιοχή του Καυκάσου άρχισε η διάδοση λοιμωδών νοσημάτων. Η αντιμετώπιση των λοιμωδών αυτών νοσημάτων έθετε ακόμη πιο μεγάλες απαιτήσεις στην υποδοχή προσφύγων -για λόγους δημοσίας υγείας. Αυτό με τη σειρά του ανέβαζε ακόμη περισσότερο το κόστος της υποδοχής προσφύγων, οι οποίοι στη Ρωσία ζούσαν υπό δραματικές συνθήκες. Έτσι, το Ελληνικό Κράτος βρέθηκε ενώπιον ενός δραματικού αλλά και εξαιρετικά πιεστικού διλήμματος: είτε να συνεχίσει να υποστηρίζει την πολεμική προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση των πληθυσμών της Μικρασίας ή να υποστηρίξει την υποδοχή των πληθυσμών της Ρωσίας και του Καυκάσου οι οποίοι υφίσταντο οριακές συνθήκες. Το Ελληνικό Κράτος έλαβε την εύλογη απόφαση να αντιμετωπίσει την πολεμική προσπάθεια κατά προτεραιότητα, η οποία σχετιζόταν με την άμεση επιβίωση πολύ μεγαλύτερων πληθυσμών. Στο πλαίσιο της προτεραιότητας αυτής, και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εύλογη, συνεχής εισροή προσφύγων από τον Καύκασο, νομοθετήθηκε από τη Βουλή η απαγόρευση της εισόδου προσφύγων στην επικράτεια. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που ο Νόμος 2870/1922 ψηφίστηκε ομόφωνα, τόσο από την αντιβενιζελική κυβέρνηση όσο και από τη βενιζελική αντιπολίτευση -στοιχείο που οι κατά καιρούς προπαγανδιστές αποφεύγουν συστηματικά να αναφέρουν. Το βιβλίο καθιστά σαφές γιατί δεν υφίσταται ούτε το ενδεχόμενο ο νόμος αυτός να ψηφίστηκε «εν αγνοία» της αντιπολιτεύσεως αλλά με την απολύτως σύμφωνη γνώμη της.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία εξαιρετική, συγκροτημένη και αναλυτική -όσο και ψύχραιμη- έκθεση της κατάστασης αυτής, συνοδευόμενη από άφθονο όσο και εξαιρετικά πολύτιμο υλικό τεκμηρίωσης, προϊόν κοπιώδους ερευνητικής προσπάθειας του συγγραφέα, το οποίο αποδεικνύει με «τεθωρακισμένο» τρόπο την ερμηνεία των επίμαχων γεγονότων από τον συγγραφέα. Ίσως, μάλιστα, το κεντρικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι η θέση του υποστηρίζεται κυρίως με την παράθεση εκτενέστατου πρωτογενούς υλικού και λιγότερο με ανάλυση, επιχειρήματα ή συλλογισμούς του συγγραφέα. Το χαρακτηριστικό αυτό το καθιστά απαιτητικό στην ανάγνωση, προσδίδει όμως και εξαιρετική ισχύ στη θέση του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία πολύτιμη συμβολή στη διευκρίνιση της ιστορίας όχι μόνον της Μικρασιατικής Εκστρατείας αλλά της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας συνολικά.

Συνιστάται ανεπιφύλακτα!

1821-2021: Η αρχή, μόνον, του Τρίτου Γύρου

(Εν όψει της συνέχειας, μικρή βοήθεια σε αγράμματους καλοθελητές για τον «χαρακτήρα της Επαναστάσεως του 1821»)

Προκήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας 23 Μαρτίου 1821

Προειδοποίησις προς τας Ευρωπαϊκάς αυλάς εκ μέρους του φιλογενούς στρατηγού των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη, και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου της Καλαμάτας.

Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και επέκεινα αιώνος κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ειμή μόνον η πνοή, και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.  Εις αυτήν την αθλίαν κατάστασιν όντες, υστερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων.

Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες μας αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας ελύθησαν ήδη, και υψώθησαν μεγαλοψύχως προς όλεθρον της βδελυράς τυραννίας και έλαβον τα όπλα κατά των τυράννων. Οι πόδες οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας ενηγγαρεύσεις της ασπλαχνίας τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν, τον αποτείναξε, και άλλο δεν φρονεί, ειμή την ελευθερίαν. Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον εκτός των ανωφελών παρακλήσεων προς εξιλέωσιν της μανίας των τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει, και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εν ενί λόγω όλοι απεφασίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν, διο και προσκαλούμεν την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαϊκών γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχυτέρως εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας, και να ανανεώσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας.

Δικαίω τω λόγω η μητήρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και δια χρημάτων και δια όπλων, και δια συμβουλής, της οποίας εσμέν ευέλπιδες ότι θέλομεν αξιωθή και ημείς θέλομεν σας ομολογεί άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξει και εμπράκτως την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.

Εκ του Σπαρτιατικού στρατοπέδου της Καλαμάτας τη 25η Μαρτίου 1821, πρώτον έτος της Ελευθερίας.

Πέτρος Μαυρομιχάλης,

Ηγεμών και Αρχιστράτηγος,

και η Μεσσηνιακή Γερουσία εν Καλαμάτα