Η εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού στις αρχές του 20ου αιώνα: Από την ανυπαρξία σε εργαλείο εθνικής πολιτικής

χ

Πόλεμος του 1897: Μάχη στο Ριζόμαλο Θεσσαλίας (Πίνακας Frank Dadd)

γράφει ο Βασίλειος Λουμιώτης, Ταξίαρχος (ΤΘ) ε.α.

(Εισαγωγική ΣημείωσηΟφείλω θερμές ευχαριστίες στον ιστορικό ερευνητή κύριο Κωνσταντίνο Βλάσση, εκ των συντελεστών του εξαιρετικής ύλης περιοδικού του ειδικού τύπου «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ», του οποίου η αμέριστη βοήθεια στη συγγραφή του παρόντος κειμένου υπήρξε πολύτιμη.)

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι:

  • να παρουσιάσει κατά τρόπο συνοπτικό τα διαδοχικά στάδια της ανάπτυξης του Ελληνικού Στρατού από μια ισχνή και ανίσχυρη στρατιωτική δύναμη που ήταν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην δύναμη εκείνη που κατόρθωσε να υποστηρίξει με επάρκεια τις εθνικές διεκδικήσεις στην Μακεδονία και την Ήπειρο κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, να βάλει την Ελλάδα στην παράταξη των νικητών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια να διεκδικήσει με αξιώσεις την εθνική ολοκλήρωση στις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης όπου διαβιούσαν υπό συνθήκες καταπίεσης και διωγμού συμπαγείς Ελληνικοί πληθυσμοί.
  • να αναδείξει την γενική οργάνωση των κύριων Μονάδων του Ελληνικού Στρατού που διεξήγαγαν την μάχη, δηλαδή των Ταγμάτων, Συνταγμάτων, Μεραρχιών και Σωμάτων Στρατού, κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
  • να καταδείξει ότι ο Ελληνικός Στρατός κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και ειδικότερα κατά την περίοδο που ανέλαβε την διεξαγωγή των μεγάλων επιθετικών επιχειρήσεων προς το Εσκή Σεχήρ, την Κιουτάχεια και το Αφιόν Καραχισάρ, διέθετε ικανοποιητική οργάνωση, ισχυρή συγκρότηση καθώς και τις απαιτούμενες μονάδες για την υποστήριξη των επιθετικών επιχειρήσεων από πλευράς μέσων μάχης και συντηρήσεως, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε η έκβαση των επιχειρήσεων.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία, Τα πρόσωπα: Οι επιτελείς της Στρατιάς Μικράς Ασίας

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που έχει ξεκινήσει για την παρουσίαση των βασικών πρωταγωνιστών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, παρουσιάζονται σύντομα βιογραφικά των βασικών επιτελών της Στρατιάς Μικράς Ασίας που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση για την προέλαση της Στρατιάς προς την Άγκυρα, τον Ιούλιο του 1921, καθώς και του Ξενοφώντος Στρατηγού.

Πάλλης Κωνσταντίνος

%cf%80%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b7%cf%82_1Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1871 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων στις 31 Ιουλίου 1893 ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.

Κατά τον Ελληνο-τουρκικό Πόλεμο του 1897  συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα που απεστάλη στην Κρήτη υπό τον Τιμολέοντα Βάσο.

Προήχθη σε Υπολοχαγό το 1904 και σε Λοχαγό το 1910. Ως Υπολοχαγός, φοίτησε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου από το 1905 μέχρι το 1908. Μαζί με την τριάδα Μεταξά-Στρατηγού-Παπαβασιλείου, είναι οι μόνοι γνωστοί απόφοιτοι της Ακαδημίας αυτής στον Ελληνικό Στρατό. Εντάχθηκε στο Σώμα Γενικών Επιτελών της εποχής, αλλά μετά την κατάργησή του Σώματος -συνεπεία του Κινήματος στο Γουδή- επανήλθε στο Όπλο του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Η Στρατηγική Παραίτηση. Μέρος Α’: Η Απόφαση για τις Επιχειρήσεις προς Άγκυρα

γράφει ο Βασίλειος Λουμιώτης, Ταξίαρχος (ΤΘ) ε.α.*

Εσκή Σεχήρ, 8 Σεπτεμβρίου 1921

[…] Ο Στρατός ημών κατόπιν εννεαετούς πολέμου, έχει υποστή σοβαράν μείωσιν, κυρίως από απόψεως στελεχών και δη των καλλιτέρων, εξ ου η συνοχή εν τη διοικήσει έχει μειωθή. Κατά τας δύο τελευταίας επιχειρήσεις ο Στρατός εν τω συνόλω του υπήρξεν αξιοθαύμαστος. Αλλ’ η αντίληψις της Στρατιάς είναι ότι δεν θα ήτο φρόνιμον να ζητηθή τι πλέον παρ’ αυτού. Δια τους λόγους τούτους φρονώ ότι επιβάλλεται η ταχεία περαίωσις της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης των επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς την Άγκυρα, η οποία αποτέλεσε περίοδο στασιμότητας, αλλά και αμέσως μετά την αποχώρηση της Στρατιάς από την περιοχή ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, και για την ακρίβεια κατά το χρονικό διάστημα από 22 Αυγούστου έως και 8 Σεπτεμβρίου 1921, ανάμεσα στη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας και την Κυβέρνηση αντηλλάγησαν ορισμένα κρίσιμης σημασίας κείμενα. Τα διαλαμβανόμενα σε αυτά, σε συνδυασμό και με την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, άσκησαν αποφασιστική επιρροή στον καθορισμό της υψηλής στρατηγικής και της στρατιωτικής στρατηγικής που θα ακολουθούσε εφεξής το Κράτος και ο Στρατός του για την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος. Η μελέτη των υπόψη κειμένων, ακόμη και σήμερα, παραμένει ελλιπής.

Τα σημαντικότερα εκ των αναφερόμενων κειμένων είναι οι δύο εκθέσεις που υπέβαλε ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας στην Κυβέρνηση της χώρας στις 22 Αυγούστου και στις 8 Σεπτέμβριου 1921. Δια της μεν πρώτης ζητούσε την άδεια της Κυβερνήσεως για να διακόψει τις διεξαγόμενες επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, δια δε της δεύτερης ανέφερε ότι μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν πλέον σε κατάσταση που να επιτρέπει την ανάληψη σοβαρών επιχειρήσεων, δηλαδή δεν ήταν πλέον σε θέση να πολεμήσει, και κατόπιν τούτου εισηγούνταν στην Κυβέρνηση την περαίωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η αναφορά-πρόταση της Στρατιάς έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση χωρίς καμιά αντίρρηση, και κατόπιν τούτου ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός των Εξωτερικών αναχώρησαν στις αρχές Οκτωβρίου για τις δυτικές πρωτεύουσες προκειμένου να «ικετεύσουν» για τη μεσολάβηση των «Συμμάχων» για την απεμπλοκή του -μέχρι εκείνη τη στιγμή- αήττητου Ελληνικού Στρατού από την Μικρασιατική Γη και για την εξεύρεση μιας λύσης που θα εγγυόταν την ασφάλεια και τη συνέχεια της ύπαρξης του Μικρασιατικού Ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Η ευκολία με την οποία  ο Πρωθυπουργός της χώρας Δημήτριος Γούναρης αποδέχθηκε την αναφορά του Παπούλα ότι ο Στρατός δεν ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει νέες μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις προκαλεί εντύπωση και παραμένει ανεξήγητη. Μόλις ύστερα από λίγες ημέρες η δήλωση θα διαψευστεί στην πράξη από τον -κατά τον Παπούλα- «ανήμπορο να πολεμήσει» Στρατό, όταν αυτός θα κληθεί και πάλι σε νέους αγώνες και θυσίες προκειμένου να αποκρούσει την μεγάλη Τουρκική αντεπίθεση προς το Αφιόν Καραχισάρ. Μια δήλωση που θα διαψευστεί επίσης και μετά την παρέλευση ενός έτους όταν ο «ανήμπορος για πόλεμο» Στρατός θα εμπλακεί στη μεγάλη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ που θα σημάνει και το οδυνηρό τέλος της εκστρατείας. Για ποιον λόγο ο Πρωθυπουργός αποδέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση τη δήλωση του τετράκις αποτυχόντος Αρχιστρατήγου και δεν μετέβη ο ίδιος επί τόπου προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια; Νομίζω ότι απάντηση δεν υπάρχει και μόνον υποθέσεις μπορεί να γίνουν. Πιθανόν ο Γούναρης μετά την αποτυχία της καλοκαιρινής εκστρατείας να έχει φτάσει στα δικά του όρια. Μάλλον δεν αντέχει άλλο για νέες θυσίες και πολέμους. Το να παίρνεις κάθε ικμάδα ενός λαού για τον πόλεμο απαιτεί ειδικό μέταλλο. Ο Γούναρης δεν ήταν φτιαγμένος από τέτοιο μέταλλο. Εξελέγη τον Νοέμβριο του 1920 με σχέδια και ψυχολογία εντελώς αντίθετες με την κλιμάκωση του πολέμου στην Μικρά Ασία και μετά την αναγκαστική κλιμάκωση του καλοκαιριού και την αποτυχία, δεν ξέρει τι άλλο να κάνει. Δεν είναι πολεμικός ηγέτης αλλά ένας απλός πολιτικός και διανοούμενος. Τη σκέψη για νέες στρατιωτικές προσπάθειες μετά τον Σαγγάριο, που θα απαιτούσαν φυσικά νέες θυσίες για την προετοιμασία και διεξαγωγή, απλώς δεν την αντέχει. Δεν είναι από την πάστα του Βενιζέλου που εκτελούσε όσους δεν στρατεύονταν. Οι κραυγές «Απόλυσιν!» των φαντάρων τον Ιούλιο του 1921  πιθανολογώ ότι θα του έκαναν εντύπωση. Όταν στις 18 Ιουλίου κατά τη διάρκεια της τελετής των παρασημοφοριών στο Εσκή Σεχήρ ο Υποστράτηγος Αλέξανδρος Κοντούλης του πρότεινε την πρόσκληση υπό τα όπλα τριών ακόμη κλάσεων προκειμένου να αναληφθεί η εκστρατεία προς την Άγκυρα, τον έπιασε πανικός και η απάντησή του ήταν ότι τον Σεπτέμβριο θέλει να κάνει απόλυση κάποιων ηλικιών. Ίσως ο Γούναρης είχε καταλάβει ότι και ότι οι δικές του ικανότητες δεν έφταναν για τη δυναμική συνέχιση του πολέμου. Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» θα έδιναν την λύση.

Τελετή Παρασημοφόρησης στο Εσκή Σεχήρ, 18 Ιουλίου 1921. Διακρίνονται: (1) ο Υποστράτηγος Αριστοτέλης Βλαχόπουλος, Διοικητής του Β’ ΣΣ, (2) Υποστράτηγος Ανδρέας Καλλίνσκης-Ροΐδης, Διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού, (3) Συνταγματάρχης Αθανάσιος Φράγκου, Διοικητής της Ιης Μεραρχίας, (4) Υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός, Υπαρχηγός Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού και «σύνδεσμος» της Κυβερνήσεως με τη Στρατιά Μικράς Ασίας, (5) Υποστράτηγος Ανδρέας Κοντούλης, Διοικητής Α’ ΣΣ, (6) Δημήτριος Γούναρης, Πρωθυπουργός, (7), Υποστράτηγος Πρίγκηψ Ανδρέας, Διοικητής της ΧΙΙης Μεραρχίας. (Πηγή: ιστολόγιο Ανεμούριον  http://anemourion.blogspot.gr/)

Ανεξάρτητα όμως από τις παραπάνω σκέψεις και υποθέσεις, η άμεση αποδοχή από την Κυβέρνηση της δήλωσης της Στρατιάς περί της «αδυναμίας» του Ελληνικού Στρατού να συνεχίσει τον πόλεμο και της πρότασης της Στρατιάς για τερματισμό της εκστρατείας, καθώς και η εσπευσμένη αναχώρηση του Πρωθυπουργού για το εξωτερικό προκειμένου να αιτηθεί τις «καλές» υπηρεσίες των «Συμμάχων» της Ελλάδας για την εξεύρεση πολιτικής λύσης του Μικρασιατικού ζητήματος, είχε τα εξής άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ελληνικά Μέσα και Βαρέα Πυροβόλα – Ενημέρωση

Με την ανάρτηση αυτή ολοκληρώνεται η παρουσίαση των τύπων των πυροβόλων που χρησιμοποίησε ο Ελληνικός Στρατός κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επισημαίνεται ότι οι αναρτήσεις αυτές, όπως και η αντίστοιχη ενότητα στον ιστόχωρο «Μικρασιατική Εκστρατεία» δεν αφορούν ούτε τη σύνθεση και τη δύναμη του Πυροβολικού που έλαβε μέρος στην Εκστρατεία, ούτε αποτελούν ανάλυση του Πυροβολικού ως Όπλου στην Εκστρατεία. Αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενα ιδιαίτερων μελλοντικών αναρτήσεων. Ο σκοπός των αναρτήσεων δεν είναι η τεχνολογική ιστορία, αλλά η καλύτερη κατανόηση των στρατιωτικών μέσων που διέθεταν οι αντίπαλοι, και το πως αυτά επηρέαζαν τη στρατιωτική ισχύ και τις επιχειρήσεις.

Σημ. 1/6/15: Στην ανάρτηση προστέθηκε η παρουσίαση του πυροβόλου Σκόντα των 15 εκ., ολοκληρώνοντας έτσι την παρουσίαση των τύπων πυροβόλων του Ελληνικού Πυροβολικού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μέσο Ορειβατικό Οβιδοβόλο Skoda 105 χλστ., Υπόδειγμα 1916

Βασικά Χαρακτηριστικά

Πίνακας 1

Πίνακας 1

Πρόκειται για ορειβατικό οβιδοβόλο με ραβδωτή κάνη, υδροπνευματικό σύστημα οπισθοδρόμησης και κλείστρο σφηνώσεως. Το πυροβόλο ήταν λυόμενο και λυόταν σε τρεις φόρτους, καθένας εκ των οποίων προσαρμόζονταν σε άξονα δύο τροχών που συρόταν από ζεύγος ίππων. Ο κιλλίβας μετατρεπόταν ο ίδιος σε αμαξίδιο, και αυτό επιτυγχανόταν με την εφαρμογή ενός άξονα κυλίσεως στους γυγγλίμους που διακρίνονται στο κάτω μέρος του κιλλίβαντος. Το ένα από τα σχηματιζόμενα αμαξίδια είχε βάρος 670 χλγρ. και τα δύο από 750 χλγρ.  Το πυροβόλο συρόταν, όμως, και ενιαίο, από 6 ίππους. Ο κιλλίβας ήταν μονοσκελής με διχάλωση που επέτρεπε πολύ μεγάλη ανύψωση, έως 70ο. Το πυροβόλο διέθετε εξαιρετική ευκινησία, μικρή διασπορά, ενώ η μεγάλη γωνία ανυψώσεως του έδινε καμπύλη τροχιά και δυνατότητα βολής πίσω από προκαλύπτοντες όγκους.

Ιστορικό

Το οβιδοβόλο αυτό αποτέλεσε εξέλιξη και ορειβατική παραλλαγή του βασικού μέσου οβιδοβόλου του Αυστροουγγρικού Στρατού κατά τον Α’ ΠΠ, του πεδινού οβιδοβόλου Μ.14 (Υπόδειγμα 1914), διαμετρήματος 100 χλστ. Η εξέλιξη αποσκοπούσε στο να κάνει το πυροβόλο πιο ελαφρύ και να του προσδώσει μεγαλύτερη γωνία ανυψώσεως που ήταν απαραίτητη στον ορεινό αγώνα. Τόσο το ορειβατικό όσο και το πεδινό πυροβόλο από το οποίο προέρχονταν, κατασκευάστηκαν (σε πιο περιορισμένους αριθμούς) και στο διαμέτρημα των 105 χλστ. (10,5 εκ. κατά την ορολογία της εποχής). Κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, ένας αριθμός από σαράντα (40) πυροβόλα παραχωρήθηκαν στον Οθωμανικό Στρατό, με την ονομασία Skoda Gebirgshaubitze Μ.16(T).

Ο μεγαλύτερος αριθμός από αυτά τα πυροβόλα επέζησε του πολέμου και μετά την Ανακωχή του Μούδρου ετέθη υπό τον έλεγχο των στρατευμάτων της Εγκάρδιας Συνεννόησης σε – μάλλον πλημμελώς – φυλασσόμενα στρατόπεδα της Μικράς Ασίας, και αφού τους είχαν αφαιρεθεί τα κλείστρα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία – To Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 – Μέρος Α’

Προέλευση, Επιλογή, Εκπαίδευση, Ιδεολογία, Εξέλιξη και η κρίσιμη σχέση με την Πολιτική.

Γράφει ο Κλεάνθης

«Οία η αξία των στελεχών, τοιάδε και των στρατευμάτων»

Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή ανάλυση ενός στρατού χωρίς εξέταση του νευραλγικότερου τμήματος του που αποτελούν τα στελέχη του και ειδικά οι αξιωματικοί του. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστεί το Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 και συγκεκριμένα θα διερευνηθεί η κοινωνική προέλευση των αξιωματικών, ο τρόπος επιλογής τους για το Σώμα, η εκπαίδευσή, η ιδεολογία, η επαγγελματική τους εξέλιξη και η κρίσιμη αλληλεπίδραση με την πολιτική. Οι παράγοντες αυτοί, που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα όποια στρατιωτικά δόγματα, στάθηκαν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ικανότητας του Ελληνικού Στρατού στους πολέμους του έθνους. Τα επιχειρησιακά δόγματα και σχετικές αντιλήψεις, θα εξεταστούν σε δεύτερο στάδιο, καθώς δεν έχει νόημα η εξέτασή τους αν προηγουμένως δεν έχει γίνει κατανοητό το κοινωνικό και επαγγελματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά αναπτύχθηκαν.

Το θέμα της εξέτασης των αξιωματικών ως επαγγελματικό σώμα, απ΄ όσο γνωρίζω, τίθεται για πρώτη φορά ως αντικείμενο έρευνας καθώς μέχρι τώρα αυτοί εξετάζονται αποκλειστικά ώς πολιτικός παράγοντας. Σχετικά με ζήτημα της τεκμηρίωσης, ειδικά στο πλαίσιο του διαδικτύου, παρατίθεται σχετικό βιβλιογραφικό σημείωμα στο τέλος του κειμένου.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή      

Δημιουργία Του Σώματος Των Αξιωματικών

Προέλευση Επιλογή Εκπαίδευση        

Α. Σχολή Ευελπίδων 

Β. Σχολή ή Σχολείον των Υπαξιωματικών

Γ. Άνευ Σχολής, εκ του Στρατεύματος

Δ. Έφεδροι Αξιωματικοί      

Ε. Οι Βασιλόπαιδες – Πρίγκιπες Αξιωματικοί

Στ. Αξιωματικοί απόφοιτοι ξένων Σχολών   

Μετεκπαίδευση Στην Ευρώπη

Ιδεολογία     

Αξιωματικοί και Πολιτική

Βιβλιογραφικό Σημείωμα  

Εισαγωγή

Είναι δύσκολο να αναφερθεί κάποιος σε συγκροτημένο Σώμα Ελλήνων αξιωματικών πριν από την εποχή του Χ. Τρικούπη, κατά τη δεκαετία του 1880. Μέχρι τότε, παρόλο που κάποιο τακτικό στράτευμα και μία παραγωγική σχολή αξιωματικών (Σχολή Ευελπίδων)[1] μετρούσαν ήδη 50 ολόκληρα χρόνια ζωής, οι σχετικές προσπάθειες δεν ήταν σοβαρές. Στρατός ουσιαστικά δεν υπήρχε, παρά κυρίως στρατιωτικά αποσπάσματα για την καταδίωξη ληστών. Η υστέρηση αυτή βασικά αντανακλούσε την έλλειψη ισχυρής θέλησης των πολιτικών ελίτ του ελληνικού κράτους– που πάλευε ακόμα να συγκροτηθεί ως τέτοιο – να οργανώσει ικανό για πόλεμο στράτευμα. Η πιθανότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας με τον μοναδικό αντίπαλο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν αντιμετωπιζόταν σοβαρά, και η εδαφική ακεραιότητα είχε αφεθεί περισσότερο στις «Προστάτιδες Δυνάμεις» που άλλωστε είχαν λόγο και στο πολίτευμα της χώρας.

Οι αιτίες για αυτή την «αδιαφορία» πρέπει να αναζητηθούν σε ένα συνδυασμό εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που εμπόδιζαν γενικότερα τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Στο εσωτερικό, ήταν η φτώχεια μιας Ελλάδας που εξήλθε της Επανάστασης καταστραμμένη και χρεωμένη, οι οπισθοδρομικές – οθωμανικής προέλευσης – κοινωνικές δομές πατρωνίας, καθώς και οι έριδες για την εξουσία μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων και του ξενόφερτου και ισχυρού θεσμού της βασιλείας. Ως αποτέλεσμα, στις αδιάκοπες διαμάχες για την νομή της εξουσίας δεν στάθηκε δυνατόν να επιβληθεί πολιτικά καμιά δύναμη ικανή να επιβάλει ένα σοβαρό και συγκροτημένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.

Στο εξωτερικό, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ώς γνωστόν πολλές και ποικίλες, θεσμοθετημένες μάλιστα από την Συνθήκη του 1832, που νομιμοποίησε διεθνώς την Ελλάδα ώς Κράτος (η Χώρα μας δεν συμμετείχε καν στην υπογραφή της). Στο άρθρο 4 λοιπόν της Συνθήκης αναφέρεται: «..Η Ελλάς [..] με την εγγύηση των τριών Αυλών, θα αποτελέσει ένα μοναρχικό ανεξάρτητο κράτος..». Η φράση επανελήφθη και στη συνθήκη του 1863 που υπέγραψαν οι Δυνάμεις με τον βασιλιά της Δανίας και η οποία επέβαλε τον Γεώργιο ως βασιλιά των Ελλήνων. Οι Δυνάμεις λοιπόν θεωρούσαν εαυτές ως «εγγυήτριες της ανεξαρτησίας» και την άποψη αυτή συμμερίζονταν και σημαντικό μέρος των Ελλήνων που τις αποκαλούσε – για προφανείς λόγους – «Προστάτιδες». Οι εθνικοί εξωτερικοί στόχοι μπορούσαν βολικά να ανατεθούν και σε ξένες πλάτες…

Με βάση τα παραπάνω, η Ελλάδα εξήλθε της Επανάστασης ώς ένα σχετικά ανεξάρτητο κράτος, φτωχό, κοινωνικά οπισθοδρομικό, πολιτικά ασταθές και με τις Μ. Δυνάμεις να καθορίζουν στενά τις εξωτερικές του υποθέσεις και τυχόν μεταβολή των συνόρων. Ως αποτέλεσμα, η καχεξία γενικά των κρατικών θεσμών και δομών, που απαιτούν μακρόχρονες, συγκροτημένες και μεγάλης κλίμακας προσπάθειες, όπως ειδικότερα ο Στρατός, μοιάζει λογική.

Για το θέμα ειδικά που εξετάζουμε, το αποτέλεσμα της περιγραφείσας εσωτερικής αστάθειας και εξωτερικής επέμβασης ήταν η έλλειψη επαρκούς θεσμικού συστήματος παραγωγής καταρτισμένων στελεχών. Η μεγάλη πλειοψηφία των αξιωματικών παράμενε χωρίς στρατιωτική και επαρκή ακαδημαϊκή μόρφωση. Η παραγωγή καταρτισμένων στελεχών από τη μοναδική υπάρχουσα σχολή, τη Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) αντιμετώπιζε οργανωτικά προβλήματα, με «φωτογραφικά» διατάγματα προς όφελος κάποιων και επίσης αριθμητικά ήταν ελάχιστη. Επί 50 χρόνια, μεταξύ 1830 και 1880, αποφοιτούσαν ετησίως κατά μέσο όρο μόλις πέντε αξιωματικοί – αρκετές χρονιές μάλιστα δεν υπήρχαν καν απόφοιτοι. Ακόμα και αυτή η μικροσκοπική ομάδα αποφοίτων κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά στα «τεχνικά» λεγόμενα Όπλα, στο Πυροβολικό και στο Μηχανικό. Σε αυτά τα 50 χρόνια λειτουργίας η ΣΣΕ απέδιδε στο Πεζικό, το βασικό όπλο ελιγμού της εποχής, μόλις έναν αξιωματικό ετησίως κατά μέσο όρο! Στο ζωτικό Όπλο του Πεζικού λοιπόν, δεν υπηρετούσαν απόφοιτοι κάποιας σχολής αλλά σχεδόν αποκλειστικά αξιωματικοί εξελισσόμενοι βαθμολογικά από την κατάταξή τους ως οπλίτες στο Στράτευμα, χωρίς μετά την επιλογή τους να υποστούν συγκροτημένη εκπαίδευση για τα νέα τους καθήκοντα. Απλώς κατά καιρούς λειτουργούσαν προσωρινά βραχύχρονα σχολεία επιμόρφωσης για ήδη επιλεγέντες (δηλ. διορισθέντες) υπαξιωματικούς και αξιωματικούς[2]. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ελληνικά Ελαφρά Πεδινά Πυροβόλα

Με την ανάρτηση αυτή συνεχίζεται η έκθεση του εξοπλισμού των δύο αντιπάλων κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ειδικότερα, στην ανάρτηση αυτή εκτίθενται οι δύο τύποι ελαφρών πεδινών πυροβόλων που χρησιμοποίησε ο ΕΣ κατά την Εκστρατεία. Ο ένας και βασικότερος, το γαλλικό ελαφρύ πεδινό πυροβόλο προερχόταν από ίδιες αγορές του ΕΣ, ενώ το γερμανικό πυροβόλο υπήρξε λάφυρο των Βαλκανικών Πολέμων και γι΄αυτό διαθέσιμο σε περιορισμένο αριθμό.

Και πάλι, η επιδίωξη της παρουσίασης δεν είναι η εγκυκλοπαιδική έκθεση των τύπων, αλλά μια βασική ιδέα για τον εξοπλισμό της κάθε πλευράς και τις δυνατότητες που αυτός της παρείχε – ή δεν της παρείχε.

Ελαφρύ Πεδινό Πυροβόλο Schneider-Canet, Υπόδειγμα 1906

Πίνακας 1

Πίνακας 1

Βασικά Χαρακτηριστικά

Πρόκειται για τυπικό ελαφρύ πεδινό ταχυβόλο των αρχών του 20ου αιώνα, με ραβδωτή κάνη, υδροπνευματικό σύστημα οπισθοδρόμησης και κλείστρο έμφραξης, κάθετο στον άξονα του όπλου (πρόκειται για τύπο κλείστρου σχεδίασης του μηχανικού Canet). Έβαλε ολομερείς φύσιγγες, γεγονός που αύξανε την ταχυβολία του αλλά αύξανε τη φθορά του σωλήνα καθώς περιόριζε την ευκαμψία των πυρών. Τα βλήματα του πυροβόλου ήταν βάρους 6,5 χλγρ. και μικρής ρηκτικής ικανότητας. Το πυροβόλο ήταν ιππήλατο και συρόταν από έξι (6) άλογα. Συνοδευόταν από βλητοφόρο χωρητικότητας ~100 οβίδων (για την ακρίβεια 98). Κάθε πυροβολαρχία τεσσάρων (4) πυροβόλων συνοδευόταν από 12 βλητοφόρα, συνολικού αποθέματος 1.200 βλημάτων, σε αναλογία 4 εκρηκτικά προς 1 βολιδοφόρο. Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και λόγω της μακροχρόνια χρήσης τους, τα πυροβόλα είχαν χάσει πολλές από τις βλητικές τους ιδιότητες, παρουσίαζαν μεγάλη διασπορά και το βεληνεκές τους είχε μειωθεί έναντι του αρχικού.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Τα κείμενα της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας

Eleytherotypia

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ο γνωστός ιστορικός κ. Βλάσσης Αγτζίδης είχε την ευγενή καλοσύνη να ζητήσει από τη συντακτική ομάδα του ιστολογίου δύο κείμενα σχετικά με τη στρατιωτική πλευρά της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Τα κείμενα αυτά προορίζονταν για το αφιέρωμα της εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» στη Μικρά Ασία εξ αφορμής των 100 χρόνων από την έναρξη της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής , του οποίου ο κ. Αγτζίδης είχε την επιμέλεια. Ειδικότερα, ο κ. Αγτζίδης μας ζήτησε ένα κείμενο σχετικά με τα αίτια της στρατιωτικής ήττας καθώς κι ένα δεύτερο με το ειδικότερο θέμα της δυνατότητας άμυνας στην περιοχή της Σμύρνης κατά τον Σεπτέμβριο του 1922.

Ανταποκριθήκαμε με χαρά στην πρόσκληση και συντάξαμε δύο κείμενα με τα θέματα που ζητήθηκαν. Ειδικά η σύνταξη του πρώτου κειμένου που αφορούσε τη συνολική ανάλυση των αιτίων της στρατιωτικής ήττας στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς στον αυστηρά περιορισμένο διαθέσιμο χώρο της εφημερίδας έπρεπε να συμπυκνωθούν σύνθετα ζητήματα  και πολύπλοκες καταστάσεις.

Τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 14/9/2014 . Τα κείμενα αυτά αναδημοσιεύονται και εδώ: 

Μικρασιατική Εκστρατεία – Τα Αίτια της Στρατιωτικής Ήττας

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ήταν δυνατή η άμυνα σε μια γραμμή ανατολικά της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922;

Ευχαριστούμε τον κ. Αγτζίδη τόσο για την ευγενική του πρόσκληση όσο και για την άψογη συνεργασία μας κατά την προετοιμασία των κειμένων.

Μικρασιατική Εκστρατεία – Τα Αίτια της Στρατιωτικής Ήττας

από τη Συντακτική Ομάδα του Ιστολογίου

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 14/9/2014

Άγνωστος Στρατιώτης. Αφιόν Καραχισάρ - Σαγγάριος - Καλέ Γκρότο - Τουλού Μπουνάρ - Κιουτάχεια   - Δορύλαιον - Αρτάκη - Αϊδίνιον - Προύσσα - Φιάδέλφεια. Κι είναι μόνον λίγα από τα μέρη που ποτίστηκαν με αίμα.

Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτη.
Αφιόν Καραχισάρ – Σαγγάριος – Καλέ Γκρότο – Τουλού Μπουνάρ – Κιουτάχεια – Δορύλαιον – Αρτάκη – Αϊδίνιον – Προύσσα – Φιλαδέλφεια.
Λίγα μόνον από τα μέρη που ποτίστηκαν με άφθονο αίμα ελλήνων στρατιωτών – χωρίς αντίκρυσμα.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτέλεσε μία μακρόχρονη αλληλουχία διπλωματικών ζυμώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων και πολιτικών εξελίξεων οι οποίες  αλληλεπιδρούσαν δυναμικά. Στο επίπεδο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο Ελληνικός Στρατός, αν και παρέμεινε κύριος του πεδίου της μάχης μέχρι την τελική μάχη της Εκστρατείας, παρουσίασε  σοβαρά λάθη και αδυναμίες. Πίσω όμως από τα επανερχόμενα στρατιωτικά σφάλματα, μπορούν να εντοπιστούν βαθύτερα, συστηματικά γενεσιουργά αίτια της στρατιωτικής ήττας. Οι βασικοί παράγοντες που συνδυαστικά προκάλεσαν τη στρατιωτική ήττα υπήρξαν τρεις:

  • Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Στράτευμα.
  • Η πολιτική διαχείριση του Πολέμου.
  • Η υστέρηση του Ελληνικού στρατιωτικού οργανισμού έναντι του αντίστοιχου Τουρκικού.

 

Ο Εθνικός Διχασμός

Ο Εθνικός Διχασμός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε βαρύτατες επιπτώσεις στο Σώμα των Ελλήνων αξιωματικών, του οποίου η επαγγελματική ικανότητα αποτελούσε παράμετρο εξαιρετικής σημασίας για τον πόλεμο. Οι Έλληνες αξιωματικοί, άλλοι εκόντες – πολλοί άκοντες, ενεπλάκησαν στη διαμάχη που άγγιξε τα όρια του εμφυλίου πολέμου. Το κλίμα πολιτικού φατριασμού που κυριάρχησε εκατέρωθεν από το 1916 , οδήγησε σε ευρείες εκκαθαρίσεις που στέρησαν τον Στρατό από πολλούς ικανούς αξιωματικούς, οι οποίοι  εξεδιώχθησαν είτε για πολιτικούς είτε, συχνά, απλώς για προσωπικούς λόγους, ενώ στους φανατικούς της κάθε πλευράς παρεισέφρυσαν πολιτικοί καιροσκόποι. Επιπλέον, το κλίμα αυτό δυσχέρανε την αξιοκρατία μεταξύ των αξιωματικών που είχαν παραμείνει στις τάξεις του Στρατού. Ως αποτέλεσμα, οι εκτεταμένες πολιτικές εκκαθαρίσεις επέφεραν μια υποβάθμιση που ο Ελληνικός Στρατός, που ήταν τότε ακόμη πρόσφατος οργανισμός, δύσκολα θα απορροφούσε.

Παρά τις εκκαθαρίσεις στις οποίες προέβη, η βενιζελική παράταξη κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα στράτευμα οπωσδήποτε πολιτικά έμπιστο, αλλά πάντως ικανό, καθώς η ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος είχε κεντρική σημασία στον πολιτικό της σχεδιασμό. Μέχρι το 1920 είχε συμπήξει ένα πειθαρχημένο Σώμα Αξιωματικών, απαλλαγμένο από εμφανώς επαγγελματικώς ανεπαρκή στελέχη, με πρόσθετη επιμόρφωση και πολύτιμες εμπειρίες από την συμμετοχή στον Α΄ ΠΠ. Όμως στο περιθώριο παρέμενε η σημαντική μάζα των εκδιωχθέντων από το βενιζελικό καθεστώς, οι επονομασθέντες «απότακτοι». Η βενιζελική πλευρά είχε απομακρύνει πάνω από το 30% του συνόλου αξιωματικών του 1917, ενώ αντίστοιχος αριθμός βενιζελικών προήχθησαν για να καλύψουν το κενό. Όπως είναι φανερό, αν ο Βενιζέλος έχανε την εξουσία, η μάζα αυτή των «αποτάκτων» θα διεκδικούσε πολιτικά την ολική επαναφορά της στον Στρατό και μάλιστα σε καίριες θέσεις, με προφανείς τους κινδύνους εκτροχιασμού μια τέτοιας διαδικασίας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ήταν δυνατή η άμυνα σε μια γραμμή ανατολικά της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922;

από τη Συντακτική Ομάδα του Ιστολογίου

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 14/9/2014

Smyrni

Για να απαντηθεί το ερώτημα, επιβάλλεται να αναφερθεί συνοπτικά τι συνέβη από την έναρξη της τουρκικής επιθέσεως στο Αφιόν στις 13/8/1922 μέχρι την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη χερσόνησο της Ερυθραίας.

Η Στρατιά Μικράς Ασίας μετά την αποτυχία των επιθετικών επιχειρήσεων του 1921, εγκαταστάθηκε στη γραμμή Κίος – Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ – Μαίανδρος. Το μήκους 800 χλμ μέτωπο θα απορροφήσει κάθε διαθέσιμη δύναμη, με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν οι στρατηγικές εφεδρείες. Στον ανέφικτο σκοπό της διατήρησης του εδάφους η Στρατιά παραιτήθηκε των στρατηγικών της δυνατοτήτων και μετέπεσε σε «διοίκηση μονάδων προκαλύψεως». Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη χάραξη της αμυντικής γραμμής νότια του Αφιόν σε έδαφος ακατάλληλο για άμυνα, αποτέλεσαν τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην ήττα του Αυγούστου 1922.

Πολλά ακόμη θα συμβάλουν στην τελική έκβαση, όπως: Η απώλεια των ικανότερων αξιωματικών ανατολικά του Σαγγάριου, η πτώση του ηθικού λόγω της μακροχρόνιας στράτευσης, των συνεχών αποτυχιών, της ανισότητας στο φόρο αίματος και της έκλειψης της ελπίδας για επιτυχή κατάληξη της εκστρατείας, η «συνειδητή» συνενοχή της κυβέρνησης στη πτώση του ηθικού και τη γενικευμένη φυγοστρατία (40.000 ανυπότακτοι και λιποτάκτες), η ανάληψη της διοίκησης της Στρατιάς από τον ιδιόρρυθμο Χατζανέστη, η απόρριψη προτάσεων για συγκρότηση στρατηγικών εφεδρειών, η αφαίρεση δυνάμεων από τη Μικρασία για να συμμετάσχουν στη «φαιδρά επιχείρηση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης», η απαράδεκτη οχύρωση από μάντρες ξερολιθιάς στο δεξιό σκέλος της «εξέχουσας του Αφιόν», κ.α..

Από την άλλη πλευρά, η τουρκική ηγεσία σχεδιάζει τη διεξαγωγή μιας μάχης συντριβής εναντίον της ελληνικής Στρατιάς, συγκεντρώνοντας τις κύριες δυνάμεις της απέναντι στο δεξιό σκέλος της «Εξέχουσας», εκτιμώντας ότι «εκεί βρισκόταν η σπουδαιότερη και η μάλλον εύτρωτος τοποθεσία των Ελλήνων». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Η Κατάρρευση του Μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ στις 14 Αυγούστου 1922 – Η Αρχή της Καταστροφής

γράφει ο Αρματιστής

Καντζίδης - Αφιόν  Καραχισάρ

«Αφιόν Καραχισάρ»

Το παρόν κείμενο έχει καθαρά επετειακό χαρακτήρα και αναφέρεται συνοπτικά σε ένα πολύ μικρό μέρος των γεγονότων που εξελίχθηκαν το διήμερο μεταξύ 13 και 14 Αυγούστου 1922 (σύμφωνα με το Παλαιό Ημερολόγιο), ή 26-27 Αυγούστου (σύμφωνα με το Νέο Ημερολόγιο) κατά το οποίο διεξήχθη η μάχη παρά τω Αφιόν Καραχισάρ για την απόκρουση της μεγάλης τουρκικής επίθεσης, που είχε σαν τελικό αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα της Στρατιάς Μικράς Ασίας, την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Μικρά Ασία και τη καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Τα γεγονότα εκείνου του διημέρου περιγράφονται κατά τρόπο ιδιαίτερα λεπτομερειακό σε έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού με τίτλο «Υποχωρητικοί Αγώνες των Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού». Το αναφερόμενο πόνημα συγγράφηκε το 1962 όταν Διευθυντής της ΔΙΣ ήταν ο στρατηγός Κ. Κανελλόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας των τότε γεγονότων, όταν ως λοχαγός Μηχανικού υπηρετούσε στο ΙΙΙ Γραφείο του Α’ Σώματος Στρατού (ΣΣ), που είχε την ευθύνη της άμυνας της Εξέχουσας του Αφιόν Καραχισάρ. Ο στρατηγός Κανελλόπουλος είναι επίσης και ο συγγραφέας ενός σημαντικού βιβλίου με τίτλο «Η Μικρασιατική Ήττα». Όταν συγγράφηκε ο αναφερόμενος τόμος της ΔΙΣ δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από την Καταστροφή, τα ίχνη του Διχασμού ήταν ακόμη έντονα στην ελληνική κοινωνία και έτσι οι συγγραφείς αποφεύγουν να «ξύσουν πληγές» και περιορίζονται στην εξιστόρηση των γεγονότων – κατά τρόπο ιδιαίτερα γλαφυρό – τα οποία και συνεχώς τεκμηριώνουν. Ο κάθε καλοπροαίρετος μελετητής εκείνων των γεγονότων μπορεί πίσω από τις γραμμές να αντιληφθεί ευθύνες και αδυναμίες αφ’ ενός του στρατιωτικού οργανισμού και αφ’ ετέρου των πρωταγωνιστών.

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να περιγραφούν σε πολύ γενικές γραμμές:

  • Η κατάρρευση της αμυντικής τοποθεσίας της εξέχουσας νοτίως του Αφιόν Καραχισάρ.
  • Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού (ΣΣ) υποστράτηγος Τρικούπης εξέδωσε στις 14 Αυγούστου 1922 (π.η.) τη διαταγή για γενική σύμπτυξη των περί το Αφιόν ελληνικών δυνάμεων.
  • Οι αιτίες διάλυσης της IVης Μεραρχίας.
  • Ορισμένα κρίσιμα γεγονότα προ και μετά την έκδοση της διαταγής συμπτύξεως που είχαν καταλυτική επιρροή στη διάσπαση των Α’ και Β’ ΣΣ σε δύο Ομάδες, οι οποίες στη συνέχεια δεν μπόρεσαν να συντονίσουν τις ενέργειές τους, με αποτέλεσμα η μία – η και ισχυρότερη – να καταστραφεί στο Αλή Βεράν και η άλλη, με διαλυμένο το ηθικό, να στρέψει τα νώτα στον εχθρό και να αναζητήσει τη σωτηρία στη θάλασσα.

Ταυτόχρονα μέσα από το κείμενο θα αναδειχθεί η ανωριμότητα του ελληνικού στρατιωτικού οργανισμού να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις, πράγμα που – όπως αποδεικνύεται από τη συνέχεια της ιστορικής μας πορείας – αποτελεί βασικό πρόβλημα της Πολιτείας μας.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου