Μικρασιατική Εκστρατεία: Ένα σχόλιο για τα σχόλια

Ένα γενικό φαινόμενο που παρατηρείται στον σχολιασμό των κειμένων για τη Μικρασιατική Εκστρατεία είναι το εξής:

Μετά από άρθρα τα οποία καταδεικνύουν κεφαλαιώδη στρατιωτικά λάθη και παραλείψεις καθώς και ανικανότητα και ανευθυνότητα στα στρατιωτικά πράγματα κατά την περίοδο 1921-1922, αρκετοί αναγνώστες προβαίνουν σε σχόλια που κινούνται στο ακόλουθο πνεύμα: «Ναι μεν, ασφαλώς το άρθρο ορθώς τα λέει στο ειδικό θέμα που πραγματεύεται, αλλά ούτως ή άλλως η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν ένα καταδικασμένο εγχείρημα για γενικότερους λόγους, οπότε αυτά που αναφέρει το άρθρο είναι καθ’ εαυτά αδιάφορα.»

Η στάση αυτή εξηγείται εν πολλοίς από το γεγονός ότι είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί επί της ουσίας του το περιεχόμενο του κάθε άρθρου – γεγονός που οδηγεί σε μία ορισμένη αμηχανία τους διαφωνούντες. Και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αφ’ ενός γιατί η ανάλυσή του και η τεκμηρίωσή του είναι «τεθωρακισμένη», αφ’ ετέρου επειδή θα απαιτούνταν, ρεαλιστικά μιλώντας, έναν επαγγελματία στρατιωτικό για να διαφωνήσει επί της ουσίας του άρθρου, που μάλιστα να ασχοληθεί σε κάποιο βάθος με το θέμα αυτό (με την αντίστοιχη δαπάνη χρόνου και κόπου). Τέτοιος αντίλογος δεν έχει διατυπωθεί απ΄όσο γνωρίζω, και υποπτεύομαι ότι έχει λιγότερο να κάνει με έλλειψη «αντιβενιζελικών» στρατιωτικών (υπό την ιστορική, πλέον, έννοια του όρου) και περισσότερο με την εξόφθαλμη αλήθεια των όσων υποστηρίζονται. Συνεπώς, αναγνώστες που «δυσφορούν» με το αναπόφευκτο συμπέρασμα των επί μέρους άρθρων, επιδιώκουν να μεταφέρουν το επίκεντρο της όποιας συζήτησης γίνεται σε άλλα, άσχετα θέματα, και κυρίως γενικότερα ζητήματα όπου μπορούν πιο εύκολα να υποστηριχθούν άλλες, αντίθετες θέσεις.

Όμως έτσι παραβλέπεται μία βασική αρχή – όχι της ιστορίας αλλά της ίδιας της λογικής: για να έχει κανείς άξιες λόγου γενικές αποφάνσεις, πρέπει να έχει πολύ καλή αντίληψη των ειδικότερων προκειμένων τους. Για να έχει κανείς άποψη (κάποιας σημασίας, προφανώς, γιατί δημοκρατικά ο καθένας δικαιούται να πει ό,τι του κατεβαίνει), π.χ. για την Μικρασιατική Εκστρατεία και το εφικτό ή ανέφικτό της και τις ευθύνες των εμπλακέντων σε αυτήν, θα πρέπει να έχει πολύ καλή αντίληψη της πραγματικότητάς της, των λεπτομερειών της, των ειδικών της θεμάτων. Αλλιώς, βάσει ισχυρισμών του τύπου «νικήσαμε στο 99% των μαχών και χάσαμε από ατυχία», δηλαδή ισχυρισμών που δείχνουν «δημοσιογραφική» αντίληψη της Εκστρατείας, μπορεί ο καθένας να φτάσει στο συμπέρασμα της αρεσκείας του – με την αντίστοιχη βαρύτητα του συμπεράσματός του.

Ο λόγος ενασχόλησης των συντελεστών του ιστολογίου με τη στρατιωτική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν εξ αρχής αυτός ακριβώς: η διαπίστωση ότι οι ασχολούμενοι με τη γενική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας (και δεν αναφερόμαστε σε ερασιτέχνες ενδιαφερόμενους για την ιστορία της πατρίδας τους, αλλά κυρίως σε επαγγελματίες ιστορικούς) έχουν αδυναμία ανάλυσης και αξιολόγησης της στρατιωτικής της πτυχής, με αποτέλεσμα τα γενικότερα συμπεράσματα που βγάζουν να είναι έωλα και, συνήθως, άστοχα. Ο σκοπός, λοιπόν, του εγχειρήματος είναι να εκπονηθεί και να παρουσιαστεί μία σοβαρή, τεκμηριωμένη και, ας μας επιτραπεί «επαγγελματική» ανάλυση της Εκστρατείας (μιας και, καλώς ή κακώς, το αντικείμενό της είναι «τεχνικό», δηλαδή εξειδικευμένο) ώστε ο καθένας ενδιαφερόμενος να μην αναγκάζεται να στηρίζεται στους ισχυρισμούς του ενός ή του άλλου ιστορικά εμπλεκομένου στην υπόθεση αλλά να έχει μια σύγχρονη, ανεξάρτητη και πλήρη ανάλυση για τη στρατιωτική πτυχή της Εκστρατείας, κι έτσι να μπορέσει να σταθμίσει καλύτερα τον ρόλο της στην τελική της έκβαση, μιας και η αποτίμηση της στρατιωτικής πτυχής της Εκστρατείας στην έκβασή της είναι η θεμελιώδης αδυναμία των περισσοτέρων γενικών ιστοριών σχετικά με αυτήν.

Η αδυναμία αυτή καθίσταται ιδιαίτερα έντονη καθώς περνάει ο χρόνος και προσεγγίζει η εκατονταετηρίς της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της Καταστροφής. Καθώς η επέτειος που πλησιάζει, δίνει την -θεμιτή- ευκαιρία για τη αναδίφηση του ιστορικού ζητήματος, που αποτυπώνεται στην  έκδοση ιστορικών βιβλίων, και μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογων, η έλλειψη ειδικών στρατιωτικών αναλύσεων επί των οποίων να μπορούν να βασιστούν οι γενικοί ιστορικοί είναι εμφανής.

Το εγχείρημα για τη στρατιωτική ιστορία της Μικρασιατική Εκστρατείας είναι αρκετά φιλόδοξο: να συμπληρώσει αυτό το κρίσιμο κενό, και μάλιστα με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο: ανάλυση της εκστρατείας στο στρατηγικό, το επιχειρησιακό και το τακτικό επίπεδο, συσχέτιση της στρατιωτικής εκστρατείας με την υψηλή στρατηγική των δύο αντιπάλων, ανάλυση του οργανισμού των δύο στρατών, ανάλυση του υποβάθρου του κάθε στρατού, ανάλυση των πόρων και της κινητοποιήσεώς τους – συνολικά μία πλήρη ανάλυση της Εκστρατείας. Ενδεχομένως η συνολική σύνθεση αναδύεται αργά, αλλά όποιος παρακολουθεί μπορεί να διαπιστώσει και το εύρος και το βάθος της.

Επιπλέον, η μελέτη της στρατιωτικής πτυχής της Εκστρατείας οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίσεις για τους εμπλεκομένους σε αυτήν. Οι κρίσεις δεν εκφέρονται «εκ του αποτελέσματος» της Εκστρατείας: θα μπορούσε μια εκστρατεία να χαθεί και μία καταστροφή να επέλθει εξ αιτίας ανυπέρβλητων δυσκολιών. Οι κρίσεις που έχουν μέχρι τώρα εκφραστεί βασίζονται στη μελέτη και την ανάλυση της δράσης και της παρουσίας του καθενός εμπλεκομένου στα ιστορικά γεγονότα. Ας σημειωθεί ότι οι κρίσεις των συντελεστών του εγχειρήματος που έχουν μέχρι τώρα εκφραστεί, δεν ήταν «προειλημμένες» αλλά έχουν προκύψει από την τρέχουσα μελέτη και ανάλυση της Εκστρατείας.

Εκεί που το παρόν σχόλιο θέλει να καταλήξει, είναι η εξής παράκληση/παρότρυνση προς τους αναγνώστες των κειμένων της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Όταν διαβάζουν τα άρθρα, παρ’ όλο που για πολλούς αυτά έρχονται σε αντίθεση με εδραιωμένες πεποιθήσεις τους, ας τα διαβάζουν προσεκτικά, γιατί παρουσιάζουν μία ανάλυση που δεν υπάρχει αντίστοιχή της μέχρι σήμερα. Κυρίως όμως, η παράκληση/παρότρυνση αφορά το εξής: όταν διαβάζουν ένα άρθρο, ιδίως ένα άρθρο που αισθάνονται ότι έρχεται σε αντίθεση με εδραιωμένες αντιλήψεις τους για την Εκστρατεία, ας περιορίζουν τις τοποθετήσεις τους (θετικές ή αρνητικές – αδιάφορο) στο θέμα και την ουσία του εκάστοτε κειμένου, και ας μην μεταφέρουν αυτομάτως κι ενστικτωδώς τη συζήτηση σε γενικά και συνολικά ζητήματα. Είναι ο ελάχιστος σεβασμός στον (μεγάλο) κόπο των συντακτών, και είναι και η ορθολογική προσέγγιση του ζητήματος: από τη μελέτη των επί μέρους και ειδικών, στη συνολική εικόνα.

Advertisements

Αίτια της Αποτυχίας και της Ήττας του Ελληνικού Στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Δημοσιεύεται εδώ το κείμενο της διαλέξεως που έδωσε ο Ταξίαρχος ε.α. κ. Βασίλειος Λουμιώτης στην 33η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία, επ’ ευκαιρία της Εορτής των Ενόπλων Δυνάμεων.

Κύριε Ταξίαρχε,

Η πρόσκλησή σας να είμαι ομιλητής κατά τη σημερινή ημέρα της Εορτής των Ενόπλων μας Δυνάμεων περιποιεί σε μένα ιδιαίτερη τιμή. Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Επίσης, επιτρέψτε μου να εκφράσω την μεγάλη συγκίνησή μου που βρίσκομαι  ανάμεσα στα στελέχη του Στρατού μας, που με τιμή και αξιοσύνη εργάζονται νυχθημερόν, κάτω από ανείπωτες δυσχέρειες, για να υπηρετήσουν την άμυνα της Πατρίδας μας. Επίσης ευχαριστώ θερμά τις αρχές και τους αξιότιμους πολίτες, κυρίες και κυρίους του ακριτικού Πολυκάστρου, που με την εδώ παρουσία τους τιμούν τις Ένοπλες Δυνάμεις της Πατρίδας μας. Η ομιλία μου πέραν των άλλων αποτελεί ένα μνημόσυνο για εκείνους τους άνδρες,  αξιωματικούς και οπλίτες,  που πρόσφεραν αφειδώς το αίμα τους και την ζωή τους για να υπηρετήσουν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας.

Το Θέμα της Διάλεξης

Το θέμα που θα σας αναπτύξω αφορά τα γενικά αίτια της αποτυχίας των πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαγε ο Ελληνικός Στρατός κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και της συντριπτικής ήττας που υπέστη τον Αύγουστο του 1922. Παράλληλα θα αναφερθώ και στη σημαντική δράση του 33ου Συντάγματος Πεζικού κατά τη μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ, τον Ιούλιο του 1921.

Ασφαλώς, τα αίτια της αποτυχίας και της ήττας δεν ήταν μόνον στρατιωτικής φύσεως αλλά και πολιτικής. Για τα πολιτικά ζητήματα έχουν γράψει πάρα πολλοί και ειδικότεροι εμού.

Οι περισσότεροι μη στρατιωτικοί συγγραφείς αναφέρονται στα στρατιωτικής φύσεως ζητήματα γενικόλογα, επειδή ίσως δεν τα κατανοούν και δεν είναι σε θέση να τα αναλύσουν. Η γενική αίσθηση από την μελέτη αυτών των εργασιών είναι πως η στρατιωτική ήττα ήταν αναπόφευκτη, είτε επειδή άλλαξε η πολιτική των συμμάχων έναντι της Ελλάδας είτε, επειδή το πρόβλεψε ο Μεταξάς, είτε, για διάφορους άλλους λόγους.

Προσωπικά διαφωνώ με αυτή την οπτική. Στην Μικρά Ασία διεξήχθη ένας πόλεμος ανάμεσα σε εμάς και τους Τούρκους, στον οποίο και οι δύο στρατοί πολέμησαν με αυταπάρνηση, θάρρος και άφθαστο ηρωισμό, επιδεικνύοντας μοναδικές πολεμικές αρετές. Στο τέλος όμως νικητές αναδείχθηκαν οι Τούρκοι, επειδή απεδείχθησαν ικανότεροι ημών στην πολιτική και στρατιωτική διεύθυνση του πολέμου. Θέλω να πω ότι για την ήττα μας δεν ευθύνονται οι «άλλοι», αλλά αποκλειστικά εμείς. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799 και η δράση του 33ου Συντάγματος Πεζικού

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Εισαγωγικό Σημείωμα: Στις 12 Οκτωβρίου 2017 μού έγινε πρόταση από την 33η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία – «Σύνταγμα Κυδωνιών», να είμαι ομιλητής στην εορταστική εκδήλωση που προετοίμαζε για τις 21 Νοεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του εορτασμού της ημέρας των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Θεώρησα ότι η πρόταση αποτελούσε ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπο μου, αλλά και προς το ιστολόγιο Βελισάριος, στο οποίο αναρτώνται διάφορα κείμενά μου. Ως εκ τούτου αποδέχθηκα την πρόσκληση με ιδιαίτερη χαρά. Επέλεξα ως θέμα της ομιλίας μου «Τα αίτια της Αποτυχίας και της Ήττας του Ελληνικού Στρατού κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία –  Η δράση του 33ου Συντάγματος Πεζικού στην μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799, κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας τον Ιούλιο του 1921». Η ομιλία παρουσιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 2017 στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Παιονίας (Πολύκαστρο Κιλκίς). Λόγω έλλειψης χρόνου, δεν έγινε δυνατή η παρουσίαση της δράσης του 33ου Συντάγματος Πεζικού στην μάχη του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799, κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας τον Ιούλιο του 1921, και αυτό ασφαλώς με λύπησε ιδιαίτερα. Υποσχέθηκα στον Διοικητή της 33ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας, Ταξίαρχο κύριο Αθανάσιο Ναλμπάντη, ότι η «παράλειψη» αυτή θα διορθωθεί πολύ σύντομα, με ανάρτηση στο ιστολόγιο Βελισάριος, κάτι που γίνεται τώρα, με ένα περισσότερο εμπλουτισμένο κείμενο από αυτό της ομιλίας μου.

Θέλω να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προ τον άξιο Διοικητή της 33ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας – «Σύνταγμα Κυδωνιών», Ταξίαρχο Κύριο Αθανάσιο Ναλμπάντη, για την άκρως τιμητική πρόταση που μου εγένετο και για την άψογη και θερμή φιλοξενία που μου προσέφερε κατά την παραμονή μου στο ακριτικό Πολύκαστρο. Του εύχομαι υγεία προσωπική και οικογενειακή και σε ανώτερα. 

Το κείμενο της διάλεξης που παρουσιάστηκε, θα αναρτηθεί τις προσεχείς ημέρες.

 Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης

 

Αφιερώνεται με ταπεινότητα και σεβασμό στους νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους της μάχης του Τσαούς Τσιφλίκ – Υψώματος 1799.                  

Αιωνία η Μνήμη τους.

 

Εισαγωγή

Η αναφερόμενη μάχη διεξήχθη στις 2 και 3 Ιουλίου 1921 (π.ημ.), στο πλαίσιο των θερινών επιθετικών επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς το Εσκή Σεχήρ. Υπήρξε μία από τις πλέον αιματηρές μάχες της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η μάχη διεξήχθη αρχικά από την Vη Μεραρχία του Β’ Σώματος Στρατού και, από το απόγευμα της 2ας Ιουλίου, και από την Ιη Μεραρχία του Α’ Σώματος Στρατού. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η διάρρηξη της οχυρωμένης τοποθεσίας της Κιουτάχειας και η σύμπτυξη του Τουρκικού Στρατού στην γραμμή ανατολικά Εσκή Σεχήρ – Σεϊντή Γαζή. Η μεγάλη νίκη της Στρατιάς Μικράς Ασίας ανήκει αποκλειστικά στους μαχητές, αξιωματικούς και τους οπλίτες της Ιης και της Vης Μεραρχίας.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Οι επιθετικές επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 προς Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ – Μέρος Α’

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σημείωση: Μετά τη δημοσίευση του κειμένου με τίτλο: «Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’» στις 18/6/17, το λογικώς επόμενο κείμενο θα ήταν το Β’ Μέρος του ιδίου θέματος. Αντί αυτού, προτιμήθηκε η αντιμετώπιση των επιχειρήσεων του 1921 από την αρχή, ξεκινώντας από τις επιχειρήσεις του Μαρτίου.

Το Μέρος Β’ της «Διαμόρφωσης της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921» θα δημοσιευτεί στη λογική του σειρά.

Τις προσεχείς ημέρες, το παρόν θα αναρτηθεί και στον ιστότοπο της Στρατιωτικής Ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας (μαζί με τα δύο ακόμη υπολειπόμενα κείμενα), αφ’ ενός για την πληρότητα του ιστοτόπου, αφ’ ετέρου για τη δυνατότητα προβολής των χαρτών σε μεγάλο μέγεθος – όπου φαίνεται και η αξία τους.

 

1. Η λήψη της απόφασης για την εκτέλεση της επιχείρησης προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Αφιόν Καραχισάρ

1.1.  Γενικές Πληροφορίες

Η ιδέα για την εκτέλεση των επιθετικών επιχειρήσεων του Μαρτίου τέθηκε για πρώτη φορά, τόσο στο επίπεδο της κυβέρνησης όσο και σε αυτό της Στρατιάς Μικράς Ασίας, μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης προς το Εσκή Σεχήρ που εκτελέστηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου του 1920 από το Γ’ Σώμα Στρατού, πρώην «Σώμα Στρατού Σμύρνης».

Τα εκ της επιθετικής αναγνωρίσεως αποτελέσματα και συμπεράσματα δεν ήταν ευχάριστα αφ’ ενός λόγω της κακής διεύθυνσης των επιχειρήσεων από τους διοικητές των Μεγάλων Μονάδων του Γ’ Σώματος Στρατού —αποκατασταθέντες απότακτοι αξιωματικοί της Βενιζελικής διακυβέρνησης— και αφ’ ετέρου επειδή η εσπευσμένη εγκατάλειψη της καταληφθείσας τοποθεσίας «Κοβαλίτσα – Ποριά» (τοποθεσία «Ινονού») από τη δύναμη της επιθετικής αναγνώρισης και η επιστροφή της στην περιοχή της Προύσας «διαφημίστηκε» από την  προπαγάνδα του Κεμάλ στο εσωτερικό της Τουρκίας αλλά και στο εξωτερικό, ως νίκη του Κεμαλικού στρατού («1η Νίκη Ιν Εϋνού»). Παρά ταύτα όμως η επιθετική αναγνώριση προσέφερε στη Στρατιά Μικράς Ασίας, αλλά και στην Κυβέρνηση, την πολύ σημαντική πληροφορία ότι ο Κεμαλικός στρατός «δεν απετελείτο πλέον  από συμμορίας απειθάρχων ανταρτών αλλά από στρατιωτικάς μονάδας τελείως πειθαρχούσας πλαισιομένας από άφθονα πεπειραμένα και φρονηματισμένα στελέχη και με οπλισμόν άρτιον δια την εποχήν του πολέμου εκείνου. Επομένως δια τη δημιουργίαν συνθηκών διεξαγωγής νικηφόρου κατ’ αυτού πολέμου έπρεπε να γίνη αναμέτρησις των πολεμικών μέσων και αναθεώρησις των επικρατουσών σκέψεων περί στελεχών του Στρατού».

Μετά το πέρας της επιθετικής αναγνώρισης, η Στρατιάς Μικράς Ασίας αντικατέστησε τους διοικητές του Γ’ Σώματος Στρατού Συνταγματάρχη Κ. Πετμεζά δια του Υποστρατήγου Αρ. Βλαχόπουλου, της VII Μεραρχίας Συνταγματάρχη Π. Καράκαλο δια του Συνταγματάρχη Ανδρέα Πλατή και της Χ Μεραρχίας Συνταγματάρχη Κ. Μπουκουβάλα δια του Υποστρατήγου Γεωργίου Λεοναρδόπουλου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η διαμόρφωση της δύναμης του ανθρώπινου δυναμικού του Ελληνικού Στρατού και ειδικότερα της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά το διάστημα 1η Μαρτίου – 21η Ιουνίου 1921, Μέρος Α’

Προβλήματα και παθογένειες του συστήματος

Επίθεση 2-39 ΣΕ κατά Εσκή Πολατλί

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης) 

 

22α Αυγούστου 1921.

Η Στρατιά Μικράς Ασίας προς τον Κον Υπουργόν Στρατιωτικών. […]

Ούτως η κύκλωσις του αριστερού του εχθρού δεν ηδύνατο να επιτευχθεί. […] Προς τούτο διετάχθη η κατά μέτωπον επίθεσις. […] Αι εννέα Μεραρχίαι ημών, οίτινες προ της ενάρξεως των επιχειρήσεων του Ιουλίου ηρίθμουν περίπου 8.500 μαχίμους, ήτοι ολικήν δύναμιν 76.000 ανδρών, ήδη αριθμούν μόνο 5.200 ήτοι 47.000 μόνο μαχίμων. Αι ελάχισται αφικνούμεναι ενισχύσεις μόλις επαρκούν δια καταρτισμόν μικρών τινών τμημάτων προς κάλυψιν των συγκοινωνιών ημών, η άφιξις δε της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας δεν δύναται να υπολογισθή προ δεκαπενθημέρου. Η έλλειψις αξιωματικών είναι μεγίστη και το βαρύ πυροβολικόν ημών υποδεέστερον αριθμητικώς και ποιοτικώς του εχθρικού. […] Πλεονέκτημα επομένως καθαρόν ημών απέναντι του εχθρού απομένει η επιθετική ημών ενέργεια και το εκ ταύτης πηγάζον υπέρτερον ηθικόν. Δέον όμως να λαμβάνηται υπ’ όψιν ότι η προϊούσα ελάττωσις της μαχίμου δυνάμεως θα καταστήση ανέφικτον μετ’ ολίγον την εξακολούθησιν της επιθέσεως και ο στρατιώτης αντιλαμβανόμενος την έλλειψιν ισχύος δυνατόν να απολέση και την ηθικήν αυτού δύναμιν. […] Το δε ισόπαλον των δυνάμεων δεν επιτρέπει ημίν την εκτέλεση ευρείας κυκλωτικής κινήσεως, ώστε δι’ ενός πλήγματος να επιτύχωμεν την αποφασιστικήν νίκην. […]

Αναστάσιος Παπούλας

Αντιστράτηγος[1]

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1921 η κυβέρνηση της χώρας προέβη στην επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία προκειμένου να ενισχύσει τη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας, ώστε στην αρχή του καλοκαιριού του ιδίου έτους και υπό τις καλλίτερες δυνατόν συνθήκες από πλευράς διαθέσιμης ισχύος, να αναλάβει την εκτέλεση ευρέων επιθετικών επιχειρήσεων προς την γραμμή Εσκή Σεχήρ–Κιουτάχεια–Αφιόν Καραχισάρ και ενδεχομένως προς την Άγκυρα, με σκοπό την συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

Το μικρό απόσπασμα κάτω από τον τίτλο του κειμένου, που προέρχεται από την αναφορά που υπέβαλε στις 22 Αυγούστου 1921 ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς τον Υπουργόν των Στρατιωτικών ζητώντας την έγκριση της κυβέρνησης προκειμένου να διακόψει τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, αποδεικνύει τη σημασία που είχε για την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων —κατά την αντίληψη του διοικητή της— το μέγεθος της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς. Το κυριότερο, μεταξύ άλλων, επιχείρημα του αρχιστράτηγου  για τη διακοπή των επιχειρήσεων, ήταν ότι η Στρατιά αφού απέτυχε να κυκλώσει το αριστερό του εχθρού επετίθετο πλέον μετωπικά κατά αυτού, με τη μάχιμη δύναμή της όμως να έχει μειωθεί στις 47.000 άνδρες —έναντι των 76.000 ανδρών που διέθετε πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων— εξ αιτίας των απωλειών που είχε υποστεί κατά τις επιχειρήσεις του Ιουλίου και του Αυγούστου που βρίσκονταν σε εξέλιξη, χωρίς αυτές οι απώλειες να έχουν αναπληρωθεί μέχρι και τις 22 Αυγούστου. Στην έκθεση είναι διάχυτη η ανησυχία του διοικητή της Στρατιάς για την έκβαση του αγώνα εξ αιτίας του αδιεξόδου στο οποίο βρέθηκε λόγω της μείωσης της μάχιμης δύναμής της Στρατιάς και της αδυναμίας αναπλήρωσης των μέχρι τότε απωλειών.

Η αναφερόμενη έκθεση του διοικητή της Στρατιάς, και ειδικά το απόσπασμα για την μείωση της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς και την αδυναμία αναπλήρωσης των απωλειών της, αποτέλεσε την αφορμή για την συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα ερωτήματα που μας δημιουργήθηκαν ήταν πολλά, όπως:

  • Η επιστράτευση των εφεδρικών κλάσεων στην Ελλάδα και την Μικρά Ασία απέδωσε την αναμενόμενη δύναμη εφέδρων με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας; Ποια ήταν η αντιμετώπιση των φαινομένων ανυποταξίας σε περίπτωση που υπήρχαν τέτοια; 
  • Ποια ήταν η αριθμητική δύναμη του Ελληνικού Στρατού αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; 
  • Με ποιον τρόπο διαχειρίστηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία τη δύναμη των εφέδρων που προσήλθαν στα όπλα προκειμένου να ενισχύσει την δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας; 
  • Ποια ήταν η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας αμέσως πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Ποια ήταν η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά την περίοδο αυτή; Ήταν συμπληρωμένη στην εμπόλεμη σύνθεσή της; 
  • Ποιες ήταν οι μονάδες που συνέθεταν την μάχιμη δύναμη της Στρατιάς; 
  • Οι Μονάδες της Στρατιάς Μικράς Ασίας που θα διεξήγαγαν τη μάχη, διέθεταν την υπό των πινάκων συνθέσεως προβλεπόμενη δύναμη; Και αν όχι, κατά πόσο υπολειπόταν η παρούσα δύναμη των Μεραρχιών της προβλεπομένης πριν από την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων; Η μάχιμη δύναμη των 76.000 ανδρών που αναφέρει ο διοικητής της Στρατιά, ήταν η προβλεπόμενη, η τοποθετημένη ή η παρούσα;
  • Για ποιους λόγους δεν κατέστη δυνατή η αναπλήρωση των απωλειών της Στρατιάς Μικράς Ασίας —που επικαλείται στην έκθεσή του ο διοικητής της Στρατιάς— ώστε να μην παρουσιαστεί έλλειμμα ισχύος κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων;

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού στις αρχές του 20ου αιώνα: Από την ανυπαρξία σε εργαλείο εθνικής πολιτικής

χ

Πόλεμος του 1897: Μάχη στο Ριζόμαλο Θεσσαλίας (Πίνακας Frank Dadd)

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

(Εισαγωγική ΣημείωσηΟφείλω θερμές ευχαριστίες στον ιστορικό ερευνητή κύριο Κωνσταντίνο Βλάσση, εκ των συντελεστών του εξαιρετικής ύλης περιοδικού του ειδικού τύπου «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ», του οποίου η αμέριστη βοήθεια στη συγγραφή του παρόντος κειμένου υπήρξε πολύτιμη.)

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι:

  • να παρουσιάσει κατά τρόπο συνοπτικό τα διαδοχικά στάδια της ανάπτυξης του Ελληνικού Στρατού από μια ισχνή και ανίσχυρη στρατιωτική δύναμη που ήταν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στην δύναμη εκείνη που κατόρθωσε να υποστηρίξει με επάρκεια τις εθνικές διεκδικήσεις στην Μακεδονία και την Ήπειρο κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, να βάλει την Ελλάδα στην παράταξη των νικητών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και στη συνέχεια να διεκδικήσει με αξιώσεις την εθνική ολοκλήρωση στις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης όπου διαβιούσαν υπό συνθήκες καταπίεσης και διωγμού συμπαγείς Ελληνικοί πληθυσμοί.
  • να αναδείξει την γενική οργάνωση των κύριων Μονάδων του Ελληνικού Στρατού που διεξήγαγαν την μάχη, δηλαδή των Ταγμάτων, Συνταγμάτων, Μεραρχιών και Σωμάτων Στρατού, κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
  • να καταδείξει ότι ο Ελληνικός Στρατός κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και ειδικότερα κατά την περίοδο που ανέλαβε την διεξαγωγή των μεγάλων επιθετικών επιχειρήσεων προς το Εσκή Σεχήρ, την Κιουτάχεια και το Αφιόν Καραχισάρ, διέθετε ικανοποιητική οργάνωση, ισχυρή συγκρότηση καθώς και τις απαιτούμενες μονάδες για την υποστήριξη των επιθετικών επιχειρήσεων από πλευράς μέσων μάχης και συντηρήσεως, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε η έκβαση των επιχειρήσεων.

  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία, Τα πρόσωπα: Οι επιτελείς της Στρατιάς Μικράς Ασίας

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που έχει ξεκινήσει για την παρουσίαση των βασικών πρωταγωνιστών της Μικρασιατικής Εκστρατείας, παρουσιάζονται σύντομα βιογραφικά των βασικών επιτελών της Στρατιάς Μικράς Ασίας που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση για την προέλαση της Στρατιάς προς την Άγκυρα, τον Ιούλιο του 1921, καθώς και του Ξενοφώντος Στρατηγού.

Πάλλης Κωνσταντίνος

%cf%80%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b7%cf%82_1Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1871 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων στις 31 Ιουλίου 1893 ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.

Κατά τον Ελληνο-τουρκικό Πόλεμο του 1897  συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα που απεστάλη στην Κρήτη υπό τον Τιμολέοντα Βάσο.

Προήχθη σε Υπολοχαγό το 1904 και σε Λοχαγό το 1910. Ως Υπολοχαγός, φοίτησε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου από το 1905 μέχρι το 1908. Μαζί με την τριάδα Μεταξά-Στρατηγού-Παπαβασιλείου, είναι οι μόνοι γνωστοί απόφοιτοι της Ακαδημίας αυτής στον Ελληνικό Στρατό. Εντάχθηκε στο Σώμα Γενικών Επιτελών της εποχής, αλλά μετά την κατάργησή του Σώματος -συνεπεία του Κινήματος στο Γουδή- επανήλθε στο Όπλο του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Η Στρατηγική Παραίτηση. Μέρος Α’: Η Απόφαση για τις Επιχειρήσεις προς Άγκυρα

γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)*

Εσκή Σεχήρ, 8 Σεπτεμβρίου 1921

[…] Ο Στρατός ημών κατόπιν εννεαετούς πολέμου, έχει υποστή σοβαράν μείωσιν, κυρίως από απόψεως στελεχών και δη των καλλιτέρων, εξ ου η συνοχή εν τη διοικήσει έχει μειωθή. Κατά τας δύο τελευταίας επιχειρήσεις ο Στρατός εν τω συνόλω του υπήρξεν αξιοθαύμαστος. Αλλ’ η αντίληψις της Στρατιάς είναι ότι δεν θα ήτο φρόνιμον να ζητηθή τι πλέον παρ’ αυτού. Δια τους λόγους τούτους φρονώ ότι επιβάλλεται η ταχεία περαίωσις της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης των επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς την Άγκυρα, η οποία αποτέλεσε περίοδο στασιμότητας, αλλά και αμέσως μετά την αποχώρηση της Στρατιάς από την περιοχή ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου, και για την ακρίβεια κατά το χρονικό διάστημα από 22 Αυγούστου έως και 8 Σεπτεμβρίου 1921, ανάμεσα στη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας και την Κυβέρνηση αντηλλάγησαν ορισμένα κρίσιμης σημασίας κείμενα. Τα διαλαμβανόμενα σε αυτά, σε συνδυασμό και με την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, άσκησαν αποφασιστική επιρροή στον καθορισμό της υψηλής στρατηγικής και της στρατιωτικής στρατηγικής που θα ακολουθούσε εφεξής το Κράτος και ο Στρατός του για την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος. Η μελέτη των υπόψη κειμένων, ακόμη και σήμερα, παραμένει ελλιπής.

Τα σημαντικότερα εκ των αναφερόμενων κειμένων είναι οι δύο εκθέσεις που υπέβαλε ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας στην Κυβέρνηση της χώρας στις 22 Αυγούστου και στις 8 Σεπτέμβριου 1921. Δια της μεν πρώτης ζητούσε την άδεια της Κυβερνήσεως για να διακόψει τις διεξαγόμενες επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, δια δε της δεύτερης ανέφερε ότι μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν πλέον σε κατάσταση που να επιτρέπει την ανάληψη σοβαρών επιχειρήσεων, δηλαδή δεν ήταν πλέον σε θέση να πολεμήσει, και κατόπιν τούτου εισηγούνταν στην Κυβέρνηση την περαίωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η αναφορά-πρόταση της Στρατιάς έγινε αποδεκτή από την Κυβέρνηση χωρίς καμιά αντίρρηση, και κατόπιν τούτου ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός των Εξωτερικών αναχώρησαν στις αρχές Οκτωβρίου για τις δυτικές πρωτεύουσες προκειμένου να «ικετεύσουν» για τη μεσολάβηση των «Συμμάχων» για την απεμπλοκή του -μέχρι εκείνη τη στιγμή- αήττητου Ελληνικού Στρατού από την Μικρασιατική Γη και για την εξεύρεση μιας λύσης που θα εγγυόταν την ασφάλεια και τη συνέχεια της ύπαρξης του Μικρασιατικού Ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο Διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας

Η ευκολία με την οποία  ο Πρωθυπουργός της χώρας Δημήτριος Γούναρης αποδέχθηκε την αναφορά του Παπούλα ότι ο Στρατός δεν ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει νέες μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις προκαλεί εντύπωση και παραμένει ανεξήγητη. Μόλις ύστερα από λίγες ημέρες η δήλωση θα διαψευστεί στην πράξη από τον -κατά τον Παπούλα- «ανήμπορο να πολεμήσει» Στρατό, όταν αυτός θα κληθεί και πάλι σε νέους αγώνες και θυσίες προκειμένου να αποκρούσει την μεγάλη Τουρκική αντεπίθεση προς το Αφιόν Καραχισάρ. Μια δήλωση που θα διαψευστεί επίσης και μετά την παρέλευση ενός έτους όταν ο «ανήμπορος για πόλεμο» Στρατός θα εμπλακεί στη μεγάλη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ που θα σημάνει και το οδυνηρό τέλος της εκστρατείας. Για ποιον λόγο ο Πρωθυπουργός αποδέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση τη δήλωση του τετράκις αποτυχόντος Αρχιστρατήγου και δεν μετέβη ο ίδιος επί τόπου προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια; Νομίζω ότι απάντηση δεν υπάρχει και μόνον υποθέσεις μπορεί να γίνουν. Πιθανόν ο Γούναρης μετά την αποτυχία της καλοκαιρινής εκστρατείας να έχει φτάσει στα δικά του όρια. Μάλλον δεν αντέχει άλλο για νέες θυσίες και πολέμους. Το να παίρνεις κάθε ικμάδα ενός λαού για τον πόλεμο απαιτεί ειδικό μέταλλο. Ο Γούναρης δεν ήταν φτιαγμένος από τέτοιο μέταλλο. Εξελέγη τον Νοέμβριο του 1920 με σχέδια και ψυχολογία εντελώς αντίθετες με την κλιμάκωση του πολέμου στην Μικρά Ασία και μετά την αναγκαστική κλιμάκωση του καλοκαιριού και την αποτυχία, δεν ξέρει τι άλλο να κάνει. Δεν είναι πολεμικός ηγέτης αλλά ένας απλός πολιτικός και διανοούμενος. Τη σκέψη για νέες στρατιωτικές προσπάθειες μετά τον Σαγγάριο, που θα απαιτούσαν φυσικά νέες θυσίες για την προετοιμασία και διεξαγωγή, απλώς δεν την αντέχει. Δεν είναι από την πάστα του Βενιζέλου που εκτελούσε όσους δεν στρατεύονταν. Οι κραυγές «Απόλυσιν!» των φαντάρων τον Ιούλιο του 1921  πιθανολογώ ότι θα του έκαναν εντύπωση. Όταν στις 18 Ιουλίου κατά τη διάρκεια της τελετής των παρασημοφοριών στο Εσκή Σεχήρ ο Υποστράτηγος Αλέξανδρος Κοντούλης του πρότεινε την πρόσκληση υπό τα όπλα τριών ακόμη κλάσεων προκειμένου να αναληφθεί η εκστρατεία προς την Άγκυρα, τον έπιασε πανικός και η απάντησή του ήταν ότι τον Σεπτέμβριο θέλει να κάνει απόλυση κάποιων ηλικιών. Ίσως ο Γούναρης είχε καταλάβει ότι και ότι οι δικές του ικανότητες δεν έφταναν για τη δυναμική συνέχιση του πολέμου. Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» θα έδιναν την λύση.

Τελετή Παρασημοφόρησης στο Εσκή Σεχήρ, 18 Ιουλίου 1921. Διακρίνονται: (1) ο Υποστράτηγος Αριστοτέλης Βλαχόπουλος, Διοικητής του Β’ ΣΣ, (2) Υποστράτηγος Ανδρέας Καλλίνσκης-Ροΐδης, Διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού, (3) Συνταγματάρχης Αθανάσιος Φράγκου, Διοικητής της Ιης Μεραρχίας, (4) Υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός, Υπαρχηγός Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού και «σύνδεσμος» της Κυβερνήσεως με τη Στρατιά Μικράς Ασίας, (5) Υποστράτηγος Ανδρέας Κοντούλης, Διοικητής Α’ ΣΣ, (6) Δημήτριος Γούναρης, Πρωθυπουργός, (7), Υποστράτηγος Πρίγκηψ Ανδρέας, Διοικητής της ΧΙΙης Μεραρχίας. (Πηγή: ιστολόγιο Ανεμούριον  http://anemourion.blogspot.gr/)

Ανεξάρτητα όμως από τις παραπάνω σκέψεις και υποθέσεις, η άμεση αποδοχή από την Κυβέρνηση της δήλωσης της Στρατιάς περί της «αδυναμίας» του Ελληνικού Στρατού να συνεχίσει τον πόλεμο και της πρότασης της Στρατιάς για τερματισμό της εκστρατείας, καθώς και η εσπευσμένη αναχώρηση του Πρωθυπουργού για το εξωτερικό προκειμένου να αιτηθεί τις «καλές» υπηρεσίες των «Συμμάχων» της Ελλάδας για την εξεύρεση πολιτικής λύσης του Μικρασιατικού ζητήματος, είχε τα εξής άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία: Ελληνικά Μέσα και Βαρέα Πυροβόλα – Ενημέρωση

Με την ανάρτηση αυτή ολοκληρώνεται η παρουσίαση των τύπων των πυροβόλων που χρησιμοποίησε ο Ελληνικός Στρατός κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επισημαίνεται ότι οι αναρτήσεις αυτές, όπως και η αντίστοιχη ενότητα στον ιστόχωρο «Μικρασιατική Εκστρατεία» δεν αφορούν ούτε τη σύνθεση και τη δύναμη του Πυροβολικού που έλαβε μέρος στην Εκστρατεία, ούτε αποτελούν ανάλυση του Πυροβολικού ως Όπλου στην Εκστρατεία. Αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενα ιδιαίτερων μελλοντικών αναρτήσεων. Ο σκοπός των αναρτήσεων δεν είναι η τεχνολογική ιστορία, αλλά η καλύτερη κατανόηση των στρατιωτικών μέσων που διέθεταν οι αντίπαλοι, και το πως αυτά επηρέαζαν τη στρατιωτική ισχύ και τις επιχειρήσεις.

Σημ. 1/6/15: Στην ανάρτηση προστέθηκε η παρουσίαση του πυροβόλου Σκόντα των 15 εκ., ολοκληρώνοντας έτσι την παρουσίαση των τύπων πυροβόλων του Ελληνικού Πυροβολικού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Μέσο Ορειβατικό Οβιδοβόλο Skoda 105 χλστ., Υπόδειγμα 1916

Βασικά Χαρακτηριστικά

Πίνακας 1

Πίνακας 1

Πρόκειται για ορειβατικό οβιδοβόλο με ραβδωτή κάνη, υδροπνευματικό σύστημα οπισθοδρόμησης και κλείστρο σφηνώσεως. Το πυροβόλο ήταν λυόμενο και λυόταν σε τρεις φόρτους, καθένας εκ των οποίων προσαρμόζονταν σε άξονα δύο τροχών που συρόταν από ζεύγος ίππων. Ο κιλλίβας μετατρεπόταν ο ίδιος σε αμαξίδιο, και αυτό επιτυγχανόταν με την εφαρμογή ενός άξονα κυλίσεως στους γυγγλίμους που διακρίνονται στο κάτω μέρος του κιλλίβαντος. Το ένα από τα σχηματιζόμενα αμαξίδια είχε βάρος 670 χλγρ. και τα δύο από 750 χλγρ.  Το πυροβόλο συρόταν, όμως, και ενιαίο, από 6 ίππους. Ο κιλλίβας ήταν μονοσκελής με διχάλωση που επέτρεπε πολύ μεγάλη ανύψωση, έως 70ο. Το πυροβόλο διέθετε εξαιρετική ευκινησία, μικρή διασπορά, ενώ η μεγάλη γωνία ανυψώσεως του έδινε καμπύλη τροχιά και δυνατότητα βολής πίσω από προκαλύπτοντες όγκους.

Ιστορικό

Το οβιδοβόλο αυτό αποτέλεσε εξέλιξη και ορειβατική παραλλαγή του βασικού μέσου οβιδοβόλου του Αυστροουγγρικού Στρατού κατά τον Α’ ΠΠ, του πεδινού οβιδοβόλου Μ.14 (Υπόδειγμα 1914), διαμετρήματος 100 χλστ. Η εξέλιξη αποσκοπούσε στο να κάνει το πυροβόλο πιο ελαφρύ και να του προσδώσει μεγαλύτερη γωνία ανυψώσεως που ήταν απαραίτητη στον ορεινό αγώνα. Τόσο το ορειβατικό όσο και το πεδινό πυροβόλο από το οποίο προέρχονταν, κατασκευάστηκαν (σε πιο περιορισμένους αριθμούς) και στο διαμέτρημα των 105 χλστ. (10,5 εκ. κατά την ορολογία της εποχής). Κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ, ένας αριθμός από σαράντα (40) πυροβόλα παραχωρήθηκαν στον Οθωμανικό Στρατό, με την ονομασία Skoda Gebirgshaubitze Μ.16(T).

Ο μεγαλύτερος αριθμός από αυτά τα πυροβόλα επέζησε του πολέμου και μετά την Ανακωχή του Μούδρου ετέθη υπό τον έλεγχο των στρατευμάτων της Εγκάρδιας Συνεννόησης σε – μάλλον πλημμελώς – φυλασσόμενα στρατόπεδα της Μικράς Ασίας, και αφού τους είχαν αφαιρεθεί τα κλείστρα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία – To Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 – Μέρος Α’

Προέλευση, Επιλογή, Εκπαίδευση, Ιδεολογία, Εξέλιξη και η κρίσιμη σχέση με την Πολιτική.

Γράφει ο Κλεάνθης

«Οία η αξία των στελεχών, τοιάδε και των στρατευμάτων»

Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή ανάλυση ενός στρατού χωρίς εξέταση του νευραλγικότερου τμήματος του που αποτελούν τα στελέχη του και ειδικά οι αξιωματικοί του. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστεί το Σώμα των Ελλήνων Αξιωματικών έως το 1922 και συγκεκριμένα θα διερευνηθεί η κοινωνική προέλευση των αξιωματικών, ο τρόπος επιλογής τους για το Σώμα, η εκπαίδευσή, η ιδεολογία, η επαγγελματική τους εξέλιξη και η κρίσιμη αλληλεπίδραση με την πολιτική. Οι παράγοντες αυτοί, που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα όποια στρατιωτικά δόγματα, στάθηκαν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ικανότητας του Ελληνικού Στρατού στους πολέμους του έθνους. Τα επιχειρησιακά δόγματα και σχετικές αντιλήψεις, θα εξεταστούν σε δεύτερο στάδιο, καθώς δεν έχει νόημα η εξέτασή τους αν προηγουμένως δεν έχει γίνει κατανοητό το κοινωνικό και επαγγελματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά αναπτύχθηκαν.

Το θέμα της εξέτασης των αξιωματικών ως επαγγελματικό σώμα, απ΄ όσο γνωρίζω, τίθεται για πρώτη φορά ως αντικείμενο έρευνας καθώς μέχρι τώρα αυτοί εξετάζονται αποκλειστικά ώς πολιτικός παράγοντας. Σχετικά με ζήτημα της τεκμηρίωσης, ειδικά στο πλαίσιο του διαδικτύου, παρατίθεται σχετικό βιβλιογραφικό σημείωμα στο τέλος του κειμένου.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή      

Δημιουργία Του Σώματος Των Αξιωματικών

Προέλευση Επιλογή Εκπαίδευση        

Α. Σχολή Ευελπίδων 

Β. Σχολή ή Σχολείον των Υπαξιωματικών

Γ. Άνευ Σχολής, εκ του Στρατεύματος

Δ. Έφεδροι Αξιωματικοί      

Ε. Οι Βασιλόπαιδες – Πρίγκιπες Αξιωματικοί

Στ. Αξιωματικοί απόφοιτοι ξένων Σχολών   

Μετεκπαίδευση Στην Ευρώπη

Ιδεολογία     

Αξιωματικοί και Πολιτική

Βιβλιογραφικό Σημείωμα  

Εισαγωγή

Είναι δύσκολο να αναφερθεί κάποιος σε συγκροτημένο Σώμα Ελλήνων αξιωματικών πριν από την εποχή του Χ. Τρικούπη, κατά τη δεκαετία του 1880. Μέχρι τότε, παρόλο που κάποιο τακτικό στράτευμα και μία παραγωγική σχολή αξιωματικών (Σχολή Ευελπίδων)[1] μετρούσαν ήδη 50 ολόκληρα χρόνια ζωής, οι σχετικές προσπάθειες δεν ήταν σοβαρές. Στρατός ουσιαστικά δεν υπήρχε, παρά κυρίως στρατιωτικά αποσπάσματα για την καταδίωξη ληστών. Η υστέρηση αυτή βασικά αντανακλούσε την έλλειψη ισχυρής θέλησης των πολιτικών ελίτ του ελληνικού κράτους– που πάλευε ακόμα να συγκροτηθεί ως τέτοιο – να οργανώσει ικανό για πόλεμο στράτευμα. Η πιθανότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας με τον μοναδικό αντίπαλο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν αντιμετωπιζόταν σοβαρά, και η εδαφική ακεραιότητα είχε αφεθεί περισσότερο στις «Προστάτιδες Δυνάμεις» που άλλωστε είχαν λόγο και στο πολίτευμα της χώρας.

Οι αιτίες για αυτή την «αδιαφορία» πρέπει να αναζητηθούν σε ένα συνδυασμό εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που εμπόδιζαν γενικότερα τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Στο εσωτερικό, ήταν η φτώχεια μιας Ελλάδας που εξήλθε της Επανάστασης καταστραμμένη και χρεωμένη, οι οπισθοδρομικές – οθωμανικής προέλευσης – κοινωνικές δομές πατρωνίας, καθώς και οι έριδες για την εξουσία μεταξύ των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων και του ξενόφερτου και ισχυρού θεσμού της βασιλείας. Ως αποτέλεσμα, στις αδιάκοπες διαμάχες για την νομή της εξουσίας δεν στάθηκε δυνατόν να επιβληθεί πολιτικά καμιά δύναμη ικανή να επιβάλει ένα σοβαρό και συγκροτημένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού.

Στο εξωτερικό, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν ώς γνωστόν πολλές και ποικίλες, θεσμοθετημένες μάλιστα από την Συνθήκη του 1832, που νομιμοποίησε διεθνώς την Ελλάδα ώς Κράτος (η Χώρα μας δεν συμμετείχε καν στην υπογραφή της). Στο άρθρο 4 λοιπόν της Συνθήκης αναφέρεται: «..Η Ελλάς [..] με την εγγύηση των τριών Αυλών, θα αποτελέσει ένα μοναρχικό ανεξάρτητο κράτος..». Η φράση επανελήφθη και στη συνθήκη του 1863 που υπέγραψαν οι Δυνάμεις με τον βασιλιά της Δανίας και η οποία επέβαλε τον Γεώργιο ως βασιλιά των Ελλήνων. Οι Δυνάμεις λοιπόν θεωρούσαν εαυτές ως «εγγυήτριες της ανεξαρτησίας» και την άποψη αυτή συμμερίζονταν και σημαντικό μέρος των Ελλήνων που τις αποκαλούσε – για προφανείς λόγους – «Προστάτιδες». Οι εθνικοί εξωτερικοί στόχοι μπορούσαν βολικά να ανατεθούν και σε ξένες πλάτες…

Με βάση τα παραπάνω, η Ελλάδα εξήλθε της Επανάστασης ώς ένα σχετικά ανεξάρτητο κράτος, φτωχό, κοινωνικά οπισθοδρομικό, πολιτικά ασταθές και με τις Μ. Δυνάμεις να καθορίζουν στενά τις εξωτερικές του υποθέσεις και τυχόν μεταβολή των συνόρων. Ως αποτέλεσμα, η καχεξία γενικά των κρατικών θεσμών και δομών, που απαιτούν μακρόχρονες, συγκροτημένες και μεγάλης κλίμακας προσπάθειες, όπως ειδικότερα ο Στρατός, μοιάζει λογική.

Για το θέμα ειδικά που εξετάζουμε, το αποτέλεσμα της περιγραφείσας εσωτερικής αστάθειας και εξωτερικής επέμβασης ήταν η έλλειψη επαρκούς θεσμικού συστήματος παραγωγής καταρτισμένων στελεχών. Η μεγάλη πλειοψηφία των αξιωματικών παράμενε χωρίς στρατιωτική και επαρκή ακαδημαϊκή μόρφωση. Η παραγωγή καταρτισμένων στελεχών από τη μοναδική υπάρχουσα σχολή, τη Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) αντιμετώπιζε οργανωτικά προβλήματα, με «φωτογραφικά» διατάγματα προς όφελος κάποιων και επίσης αριθμητικά ήταν ελάχιστη. Επί 50 χρόνια, μεταξύ 1830 και 1880, αποφοιτούσαν ετησίως κατά μέσο όρο μόλις πέντε αξιωματικοί – αρκετές χρονιές μάλιστα δεν υπήρχαν καν απόφοιτοι. Ακόμα και αυτή η μικροσκοπική ομάδα αποφοίτων κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά στα «τεχνικά» λεγόμενα Όπλα, στο Πυροβολικό και στο Μηχανικό. Σε αυτά τα 50 χρόνια λειτουργίας η ΣΣΕ απέδιδε στο Πεζικό, το βασικό όπλο ελιγμού της εποχής, μόλις έναν αξιωματικό ετησίως κατά μέσο όρο! Στο ζωτικό Όπλο του Πεζικού λοιπόν, δεν υπηρετούσαν απόφοιτοι κάποιας σχολής αλλά σχεδόν αποκλειστικά αξιωματικοί εξελισσόμενοι βαθμολογικά από την κατάταξή τους ως οπλίτες στο Στράτευμα, χωρίς μετά την επιλογή τους να υποστούν συγκροτημένη εκπαίδευση για τα νέα τους καθήκοντα. Απλώς κατά καιρούς λειτουργούσαν προσωρινά βραχύχρονα σχολεία επιμόρφωσης για ήδη επιλεγέντες (δηλ. διορισθέντες) υπαξιωματικούς και αξιωματικούς[2]. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου