Η Ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας σε Αξιωματικούς και Οπλίτες από το Μάρτιο μέχρι την 21η Ιουνίου 1921 για την εκτέλεση των επιχειρήσεων κατάληψης του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ

Σύνοψη

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1921 ο Πρωθυπουργός της χώρας Νικόλαος Καλογερόπουλος και ο Υπουργός Στρατιωτικών Δ. Γούναρης ευρισκόμενοι στο Λονδίνο, όπου είχαν μεταβεί για να συμμετάσχουν στη διάσκεψη που είχε συνέλθει με σκοπό την ειρήνευση της Ανατολίας, έδωσαν το πράσινο φως στο διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας να εκτελέσει τις σχεδιασθείσες επιχειρήσεις για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ καθώς και της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε τις δύο αυτές πόλεις. Συγχρόνως αντιλαμβανόμενοι –επιτέλους- ότι η ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας ήταν επιβεβλημένη αποφάσισαν να καλέσουν υπό τα όπλα τρεις κλάσεις εφέδρων . Επί της εν λόγω αποφάσεώς τους ενημέρωσαν και τον Πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Λόϋδ Τζώρτζ ο οποίος τους δήλωσε ότι τίποτε δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη του διότι σε περίπτωση αποτυχίας οι Τούρκοι θα καθίσταντο ανοικονόμητοι. Την 6η Μαρτίου 1921 η Κυβέρνηση κάλεσε υπό τα όπλα τις κλάσεις της εφεδρείας 1913β, 1914 και 1915. Ημέρα παρουσίασης των εφέδρων ορίστηκε η 14η Μαρτίου. Οι επιχειρήσεις άρχισαν τη 10η Μαρτίου, εκτελεστήκαν χωρίς τη συμμετοχή των κληθέντων εφέδρων και απέτυχαν. Μία από τις κύριες αιτίες της αποτυχίας ήταν η κατά 50% και πλέον μειωμένη έναντι της προβλεπομένης μάχιμη δύναμη της Στρατιάς. Περισσότερες πληροφορίες στο κείμενό μας Οι επιθετικές επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 προς Εσκή Σεχήρ και Αφιόν Καραχισάρ – Μέρος Α΄. Η κατάταξη των κληθέντων εφέδρων ολοκληρώθηκε περί τα μέσα Απριλίου. Συνολικά παρουσιάστηκαν 53.000 περίπου έφεδροι στην Ελλάδα, καθώς και 8.000 Μικρασιάτες Έλληνες το γένος που κλήθηκαν ταυτόχρονα υπό τα όπλα. Τη 15η Απριλίου κλήθηκαν επίσης υπό τα όπλα και οι κλάσεις της εφεδρείας 1912 και 1913α, καθώς και οι έφεδροι των κλάσεων 1903 και 1904. Οι τελευταίοι θα αναλάμβαναν υπηρεσία στο Εσωτερικό της Χώρας προκειμένου να αποδεσμευτούν οι οπλίτες των νεοτέρων κλάσεων, καθώς και οι πολλοί απεσπασμένοι σε διάφορες Μονάδες και υπηρεσίες (στρατιωτικές, κρατικές και ιδιωτικές) για να διατεθούν στη Μικρά Ασία. Η επιστράτευση αυτών των κλάσεων απέδωσε 58.000 περίπου εφέδρους, ως επίσης και 5.000 οπλίτες Μικρασιάτες Έλληνες το γένος. Την 15η Απριλίου ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης συνοδευόμενος από τον Υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη και τον Αρχηγό της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ) Υποστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη έφθασαν στη Σμύρνη προκειμένου να ενημερωθούν επί της επικρατούσας κατάστασης και τη λήψη γενικότερων αποφάσεων. Η Στρατιά ζήτησε να ενισχυθεί ταχύτατα δια οπλιτών μέσων και υλικών ώστε μέχρι τη 10η Μαΐου να διαθέτει τρία πλήρη Σώματα Στρατού, επτά Μεραρχίες των οποίων η παρούσα δύναμη να είναι ίδια με την προβλεπόμενη υπό των πινάκων συνθέσεως (13.143 Οπλίτες) και τρεις εισέτι Μεραρχίες που θα συγκρατούσαν στα δευτερεύοντα μέτωπα τις εκεί Τουρκικές δυνάμεις. Δια των δυνάμεων αυτών η Στρατιά θα μπορούσε να επιτεθεί μέχρι τη 15η Μαΐου το αργότερο. Σε περίπτωση μη έγκαιρης άφιξης των ενισχύσεων η επιχείρηση θα μετατίθετο για αργότερα και οι απαιτήσεις σε ενισχύσεις θα αυξάνονταν. Κάθε καθυστέρηση όμως ήταν επ’ ωφελεία της προετοιμασίας του Τουρκικού Στρατού. Ο Πρωθυπουργός μετά την ενημέρωσή του από τη Στρατιά και την επιθεώρηση του μετώπου αποφάσισε να ενισχυθεί ισχυρά η Στρατιά δια αξιωματικών και οπλιτών, καθώς και δια νέων Μονάδων μέσων και υλικών προκειμένου να αναλάβει την εκτέλεση ευρέων επιχειρήσεων για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ με κύριο σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού Στρατού.

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται η ενίσχυση της Στρατιάς δια αξιωματικών και οπλιτών. Ειδικότερα εξετάζεται η διαχείριση της επιστρατευθείσας δύναμης των 124.000 περίπου οπλιτών στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία και αν αυτή χρησιμοποιήθηκε με κύριο σκοπό την ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Η γενική διαπίστωση του γράφοντος είναι ότι η στρατιωτική δύναμη των 318.000 περίπου ανδρών που συγκέντρωσε το Ελληνικό κράτος –η μεγαλύτερη στην νεότερη ιστορία μας- διατέθηκε κατά τρόπο ανήθικο. Η ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας βράδυνε πέραν κάθε λογικού ορίου. Την 8η Ιουνίου ελάχιστες ημέρες πριν την έναρξη των επιχειρήσεων η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς υπολειπόταν της προβλεπομένης, ειδικά σε αξιωματικούς. Η ΧΙΙ Μεραρχία έφθασε στη Μικρά Ασία στις αρχές Ιουνίου. Εκ των 111.000 εφέδρων που επιστρατεύθηκαν στην Ελλάδα μόνο οι 43.000 απεστάλλησαν στη Μικρά Ασίας, ενώ οι 68.000 περίπου ενίσχυσαν της δυνάμεις του Εσωτερικού, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης, με αποτέλεσμα η στρατιωτική δύναμη στις εν λόγω περιοχές να υπερδιπλασιαστεί έναντι αυτής της 1ης Μαρτίου και να ανέλθει την 1η Ιουνίου στις 131.000 άνδρες. Η δύναμη των Εμπέδων και Υπηρεσιών της Ζώνης εσωτερικού από τις 18.000 του Μαρτίου ανήλθε τον Ιούνιο στις 51.000 άνδρες. Το Ε΄ Σώμα Στρατού που πριν την 1η Νοεμβρίου 1920 δεν υφίστατο συγκροτήθηκε και πάλι για να διοικεί ΜΟΝΟ την VIII Μεραρχία. Στην πραγματικότητα για να τακτοποιηθούν οι ημέτεροι. Τα Έμπεδα, οι Υπηρεσίες και οι Μη Μεραρχιακές Μονάδες (Μ.Μ.Μ.) της Στρατιάς Θράκης, του ανύπαρκτου Δ΄ Σώματος Στρατού και του Ε΄ Σώματος Στρατού πλημύρισαν από οπλίτες που απέφευγαν δια της πλαγίως την μετακίνησή τους στη διακεκαυμένη ζώνη της Μικράς Ασίας. Μετατίθεντο, αποσπώνταν και προσκολλούνταν στα μετόπισθεν των μετόπισθεν. Η δύναμη των απεσπασμένων αντί να περιοριστεί άνθισε. Οι λιποτάκτες και ανυπότακτοι τακτοποιούνταν εφόσον μπορούσαν να καταβάλουν το ορισθέν αντισήκωμα. Κληρωτοί οπλίτες αντί να βρίσκονται στο μέτωπο της Μικράς Ασίας μετατάσσονταν στη Χωροφυλακή, μισθοδοτούμενοι. Ένας στους τρεις από τη δύναμη της Ζώνης Εσωτερικού ήταν απών, ενώ στη Στρατιά Μικράς Ασίας οι απόντες ήταν 1 στους εννέα, πράγμα εντελώς φυσιολογικό για ένα στράτευμα που διεξήγαγε επιχειρήσεις και διαβιούσε υπό σκηνές και ακραίες καιρικές συνθήκες, συν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από τις λοιμώδεις ασθένειες. Τέλος πολλοί αξιωματικοί εκ των επανελθόντων 1.500 αποτάκτων της Βενιζελικής διακυβέρνησης αρνούνταν ατιμωτητί να μεταβούν στη Μικρά Ασία. Εν πάση περιπτώσει οι φυγόμαχοι και δειλοί, οι αποκαλούμενοι ειρωνικά κουραμπιέδες, μπορούσαν να αποφύγουν το μέτωπο της Μικράς Ασίας όταν διέθεταν τη δυνατότητα. Ο φόρος του αίματος δεν καταβαλλόταν δίκαια και τούτο θα βλάψει δραματικά την πειθαρχία και το ηθικό μετά το πέρας των θερινών επιχειρήσεων του 1921. Η Κυβέρνηση και η ΕΥΣ δεν κατόρθωσαν, εντελώς αδικαιολόγητα, μέχρι την έναρξη των επιχειρήσεων, την 25η Ιουνίου, να φέρουν την παρούσα δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας στην προβλεπόμενη εκ των πινάκων συνθέσεως οροφή, πράγμα που η Στρατιά είχε θέσει ως προϋπόθεση για να εκτελεστούν οι επιχειρήσεις το αργότερο μέχρι τη 15η Μαΐου. Ακόμη χειρότερα η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς, δηλαδή η δύναμη των Μεραρχιακών Ταγμάτων της και των Λόχων Επιτελείου των Συνταγμάτων της δεν συμπληρώθηκε στην προβλεπόμενη υπό των πινάκων συνθέσεως. Ειδικότερα εξαιρετικά μειωμένη ήταν η μάχιμη δύναμη των αξιωματικών. Τα προβλήματα θα φανούν ανατολικά του Σαγγάριου όταν ο διοικητής της Στρατιάς θα απωλέσει τη βούληση του για τη συνέχιση των επιχειρήσεων εξ αιτίας της δραματικής ελάττωσης της μάχιμης δύναμης της Στρατιάς, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη προοπτικής αναπλήρωσης της.   

Πίνακας περιεχομένων

1.      Εισαγωγή

2.      Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού και της Στρατιάς Μικράς Ασίας το Μάρτιο του 1921

2.1        Η συγκρότηση του Ελληνικού πριν την πολιτική αλλαγή της 1ης Νοεμβρίου 1920

2.2        Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού την 1η Μαρτίου 1921

2.3        Η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας την 1η Μαρτίου 1921

3.      Η επιστράτευση εφεδρικών κλάσεων για την ενίσχυση της Στρατιάς Μικράς Ασίας

3.1        Η επιστράτευση του Μαρτίου 1921

3.2        Η διακοπή της μεταφοράς εφέδρων στη Μικρά Ασία

3.3        Η επιστράτευση του Απριλίου 1921

3.4        Η επιστράτευση των Ελλήνων κατοίκων της Μικράς Ασίας

3.5        Η τακτοποίηση των ανυπότακτων και των λιποτακτών

4.      Αποφασίζεται η εκτέλεση επιθετικών επιχειρήσεων με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού στρατού

4.1        Η απαίτηση της ενίσχυσης της Στρατιάς Μικράς Ασίας καθίσταται επιτακτική μετά την αποτυχία των εαρινών επιχειρήσεων

4.2        Ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης μεταβαίνει στη Σμύρνη προς ενημέρωση επί της επικρατούσας κατάστασης και λήψη γενικότερων αποφάσεων

4.3        Ήταν δυνατή η ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς μέχρι τη 10η Μαΐου 1921;

5.      Η με χαλαρούς ρυθμούς ενίσχυση της δύναμης της Στρατιάς Μικράς Ασίας μεταξύ της 14ης Μαρτίου και 8 Ιουνίου 1921

6.      Η δύναμη του Ελληνικού Στρατού στις 1 Ιουνίου 1921 και η κατανομή της στις Μεγάλες Μονάδες του Στρατού

6.1        Διαπιστώσεις από την μελέτη του πίνακα 5

6.2        Η ανήθικη διαχείριση της επιστρατευθείσας δύναμης

6.3        Η παρούσα δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας την 21η Ιουνίου 1921

7.      Η μάχιμη δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας πριν την έναρξη των θερινών επιχειρήσεων

8.      Η διαχείριση ζητημάτων που ανυψώνουν ή ρίχνουν στα τάρταρα το ηθικό και την πειθαρχία

8.1        Το σκοτεινό «κέντρο» των Αθηνών

8.2        Το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο να αντιμετωπίσει τους αξιωματικούς που αρνούνταν να αναλάβουν υπηρεσία στη Μικρά Ασία

8.3        Ο αφανισμός της μάχιμης δύναμης των αξιωματικών της Στρατιάς κατά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα

8.4        Το ζήτημα της μετάταξης οπλιτών θητείας στο σώμα της Χωροφυλακής

9.      Γενικές πληροφορίες για την δύναμη των υπολοίπων Μεγάλων Μονάδων του Στρατού

9.1        Η Στρατιά Θράκης

9.2        Το Ε΄ Σώμα Στρατού Ηπείρου

9.3        Οι Δυνάμεις της Ζώνης Εσωτερικού

10.      Διαπιστώσεις

11.      Επίλογος

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, Μέρος IVβ

Η μη εκτέλεση από το Συνταγματάρχη Πλαστήρα της εντολής που του ανέθεσε η IV Μεραρχία να την καλύψει στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού και η εκ προθέσεως συνεχιζόμενη αδιαφορία του για την ασφάλεια της IVΜεραρχίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την καταστροφή της Μεραρχίας

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σύνοψη

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας απέφυγε να ενημερώσει την IV Μεραρχία ότι δεν εκτέλεσε την εντολή που του ανέθεσε αναφορικά με την εγκατάσταση του Αποσπάσματός του στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού προκειμένου να την προκαλύψει από νότο, δηλαδή από την κατεύθυνση που το πρωί της 15ης Αυγούστου αναμενόταν ότι ο Τουρκικός Στρατός θα συνέχιζε την επίθεσή του. Δεν θα την ενημερώσει επίσης ότι είχε μεταφέρει το Απόσπασμά του στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπαλ Μαχμούτ· ήτοι σε απόσταση τριών και πλέον χιλιομέτρων δυτικά του χωριού Κιουπρουλού, στην περιοχή του οποίου θα συγκεντρώνονταν οι δυνάμεις της Μεραρχίας. Περί το λυκαυγές της 15ης Αυγούστου ο Πλαστήρας θα αποκαλύψει σαφέστατα την ειλημμένη απόφασή του να διακόψει –αυθαίρετα και αυτοβούλως- την υπαγωγή του στην IV Μεραρχία, να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης και τους συμμαχητές του και να διαφύγει προς το Τουμλού Μπουνάρ. Τούτο θα συμβεί όταν περί το λυκαυγές θα αντιληφθεί ότι το ΙΙ/23 Τάγμα (Μαυρομιχάλη) αποχωρεί από το νοτιοανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού του Μπαλ Μαχμούτ ύψωμα Τακλή Τεπέ και επομένως η IV Μεραρχία έμεινε πλέον εντελώς ακάλυπτη από τη θέση στην οποία είχε εντολή να τάξει το Απόσπασμά του. Μολονότι αντιλαμβανόταν πολύ καλώς τους κινδύνους που προέκυπταν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του και μετακινεί το Απόσπασμά του ακόμη δυτικότερα προκειμένου να καλύπτεται από το ΙΙΙ/4 Τάγμα (Πρεμέτη) που ήταν εγκατεστημένο επί του αμέσως βορειοδυτικά του χωριού Μπαλ Μαχμούτ υψώματος 1220. Στη συνέχεια όταν θα αντιληφθεί ότι από το ύψωμα 1220 αποχώρησε και το ΙΙΙ/4 Τάγμα (Πρεμέτη) και ότι κατόπιν τούτων η οδός υποχώρησης της IV Μεραρχίας προς τα δυτικά έμεινε ακάλυπτη από Νότο επί μετώπου δέκα περίπου χιλιομέτρων, δεν αναλαμβάνει δράση για να καλύψει την IV Μεραρχία. Αντιθέτως όπως θα αναλυθεί στο επόμενο κείμενο- θα αποχωρήσει αυτοβούλως από το πεδίο της μάχης και θα κινηθεί προς το Τουμλού Μπουνάρ. Από τη στιγμή εκείνη και ύστερα ο Πλαστήρας μετατρέπεται σε στασιαστή και φυγά. Ο διοικητής της IV Μεραρχίας, μολονότι έπραξε τα δέοντα για να συνδεθεί με το Απόσπασμα Πλαστήρα, δεν θα μάθει ποτέ ότι η οδός υποχώρησης της Μεραρχίας του προς τα δυτικά ήταν ακάλυπτη στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού και ακόμη δυτικότερα μέχρι το Αϊβαλή. Η καταστροφή της ήταν πλέον ζήτημα ολίγου χρόνου. Αντίστοιχη περίπτωση Έλληνα Συνταγματάρχη διοικητή Συντάγματος Πεζικού που εγκατέλειψε ακάλυπτη και «στο έλεος του εχθρού» τη Μεραρχία στην οποία υπαγόταν και υπό τις διαταγές της οποίας ενεργούσε δεν υπάρχει στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού. Για την κατανόηση από τον κάθε ενδιαφερόμενο της γενικής τακτικής κατάστασης που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης εντός του οποίου ενεργούσε το Απόσπασμα Πλαστήρα και το πώς οι αποφάσεις του Πλαστήρα επηρέαζαν την πορεία του υποχωρητικού ελιγμού του Α΄ Σώματος Στρατού παρέχονται στο κείμενο πολλές, σημαντικές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη δραστηριότητα των φιλίων και εχθρικών δυνάμεων, και ειδικά για τη δραστηριότητα του 5ου Τουρκικού Σώματος Ιππικού (1η, 2η και 14η Μεραρχίες Ιππικού). Επίσης, επειδή ο Πλαστήρας επικαλείται συνεχώς τις τρομακτικές απώλειες που υπέστη το Απόσπασμά του κατά τη μάχη της 13ης και 14ης Αυγούστου για να δικαιολογήσει την ανυπακοή του, παρατίθεται στο τέλος του κειμένου ειδική αναλυτική αναφορά στις απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα και την αναλήθεια «των αριθμών» των απωλειών που αναφέρει ο Πλαστήρας και ο υπασπιστής του Παπαθανασόπουλος.     

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΥΣ IVβ

  1. Γενικές πληροφορίες για τις Τουρκικές ενέργειες.
  2. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος της VII Μεραρχίας.
  3. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας και των οργανικών και των υπό τη διοίκησή της Συνταγμάτων Πεζικού.
    9.1. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας.
    9.2. Η σύμπτυξη του 8ου Συντάγματος Πεζικού.
    9.3. Η σύμπτυξη του 35ου Συντάγματος Πεζικού.
    9.4. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος Καλλιαγκάκη(26ο Σύνταγμα Πεζικού).
  4. Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας καταφέρεται κατά της διοίκησής της IV Μεραρχίας και του Αντισυνταγματάρχη Καλλιαγκάκη.
  5. Ο Πλαστήρας αδιαφορεί για τους τρομακτικούς κινδύνους που προκύπτουν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας λόγω της αποχώρησης του 23ου Συντάγματος από τα υψώματα νοτίως του ποταμού Ακάρ.
    11.1. Τα τμήματα του 23ου Συντάγματος αποσύρονται από τα νοτίως του ποταμού Ακάρ υψώματα.
    11.2. Ο Πλαστήρας αντιλαμβάνεται την αποχώρηση του ΙΙ/23 Τάγματος από το Ν-Δ του Κιουπρουλού ύψωμα Τακλή Τεπέ αλλά συνεχίζει να αδιαφορεί για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας.
  6. Η επικρατούσα γενική τακτική κατάσταση το πρωί της 15ης Αυγούστου.
    12.1. Η κατάσταση στον Τομέα της Ι Μεραρχίας.
    12.2. Η κατάσταση στον Τομέα της IV Μεραρχίας.
  7. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου 1922.
    13.1. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα με βάση την Έκθεση Πλαστήρα.
    13.2. Αντικρουόμενες αναφορές περί των απωλειών του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.
    13.3. Οι απώλειες του 3ου Τάγματος Ευζώνων.
    13.4. Η δύναμη του Αποσπάσματος Πλαστήρα μετά τη 14η Αυγούστου.
    13.5. Οι απώλειες του 6ου Λόχου Ευζώνων και του Ουλαμού του 7ου Λόχου Ευζώνων.
    13.6. Οι διαφωνίες των «Πλαστηριακών» για τις απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα.
    13.7. Εκτίμηση των απωλειών του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου.

Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο επί πρωτογενών πηγών. Αποτελεί τη συνέχεια του προηγουμένου, πρώτου μέρους (IVα), το οποίο περιλαμβάνει και την ενότητα υπ’ αριθμό 6.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, Μέρος IVα

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας δεν εκτελεί εντολή της IV Μεραρχίας να την καλύψει επί των Ν-Δ του Κιουπρουλού υψωμάτων· στη συνέχεια εκδηλώνει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο τη βούλησή του να αποκοπεί αυτοβούλως από την IV Μεραρχία – η ανυπακοή και αδιαφορία του για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την καταστροφή της

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Σύνοψη

Τη 1030 ώρα της 14ης Αυγούστου 1922 ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγος Τρικούπης εξέδωσε διαταγή συμπτύξεως του Σώματος από την εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ. Το μεσημέρι της 14ης Αυγούστου η τακτική κατάσταση νότια του ποταμού Ακάρ λάμβανε δραματική τροπή για τις Ελληνικές δυνάμεις. Αυτή περιγράφεται αναλυτικά στο Μέρος ΙΙΙ και στο παρόν κείμενο. Τη 12η μεσημβρινή ώρα η IV Μεραρχία εξέδωσε τη δική της διαταγή συμπτύξεως. Δι’ αυτής καθοριζόταν ότι η Μεραρχία θα υποχωρούσε στο Κιουπρουλού, καλυπτόμενη στα υψώματα νοτίως Κιουπρουλού από τα Αποσπάσματα Πλαστήρα και Καλλιαγκάκη (26ο Σύνταγμα), με το μεν Απόσπασμα Πλαστήρα να εγκαθίσταται στα Ν-Δ του Κιουπρουλού υψώματα, του δε Καλλιαγκάκη στα Ν-Α. Το Σημείο Συνδέσμου των δύο Αποσπασμάτων οριζόταν τρία χιλιόμετρα νότια του Κιουπρουλού. Επίσης καθοριζόταν ότι η σύμπτυξη του Αποσπάσματος Πλαστήρα θα άρχιζε τη 18η ώρα. Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας ισχυρίζεται ότι παρέλαβε τη διαταγή της IV Μεραρχίας τη 18η ώρα και ότι η σύμπτυξη του Αποσπάσματός του άρχισε τη 1830 ώρα. Διοικητής Πυροβολαρχίας του Αποσπάσματός του καταθέτει ότι η σύμπτυξη του Αποσπάσματος άρχισε τη 17η ώρα. Η κατάθεσή του επιβεβαιώνεται και αποδεικνύει ότι η σύμπτυξη ενός μέρους του Αποσπάσματος Πλαστήρα διεξήχθη μέχρι τα υψώματα νοτίως Κιουπρουλού υπό συνθήκες φωτός. Ο Πλαστήρας αναφέρει επίσης ότι όταν το Απόσπασμά του έφθασε στα υψώματα νοτίως του Κιουπρουλού βρήκε επ’ αυτών εγκατεστημένο το 23ο Σύνταγμα. Κατόπιν τούτου συνέχισε τη κίνησή του, διέβη τη νοτίως του Κιουπρουλού γέφυρα του ποταμού Ακάρ και κινήθηκε δυτικότερα προς το σιδηροδρομικό σταθμό του Μπαλ Μαχμούτ όπου και στάθμευσε. Πράγματι στο δυτικό άκρο της γραμμής των Ν-Δ του Κιουπρουλού υψωμάτων εγκαταστάθηκε περί το λυκόφως το ΙΙ/23 Τάγμα, το οποίο κάλυψε το 1/3 της γραμμής που έπρεπε να καλύψει το Απόσπασμα Πλαστήρα. Επομένως τα 2/3 της εν λόγω γραμμής παρέμειναν ακάλυπτα. Προφανώς η δικαιολογία που προβάλει ο Πλαστήρας για τη μη εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η IV Μεραρχία ανέθεσε σε αυτόν την ευθύνη να την καλύψει και όχι σε Μονάδα άλλης Μεραρχίας. Ήταν Συνταγματάρχης και αντιλαμβανόταν πολύ καλώς ότι η εντολή που του ανατέθηκε αφορούσε την ασφάλεια της IV Μεραρχίας υπό την οποία υπαγόταν. Κατόπιν τούτων: 1) Ο Πλαστήρας δεν εκτέλεσε ρητή εντολή της IV Μεραρχίας που αφορούσε την ασφάλειά της. 2) Μεταξύ των θέσεων που εγκαταστάθηκε το ΙΙ/23 Τάγμα και αυτών που εγκαταστάθηκε το Απόσπασμα Καλλιαγκάκη δημιουργήθηκε ένα κενό 2,5 – 3 χιλιομέτρων περίπου. 3) Το Απόσπασμα Πλαστήρα δεν εγκαταστάθηκε τουλάχιστον στο τμήμα της γραμμής που δεν κάλυπτε το ΙΙ/23 Τάγμα, αλλά ούτε παρέμεινε στην περιοχή του Κιουπρουλού στην οποία θα συγκεντρωνόταν η IV Μεραρχία. Όλως αντιθέτως ο Πλαστήρας οδήγησε το Απόσπασμά του βόρεια του ποταμού Ακάρ και τρία περίπου χιλιόμετρα δυτικά του χώρου συγκέντρωσης της IV Μεραρχίας. Ο Πλαστήρας δεν θα ενημερώσει την IV Μεραρχία ότι δεν εκτέλεσε την εντολή της. Κατόπιν τούτων εκδηλώνει σαφώς την πρόθεσή του να διακόψει αυτοβούλως την υπαγωγή του υπό την IV Μεραρχία και να μετακινηθεί δυτικότερα ώστε να είναι δυνατή η διαφυγή του προς το Τουμλού Μπουνάρ. Η πρόθεσή του αυτή θα αποκαλυφθεί το λυκαυγές της 15ης Αυγούστου όταν θα αντιληφθεί ότι το ΙΙ/23 Τάγμα αποχώρησε από τα Ν-Δ του Κιουπρουλού υψώματα και επομένως η IV Μεραρχία έμεινε ακάλυπτη από τη θέση στην οποία είχε εντολή να τάξει το Απόσπασμά του. Μολονότι αντιλαμβανόταν πολύ καλώς τους κινδύνους που προέκυπταν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας, αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του και μετακινεί το Απόσπασμά του ακόμη δυτικότερα. Στη συνέχεια ενώ αντιλήφθηκε ότι από τα υψώματα νότια της νέας θέσης που μετακινήθηκε αποχώρησε και το ΙΙΙ/4 Τάγμα που ήταν εγκατεστημένο επ’ αυτών και ότι κατόπιν τούτων η οδός υποχώρησης της IV Μεραρχίας προς τα δυτικά έμεινε ακάλυπτη από Νότο επί μετώπου δέκα περίπου χιλιομέτρων, δεν αναλαμβάνει δράση για να καλύψει την IV Μεραρχία. Αντιθέτως θα αποχωρήσει αυτοβούλως από το πεδίο της μάχης και θα κινηθεί προς το Τουμλού Μπουνάρ. Από τη στιγμή εκείνη και ύστερα ο Πλαστήρας μετατρέπεται σε στασιαστή και φυγά. Ο διοικητής της IV Μεραρχίας μολονότι έπραξε τα δέοντα για να συνδεθεί με το Απόσπασμα Πλαστήρα δεν θα μάθει ποτέ ότι η οδός υποχώρησης της Μεραρχίας του ήταν ακάλυπτη στα υψώματα νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού και ακόμη δυτικότερα μέχρι το Αϊβαλή. Η καταστροφή της ήταν πλέον ζήτημα ολίγου χρόνου. Η μη εκτέλεση από το Συνταγματάρχη Πλαστήρα της εντολής που του ανατέθηκε είχε ευρύτερες δυσμενείς συνέπειες για την εξέλιξη της υποχωρητικής μάχης. Συνέπειες που υπερέβαιναν το τακτικό επίπεδο και δεν επέτρεψαν την εκτέλεση του σχέδιου του επιχειρησιακού διοικητή. Εν τέλει όσοι θεωρούν ότι διαθέτουν ευθυκρισία θα πρέπει να απαντήσουν σε τι διαφέρουν οι αποφάσεις και οι ενέργειες του Πλαστήρα από αυτές των Δανίκα, Τρικαλιώτη, Πρεμέτη και Ιωάννη Ζήρα που απέφυγαν να εκτελέσουν τις εντολές τους και κατά των οποίων υποβλήθηκαν μηνύσεις και σχηματίστηκαν δικογραφίες.[1]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΥΣ IV

Οι κύριες αιτίες της ήττας κατά τους αγώνες της 13ης – 17ης Αυγούστου 1922 – Η παγιωμένη αδυναμία του Ελληνικού Στρατού να υποχωρήσει συντεταγμένα.

Η σύμπτυξη της Ι Μεραρχίας.

2.1. Γενικές πληροφορίες για τη σύμπτυξη της Ι Μεραρχίας.

2.2 Η εγκατάσταση του 23ου Συντάγματος στα περί το Μπαλ Μαχμούτ υψώματα.

Η διαταγή συμπτύξεως της IV Μεραρχίας και οι καθοριζόμενες αποστολές στις Μονάδες της.

3.1 Η διαταγή συμπτύξεως της IV Μεραρχίας αποτυπωμένη σε σχεδιάγραμμα.

3.2 Σχολιασμός της διαταγής συμπτύξεως της IV Μεραρχίας.

Περί της ώρας παραλαβής από το Συνταγματάρχη Πλαστήρα της διαταγής συμπτύξεως της IV Μεραρχίας.

Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας δεν εκτελεί την εντολή της IV Μεραρχίας να εγκαταστήσει το Απόσπασμά του επί των νοτιοδυτικά του Κιουπρουλού υψωμάτων.

5.1 Ο Πλαστήρας δηλώνει ότι δεν εκτέλεσε την εντολή της IV Μεραρχίας.

5.2 Ο Πλαστήρας εκδηλώνει την πρόθεσή του να αποκοπεί την IV Μεραρχία.

5.3 Ο Πλαστήρας δικαιολογείται για τη μη εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.

Διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες o Συνταγματάρχης Πλαστήρας δεν εκτέλεσε την εντολή της IV Μεραρχίας.

6.1 Από την κατάθεση στην Α.Ε.Ε.Μ.Α. του Λοχαγού Τούντα.

6.2 Από τον Ανθυπολοχαγό Καρακώστα του 5/42 Σ.Ε.

6.3 Από την κατάθεση στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. του Αντισυνταγματάρχη Τερτίκα.

6.4 Από το βιβλίο του Υπολοχαγού Χρήστου Προυκάκη.

6.5 Από την κατάθεση στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. του Αντισυνταγματάρχη Διάμεση.

6.6 Από την κατάθεση στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. του Ταγματάρχη Μαυρομιχάλη.

6.7 Από το Υπόμνημα που υπέβαλε στην Α.Ε.Ε.Δ.Μ.Α. ο Υποστράτηγος Λούφας

6.8 Διαπιστώσεις – συμπεράσματα.

7. Γενικές πληροφορίες για τις Τουρκικές ενέργειες.

8. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος της VII Μεραρχίας.

9. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας και των οργανικών και των υπό τη διοίκησή της Συνταγμάτων Πεζικού.

9.1. Η σύμπτυξη του Στρατηγείου της IV Μεραρχίας.

9.2. Η σύμπτυξη του 8ου Συντάγματος Πεζικού.

9.3. Η σύμπτυξη του 35ου Συντάγματος Πεζικού.

9.4. Η σύμπτυξη του Αποσπάσματος Καλλιαγκάκη(26ο Σύνταγμα Πεζικού).

10. Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας καταφέρεται κατά της διοίκησής της IV Μεραρχίας και του Αντισυνταγματάρχη Καλλιαγκάκη.

11. Ο Πλαστήρας αδιαφορεί για τους τρομακτικούς κινδύνους που προκύπτουν για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας λόγω της αποχώρησης του 23ου Συντάγματος από τα υψώματα νοτίως του ποταμού Ακάρ.

11.1. Τα τμήματα του 23ου Συντάγματος αποσύρονται από τα νοτίως του ποταμού Ακάρ υψώματα.

11.2. Ο Πλαστήρας αντιλαμβάνεται την αποχώρηση του ΙΙ/23 Τάγματος από το Ν-Δ του Κιουπρουλού ύψωμα Τακλή Τεπέ αλλά συνεχίζει να αδιαφορεί για την ασφάλεια της IV Μεραρχίας.

12. Η επικρατούσα γενική τακτική κατάσταση το πρωί της 15ης Αυγούστου.

12.1. Η κατάσταση στον Τομέα της Ι Μεραρχίας.

12.2. Η κατάσταση στον Τομέα της IV Μεραρχίας.

13. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου 1922.

13.1. Οι απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα με βάση την Έκθεση Πλαστήρα.

13.2. Αντικρουόμενες αναφορές περί των απωλειών του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.

13.3. Οι απώλειες του 3ου Τάγματος Ευζώνων.

13.4. Η δύναμη του Αποσπάσματος Πλαστήρα μετά τη 14η Αυγούστου.

13.5. Οι απώλειες του 6ου Λόχου Ευζώνων και του Ουλαμού του 7ου Λόχου Ευζώνων.

13.6. Οι διαφωνίες των «Πλαστηριακών» για τις απώλειες του Αποσπάσματος Πλαστήρα.

13.7. Εκτίμηση των απωλειών του Αποσπάσματος Πλαστήρα κατά τη 13η και 14η Αυγούστου.

Ενημερωτική Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο επί πρωτογενών πηγών. Η τεκμηρίωση αναφέρεται μερικώς για ευνόητους λόγους. Λόγω μεγέθους το κείμενο θα δημοσιευτεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος (IVα) περιλαμβάνει μέχρι και την ενότητα υπ’ αριθμόν 6.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλιοπαρουσίαση: Κωνσταντίνος Βλάσσης – «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία»

Ή, Κατά της Παραχάραξης της Ιστορίας

Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία,

Κώστας Βλάσσης, Εκδόσεις Δούρειος, Αθήνα 2020

Με την εκπνοή του 2020 εκδόθηκε το βιβλίο του φίλου του ιστολογίου Κωνσταντίνου Βλάσση «Πρόσφυγες, Οικονομία και Νομοθεσία κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία».  Το βιβλίο έχει μία μικρή σχέση μόνον με τη στρατιωτική ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που αποτελεί βασικό αντικείμενο ενδιαφέροντος του ιστολογίου. Έχει όμως μεγάλη σχέση με τη διάλυση ενός από τους πολλούς μύθους που επικρατούν σε σχέση με το συνολικό εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και οι οποίοι αποτελούν προπαγανδιστικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται με ένταση στις μέρες μας για τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Μικρασιατική Καταστροφή έχουν το παράδοξο προνόμιο να ασκούν ακόμη επιρροή στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα· έμμεση ασφαλώς, αλλά δεν είναι δύσκολο για έναν παρατηρητή να εντοπίσει τις υπόγειες διαδρομές που συνδέουν οι θέσεις για ιστορικά γεγονότα με θέσεις σχετικές με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα.

Ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός  που τα τελευταία χρόνια τείνει να προσλάβει τέτοιες βαθιά πολιτικές προεκτάσεις, τόσο για την ιστορική περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας όσο και, εμμέσως αλλά σαφέστατα, και για τη τρέχουσα πολιτική, είναι η ψήφιση  από τη Βουλή κατά το θέρος του 1922 -και πριν από τις μάχες του Αυγούστου- ενός νόμου, του -διαβόητου πλέον- Νόμου 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Ο νόμος αυτός, που νομοθετούσε αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του, προφανώς δεν έτυχε καμίας εφαρμογής μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν ξεκίνησε η μαζική, τραγική έξοδος των Ελλήνων από τη Μικρασία, και ως εκ τούτου δεν έγινε κατά την επίμαχη στιγμή αντικείμενο συζητήσεως, μιας και πρακτικά κανείς δεν αντελήφθη ότι ίσχυε. Παρ’ όλα αυτά, τα επόμενα χρόνια ο νόμος περιοδικά «ανακαλύπτονταν» από δημοσιογράφους και πολιτικούς, οι οποίοι τον έφερναν στο δημοσιογραφικό προσκήνιο αποδίδοντάς του μία συγκεκριμένη, όσο και βδελυρή ερμηνεία -σε διάφορες ελαφρές παραλλαγές αλλά πάντοτε με το ίδιο βασικό νόημα:

Ο νόμος αυτός αποτελούσε την «απόδειξη» ότι η τότε κυβέρνηση γνώριζε -αν δεν είχε σχεδιάσει και, πάντως, επιδιώξει- μία μείζονα στρατιωτική ήττα που θα συνέβαινε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, προκειμένου να βρει τη «δικαιολογία» που χρειαζόταν για να απεμπλακεί από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επειδή οι Μικρασιάτες Έλληνες στην μεγάλη τους πλειοψηφία προσέκειντο πολιτικά στη βενιζελική παράταξη, η κυβερνώσα αντιβενιζελική παράταξη διασφάλιζε ότι οι βενιζελικές αυτές μάζες δεν θα συνέρρεαν στην Ελλάδα διαταράσσοντας την -ευνοϊκή γι’ αυτούς- πολιτική ισορροπία στην επικράτεια του τότε Ελληνικού Κράτους. Αυτό θα σήμαινε βέβαια, αυτομάτως, ότι οι ελληνικοί μικρασιατικοί πληθυσμοί θα έμεναν έρμαιο της γενοκτόνου διαθέσεως των τούρκων, όμως ήταν τέτοια η ηθική υποστάθμη των αντιβενιζελικών κυβερνώντων που όχι απλώς δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτό αλλά εν ψυχρώ σχεδίαζαν το εθνικό αυτό έγκλημα. Και, παρεμπιπτόντως, η κατηγορία αυτή ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της κατηγορίας που επισήμως διατυπώθηκε από τους στρατοδίκες στη Δίκη των Εξ: εσκεμμένα και εκ προθέσεως προκάλεσαν την ήττα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρασία.

Για οποιονδήποτε έχει στοιχειώδη εξοικείωση με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την πολιτική της ιστορία, η κατηγορία αυτή είναι, φυσικά, τερατώδης. Όσο βαριές και ασυγχώρητες είναι οι ευθύνες της αντιβενιζελικής ηγεσίας για τη στρατιωτική ήττα στη Μικρασία, ευθύνες που κατά την πεποίθηση του υπογράφοντος δικαιολογούν ιστορικά απολύτως την εκτέλεσή τους, ευθύνες που αφορούν την απόλυτη ανεπάρκειά τους και ανευθυνότητα στη διαχείριση του σημαντικότερου ιστορικού εγχειρήματος της Νεότερης Ελλάδας -εγχείρημα για το οποίο επίμονα και μαχητικά διεκδίκησαν και τελικά κέρδισαν την ευθύνη της διαχείρισης του- άλλο τόσο χυδαία, και πάντως ανυπόστατη, είναι η κατηγορία ότι αυτοί επιδίωξαν σκόπιμα την ήττα και την Καταστροφή. Είναι, παρεμπιπτόντως, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ το 1923 στη Δίκη των Εξ διατυπώθηκαν τόσο βαριές και προδήλως ανυπόστατες κατηγορίες εις βάρος της τότε πολιτικής ηγεσίας, ουδείς σκέφτηκε να συμπεριλάβει την ψήφιση του επίμαχου νόμου στο κατηγορητήριο. Ο λόγος είναι προφανής: καθώς όλοι γνώριζαν γιατί είχε ψηφιστεί ο νόμος, και καθώς τον είχε ψηφίσει χωρίς αντιρρήσεις και η βενιζελική αντιπολίτευση, ουδείς είχε, καν, την ιδέα να χρησιμοποιήσει το ζήτημα, έστω και συκοφαντικά (γιατί αν κάποιος είχε την ιδέα, δεδομένου του κλίματος των ημερών, είναι βέβαιο ότι θα συμπεριλαμβανόταν στο κατηγορητήριο).

Ακόμη κι αν το γενικό πλαίσιο είναι προφανές σε οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο, η ύπαρξη του νόμου 2870 δεν μπορεί να μην προκαλέσει απορία. Την απορία αυτή, άλλωστε, έρχεται να εκμεταλλευτεί η προπαγανδιστική εκμετάλλευση του ζητήματος, παρ’ όλο που το -λιγότερο γνωστό- γεγονός της υπερψήφισης του νόμου στη Βουλή και από τη βενιζελική κοινοβουλευτική μειοψηφία εξ υπαρχής απομακρύνει οποιανδήποτε υπόνοια κομματικής διάστασης στο ζήτημα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση έρχεται να δώσει πλήρη και τεκμηριωμένη απάντηση στο ζήτημα της ύπαρξης και της σκοπιμότητας του διαβόητου νόμου. Με ερευνητική ενεργητικότητα που, ευλόγως άλλωστε, δεν επέδειξε κανείς από όσους θέλησαν να εκμεταλλευτούν προπαγανδιστικά τον νόμο, και με αναλυτική πληρότητα που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το πλαίσιο και τα κίνητρα της ψήφισής του, απαντά τελεσίδικα στο ζήτημα, φωτίζοντας ταυτόχρονα μία πολύ λίγο γνωστή πτυχή της περιόδου της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αυτήν του προσφυγικού ζητήματος πριν από την Καταστροφή.

Το βιβλίο ξεκινά με μία αναλυτική επισκόπηση των αναφορών στον Νόμο 2870, τόσο στη δημοσιογραφική επικαιρότητα όσο και στην επιστημονική βιβλιογραφία, από το 1930, οπότε για πρώτη φορά εγείρει το θέμα ένας δημοσιογράφος, μέχρι σήμερα. Ήδη από την επισκόπηση αυτή καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα του Νόμου και της δήθεν αντιπροσφυγικής και αντιβενιζελικής στόχευσής του εγείρεται περιοδικά από βενιζελικούς δημοσιογράφους, ενώ από τους επαγγελματίες ιστορικούς που σποραδικά και φευγαλέα αναφέρονται σε αυτόν στις εργασίες του, δεν αποδίδεται ποτέ κάποια μεμπτή πρόθεση στην ψήφιση του νόμου.

Εν συνεχεία, το βιβλίο κάνει μία σχετικά σύντομη (40 σελίδες) αλλά πλήρη και ουσιαστική έκθεση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως μάλιστα αυτή διαμορφωνόταν ήδη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μιας και η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτελούσε για την Ελλάδα και από οικονομικής πλευράς, όπως και από πολιτικής, την οργανική συνέχεια του Μεγάλου Πολέμου. Η έκθεση της οικονομικής κατάστασης του Κράτους είναι απαραίτητη, γιατί φωτίζει αναλυτικά και την οριακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί τρία συνεχή χρόνια το κράτος, το οποίο διεξήγαγε έναν πόλεμο και έφερε το βάρος της πλήρους στρατιωτικής κινητοποίησης της Χώρας. Η δραματική οικονομική κατάσταση εξηγεί πειστικά την απόλυτη και αντικειμενική αδυναμία του Κράτους να αναλάβει πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονταν ακόμη και με το εξαιρετικά πιεστικό προσφυγικό πρόβλημα της εποχής. Εδώ πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα κάτι που είναι ελάχιστα κατανοητό σήμερα: το Ελληνικό Κράτος της εποχής εκείνης, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών, συμπεριλαμβανομένων των «προηγμένων» κρατών της εποχής, δεν ήταν τα μεγάλα κοινωνικά κράτη της μετά τον Β’ ΠΠ Δύσης, με τις μεγάλες κοινωνικές παροχές και τις παντός είδους ευρύτατες δραστηριότητες «δευτερεύουσας σημασίας». Αυτό σημαίνει ότι, εκ της φύσεώς του, το Κράτος της εποχής εκείνης δεν είχε σημαντικά οικονομικά βάρη τα οποία θα μπορούσε να περικόψει προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλα, έκτακτα και οξέα προβλήματα, όπως το προσφυγικό, που εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά. Αντιθέτως, πέραν του ότι βασιζόταν σε μία πολύ ασθενή εθνική οικονομία, και μάλιστα εμπόλεμη, ήταν αφιερωμένο στην υποστήριξη της τιτάνιας στρατιωτικής προσπάθειας και στη λειτουργία ενός περιορισμένου κρατικού μηχανισμού. Το κεφάλαιο σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Χώρας κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία θα δικαιολογούσε από μόνη της την απόκτηση του βιβλίου αυτού, καθώς είναι η μοναδική έκθεση που γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα σε εξειδικευμένες και δυσπροσπέλαστες μονογραφίες σχετικά με το θέμα, και τις συνήθεις αλλά ήκιστα διαφωτιστικές φευγαλέες αναφορές σε «κακή οικονομική κατάσταση» και «μεγάλες οικονομικές δυσκολίες» της Χώρας κατά την περίοδο αυτήν.

Ακολούθως, στον πυρήνα του βιβλίου αναπτύσσεται το προσφυγικό πρόβλημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Εκεί, αναλυτικά και τεκμηριωμένα εξηγείται ότι, σε αντίθεση με την υπεραπλουστευμένη αντίληψη που υφίσταται στο ευρύ κοινό σχετικά με τη δημιουργία του μεγάλου προσφυγικού κύματος από την Ιωνία το 1922, μετά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολία μέχρι την Ιωνία, προσφυγικό πρόβλημα υπήρχε οξύτατο και μεγάλης έκτασης από πολύ νωρίτερα. Ήδη πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέφταναν στην Ελλάδα μαζικά κύματα από κατοίκους της Ιωνίας που εκδιώκονταν από τους Τούρκους, ενώ κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας σχηματίστηκαν μεγάλες προσφυγικές ροές Ελλήνων από τον Πόντο, τόσο κατοίκων του Πόντου όσο και των Ελλήνων που είχαν ήδη φύγει υπό πίεση από τον Πόντο και κατοικούσαν στον Καύκασο, υπό συνθήκες όχι «ιδανικές». Οι πληθυσμοί αυτοί, υπό την πίεση της αναταραχής του Α’ ΠΠ και της Οκτωβριανής Επανάστασης, επεδίωκαν να επανέλθουν στην ασφάλεια της Ελλάδας. Αυτό όμως έθετε για το Ελληνικό Κράτος απαιτήσεις στις οποίες δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που οι προσφυγικές ροές από τον Καύκασο, όπου η κατάσταση αξιολογούταν ως εξαιρετικά δύσκολη αλλά ανεκτή, διακόπηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου, το θέρος του 1920 και επανεκκινήθηκε από τις μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, για να διακοπεί και πάλι εν όψει της επιστράτευσης και της έναρξης των μεγάλων επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921. Επιπλέον, κατά το 19221 οι απαιτήσεις για το Ελληνικό Κράτος αυξάνονταν,  καθώς στην περιοχή του Καυκάσου άρχισε η διάδοση λοιμωδών νοσημάτων. Η αντιμετώπιση των λοιμωδών αυτών νοσημάτων έθετε ακόμη πιο μεγάλες απαιτήσεις στην υποδοχή προσφύγων -για λόγους δημοσίας υγείας. Αυτό με τη σειρά του ανέβαζε ακόμη περισσότερο το κόστος της υποδοχής προσφύγων, οι οποίοι στη Ρωσία ζούσαν υπό δραματικές συνθήκες. Έτσι, το Ελληνικό Κράτος βρέθηκε ενώπιον ενός δραματικού αλλά και εξαιρετικά πιεστικού διλήμματος: είτε να συνεχίσει να υποστηρίζει την πολεμική προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση των πληθυσμών της Μικρασίας ή να υποστηρίξει την υποδοχή των πληθυσμών της Ρωσίας και του Καυκάσου οι οποίοι υφίσταντο οριακές συνθήκες. Το Ελληνικό Κράτος έλαβε την εύλογη απόφαση να αντιμετωπίσει την πολεμική προσπάθεια κατά προτεραιότητα, η οποία σχετιζόταν με την άμεση επιβίωση πολύ μεγαλύτερων πληθυσμών. Στο πλαίσιο της προτεραιότητας αυτής, και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εύλογη, συνεχής εισροή προσφύγων από τον Καύκασο, νομοθετήθηκε από τη Βουλή η απαγόρευση της εισόδου προσφύγων στην επικράτεια. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που ο Νόμος 2870/1922 ψηφίστηκε ομόφωνα, τόσο από την αντιβενιζελική κυβέρνηση όσο και από τη βενιζελική αντιπολίτευση -στοιχείο που οι κατά καιρούς προπαγανδιστές αποφεύγουν συστηματικά να αναφέρουν. Το βιβλίο καθιστά σαφές γιατί δεν υφίσταται ούτε το ενδεχόμενο ο νόμος αυτός να ψηφίστηκε «εν αγνοία» της αντιπολιτεύσεως αλλά με την απολύτως σύμφωνη γνώμη της.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία εξαιρετική, συγκροτημένη και αναλυτική -όσο και ψύχραιμη- έκθεση της κατάστασης αυτής, συνοδευόμενη από άφθονο όσο και εξαιρετικά πολύτιμο υλικό τεκμηρίωσης, προϊόν κοπιώδους ερευνητικής προσπάθειας του συγγραφέα, το οποίο αποδεικνύει με «τεθωρακισμένο» τρόπο την ερμηνεία των επίμαχων γεγονότων από τον συγγραφέα. Ίσως, μάλιστα, το κεντρικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι η θέση του υποστηρίζεται κυρίως με την παράθεση εκτενέστατου πρωτογενούς υλικού και λιγότερο με ανάλυση, επιχειρήματα ή συλλογισμούς του συγγραφέα. Το χαρακτηριστικό αυτό το καθιστά απαιτητικό στην ανάγνωση, προσδίδει όμως και εξαιρετική ισχύ στη θέση του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Κώστα Βλάσση αποτελεί μία πολύτιμη συμβολή στη διευκρίνιση της ιστορίας όχι μόνον της Μικρασιατικής Εκστρατείας αλλά της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας συνολικά.

Συνιστάται ανεπιφύλακτα!

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙΙ

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

 

Η κατάληψη του Καλετζίκ το πρωί της 14ης Αυγούστου από τους Τούρκους – η απόφαση του διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγου Τρικούπη να διατάξει τη σύμπτυξη των δυνάμεών του από την εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ

 

Γενικά

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι πληροφορίες που διατίθενται από Ελληνικές πηγές για την μάχη της 14ης Αυγούστου στη δεύτερη γραμμή άμυνας του Καλετζίκ είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Από τους επικεφαλής αξιωματικούς των μονάδων που αμύνθηκαν στο Καλετζίκ δεν διαθέτουμε καμία απολύτως πληροφορία πλην αυτών από την Έκθεση Πεπραγμένων του διοικητή της Πυροβολαρχίας του Κ.Α. Καμελάρ Υπολοχαγού Ραυτόπουλου. Αλλά και ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας στην Έκθεση του δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός για τα γεγονότα της μάχης δεδομένου ότι λίγο πριν την έναρξη της προπαρασκευής του Τουρκικού Πυροβολικού -την 6η πρωινή ώρα- μετέβη στην περιοχή του υψώματος 1535 για να «παρακολουθήσει» τη μάχη που θα διεξαγόταν στο Καλετζίκ.

Οι σημαντικότερες πληροφορίες που διαθέτουμε για τη μάχη της 14ης Αυγούστου προέρχονται κυρίως από την Τουρκική ΔΙΣ και ταυτίζονται με τις αναφορές της Έκθεσης Πεπραγμένων του Υπολοχαγού Ραυτόπουλου, που και αυτές είναι περιορισμένες αφού η Πυροβολαρχία του ήταν ταγμένη πίσω από τη γραμμή μάχης.

Παρά ταύτα θα επιδιώξουμε να ανιχνεύσουμε και να περιγράψουμε κατά το δυνατόν πληρέστερα τα κύρια γεγονότα της μάχης της 14ης Αυγούστου 1922.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Μέρος ΙΙβiii

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Η διεξαγωγή της μάχης στο Κέντρο Αντιστάσεως (Κ.Α.) Καμελάρ από τη 16η ώρα της 13ης Αυγούστου μέχρι το πρωί της 14ης Αυγούστου υπό την ευθύνη του Συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα

 

Η τακτική κατάσταση στο υφιστάμενο κενό μεταξύ των Ι και IV Μεραρχιών περί τη 16η ώρα της 13ης Αυγούστου

Πριν συνεχίσουμε την αναφορά μας στα της διεξαγωγής της μάχης στο Κ.Α. Καμελάρ υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Πλαστήρα, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην επικρατούσα τακτική κατάσταση τη 16η ώρα στο δεξιό του Κ.Α. Καμελάρ, δηλαδή στο υπάρχον κενό μεταξύ των Ι και IV Μεραρχιών και τούτο επειδή ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας εξ ιδίας πρωτοβουλίας ενεργώντας και χωρίς να ενημερώσει (μάλλον) την IV Μεραρχία, υπό τις διαταγές της οποίας είχε τεθεί, είχε εγκαταστήσει Λόχο του ΙΙ/42 Τάγματος Ευζώνων και την Πυροβολαρχία της ΧΙΙΙα ΜΟΠ υπό το Λοχαγό Βλαχάβα στην περιοχή των Βράχων του Καγιαντιμπί (βλέπε Μέρος ΙΙβi):

«Κατόπιν τούτου αποφασίζομεν όπως δι’ ενός Λόχου του ερχομένου Τάγματος και μιάς Πυροβολαρχίας καταλάβωμεν τα υψώματα 1.000 μ. Α. Καγιά Ντεπέ επεκτείνοντες το δεξιόν της IV Μεραρχίας …»

Πολύ πιθανόν η αναφερόμενη δύναμη του Αποσπάσματος Πλαστήρα να εγκαταστάθηκε στην περιοχή του αυχένα Γκεϊσλάρ (βλέπε σχεδιάγραμμα 11 άρθρου ΙΙβi). Το υπόψη γεγονός δεν πρέπει να είχε αναφερθεί στη IV Μεραρχία και τούτο επειδή δεν υπάρχει καταχώριση στην Έκθεση Πλαστήρα περί αναφοράς αυτού του ζητήματος στην IV Μεραρχία, αλλά και στην Έκθεση Πεπραγμένων της Μεραρχίας δεν σημειώνεται τι περί αυτής της εγκατάστασης. Έχουμε ήδη επισημάνει στα άρθρα ΙΙβi και ΙΙβii ότι οι εντολές που ανατέθηκαν από το Α΄ Σώμα Στρατού και την IV Μεραρχία στο Συνταγματάρχη Πλαστήρα του επέβαλαν όπως μετά «Τάγματος, της διοικήσεως του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων και Πυροβολαρχίας να ανέλθη επί του Καλετζίκ όπου η Διοίκησις του ομονύμου Κέντρου αντιστάσεως». Η ρητή αυτή εντολή του Α΄ Σώματος Στρατού που επαναλήφθηκε από την IV Μεραρχία στη συνέχεια, μέχρι τη 16η ώρα δεν είχε εκτελεστεί από το Συνταγματάρχη Πλαστήρα.

Φωτογραφία 27: Υψώματα Μπελέν Τεπέ. Κατ’ ευθείαν εμπρός διακρίνεται η πεδιάδα του Σινάν Πασά και δεξιά οι Βράχοι του Καγιαντιμπί.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας και η Προβληματική Δράση του κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία – Ενημέρωση

Μετά τις θερμές ευχές σε όλους τους αναγνώστες για τις γιορτές των ημερών, και πριν προχωρήσουμε στην ανάρτηση του επομένου κειμένου σχετικά με τη δράση του Πλαστήρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενημερώνουμε τους ενδιαφερόμενους αναγνώστες ότι τα ήδη αναρτηθέντα κείμενα που αναφέρονται στη δράση του Πλαστήρα στο Καλετζίκ έχουν συμπληρωθεί και εμπλουτιστεί. Οι αλλαγές που έχουν γίνει αφορούν:

  • συμπλήρωση των κειμένων με νέες πληροφορίες
  • προσθήκη διευκρινιστικών υποσημειώσεων
  • αναλυτικότερη  παρουσίαση και σχολιασμό των κύριων  γεγονότων της μάχης, πάντα βάσει της Εκθέσεως Πλαστήρα
  • συμπλήρωση και εμπλουτισμό των σχεδιαγραμμάτων με νέα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα.
  • προσθήκη περισσότερων φωτογραφιών με αναλυτικές λεζάντες, που προσφέρουν μία πλήρη κατά μάλλον εικόνα του πεδίου της μάχης του Καλετζίκ, πράγμα που το καθιστά το πλέον φωτογραφημένο πεδίο Ελληνικής μάχης
  • παρουσίαση της Έκθεσης Πεπραγμένων του Αποσπάσματος Πλαστήρα στο 13ο σχόλιο του Μέρους ΙΙβii, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ στις 26 Ιουνίου 1924.

Τις αμέσως προσεχείς ημέρες θα αναρτηθεί το επόμενο κείμενο σχετικά με τη δράση του Πλαστήρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγείν» / «Στρατηγικόν»

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού «Στρατηγικόν», το οποίο μετονομάζεται σε «Στρατηγείν«. Η κυκλοφορία του περιοδικού είναι διαδικτυακή, και μάλιστα με την ίδια μορφή και διαδικασία, ελαφρώς δύσκαμπτη, που έχουν αρκετά αντίστοιχα περιοδικά του εξωτερικού, όπως το Infinity Journal ή το Journal of Military Operations.

Το τεύχος είναι αφιερωμένο στις Πολιτικοστρατιωτικές Σχέσεις, ένα ζήτημα κρίσιμο, λεπτό και συχνά παρεξηγημένο. Το ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι ότι το θέμα αντιμετωπίζεται από ιστορικής απόψεως αλλά, κι εδώ είναι το πολύτιμο στοιχείο των άρθρων, σε ελληνικό πλαίσιο, δηλαδή το ζήτημα εξετάζεται σε τρία παραδείγματα της ελληνικής νεώτερης ιστορίας. Δεδομένου ότι οι γνωστές σε όλους τους ασχολούμενους αναφορές προέρχονται από ξένες αναλύσεις και, αναπόφευκτα, αντλούνται από αντίστοιχες ιστορικές αναλύσεις, η αναγωγή στα καθ’ ημάς, συγκεκριμένη και αναλυτική, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ερώτηση του Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ Γιάννη Οικονόμου αναφορικά με τον επαναπατρισμό των σορών Ελλήνων Στρατιωτικών που έπεσαν κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία

Γράφει ο Αρματιστής

(Ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης)

Στις 10/9/2019 υποβλήθηκε ερώτηση από τον Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ κ. Ι. Οικονόμου προς τους Υπουργούς Εξωτερικών κ. Νίκο Δένδια και Εθνικής Άμυνας κ. Ν. Παναγιωτόπουλο σχετικά με τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των σορών  Ελλήνων στρατιωτικών που έπεσαν περί το Αφιόν Καραχισάρ κατά την Τουρκική επίθεση της 13ης και 14ης Αυγούστου 1922 (π. ημ.). Σύμφωνα με αναφορές που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, οι σοροί φαίνεται ότι εντοπίστηκαν από κάποιους Τούρκους σε πρόχειρους ομαδικούς τάφους στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, στο πλαίσιο ερευνών τους για την εύρεση και ταυτοποίηση των δικών τους νεκρών.

Με την ερώτηση του ο κ. Οικονόμου αναδεικνύει το ζήτημα και θέτει θέμα σχετικά με το αν είναι σε γνώση των Ελληνικών αρχών  οι σχετικές πληροφορίες, για το αν προτίθεται η Κυβέρνηση να ζητήσει επίσημη ενημέρωση από την Τουρκική πλευρά, αλλά κυρίως τι προτίθεται να κάνει η Κυβέρνηση προκειμένου, εφ’ όσον ευσταθούν οι συγκεκριμένες πληροφορίες, να υπάρξει η δέουσα αντιμετώπιση για τις σορούς των Ελλήνων στρατιωτών με βασικό ζητούμενο την επιστροφή τους στην Πατρίδα.

 

Η υποβληθείσα Ερώτηση

ΠΡΟΣ:  Τον κ. Υπουργό Εξωτερικών και τον κ. Υπουργό Εθνικής Άμυνας

ΘΕΜΑ:  Για τις σωρούς Ελλήνων στρατιωτών στα όρη του Αφιόν Καραχισάρ

Όπως γνωρίζετε κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Μικρά Ασία  ( 1919-1922), οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού ανήλθαν σε 24.240  φονευθέντες και επί τόπου αποβιώσαντες (Eπίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922, ΔΙΣ/ΓΕΣ ), επίσης υπάρχουν και 18.095 εξαφανισθέντες, οι οποίοι σχεδόν στο σύνολο τους είναι φονευθέντες  και μη ευρεθέντες.

Στις 13 και 14 Αυγούστου 1922 (παλιό ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Τουρκικού στρατού που οδήγησε στην διάρρηξη του μετώπου και την ήττα, στα όρη του Αφιόν υπήρξαν εκατόμβες νεκρών (600 αναφέρουν οι Τουρκικές πηγές ότι βρήκαν  μόνο σε μία θέση επί του Καλετζίκ, ενώ οι νεκροί του 5/42 ΣΕ- που η έδρα του ήταν στη Λαμία και σε μεγάλο ποσοστό αποτελούταν από Φθιωτείς-, στην αντεπίθεση του πρωινού της 14ης Αυγούστου, στην θέση Μάτι, ήταν 520.

Οι νεκροί και οι τάφοι από προηγούμενες επιχειρήσεις, όπως ήταν φυσικό, εγκαταλείφθηκαν. Υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές για την αντιμετώπιση των νεκρών στρατιωτών, φαίνεται πως έγιναν κάποιες πρόχειρες ομαδικές ταφές, για λόγους δημόσιας υγείας, από τους Τούρκους.

Σήμερα στην γειτονική χώρα δεν υπάρχει κανένα νεκροταφείο για τους άνδρες που υπηρέτησαν στην Στρατιά Μικράς Ασίας.

Τα τελευταία χρόνια , και με αφορμή την λειτουργία του «Εθνικού Πάρκου Πεδίου Μάχης Σαγγαρίου» (Sakarya Meydan Muharebesi), η γειτονική χώρα, όπως είναι εύλογο, αναζητεί, με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, πρόχειρες ταφές δικών της στρατιωτικών, και προβαίνει στις κατά την κρίση της, απαραίτητες ενέργειες (προστασία, μεταφορά, σήμανση, ταυτοποίηση κλπ).

Σε σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook), υπάρχει σχετικό πληροφοριακό υλικό από ερευνητή του κέντρου (σελίδα Dr.Selim Erdogan Sakarya Meydan Muharebesi  Arastirmalari) . Εκεί αναφέρεται και η εύρεση σωρών Ελλήνων στρατιωτικών, χωρίς να γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση τους.

Τελευταία αναφέρθηκε, από τον ίδιο ερευνητή, σε ανάρτηση τους της  2ας Αυγούστου (ώρα 08:58) η εύρεση χώρου ταφής 500 Ελλήνων νεκρών στρατιωτικών κατά την «Μεγάλη Επίθεση» (Buyuk taaruz) του Τουρκικού στρατού, την ακριβή θέση του οποίου δηλώνει πως δεν θα αποκαλύψει. Από τον διάλογο που εξελίσσεται προκύπτει πως ο χώρος είναι η ευρύτερη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ.

Η σχετική ερώτηση μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Η Θέση μας

Είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι παρά την παρέλευση 100 περίπου ετών από το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρίσκεται ένας Βουλευτής της Εθνικής μας Αντιπροσωπείας που ανακινεί το ζήτημα της ανεύρεσης κάποιων ελάχιστων σορών των ηρωικών νεκρών μας εκείνου του πολέμου και τον επαναπατρισμό τους στην πατρώα γη. Θεωρώ ότι η συζήτηση στην Ελληνική Βουλή της ερώτησης του κ. Ι. Οικονόμου και οι απαντήσεις των αρμοδίων Υπουργών θα οδηγήσουν ενδεχομένως σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση από την οποία θα προκύψουν σημαντικές πληροφορίες και συμπεράσματα και ίσως και κάποια ευνοϊκή κατάληξη στο εν λόγω ζήτημα.

Η πιθανότητα η Τουρκία να εγκρίνει την έρευνα για την ανεύρεση των νεκρών μας, είναι εξαιρετικά μικρή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μικρασιατική Εκστρατεία

Μετά από μία αρκετά μεγάλη περίοδο εκτός λειτουργίας, η ιστοσελίδα της Μικρασιατικής Εκστρατείας στην οποία δημοσιεύεται το σύνολο του υλικού της έρευνας του ιστολογίου για τη στρατιωτική ιστορία της εκστρατείας, επανήλθε σε λειτουργία.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα θα προστεθεί στη σελίδα το υλικό που έχει προκύψει κατά την περίοδο της αδράνειάς της, ενώ θα συνεχίσει να προστίθεται το νέο υλικό που σταδιακά δημιουργείται. Ο σκοπός είναι σταδιακά η ιστοσελίδα να καταστεί το βασικό μέσον για την προβολή του υλικού.

Η προσπάθεια για την έρευνα και την εξιστόρηση της στρατιωτικής ιστορίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας συνεχίζεται, με αρκετά και φιλόδοξα σχέδια.